Λογική και ευαισθησία

ΕΔΡΑ 31-5-2006

 

Για άλλη μια φορά οι πανελλαδικές εξετάσεις στη Νεοελληνική γλώσσα απέβησαν προβληματικές. Ήδη πολλοί συνάδελφοι με άρθρα τους έχουν σχολιάσει τα προβλήματα στα αντίστοιχα θέματα, συγκλίνοντας μάλιστα σε κάποια βασικά σημεία: παραγωγή λόγου σε θέμα άσχετο με το δοσμένο κείμενο αλλά και με τη θεματολογία των σχολικών βιβλίων, προβληματική διατύπωση στο Β2α ζητούμενο και μια συζητήσιμη οδηγία για τη διόρθωσή του προς τα βαθμολογικά κέντρα είναι τα σημεία όπου συγκλίνουν οι τεκμηριωμένες κριτικές πάρα πολλών φιλολόγων. Υπάρχουν όμως και διαφωνίες ανάμεσα στο φιλολογικό κόσμο: μπορεί η πλειονότητα των φιλολόγων να βλέπει δύο τρόπους πειθούς στο επίμαχο απόσπασμα (Β2α ζητούμενο), ωστόσο οι γνώμες διχάζονται όταν θέτουμε το ερώτημα «ποιος είναι ο κυρίαρχος τρόπος πειθούς», διερμηνεύοντας την ατελή διατύπωση «ποιον τρόπο πειθούς επιστρατεύει ο συγγραφέας;».

Εδώ ας σταθούμε λιγάκι. Μια μερίδα φιλολόγων ισχυρίζεται ότι κυρίαρχος τρόπος πειθούς είναι η επίκληση στο συναίσθημα επειδή υπάρχουν στο κείμενο πολλές φράσεις συναισθηματικά φορτισμένες, στοιχεία εικονοπλαστικού λόγου κ.α. Με άλλα λόγια ταυτίζει την ποιητική λειτουργία της γλώσσας με τον τρόπο πειθούς που αποκαλούμε επίκληση στο συναίσθημα. Όμως πέρα από το ότι είναι αμφίβολη αυτή η ταύτιση, ακόμη κι αν τη δεχτούμε δε δικαιώνει την παραπάνω μερίδα, για τον απλούστατο λόγο ότι στο επίμαχο απόσπασμα υπάρχουν περισσότερα στοιχεία αναφορικής λειτουργίας της γλώσσας παρά ποιητικής. Με άλλα λόγια, κοντά στις φορτισμένες συναισθηματικά φράσεις, τα στοιχεία εικονοπλαστικού λόγου κτλ υπάρχουν τόσες κι ακόμη περισσότερες φράσεις χαρακτηριστικής κυριολεξίας και εξαιρετικής ακρίβειας, δηλαδή στοιχεία αναφορικής χρήσης της γλώσσας, που επικαλούνται τη λογική, αν δεχτούμε την παραπάνω ταύτιση.

Επομένως δεν αρκεί να υπάρχουν «αρκετές» φορτισμένες συναισθηματικά φράσεις για να χαρακτηρίσουμε μια προσπάθεια πειθούς συναισθηματική. Θα πρέπει να εξετάσουμε κυρίως άλλα πράγματα: επίκληση στο συναίσθημα σημαίνει ότι ο δημιουργός ενός κειμένου (πομπός) επιχειρεί να δημιουργήσει ή να ενισχύσει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα στον αποδέκτη, πάνω στο οποίο θα θεμελιώσει την πειθώ. Και εδώ θα πρέπει να παραδεχτούν οι «συναισθηματικοί» συνάδελφοι ότι μάλλον δε θα μπορούσαν να κατονομάσουν ποιο είναι το συγκεκριμένο συναίσθημα πάνω στο οποίο επιχειρεί ο Παπανούτσος να θεμελιώσει την πειθώ. Ενώ, από την άλλη, μπορούμε εύκολα να δούμε ότι ο συγγραφέας στο επίμαχο απόσπασμα στηρίζει το συλλογισμό του σε προκείμενες που περιέχουν κοινά αποδεκτές αλήθειες, εμπειρικά διαπιστωμένες (ως τέτοιες τις προβάλλει) και ότι αυτός είναι ο κυρίαρχος τρόπος πειθούς, μια και αυτό συμβαίνει σε όλη την έκταση του συλλογισμού και όχι αποσπασματικά και επικουρικά, όπως συμβαίνει με τα «συναισθηματικά στοιχεία».

Εν πάσει περιπτώσει το απόσπασμα δεν ήταν το καταλληλότερο για να τεθεί τέτοια ερώτηση· θα μπορούσε να βρεθεί χαρακτηριστικότερο δείγμα επίκλησης στη λογική, όπου να είναι διακριτά και τα τεκμήρια (στην οδηγία της η Κ.Ε.Ε.Ε.Λ. υπέδειξε και τα τεκμήρια ως μέσα πειθούς), μια και στο συγκεκριμένο απόσπασμα είναι κάπως δύσκολο για το μαθητή να διακρίνει τεκμήρια, με την αυστηρή έννοια του όρου.

Τίθεται λοιπόν εκ των πραγμάτων θέμα για την αξιοπιστία της επιτροπής των θεμάτων, το οποίο μάλιστα δεν είναι φετινό: δεν είναι μόνο οι φετινές απαράδεκτες υστερήσεις στο θέμα της Νεοελληνικής γλώσσας· είναι και το περυσινό «αλαλούμ» με τη σύγχυση φωνής και διάθεσης σε ένα θέμα των αρχαίων: του ρήματος «λήψονται» ζητήθηκε το β΄ εν. οριστ. παρακειμένου στην ίδια φωνή και θεωρήθηκε σωστό  το «είληφας» (μόνο), που είναι ίδιας διάθεσης αλλά διαφορετικής φωνής (τι να κάνουμε, κάποιοι επιμένουμε στην ακρίβεια...)· είναι και η παλαιότερη «τραγωδία» με το θέμα «επαγωγική ή παραγωγική συλλογιστική πορεία» και είναι και άλλα πολλά. Εν μέρει, βέβαια, το πρόβλημα οφείλεται και στις αδυναμίες των σχολικών βιβλίων[1] ή και των διδασκόντων (κατ’ επέκταση και των βαθμολογητών)[2], που συχνά αναπαράγουν τη σύγχυση.

Όμως η Κ.Ε.Ε.Ε.Λ. έχει και αυτήν την ευθύνη: να γνωρίζει αυτές τις αδυναμίες και να αποτρέπει τη μεταφορά τους στα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων, επιστρατεύοντας περισσότερη εμπειρία, προσοχή αλλά και φαντασία όταν αξιοποιεί τα «επικίνδυνα σημεία» της σχολικής ύλης· να έχει, δηλαδή, λογική και ευαισθησία. Ζητάμε πολλά;

 


 

[1] Λόγου χάρη το φετινό πρόβλημα αλλά και αυτό με την επαγωγική-παραγωγική συλλογιστική πορεία οφείλονται καταρχήν στην αδυναμία του βιβλίου «Έκφραση-Έκθεση» Γ΄ Λυκείου να προσδιορίσει με σαφήνεια και ακρίβεια τα αντίστοιχα φαινόμενα.

[2] Είναι προφανής η ευθύνη διδασκόντων και βαθμολογητών στη σύγχυση φωνής και διάθεσης όταν τα σχολικά βιβλία είναι σαφέστατα ως προς αυτό, αλλά και η ευθύνη της επιτροπής που δεν προφύλαξε τις εξετάσεις από αυτήν τη σύγχυση.