Ποιος θα εξοντώσει το τέρας;

Ελευθεροτυπία 1-3-2004

Παραμονές εκλογών και η Παιδεία πάλι στο προσκήνιο, στο επίκεντρο ενός ρηχού ―έτσι κι αλλιώς― πολιτικού λόγου και διαλόγου. Τα κόμματα συναγωνίζονται σε προτάσεις και πλειοδοτούν σε μέτρα και παροχές. Και βέβαια έχουν διακηρύξει την πρόθεσή τους να εξοντώσουν δια μιας το γνωστό τέρας, αυτό που καταβροχθίζει τους Έλληνες μαθητές στην ηλικία των 16-17 ετών, όταν έρχεται η ώρα των εισαγωγικών στα πανεπιστήμια εξετάσεων· το τέρας που τρώει όλον τον ελεύθερο χρόνο τους, που απομυζά την ενέργειά τους και τις οικονομίες των γονιών τους, που τους στερεί το χαμόγελο και τους γεμίζει με άγχος, ενοχές, σύγχυση και κούραση, κούραση, κούραση ...

Και ποιος δε θέλει να εξοντώσει αυτό το τέρας... Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να βρούμε μέσα σε αυτό το θέατρο του παραλόγου ποιος παίζει το ρόλο του τέρατος. Μήπως οι εξετάσεις, το εξεταστικό σύστημα γενικότερα είναι το τέρας; Μήπως τα προβλήματα της ίδιας της δημόσιας εκπαίδευσης; Μήπως τα φροντιστήρια και οι πάμπολλοι εκπαιδευτικοί (ιδιωτικοί και δημόσιοι) που κερδίζουν από τα ιδιαίτερα μαθήματα;  Ή μήπως τίποτε από τα παραπάνω;
Αλλού είναι το πρόβλημα: όταν υπάρχουν πανεπιστημιακές σχολές με υψηλή ζήτηση, όταν, με άλλα λόγια, ο μισός μαθητικός πληθυσμός της Ελλάδας θέλει να εισαχθεί σε λίγες «καλές» σχολές, τότε δημιουργείται ένας ανταγωνισμός που ισοδυναμεί με τερατογένεση στην Εκπαίδευση. Πολύ απλά: όταν στην Ιατρική, τη Νομική και σε λίγες ακόμη σχολές κάθε θέση διεκδικείται από πολλούς υποψήφιους, αυτομάτως ο ανταγωνισμός γίνεται ανεξέλεγκτος. Καθένας από αυτούς τους υποψηφίους θα επιδιώξει στην προετοιμασία του το «κάτι παραπάνω» από τους άλλους, το φροντιστήριο ή (και) το ιδιαίτερο, ακόμη κι αν στο σχολείο του γίνεται ποιοτική δουλειά. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι και οι μαθητές των ακριβών, «καλών» ιδιωτικών σχολείων κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα (τα υψηλά εισοδήματα επιλέγουν σε αυτήν την περίπτωση απευθείας το ιδιαίτερο). Τι δείχνει αυτό; ότι το καλό σχολείο δεν απαλλάσσει από την ανάγκη του φροντιστηρίου ή του ιδιαίτερου μαθήματος και συνακόλουθα από την ανάγκη να μπει ο μαθητής στο τερατώδες πρόγραμμα που ξέρουμε όλοι. Ακόμη κι αν είχαμε ιδανικά σχολεία, οι μαθητές θα έμπαιναν σε αυτό το πρόγραμμα, διότι, είπαμε, υπάρχει ανταγωνισμός.
Και βέβαια, δεν είναι τα φροντιστήρια που δημιουργούν αυτόν τον ανταγωνισμό. Ακόμη κι αν τους προσάψουμε το ότι τον εκμεταλλεύονται, δεν μπορούμε στα σοβαρά να αρνηθούμε ότι προσφέρουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες, απτές, μετρήσιμες και αξιολογούμενες εν τέλει. Αν λοιπόν αυτά δεν υπήρχαν, θα έπρεπε να τα εφεύρουμε, διότι, είπαμε, υπάρχει ανταγωνισμός.
Και οι εξετάσεις; Που όλο τις μεταρρυθμίζουμε κι όλο τα ίδια προβλήματα μας δημιουργούν; Τίποτε δε θα αλλάξει με την αλλαγή τους: όποιος τρόπος κι αν επιλεγεί από την αυριανή κυβέρνηση για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια, ακόμη κι αν αποσυνδεθεί αυτή από το Λύκειο, οι μαθητές και οι γονείς τους θα κάνουν αυτό που ξέρουν καλά τα τελευταία 25 περίπου χρόνια: στο τέλος του Λυκείου, στη Γ΄ τάξη κι ως ένα Βαθμό στη Β΄, θα παραμερίσουν το Λύκειο για χάρη του Πανεπιστημίου, θα κάνουν δηλαδή προετοιμασία για την εισαγωγή του σ’ αυτό, αφού αυτό τους καίει. Κι αυτό διότι, απλούστατα, ο παραμερισμός της λυκειακής διαδικασίας από το μαθητή χάριν της εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο δεν είναι αποτέλεσμα του εξεταστικού συστήματος αλλά ζήτημα προτεραιοτήτων για την ελληνική οικογένεια, διότι, είπαμε, υπάρχει ανταγωνισμός.
Εδώ λοιπόν βρίσκεται το κλειδί: μόνο αν πάψει ή μειωθεί δραστικά αυτός ο ―ανόητος εν πολλοίς― ανταγωνισμός θα μπορέσει ο μαθητής και η οικογένειά του να απαλλαγούν από τα απάνθρωπα βάρη που αναφέρθηκαν στην αρχή. Και αυτό για να γίνει θα πρέπει να δοθεί στον Έλληνα μαθητή εναλλακτική οδός για το επαγγελματικό του μέλλον, να ξέρει δηλαδή ότι εκτός από το να μπει σε Πανεπιστήμιο  υπάρχει και άλλος δρόμος και αυτός ο δρόμος οδηγεί σε θέση εργασίας. Το τελευταίο θα εξαρτηθεί κυρίως από την πορεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, που για την ώρα αδυνατεί να προσφέρει πειστικά αυτήν την εναλλακτική οδό και λειτουργεί σαν χωματερή της Εκπαίδευσης. Θα εξαρτηθεί όμως και από τη διάθεση της ελληνικής οικογένειας να αλλάξει πρότυπα και να μη θεωρεί μονόδρομο επιτυχίας και καταξίωσης το Πανεπιστήμιο.
Δύσκολοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι τα τελευταία, βέβαια. Αλλά προσωπικά δε βλέπω άλλη διέξοδο. Και σε κάθε περίπτωση θεωρώ εμπόριο ελπίδας την υπόσχεση ότι με μια αλλαγή στο εξεταστικό σύστημα η όποια αυριανή κυβέρνηση θα απαλλάξει τους μαθητές από το τέρας.
 
Παύλος Βελιτζέλος
Φιλόλογος
Γυμνάσιο Φίλιας Λέσβου