Το κυνήγι του θωρηκτού "Βίσμαρκ"

Εκτύπωση
Κατηγορία: Ντοκουμέντα απο το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Δημιουργηθηκε στις Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Η τραγική ιστορία του γερμανικού θωρηκτού Bίσμαρκ που είχε χαρακτηριστεί αβύθιστο. Εβδομήντα χρόνια από το παρθενικό και συνάμα τελευταίο του ταξίδι.

Τα χοντρά μουντζουρωμένα κιτάπια της ιστορίας είναι γεμάτα με περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος προσπάθησε να ξεπεράσει τον εαυτό του.  Σε πολλές από αυτές λες και η «Νέμεσις», που στην αρχαία τραγωδία τιμωρούσε την ανθρώπινη αλαζονεία, παρενέβη για να επαναφέρει την απαραίτητη τάξη.  Όταν μιλάμε για τεράστια πλοία στο μυαλό μας δίχως άλλο έρχεται το παράδειγμα του Τιτανικού που δεν χρειάζεται φυσικά παραπάνω ανάλυση. Λιγότερο γνωστά αν και όχι λιγότερο συγκλονιστικά  είναι τα γεγονότα που σχετίζονται με το θωρηκτό Bίσμαρκ.  Ας μεταφερθούμε όμως πίσω, στα σκοτεινά χρόνια του Μεσοπολέμου για να δούμε τα πράγματα με τη σωστή τους σειρά.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ-ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Το ημερολόγια βρίσκονταν στον Ιούλιο του 1936 όταν στα ναυπηγεία του Αμβούργου ξεκίνησε η κατασκευή αυτού που επρόκειτο αργότερα να αποτελέσει το καμάρι του Γερμανικού Ναυτικού. Σχεδόν τρία χρόνια αργότερα το Bίσμαρκ καθελκείται μπροστά σε ένα κοινό που συγκλονισμένο από το μέγεθος  του ατσάλινου κολοσσού αντιδρά με ενθουσιασμό.  Και βέβαια δεν είχαν άδικο καθώς μπροστά τους εμφανίστηκε ένα πλωτό «κάστρο» μήκους 251 μέτρων και εκτοπίσματος σχεδόν 51 χιλιάδων τόνων?(το Αβέρωφ πχ έχει εκτόπισμα περίπου 11 χιλιάδες) . Οπλισμένο με 8 πυροβόλα που το καθένα μπορούσε να βάλλει μια ομοβροντία από οβίδες 800 κιλών σε βεληνεκές 36 χιλιομέτρων κάθε 25 δευτερόλεπτα και θωράκιση που ισοδυναμούσε με περίπου το μισό του βάρος, το εν λόγω θωρηκτό αποτελούσε το ισχυρότερο πολεμικό της εποχής του. Αν και βαριά θωρακισμένο το Βίσμαρκ δεν υστερούσε σε ταχύτητα αφού τρία μηχανικά συστήματα συνολικής ισχύος 136 χιλιάδων ίππων του εξασφάλιζαν ταχύτητα που θα μπορούσε να φτάσει τους 30 κόμβους. Το πλήρωμα του αποτελείτο από 1960 ναύτες και 100 αξιωματικούς ενώ το όνομά του προήλθε από τον Ότο Φον Μπίσμαρκ τον «σιδερένιο» Καγκελάριο που ένωσε τη Γερμανία στα μέσα του 19ου αιώνα.

ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Την άνοιξη του 1941  η ισορροπία δυνάμεων φαινόταν να χαμογελά φιλικά στο Τρίτο Ράιχ. Το μεγαλύτερο σύνολο της ηπειρωτικής Ευρώπης βρισκόταν υπό τη ναζιστική κατοχή (μόνο η Κρήτη αντιστεκόταν) ενώ η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, η μεγάλη επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης(που θεωρείτο εύκολος αντίπαλος) βρισκόταν προ των πυλών. Ο τότε αρχηγός του «Κριγκσμαρίν» (το γερμανικό πολεμικό ναυτικό) Αρχιναύαρχος Έριχ Ράιντερ θέλοντας να τραβήξει λίγο τους προβολείς του προσκηνίου από τη «Βέρμαχτ» και τη «Λουφτβάφε» αποφάσισε να οργανώσει μια επιχείρηση πέρα από τα στενά ως τότε όρια του υποβρυχιακού πολέμου. Με αιχμή το Βίσμαρκ και τη συνδρομή τριών ακόμη καταδρομικών η επιχείρηση «Ρήνος» προέβλεπε πως η γερμανική δύναμη θα περνούσε από τα σκανδιναβικά στενά και θα έβγαινε στον Ατλαντικό για να αναμετρηθεί με τους Βρετανούς προσδοκώντας σε μια νίκη γοήτρου και ουσίας. Το γεγονός πως τα «Σάρνχοστ» και «Γκνάιζεναου»(τα δύο από τα τρία πολεμικά που θα έπαιρναν μέρος στην απόπειρα) παρουσίασαν απροσδόκητα πρόβλημα που κατέστησε αδύνατη τη συμμετοχή τους δεν επηρέασε τον Ράιντερ που επέμεινε πως  η επιχείρηση «Ρήνος» δεν έπρεπε να ματαιωθεί. Το μελάνι της ιστορίας έγραψε μια ακόμη λάθος απόφαση?

ΣΑΛΠΑΡΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Στις 18 Μαϊου με παρόντα στην γέφυρα τον Γκύντερ Λύτιενς, τρίτο κατά σειρά αρχηγό στόλου των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, το Βίσμαρκ μαζί με το «Πριντς  Όιγκεν»(το τρίτο βαρύ καταδρομικό) απέπλευσε από τη ναυτική βάση του Γκοτενχάβεν στην Πολωνία. Κινούμενα βόρειοδυτικά πέρασαν από τη Δανία και δύο μέρες αργότερα αγκυροβόλησαν στην ασφάλεια των νορβηγικών Φιορδ. Μέχρι στιγμής δεν υπήρχε καμία επαφή και φυσικά καμία ένδειξη πως ο εχθρός είχε αντιληφθεί την παρουσία τους. Ήταν όμως έτσι; Η αλήθεια είναι πως οι Βρετανοί είχαν πληροφορηθεί από την ουδέτερη Σουηδία την εξόρμηση του Βίσμαρκ και μάλιστα δέχτηκαν με αρκετή ευχαρίστηση την είδηση. Μια ενδεχόμενη βύθιση του θα αποδείκνυε μια και καλή ποιος είχε την κυριαρχία στη θάλασσα.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΧΘΡΟΥ

Άμεσα κινητοποιήθηκε η RAF(αγγλική αεροπορία) η οποία με συνεχείς αποστολές αναγνωριστικών σκαφών προσπάθησε να εντοπίσει τα δύο μεγάλα πλοία. Πράγματι στις 21 Μαϊου ένα «Σπιτφάιρ» επιβεβαίωσε την παρουσία του Βίσμαρκ στο θαλάσσιο χώρο δυτικά της Νορβηγίας και άμεσα αρκετές μοίρες βομβαρδιστικών διατάχτηκαν να απογειωθούν προς τα εκεί. Όμως οι θεοί της καταιγίδας και της ομίχλης ήταν ακόμη με το μέρος των Γερμανών και η απότομη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων ματαίωσε αυτές τις πτήσεις. Όμως παράλληλα  από το ναύσταθμο του Σκάπα Φλόου ξεκινούσε μια ναυτική δύναμη με τον ίδιο σκοπό. Σε αυτή άνηκαν μερικά ελαφρά καταδρομικά μάχης, ένα αεροπλανοφόρο, έξι αντιτορπιλικά και το βαρύ καταδρομικό «Πρινς οφ Γουέιλς».  Το κύριο βάρος της επίθεσης θα κράταγε όμως το θωρηκτό «Χουντ» ένα πλοίο εκτοπίσματος 42 χιλιάδων τόνων που μέχρι την καθέλκυση του Βίσμαρκ είχε τον τίτλο του μεγαλύτερου πολεμικού παγκοσμίως. Σε αυτό επέβαινε ο Αντιναύαρχος Λάνσελοτ Χόλαντ ο οποίος είχε και τον ηγετικό ρόλο στην όλη επιχείρηση. Την ίδια ώρα ο Λύτιενς μην γνωρίζοντας πως το βασιλικό ναυτικό έχει τεθεί στο κατόπι του αναχωρούσε εκ νέου προς τα «στενά της Δανίας»(η θαλάσσια δίοδος ανάμεσα σε Ισλανδία και Γροιλανδία). Δύο μέρες αργότερα οι βρετανικές μονάδες που βρίσκονταν στην περιοχή διέκριναν με τα κυάλια την τεράστια σιλουέτα δύο εχθρικών πλοίων σε απόσταση. Αμέσως στάλθηκε σήμα στον Χόλαντ ο οποίος μαζί με το «Πρινς οφ Γουέιλς» ανέπτυξαν ταχύτητα αφήνοντας πίσω τα υπόλοιπα συνοδευτικά, για να συναντήσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα το μεγάλο τους στόχο.

ΜΙΑ ΠΡΟΣΚΑΙΡΗ ΝΙΚΗ

Ξημέρωνε η 24η μέρα του Μαϊου όταν οι βάρδιες του «Χουντ» αντιλήφθηκαν τον αντίπαλο στον ορίζοντα. Αμέσως σήμανε συναγερμός και ο Χόλαντ διέταξε «Πρόσω Ολοταχώς» προκειμένου να επιτεθεί στα γερμανικά θωρηκτά. Βέβαια αυτό ίσως δεν ήταν και η σοφότερη απόφαση. Το «Χουντ» μπορεί να μην υστερούσε πολύ από  το Βίσμαρκ σε δύναμη πυρός ή εκτόπισμα, υστερούσε όμως τραγικά σε θωράκιση. Ακόμη ήταν ένα πλοίο που είχε ναυπηγηθεί το 1920 κι αυτό σίγουρα λέει πολλά. Φτάνοντας σε απόσταση βολής το «Χουντ» και το «Γουέιλς» εξαπέλυσαν απο μια ομοβροντία προς το προπορευόμενο από τα εχθρικά πλοία που νόμιζαν πως ήταν το Βίσμαρκ. Μια σφοδρή όμως απάντηση από το δεύτερο τους έκανε να καταλάβουν το μοιραίο τους λάθος. Άμεσα προσπάθησαν να αλλάξουν στόχο, όμως πλέον ήταν πολύ αργά. Πρώτο βρήκε στόχο το «Όιγκεν» χωρίς όμως να πλήξει σοβαρά το «Χουντ». Το Βίσμαρκ χρειάστηκε μόλις πέντε ομοβροντίες για να τελειώσει τη ναυμαχία. Μια οβίδα από την τελευταία βολή χτύπησε κατακόρυφα το «Χουντ» κι αφού τρύπησε διαδοχικά όλα του τα καταστρώματα έσκασε στην αποθήκη των πυρομαχικών. Ακολούθησε μια εκκωφαντική έκρηξη? Το τεράστιο πλοίο κόπηκε στα δύο και σε δευτερόλεπτα εξαφανίστηκε στα ταραγμένα κύματα. Από τα 1500 άτομα που επενέβαιναν στο πλοίο σώθηκαν μόνο 3. Ο Αρχιναύαρχος Χόλαντ δεν ήταν μέσα σε αυτά.

Το «Πρινς οφ Γουέιλς» απέμεινε μόνο να συνεχίσει τη μάχη αλλά δεχόμενο συνεχή πλήγματα μετά από λίγο εγκατέλειψε το σημείο αφήνοντας τους Γερμανούς να πανηγυρίζουν μια τεράστια επιτυχία.

Η ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ

Το βασιλικό ναυτικό φυσικά και δεν μπορούσε να δεχτεί την ήττα έτσι απλά. Χωρίς καθυστέρηση δόθηκε εντολή σε όλες σχεδόν τις μάχιμες μονάδες του Ατλαντικού να κινηθούν προς το σημείο που βρισκόταν το Βίσμαρκ.
Τι γινόταν όμως στην πλευρά των θριαμβευτών της ναυμαχίας; Το καμάρι του «Κριγκσμαρίν» είχε με τη σειρά του υποστεί ζημιές που επέβαλλαν την επιστροφή του σε κάποια ναυική βάση για επισκευές.

 

Αυτό όμως δεν φαινόταν και τόσο εύκολο. Οι Βρετανοί είχαν το στίγμα του και το παρακολουθούσαν από απόσταση, μέχρι να συγκεντρώσουν τις απαραίτητες δυνάμεις για να ξαναεπιτεθούν.
Ο Λύτιενς, αξιωματικός ιδιαίτερα ικανός στις θαλάσσιες επιχειρήσεις, όμως  με κατάλληλες τακτικές το απόγευμα της ίδιας ημέρας κατάφερε αρχικά να απεγκλωβίσει από την παρακολούθηση το «Πριντς Όιγκεν» και κατόπιν να «εξαφανίσει» το Βίσμαρκ από τα εχθρικά ραντάρ.
Για μία ολόκληρη ημέρα οι Σύμμαχοι είχαν χάσει το τεράστιο θήραμά τους και ετοιμαζόντουσαν γεμάτοι απογοήτευση να αναστείλουν τις έρευνες καθώς πίστευαν πως κόντευε να  επιστρέψει στην ασφάλεια των νορβηγικών λιμανιών.
Όμως αφενός το λάθος του Λύτιενς να σπάσει τη σιγή ασυρμάτου στέλνοντας ένα σήμα στο Βερολίνο, κι αφετέρου μια αναφορά από ένα μαχητικό υδροπλάνο τους έκανε να ξαναελπίσουν.  Το Βίσμαρκ βρισκόταν στα ανοιχτά της Βρέστης και θεωρητικά προλάβαιναν να το σταματήσουν.

Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΤΟΡΠΙΛΗ

Προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκαν πολεμικά που είχαν αναχωρήσει από το Γιβραλτάρ. Πράγματι προς το απόγευμα  έφτασαν κοντά στο σημείο αλλά κανένα δεν είχε το απαραίτητο μέγεθος να επιτεθεί στο γερμανικό κολοσσό . Μόνο ορισμένα τορπιλλοπλάνα «Σουόρντφις» απονηώθηκαν από το αεροπλανοφόρο «Αρκ Ρόγιαλ» και επέδραμαν κατά του θωρηκτού. Αρχικά μια τορπίλλη πέτυχε το αριστερό πλευρό του Βίσμαρκ χωρίς όμως να επιφέρει καμιά σοβαρή ζημιά στην ενισχυμένη θωράκιση. Αντίθετα μια άλλη που κατευθυνόταν προς την δεξαμενή καυσίμων εξαιτίας του ελιγμού αποφυγής βρήκε το πλοίο στην  πρύμνη και με την έκρηξη κατέστρεψε τα δίδυμα πηδάλια του. Ένα τυχερό χτύπημα που επρόκειτο να αποδειχθεί απίστευτα σημαντικό.

Όταν η σύντομη μάχη κόπασε ο Λύτιενς κατάλαβε τη δεινή θέση στην οποία  είχαν περιέλθει. Την ώρα που οι Βρετανοί όλο και πλησίαζαν  το Βίσμαρκ, με κατεστραμμένο το πλοηγικό σύστημα το μόνο που μπορούσε  να κάνει ήταν κύκλους γύρω από τον εαυτό του. Το ίδιο βράδυ ένα σύντομο σήμα που μίλαγε για την τελική νίκη της Γερμανίας προς το Βερολίνο περισσότερο είχε αποχαιρετιστήριο χαρακτήρα.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Το πρωί της 27ης Μαϊου το εξαντλημένο από την αγωνία πλήρωμα του Βίσμαρκ είδε τη θολή γραμμή του ορίζοντα να γεμίζει με εχθρικά πλοία.

Περίπου στις 9 τα βαριά θωρηκτά «Ρόντνεϊ» και «Κινγκ Τζορτζ Βι» με τις ομοβροντίες τους σηματοδότησαν την έναρξη της άνισης μάχης.  Το τεράστιο θωρηκτό παραμένοντας σχεδόν ακίνητο δεχόταν αλεπάλληλα βλήματα για σχεδόν μιάμιση ώρα. Κι όμως πορόλο που τα πυροβόλα του είχαν σιγήσει αυτό παρέμενε στην επιφάνεια σαν να αρνείτο να υποκύψει. Τελικά λίγο πριν τις 11 άρχισε να γέρνει και μετά από λίγο αναποδογύρισε πριν η θάλασσα το δεχτεί στην υγρή αγκαλιά της. Ακόμη και σήμερα πάντως δεν έχει διευκρινιστεί αν αυτό συνέβη από τις εχθρικές οβίδες ή αν(το πιθανότερο) το πλήρωμά του που δεν ήθελε να πέσει στα χέρια του εχθρού ξεκίνησε τη διαδικασία αυτοβύθισης. Οι διασωθέντες ήταν μόλις 115 από τους 2200 που υπολογίζεται πως υπηρετούσαν στο πλοίο.