Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία κορίτσια που έμεναν στην ίδια γειτονιά, η Ελπίδα, η Χαρά και η Βανέσα. Στην απέναντι γειτονιά ήταν επίσης τρία αγόρια, ο Φίλιππος, ο Πέτρος και ο Αλέξανδρος.

Εκείνες τις μέρες οι δύο γειτονιές δεν τα πήγαιναν πολύ καλά μεταξύ τους, αφού κανένας δεν ζητούσε συγνώμη για τα λάθη του και έτσι αποφάσισε η γειτονιά των κοριτσιών να κάνει κάτι. Προσπάθησαν πολλές φορές να πουν τα αγόρια ότι αυτό που κάνουν δεν είναι σωστό, αλλά τα αγόρια τίποτα.
Ένα πανέμορφο βράδυ που οι γειτονιές ξάπλωναν με κλειστά τα μάτια στα κρεβάτια τους, εμφανίστηκε κάτι λαμπερά μωβ στον ουρανό να πετάει προς την γειτονιά των κοριτσιών. Ήταν η μωβ βασίλισσα των φίλων, η Έλσα. Μόλις κατέβηκε στην γειτονιά των κοριτσιών πήγε απ? τα σπίτια της Ελπίδας, της Χαράς και της Βανέσας. Αργότερα εμφανίστηκε κάτι λαμπερό γαλάζιο να πετάει προς την γειτονιά των αγοριών. Ήταν ο γαλάζιος βασιλιάς των φίλων, αδελφός της Έλσας, ο Μάριος, ο οποίος έκανε και αυτός μάγια στα αγόρια.
Το πρωί που ξύπνησαν οι δύο γειτονιές έγινε κάτι τρομερό! Τα κορίτσια είχαν το θάρρος να πατήσουν στην γειτονιά των αγοριών και να τους ζητήσουν συγνώμη. Τα αγόρια χαρούμενα και αγαπημένα τις συγχώρεσαν και τους ζήτησαν και αυτοί συγνώμη. Τις επόμενες δύο εβδομάδες οι δύο γειτονιές παίζανε κρυφτό, κυνηγητό και βόλεϊ. Το θέμα ήταν πως όλο αυτό το πράγμα πραγματοποιήθηκε μέσα σε μία νύχτα!
Τα παιδιά έκαναν ώρες ατελείωτες για να βρουν μια λύση για το πως συνέβη αυτό, μέχρι που ήρθε το βράδυ και τα παιδιά πήγαν για ύπνο στα κρεβάτια τους. Οι δύο βασιλιάδες εμφανίστηκαν ξανά. Τα παιδιά έλειπαν από τα κρεβάτια τους. Η Ελπίδα με την Χαρά και την Βανέσα βρισκόταν σε μια βάρκα μέσα στην ζωηρή θάλασσα. Ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος και ο Πέτρος ήταν σε ένα τρομερό δάσος με άγρια ζώα. Οι δύο βασιλιάδες καθόταν πάνω σε σύννεφα στις δύο περιοχές και κοιτούσαν το τι θα έκαναν τα παιδιά. Έπρεπε να βρουν την έξοδο για την πόλη τους, αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να συνεργαστούν. Μέσα στην βάρκα υπήρχαν δύο κουπιά με τα οποία τα κορίτσια θα έπρεπε να φτάσουν στην στεριά. Στο δάσος υπήρχαν σκάλες που σε οδηγούσαν πάνω σε ψηλά δέντρα για να κρυφτούν από τα ζώα. Τα κορίτσια κινηθήκαν από την θάλασσα στην στεριά και τα αγόρια από το δάσος στην στεριά, όπου συναντήθηκαν και βρήκαν την έξοδο. Αμέσως μετά οι βασιλιάδες τους έστειλαν πίσω στην πόλη και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Χριστίνα Τσούμπκο