Η άνοδος του Hitler στην εξουσία

Εκτύπωση
Κατηγορία: Πρίν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Δημιουργηθηκε στις Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η γερμανική μοναρχία καταλύθηκε και, από το 1919, εγκαθιδρύθηκε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών υπήρξε εξουθενωτική για τη Γερμανία, επιβάλλοντάς της σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις στην Πολωνία και τη Γαλλία, ασφυκτικούς περιορισμούς στις ένοπλες δυνάμεις (στράτευμα - Ράιχσβερ (Reichswehr) έως 100.000 στελέχη κατ' ανώτατο όριο), υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις, καθώς και την περίφημη παράγραφο περί αποκλειστικής ενοχής της Γερμανίας για το ξέσπασμα του πολέμου. Συνθήκες εμφυλίου πολέμου επικράτησαν την περίοδο 1919-1923, με βίαιες συγκρούσεις μεταξύ σοσιαλιστών, κομμουνιστών και ακροδεξιών παραστρατιωτικών ομάδων, των Φράικορπς. Από τα πιο αιματηρά επεισόδεια αυτής της διαμάχης ήταν και η αιματηρή καταστολή της "Δημοκρατίας των Συμβουλίων" (R?terepublik) στο Μόναχο. Ταυτόχρονα, τα προβλήματα της οικονομίας, μαστιζόμενης από τον πληθωρισμό, προκάλεσαν κατά το 1922-23, την κατάληψη της Ρηνανίας από γαλλικά στρατεύματα, καθώς η γερμανική κυβέρνηση αδυνατούσε να καταβάλει έγκαιρα τις οφειλόμενες πολεμικές αποζημιώσεις. Η γερμανική κυβέρνηση, ανίκανη να αντιδράσει στρατιωτικά, υποκίνησε απεργία των εργαζομένων στις βιομηχανίες του Ρουρ, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εκατό εργατών από το πυρ που άνοιξαν τα γαλλικά στρατεύματα. Ο στραγγαλισμός του εμπορίου και των διεθνών σχέσεων της Γερμανίας, λόγω της Συνθήκης, οδήγησε σε πληθωρισμό, ανεργία και οικονομική ανέχεια. Στις αρχές, μάλιστα, της δεκαετίας του '20 ο πληθωρισμός έφθασε σε πρωτόγνωρα, ακόμη και σε διεθνές επίπεδο, ύψη.

Η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται κάπως, όταν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι αντιλήφθηκαν ότι η Γερμανία τείνει να μετατραπεί σε καζάνι που βράζει. Υπό την ηγεσία του Γκούσταβ Στρέζεμαν (Gustav Stresemann), ενός έντονα εθνικόφρονα αλλά και ρεαλιστή πολιτικού, η Γερμανία ακολούθησε τη λεγόμενη "πολιτική της εκπλήρωσης" (Erf?llungspolitik) των υποχρεώσεών της. Της επετράπη έτσι, η είσοδος στην Κοινωνία των Εθνών (Συνθήκες του Λοκάρνο), που οδήγησε σε άρση του εμπάργκο και βελτίωση των κρατικών οικονομικών, ειδικά με την αθρόα εισροή αμερικανικών δανείων, καθώς και ελαφρά άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκε η συνεργασία με τον έτερο διεθνή παρία, τη Σοβιετική Ένωση (Συνθήκη του Ραπάλλο). Κατά το διάστημα 1924-1929 η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γνώρισε τη "χρυσή εποχή" της. Ωστόσο, λίγο πριν τον θάνατό του το 1929, ο Στρέζεμαν έκανε την εξής διαπίστωση: "Η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας εμφανίζεται ανθηρή μόνο στην επιφάνεια. Η Γερμανία στην πραγματικότητα βαδίζει επάνω στον κρατήρα ενός ηφαιστείου. Αν κληθεί να εκπληρώσει άμεσα τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της, ένα μεγάλο τμήμα της οικονομίας της θα καταρρεύσει".

 

 Hitlermember

 Η κάρτα μέλους του DAP του Χίτλερ με την υπογραφή του Ντρέξλερ

 

Μέσα σε αυτή την κατάσταση, εμφανίστηκε στη Βαυαρία του 1919 ένα μικρό πολιτικό κόμμα, το Κόμμα των Γερμανών Εργατών (Deutsche Arbeiterpartei, DAP). Το δημιούργησαν οι Άντον Ντρέξλερ (Anton Drexler), Ντίτριχ Έκαρτ (Dietrich Eckhart) και Γκόντφριντ Φέντερ (Gottfried Feder). Αρχηγός του ορίστηκε ο Άντον Ντρέξλερ. Η Βαυαρία εκείνη την περίοδο ήταν ένα από τα κύρια κέντρα της γερμανικής άκρας δεξιάς. Με την ενεργό υποστήριξη της τοπικής Ράιχσβερ, πληθώρα παραστρατιωτικών ομάδων και πολιτικών σχηματισμών δημιουργήθηκαν από τις τάξεις των Φράικορπς, των οποίων ο πολιτικός προσανατολισμός ήταν έντονα αντικομμουνιστικός, παγγερμανικός και αντισημιτικός. Μέλος του κόμματος έγινε τότε και ένας δεκανέας, γεννημένος στο Μπραουνάου αμ Ιν (Braunau am Inn) της Αυστρίας, ο Αδόλφος Χίτλερ (Adolf Hitler). Ενώ το κόμμα αγωνιζόταν χωρίς ιδιαίτερα ικανό αρχηγό, ο Χίτλερ σύντομα κατάφερε να ξεχωρίσει, χάρη στη δεινή ρητορική του, και να αναλάβει την αρχηγία του (29 Ιουλίου 1921). Ως αρχηγός πλέον, ο Χίτλερ μετονομάζει το Κόμμα σε Nationalsozialistische Deutsche Arbeiter Partei (Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, NSDAP) ή, συντομογραφικά, Ναζί. Παράλληλα, ο Χίτλερ με τους συνεργάτες του, καταρτίζουν ένα πρόγραμμα είκοσι πέντε σημείων, το οποίο και θα αποτελέσει το πολιτικό μανιφέστο του Κόμματος. Η δημοτικότητα του Κόμματος αυξάνεται συνεχώς, καθώς πολλά από τα σημεία του μανιφέστου έχουν ευρεία λαϊκή απήχηση.

Αυτό παρασύρει τον Χίτλερ, ο οποίος με την πεποίθηση ότι ο λαός θα ακολουθήσει, προχωρεί με τους συνεργάτες του και την υποστήριξη του στρατηγού και ήρωα του πολέμου, Έριχ Λούντεντορφ σε πραξικόπημα στο Μόναχο στις 9 Νοεμβρίου 1923. Με κακό συντονισμό, και αποτυγχάνοντας να εξουδετερώσει ή να συμπαρασύρει τη Ράιχσβερ και την αστυνομία, το πραξικόπημα αποτυγχάνει. Επειδή ως στρατηγείο του ο Χίτλερ είχε επιλέξει τη μπυραρία B?rgerbr?ukeller στο Μόναχο, το πραξικόπημα παίρνει το προσωνύμιο "Πραξικόπημα της μπιραρίας". Ο Χίτλερ συλλαμβάνεται, όπως και όλοι οι συνεργάτες του, δικάζεται και καταδικάζεται σε πενταετή φυλάκιση (τελικά έμεινε φυλακισμένος μόνο για 9 μήνες), ενώ το Κόμμα, έχοντας απωλέσει τον ηγέτη του και, παράλληλα, απαγορευτεί από τις αρχές, περιπίπτει στην αφάνεια.

Άνοδος των Ναζί στην εξουσία

Εννιά μήνες ύστερα από την καταδίκη του, ο Χίτλερ αποφυλακίζεται και αναλαμβάνει πάλι την αρχηγία του Κόμματος. Η Γερμανία έχει ως Πρόεδρο Δημοκρατίας τον ήρωα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου Πάουλ φον Χίντενμπουργκ (Paul von Hindenburg), ο οποίος την στρέφει σιγά σιγά σε πιο συντηρητικό δρόμο και είναι ιδεολογικά αντίθετος με τον φιλελευθερισμό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και πολύ αυταρχικός. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύεται όλες τις συγκυρίες, την άνοδο δημοτικότητας των κομμουνιστικών κομμάτων και τον αυταρχισμό του Χίντενμπουργκ, και στις εκλογές του 1932 το Κόμμα του έρχεται πρώτο σε ψήφους, χωρίς όμως να καταφέρει να πάρει απόλυτη πλειοψηφία. Ο Πρόεδρος αρνείται να αναθέσει την Καγκελαρία στον Χίτλερ, καθώς δεν τον συμπαθεί καθόλου, και την αναθέτει στον Κουρτ φον Σλάιχερ, του οποίου, όμως, οι προσπάθειες σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης αποτυγχάνουν. Ο Χίντενμπουργκ αναγκάζεται να ονομάσει Καγκελάριο τον Χίτλερ στις 30 Ιανουαρίου 1933 (με την υποστήριξη του αρχηγού του Καθολικού Κεντρώου Κόμματος Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen)).

 

Bundesarchiv Bild 183-S38324 Tag von Potsdam Adolf Hitler Paul v. Hindenburg

 Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Χίντενμπουργκ ανέθεσε στον Χίτλερ την καγκελαρία του Ράιχ, υπογράφοντας την πράξη θανάτου της δημοκρατίας και την επικράτηση των απολυταρχικών και εθνικιστικών δυνάμεων. Ήδη από το 1923 Βαυαροί στασιαστές, μεταξύ των οποίων ο Αδόλφος Χίτλερ, είχαν συλληφθεί έπειτα από την αποτυχία του Πραξικοπήματος του Μονάχου για την ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

 Με την ανάληψη της εξουσίας το Ναζιστικό Κόμμα δείχνει τις προθέσεις του και διευκρινίζει τι ακριβώς εννοούσε με τον όρο "πολιτιστική επανάσταση" στο πρόγραμμά του: Αρχίζει τις διώξεις εναντίον Εβραίων "για να καθαρίσει η γερμανική κουλτούρα από άλλες επιδράσεις", με κυριότερη αυτή της Νύχτας των Κρυστάλλων. Παράλληλα, καθώς τα μέλη του αναλαμβάνουν σημαντικές εξουσίες, εγκαθιδρύουν ένα καθεστώς απολυταρχικό και τρομοκρατικό, στο οποίο κανείς αντιφρονών δεν έχει θέση. Τις διώξεις των Εβραίων ακολουθούν οι διώξεις κομμουνιστών, σοσιαλιστών και φιλελεύθερων στελεχών και της άρχουσας τάξης γενικότερα. Δημιουργείται το αδιαχώρητο στις φυλακές και το καθεστώς εγκαθιδρύει το πρώτο από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μπούχενβαλντ (Buchenwald). Αρχικά στα στρατόπεδα αυτά δεν στέλνονται Εβραίοι: Αυτούς το καθεστώς προσπαθεί να τους "πείσει" να εγκαταλείψουν το γερμανικό έδαφος (εγκαταλείποντας, φυσικά, όλη τους την περιουσία). Χρησιμοποιεί γι' αυτό το σκοπό κυρίως την τρομοκρατία και την ψυχολογική πίεση και όχι, ακόμη, τη φυσική τους εξόντωση. Στα στρατόπεδα εγκλείονται, προς το παρόν, όλοι οι αντιτιθέμενοι στο ναζιστικό καθεστώς.

Το ναζιστικό καθεστώς είναι πλέον μια στυγνή αντισημιτική, αντιφιλελεύθερη, αντικομμουνιστική δικτατορία. Έχοντας το πρόσχημα του κοινοβουλευτισμού με εξασφαλισμένη πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ, είναι σε θέση να ψηφίζει ολοσχερώς αντιδημοκρατικούς νόμους.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1933 ξεσπά πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ. Ο νεαρός Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe) συλλαμβάνεται στο εσωτερικό του πυρπολημένου κτηρίου. Οι Ναζί έχουν το πρόσχημα που τους χρειάζεται: Αποδίδουν τον εμπρησμό στους κομμουνιστές και την ίδια νύκτα συλλαμβάνονται περίπου 4.000 μέλη και υποστηρικτές τους, οι οποίοι μεταφέρονται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Εξαιρέσεις δεν γίνονται ούτε σε γυναίκες ούτε σε εφήβους. Ο Χίτλερ πέτυχε να εξουδετερώσει με ένα κτύπημα έναν από τους πιο μαχητικούς (και μισητούς του) αντιπάλους, αλλά δεν περιορίστηκε σε αυτό: Έχοντας πλέον απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καταφέρνει να ψηφίσει αρχικά το διάταγμα με το οποίο καταργεί, μεταξύ άλλων, και το θεμελιωδέστερο των ανθρώπινων δικαιωμάτων, το Habeas Corpus. Αυτό το διάταγμα έγινε γνωστό ως "Διάταγμα του εμπρησμού του Κοινοβουλίου". Ακολουθεί ένα άλλο, με το οποίο ο Χίτλερ δίνει στον εαυτό του την απόλυτη εξουσία πάνω σε όλα τα κρατικά θέματα. Αυτό ψηφίζεται στο Κοινοβούλιο με 444 ψήφους υπέρ και μόνο 94 κατά - αυτές των σοσιαλδημοκρατών που έχουν απομείνει (Μάρτιος 1933).


 

510px-Bundesarchiv Bild 183-R99859 Berlin brennender Reichstag ReichstagsbrandΗ πυρκαϊά στο Ράιχσταγκ (1933) 

Ο στενός φίλος του Χίτλερ Ερνστ Ρεμ (Ernst R?hm), από την εποχή ήδη του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Μονάχου, είχε δημιουργήσει μια παραστρατιωτική οργάνωση, την Sturmabteilung (SA) (κατά λέξη θυελλώδεις μαχητές, γνωστή και ως "Τάγματα Εφόδου"). Η SA φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη στον Χίτλερ, αφού είχε αναλάβει τη φυσική εξόντωση πολλών πολιτικών του αντιπάλων πριν οι Ναζί πάρουν την εξουσία. Ωστόσο, η οργάνωση (και ο ηγέτης της) αρχίζει να φαίνεται επικίνδυνη και στον ίδιο τον Χίτλερ, ο οποίος έχει αντιληφθεί ότι, αν δεν την εξουδετερώσει, δεν θα μπορέσει να κυριαρχήσει και στο τελευταίο - και ιδιαίτερα σημαντικό - προπύργιο αντίστασης στα σχέδιά του: Τον Γερμανικό στρατό (Βέρμαχτ). Στις 30 Ιουνίου 1934 ο Ρεμ και οι ανώτεροι αξιωματούχοι της SA καλούνται σε σύσκεψη σε ένα ξενοδοχείο στα περίχωρα του Μονάχου. Εκεί συλλαμβάνονται, και οι αφοσιωμένοι του Χίτλερ Χέρμαν Γκέρινγκ και Χάινριχ Χίμλερ κατηγορούν τον Ρεμ ως ομοφυλόφιλο. Ο Χίμλερ, ειδικά, φθονεί τον Ρεμ επειδή η οργάνωση την οποία δημιούργησε και διευθύνει, η SS (τότε σωματοφυλακή του Χίτλερ), δεν έχει τη ισχύ και την επιρροή της SA. Ο Ρεμ υφίσταται ψυχολογικές πιέσεις για να ομολογήσει. Δεν το πράττει και τότε, κατ' εντολή του Χίτλερ, του προσφέρεται ένα πιστόλι για να αυτοκτονήσει. Αρνείται να το πράξει και, τελικά, δολοφονείται από χαμηλόβαθμα στελέχη των SA με ριπές αυτόματων όπλων. Αυτό θα σημάνει και το τέλος της παντοδυναμίας της οργάνωσης SA, η οποία δεν διαλύεται μεν, αλλά παραμένει στο παρασκήνιο, "παροπλισμένη". Η νύκτα αυτή έχει επονομαστεί "Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών".

Με την εξουδετέρωση της SA ο Χίτλερ καταφέρνει να πείσει και τους ευγενούς καταγωγής στρατιωτικούς για τις προθέσεις του σχετικά με την αποκατάσταση της Γερμανίας στο διεθνές πολιτικό σκηνικό. Αποσπά, έτσι, από τους αξιωματικούς μια δήλωση αφοσίωσης στο πρόσωπό του. Παρά το γεγονός αυτό, ο Χίτλερ ποτέ δεν συμπάθησε τους αξιωματικούς του, οι οποίοι ήταν όλοι, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, πιστοί της Πρωσικής στρατιωτικής παράδοσης και ευγενούς καταγωγής και, φυσικά, κανείς τους δεν ήταν μέλος του Κόμματος[20]. Ως συνέπεια της συνεχώς αυξανόμενης αντιπάθειάς του απέναντί τους, περίπου πενήντα ηγετικές φυσιογνωμίες των Στρατιωτικών δυνάμεων (Βέρμαχτ) θα εκτελεστούν, θα αυτοκτονήσουν "εν διατεταγμένη υπηρεσία" ή θα σφαγιαστούν με φρικτό τρόπο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

 

Bundesarchiv Bild 102-14886 Kurt Daluege Heinrich Himmler Ernst R?hm

Από αριστερά: Κουρτ Νταλύγκε, Χάινριχ Χίμλερ, Ερνστ Ρεμ. Αύγουστος 1933

 

 

Στις 2 Αυγούστου του 1934 πεθαίνει ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ. Το ελεγχόμενο από τους Ναζί Ράιχσταγκ ψηφίζει διάταγμα, με το οποίο συγχωνεύονται Καγκελαρία και Προεδρία. Ο Χίτλερ αναλαμβάνει τα καθήκοντα και των δύο, παίρνοντας τον τίτλο "F?hrer und Reichskanzler" (Ηγέτης και Καγκελάριος του Ράιχ).

Ο αντισημιτισμός και ο ρατσισμός του Ναζιστικού Κόμματος εκφράζονται για πρώτη φορά επίσημα με τη λήψη μέτρων στο Συνέδριό του στη Νυρεμβέργη. Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1935 το Συνέδριο υιοθετεί αυτά τα μέτρα, δημιούργημα του Χίτλερ, τα οποία έγιναν γνωστά ως "Νόμοι της Νυρεμβέργης". Ο πρώτος, γνωστός ως "νόμος του Γερμανού πολίτη" (Reichsb?rgergesetz) αφαιρούσε τη γερμανική υπηκοότητα από τους Εβραίους, αποκαλώντας τους "υποτελείς της Πολιτείας". Ο νόμος εμφανώς απέκλειε κάθε δυνατότητα από τους Εβραίους να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι οποιασδήποτε βαθμίδας. Ο δεύτερος, γνωστός ως "Νόμος Προστασίας του γερμανικού αίματος και της γερμανικής τιμής" (Gesetz zum Schutze des Deutschen Blutes und der Deutschen Ehre) απαγόρευε τόσο τους γάμους όσο και τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και "Γερμανών πολιτών με ευγενές αίμα". Οι νόμοι αυτοί περιείχαν εν σπέρματι την ιδέα της τελικής λύσης και του Ολοκαυτώματος. Αποτέλεσαν, επίσης, και το πρότυπο για την επικείμενη δίωξη των Ρομά.

 

 

Kristallnacht example of physical damage

Μερικές από τις ζημίες της Kristallnacht.

 

Το ίδιο έτος (1935) υιοθετείται και η σημαία με την Σβάστικα ως η επίσημη σημαία του Γερμανικού Ράιχ. Ο Εθνικός Ύμνος της Γερμανίας παραμένει ως είχε ("Deutschland ?ber alles" , που σημαίνει "Η Γερμανία πάνω από όλα"), αλλά το Ναζιστικό Κόμμα του προσαρτά το "Χορστ Βέσελ Λίντ" (Horst-Wessel-Lied), ύμνο του Κόμματος ήδη από το 1930, διατηρώντας μόνο την πρώτη στροφή του παλαιού ύμνου (αυτό έγινε και νομοθετικά το 1933). Οι Εβραίοι απαγορεύεται να φέρουν τη Γερμανική σημαία.


 

Έρσελ Γκρίνσπαν. 7.11.1938 

Το 1938 γίνεται προσπάθεια υλοποίησης της ιδέας των Ναζί να εκδιώξουν τους Εβραίους από τη χώρα: Περίπου 17.000 Εβραίοι πολωνικής καταγωγής απελαύνονται στη γειτονική Πολωνία. Η χώρα, όμως, αρνείται κατηγορηματικά να τους δεχθεί, έχοντας ψηφίσει ήδη από τον Μάρτιο του 1938 νόμο, με τον οποίο αφαιρούσε την πολωνική υπηκοότητα από άτομα που ζούσαν στο εξωτερικό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Αυτό, πίστευαν οι Πολωνοί, θα απέτρεπε την απέλαση των 70.000 Πολωνοεβραίων που ζούσαν στη Γερμανία και στην Αυστρία. Ανάμεσα στους απελαυνόμενους ήταν και η οικογένεια Γκρίνσπαν (Grynszpan), της οποίας ο δεκαεπτάχρονος γιος Έρσελ (Herschel) ζούσε στο Παρίσι. Περιμένοντας μέσα στο κρύο, κακοντυμένη και πεινασμένη, η μητέρα του Έρσελ τού στέλνει μια καρτ-ποστάλ, εξηγώντας του την κατάσταση και ικετεύοντάς τον να βρει τρόπο να φύγουν όλοι για τις Η.Π.Α.. Αυτό ασφαλώς ξεπερνούσε τις δυνατότητες του νεαρού, ο οποίος, μη βρίσκοντας καμία λύση, πυροβολεί τον ακόλουθο της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι Ερνστ φομ Ρατ (Ernst vom Rath), δηλώνοντας ότι ενεργεί εξ ονόματος των 17.000 απελαυνόμενων Εβραίων. Ο Ρατ πεθαίνει στο νοσοκομείο και οι Ναζί έχουν και πάλι την πρόφαση που τους χρειάζεται: Η ενέργεια του νεαρού Γκρίνσπαν ήταν η σκανδάλη της "Νύχτας των Κρυστάλλων" (Kristallnacht), του μεγαλύτερου έως τότε πογκρόμ κατά των Εβραίων στη Γερμανία. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1939 περισσότεροι από 200.000 Εβραίοι έχουν εγκαταλείψει το έδαφος του Ράιχ, αφήνοντας εκεί όλη τους την περιουσία.