|
Δ
Α Ρ Ν Α Κ Ι Κ Ο Γ Λ Ω Σ Σ Α
Ρ Ι
Η άμετρη αγάπη για τον τόπο που γεννήθηκα κι
ανδρώθηκα, η επιθυμία να συμβάλω στη γνωριμία της γλώσσας των
παππούδων μου και τέλος η μέθη του αγωνιστή στάθηκαν η αιτία της
συγγραφής αυτού του βιβλίου. Η προσπάθεια αυτή υπήρξε πολυετής.
Γνωρίζω πως δεν υπάρχει πληρότητα. Μα γι'
αυτό και δε φιλοδοξώ παρά να χρησιμεύσει σαν ένα βοήθημα στον
καλύτερο που θάρθει ξοπίσω μου. Με την πεποίθηση ότι το βιβλίο
αυτό θα το δεχτούν με αγάπη και θα με κρίνουν με επιείκεια οι "Δαρνάκηδες"
και κυρίως οι συγχωριανοί μου, τους το παραδίνω.
Copyright: Σπίντιος Ζαχαρίας - δάσκαλος
Λυσάνδρου 1 - Σέρρες Τηλ. 23210-65428
Γ Λ Ω Σ Σ Α
Ρ Ι
- Α -
X
άβαλτους, -τ’, -του = καινούριος, αφόρετος
αβαρία = ζημιά
αβατσίνιαστους = αυτός που δεν εμβολιάστηκε, ανεμβολίαστος
άβαφτους, -τ’, -του = αχρωμάτιστος
αβγαλτους, -τ’, -του = απονήρευτος, αθώος
αβγατίζου = αυξάνω, πληθαίνω, τελειώνω γρήγορα
αβγάτσμα = αύξηση, μεγάλωμα
αβγουκόβου = βάζω στη σούπα αβγολέμονο
αβδέλλα = δίστομο σκουλήκι για τράβηγμα αίματος
αβόθστους, -τ΄, -του = αβοήθητος, απροστάτευτος
αβόλιφτους, -τ’, -του = αυτός που δύσκολα βολεύεται
αβόσκτους, -τ’, -του = αυτό που δε βόσκησε
άβουλους, -λ’, -ου = χωρίς ανέσεις
αβούλουτους = ξεσκέπαστος
άγανου = το λεπτό άχυρο που οι ακτίνες του μένει μετά το
αλώνισμα σιταριού ή κριθαριού
αγάνουτους, -τ’, -του = αγάνωτο σκεύος
άγαρμπους, -η, -ου = άκομψος, αλλόκοτος
αγγαστρώνου = καθιστώ έγκυο (γαστήρ)
αγγειό = αγγείο, σκεύος μπρούτζινο ή μεταλλικό
αγγελίτσια = αγριολούλουδα κίτρινου χρώματος, χριστολούλουδα
άγδαρτους, -τ’, -ου = δε γδάρθηκε μτφ. αγενής
αγέλ’ = κοπάδι ζώων, κυρίως λύκων ή αγελάδων
αγελάδας - αγελάρς = βουκόλος, βοσκός αγελάδων
αγένουτους, -τ’, -του = άγουρος, ανώριμος
αγέρας = αέρας
άγιντους, τ’, -του = αγίνωτος, ανώριμος
αγκαθιά = είδος θάμνου περίφραξης
αγκαθουτέλ’ = αγκαθωτό σύρμα
αγκαθουτός, -τιά, -τό = γεμάτος αγκάθια
αγκδούδα = μικρό κομματάκι
αγκίδα = μικρό κομματάκι ξύλου ή ίνα κρέατος
αγκίρ = χαλβάς σε κλωστή που προσπαθούσαν να την φάνε τα παιδιά.
αγκίτσια = είδος λουλουδιών, τα ία
αγκλώνουμι = σουβλίζομαι με κάτι αιχμηρό
αγλήγουρα = γρήγορα
άγλυκους, -΄κ’, -κου = δεν είναι γλυκός
αγλύφου = γλείφω
αγνάδια = αντίκρυ, απέναντι
αγνιέκιου = θηλυκό
άγνουμους, -μ’, -μου = άμυαλος, τρελός, επικίνδυνος
αγούλα = είδος φαγητού, πλιγούρι
αγραπθιά = αγριαχλαδιά
αγράψα = αγριόχορτο που έχει στη ρίζα του μαστίχα
αγρεύου = αγριεύω
αγριά = αγριόχορτο, αγριάδα
αγρίδα = αγουρίδα
αγρικώ = καταλαβαίνω
άγριμα = αγρίεμα
αγριουγκιούμια = άσχημες γυναίκες
αγριουμάλλ'ς, -α, -ικου = με ανακατωμένα μαλλιά
αγροικώ = καταλαβαίνω, κατανοώ, ξέρω
άγρους, -ια, -ου = άγουρος
αγρουσ'κιά = άγρια συκιά(αρσενική)
αγρουσμπόρσμα = άγριο μίλημα
αγρουφασλιά = φυτό όμοιο με τη φασουλιά αλλά άκαρπο
αγυόπιδου = παιδί του δρόμου, αλάνι
αγύρστους, -τ’, -ου = αγύριστος, ισχυρογνώμων, ανόργωτος
αγώι = αγώγι, κόμιστρο
αδάγκατου = δε δαγκώθηκε
άδαρτους, τ’, -ου = αυτός που δε δάρθηκε
αδγειάζου = ευκαιρώ
αδερφουπαίδ = ανεψιός-ά
αδέσπουτους, -τ, -του = χωρίς ιδιοκτήτη
αδικεύου = αδικώ
αδράχτ = ρόκα για γνέσιμο μαλλιού
αδρύς, -ιά, -ί = πυκνός, έντονος
αερίσμους, -ιά, -ου = αεράτος, θαρραλέος
αερότναξα = τίναξα στον αέρα
αζάρουτους, -΄τ’, -του = χωρίς ρυτίδες
αζβισταριά = δεξαμενή που ( φτιάχνουν ), σβήνουν τον ασβέστη
αζ'γουτους, -τ’, -του = απλησίαστος
αζήμνιουτους, -τ΄, -του = αβλαβής, χωρίς ζημιά
αζ'μουτους, -τ΄, -του = αζύμωτος χωρίς ζυμάρι, αγίνωτος
αζμπόρστους = αμίλητος, ακοινώνητος, ακατάδεχτος, απλησίαστος
αζόρστους, -τ΄, η, -του = ανενόχλητος, χωρίς δυσκολίες
αζούλ'χτους, -τ΄, -του = απίεστος, χωρίς ζούληγμα
άζουστους, -τ’, -του = χωρίς ζώνη
αζώσταρους, -ρ’, -ρου = χωρίς ζώνη
αησάμ = σησάμι
αθέρστους, -τ’, -του = αθέριστος
αθόλουτους, τ’, -του = καθαρός
αθρουπούδ = ανθρωπάκι, μικροκαμωμένος
άι = ας είναι, καλά
αϊλιάκ'ς, -α, -κου = άνεργος
αϊριάν' = αποβουτυρωμένο γάλα ή γιαούρτι αραιωμένο με νερό
αίρούδας = αεράκι
αίστημα = φιλότιμο
αίσ'τηση = συναίσθημα, ηθικότητα
αίτιους, -α, -ου = φταίχτης
ακαίργει = περίμενε
ακαίργια = αργά, αλλά και ολόκληρα
ακαίριους, -ια, -ιου = ολόκληρος
ακάμουτους, -τ’, -του = χέρσος, ακαλλιέργητος, δεν είναι
οργωμένος
ακαμπέτ = επί τέλους, πράγματι
ακανί… = δε φθάνει που…
ακαντί = ότι έπρεπε, κατάλληλο
ακαπίστρουτους, -τ’, -του = χωρίς καπίστρι
ακατάρτστους, -τ’, -του = ακατατόπιστος
ακαταχώνιαστους, -τ’, -στου = αυτός που δεν κρύφτηκε
ακατέβατους, -τ’, -του = αμείωτος
ακένουτους, -τ’, -του = ασερβίριστος
ακέραστους, -τ΄, -του = αυτός που δεν κεράστηκε
ακήδιφτους, -τ’, -του = αυτός που δεν κηδεύτηκε
ακιρίζουμι = αργώ, καθυστερώ
άκλαφτους, -τ’, -του = αυτός που δεν κλαύτηκε
ακλουθώ = ακολουθώ
ακνήητους, -τ’, -ιτου = ακυνήγητος
ακόν' = τροχός για τρόχισμα μαχαιριών και ψαλιδιών
ακόν'μα = ακόνισμα
ακουλ’τός = κολλητός
ακουλνώ = κολλώ
ακουλ'τός, -ιά, -τό = κολλητός
ακούμπουτους, τ΄, -του = ξεκούμπωτος
ακουνίζου = τροχίζω
άκουπους, -π’, -που = άκοπος, δεν είναι κομμένος
ακούπριστους, -τ’, -στου = αυτός που δε λιπάνθηκε με κοπριά
ακούρντστους, -τ΄, -του = ξεκούρντιστος
ακουρφουλόιτους, -τ’, -του = αυτός που δεν κόπηκαν οι κορυφές
του
άκρια = άκρη
ακριανός, -ή, -ό = αυτός που βρίσκεται στην άκρη
ακριόκλαδου = το ακροκλώναρο, το ψηλότερο κλαδί
ακτηρμάς = μεγάλο βήμα
αλ’πού = αλεπού
αλ’πούμι = λυπάμαι
αλ’τσίδα = πανέξυπνος, σαΐνι
αλάβουτους, -τ’, του = σώος και αβλαβής
αλαγκ΄-ρκα = αρσενικά άλογα, επιβήτορες
αλάμουτους, -τ’, -του = καθαρός
αλαμπρατσέτα = αγκαζέ
αλάν' = αλητάκος
αλαντίζου = εξηγώ
αλάσπουτους, -τ’, του = χωρίς λάσπες
αλατάριμ = άλμη, αρμυρό νερό για το τυρί
αλατζιάς = βαμβακερό, ποικιλόχρωμο, γερό αραιό ύφασμα
αλατουκούτ = κουτί για το αλάτι
αλέκιαστους, τ’, -του = χωρίς λεκέ
αλέστα = άνω κάτω
αλέτηρ = αλέτρι
αληθεύκει = βγήκε αληθινό, επαληθεύτηκε
άλιαστους, -τ΄, -του = αυτός που δε λιάστηκε, δε στέγνωσε στον
ήλιο
αλιβιρντίζου = προμηθεύω ή αγοράζω κάτι για κάποιον άλλο
αλίγδουτους, τ’, -του = νηστίσιμος, δε λιγδώθηκε
αλιτριά = αυλακιά που γίνεται με το αλέτρι
αλιτρουπόδ = το μέρος του αλετριού που πατά ο γεωργός και πιέζει
το υνί για να μπει βαθιά στο χώμα
αλιτρόχειρ = η λαβή του αλετριού
αλλαξιά = ενδυμασία
αλλίσ' βιρίσ' = συναλλαγή
αλλιώτκους, -ια, -ου = διαφορετικός
αλλόκουτους, τ’, -του = ασουλούπωτος, ασυνάρτητος
αλλουπαρμένους, -ν’, -νου = αυτός που τα μυαλά του έχουν πάρει
αέρα
άλλουτις = άλλοτε
άλ'μα = επάλειψη
αλμπάν'ς = πεταλωτής
αλ'μπίζουμι = επιθυμώ κάτι πολύ, το θέλω
αλ'μπισιά = μεγάλη επιθυμία
αλόγατα = άλογα
αλόρτα = όρθια
αλόρτους, -ια, -ου = όρθιος
αλουγόκαρου = ιππήλατο όχημα
αλουγόμγα = αλογόμυγα
αλουγόμλους = μύλος που κινείται με άλογα
αλ'πανάβουτους, τ’, -του = άνοστος
αλ'πανάλουτους, τ’, -του = άνοστος, σαχλός
αλ'τσιάκ'ς, -κ’σσα = ασταθής, μικροπρεπής, φοβητσιάρης
αλ'χίνεις = λειχήνες, στίγματα στο δέρμα
αλών' = το μέρος που γινόταν το αλώνισμα
αλών'σμα = αλώνισμα
αμ = αμ πως, αλλά, μήπως
αμά = μα, αλλά
αμάκα = μικροκλεψιά (τράκα)
αμάκατζης = ο τρακαδόρος
αμανέτ = ενέχυρο, αμανάτι
αμάχ’ = έχθρα
αμιλήτς, -α, -κου = αμελής, αδιάβαστος
άμιστους, -τ’, -του = δεν ωρίμασε, άγουρος
αμνούχ'τους, -του = δεν ευνουχίσθηκε
αμουκαϊτιά = αφροντισιά, αμέλεια
αμούσ΄κιουτους, -τ’, -του = άβρεχτος
αμουσκάλ' = μασχάλη
αμπάλουτους, -τ’, -του = με σκισμένα ρούχα
αμπάρ' = αποθήκη σταριού
αμπντάλ'ς = αλλόκοτος
αμπρόμπτα = μπρούμυτα
ανάβραδα = απόγευμα, βραδάκι
αναγκάζουμι = πιέζομαι
ανάγκη = ζόρισμα...για τουαλέτα
αναγκώνας = αγκώνας
αναγούλα = τάση για εμετό
ανακατουμένους = ανάμικτος
ανακούκουρδα / ανικούκουρδα = οκλαδόν με λυγισμένα γόνατα
ανάλλαγους, -γ’, -γου = χωρίς ν'αλλάξει ρούχα
αναμλού = ονομαστή, ξακουστή
αναμμούρα = έξαψη
αναντάμ-παπαντάμ = από πάππου προς πάππου γενιά σε γενιά
αναξιουσύν' = ανικανότητα, αναξιότητα
ανάπα = χιονόμπαλα
αναπαμός = ανάπαυση, ξεκούραση
αναρουτιούμι = αναρωτιέμαι
ανάφτου = ανάβω
αναφυλαξιά = αλλεργία
ανάχουμα = σωρός χώματος στις όχθες ποταμού ή καναλιού
ανέσουμα = συμπλήρωμα
ανέχεια = φτώχεια
ανήγαντους = ακαλλώπιστος, ατημέλητος
ανηγκάζου = αναγκάζω, παρακινώ
ανήλιαγους = αυτόν που δεν τον χτυπά ήλιος
ανηλώ = λιώνω
ανήμερα = την ίδια μέρα, αυθημερόν
ανήμπουρους, -ρ’, -ου = άρρωστος
ανήξιρους, -ρ΄, -ρου = απληροφόρητος
ανθόγαλου = καϊμάκι, αφρός γάλατος
ανθουνέρ = απόσταγμα λουλουδιών
ανιμουστρόβιλους = ανεμοστρόβιλος
ανισαίνου = ανασαίνω
ανιστρουφός = το όργωμα στις άκρες χωραφιού που είναι κάθετο με
το άλλο οργωμένο
ανισώνου = ενώνω με κάτι άλλο για να μεγαλώσει
άνιφτους, -τ’, -του = άπλυτος
άν'μα = άνοιγμα
ανοιχτήρ = κλειδί για το άνοιγμα των μπουκαλιών που έχουν φελλό
ανοιχτουχέρ'ς, -ρσα, -κου = σπάταλος, χουβαρντάς
ανότστους, -τ΄, -του = άβρεχος, στεγνός
άνουστους-τ'-του = άνοστος
αντάμα = μαζί
αντάρα = ομίχλη
άντζιακ = τουλάχιστον
αντηριούμι = ντρέπομαι
άντι = άντε, εμπρός
αντιέτ = έθιμο
αντίκα = παλιός
αντίκρια = απέναντι
αντίς = αντί, αντίθετα
άντουτους, -τ’, -του = αχτύπητος
αντραδέρφ' = κουνιάδα
αντράδιρφους = κουνιάδος
αντραλίζουμι = ζαλίζομαι
αντρέπουμι = ντρέπομαι
αντρί = ξύλο κοντό, σαν πύρρος, που συνδέει το αλέτρι με το ζυγό
αντρίζ' = κάνει τον άνδρα
αντρίκια = αρσενικά
αντρίκιους, -ιου = αρσενικός
αντρούκλα = δυνατός και ψηλός άντρας
αντρουμοίρ' = το μερίδιο τ ης γυναίκας απ' την π περιουσία του
άντρα, όταν χηρέψει
αντρουπή = ντροπή
άντυτους, -τ’, -του = ο γυμνός
ανώι = το πάνω πάτωμα
άξα = άκουσα
αξαπίκαστα = ξαφνικά, απότομα
αξέβγαλτους, -τ΄, -του = καθυστερημένος, ακοινώνητος
άξεινους, -ν’, -νου = κοροϊδευτική απάντηση στην ερώτηση τι;
άξεις = άκουσες;
αξένοιαστους, -τ’, -του = δεν τον νοιάζει
αξιάκριστους, -τα’, -του = δεν ξεμοναχιάζεται
αξιάνοιχτους, -τ', -του = επιφυλακτικός
αξιφλούδστους, -τ', -του = με τη φλούδα, ακαθάριστος
αξόδιαστους, -τ', -του = ανέξοδος
αξούγκ' = ξύγκι, λίπος
άξουδους, -δ’, -δου = ανέξοδος, χωρίς έξοδα
άουκνους-η-ου = ακούραστος
απ’κάτ = από κάτω
απαγάλια = σιγά, αγάλι-αγάλι
απαζάριφτους, -τ', -ου = χωρίς παζάρια, σταθερός
απαίνιφτους, -τ', -του = ταπεινός
απαλάμ = παλάμη
απαλείφ' = παραλείπει αλλά και αλείφει απαλά
απάντριφτους, -τ’, -του = άγαμος
απαπίσ' = από πίσω
απαράλλαχτους, -τ', -ου = ίδιος, δεν αλλάζει καθόλου
απαρατώ = παρατάω
άπαρτους, -τ’, -ου = δεν πάρθηκε
απαρχής = απ' την αρχή
απθούδ' = μικρό αχλάδι
απικείθι = από εκεί
απκάζου = καταλαβαίνω, αφουγκράζομαι
απλουγιούμι = αποκρίνομαι, απαντώ
απλώχουρους, ρ’, ου = ευρύχωρος
απόβγαλα = έβγαλα, αφαίρεσα
απόβραδου = αργά το βράδυ
απόειδα = αναγκάστηκα
αποκ’οιμώ = αποκοιμίζω
αποκριεύου = νηστεύω από κρέας
απόμνα = έμεινα πίσω, κουράστηκα
απόξου = απόξω
απόουχτώχτσα = αποκτώ όχτησα
απόπατους = καμπινές
απόπλυμα = ακάθαρτο νερό βρύσης
απότστους, -τ', -ου = απότιστος
απού μιας κι αρχής = από την αρχή, εξ αρχής
απουβδουμάδα = την ερχόμενη εβδομάδα
απουδέρνου = ρίχνω κάτω
απουδιαλέια = άχρηστα, σκάρτα, όσα περίσσεψαν απ' την διαλογή,
ρετάλια
απουθυμιά = νοσταλγία
απουκριά = Αποκριά
απουκριεύου = απέχω από το κρέας, νηστεύω
απουκριμνιούμι = κρέμομαι από κάπου
απουλνώ = αφήνω ελεύθερο
απουμεινάδια = απομεινάρια
απουμένου = απομένω, υπολείπομαι
απουμνά = απόθεμα, περίσσια
απουμνήσκου = μένω στάσιμος, καθυστερώ
απουόλ'κανώ = άαφήηνωσα ελεύθερο, ., απόλυσα, ελευθερώνω,
ξαμολάωωσα
απουπόθιν = από πού
απουρίχνου = αποβάλλω
απουσπόρ = το τελευταίο παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας
απουστουμώνου = αποστομώνω κάποιον έβαλα στη θέση του με
όσα λέω με επιχειρήματα ή λέγοντας περισσότερα απ’ αυτόν
απουταχιά = αύριο το πρωί
απουφάι = αποφάγι
άπραγους, -γ', -ου = χωρίς καλούς τρόπους, αγενής
απράδα = η ζέστη της φωτιάς
απρόκουβους, -β', -ου = αδιάφορος, τεμπέλης
απρώνουμι = πυρώνομαι, απολαμβάνω τη θαλπωρή της φωτιάς
αραγός = αυλάκι
αράδα = σειρά
αράδα = σειρά
αραδίζου = περπατώ
αραδούδα = γραμμούλα, μικρή σειρά
αράδσμα = περπάτημα
αραθυμιά = τιμητική θύμηση
αραθυμιάζου = δοκιμάζω
αραλίκ' = ξάπλα, ξεκούραση
αραμπάς = βοϊδάμαξα
αραμπούδ' = καροτσάκι με ρόδες, αυτοκινητάκι
αραμπούμπλικα = ρεπούμπλικα, είδος καπέλου, καβουράκι
αράπς = Άραβας, μελαψός
αρατίζουμι = εξαφανίζομαι διώχνω βίαια , φεύγω, χάνομαι κάτι
άραχνους, -ν’, -ου = μελαχρινός
αργαλειός = μηχανή ύφανσης
αργατίνεις = εργάτριες
αρδήν' = αυλάκι, αράδα, σειρά
αρδίτσ' = κυπαρίσσι
αρή = καλέ
αρθούνια = ρουθούνια
αρίδα = τρυπάνι, μτφ. το πόδι
αρκαντάσ' = φίλος
αρκουδίζου = περπατώ με τα τέσσερα
αρλούμπα = λόγος χωρίς περιεχόμενο
αρμάζου = ωριμάζω
αρμάνταγιάν' = ανακάτεμα, συρφετός
αρμιά = λάχανο τουρσί
αρμόζμους = ζουμί από λάχανο τουρσί
αρμούδα = το κατ' εξοχήν φαγητό του χωραφιού που γίνονταν με
νερό, ξίδι, σκόρδο και αλάτι
αρμουζούμ = το ζουμί του τουρσιού
αρναούτς', -α, -κου = Αλβανός, χοντροκέφαλος
αρνίθια = κότες
αρουπάτου = άχαρη γυναίκα, με χοντροκομμένη συμπεριφορά
αρπάχνου = αρπάζω
αρπαχτήρ = συνηθισμένος ν' αρπάζει, κλέφτης
αρρουσ'κό = φαγητό για άρρωστο
αρτίκ’ = τέλος πάντων
άρτυμα = καρύκευμα
αρτυρίζου = περισσεύω
αρτυρμάς = δρασκελιά, βήμα
αρτώνου = βάζω αυγό στη σούπα
αρύ = αραιό
αρχιδουκρέμασ’ = βουβωνοκήλη
αρχίτειρα = νωρίτερα, πρωτύτερα, προηγουμένως
αρχουντουγιός = πλουσιόπαιδο
ασαμάρουτους, -τ', -ου = χωρίς σαμάρι
ασγκινεύου = ξεθαρρεύω
ασγκίνσ'ς = άνετος, ξεθάρρετος, αλλά και τυχοδιώκτης
ασήκια = αστράγαλοι, κότσια
ασκάλουτους, -τ’, -ου = άπιαστος
άσκιαχτους, -τ', -ου = άφοβος, ατρόμητος
ασ'κουλσούν = μπράβο
άσ'κστου = άσχιστο
ασ'λόιτα = απερίσκεπτα
ασ'λόιτους, -τ' , -ου = ασυλλόγιστος, επιπόλαιος
ασ'μάζουχτους, -τ', -ου = αταχτοποίητος
άσουγους = ζωηρός, ανάποδος
άσουτους = ατέλειωτος
ασπρόκουλους = πουλί με άσπρα φτερά
ασπρόσταχου = ποικιλία σιταριού με άσπρο στάχυ
αστάρ = φόδρα
αστουχώ = ξεχνώ
αστραπή = λάμψη, μτφ. για ζωηρό άτομο
αστράχουτους, -τ', -ου = μαλακό χώμα που δεν έσφιξε απ'τη βροχή
αστριχιά = η άκρη της σκεπής που τρέχει το νερό της βροχής
αστρούδ = αστεράκι
αστρουπιλέκ' = κεραυνός
ασφούκ'στους, -τ', -ου = ασκούπιστος
ατάβανου = χωρίς ταβάνι
ατ'γάνητους, -τ', -ου = ατηγάνητος, ωμός
ατλάζ' = μεταξένιο ύφασμα
ατλιγάδιαστου = το λαναρισμένο μαλλί που πρόκειται να γίνει
κλωστή
ατόφιους, -α, -ου = ολόκληρος, σώος
ατρύητους, -τ', -ου = ατρύγητος
ατρύπτους, -τ', -ου = ατρύπητος
ατσάκστους, -τ', -ου = άσπαστος, σκληρός
άτσαλους, -λ', -ου = απρόσεχτος
ατσάπστους, -τ', -ου = άσκαφτος, ασκάλιστος
άτ'ς-καραμάν' = ο κλέψας του κλέψαντος
ατυράν'στους, -τ', -ου = απαίδευτος
αυγατίζου = δουλεύω πολύ γλήγορα, φτουράω, κάνω κάτι ν'
αυξάνεται
αυγουκόβου = βάζω αυγό στη σούπα
αυλακιά = σειρά, αράδα του χωραφιού
αυλόθυρα = αυλόπορτα, εξώθυρα
αυτάδιρφους = αδερφός από την ίδια μάνα και πατέρα
αυτούρα = φαγούρα, κάψα, έξαψη
αφανιάζου = καταστρέφω, εξαλείφω
αφανίζου = καταστρέφω, εξαλείφω
αφκάν' = εργαλείο για το αλώνισμα των σιτηρών
άφκητουν = ας τον
άφκιαχτους, -τ', -ου = απεριποίητος, ατημέλητος
αφκριούμι = κρυφακούω, αφουγκράζομαι
αφμένους, = αφημένος, παρατημένος
αφνού = αυτουνού
αφουρκάλ’τους = ασκούπιστος
άφταστους, -τ', -ου = ανώτερος, γρήγορος
άφτρα = φιτίλι λυχναριού
αφχιόν’ = ναρκωτικό, υπνωτικό
αχαΐριφτους = απρόκοπος
αχαμνά = άσχημα, αλλά και τα ανδρικά γεννητικά όργανα
αχαμνός = άσχημος, ασθενικός, ανίσχυρος, καχεκτικός
αχαράμστους, -τ', -ου = αδικοσκορπισμένος
αχιλουνούδια = μικρές χελώνες, αλλά και εξογκώματα στο λαιμό
αχμάκ'ς = αφελής αργοκίνητος
άχνα = ανάσα, ατμός
αχνίζου = βγάζω ατμό
αχούρ = σταύλος
αχρειόστουμους, -μ’, -ου = ο αθυρόστομος, αυτός που βρίζει
αχτ = καημός, πόθος, μίσος, επιθυμία για εκδίκηση
αχταρμάς = μεταβίβαση προσώπων ή μεταφόρτωση πραγμάτων από ένα
μεταφορικό μέσο σε άλλο, μεγάλη αναστάτωση
αχυρουφάς = μεγάλος αχυρώνας
αψάδα = έξαψη, οξύτητα
άψιμους = προσανάμματα
αψύς = οξύθυμος
- Β -
X
βαβούρα = ο διαρκής θόρυβος, οχλαγωγή,
βουητό
βαγιά = είδος φυτού, η δάφνη
βάγια = κλαδιά δάφνης
βαγιόκλαδου = κλαδί δάφνης
βαγιόν' = μεγάλο ξύλινο βαρέλι, κρασοβάρελο
βαγιουνάς-βαϊνάς = βαρελοποιός
βαγιώ = η Κυριακή των Βαΐων
βάζ’ = ακούγεται δυνατός κρότος
βαζ'γκιτώ = παραιτούμαι, βαριέμαι
βάζου = τοποθετώ κάτι κάπου αλλά και κάνω θόρυβο, ηχώ, κροτώ
βακούφκου = αγροτική έκταση ή κτίσμα που ανήκει σε εκκλησία και
προέρχεται από δωρεά
βαλαβίκα = ξερό αγριόχορτο
βαλάν’ = βελανίδι, ο καρπός του πουρναριού
βαλτίσιους, -ια, -ιου = από τη βάλτα
βαμπίρς = αδύνατος, καχεκτικός, άρρωστος
βάνα = πήλινη κανάτα
βάνου = τοποθετώ
βαντεύου = κάνω έρωτα[για τα πουλιά]
βάξ’ιμου = κρότος, θόρυβος από όπλο
βαρβάτους = αμνούχιστος, δυνατός, κοτσανάτος, επιβήτορας
βαριά = σιδερένιο χοντρό σφυρί
βάρυνα = κουράστηκα, γέρασα
βαρώ = δέρνω, χτυπώ
βασάν'σμα = στενοχώρια
βάσκαμα = μάτιασμα
βασταγαριά = διχαλωτό ραβδί που χρησιμοποιείται σα στήριγμα στο
φόρτωμα των ζώων
βαστάθκα = κρατήθηκα
βάσταμα = αντοχή, κουράγιο
βαστχιούμι = κρατιέμαι
βάτσινα = βατόμουρα
βάφτου = βάφω
βάφτσμα = βάφτισμα
βαψίμ = φιγούρα της τράπουλας(βαλές, ντάμα, ρήγας)
βγάλσ'μου = βγάλσιμο
βδέλλα = σκουλήκι που ζει στα έλη και θρέφεται με αίμα
βζάνου = βυζαίνω, θηλάζω
βζαράς, -ού = κοιλαράς
βίζιτα = επίσκεψη
βίκους = φυτό που μοιάζει με φακή, ζωοτροφή
βιλουνούδα = μικρή βελόνα
βιντούζις = βεντούζες
βίντσ' = γερανός, φορτωτής
βιος = περιουσία
βίρα = εμπρός
βιργούδα = λεπτή βέργα
βιργούλα = είδος αλετριού κατάλληλο για αυλάκια
βιρέδθκουςα = λοξά- ός, πλαγιαστός, πλάγιος στραβά
βιριά = χτύπημα με τη βέργα
βιριάν'κους, -κ', -κου = αδύνατος, καχεκτικός, άρρωστος
βιρισέ = πίστωση
βιρνικουμένους, -ν', -ου = γυαλιστερός
βίτσα = λεπτή βέργα
βλίτου = είδος αγριόχορτου, μτφ. ο ηλίθιος
βοθειαρός = αυτός που βοηθούσε κάποιον
βόθειου = βοήθημα
βόθμα = βοήθεια
βότρυδα = σκόρος, σκουλήκι που τρώει τα ρούχα
βούβα = σιωπή, βουβαμάρα
βουβασιά = σιωπή, βουβαμάρα
βούζα = κοιλιά
βουζαράς, -ού, -άδκου = κοιλαράς
βουιδίσιους = βοδινός
βουίζ' = κάνει θόρυβο, σφυρίζει το κεφάλι μου
βούλα = σφραγίδα
βουλεί = ταιριάζει
βουλεύουμι = τακτοποιούμαι
βουλίζουμι = θέλω, επιθυμώ
βουλ'κός = βολικός
βουνιά = κοπριά αγελαδινή ή των αλόγων
βούνκα = κοπριά αγελάδας
βουρβουλάκιασι = βρικολάκιασε
βουργά = γρήγορα
βουρός = τόπος συγκέντρωσης ζώων
βόχα = μυρωδιά άσχημη
βραδιάζουμι = αργοπορώ, με πιάνει το βράδυ
βρακάς = με φαρδιά παντελόνια
βρακουζώνα = ζώνη της βράκας πλεχτή ή υφασμάτινη
βράνα = ξύλινο ή σιδερένιο αντικείμενο για το σπάσιμο των σβόλων
χωραφιού, σβάρνα
βρανούδα = λεπτό, πλεχτό σχοινί
βραντανίζ' = σφυρίζει η πέτρα που πετιέται απ' τη σφεντόνα
βραντάν'σμα = σφύριγμα πέτρα που πετιέται με δύναμη
βρουμόγλουσους = αυτός που βρίζει
βρουχώνου = τρυπώνω, κρύβομαι
βρυκόλακας = αυτός που ξενυχτά και τριγυρνά τις νύχτες, ο
ξάγρυπνος
- Γ -
X
γαίμα = αίμα
γαϊτάν' = λεπτό κορδόνι
γαλάρα = γαλατερή, ζώο που κατεβάζει γάλα
γαλατάθκου = γαλακτοπωλείο
γαλατιές-αλατίλα = μυρωδιά γάλατος
γαλατσίδα = αγριόχορτο που ο χυμός του είναι σαν το γάλα
γαλέτσια = τσόκαρα
γαμπριάτκα = τα του γαμπρού
γάνα = το συνεχές κλάμα
γανάδα = η πράσινη σκουριά, αλλά και το άσπρισμα της γλώσσας
γανιάζου = σκάζω απ' το κακό μου, βράζω
γάνουμα = η επίστρωση της επιφάνειας των χάλκινων σκευών με
κασσίτερο
γανουτής = ο γανωματής
γάσγα = πρόλοβος
γειασιά = μπράβο, ζήτω, συγχαρητήρια
γειτουνιά = επίσκεψη
γείτσεις = λέγεται μετά από φτάρνισμα κάποιου
γεμενί = πέδιλο
γενήματα = σιτηρά κυρίως, αλλά και τα κάθε λογής εισοδήματα απ'
τα χωράφια
γένουμι = γίνομαι
γέρειν' = γέρνει
γεύουμι = δοκιμάζω
γεύτου = δοκιμάζω
για τιαύτου = γι’ αυτό το λόγο
για τους = να τος
για τούτου = γι’ αυτό
γιαζ-κ = κρίμα
γιάλα = έλα
γιαλαντζής = αυτός που ξεγελά τους άλλους αλλά και το αστέρι της αυγής, ο αυγερινός
γιαλέινους = γυάλινος
γιαλιέλι = τραγούδι
γιάλ'ντίζ' = το καλύτερο φύλλο καπνού που μπαίνει στην κορυφή
του πασταλιού
γιαλούμ = βραχώδες έδαφος
γιάμα = κατάληψη, αυθαίρετη κατάκτηση, αλλά και πέταμα χρημάτων
απ' το νονό στην εκκλησία
γιανάφουνου = επανάληψη
γιανίσκου = θεραπεύομαι
γιαπράκ' = σαρμαδάκι
γιαράς = πληγή
γιαρμάς = κριθαρίσιο αλεύρι ζωοτροφής, αλλά και ποικιλία
ροδάκινου
γιαρμίζου = συμμαζεύω, συγυρίζω
γιασφέτ = τσιμπούσι, παρέα για φαγητό
γιατάκ' = καταφύγιο, φωλιά
γιάτις = νάτοι, αλλά και στοίχημα αλλά και νάτοι
γιμώζου-γιουμώζου = γεμίζω
γινατσής, -ού, -’δκου = αυτός που κρατάει γινάτι
γιόμα = μεσημέρι
γιόντζιας = τριφύλλι
γιόσμους = δυόσμος
γιουβάν'ς = δουλευταράς
γιουμώζου = γεμίζω
γιούργια = εφόρμηση, γιουρούσι
γιουργκάν' = πάπλωμα αλλά και σύννεφο
γιουρλάντα = κεντημένος γύρος φουστανιού
γιουρντάν' = περιδέραιο
γιουρούκ'ς, -σσα, -ικου = απολίτιστος
γιουρούσ' = έφοδος
γιουρτουλόγια = ευχές των γιορτών
γιουφκάς = χυλόπιτα
γιούφκους, -κου = άχρηστος
γιουφύρ = γεφύρι
γιούχα = αποδοκιμασία, το κράξιμο
γιρνώ = επιστρέφω
γκαβανούδ' = μικρή γαβάθα
γκαβός = τυφλός
γκαβουσόκακου = τυφλοσόκακο, διέξοδο
γκαβώνου = τυφλώνω
γκαγκαβούης = Έλληνας χριστιανός, τουρκόφωνος
γκαγκανούδια = αυλάκια, βαθουλώματα
γκαγκάτσια = σπυριά που βγάζουν στα ούλα τους τα γαϊδούρια και
τα μουλάρια
γκαζέπ = δυνατή βροχή, μπόρα
γκαζέπς = ζημιάρης
γκαζιρό = δοχείο για το πετρέλαιο της λ
γκαζουκάντηλου = καντήλι με πετρέλαιο
γκαϊλ’τζμένους = αυτός που έχει γκαϊλέ, καημό
γκαΐλα = η κουρούνα
γκαϊλέ = η στενοχώρια
γκάϊντα = πνευστό μουσικό όργανο από δέρμα κατσίκας
γκαϊρέτ = κουράγιο, προσπάθεια
γκαλ’ντρίμ = καλντερίμι
γκαμπέρς, -ου = ψηλός και άχαρος (κυρίως για τις γυναίκες)
γκανταΐφ = κανταΐφι
γκάραβους = υπόνομος, οχετός
γκάργκα = η κουρούνα
γκαργκαλίζου = γαργαλάω
γκάρτσιους = ο κλαψιάρης
γκασμάς = σκαπάνη
γκάστρουμα = εγκυμοσύνη
γκάτσιανους = βουκέντρα
γκέλ'μπιρης = εργαλείο που σέρνει τα κάρβουνα του φούρνου προς
τα έξω
γκέμια = χαλινάρια
γκιέσα = η κατσίκα με το κουδούνι που οδηγεί το κοπάδι γερασμένη
κατσίκα, στείρα
γκιζιέρ = περιπλάνηση
γκιζιρνώ = γυρίζω άσκοπα, περιπλανιέμαι
γκιλάκ' = γυάλινος βώλος
γκιμπέρτσει = ξάπλωσε
γκινίης, -σσα, -ίικου = αδιάφορος
γκιολ’ = μικρή λίμνη, τέλμα
γκιουιλ-κ’ = ακαταστασία, ανακατεμένα πράγματα
γκιουλές = μεγάλη πέτρα
γκιούμ = μεγάλο μεταλικό δοχείο για μεταφορά γάλατος το γάλα ή
νερού
γκιουρβάν’ = ακαταστασία(πιθανόν από τη λέξη «κερβένι» =
εμποροπανήγυρη που γινόταν στις Σέρρες)
γκιρέν’ = χωράφι που αποξηραίνεται μετά από βροχή και
παρουσιάζει ρωγμές, το χρώμα δε του χώματος είναι συνήθως καφέ
γκιρέσ' = πάλη
γκισέμ = το κριάρι με το κουδούνι που οδηγεί το κοπάδι
γκίσντρους = πέτρινος κύλινδρος
γκιφσέν'κους, -κια, -κου = χαλαρός
γκιφσέντσει = χαλάρωσε
γκιφσιντίζου = χαλαρώνω
γκ-κ, μ-κ = τσιμουδιά, άχνα
γκλάβα = κεφάλι
γκλαβανή = η πόρτα του φωταγωγού, η καταπακτή
γκλέφαρου = μέτωπο
γκντω = σκουντώ, σπρώχνω
γκόγκλιαρους = καθυστερημένος, οπισθοδρομικός
γκόλιαβους, -β’, -ου = ολόγυμνος
γκόλιους, -ου = γυμνός, μικρό πουλάκι, νεοσσός
γκόλτσιου = άγριο απίδι
γκόμπους = γουλιά
γκόνουμι = μπουκώνομαι
γκορτσιά = αγριαπιδιά
γκουγκίζου = γογγύζω
γκουγκουρέλ’ = πολύ μικρό
γκουγκούχκα = δεκαοχτούρα
γκουζιούδ' = νεοσσός
γκουλγκούτ' = φαγητό με νερό κι αλεύρι
γκουλιάρ = μικρό παιδί
γκουλιαρούδ' = μικρό παιδί
γκουμπές = ο θόλος της οροφής απ’ όπου κρεμόταν η λάμπα
γκουντλώ = τρεκλίζω, παραπατώ
γκούντμα = σπρώξιμο
γκουντουβαρώ = χασομερώ
γκουργκουλίζ' = γουργουρίζει
γκουργκουλουτός = σφαιρικός
γκουρλίδα = τάση προς εμετό
γκουρλίτσα = τάση προς εμετό
γκούρλουμα = αφοσίωση, τέντωμα ματιών
γκουρλουτός, -ιά, -ό = γουρλωτός
γκουρλώνου = εντείνω την προσοχή μου κάπου τεντώνοντας τα μάτια
μου, απορώ για κάτι που ακούω ή βλέπω
γκουρντουκλώ = κατρακυλώ, κυλώ στη γη
γκουρτσιά = αγριαχλαδιά
γκράς = είδος κοντόκανου όπλου
γκρέμνους = γκρεμός
γκ-ρμπάς = επώνυμο
γκρόθους = η γροθιά
γκρουγκντώ = σπρώχνω
γλάρους = πελαργός
γλαρώνου = νυστάζω
γλέπου = βλέπω, κοιτάζω, αντικρίζω
γλίνα = χοιρινό λίπος
γλίντζα = λίγδα, λίπος
γλιντζιάζου = γεμίζω γλίντζα
γλιτζιάρς, -α, -κου = βρόμικος, αυτός που γυαλίζουν τα ρούχα του
απ' τη λέρα
γλίτσα = η γλίστρα
γλουσιάζου = γεύομαι, δοκιμάζω κάτι με τη γλώσσα
γλυκάδια = τα εντόσθια του ζώου ( συκώτι, πνευμόνια, νεφρά )
γνέθου = φτιάχνω το μαλλί νήμα με τη ρόκα
γνουμκεύου = λογικεύομαι
γνουμκός, -κιά, -κό = λογικός
γνουστεύου = λογικεύομαι
γνυκάς = γυναικάς
γνώμ' = μυαλό
γόβα = παντόφλα
γούβα = λακκούβα
γουδί = δοχείο που χρησιμεύει για το σπάσιμο διαφόρων σπόρων
γουδουχέρ = ο κόπανος του γουδιού
γουνιά = γωνία, μια απ' τις πλαϊνές θέσεις του τζακιού
γουνιούμι = βιάζομαι
γουρλιά = γουλιά
γούρνα = πέτρινη λεκάνη της βρύσης
γουρνάρς = γουρουνάρης
γουρνίσιους = γουρουνίσιος
γουστέρα = σαύρα
γουστιρίτσα = η μικρή πράσινη σαύρα με στρογγυλό σώμα
γόφους = γοφός, πάνω κλείδωση του ποδιού
γράδους = μονάδα μέτρησης της πυκνότητας των υγρών
γραμματκός = ο εγγράμματος, ο λογιστής, ο γραμματέας, ο
μορφωμένος
γραντζάν'σμα = το άκουσμα των δοντιών από κάτι σκληρό που τρώμε
γραπώνου = αρπάζω
γρατσανίτσα = ο χόνδρος
γρόθους = γροθιά
γρόθσμα = το γρονθοκόπημα
γυνί = το υνί
γυρινέ = τουλάχιστον
γυρτός = καμπυλωτός
γυφτόκαρφου = μεγάλο καρφί που χρησιμοποιούνταν στις παλιές
πόρτες
- Δ -
X
δάγκουμα = δαγκωματιά
δαγκουσιά = δαγκωματιά
δαίμουνας = μτφ. δραστήριος
δαμάλ' = θηλυκό μοσχάρι
δαμάσκου = το πολυτελές ύφασμα με ποικιλόχρωμα αραβουργήματα
δάρι = εδώ
δασύς, -ιά, -ύ = πυκνός
δαυλός = αναμμένο ξύλο
δαχλιά = δαχτυλιά
δάχλου = δάχτυλο
δαχλύδ = δαχτυλίδι
δέντρινους = δρύινος
δέξιμου = υποδοχή
δέξιους, -ια, -ιου = δεξιός αλλά και τέτοιος
δέουντα = χαιρετίσματα
δευτερώνου = επαναλαμβάνω για δεύτερη φορά
δεύτιρου = για δεύτερη φορά, εκ δευτέρου
διαβάλου = συκοφαντώ, δυσφημώ κάποιον
διαβασιά = σφιγκτήρας που σφίγγει τα χείλη και τα ρουθούνια των
ζώων
διαβάτς = περαστικός
διαβόητους, -τ', -ου = ξακουστός
διαβουλ'κός, -ιά, -ό = σατανικός
διαβουλόσπιρμα = παιδί του διαβόλου
διαλέγου = ξεχωρίζω
διαλιχτός, -ιά, -ό = εκλεκτός, ξεχωριστός
διάρροια = ευκοίλια
διδυμάρκα = δίδυμα
διες = δες
διέτει = δές τε
δικανίκ' = ξύλινη βέργα
δικαουχτούρα = το πουλί δεκαοχτούρα
δικάρ = δεκάρι
δικαριά = δεκαριά
δίκιου = η αμοιβή για προσφερθείσα υπηρεσία
δίκλουνου = με δυο κλωνάρια
δίκουρκου = με δυο κρόκους
διματκό = η ζώνη από στάχυα που δένουμε το δεμάτι
διξής, ιά, ί = δεξιός
διξίμ = βαφτιστικό
διξιόχειρς = δεξιόχειρας
διπλάρκα = διπλά, δυο-δυο
διπλάρκαους, -κ’, -κου = διπλός- ά, δυο-δυο
διπλαρώνου = πλησιάζω
διπλουπόδ = σταυροπόδι
διπλουπουδιάζουμι = κάθομαι σταυροπόδι
διπλουχέρς, -α, -κου = αχόρταγος
διρμάτ' = τομάρι ζώου, ασκί δερμάτινο
διρματίσιους, -ια, -ιου = δερμάτινος
διρμόν' = μεγαλότρυπο κόσκινο για το καθάρισμα των σιτηρών απ’
άλλους σπόρους
διρμουστήρα = εργαλείο για το βαμβάκι
διρπάν’ = δρεπάνι
δισάκ’ = διπλός τορβάς που έμπαινε στο σαμάρι του ζώου
δισεύριτους, -τ’, -του = σπάνιος
δισποτκό = δεσποτικός θρόνος
διφτιρίζου = επαναλαμβάνω κάτι, ξαναλέω
δίψιακας = αυτός που διψά πολύ
δόλιους = ταλαίπωρος
δουδουκάρ = τραπεζίτης
δούκας = άρχοντας του χωριού
δουκήθκα = μπόρεσα αλλά και φαντάστηκα
δουκράν' = δίχαλο, συνήθως ξύλινο εργαλείο
δουκρανίζου = ρίχνω ψηλά στον αέρα για να ξεχωρίσω το σιτάρι από
τ'άχυρα
δούλ' = μεγάλες κόψες
δουλιφτάρς = εργατικός
δουνάκα = εδώ να, εδώ πέρα
δουντάγρα = τανάλια εξαγωγής δοντιών
δουράκνου = ροδάκινο
δουρμπάνα = καρδάρα
δουρμπανίζου = χτυπώ το γάλα μέσα στην καρδάρα, για να βγάλω
βούτυρο
δουσιά = δόση
δρασκιλιά = βήμα
δρασκιλνώ = δρασκελίζω
δρέινους = δρύινος
δύνουμι = δύναμαι, μπορώ
δυούρ = δυάρι, ο αριθμός δύο
δώθι = εδώ
- Ε -
X
έβα... = πω πω
έβαζει = τοποθετούσε ή και ακουγόταν
έβγα = βγες
έισα = έχυσα
έκρουγα = χτυπούσα
εμ = και (εμ ψεύτ'’ς, εμ κλέφτ'’ς)
έμνησκει = έμενε
έντουκα = χτύπησα
εντσ’ = φάουλ(χέρι) στο ποδόσφαιρο )
εξάπαντους = οπωσδήποτε
εξόν = εκτός
επαύριο = επομένη
επείγ΄ = είναι απαραίτητο να γίνει
επιστάτ'ς, -τρια = αυτός που καθαρίζει δημόσιο κτίριο, συνήθως
σχολείο
έτσ’ κ’ έτσ’ = έτσι κι έτσι
εύφλου = το μαλακό ζυμάρι
- Ζ -
X
ζ’γώνου = ζυγώνω, πλησιάζω
ζ’ματίζου = ζεματίζω
ζ’μουτήρ = η ζυμώστρα, η σκάφη για το ζύμωμα
ζ’μώτρα = η σκάφη για το ζύμωμα, σκαφίδι
ζαβά = ανάποδα, στραβά
ζαβίζου = κοιτάζω στραβά, αλληθωρίζω
ζαβλακώνουμι = ζαλίζομαι, αποβλακώνομαι
ζαβός, -ιά, -ό = λοξός, στριμμένος
ζαβουντραλίζουμι = ζαλίζομαι
ζαγάρ = κυνηγόσκυλο
ζακάτσ'κα = μπέρδεμα
ζακιάζου = μπερδεύω
ζάκιασμα = μπέρδεμα, ανακάτεμα
ζακόν’ = κακιά συνήθεια
ζαλίκ’ = φόρτωμα, φορτίο
ζαμακώνου = ρίχνω κάτω βίαια
ζαμάν' = μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλοτινή εποχή
ζαμανίσιους, -ια, -ιου = αιωνόβιος
ζαμπίτς = αστυνομικό όργανο
ζαμπόινα = σφυρίχτρα από βλαστό πράσινου σιταριού
ζαμπουνώ = μπήγω, χώνω
ζανάτ = τέχνη, δευτερεύον επάγγελμα
ζαναχάτ = επάγγελμα
ζαπ = νίκη, κουμάντο, δάμασμα, κάνου ζαπ = δαμάζω
ζαπώνου = κυριεύω, αποκτώ παράνομα
ζάρα = πτυχή, τσαλάκωμα
ζαράλ’ = αναπηρία, ελάττωμα στο χαρακτήρα
ζαρκούτ = τούμπα
ζαχαράτου = ζαχαρωτό, ζαχαρένιο
ζαχιρές = κολατσιό αλλά και απόθεμα
ζβανάς = πριονωτός μεγάλος σχετικά κυρτός σουγιάς που
χρησιμοποιούνταν για κλαδευτήρι
ζ'γόλαρους = ο ζυγός των βοδιών
ζ'γούρ = χρονιάρικο κατσίκι
ζεμπίλ' = χάρτινο χωνί με χρωματιστή κόλλα
ζέρβους, -ια, -ου = αριστερόχειρας
ζευγαρίζου = οργώνω
ζεύλα = το καμπυλωτό μέρος του ζυγού που μπαίνει στον τράχηλο
των ζώων
ζεύου = βάζω τα ζώα στο ζυγό
ζέψιμου = τοποθέτηση των ζώων στο ζυγό
ζητλαριό = ζητιανιά, επαιτεία
ζήτλας = ζητιάνος, επαίτης
ζιάβατου = απάνεμο μέρος
ζιάζιακου = ο καταρράχτης των ματιών
ζιβζέκ'ς = ελαφρόμυαλος, ανόητος
ζιβζικιά = ανοησία
ζιγκί = ο αναβολέας για να ανεβεί κάποιος στο σαμάρι του ζώου, η
σκάλα του σαμαριού
ζίγρα = βατομουριά
ζίγρις = φράχτες με αγκάθια
ζιζάνιου = πειραχτήρι, ενοχλητικός
ζιμπουγιά = μενεξές, βιολέτα
ζιούλα = παραγινωμένο φρούτο
ζιρβόχειρους, ζιρβουχέρς = αριστερόχειρας
ζίφσει = έσβησε
ζλαπ = μικρόσωμο αγρίμι
ζλιάρς, -ου, -κου = ζηλιάρης
ζλίγου-ζλω = ζουλώ, συμπιέζω
ζ'μαριά = ζυμάρι, μτφ. αργοκίνητος, βαρύς, τεμπέλης
ζ'μαρόπτα = ζυμάρι, μτφ. αργοκίνητος
ζμι = ζουμί
ζμπόμπα = η κοπάνα, η εκούσια απουσία
ζμπουρίζου = μιλώ, συζητώ
ζμπουρός = συζήτηση
ζναρ = ζωνάρι, ζώνη
ζ'νίχ' = αυχένας, σβέρκος
ζουδ = μικρό άγριο ζώο
ζούζουλου = ζουζούνι, ζωύφιο, έντομο μετ. ο ενοχλητικός
ζουκούμ = πικροδάφνη
ζούλια = ζήλια
ζουμπάς = σιδερένια σφήνα, σκαρπέλο
ζουμπούρς = γυναικάς, ερωτύλος, χυδαίος
ζουντόβουλου = πειραχτήρι, ενοχλητικός
ζούρλα = τρέλα
ζουρλαίνουμι = τρελαίνομαι
ζουρλαμάρα = παλαβομάρα, τρέλα
ζουρλός = τρελός
ζουρμπαλίκ’ = με το ζόρι, με το έτσι θέλω
ζουρνάς = μουσικό όργανο
ζούρσι = σκάσε, ησύχασε, στάσου
ζούφιους, -ια, -ου = σάπιος, καχεκτικός
ζουχάδια = αιμορροΐδες
ζύασμα = ζύγισμα
ζυμπόι = βιολέτα, μενεξές
- Η -
X
ηλιακό = δωμάτιο με τζαμαρία
ηλιουβασίλιμα = δύση.
ηλιουήβγασμα = ανατολή
ηλιουντόσ'μου = ανατολή
ηλιουπύρουμα = νότος
ήπηρνα = έπαιρνα
ηρμάδ = ρημάδι
- Θ -
X
θάμα = θαύμα
θαμάζουμι = απορώ, σκέφτομαι, αναρωτιέμαι, βρίσκομαι σε δίλημμα.
θανά = τάχα, μήπως
θαραπαύουμι = ικανοποιούμαι, ευχαριστιέμαι
θαρρώ = νομίζω
θάφτου = θάβω
θέβα = φύγε
θειάκα = θεία
θειόκας = θείος
θέκου = φυτεύω
θέρους = θέρος, η εποχή του θερισμού.
θέσ'μου = φύτεμα, φυτεία
θημουνιά = σωρός από δεμάτια
θιουτκός, -κιά, -κό = θεϊκός, ο προερχόμενος από το θεό
θιρμό = το καζάνι
θιρστής = ο Ιούλιος
θκα = περιοχή με σπίτια κοινού επωνύμου (Μπακουλάθκα, Στουϊκάθκα
κ.λ.π)
θκαμ- θκας -θκατ = δικά μου, δικά σου, δικά του
θκομ’, θκοσ’, θκοτ΄, = δικό μου, δικό σου, δικό του
θλυκούδ = μικρή θηλιά
θλύκουμα = κούμπωμα
θλυκώνου = κουμπώνω και μετ. συλλαμβάνω κάποιον
θλυκώνουμι = συμπλέκω τα δάχτυλα των χεριών μου
θμητκό = μνήμη
θουριά = όψη, χρώμα προσώπου, εξωτερική εμφάνιση
θρύμμα = κομματάκι
θυμητκό = ικανότητα μνήμης
θυμιάμα = λιβάνι
θυμιατήρ = ειδικό εκκλησιαστικό σκεύος, θυμιατήρι
θύρα = πόρτα
- Ι -
X
ίβα = πω πω!
ιγκρέκ' = περίφραγμα από κλαδιά που σχηματίζουν πρόχειρο μαντρί
ιθίματα = έθιμα
ικκλισιά = εκκλησία
ίλιγα = έλεγα
ίλιμ = αρκεί
ιννιά = εννιά
ινταρές = οικονομία, εξοικονόμησης
ινχώριους, -α, -ου = ντόπιος
ιξάρ = εξάρι
ιξίκ’ολσούν = να μου λείπει
ιπειδίής = επειδή
ίπηρνα = έπαιρνα
ιπί τ' αυτού = επίτηδες
ιπρουχτέ = προχθές
ιπρουψέ = προψές
ίρα ντε ντε = πω πω τι μεγάλο
ίρα! = πω πω!
ίσκιουμα = φάντασμα
ισκιουμένους = φαντασμένος
ισνάφ = τεχνίτης
ιστιάχ’ = όρεξη, πόθος
ιστίφ = μικρό δέμα καπνού
ιστίφιασμα = το αράδιασμα σε μικρά δέματα
ιτήρ' = αρωματικό λουλούδι των καπνόφυλλων
ιτσ' μίτσ' = ό, τι νάναι
ιχτές = χτες
ιψές = ψες
- Κ -
X
κ΄-ρκ- = γκρι
Καβάκ’ = λεύκα
καβαλίκα = η καβάλα στο ζώο
καβάλου = το κάτω μέρος της ραφής που ενώνει τα δυο σκέλη του
παντελονιού
καγγέλ’ = σχέδιο πάνω σε κέντημα
καγγιλουτός, -ή, -ό = δαντελωτός, με σχέδιο
καγιάς = βράχος
κάδα = πατητήρι, ληνός
καδί = μικρό βαρέλι σε σχήμα κόλουρου κώνου που χρησιμοποιείται
στη μεταφορά νερού
καζαναριό = ο χώρος όπου υπήρχε το καζάνι
καζαντίζου = πλουτίζω
καζίκ' = παλούκι, συμφορά, κακοτυχία
καζίκ' = παλούκι, συμφορά
καθάρσιου = ρετσινόλαδο
καθάρσιου = ρετσινόλαδο
καθαυτού = κυριολεκτικά, γνήσια
καθαυτού = κυριολεκτικά, γνήσια
καθόσου = απ’ ότι
καθόσου = απ’ότι
κάθουμι = κάθομαι, διαμένω
καϊμακλίδκους, -κ’, -κου = παχύρρευστος
καΐντσιους = γυναικάδερφος, κουνιάδος
καΐσ’ = ποικιλία βερίκοκου
καΐτια = τα πηχάκια που χωρίζουν το παράθυρο σε τετράγωνα η
ορθογώνια τμήματα (όπου υπάρχουν τα αντίστοιχα τζάμια )
κακαβάν’ς = βλάκας, ανόητος
κακάπλυτους, -τ', -ου = βρομιάρης, ακάθαρτος
κακάρσμα = το κακάρισμα, η φωνή της κότας
κακαρώνου = σβήνω, αργοπεθαίνω
κακόστουμους = ο υβριστής
κακουρίζ’κους, -ια, -ου = άτακτος, ζωηρός
κακουτρέχου = κατατρέχω
καλάι = ο κασσίτερος
καλαμπαλίκ’ = μεγάλη συγκέντρωση αντικειμένων
καλαμπουκόξυλου = ο κορμός του καλαμποκιού
καλαφατίζου = βουλώνω με στουπί το βαρέλι
καλημιρνώ = καλημερίζω
καλίντσα = η κρασοκανάτα
καλνώ = καλώ
καλούδια = τα καλά, τα αγαθά
καλούπ' = η μήτρα, η φόρμα που μέσα στοιβάζουν τα καπνά, κομμάτι
σαπουνιού
καλπαζάν’ς = επιτήδειος, δόλιος
καλτάκα = γυναίκα του δρόμου
καλ'τάτας = ο νουνός
καλ'τσιάς = πεταλάκι στη σόλα των παπουτσιών
καλτσουδέτα = ελαστική ταινία με την οποία συγκρατείται η κάλτσα
κάλφας = μαθητευόμενος τεχνίτης
καμάρα = βαθούλωμα τοίχου που δηλώνει μεσοτοιχία
καμάρα = μεγάλο δωμάτιο
κάμαρα = μεγάλο δωμάτιο
καμαρώνου = κάνω υπόκλιση, παρακαλώ, μτφ. νυστάζω
κάμου = κάνω, αλλά και οργώνω
κάμουμα = κατόρθωμα
καμουματού = αυτή που κάνει νάζια
καμπάδ’κους, -κ’, -ου = καμπίσιος, μτφ. επιβλητικός
καμπάνταης = περήφανος, παλικαράς, νταής
καμπαρντίζου = περηφανεύομαι, φουσκώνω, κάνω τον δυνατό
καμπουρτός = λυγισμένος, καμπούρης
καμτσίκ' = μαστίγιο
καμτσικιά = μαστίγωμα
καμώνιτει = γίνεται, οργώνεται
καν = απόλυτη άρνηση, καθόλου, τίποτε, αλλά και τουλάχιστον
καν = καθόλου, τίποτε, αλλά και τουλάχιστον
καναβόδιντρου = καναβουριά
κανάκ’ = χάδι
κανακάρς = χαϊδεμένος
κάναν κιρό = εκείνα τα χρόνια
κανάπ = σπάγκος
κανάτ = παραθυρόφυλλο ή φύλλο της πόρτας
κανέλλα = μικρό ξύλινο βαρέλι
κανέστρα = πανέρι
κανίςσ’ = δώρο
κάνου ζαπ' = δαμάζω, επιβάλλομαι
κάνου ζευγάρ' = οργώνω
καντάρ = ζυγαριά
κανταρτζής = ζυγιστής
κάντειν = κάθονται
καντήλιασει = μαράζωσε, νύσταξε, χαμήλωσε
καντίζου = συμφωνώ αλλά και πείθω κάποιον
καντιφές = βελούδο μετ. απαλό στην αφή
καούν’ = μεγάλο πεπόνι
καπακώνου = σκεπάζω, βάζω το καπάκι
καπιτζίκ' = παραπόρτι, μικρή κρυφή πορτούλα
κάπνα = ο ιστός της αράχνης
καπνιά = ο ιστός της αράχνης
καπριτσιώνουμι = θυμώνω, πεισμώνω
καραγάτσ’ = το μαυροδέντρι
καρακλιάνους = λάρυγγας
καρακόλ’ = αστυνομική περίπολος
καράμπουγια = μαύρη μπογιά
καραούλ’ = περίπολος, σκοπός
καρά-πουτάνα = πόρνη, μεγάλη σε αναίδεια και ασέλγεια
καράρ = απόφαση, διάρκεια, κατάσταση
κάργα = πλήρης, στο φουλ
καργαρισμένος = πλήρης, γεμάτος, φουλαρισμένος
καργιόλα = γυναίκα ελευθερίων ηθών
καργιουφύλλ’ = γαρίφαλο
καρδάκα = μεγάλο κουδούνι που κρέμεται στο λαιμό μεγάλων ζώων,
αγελάδων ή προβάτων
καρδάρα = ξύλινος κάδος αρμέγματος
καρδούδα = μικρή καρυδιά
καρίκ' = διχτυωτή μάσκα για το στόμα του ζώου που δεν το αφήνει
να φάει αλλά και αράδα, αυλακιά
καρίκουμα = μαντάρισμα
καρικώνου = μαντάρω, επιδιορθώνω παλιά ρούχα
κάρκαδου = ξερή μύξα
καρλίγκα = όχι ίσιο, στραβό, καμπυλωτό
καρντακούδα = μικρό κουδούνι που κρέμεται απ' το λαιμό μικρού
ζώου
καρντάσ’, -ίνα = αδερφός
καρντίζουμι = ξεκαρδίζομαι
καρντίζουμι = ξεκαρδίζομαι
καρούλ’ = κουβαρίστρα
καρουφίλ = τραύμα από χτύπημα στο κεφάλι
καρουφλίδα = τρύπα μεγάλη στο γείσωμα της σκεπής
καρσί = απέναντι
καρτάλ' = γύπας
καρταλάς = γύπας
καρτιρώ = περιμένω, παραμονεύω
κασαμπάς = η πόλη
κασατούρα = χασαπομάχαιρο
κασέλα = σκαλιστό σεντούκι
κασιδιάρς = αυτός που έχει ψώρα στο κεφάλι, ο κασίδης
κασκαρίκα = πλάκα, νίλα, καψόνι, αθώα φάρσα
κασκέτου = χαμηλό και εφαρμοστό καπέλο με γείσο
κασνάκ' = τσιγκελάκι αλλά και ξύλινο τελάρο
κάστρου = η πόλη, οι Σέρρες
κατ = φύλλο, στρώμα, πτυχή, δίπλωμα
κάτα = η γάτα
καταής = κατάχαμα
κατακάθ = το σώσμα, το υπόλειμμα του υγρού στο δοχείο
κατακάθουμι = οριστικοποιούμαι κάπου
κατακάτσ'μου = ανεργία, αναδουλειά
κατακέφαλα = με το κεφάλι προς τα κάτω
καταλάβνισ’κα = καταλάβαινα
καταντιά = τα απαραίτητα σύνεργα για το χωράφι
καταπόδ = κατόπιν, από πίσω
καταπουδιάζου = ακολουθώ κατά πόδας, κυνηγώ
καταπουδιανά = τα τελευταία
καταπουδιαστά = ο ένας πίσω από τον άλλο
καταριούμι = καταριέμαι
καταρντίζου = κατατοπίζω, επεξηγώ
κατάρραχα = από πάνω προς τα κάτω
κατασάρκ’ = φανέλα
κατασέρνου = κατηγορώ κάποιον, διασύρω, δυσφημώ
καταχουνιάζου = κρύβω σε βαθύ μέρος
καταώρας = για την ώρα, προς το παρόν
κατηγόρια = κατηγορία
κατιβασιά = κατέβασμα νερού μετά από βροχή, πλημμύρα
κατίκ' = στραγγιστό γιαούρτι
κατ-καλά = ευτυχώς(λέγεται όμως ειρωνικά)
κατ'νότ = η υγρασία στο χώμα
κατούνα = πρόχειρη σκηνή στο χωράφι
κατουπνός = επόμενος
κατράν' = πίσσα
κατρουλιό = τα ούρα
κατσ’καβάλ’ = κασέρι
κατσάγνου = πιγούνι
κατσιάκ’ς = λαθρέμπορος, φυγάς
κατσιαμάκ' = είδος σούπας από καλαμποκίσιο αλεύρι
κατσιαρντίζου = χάνω τα μυαλά μου
κάτσιασει = μαράζωσε
κατσιασμένους = μαραμένος
κατσιό = καθισιό
κατσιρμάς = λαθρεμπόριο
κατσιρντίζου = χάνω τα μυαλά μου, φεύγω, ξεφεύγω
κάτσ'μου = καθισιό
κατώι = υπόγειο
καυκαλιά = μπάτσος, δυνατό χαστούκι
καύκαλου = καβούκι χελώνας, νύχι
καφαλής = βραδύνους
καφάσ’ = τελάρο
καφασιά = παράθυρο με σχέδιο
καφέδκους = καφετής-ένιος
καψίδια = τα άχρηστα φύλλα του καπνού που πετιούνται μετά το
παστάλιασμα
κάψου = τάχα αλλά και επίτηδες
κδικιούμι = εκδικούμαι
κέμκους = συμπαθητικός, καλός άνθρωπος
κηδεύου = αποθηκεύω, κρύβω κάτι, περιποιούμαι
κι απέκιμ = και όμως
κι απίσ' = πίσω
κιαρατάς = βρισιά για κάποιον που μας είναι αντιπαθής απατημένος
σύζυγος αλλά και ζαβολιάρης
κιαρατόπ’θου = άταχτο παιδί
κιβούρ = φέρετρο
κιζάπ = το νιτρικό οξύ
κικιρίκι = ακαθάριστο φιστίκι
κιλίμ = τάπητας με μορφή υφάσματος
κιλιούμ = μυτερός κασμάς
κιλιπούρ = το αποκτηθέν σε τιμή ευκαιρίας
κιλίφ = μαξιλαροθήκη ή και παπλωματοθήκη
κιμέρ = πέτρινο γεφύρι, καμάρα, αψίδα, θόλος
κίν’σα = κίνησα, ξεκίνησα
κινώνου = σερβίρω
κιόλαν = κιόλας
κιόρς = τυφλός
κιούγκ' = πήλινος σωλήνας
κιούπ' = πιθάρι
κιουπέγκ' = παντζούρι
κιουτεύου = δειλιάζω, απελπίζομαι
κιουτής = δειλός
κιραμαριά = κεραμιδαριά
κιρδέσωου = κερδίσω
κιρδίζου = κερδίζω
κιρπίτσ’ = λασπότουβλο, άψητο πλιθί από χώμα
κίρτσιους = γκριζωπό μουλάρι
κιρχανατζής = διευθυντής πορνοστασίου
κισμέτ = η τύχη, το πεπρωμένο
κισπέτ = στενό δερμάτινο παντελόνι των παλαιστών
κιφαλαριά = το μέρος του χαλιναριού που προσαρμόζεται στο μέτωπο
του ζώου
κιφαλουδέτ = μαύρη σάρπα για το κεφάλι των γριών
κιφαλούκα = καπίστρι
κλαδιά = πουρνάρια
κλάπα = ξύλο που ενώνει δυο σανίδες
κλειδουμάχιρου = μαχαίρι που κλειδώνει, σουγιάς
κλείδουσ' = η κλείδωση των οστών
κλειδουστόμιασα = έχω κλείσει το στόμα μου
κλέφδις = κλέφτες
κλίκ' = αυγοειδής κουλούρα που πηγαίνουν στη νουνά αλλά και
εργαλείο που μπαίνει στο στήθος του ζώου για το όργωμα
κλίκα = συνωμοτική ομάδα ανθρώπων
κλιόγκους = μεγαλόσωμος, αφελής άνδρας
κλουθουγυρίζου = τριγυρίζω, γυρίζω κάπου επίμονα
κλουθουγύρσμα = το επίμονο τριγύρισμα
κλουναρούδα = κουδουνίστρα
κλουσμένους = τυλιγμένος
κλουσσαριά = η κλώσα που κλωσά τα αυγά
κλώσμα = στροφή
κλώτσους = κλοτσιά
κνώδουλου = τιποτένιος, χαμένος άνθρωπος
κόκθα = ξύλινη βέργα, σφαιρική στη μια της άκρη που
χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς
κόλια = τα πλαϊνά ξύλα του κάρου που προσαρμόζονται στο σώμα του
ζώου για να το τραβά
κόματους = η ωραία γυναίκα
κοντσίνα = παιχνίδι της τράπουλας
κόπανους = ξύλο με το οποίο κτυπούσαν τα χοντρά ρούχα κατά την
πλύση
κόπιτσα = θηλύκωμα, μικρή πόρπη
κόρδουμα = τέντωμα
κόρμακους, κουρμακίνα = μόνος, ολομόναχος
κόρφους = στήθος
κόσ’ = το τρέξιμο, η ταχύτητα
κότσ' = αστράγαλος, αλλά και το κριάρι
κότσαλου = φρύγανο, σκουπίδι
κουβέτ = δύναμη, κουράγιο
κουγιουμτζής = χρυσοχόος
κουζάς = το κλειστό βαμβάκι
κουζούμ = μάτια μου (επιφώνημα)
κουθών’ = κουτός, άμυαλος
κουκότα = γυναίκα του πεζοδρομίου, πόρνη
κουκούδ = πέτσα σπυριού
κουκουλοδέτ = μικρή μαύρη εσάρπα
κουκουνάρ = καρπός του πεύκου ή και το στέλεχος του καλαμποκιού
κουκουρίκους = πετεινός
κουκώνα = αρχόντισσα, περιποιημένη γυναίκα
κουλάι = ευκολία
κουλαντρίζου = πείθω
κουλαριά = μπάλωμα στο πίσω μέρος του παντελονιού
κουλί = γοφός
κουλιά = τα πισινά
κουλικούδια = κουλουράκια
κουλ'μπόσμους = ζουμί από τα κόλλυβα
κουλνώ = κολλώ
κουλόκθα = μεγάλο κολοκύθι, κολοκύθα
κουλόμπαρους = γυμνός
κουλόπανου = υφασμάτινη πάνα
κουλουκθάς = κολοκυθάς
κουλουκούρ = το παχύ έντερο
κουλουμπαράς = παιδεραστής
κουλουρόπτα = πίτα στρόγγυλη που πιάνει όλο το ταψί
κουλούφ = κελύφι, μαξιλαροθήκη
κουλτούκ' = μπράτσο, αλλά και ο κακός άνθρωπος
κουλτσίδα = αγριόχορτο που κολλά στα ρούχα
κουμάρου = χαρτοπαιξία με χρήματα
κουμαρτζής = χαρτοπαίχτης
κουμαρτζιλούκ’ = χαρτοπαιξία
κουμάσ’ = χοιροστάσιο
κουμιτάτου = βουλγαρική στρατιωτική οργάνωση
κουμούλα = αυτό που προεξέχει απ'τα χείλη του δοχείου,
παραγεμάτο
κουμπάκ’ = η κουκουνάρα του καλαμποκιού
κουμπουβέλουνου = καρφίτσα
κουμπουλίτς = σουγιάς με μονή λάμα και ξύλινη λαβή
κουμπούρα = πιστόλι
κουμσάλ' = αμμουδερό έδαφος
κουνεύου = διανυκτερεύω
κουνίδια = γονίδια, αυγά ψείρας κυρίως
κουντόγνουμους = κοντόμυαλος
κουντόσ’ = είδος γιλέκου
κουντότα = συνδρομητής, μέλος σε κάποιο σύλλογο
κουντουγούν’ = κοντή γούνα
κουντούρια = κοντά γυναικεία παπούτσια, γιορτινά
κουντούρκους = με κομμένη ουρά
κουντουρντίζου = ερεθίζομαι, λυσσώ απ’ το κακό μου
κουντούρς = ζώο με κομμένη ουρά
κουντούρτσει = φύγε, εξαφανίσου
κουντουστούπς = κοντός
κουντουχούλιαρου = κουτάλα
κούντρους, -ηρ’, -ου = κοντός
κουπάνα = ξύλινη σκάφη
κουπανώ = χτυπώ, δέρνω
κουπέλ’ = εξώγαμο
κουπιλάρ = παλιόπαιδο
κουπούκ’ς = άξεστος, αγράμματος, πάμπτωχος
κούπους = σωρός
κουπρίτς = τεμπέλης
κουπρόσκλου = αδέσποτο σκυλί
κουράδα = ξερός σωρός ανθρώπινης κοπριάς
κουράδας = χοντρός και δυσκίνητος άνθρωπος
κουραζάν = λάσπη για χτίσιμο
κουράσ' = κορίτσι
κουραστάρ = είδος πριονιού
κουρβούλ' = κλήμα, κορμός αμπελιού
κουρδούκλημα = κατρακύλα
κουρδουκλήστρα = το μέρος στο οποίο έχει κυλιστεί κάποιο ζώο
κουρδουκλώ = κατρακυλώ
κουρδουκύλα = κατρακύλα
κουρδουμένους = τεντωμένος, περήφανος
κουρδώνουμι = τεντώνομαι, καμαρώνω, περηφανεύομαι
κουρί = δάσος
κουριμάδα = δυστυχισμένη, άτυχη
κουρκέλ' = κρίκος, λαβή
κουρκουλούκ΄ = σκιάχτρο
κούρκους = αρσενική γαλοπούλα
κουρκούτ' = είδος φαγητού από αλεύρι
κουρκουτιάζου = αποβλακώνομαι
κούρμπα = απάνεμο μέρος
κουρμπανάς = κομπόδεμα, πορτοφόλι
κουρμπάτσ' = μαστίγιο
κουρμπέτ = η ξενιτιά, η πιάτσα
κουρνάηζς ή κουνάζους = πανούργος, πονηρός, έξυπνος
κουρνιαχτίζουμι = σκονίζομαι και μετ. εξαφανίζομαι, αποχωρώ
ξαφνικά
κουρνιαχτός = σκόνη
κουρντίζου = παρακινώ
κουρντίζουμι = βολεύομαι κάπου άνετα, στρογγυλοκάθομαι
κούρτζμα = παρακίνηση
κουρφιάτς = το ψηλότερο μέρος της σκεπής
κουρφουλόγ'μα = κόψιμο κορυφής των βλαστών του αμπελιού
κουσάς = μεγάλο δρεπάνι για το κόψιμο του τριφυλλιού
κουσεύου = τρέχω γρήγορα
κουσί = τρέξιμο
κουσιές = πλεξούδες
κουσκούζ' = ζυμαρικό, είδος τραχανά
κουσκουτζάς = εύσωμος, μεγαλόσωμος
κουσούρ = ελάττωμα, αλλά και υπόλοιπο
κούτιου = σκυλί
κούτιου-κούτιου = κάλεσμα για το σκυλί να παίξουμε ή να το
χαϊδέψουμε
κούτκας = σβέρκος
κουτκούδια = σβέρκος
κούτλους = μεγάλο πέτρινο γουδί
κουτουρού = κατ’αποκοπήν, περίπου
κουτούφ = κακός μαθητής
κούτρα = μικρός λόφος, αλλά και το κεφάλι
κουτρώ = τρακάρω, τυχαίνω, κουτουλώ
κουτσάκ' = ξύλινα εξαρτήματα του σαμαριού στα οποία έδεναν το
φορτίο λαβή του σαμαριού
κουτσακούδια = μικρά δυσανάγνωστα γράμματα
κουτσουκέρατους, -η, -ου = το ζώο που έχει σπασμένο το ένα ή και
τα δυο του κέρατα
κουτσουλιά = περιττώματα πουλιού
κουτσουλίτς = κορυδαλός
κουτσουπίνου = πίνω λίγο λίγο
κουτσούρα ή κούτσουρου = ξερό χοντρό ξύλο για το τζάκι, μτφ.
Τεμπέλης
κόχ' = γωνία δωματίου
κόψια = άγκιστρο που πιάνει το (κουμπώνει) στο θηλύκι
κόψιμο = ευκοίλια
κράζου = φωνάζω δυνατά
κρανίτκους, τ’κ’, -ου = χοντροκομμένος (κατά την κρανιά)
κράσ' = ιδιοσυγκρασία
κρατνάδις = ποικιλία επιταπέζιων σταφυλιών
κρατνάς = είδος κολοκυθιού, μτφ. κεφάλας
κρατούνα = νεροκολοκύθα, μτφ. Κεφάλας
κριακόρια = κατσάβραχα
κριάκουρους ή κριακουριά = μεγάλος βράχος με τραχιά επιφάνεια
κριας = κρέας
κριάτναρους = μεγάλο κεφάλι
κριθαρίτσ’ = κριθαράκι, σπυρί που βγαίνει στο μάτι
κριμασταριά = σταφύλι μαζί με το κλαδί του
κριμνώ = κρεμάω
κριτσ'μάς = τέλος εποχιακής δουλειάς
κ-ρμπάτσ’ = μαστίγιο
κρουμδουκέφαλου = μεγάλο ξερό κρεμμύδι κρεμασμένο
κρούου = χτυπώ
κρουστάλια = κρύσταλα παγωμένου χιονιού
κρυψάνα = κρυψώνας
κύπηρ = αγριόχορτο
κωθών' = τιποτένιος, ακατατόπιστος
- Λ -
X
λ’μπα = αρχίδια
λαβάνα = γυάλινη κανάτα
λαγγόν' = το μέρος του σώματος κάτω και αριστερά από τα πλευρά
λαγήνα = στάμνα
λαγιαρνί = το μαύρο αρνί
λαγουνίκα = θηλυκό κυνηγετικό σκυλί
λαδώνουμι = λεκιάζομαι αλλά και καταλύω σε περίοδο νηστείας
λαιμαργιά = πέτσινο κολάρο λουρί περασμένο στο λαιμό του ζώου
λαϊντός = μεγαλόσωμος αφελής άντρας
λακέρδα = η παστή παλαμίδα
λάκκους = ρέμα
λακκούσα = το νερό που κατεβάζει ένα ρέμα μετά από δυνατή βροχή
λακριντί = κουτσομπολιό
λαλαγκίδα = λουκουμάς
λάλης = ο θείος
λαλώ = οδηγώ ή παροτρύνω τα ζώα να προχωρούν πιο γρήγορα
λάμια = μυθικό τέρας
λαμνίζου = μουντζουρώνω
λαμνούρα = η μουντζούρα αλλά και η ζέστη που παρατηρείται το
καλοκαίρι πάνω από το έδαφος, η κάψα
λαμώνου = λερώνω
λανάρα = εργαλεία που καθαρίζουν τα μαλλιά κυρίως των
γιδοπροβάτων
λαναρίζου = ξαίνω το μαλλί στη λανάρα
λάου-λάου = σιγά-σιγά με προφύλαξη
λαπάς = πολυβρασμένο ρύζι
λάπατου = αγριόχορτο που μπαίνει στην πίτα
λαρδί = χοιρινό λίπος
λασπούρα = πολύ λάσπη
λαφιάτς = πρασινοκίτρινο φίδι μήκους 1, 5 μ. που σφυρίζει όταν
αισθανθεί κίνδυνο
λαφρουκάνταρου = χαζούτσικος
λαφρουμπάμπαλου = πολύ ελαφρύ
λαχαίνου = αποκτώ κάτι τυχαία
λείξα = λιχουδιά
λέισιμου = (δεν είναι για λέισιμου δηλ. για να το πείς)
λειχούδ' = βρέφος, μωρό
λειχούσα = λεχώνα
λείψανου = η σωρός του νεκρού
λιάγκαβους, -β’, -ου-λίγκαβους-λίγκαρς = μικροκαμωμένος και
βρομιάρης
λιάλ'βα = βλακεία
λιάλ'βαλης = βλάκας, αφελής
λιάμοιρους = κακόμοιρος, καχεκτικός
λιανός = αδύνατος
λιανουκαταπίνου = ξεροκαταπίνω
λιανουπιρπατώ = πατώ στα νύχια
λιανούρια = ψιλά
λιανουχάφτου = τσιμπολογώ, τρώω ελαφρά
λιβέντριους, -ια, -ιου = χωρίς σακάκι
λιγούρα = εξάντληση από πείνα
λιγώνουμι = εξαντλούμαι
λιέσ' = πτώμα ζώου
λιέτσ'ιους = ασουλούπωτος
λίμα = μεγάλη πείνα, λαιμαργία, αλλά και εργαλείο για ακόνισμα
μαχαιριών κ.λ.π
λιμάζου = πεινάω πολύ
λιμάρισμα = ακόνισμα
λιμάρου = ακονίζω
λιμόντουζου = κιτρικό οξύ
λιμόρια = νεκροταφείο
λιμουδέτς = γραβάτα
λιμουπνίγου = πιάνω από το λαιμό και πνίγω
λιμπούδα = σοκολατιέρα
λιο τρανός = ο πιο μεγάλος
λιο τρανός = ο πιο μεγάλος
λιό = πιο
λιόκια = αρχίδια
λιόπρου = μέρος που το βλέπει ο ήλιος, απάνεμο
λιουγκούρς = μεγαλόσωμος αφελής άντρας
λιουπρίζουμι = ζεσταίνομαι στον ήλιο
λιούτας = αλλόκοτος, ασουλούπωτος
λισγάρ = είδος φτυαριού, πατόφτυαρο
λιφτουκαριά = φουντουκιά
λιχνητήρ = εργαλείο για το λίχνισμα, ξύλινο δικράνι
λιχνίζου = χωρίζω με τίναγμα το σιτάρι από το άχυρο
λίχνισμα = το τίναγμα του όσπριου για να καθαρίσει από τα άχυρα
λιχούδ = νεογέννητο
λιχρήτς = αλήτης, βρομιάρης
λ'μπα = όρχεις
λογόμδα = αλογόμυγα
λόστους = λοστός, σιδερένια βέργα
λότους = λαχείο
λουγιάζου = σκέφτομαι, λογαριάζω
λουγόρια = φλυαρία, πολυλογία
λουγουδιάρια = φλυαρία, πολυλογία
λουγυρίζου = περιφέρομαι, γυρίζω άσκοπα
λουγυρνώ = περιφέρομαι, γυρίζω άσκοπα
λουλακίσιους, -ια, -ιου = γαλανός
λουλάς = βρύση με τρεχούμενο νερό
λουμπουντιά = είδος αγριόχορτου
λουξ = δυνατή λάμπα που καίει βενζίνη
λουπουδίτς = λωποδύτης, τυχοδιώκτης
λόυρα = γύρω-γύρω
λούτσα = μούσκεμα
λυκάντσου = γλυκάνισος
λυκούκτσους = γλυκάνισος
λύκους = αγριόχορτο που πνίγει τα φυτά
λυσσιάρκους = λυσσασμένος
- Μ -
X
μάξους ή μαξούς= επίτηδες
μαγαζάς = μεγάλο δωμάτιο που χρησίμευε για αποθήκη
μαγάρα = ακαθαρσία γενικώς
μαγάρσμα = λέρωμα
μαγειρίτσα = είδος σούπας με ψιλοκομμένα εντόσθια
μαγέρσα = μαγείρισσα
μαγιαλαντίζου = βάζω τη μαγιά
μαγκ΄-ρ = τούρκικο νόμισμα
μαγλαράς = αυτός που έχει φουσκωτά μάγουλα
μαζώνουμι = μαζεύομαι
μαθέ = βέβαια, πράγματι
μάιντε = εμπρός, άιντε, που ν'το
Μαΐσιος = Μαγιάτικος
μαϊχόζ'κους, -κ’, -κου = υπόξινος, ξινόγλυκος
μακάμ = ιδιαίτερος μουσικός σκοπός
μακαράς = η τροχαλία, το βαρούλκο του πηγαδιού
μακιδουνίης = μαϊντανός
μάκους = υπνωτικό (όπιο) που έδιναν στα μωρά για να είναι ήσυχα
μακρουδρουμώ = κατά μήκος
μαλαγάνα = κόλακας
μαλάς = το μυστρί
μαλιουβράσ' = ανακατωσούρα
μαλιουκάτ = κακός άνθρωπος
μαλίτκους, -τ’κ’, -τκου = μάλλινος
μάλτα = μπλου-τζην
μαμαλίγκα = είδος φαγητού, πηχτός χηλός από καλαμποκίσιο αλεύρι
και λίπος
μάμου = η γιαγιά
μαμούν' = η μαϊμού
μάμους = ο γυναικολόγος, ο μαιευτήρας
μανάκα = η γιαγιά
μανακούδα = γιαγιά
μανάλ’ = μανουάλι
μανάρ = πρόβατο που έτρεφαν στα σπίτια για να το σφάξουν σε
εξαιρετικές περιπτώσεις
μανιά = γιαγιά
μανίζου = θυμώνω
μάνι-μάνι = γρήγορα
μανιτόμπα = ποικιλία σιταριού
μανούρα = φασαρία
μαν'σμένους = θυμωμένος
μάνταλους = σύρτης
μανταλώνου = κλείνω, ασφαλίζω την πόρτα
μαντζιαλούκ’ = τέχνασμα, κόλπο
μαντζιαφλάρ = εργαλείο, όργανο, εξάρτημα
μαντραβίκα = κρεατοελιά στο δέρμα
μαξούλ' = καπνός πρώτης ποιότητας
μαράζ’ = ο σωματικός μαρασμός, η στενοχώρια
μαραφέτ = μέθοδος, εργαλείο αλλά και τρόπος, πονηριά, μυστικό
αλλά και εργαλείο
μαργουμένους, -ν', -ου = μουδιασμένος
μαργώνου = παγώνω, μουδιάζω
μαρί = καλέ
μάρκους = όνομα μουλαριού
μαρκούτσ' = λαστιχένιος σωλήνας
μαρμάγκα = φαρμακερό φίδι
μαρό = το ψωμί
μαρούδα = πασχαλίτσα, μτφ. αργοκίνητος
μαρτιούμι = μηρυκάζω, ξαναμασώ
μαρτυριά = μαρτυρία, προδοσία
μαρτυριάρ'ς = προδότης
μαρτυρώ = καταθέτω μάρτυρας, προδίδω
μάσα = φαγητό αλλά και ο σουφράς
μασάλ' = ψεύτικη αλλά πιθανή ιστορία παραμύθι, αστείο
μασάτ = μεταλλικό ακονιστήρι που χρησιμοποιούσαν οι χασάπηδες
ακονόπετρα
μασιαλά = μπράβο, ωραία, ό, τι επιθυμεί ο θεός
μασκαρ΄λίκ’ = ρεζιλίκι
μασκαράς = πρόστυχος
μασλάτ = ανέκδοτο, αστείο
μασλατεύου = μιλώ, λέγοντας πολλά λόγια
μασούρ = περιτύλιγμα κλωστής
μαστάρ = μαστός, στήθος ζώου αλλά και πηγή
μαστραπάς = κοντό τραπέζι, σοφράς αλλά και χάλκινο κύπελλο
ματάν' = γιαούρτι με πολύ νερό, αριάνι
ματιάζου = σημαδεύω, βασκάνω
μάτιασμα = σημάδεμα, βάσκαμα
ματουγυάλια = γυαλιά
ματουτσίνουρα = βλεφαρίδες
ματούφς = ο βλάκας
ματσαλώ = μασώ, τσαλακώνω
ματσαράγκα = κόλπο, τέχνασμα, πονηριά
ματσαρόκους = γάτος
ματσούκ’-ματσούκ'α = ραβδί, βέργα
μαυρόι = μαυριδερό έδαφος
μαχαλάς = γειτονιά, συνοικία
μαχαλιώτς, -ιώτσα = γείτονας, απ’ την ίδια συνοικία
μαχιά = μακρύ ξύλο
μαχμούρ’ς = αυτός που μόλις ξύπνησε
μαχμουρλής, -ού, -ίδκου = αγουροξυπνημένος και άκεφος
μαχμουρλίδκους, -κ’, -ου = αυτός που μόλις ξύπνησε
μαχμουρλίκ' = κατάσταση αυτού που μόλις ξύπνησε
μάχνα = ικμάδα δύναμης, αλλά και γαστρικός πόνος
μαχούδα = λεπτή σανίδα
μέγγινης = η μόρσα, σφιγκτήρας
μέλαγκας = χωράφι με καφέ χώμα (πηλόχωμα)
μέρους = αποχωρητήριο
μέρτζιους = μεγαλόσωμος, αφελής άντρας
μέσουν όρους = μέσος όρος
μηλαδέρφ-μηλαδιρφός = ετεροθαλής αδερφός
μηλιαδέρφ = ο ετεροθαλής αδερφός από άλλους γονείς, αλλά
έχουν μεγαλώσει μαζί γιατί τον πήρανε ψυχοπαίδι
μηλιάρ = ειδικό δέντρο, σκληρό, κατάλληλο για στειλιάρια
μηναίου = μηνιάτικο, μισθός
μηναίου = το μηνιάτικο, ο μηνιαίος μισθός
μηργιάτκου = μεροκάματο
μηχανούδα = ξυριστική μηχανή
μιγντάν' = πλατεία, έκταση
μιζαβίρς = ο συκοφάντης
μιζέδια = μεζέδες
μιζιλίκ’ = μεζές
μιλιένιους, -ένια, -ένιου = γλυκός στους τρόπους, πρόσχαρος,
συμπαθής
μιλιέτ = ράτσα, φυλή, έθνος
μιλίησ' = ο λερωμένος στο πρόσωπο
μιλιούρ = πρόβατο που γεννά για πρώτη φορά
μιλίσ' = όνομα βοδιού
μιντέρ = καναπές
μιντές = πεζούλι, καναπές
μιντιρούδ = πεζουλάκι
μιράδ = μερίδιο
μιράκ’ = ζωηρός πόθος, ανησυχία, ιδιοτροπία, διέγερσης του
συναισθηματικού
μιρακλαντίζου = καταλαμβάνομαι από όρεξη για κάτι
μιριμέτ = επιδιόρθωση, επισκευή
μιριμιτώ = επισκευάζω
μισάδ = μισό, μισό στρέμμα
μισαδειάζου = φτάνω στη μέση
μισάλ' = πανί που σκεπάζουν το ζυμάρι της πινακωτής,
τραπεζομάντιλο
μισάντρα = εντοιχισμένη ντουλάπα
μίσηρκους, μισήρκα = αρσενική, θηλυκή γαλοπούλα
μισιακός = από μισός, συνεταιρικός
μισιές = βελανιδιά
μισιριά = καλαμποκιά
μισόσκιλα = ανάμεσα στα πόδια
μισουβέζ’κα = μοίρασμα μισό μισό
μισούδ = μισή δραχμή
μιστηρής = αγοραστής
μισχιό = μεσαίο
μιτζίτ = παλιό τούρκικο νόμισμα
μιτζμένους, -΄, ν’, -νου = μεθυσμένος
μιτιμένα = με μένα, μαζί μου
μιτιρίζ’ = πολεμίστρα
μιτός = εμετός
μνημόρια = τα μνήματα, το νεκροταφείο
μνήσκου = μένω
μνουχίζου = ευνουχίζω, στειρώνω
μνούχισμα = ευνουχισμός
μοίρα = κομμάτι κρέας
μοιράδ' = κομμάτι από μοίρασμα
μόκο = ησυχία
μόλιαβους = ήσυχος, αυτός που δεν μιλάει
μόλτσα = ο σκόρος που τρώει τα μάλλινα ρούχα
μόνιασμα = συμφιλίωση
μονόπατα = μονόπλευρα
μουγκριάδις = εξογκώματα που εμφανίζονται στη ράχη αδύνατων
αγελάδων και έχουν μέσα σκουλήκια
μουδάτους, -τ’, -ου = με σχέδια
μουζαβέζ’κους, -κ’, -κου = περίπλοκος, ασαφής, μπερδεμένος
μουζαβιρίζου = διαβάλλω αλλά και εκνευρίζω
μουζαβίρς, -σα ή -ρου, -κου = αυτός που διαβάλλει κάποιον
μουκαέτς, -έτσα, -τκου = μερακλής, με όρεξη για δουλειά
μουκαϊτιά = κέφι, μεράκι, όρεξη για δουλειά
μούλα = το θηλυκό μουλάρι
μουλαήμς = ο αργός, ο βαρύς
μουλουγώ = μαρτυρώ, ομολογώ
μουλουθρός = ο μεγαλύτερος γυάλινος βώλος
μουλώνου = ησυχάζω, σωπάζω, σταματώ, λουφάζω
μούμια = ο αμίλητος, ο βουβός
μουμούτσ’ = φάντασμα αλλά και σκιάχτρο
μουνιάζου = συμφιλιώνομαι με κάποιον
μουνίκακας = αφηρημένος
μουνόψειρα = ψωροπερήφανος
μουντός, -ιά, -ό = ο σκούρος
μουργαρώ = καθυστερώ, χρονοτριβώ
μούργους = τσοπανόσκυλο
μουριάβα = τεμπέλης, τεμπελιά
μούρκα = όνομα θηλυκού μουλαριού
μουρκέφαλους, -λ', -ου = ο ασκεπής, αυτός που δε φορά καπέλο
μουρνταριά = η ακαθαρσία, η λέρα, η βρομιά
μουρντάρς, -ρου, -ρκου = ο ακάθαρτος
μουρσιά = ματωμένα
μουρσιώνουμι = ματώνω
μούρτζιους = ον. σκυλιού (ο λερωμένος στο πρόσωπο)
μουσαφιριό = φιλοξενία
μουσαφίρς = φιλοξενούμενος
μουσκαρούδ = το μοσχαράκι
μούσμουλας = ατημέλητος
μουστακλής = μουστακαλής
μουστόπτα = μουσταλευριά
μουταίνουμι = μουγγαίνομαι
μουταφτσής = αυτός που φτιάχνει τσιούλια ή τορβάδες
μουτεύω και μουτεύουμι = ησυχάζω, βουβαίνομαι, χάνω τη μιλιά μου
μούτζα = μούντζωμα, φάσκελο
μούτιψει = ατόνησε, έχασε το ηθικό του
μούτλα = τα κενά ανάμεσα στα ξύλα της στέγης
μούτλακ΄ = ίσως
μούτους = μουγγός
μούτρου = πρόσωπο και μετ. αυστηρός, κακός άνθρωπος
μουτρουμένους, -ν', -ου = θυμωμένος
μουτρώνου = θυμώνω, κατσουφιάζω
μούτσκα = η μούρη, το πρόσωπο, η όψη
μουτσκουμένους, -ν', -ου = θυμωμένος
μουτσκώνου = θυμώνω, κατσουφιάζω
μουτσουνιάζου = θυμώνω
μουχαμλής = κιρκινέζι
μουχαμπιτλής και μουχαμπιτσής = ο πολυλογάς, αυτός που του
αρέσει η συζήτηση
μουχάν' = φυσερό, καπνοδόχος
μουχάν’ = φουγάρο, καπνοδόχος
μούχλας-μουχλιάρς = αργοκίνητος, βραδύς
μπαϊά = αρκετά, κάμποσο
μπάια-μπάια = σιγά σιγά
μπαϊλντίζου και μπαϊλντώ = κουράζομαι, χάνω τις αισθήσεις μου
μπαϊλντισμένους, -ν', -ου = κουρασμένος πολύ
μπαΐρ = λόφος, βουνό
μπαϊράκ' = σημαία
μπάκακας = μεγάλος βάτραχος του νερού
μπακαλούμ = για να δούμε
μπακιρένιους, -νια, -νιου = χάλκινος μπρούτζινος
μπακ-ρ = ο χαλκός, ο μπρούντζος
μπακράτσ' = μικρό χάλκινο δοχείο, κατάλληλο για τη μεταφορά
φαγητού ή γάλατος
μπακράτσας = αυτός που δυσκολεύεται να κινηθεί
μπάλα με αλεύρι = σακί με αλεύρι
μπαλαμούτ = τέχνασμα, κόλπο
μπαλαμπάν’ς = εύσωμος και καλοφτιαγμένος
μπαλντίρια = οι καμπύλες της γυναίκας
μπαλταντί = τοίχος από καλάμια με ξύλα και λάσπη
μπάλτζα = η κουνιάδα
μπαμπαζιάν’ς = μεγαλόσωμος, λεβέντης
μπαμπάκας = ο μπαμπάς (χαϊδευτικά)
μπαμπάκης = μεγάλος παππούς
μπαμπακώνου = γεμίζω με βαμβάκι, γενικά παραγεμίζω
μπαμπαλίζου = κάνω τον υποβολέα
μπάμπαλου = σκουπιδάκι και μετ. το πολύ ελαφρύ
μπαμπατζιάν’ς = παλικαράς, αυτός που έχει μεγάλο ανάστημα
μπαμπίτκα = γεροντίστικα
μπαμπλάτ΄σκα = μαύρη, μεγάλη κατσαρίδα
μπάμπου = γριά γιαγιά
μπαμπουγέριασει = γέρασε πολύ έγινε γέρος
μπάμπρας = το σκαθάρι.
μπάνια = τα ιαματικά λουτρά αλλά και τα θαλασσινά
μπαντακουτός, -ιά, -ό = βαθουλωτός
μπαντιαβά = άδικα, τσάμπα απρογραμμάτιστα, στα τυφλά
μπαντίκια = ποικιλία άσπρων σταφυλιών
μπαντίνα = μεγάλο σε έκταση αγροτεμάχιο
μπαξίσ' = δώρο, φιλοδώρημα
μπάρα = λακκούβα με βρόχινο νερό
μπαράζ' = μάλωμα, κατσάδα
μπαριάζ’ = γεμίζει με νερό το χωράφι μετά από βροχή
μπαρίζου = ψάχνω με τα χέρια να βρω κάτι στο σκοτάδι
μπάριμ = τουλάχιστον, επιτέλους
μπαρλίβου = μεγάλη νύστα
μπαρντάκ' = μικρό δοχείο με νερό, στάμνα
μπαρντάκια = ποικιλία δαμάσκηνων
μπαρντακουβούλουμα = κάτι που είναι μικρό σε όγκο, μικροκαμωμένο
μπαρντακούδ' = μικρό δοχείο για νερό
μπάσ’ = πρώτος
μπασκί = φυτευτήρι, εργαλείο με το οποίο ανοίγουν τρύπα για το
φύτεμα του καπνού κυρίως αλλά και άλλου φυτού
μπασμάς = ποικιλία καλλιεργούμενου καπνού
μπάσ'-παρμάκ' = ο αντίχειρας
μπατάκ' = βούρκος και μετ. ο απατεώνας
μπατακτσής, -ού = κακοπληρωτής
μπατακώνουμι = βυθίζομαι στη λάσπη
μπατάλ΄κους, -λου, -ικου = χοντροκομμένος, άχαρος
μπατάλ’ς, -λου, -ικου = άκομψος, αλλόκοτος, άχαρος
μπαταλαρία = σαράβαλο, παλιατζούρα
μπάταλους, -λ’, -ου = άχρηστος
μπατγιαβά = άδικα, τα τζάμπα
μπατζιάκ’ = μπούτι, μηρός
μπατζιανάκ’ς = σύγαμπρος
μπατιρίζου = χρεοκοπώ
μπατίρς = χρεοκοπημένος
μπάτσα = χαστούκι
μπατσαριά = δυνατό χαστούκι
μπαφιάζου = κουράζομαι
μπάφκα = ψέμα
μπαχτσιάς = λαχανόκηπος
μπαχτσιβάν’ς – μπαχτσιβάνους = κηπουρός μανάβης
μπαχτσίσ’ = δώρο, φιλοδώρημα
μπέγκα = λεκές
μπέγκους = λόφος
μπέλκιμ = ίσως
μπερντάκ' = στρώμα, πατωσιά
μπέτσιους = όνομα βοδιού
μπέχατζης = αυτός που ψάχνει για τζάμπα
μπέχου = τζάμπα
μπιζ = είδος γνωστού παιχνιδιού
μπιζαχτάς = ο πάγκος του μικροπωλητή
μπιζιβέγκ’ς = παλιάνθρωπος, μαστροπός
μπιζιρνώ = βαριέμαι
μπιιλί = φανερό, γνωστό
μπίιλι = αλήθεια
μπίκας = ταύρος
μπικιάρς, -ρσσα = γεροντοπαλίκαρο - γεροντοκόρη
μπιλέμ = φανερό, αληθινό
μπιλιάς = μπελάς
μπιλιούρ = κρύσταλλο
μπιλτζίκ’ = βραχιόλι
μπιμπίκια = τα πρώτα γένια, ο ίουλος
μπιμπίλα = το στρίφωμα του παντελονιού, το ρεβέρ
μπιμπλιά = τα στραγάλια
μπινάς = η εσωτερική οροφή μεγάλου του σπιτιού
μπιρικέτ = αφθονία
μπιρικιτλίδκους, -κ’, -κου = εύφορος
μπιρμπαντεύου = επιδίδομαι σε διασκεδάσεις
μπιρμπάτς, -τσα, -τκου = ακάθαρτος, ο ρέπων προς την θωπείαν, ο
εφαψίας
μπιρντάχ’ = ξυλοδαρμός
μπιρντές = η κουρτίνα
μπιρσίμ = γερή κλωστή
μπιρ-ταμάμ = ακριβώς όσο χρειάζεται
μπίσ’κους = μεγάλο γουρούνι και μετ. μεγαλόσωμος και δυσκίνητος
μπισ’λιμές = μικρό σταβλισμένο ζώο
μπισίκ’ = σανιδένια κούνια μωρού, το λίκνον
μπιτζίμ = σχήμα, είδος
μπιτιβίδκους, -ια, -κου = ολόιδιος
μπιτίζου = τελειώνω, αποπερατώνω
μπιτσιάκ' = ο σουγιάς
μπιτσιακούδ = ο μικρός σουγιάς
μπίτσ'κα = κατακέφαλα, μεγάλη κατηφόρα
μπλιάκακας = ο βάτραχος
μπλιακακόσκατα = η κοπριά του βατράχου
μπλουντίνου = πλουτίζω, πληθαίνω
μπλουντιρός, -ιά, -ό = μπόλικος
μπλόχνου = βάζω μέσα, φυτεύω με βίαιο τρόπο
μπόδουκλους = εμπόδιο
μπόι = ανάστημα αλλά και φούστα
μπόλ’κους, -κ’, -κου = άφθονος
μπόλ' = εμβόλιο
μπόλιασμα = εμβολιασμός
μπόμπα = χωμάτινος βώλος
μπόπκους = κοντός
μπόσ’κους = χαλαρός
μπουγάζ' = κρύο ρεύμα αέρα
μπουγάς = ο ταύρος
μπουγιουρντί = βεζύρικη διαταγή
μπούζ' = παγωμένο, κρύο
μπουζάς = ο πωλητής δροσιστικού ποτού
μπουζιάζου = κρυώνω πολύ, ξεπαγιάζω
μπουζιέρα = το ψυγείο
μπούζντρα = το παχύ κρέας, το λίπος
μπούκλις = κατσαρά μαλλιά
μπουκλιτσούδα = μικρό δοχείο νερού
μπουκλούκ’ = ακαταστασία, ακαθαρσία
μπούκουβου = χοντροκομμένο πιπέρι από κόκκινη πιπεριά
μπούκουμα-μπουκουσιά = μπουκιά
μπουκώνουμι = γεμίζω με μεγάλη μπουκιά το στόμα μου
μπουλάκιμ = στο καλό σου, μακάρι τουλάχιστον
μπουλαντίζω = αναγουλιάζω
μπουλιάζου = εμβολιάζω
μπουλίτσα = το ράφι
μπουμπές = είδος καπέλου, ρεπούμπλικα, καβουράκι
μπουμπόλια = τα κόλλυβα
μπουμπότα = το καλαμποκίσιο ψωμί
μπουμπούτα = φωτιά
μπουμπουτίζου = αναζωπυρώνω τη φωτιά
μπουμπουτούρας = πολυλογάς
μπουμπουτώ = ανάβω πολύ τη φωτιά
μπουμπρέκ’ = τα νεφρά
μπουνέλου = το πηρούνι
μπούντα = υγρασία
μπουντρούμ = βαθύ, σκοτεινό και υγρό υπόγειο
μπουρανί = σπανακόρυζο
μπουρλιά = φύλλα καπνού περασμένα σε κλωστή ή τα ξεραμένα σύκα
περασμένα σε κλωστή
μπούρλιαβους, -β’, -βου = αφηρημένος, απρόσεκτος
μπουρλιόκ’ = ανακάτεμα
μπουρμάς = η κάνουλα
μπουρντίζου = ευνουχίζω, αφαιρώ τους όρχεις των ζώων
μπούρντσμα = ευνουχισμός
μπουρός = μικρό κινητό ντουλάπι
μπουτέλα = μεγάλη πιατέλα
μπούχαβους, -β', -ου = αφράτος, πλαδαρός
μπουχνιά = σπρώξιμο, σκούντημα
μπουχνώ-μπουχνίζου = σπρώχνω, σκουντώ
μπουχτίζου = βαριέμαι, αηδιάζω, πλήττω
μπουχτσιάς = δέμα τυλιγμένο με σεντόνι ή κιλίμι
μπόχα = βρώμα, αποπνικτική ζέστα, κύμα ζέστας
μπρε = βρε
μπριόλ’ = κολόνια
μπρουγκώ = διώχνω με φωνές
μπρουμπτίζου = σκοντάφτω, πέφτω με τα μούτρα
μπρούμτα = μπρούμυτα
μπρούσ’κος, -ια, -ου = στυφός, με τσουχτερή γεύση
μπρουσνέλα ή μπρουστέλα = αυτός που οδηγεί μια ομάδα ή για τα
ζώα ο αρχηγός του κοπαδιού
μπρουστουμούν’ = ποδιά
μυγιάγγιχτους = αυτός που θίγεται εύκολα
μυγούδ' = μικρή μύγα
μυγουχάφτς = αυτός που καταπίνει μύγες μτφ. ο ευκολόπιστος
μυλαύλακου = το αυλάκι που φέρνει το νερό στο μύλο
μυξουμάντηλου = μαντίλι
- Ν -
X
ναβάλ'ς, -ου, -κου = ο χαζός
νάκους = χαζός
ναλετιά = το πείσμα, η ιδιοτροπία
ναλέτς = ο ιδιότροπος, ο πεισματάρης
νε έτσ’νε αλλιώς = ούτε έτσι ούτε αλλιώς
νε = ούτε
νεμ = αμ πώς
νήγαντους, -ντ’, -ντου = περιποιημένος, καλλωπισμένος
νηλαμπή = αναλαμπή, φωτεινή δέσμη ακτίνων μέσα στα σύννεφα
νηπαμένους = ξεκουρασμένος, αναπαυμένος
νησ’κουσύν’ = πείνα
νησ'κάδα = πείνα
νιάμηρα = τα εννιάμερα
νιάνια = η μεγάλη γιαγιά
νίβουμι = πλένομαι
νίγαντους = περιποιημένος, προκομμένος
νιγέτ = πείσμα, επιμονή αλλά και πρόθεση, σκοπός
νιγητλής = αυτός που επιμένει σε κάτι
νίγκλα = το λουρί του σαμαριού που περνά κάτω από την κοιλιά του
ζώου
νιγλιάζου = αναγουλιάζω
νιγλιάρς = αυτός που αναγουλιάζει
νιζιούτσ'κα = δερμάτινο κορδόνι
νιζλάς = οδοντικό απόστημα
νικατώνουμι = ανακατεύομαι
νικουλιάζου = γυρνώ τις πλάτες μου σε κάποιον
νιμίγουμει = αναμειγνύομαι, ανακατεύομαι, κουνιέμαι
νινέ = γιαγιά
νινί = το μωρό στη βρεφική γλώσσα
νινιό = μυαλό
νιόγαμπρα = νεόνυμφοι
νιρόμπλιακας = αυτός που πίνει πολύ νερό
νιρουκάηκα = νεροδίψασα
νιρουλός = ζουμερός
νιρουμπλιόκ’ = νερουλό, σουπωτό
νιρουφιούμι = κλαίω με αναφιλητά
νισαντίρ = το αμμωνιακό άλας
νισιστές = αλευρώδης ζάχαρη
νισκουμπώνουμι = ανασκουμπώνομαι, ανεβάζω τα μανίκια
νίσμπα = υπόγειο που κρεμούσαν τα σαντάλια για να μαλακώσουν
νιτριχιάζουμει = ανατριχιάζω
νιχιός = μεγάλο ταψί
νίψιμου = το πλύσιμο χεριών και προσώπου
νμτραμιτζάνα = νταμιτζάνα
νόημα = νεύμα, γνέψιμο
νότ = υγρασία
νότιους –ια, -ιου = βρεγμένος
νούλα = η ψιλή μηχανή του κουρέματος
νουμάς = η μεγαλύτερη από τις μπίλιες
νουμάτ-νουματαίοι = άτομα
νουμπέτ = ολιγόλεπτη ξεκούραση αλλά και δόση, σειρά
νουνουτζιά = παπαρούνα
νουντάς = η κάμαρα, το δωμάτιο
νουρά = ουρά
νουτίζου = βρέχω, μουσκεύω
νταβανούης ή ντάβανους = μεγάλη αλογόμυγα που τσιμπάει τα ζώα
και τα κάνει να τρέχουν σαν τρελά, οίστρος
νταβαντούρ = η φασαρία
νταβάς = ρηχή κατσαρόλα
νταβούδ = μικρή ρηχή κατσαρόλα
νταβραντίζου = ζωηρεύω, αναρρώνω
νταγιαντίζου-νταγιαντώ = αναθαρρεύω, ανθίσταμαι, στηρίζω,
στυλώνω
νταγκλάς = στριφογύρισμα, στόλισμα
νταγλαράς = πανύψηλος, σωματώδης
νταγρές = τύμπανο
νταηλίκ’ = παλικαριά
νταής = παλικαράς
ντάιμα = πάντα
ντάλ' = κλαδί
ντάλα = ακριβώς
νταλάκ’ = ασθένεια της χολής αλλά μετ. το πολύ φαγητό
νταλάκα = φουσκωμένη κοιλιά
νταλακιάζου-νταλακώνου = τρώω πολύ, καταβροχθίζω
νταλγκάς = εσωτερικός πόνος, καημός
νταλντίζου = τολμώ
νταμάρ = λατομείο αλλά και αρρώστια του καπνού
νταμιτζάνα = μεγάλο γυάλινο δοχείο με φαρδιά κοιλιά συνήθως
ντυμένο με καλαθόπλεγμα
νταμκός = ενωμένος, συνεταιρικός
νταμπανά-κουβέτ = μεγάλη απόφαση
νταμπέλα = ταμπέλα, πινακίδα
νταμπλάς = αποπληξία
νταμώνου = ενώνω
ντανάκ’ = αρσενικό μοσχάρι
ντανγκάς = λεκές
νταντάνα = κρυάδα, ρίγος
ντανταντίζου = συνηθίζω
ντάντσις-κουνίτσις = κούνια-μπέλα
ντάρα = το απόβαρο
νταραμή = κατσάδα, μάλωμα
νταρίζω = δωρίζω
ντάρλα = θολά
νταρλιάζου = θολώνω
νταρμαντάρ’ = άνω κάτω
νταρ-μαντάρ = άνω κάτω
νταρό = κρυολόγημα
ντάτσ' = γειά σου, ψιτ!
ντάχτιρντι-ντάχτιρντι = λέω αυτές τις λέξεις κουνώντας το παιδί
και για να το αποκοιμίσω
ντέβιρ = άνω κάτω
ντέγκ' = το μισό ζύγι, το ένα απ’ τα δύο σακιά
ντέν’κιασμα = ζύγισμα, ισορροπία, αλλά και τακτοποίηση σε μεγάλο
δέμα των φύλλων του καπνού
ντέρτ = καημός, μεράκι
ντιάντιους = αναπληρωματικός, παρακατιανός, εφεδρικός
ντιβανέλ΄ς, -λου, -κου = βλάκας, ηλίθιος
ντιβανές, = βλάκας, ηλίθιος
ντιβιρλίγκα = τούμπα
ντίικα = απότομα ψηλά ή χαμηλά, κατακόρυφα
ντικινά = πεισματικά
ντίκφας = ότι νάναι
ντιλιμπάης = τρελός
ντίλμι = τάχα
ντίλους = κάνουλα βαρελιού
ντιμέκ = δηλαδή, τάχα
ντιμπέκ’ = πέτρινο γουδί
ντινκτσής = αυτός που φτιάχνει τα δέματα καπνού
ντιντέικους = μεγαλόσωμος αφελής άντρας
ντιντιά = καβάλα στο ζώο(παιδική λέξη)
ντιντιέ = το ζώο(παιδική λέξη)
ντιπ = καθόλου
ντιργιούμι = διστάζω, δειλιάζω
ντιρέκ' = κολόνα, στύλος
ντιρίζ' = φρεάτιο υπονόμου με πλάκες
ντιριούμι = διστάζω
ντιρλίκ' = μεγάλο φαγοπότι
ντιρλικώνου = τρώω πολύ, παραχορταίνω, γεμίζω το στομάχι
ντος = χτύπα , βάρα
ντόσ'μου = χτύπημα
ντουβάρ = τοίχος
ντουγάν’ = απρόσεχτος, αφηρημένος
ντουγκουρτζιούμ = μικρή Θυμωνιά με 14-17 δεμάτια σιταριού
ντουζένια = κέφια
ντούζ'κα = ίσια κατευθείαν
ντούζ'κους = ευθύς, σταράτος
ντουλαμάς = γιλέκο
ντουλάπ = ερμάριο
ντουλμάς = γλυκό
ντουμάν' = πυκνός καπνός
ντουμανιάζου = γεμίζω με καπνό ή με σκόνη
ντούμπλα = χρυσό νόμισμα αξίας δύο ή και δυόμισι λιρών
ντούνα = μεγάλο κυδώνι
ντουνιάς = κόσμος
ντουντού = προσφώνηση μοναχοθυγατέρας
ντουντούλα = βλαστός αρσενικού κρεμμυδιού
ντούρμα = τάχα
ντουρντουβάκ'ς = Έλληνας, όμηρος στη Βουλγαρία, υποχρεωμένος σε
καταναγκαστικά έργα
ντουρντουμάνα = αντρογυναίκα
ντουρός = ίχνος πατημασιάς
ντουρούδ = κοκαλάκι αρνιού ή κατσικιού (κλείδωση) που χρησίμευε
για παιχνίδι(κότσια)
ντουσ’μάν΄ς = εχθρός, αντίπαλος, πολέμιος
ντουσέκ’ = στρώμα για ύπνο
ντούτκας = σβέρκος
ντραγασιά = πρόχειρη καλύβα δραγάτη
ντραγάτς = αγροφύλακας
ντρουβάνα = κωνοειδές βαρέλι που μέσα του το γάλα γινόταν
βούτυρο
ντρουβανίζου = χτυπώ το γάλα για να γίνει βούτυρο
ντρουπί = λίμα
ντύμπανους = ένα μεγάλο έντομο
νυφουστόλ' = σεντόνι στηριγμένο στον τοίχο με δυο καρφιά και
στολισμένο με κισσό
νυχταλεύου = ψάχνω, ψαχουλεύω
νώμους = ο ώμος
- Ξ -
X
ξανάστρουφα = ανάποδα
ξαναστρουφιά = η ανάποδη όψη του υφάσματος
ξαπλαρώνουμι = ξαπλώνω ξένοιαστα, κυλιέμαι
ξέπλυμα = το τελείωμα του πλυσίματος, αλλά και το άνοστο φαγητό
ξέρα = ανομβρία
ξέρασμα = εμετός
ξηρουσταλιάζου = στέκομαι κάπου άσκοπα, χαζεύω
ξηρουχάνου = χασμουριέμαι
ξιαδειάζου = ξεφορτώνω αλλά και ευκαιρώ
ξιακρίζου = ξεψαχνίζω κόβω κάτι στην άκρη, παίρνω κάποιον
παράμερα
ξιαλλάζου = ξεντύνομαι
ξιαλμυρίζου = βάζω σε νερό για να διώξω την αλμύρα
ξιανουσταίν’ = γίνεται άνοστο, χάνει τη νοστιμιά του
ξιανουχτίζου = ατονώ, παρακμάζω, ξεφτίζω
ξιαπουλιούμι = αφήνομαι ελεύθερος
ξιαπουλ'νώ = αφήνω κάτι ελεύθερο, ελευθερώνω
ξιαραδγιάζου = παίρνω τη σειρά από κάποιον
ξιαρμυρίζου = βγάζω το αλάτι(απ’ τον παστό μπακαλιάρο)
ξιάσ’πρισμα = ξεθώριασμα
ξιασπρούλιαβους, -β, -ου = ξεθωριασμένος
ξιβασκαίνου = ξεματιάζω
ξιγκουρλώνου = χαζεύω
ξιζαλίζουμι = μπερδεύομαι
ξιζνιχιάζουμι = πιάνεται ο σβέρκος μου, με πονάει
ξιθαρρεύου = ξενοιάζω
ξιθάρριτους = ξένοιαστος
ξιθέκου = τελειώνω τη φυτεία
ξιθλυκώνου = ξεκουμπώνω
ξιθυμαίνου = ηρεμώ, χάνω τη δύναμή μου, εξατμίζομαι
ξίικους, -ικσα, -ικου = ελαφρόμυαλος, ανόητος, λιποβαρής
ξικάνμου = εκποιώ, αποτελειώνω κάτι που έχω αρχίσει, ξεπουλώ
ξικαστρίζου = κόβω τα κλαδιά ενός δένδρου
ξικλουναρίζου = κλαδεύω
ξικόβου = απομακρύνομαι από κάπου
ξικόβουμι = κουράζομαι πολύ
ξικουρβουλώνουμι = μετακινούμαι, αλλάζω θέση μετά από πολύωρη
παραμονή στην ίδια θέση
ξικουρνιαχτίζου = ξεσκονίζω
ξιλακίζου = τρομάζω τις κότες κυρίως αλλά και σκάβω λάκκο
γύρω-γύρω από το κλήμα
ξιλακ'σμένους = τρομαγμένος
ξιλέου = αναιρώ αυτό που είπα, ανακαλώ
ξιλιγαριάνου = κάνω κάποιον να λιμπιστεί
ξιλιγώνουμι = εξαντλούμαι, πεινάω πολύ
ξιλουγιάζου = παρασύρω
ξιλόφκιαρου = λιχνιστήρι
ξινάαχώουμα τα = ανακομιδή, εκταφή πεθαμένου μετά από 3 ή 5
χρόνια
ξιναχώνου = εκταφιάζω, ξεθάβω
ξινίζουμι = μου φαίνεται ξινό
ξιπάζου = τρομάζω
ξιπανιλώ = λιώνω
ξιπαραλιούμι = ξηλώνομαι
ξιπαρταλιάζου = κουρελιάζω, κάνω κουρέλι
ξιπαστρεύου = καθαρίζω, αποτελειώνω
ξιπάτουμα = καταστροφή αλλά και εξάντληση
ξιπατουμούρας = ζωηρός
ξιπατώνου = καταστρέφω, ξεριζώνω τα αγριόχορτα, ξεβοτανίζω μετ.
καταστρέφω
ξιπιστρίζου = καθαρίζω τις τρίχες των ζώων με ειδικό χτένι απ'
τις ακαθαρσίες
ξιπιτρίζου = καθαρίζω το χωράφι απ' τις πέτρες
ξιπουβγάζου = αποχαιρετώ, ξεπροβοδώ
ξιπουζαλίζουμι = συνέρχομαι από λιποθυμία
ξιπουζεύου = λύνω από το ζυγό
ξιπουζώσταρους, -ρ', -ου = με λυμένα τα παντελόνια
ξιπουτλίγου = ξετυλίγω
ξιπρουβουδώ = κατευοδώνω, ξεπροβοδίζω μετ. ξεφορτώνομαι
ξιρνώ = κάνω εμετό
ξιρόλακας = ξερό ρέμα, λάκος
ξιρουσούλνιαρου = βρύση που στέρεψε
ξιρουσταλιάζου = περιμένω κάποιον ακίνητος για πολλή ώρα
ξισαλώνου = παίρνω θάρρος, αναθαρρεύω και κάνω ανεπίτρεπτα
πράγματα
ξισέρνουμι = ξεγλιστρώ
ξισκαλίζου = ανακατεύω, ξαναθυμάμαι
ξισκαλώνου = ξεμπλέκω, αποδεσμεύω κάτι που σκάλωσε κάπου
ξισκ'κούρ = ρίγος
ξισκουρνίζου = τρομάζω κυρίως τις κότες
ξισντιριάζου = λύνω το καπίστρι του ζώου που είναι δεμένο (
σντιριασμένο )
ξισπυρίζου = βγάζω τα σπυριά
ξισταγγούρς = ατημέλητος
ξιστάζου = στραγγίζω, μτφ. λιώνω απ’ την πολλή δουλειά
ξισταλιάζου = στέκομαι απαθής
ξισταυρώνου = ξεθάβω μετά 3 ή 5 χρόνια
ξιστιφάνουτ’ = αστεφάνωτη
ξιστουπώνου = ξεβουλώνω
ξιστουχώ = ξεχνώ
ξιστρατίζου = ξεφεύγω απ’ το δρόμο
ξίστρους = σπάτουλα, ξύστρα της σκάφης για να καθαρίζει το
ζυμάρι απ' τα τοιχώματα
ξιτάζου = ανακρίνω
ξιτνάζου = τινάζω κάτι μετ. εξαντλώ κάποιον οικονομικά
ξιφλικώνου = ξεκουμπώνω
ξιφυτρώνου = βλασταίνω μετ. εμφανίζομαι ξαφνικά
ξιχ’μάζου = ξεχειμωνιάζω
ξιχαρβαλώνου = ξεχειλώνω, φαρδαίνω κάτι
ξιχώνου = ξεθάβω
ξόδιου = έξοδο
ξόμπλια = σχέδια υφαντών
ξουμίζου = μαντάρω τρύπα πλεχτού
ξουμπλιάζου = βγάζω σχέδια για τον αργαλειό
ξουρίζου = ξυρίζω
ξτόδουλους = Χριστόδουλος
ξτόφουρους = Χριστόφορος
ξυλάγγρου = ο καρπός της ξυλαγγουριάς
ξυλάκ’σμα = το τρόμαγμα των πουλιών με τις φωνές
ξυλιάζου = δέρνω κάποιον με ξύλο μετ. ξεπαγιάζω
ξυλουγαδάρα = ξύλινο φορείο που χρησιμεύει στη μεταφορά πετρών
στην άκρη του χωραφιού
ξυλουφάς = η πλάνη του ξυλουργού
ξυλόφκιαρου = το λιχνιστήρι που χρησιμοποιούσαν για το αλώνισμα
ξυπουλ’ταρία = ξυπόλυτος
ξυστήνου = αυγοκόβω
ξυστρί = μεταλλική χτένα των ζώων
ξυστρίζου = καθαρίζω με το ξυστρί τα ζώα
- Ο -
X
όδι = όπως
όκνα = η πέτρα που κλείνει την τρύπα του φούρνου πάνω απ’ την
πόρτα
όλ’νοι = όλοι
όπουτις = όποτε
όρκους = πύον
ότι φτάσ' = ότι να'ναι
ότνους = όποιου
ουβριός = εβραίος
ουγιούν’ = παιχνίδι
ουκάρκους = αυτός που ζυγίζει μια οκά
ουκνεύου = τεμπελιάζω
ουκνιάρς και ουκνός = τεμπέλης
ουλάκ’ = μικρό κατσίκι, ερίφιο
ουλούκ’ = λούκι, υδρορροή
ουμόνια = ομόνοια
ουμούρια = ιδιοτροπίες, παραξενιές
ουμουρτζής = ιδιότροπος
ουμούτ = ελπίδα, λαχτάρα, πόθος
ουμούτια = καμώματα, τεχνάσματα
ουμώνου = ορκίζομαι
ουντάς = κάμαρα
ούντελας = ξάπλα
ουρ = τύχη
ούρα = ζήτω
ουρανούδια = ψηλά στον ουρανό
ουργιά = μονάδα μέτρησης μήκους ίσαμε το άνοιγμα των χεριών
ούργιου = κλούβιο
ούρδα = μυζήθρα
ουρίζου = διατάζω, είμαι επί κεφαλής
ουρμάν' = δπυκνό δάσος
ουρουλόι = ρολόι
ουρουμίδα = το στενό χώρισμα μεταξύ δυο σπιτιών
ουρσούηζς, -α, -ικου = άταχτος, ανάποδος
ουρτακιά = συνεταιρικά
ουρτιά = όψη του υφάσματος
ουρτούξ = τσούγκρισμα κεφαλιών
ουσ’τ = παραίνεση για περπάτημα του γαϊδάρου ή για περιφρόνηση
προς άνθρωπο ή για διώξιμο σκύλου
ουστριά = το δένδρο γαύρος
ουσ'τρίτς = φίδι με στίγματα στη ράχη
ουτζιάκ' = το τζάκι, καπνοδόχος
ούτι = ούτε
ουχτρός = εχθρός
ουχτώ = οκτώ
όχιντρα = οχιά
όχτους = χωμάτινος τοίχος
- Π -
X
πααίνου = πηγαίνω
παγάλια = σιγά-σιγά
παζβάν’ς = νυχτοφύλακας
παθιάζου = έχω υπερβολικό ζήλο για κάτι
πάθνησκα = πάθαινα
πάθους = βάσανο, μαρτύριο, αρρώστια
παίδημα = ταλαιπωρία
πάινα = πήγαινα
πάισ’μου = πηγαιμός
πάισα = πήγα
παλάβρα = καυχησιολογία μετ. παλαβομάρα, τρέλα
παλάβρατζης = παλαβός, τρελός
παλαβώνουμι = τρελαίνομαι
παλάγκα = μεγάλο αγροτεμάχιο
παλάγκας = μεγαλόσωμος, άχαρος, άκομψος
παλαμαριά = γεωργικό εργαλείο του θερισμού που κάλυπτε την
παλάμη ώστε να μην πληγώνονται τα χέρια των θεριστάδων και να
συλλαμβάνουν μεγαλύτερες ποσότητες στάχυα.
παλάντζα = ζυγαριά
παλιγκιρίσιους, -ια, -ιου = ο του παλιού καιρού
παλιόρνιθα = παλιόκοτα
παλουκώνου = δένω κάποιον σε παλούκι
παμπόρ = χαρταετός
παναΰρ’ = πανηγύρι
πανίτκους, -κ’, -κου = πάνινος
πανουγόμ = χοντρό παλτό αλλά και πρόσθετο φορτίο
πανουκαπλιά = το λουρί που είναι πάνω απ' τα καπούλια του ζώου
πάν'πανουτί = πολύ πυκνά
παντζιάκα = χοντρή μάλλινη κάπα του βοσκού
πάουτζήδις = τα μέλη της Πανελλήνιας Αντικομμουνιστικής
Οργάνωσης
παπάλ’ = ο βάλανος του πέους
παπαλιάγκας = αυτός που τα λεγόμενά του δεν εμπνέουν
εμπιστοσύνη, αυτός που τα μεγαλοποιεί
παπαλιάγκεις = ταιριάσματα, ψέματα
παπαλιούφκα = άγονο χωράφι
παπαλίτσ’ = ο βάλανος του πέους
παπαλούσ' = βρέξιμο απλό του κεφαλιού
παπάρα = σούπα με σκέτο αλεύρι
παπαρδέλας = ο πολυλογάς
παπαρδέλια = πολλά λόγια αστεία
παπάρια = ανδρικά γεννητικά όργανα
πάπδεις = οι παππούδες
παπίτκους, -κ’, -ου = γεροντικός
παπκάτ = από κάτω
παπλιάκ'ς = παππούς
παπόσ'κα = η τούφα του καπνόσπορου
παπούδα = φαγητό που γίνεται με αρνίσια εντόσθια και ρύζι
πάπουρας, παπούρα = πάπιος, πάπια
πάππους = παππούς
παπτσούδ' = παπουτσάκι
παραβλιάρ’ς, -ου, -κου = τεμπέλης, αυτός που βαριέται να κάνει
κάτι
παραβλώ = τεμπελιάζω
παραβούλια = τεμπελιά
παράδις = λεφτά, χρήματα
παραδώθι = πιο προς τα εδώ, πιο κοντά
παραθύρ = παράθυρο
παραθυρόπλου = μικρό παράθυρο, πορτάκι, που επέτρεπε τα σπίτια
να επικοινωνούν μεταξύ τους
παρακατιανός = κατώτερος
παρακείθι = πιο προς τα εκεί, πιο πέρα
παραλαλώ = παραμιλώ
παραλής, -ου, -ίδκου = ο λεφτάς
παραμάζουμα = μάλωμα
παραμαζώνου = μαλώνω, συμπαρασύρω κάποιον αλλά και κατσαδιάζω
παραμάσκαλα = κάτω απ' τη μασχάλη
παραμιρνώ = παραμερίζω, αλλάζω θέση, μετακινούμαι
παρανουνός, -ά = συγγενικό ή φιλικό προς το νονό πρόσωπο που
κρατάει την κανάτα με το κρασί που πίνουν στο μυστήριο του γάμου
ο γαμπρός και η νύφη
παραξηλώνου = ξηλώνω υπερβολικά, αλλά και ξεφεύγω από τα όρια
παραπλαϊτά = τραχανάς
παραπλαϊτό = φόρα
παραπόρτ = κρυφή πόρτα
παράς = το χρήμα
παρασκύφτου = σκύβω και βλέπω
παρασόλ' = ομπρέλα
παρασπόρ = εφεδρικό, παραπανίσιο, συμπληρωματικό
παρασταλιάζου = στέκομαι δίπλα σε κάποιον, παραστέκομαι
παραστατό = κατώφλι
παραστέκου = στέκομαι δίπλα σε κάποιον
παράστρατα = στην άκρη του το δρόμου
παραταίρια = ανόμοια πράγματα που δεν αποτελούν ζευγάρι ή δεν
ταιριάζουν
παρατσακίζου = τσουγκρίζω
παραυλακίζου = καλλιεργώ λίγο και απ’ το γειτονικό χωράφι,
επικαρπούμαι κάποιο μέρος του γειτονικού χωραφιού
παραυτίδα = ο κρόταφος
παραφέρνου = παρομοιάζω
παραχώνου = σκεπάζω με χώμα
παρδαλίζου = αρχίζω να παίρνω χρώμα (για φρούτα) μετ. μπερδεύω
τα λόγια μου
παρδαλός, -ιά, -ό = πολύχρωμος
παρέκ’ = πιο πέρα
παρλαντίζουμι = καταλαβαίνω, παίρνω είδηση
παρμάκι = ξύλινο κάγκελο ή και δάχτυλο
παρμάρα = μαστίτιδα, αρρώστια των αιγοπροβάτων που στερεύει το
γάλα
παρναβέλου = απεριποίητη, ατημέλητη
παρόνουμα = παρατσούκλι
παρούλα = χειραψία
παρουμοιάζου = φωνάζω κάποιον με το παρόνομά του
παρουνόμ = παρατσούκλι, παρόνομα
παρτάλ' = κουρέλι, ράκος, ρετάλι
παρταλάς, -παρτάλου = κουρελής, ρακένδυτος, ακατάστατος,
μπερδεμένος
πασ’τρικά = καθαρά
πασαλείφου = βάζω αλοιφή, κάνω επάλειψη
πασκαλιά = το Πάσχα
πασκάλου = όνομα αγελάδας
πασουμάκ’ = γυναικείο πέδιλο
πασπάλ' = χώμα αφράτο σαν το αλεύρι
πασπαλώνου = σκεπάζω με χώμα ή αλεύρι
πασπατεύου = ψάχνω με την αφή
παστάλ' = ματσάκι από φύλλα καπνού
πασταλιάζου = επεξεργάζομαι τον καπνό
παστουρμάς = κρέας πασαλειμμένο με αρωματικά και αποξηραμένο
στον ήλιο ή καπνιστό
παστράδα = καθαριότητα
παστρεύου = καθαρίζω
παστρικός, -ιά, -ό = καθαρός
πασχαλιά = Πάσχα
πασχίζου = προσπαθώ
πατ’σιά = περπατησιά
πάταρους = γυναίκα με ωραίες καμπύλες
πατέλ’ς, -ου, -ικου = αυτός που περπατάει με ανοιχτά τα πόδια
πάτιους = αλλιώτικος
πατιρντί = θόρυβος, αναστάτωση
πατλαγκίτσ' = βαρελότο
πατλάκ' = καλαμπόκι που σκάζει, βαρελότο
πατλαντίζου = εκπλήττομαι, σκάζω, τρώω καθ’ υπερβολήν
πάτμα = πάτημα
πατματιά = πατημασιά
πατόζα = αλωνιστική μηχανή
πατούνα = η πατούσα
πάτους = κώλος
πατόφκιαρου = είδος φτυαριού, αλλιώς λισγάρι
πατρόγκις = πολλά και μεγάλα ψέματα
πατσάδ = αγκάθι
πατσαδώνουμι = τραυματίζομαι ελαφριά από αγκάθι
πατσιαβούρα = κουρέλι
πατσιάβρα = κουρέλι, πανί για σφουγγάρισμα
πατσιαλ΄κια = κορδόνια με τα οποία έδεναν τα παντελόνια στις
γάμπες
πατσιάς = το κεφάλι
πάτσ'καρους = το αγύριστο κεφάλι
πάτσ'κους = κεφάλας
πατώ = κάνω διάρρηξη
πατώνου = βρίσκομαι στον πάτο και μετ. βρίσκομαι στην τελευταία
θέση
παφίλα = ασθένεια κατά την οποία βγάζει ο ασθενής φουσκάλες και
σπυριά στο στόμα και το πρόσωπο
παφλιάρς = αυτός που πάσχει από παφίλα
πάφτου = παύω, σταματώ
παχάντιρου = το παχύ έντερο
παχνίζου = ρίχνω τροφή στο παχνί
πάψεις = διακοπές
πγαδ = το πηγάδι
πε = πες, μίλα
πέθνησκα = πέθαινα
πειραχτήρ = ο ενοχλητικός
πειτνάρ = πετειναράκι, κοκοράκι
πειτναρίτσ' = λάρυγγας
πελτές = συνήθως πολτός από ντομάτα ή γλυκό από κυδώνια, πολτός
περγυρουμένους, -ν’, -ου = ο περιφραγμένος
πέργυρους = η περίφραξη
περγυρώνω = περιφράσσω
πες = παραδώσου
πέτκους και πέτνους = πετεινός
πέτσα = φλούδα, το πάνω μέρος του επουλωμένου τραύματος αλλά και
η κρούστα του γιαουρτιού
πέφτ = η μέρα Πέμπτη
πέφτου = πέφτω
πήζου = γίνομαι πυκνός π.χ. έπηξε το γάλα ή η σούπα
πηλικότσ' = ο αστράγαλος
πήλινους = ο καμωμένος από πηλό αλλά και αγριόχορτο που
χρησιμοποιείται για αφέψημα
πηρέτς = ο σερβιτόρος σε γάμο
πηρουχτσής = ο αρχισερβιτόρος του γάμου
πήχτουμα = η πήξη
πηχτώνου = γίνομαι πυκνός, πήζω
πθάρ' = πιθάρι
πιδαρέλ' = το μικρό παιδί
πιδέξιους, -ια, -ιου = ικανός
πιδεύου = κουράζω, ταλαιπωρώ
πιδημός = κούραση, ταλαιπωρία
πιδιακίσιους = αγορίστικος
πιδούδ = αγόρι
πιδουλόι = πολλά παιδιά
πικμέζ' = χυμός σταφυλιών εξατμισθείς δια βρασμού και πυκνωθείς,
πετιμέζι
πιλέκα = κομμάτι τυριού ή πελεκίδι ξύλου
πιλικούδια = μικρά κομματάκια από πελέκημα ξύλου
πιλτές = οποιοδήποτε φαγώσιμο σε παχύρευστη μορφή
πινιβρέκ’ = μακρύ, βαμβακερό σώβρακο
πινιές = παινέματα
πινιούμι = παινεύομαι
πινιούμι = παινεύομαι
πινισιές = παινέματα
πινώ = παινεύω
πιρβάζ’ = το πεζούλι, το περβάζι παραθύρου
πιργιόν’ = πριόνι
πιρδέκα = η πέρδικα
πιρδικλουσιά = τρικλοποδιά
πιριλαβαίνου = αναλαμβάνω
πιριμαζώνου = περιμαζεύω
πιριστιριά = σπηλιά με αγριοπερίστερα
πιριχύνου = χύνω ολόγυρα, περιλούζω
πισ’μάν΄ς = μεταμελημένος
πισ’μανεύου = μετανιώνω, αλλάζω γνώμη
πισ’μανλίκ’ = μετάνοια
πισκέσ' = δώρο
πισκίζου = αγκομαχώ, προσπαθώ εναγωνίως να πετύχω κάτι
πισκιλουτά = κάθομαι με ανοιχτά τα πόδια
πισταίνουμι = κουράζομαι
πισταμός = κούραση
πιστιά = το λουρί που περνά πάνω απ' τα καπούλια του ζώου για να
σταθεροποιείται καλύτερα το σαμάρι του
πιστρίζου = καθαρίζω τις ακαθαρσίες από το σώμα του ζώου
πίστρισμα = καθαριότητα ζώου
πιστρουφίκια = το πρώτο επίσημο τραπέζι των νεόνυμφων και των
συγγενών του γαμπρού που γίνεται οχτώ μέρες μετά το γάμο στο
σπίτι των γονιών της νύφης
πιστρόφια = το πρώτο επίσημο τραπέζι των νεόνυμφων και των
συγγενών του γαμπρού που γίνεται οχτώ μέρες μετά το γάμο στο
σπίτι των γονιών της νύφης
πίτ’σκου = νόθο αλλά και το μικρό παιδί
πιταύρα = σανίδα
πιτάχνου = πετώ ξύλο
πιτνάρ = πετειναράκι
πιτραβίζουμι = τεντώνομαι, συνήθως μετά τον ύπνο
πιτριά = πέτρα ή το πέταγμά της
πιτρίκια = νιφάδες χιονιού
πιτρούδ = πετραδάκι
πιτρούδα = πετρίτσα
πίτρουπους = επίτροπος
πιτρουσάν'δα = σανίδια που φορτώνονται στο σαμάρι του ζώου για
τη μεταφορά πετρών
πιτρουτός, -ιά, -ό = αυτός που έχει βούλες
πιτσ'κάρσει = ξέφυγε κάτι απ' το καλούπι του
πίτυρα = πίτουρα
πιχαλιάνου = ξεκουράζομαι, ρεμβάζω
πλαγιάζου = ξαπλώνω
πλάδα = η κότα που δε γέννησε ακόμη
πλαδούδα = μικροκαμωμένη πουλάδα
πλαϊτό = το τρέξιμο
πλακούδα = μικρή πλάκα πέτρας ή μαρμάρου
πλαλώ = τρέχω
πλανιά = τεμπέλα, αργοκίνητη
πλανίζω = λειαίνω το ξύλο
πλανίτσα = αγριοφράουλα
πλαρ = το γαϊδουράκι
πλαρίνα = μικρή γαϊδούρα αλλά και κοροϊδευτικά καλοθρεμμένη
κοπέλα
πλάρτσιους = μεγαλόσωμος, καλοθρεμμένος αλλά και τεμπέλης
πλασταριά = το επίπεδο στρογγυλό ξύλο που πάνω του πλάθουν το
ψωμί
πλαστήρ = το ίσιο κυλινδρικό ραβδί που χρησιμοποιείται στο
άνοιγμα του φύλλου για πίτα, ο πλάστης
πλαστό = καρβέλι, το μεγάλο χωριάτικο ψωμί
πλαταγκούτσια = ξαφνικά, απότομα
πλατάρια = τα φτερά των πουλερικών
πλατέα = η πλατεία
πλατσαρίζου = τσαλαβουτώ στα νερά
πλατύ = το πέλμα
πλατύκα = είδος ψαριού, η πλατάνα, αλλά και χοντρός, σκισμένος
κορμός δένδρου
πλατύσκαλου = πλατύ σκαλοπάτι
πλέκου = πλέκω αλλά και επιπλέω, κολυμπώ
πλι = πουλί
πλιάτσ'κου = η λεηλασία, το λάφυρο
πλιγούρ = φαγητό που γίνεται από χοντροαλεσμένο σιτάρι
πλιθάρ = το ωμό τούβλο με το οποίο έχτιζαν παλιότερα αποθήκες
και σπίτια
πλιθί = το μικρό άψητο τούβλο
πλιο = πιο
πλιότιερους, -ρ, -ρου = περισσότερος
πλισσές = κανονική και πυκνή πτύχωση υφάσματος
πλουδ = το πουλάκι
πλουταίνου = πλουτίζω
πλούτια = πλούτη
πλόχειρου = παλάμη
πλύσ’μου = μπουγάδα
πλώχουρους, -ρ', -ου = ευρύχωρος, άνετος
πνακουτή = η πινακωτή, ξύλινη καλουπιέρα μέσα στην οποία βάζουν
το ζυμάρι και παίρνει τη φόρμα του το ψωμί
πνω = πεινώ
πόστα = τα μέσα
πόστου = αξίωμα
πουγάλια = σιγά-σιγά
πουδουνάρ = περισκελίδα
πουιάτα = αποθήκη κτισμένη σε διαφορετικό οικόπεδο
πουκλιά = ξάπλα
πουκρέμουμι = καθυστερώ, αργοπορώ
πουλ’ιμώ = προσπαθώ, επιχειρώ
πουλιάνα = το χέρσο χωράφι
πουλίτσα = ράφι
πουλούκ' = σιδερένιο αλέτρι για βαθύ όργωμα
πουμπεύου = αποδοκιμάζω
πούντα = κρύωμα
πουντικουκούραδα = περιττώματα ποντικιών
πουργιλώ = περιγελώ, κοροϊδεύω
πουρδαλάς = κλανιάρης
πουρδή = κλάσιμο
πουρδουκλιά = τρικλοποδιά
πουρδουκλώνουμι = σκοντάφτω, μπερδεύω τα πόδια μου
πουρκούκια = τα πράγματα
πούρτσιους = αρσενικό κατσίκι
πούσ΄τηςτης = κίναιδος
πουσνάρα = υποζωνάριο, η τσέπη
πούσουλας = σημείωμα, απόδειξη
πουτούρ = είδος στενού παντελονιού με πτυχές
πουτσαρχής = από την αρχή, ξανά, πάλι ξανά
πουτσναρούδ' = ο στενός λαιμός από τενεκέ που βοηθά στη φυτεία
του καπνού
πουφλιάζου = γίνομαι μαλθακός
πούφλιους = μαλθακός
πούφνα = τεμπέλης, δυσκίνητος
πουφουρκιάζου = παίρνω βράση
πόφκα = το ψέμα
πόφκις = μεγάλα ψέματα
πράματα = πράγματα αλλά και τα ζώα
πράπαρτα = οι φτέρες
πρέπ’ = αρμόζει, ταιριάζει, ομορφαίνει
πρέπους = ομορφιά
πρηζμένους, -ν’, -νου = φουσκωμένος
πρήσμα = πρήξιμο
πρίσκας = φουσκωτός, θυμωμένος
πρισκώνου = πρήζομαι, φουσκώνω, θυμώνω
πρόνουμι = πυρώνομαι, ζεσταίνομαι
πρόσκιρους = πρόχειρος, προσωρινός
πρόσουψ’ = η πρόσοψη
προυβιά = δέρμα ζώου
προυβουδώ = στέλνω κάποιον κάπου
προυγουνός = παιδί από προηγούμενο γάμο
προυμηθεύου = προμηθεύω αλλά μετ. συμβουλεύω
προυνόφλου = φύλλο πουρναριού
προυσ’κέφαλου = μαξιλάρι
προυσανάμματα = μικρά ξερά φύλλα για το άναμμα της φωτιάς
προυσάφτου = βάζω κάπου φωτιά
προυσαψίδια = προσανάμματα
προυσ'κώνουμι = παρακαλώ, προσκυνώ
προυσόψ’ = πετσέτα προσώπου
προυστόπτα = η λαγάνα
προυσφόλ' = το αυγό που μένει πάντοτε στη φωλιά
πσκέφκαλου = μαξιλάρι
πυξάρι = πυξίδα
πυρουλατίζου = αναβοκοκκινίζω, ζεσταίνομαι πολύ
πυρουλατσμένους, -ν’, -ου = κοκκινισμένος απ' τον ήλιο
πυρουστιά = κυκλικός τρίποδας που βάζουν διάφορα μαγειρικά σκεύη
για να μαγειρέψουν
- Ρ -
X
ραγάνα = γκρίνια, μουρμούρα
ραγανίζου = γκρινιάζω, μουρμουρίζω
ρακόσταμνα = γυάλινο μπουκάλι για το ρακί, χωρητικότητας 40-50
οκάδων
ράμμα = κλωστή των μαστόρων για το χτίσιμο
ραμπούσ' = γ ράμμα, σημάδι
ράχ' = η πλάτη
ραχάτ = ανάπαυση, ξεκούραση
ραχατλίκ’ = ανάπαυλα, ξεκούραση
ρέκους = το ρόπαλο
ρέχα = το φλέμα
ρίγα = γραμμή διακριτικού χρώματος σε ύφασμα
ριζιές = μεντεσές
ριζίλ' = ρεζίλι, ντροπή
ριμάζου = καταστρέφω εντελώς
ριμπέτς, -ριμπιτλού ή-έτσα = ρεμπέτης, γλεντζές
ριντές = τρίφτης
ριτσιέλια = γλυκό από κολοκύθια και μούστο
ριτσίνα = είδος καλοκαιρινού υφάσματος για παντελόνια, τζιν
ριφινές = ίση συμμετοχή στα έξοδα
ρίχνου = ρίχνω αλλά και αδειάζω και μετ. πίνω και τρώω πολύ
ρίχνουμι = αρχίζω ( φαγητό, τραγούδι, δουλειά, χορό κ.λ.π. )
ρουβθίσιους = καφές από ρεβίθι
ρουβόλ' = πιστόλι, περίστροφο
ρουδάν’ = ρόδα αργαλειού με χερούλι
ρουπ = το ένα όγδοο του πήχυ
ρουσφέτ = εύνοια, σπουδαία εξυπηρέτηση
ρουφούζ' = δεύτερης ποιότητας καπνός
ρούχου = μάλλινη, χοντρή βελέντζα
ρώγα = πιπίλα
- Σ -
X
ρσιρμπέτ = κάτι που είναι πολύ γλυκό,
ζαχαρώδες
σ’κλήκ’ = σκουλήκι
σ’κλιάραπας = έντονα μελαψός, Άραβας
σ’κλίδα = κομματάκι, σκελίδα
σ’κλιόγρηα = βρισιά για κάποια γριά
σ’κλόδουντου = κυνόδοντας
σ’κλόσκατα = τα περιττώματα του σκύλου
σ’κλόψουμου = το ειδικό ψωμί για τα σκυλιά ( φτιαγμένο από
κριθαρίσιο αλεύρι
σ’λ’ουγιούμι = συλλογίζομαι, σκέφτομαι
σ’λότα = το λιώσιμο του χιονιού
σ’μαζώνου = σημαδεύω
σ’μαζώχτρα = αρπάχτρα, αυτός που αρπάζει, κλέβει
σ’νάζου = κουνώ
σ’ναύλακα = στο σύνορο δύο χωραφιών
σ’νέριου = κόντρα
σ’νουρίζουμι = συνερίζομαι αλλά και αμιλλώμαι με κάποιον
σ’τένουμα = στένεμα
σ’φύρκα = η φλογέρα
σ’χουρνώ = συγχωρώ
σάβανου = νεκροσέντονο (σάβανο)
σαβούρα = τα άχρηστα πράγματα
σαβουρντίζου = εκσφενδονίζω, σκορπίζω
σαβουρντώ = σπρώχνω, ρίχνω, πετώ μετ. καταβροχθίζω
σαγιάκ’ = είδος χοντρού υφάσματος
σαζάν’ = είδος ψαριού, κυπρίνος
σαΐρ = σεργιάνι, χάζι, περίγελος
σακκιάζου = βάζω σε σακιά ( το σιτάρι )
σακουλέβα = σακί, τσουβάλι
σακουράφα = πολύ χοντρή βελόνα για το ράψιμο σαμαριών ή χοντρών
σάκων
σαλαμούρα = το αρμυρό νερό που βάζουν στο τυρί, η άρμη
σαλ'βάρα = φαρδιά βράκα που φορούσαν οι παππούδες
σάλιαγκας-σαλιάγκ’ = σαλίγκαρος
σαλιακούδ' = μικρό σαλιγκάρι
σαλιάρα = ποδιά για τα σάλια του μικρού παιδιού
σαλιάρς = αυτούς που του τρέχουν τα σάλια
σαλίστρα = ποδιά για τα σάλια του μικρού παιδιού
σαλντίζου – σαλντώ = ορμώ, κάνω άλμα
σαλουνίκ’ = η Θεσσαλονίκη
σαλτανάτ = κόλπο, τέχνασμα, κολακεία
σαμαμίδ' = μικρή σαύρα που ζει σε σκοτεινά μέρη
σάματι = μήπως, τάχα
σαμόλαδου = σουσαμέλαιο
σαμότσακνα = ο ξερός βλαστός του σησαμιού που μένει μετά το
τίναγμα
σάμπους = μήπως, σαν να
σάνκις = μήπως
σαντάλ' = συσκευασία από 6 ξερές βέργες καπνού
σαντέδθκους = σκέτος, γνήσιος, αγνός, ανόθευτος
σαντράτς = μεγάλη χοντρή λίμα για το λιμάρισμα των νυχιών των
ζώων μετά το πετάλωμα
σαούλ' = το νήμα της στάθμης
σαουχτίζου και σαουχτώ = τελειώνω γρήγορα μια δουλειά
σαπάδκους, -κ’, -κου = απόκεντρος, παράμερος
σαπάς = μπόσικος, μαλακός
σάρα = το πρώτο γάλα μετά τη γέννα
σαραδώνου = αποτελειώνω κάτι γρήγορα
σαράπα = η δεύτερης ποιότητας καπνός
σαρά-παστάλ' = είδος πασταλιάσματος του καπνού
σαρατσής = ο τεχνίτης που κατασκευάζει τα δερμάτινα εξαρτήματα
για το ζέψιμο του αλόγου στο κάρο ή στο όργωμα
σαραφλατίζου = εκσφενδονίζω, σκορπίζω
σαραφλούκ’ = χούι, κακή συνήθεια
σαρής = όνομα βοδιού
σαρίκ' = μεγάλη βέργα μήκους 2, 5μ.από την οποία κρέμονται τα
καπνά για στέγνωμα
σαρικτσής, -ού = αυτός που μπουρλιάζει καπνό και πληρώνεται
ανάλογα με τα σαρίκια που μπουρλιάζει
σαρ'κιά = κτύπημα με το σαρίκι, τη μεγάλη βέργα
σαρκώνου = δυναμώνω, τρώω κρέας αλλά και επουλώνω το τραύμα
σάσμα = χοντροκομμένο άχυρο
σάτσ’ = λεπτό καπάκι ταψιού για το ψήσιμο της πίτας
σαχάν' = μεγάλη μπρούτζινη πιατέλα με καπάκι
σαχτάνα = το ελαφρό τροχάδην των αλόγων
σβάραχνα = τα βράγχια
σβάρνα = είδος γεωργικού εργαλείου, ο βωλοκόπος μετ. με τη
σειρά, χωρίς καμιά εξαίρεση ή παράλειψη
σβαρνάου-σβαρνίζου = σπάζω τους βώλους με ειδικό εργαλείο, τη
σβάρνα
σβέντσιους = όνομα γαϊδάρου
σβόλους = σφαιρική μάζα χώματος
σγαρλίδια = μπούκλες από σγουρά μαλλιά
σγιάν’ = σπατάλη, ασωτία
σέιι = είδος, πράγμα, υπάρχον
σέμκα = βολικά
σέμκους, -κ’, -ου = βολικός
σέν'κους, -κ’, -ου = σβέλτος, προκομμένος
σερβιέτα = μάλλινη χρωματιστή μαντίλα
σερεμέτης, -τσα, -τκου = σοβαρός, λογικός, μετρημένος
σερμπέζ'ς = ζωηρός, μπεσαλής
σερσέμς = αλήτης, ζωηρός, αλάνης
σερσερής = αλήτης, ζωηρός, άστεγος
σιαής = το όρνιο
σιάικα = το καρφί
σιακά = αστεία
σιακάς = αστείος
σιαματατζής = ταραχοποιός
σιαμί = μαύρη μαντίλα που φορούν οι γριές
σιαμούδ = μικρή μαύρη μαντίλα
σιάπκα = ο σκούφος
σιάργκαβους = γκρίζος
σιάρκους = ο ασπρόμαυρος, ο παρδαλός
σιαρτ = πάθημα, καψόνι
σιάσ’μαν = ποπό, αμάν πια
σιασίκ' = ο αλλήθωρος
σιασιρμάς = αναταραχή, σύγχυση, μπέρδεμα
σιασιρντίζου = μπερδεύομαι τα χάνω
σιατραβάν’ = σιντριβάνι
σιαχτίζου = απορώ
σιαψάλ’ς = ο ελαφρόμυαλος
σίβους = σταχτής, γκρίζος
σιετ = τεχνητό φράγμα χειμάρρου
σικλέτ = δυσφορία, στενοχώρια, έξαψη
σικλιντίζουμι = καταστενοχωρούμαι, δέχομαι πίεση, καταπιέζομαι
σιλιάχ' = γιλέκο με φυσιγγιοθήκες
σιμίτ = λευκό κουλούρι
σιμιτζής = ο κουλουρτζής
σιμσιλέ = όλα τα ανακατεμένα πράγματα κάποιου
σιμσιλές = το σόι
σινί = χάλκινος κυκλικός δίσκος με κοντό περιθώριο
κατάλληλος για πίτες
σιντιφένιους, -ια, -ιου = μαργαριταρένιος
σιντούκ' = μεγάλο ξύλινο σεντούκι
σιόλ' = φλιτζάνι
σιούρντας = κουφός
σιούτους, -α, -ου = ζώο χωρίς κέρατα
σιργιάν’ = θέαμα, χάζι
σιρίτ = κορδέλα, κορδόνι
σισ'κούδ = το χωνάκι που μπαίνει στο λαιμό του τενεκέ για να
ποτίζουν τα φυτά μόλις τα φυτέψουν
σίτα = ψιλό κόσκινο
σιτζίμ = το λεπτό αλλά και γερό σκοινί με το οποίο δένουν τα
δέματα του καπνού
σιφουνιέρα = έπιπλο με συρτάρια για ρούχα
σιφτές = τα χρήματα της πρώτης πώλησης της ημέρας
σιχτίρ = στο διάβολο
σιώπ' = η βέργα, το ξύλο
σκαλήνα = χοιρομέρι
σκαλ'στήρ = η τσάπα
σκαλώνου = πιάνω, συλλαμβάνω
σκάμματα = οι σαπουνάδες
σκαμματίδια = σαπουνάδες
σκαμματίζου = γεμίζω σαπουνάδες, σαπουνίζομαι
σκάμνα = τα μούρα
σκαμνιά = μουριά
σκαμνίτσ'κα = το παιχνίδι σκαμνάκια
σκανιάζου = στενοχωριέμαι αλλά και σκάζω κάποιον
σκανταλίδα = σπίθα
σκαρπίν' = είδος παπουτσιού για κουστούμι
σκατόχλιαρα = αυτή που ανακατεύεται παντού, η κουτσομπόλα
σκαφίδ = η ξύλινη σκάφη για ζύμωμα
σκάφτου = σκάβω
σκελίδα = το κομμάτι
σκέπ = ο υπεζωκός, το λευκό φύλλο λίπους που σκεπάζει τα
εντόσθια
σκιάζου = τρομάζω, λαχταρώ
σκιάζουμι = διστάζω, ντρέπομαι
σκιβρώνου = ζαρώνω
σκίζα = σφήνα που χτυπούσαν με το τσεκούρι σε χοντρό
κορμό ξύλου για να τον χωρίσουν στα δύο αλλά και
κομμάτι σκισμένου ξύλου
σκιμπές = εντόσθια ζώου, το στομάχι
σκιπάρ = σκεπάρι
σκιπαρνιά = σκαπτικό εργαλείο ( λίγο μυτερό )
σκιπαστή = σκεπή
σκίσ’ μου = ράγισμα
σκλ’ουκατρίτσια = τα μανιτάρια
σκληκουφάγουμα = η κίτρινη σκόνη που μένει από το φάγωμα του
ξύλου από το σαράκι
σκληρίζου = τσιρίζω
σκλήρσμα = δυνατή τσιρίδα
σκόλ' = γιορτή
σκουλνώ = σχολάω
σκουντουρλίκα = μικρή σαύρα
σκουντουρλίκα = μικρή σαύρα
σκουρδούλα = το ζωηρό παιδί, ο ζημιάρης
σκουρδουσκουτών' = το γουδοχέρι
σκουρπίδ = ο μικρός σκορπιός
σκουρπώ = σκορπίζω
σκουτίδα = σκοτάδι
σκουτνιάζ’ = σκοτεινιάζει
σκράπας = ο αδύνατος μαθητής
σκρο = σφιχτό (για ζυμάρι)
σκρόπιους = σκόρπιος
σκύβαλου = αποκοσκινίδι από σιτάρι ή κριθάρι
σκύφτου = σκύβω
σλιάφκας = ηλίθιος, χαζός
σ'μάδια = σημάδια, αλλά και οι βέρες ή τα δαχτυλίδια
σμαρό = τα δίδυμα
σνιργίτς = ενοχλητικό έντομο μεγαλύτερο απ' τη μύγα που κάνει
δυνατό βόμβο
σ'νουρίζουμι = συναγωνίζομαι, αμιλλώμαι, ενοχλώ, παρακινώ
σ'νουρσιά = συναγωνισμός, άμιλλα, εναντίωση
σ'νουρσιάρς, -ρα, -ρκου = αυτόςπ ου εναντιώνεται με κάποιον,
αυτός που ενοχλεί κάποιον
σντιριάζου = δένω τα ζώα το ένα κατόπιν του άλλου
σορολόπ = αστεία ή ηλίθια συμπεριφορά
σουβαρμάς = ακόνισμα, τρόχισμα
σουγιάς = μικρό γυριστό μαχαιράκι που κλείνει
σούγλα = σούβλα
σουγλιά = σουβλιά
σουγλίζου = σουβλίζω, κεντώ
σουγλιρός = σουβλερός
σουγλούδ = κεντρί, το σουβλί με το οποίο σουβλίζουν το ζώο για
να περπατήσει γρήγορα και κρέμεται στο σαμάρι του
σουκακίτκου = κουτσομπολιό που κυκλοφορεί από σοκάκι σε σοκάκι
σουκακού = αυτή που γυρίζει στα σοκάκια για να μαθαίνει νέα
σουλ’νιάρ = βρύση που τρέχει συνέχεια
σουλ’νιάρα = βρύση που τρέχει πολύ νερό
σουλούχ' = αναπνοή, ανάσα
σουλτάν μιριμέτ = βασιλική περιποίηση μετ. ένα χέρι ξύλοκ
σουλφάτου = το κινίνο
σούντσει = αγανάχτησε, έσκασε απ' το κακό του
σουπιέρα = μεγάλη βαθιά πιατέλα
σουράτ = φυσιογνωμία, σχήμα, μούτρο
σούρβα = τα κάλαντα που ψάλλονται ανήμερα της Πρωτοχρονιάς
σουρβίζου = λέω τα κάλαντα αλλά και δέρνω
σουργκούν’ = εξορία
σουργούτ'ς = ο λαιμός του τενεκέ
σουρντίζου = τελειώνω κάτι γρήγορα
σουρουπιάζ’ = σουρουπώνει
σουρούπουμα = σούρουπο
σουρτούκ’ς, -σα, -ικου = αυτός που γυρίζει άσκοπα ο αλήτης
σουρτουκεύου = γυρίζω εδώ κι εκεί άσκοπα
σουρτουκλεμές = αυτός που γυρίζει άσκοπα
σούρτσι = φύγε
σουρφρίζου = τελειώνω κάτι γρήγορα
σουσμός = τελείωμα, τελειωμός
σουφίζουμι = ανακαλύπτω κάτι
σουφράς = χαμηλό, στρογγυλό τραπέζι
σουφτίζου = τελειώνω κάτι γρήγορα, φτουρώ
σουχτίζου = τελειώνω κάτι γρήγορα, φτουρώ
σπαθόλαδου = λάδι ανακατωμένο με ξεραμένο σπαθόχορτο, κατάλληλο
για πληγές γριολούλουδο που βάζουν σε πληγές, αφού ξεραθεί
σπαθόχουρτου = αγριολούλουδο που βάζουν σε πληγές, αφού ξεραθεί
σπαλέτου = λουλουδάτη μαντίλα
σπαράζου = αλλάζω θέση, ταρακουνώ
σπάραχνα = τα βράγχια των ψαριών
σπαργουμέν' = γεμάτη γάλα
σπαργώνου = είμαι γεμάτος από υγρά
σπαρματσέτου = το κερί από λίπος
σπαρμός = η σπορά
σπαρνιούμι = μετατοπίζομαι, μετακινούμαι, αλλάζω θέση
σπίρτου = οινόπνευμα
σπουριά = έκταση ενός στρέμματος
σ'προύδ = σπυράκι
στάβα = στοίβα, η φωτιά που ανάβουν την τελευταία Κυριακή της
Αποκριάς καίγοντας τον καρνάβαλο
σταζμίτκου = εφτάζυμο ψωμί
στάλα = σταγόνα
σταλαχίζουμι = επιθυμώ πολύ κάτι
σταλιά = στάλα, σταγόνα
σταλιβριά = μουσταλευριά, το γλυκό που γίνεται με αλεύρι και
μούστο
σταλίζου = αφήνω τα πρόβατα να αναπαυτούν σε σκιά το μεσημέρι
στάλισμα = η ξεκούραση των ζώων το μεσημέρι
στάλους = ο τόπος της μεσημεριανής ξεκούρασης των ζώων
στάμα = το 1/4 του στρέμματος
στάμπα = αποτύπωμα, ίχνος
στανιό = βία, ζόρι, εξαναγκασμός
σταξιά = στάλα, σταγόνα
σταραξάτου = αγριόχορτο που χρησιμοποιείται για αφέψημα
στασίδ' = κάθισμα της εκκλησίας
στασμίτκου = σύμμικτο ψωμί από σιτάρι και καλαμπόκι
σταυρί = η μέση της σπονδυλικής στήλης
σταυρώνου = συναντώ, ανταμώνω
σταφυλίτσ' = η σταφυλή του στόματος
στέψεις = το μυστήριο του γάμου
στια = η φωτιά, το τζάκι
στιμάρου = λογαριάζω, υπολογίζω
στιριώνου = εγκαθίσταμαι κάπου μόνιμα μετά από περιπλάνηση
στιφάν' = στεφάνι
στιχούλ' = πολύ πικρό
στίψ' = καυστική σόδα
στούκ’ = ανόητος, λιγόμυαλος
στουλίδ' = στόλισμα αλλά και χόρτο που κολλά στα ρούχα
στουματού = πολυλογού
στουμπέτσς = ανθρακικός μόλυβδος, άσπρη βαφή παπουτσιών
στουμπίζου = χτυπώ στο γουδί
στούμπους = το γουδοχέρι πρώτη ύλη για την παρασκευή λευκών
χρωμάτων
στούπουμα = βούλωμα
στουπώνου = βουλώνω
στουρνάρ = ο αμόρφωτος, ανεπίδεκτος μαθήσεως
στουχάζουμι = αναπολώ, ξεχνιέμαι, είμαι αφηρημένος
στόφα = είδος μεταξωτού υφάσματος
στραβουζνιχιάζου = γέρνω το λαιμό
στραβουμουτσουνιάζου = θυμώνω, παρεξηγούμαι
στραπόκαμα = καταστροφή από αστραπή
στραπουκάφτ = αστράφτει, πέφτει κεραυνός
στράτα = δρόμος
στράφλου = μικρό σταφύλι
στραχουμένους, -ν’, -ου = όταν το χώμα είναι σφιχτό
στραχώθ'κει = έσφιξε το χώμα
στρέχου = συμφωνώ, δέχομαι, συγκατανεύω
στρηνιάζου = πεισμώνω
στρίζου = παροτρύνω, παρακινώ
στριφτό = χειροποίητο τσιγάρο
στρίφτου = στρίβω
στριχιά = η άκρη της στέγης
στρούκλους = η μύγα που ενοχλεί τα βοοειδή κατά το Μάιο μήνα
στρουφή = στροφή αλλά και μπουρίνι
στυλιάρ' = η χειρολαβή εργαλείων γεωργικών, συνήθως από ξύλο
στυλιαρώνου = δέρνω με την ξύλινη λαβή ενός εργαλείου
στύλους = ξύλινη κολόνα
στυλώνου = αντιστέκομαι
συμμουρία = παράνομη ομάδα
συμπράκαλα = τα απαραίτητα είδη κάθε τεχνίτη
συνάμα = συγχρόνως, μαζί
συνλάτσει = συνήλθε, πήρε επάνω του
σύντας = όταν
συρμός = μόδα αλλά και κολλητική αρρώστια
σφάλακας = ο τυφλοπόντικας
σφαλλλώ –σφαλνώ = κλείνω
σφιγγώνου = τσιμπώ
σφιντόνα = πανάρχαιο φονικό όπλο που πετά μικρές πέτρες
σφιτζίν΄ς = γρήγορος
σφούγγια = κουρελόπανο για σφουγγάρισμα
σφουγγίζου = σφουγγαρίζω, σκουπίζω καλά
σφουκστήρ = πετσέτα
σφουντήλ’ = βούλωμα βαρελιού αλλά και μέρος του αδραχτιού
σχουλνώ = σχολάω
σώζου = σώζω
σώνου = τελειώνω
φορεματάκι
- Τ-
X
τ’ν άλλ' = μεθαύριο
τάβλα = η πετσέτα
ταβλούδα = η πετσετούλα
ταγκ-ρς = άπορος, πάμπτωχος
ταζέδκους = φρέσκος
ταΐ = φαγητό για τα ζώα
τάϊη = το μικρό του αλόγου
ταϊφάς = η οικογένεια
τακ΄-μ = είδος, κατηγορία
τάκους = μικρό και συμπαγές κομμάτι ξύλου που χρησίμευε για
στήριγμα
ταμάμ = ακριβώς, εντάξει
ταμάχ' = η πλεονεξία, η απληστία
ταμαχιά = η πλεονεξία, η απληστία
ταμαχιάρς, -άρα, -ρκου = ο άπληστος, ο πλεονέκτης
ταμπά = (είδος χρώματος) ανοιχτό καφέ
ταμπλάς = δίσκος
τανίζου = τεντώνω
ταντάνα = το πολύ κρύο αεράκι
ταξαράτ = αναπάντεχο κακό
τάπα = βούλωμα, καπάκι
ταπί = δεν έχω τίποτα, τα έχασα όλα
ταπουτουρνό = το προηγούμενο
ταπουτώρα = προηγουμένως
ταράζου = ταρακουνώ και ενοχλώ, πειράζω, προξενώ ζημιά
ταρασεύου = ψάχνω κρυφά
ταρασεύου = ψάχνω κρυφά
τάρταρου = πολύ ξερό
ταταρτζέδ'κα = φασόλια βραστά ξερά χωρίς ζουμί
τάτας = πατέρας
τατσίνα = θεία
ταύλα = η πετσέτα
ταχιά = αύριο το πρωί
ταχίν' = πολτός από αλεσμένο σιτάρι
ταχινίσιους = φτιαγμένος από ταχίνι
ταχμινά = άδικα
ταχταρίζου = νανουρίζω
τείχια = τοίχοι
τεκ = μονός αριθμός
τέκα = στάσου
τέλ' = το σύρμα
τέτα = θεία
τζαγκράνα = γεωργικό εργαλείο με σιδερένια δόντια για την
απομάκρυνση λιθαριών από το χωράφι
τζάνιμ = ψυχή μου
τζάτζα = ακαταστασία
τζατζαλάς = κουρελής
τζατζαλιάρς = ασουλούπωτος, κακοντυμένος
τζάτζαλου = άχρηστο, χωρίς αξία αντικείμενο, κουρέλι
τζγέρ = έντερο
τζιαμάλας = βαθύς και απότομος γκρεμός
τζιαμλίκ’ = τζαμαρία
τζιαμόθυρου = το τζάμι της πόρτας
τζιάμπα = άδικα, δωρεάν
τζιαμπάης = ζωέμπορος
τζιαμπαλαντίζου = ζωηρεύω, αναθαρρεύω, αναρρωνύω
τζιαμτζής = τζαμάς
τζιαναμπέτς = κακότροπος, μοχθηρός
τζιάνουμ = ψυχή μου
τζιαντιρμάς = χωροφύλακας
τζιάχτ' = κουράγιο, δύναμη, προσπάθεια
τζίγγους = λαμαρίνα
τζιέρ = έντερο
τζιζ = το παιχνίδι μπιζ
τζιλιάτς = δήμιος
τζιμπές = μακρύ μαύρο πανωφόρι
τζιμπούσ’ = συμπόσιο, διασκέδαση
τζίντζιφα = καρποί ενός δέντρου, το αρχαίο ζίζυφον
τζιντζιφιά = το δέντρο ζίζυφος
τζιόμ = άφαντος
τζιουτζιούκλα = μεγάλη φλόγα
τζιουτζιουκλάρ = το μικρό παιδί
τζιουτζιουκούδια = σουτζουκάκια
τζιριμές = ζημιά, έξοδο
τζιρουμαχιούμι = αγκομαχώ, κουράζομαι, προσπαθώ
τζίφους = τίποτα, μηδέν, αποτυχία
τιαφ = θειάφι
τιαφίζου = θειαφίζω
τιβικέλ’ς = αλλόκοτος, ψηλός και άχαρος
τιζάρου = τεντώνω
τιμινάς = υπόκλιση
τιμισιάρικου = συνεταιρικό
τινικούδ = τενεκεδάκι
τιντώνου = τεντώνω
τιουτιούν’ = ο καπνός(το φυτό)
τιρλίκ' = κοντή μάλλινη πλεχτή παντόφλα
τιρμπές = αυστηρή πειθαρχεία, τάξη
τιρτίπ = τέχνασμα
τιστές = πάκος με σπίρτα κυρίως
τιστίρ = ξύλο, δάρσιμο
τιτινόξυλου = η ξεραμένη ρίζα και ο βλαστός
τιτράδ = Τετάρτη
τιφαρίκ’ = κόσμημα, αριστούργημα
τιφτέρ = σημειωματάριο
τλιγάδ = ξύλο διχαλωτό στο ένα του άκρο και με κάθετο μικρό
πάσσαλο στο άλλο, που τυλίγουν το νήμα
τλιγαδιάζου = τυλίγω το νήμα στη ρόκα
τμαρ = περιποίηση, χτένισμα ζώου κυρίως του αλόγου
τμαρεύου = καθαρίζω, συγυρίζω το σπίτι
τνάζου = τινάζω
τόι = το ζώο αλλά και ο γύπας
τόκας = πρήξιμο - εξόγκωμα του σώματος μετά από κτύπημα
τόξ' = ο απρόσεκτος, ο απαθής
τοπ = τόπι, μπάλα
τουκάς = μεταλλική πόρπη, αγκράφα
τουκμάκ΄ = ο κόπανος, το ρόπτρον, το γουδοχέρι
τουλούμ = δερμάτινο ασκί
τουλούμπα = αντλία αλλά και είδος γλυκίσματος καθώς και είδος
αντρικού παπουτσιού
τουλουπάν’ = κεφαλομάντηλο που χρησίμευε και ως φιλτράρισμα
υγρών κυρίως του γάλατος
τούμπα = σωρός
τουμπερλέκ' = ταμπούρλο
τούντσ’ = χαλκός μετ. πολύ σκληρό
τουξ = χτύπημα στο κεφάλι
τουξουπίς = πάλι πίσω, επιστροφή
τούπα = το είπα
τουπάλ’ς = κουτσός
τουπάν’ = κεφαλόδεσμος
τουπάτσ' = χοντρός σβόλος
τούπκα = κατακόμβη
τουπούζ’ = μεταλλική σφαίρα
τουρλόικους, -ικσα, -ικου = απρόσεχτος
τούρλος = το ίδιο
τουρλού = είδος φαγητού με διάφορα είδη λαχανικών
τουρλούκ' = μικρός πύργος με πέτρες ή με σβόλους
τουρλουκούδ' = μικρός πύργος με πέτρες
τούρνα = είδος ψαριού, αλλά και κουτός άνθρωπος
τουρφάν’ = ανεμοθύελλα
τουτουντζής = καπνοπαραγωγός ή και καπνέμπορος
τραγασιά = η καλύβα του αμπελοφύλακα, το κιόσκι
τραγδώ = τραγουδώ
τρακάζ’ = μικρός σύρτης
τράμπα = ανταλλαγή
τρανεύου = μεγαλώνω
τράφους = η ακαλλιέργητη άκρη του χωραφιού που είναι συνήθως
υπερυψωμένη
τραχείλας = αυτός που έχει μεγάλα χείλη
τράχουμα = γαμήλιο δώρο σε μετρητά ή κοσμήματα ή ακίνητα
τριανταφλιά = τριανταφυλλιά
τριβόλ' = αγκαθωτό αγριόχορτο
τρίβου = τρίβω, κάνω εντριβή, μαλάσσω
τριδόνα = σκουλήκι μεγάλο
τριούρ = το ψηφίο τρία
τριταύταλους, -λ', -ου = ελαφρόμυαλος
τριτώνου = κάνω κάτι για τρίτη φορά
τρίφτου = τρίβω
τριχάχαλου = μεγάλη τρίαινα για το μάγεμα του τριφυλλιού ή και
το πέταμα της αχώνευτης κοπριάς
τριψίμ = θρεψίνη
τρουβαδιάζου = βάζω φαγητό στον τουρβά
τρουβάς = τουρβάς
τρουχαλιά = σωρός από πέτρες
τρυφαντός = τρυφερός
τσ’κάλ’ = τσουκάλι, πήλινο αγγείο
τσ’καλάς = αγγειοπλάστης
τσαγκαρλάκα = κουδουνίστρα
τσαγκαρώνου = σκαρφαλώνω, αρπάζω, πιάνω
τσακίζου = σπάζω
τσακίρ’ς = ο γαλανομάτης
τσακμακίζου = σπινθηρίζω
τσάκνου = ξερό κομμάτι ξύλου προσανάμματος
τσακώνου = συλλαμβάνω, πιάνω σε παγίδα
τσακώνουμι = μαλώνω με κάποιον
τσαμπρούδ' = μικρό σταφύλι που μένει μετά τον τρύγο, σκελετός
σταφυλιού χωρίς ρόγες
τσαντήλα = άσπρη υφασμάτινη πετσέτα για στράγγισμα προϊόντων του
γάλατος
τσαπουρνιά = είδος βάτου
τσέτα = παλιοπαρέα
τσιάζου = λαχταρώ, επιθυμώ πολύ
τσιαΐρ = ακαλλιέργητο χωράφι που χρησιμοποιείται για βοσκοτόπι
λιβάδι, πλαγιά γυμνή από δένδρα
τσιακμάκ’ = αναπτήρας
τσιακπίν’ς = άτακτος, αλήτης
τσιαλακατίζου = αναταράσσω, πλένω κάποιο δοχείο με ανατάραξη του
νερού που είναι μέσα
τσιαλίούμ = τέχνασμα, τρόπος, μέθοδος, άσκησης, συμπεριφορά
τσιάμ = είδος πεύκου
τσιαμαρντόνα = γυναίκα ελαφρών ηθών
τσιαμίζ'κου = ατίθασο, ζωηρό
τσιάν' = κουδούνι που κρέμεται απ' το λαιμό ζώων
τσιανάκ’ = πιάτο, δοχείο φαγητού μετ. κακός άνθρωπος
τσιανάκα = μεγάλο βαθύ πιάτο
τσιαντόγρια = παλιόγρια
τσιαούσ'ς = ο θρασύς
τσιαπάν = πάνω
τσιαπτσιάκ'ς
= ο φλύαρος
τσιάρκ' = τροχός, τόρνος, τύχη, φορά των πραγμάτων κυρίως όμως
εργαλείο για αφαίμαξη όταν κάποιος ήταν κρυωμένος
τσιαρντάκ' = ανοιχτό σαλόνι, καλύβα πλεχτή με κλαδιά
τσιαρούτ = το κτύπημα της μπίλιας
τσιαρσί = το κέντρο του χωριού ή της πόλης
τσιαρτσιάφ = παπλωματοθήκη
τσιαρτσιαφώνου = βάζω το πάπλωμα στην παπλωματοθήκη
τσιασίτ = είδος, σόι, φυλή
τσιατ πατ = σπάνια, αραιά, μερικές φορές, εδώ κι εκεί
τσιατάλα, -τσιατάλ' = διχαλωτό κλαδί
τσιατμάς = λεπτός τοίχος από ξυλοδοκούς που τα ενδιάμεσα κενά
του συμπληρώνονται από πλιθιά ή ξύλινες πήχες που σοβαντίζονταν
τσιατούδια = μικρά κομματάκια υφάσματος που χρησιμεύουν για τα
ρούχα της κούκλας
τσιάτρα-πάτρα = μέτρια
τσιαφλιάκ’ = η ερωτική πράξη, η συνουσία
τσιαφλιάκουμα = η ερωτική πράξη, η συνουσία
τσιαφλιακώνου = κάνω έρωτα
τσιβδίζου = τραυλίζω
τσιβδός, -ιά, -ό = ο τραυλός, αυτός που ψευδίζει
τσιβί = σφήνα, καρφί
τσιβίκ' = το τσιμπούρι
τσιβικώνου = εξαπατώ
τσιβούδ = η μικρή σφήνα
τσιβρές = μεγάλη άσπρη μαντίλα για τον ήλιο
τσιγαρίδις = τηγανισμένο, χοιρινό λίπος
τσιγκινές = φιλάργυρος, άπληστος
τσιγνές = η κάτω σιαγόνα αλλά και η πολυλογία
τσιέρκ’ = στεφάνη βαρελιού
τσιέφλιου = τσόφλι
τσικνώνου = καίω το φαγητό κάτι που μυρίζει τσίκνα και μυρίζει
τσικουλάτου = σοκολατάκι
τσικρίκ' = το ροδάνι, εργαλείο με το οποίο περιτυλίγουν το νήμα
σε μασούρια
τσιλβόλ = τεχνητή υφαντική ύλη από κυτταρίνη
τσιλές = μασουράκι για κέντημα, δέμα κλωστής
τσιλιακούρ - τσιλιαριά = ευκοίλια
τσιλίκ'-τσιουμάκ = παιδικό παιχνίδι με ξύλα
τσίλις = ώριμα φρούτα
τσιλίτσ’ = ευκοίλια
τσιμούρ = παρασιτικό ζωύφιο που ζει με το αίμα των θηλαστικών
τσιμπέρ = γυναικεία μαντίλα για το κεφάλι από λεπτό ύφασμα
τσιμπές = , μακρύ αμάνικο μαύρο πανωφόρι
τσιμπίδα = μασιά
τσιμπούσ’ = συμπόσιο, διασκέδαση, ψυχαγωγία
τσινάρ = πλατάνι
τσινίζου = κλοτσώ, ερεθίζομαι, εξοργίζομαι
τσίν'σμα = το κλότσημα του ζώου
τσιόγκις = τώρα, αμέσως
τσιόζια = τα εντόσθια
τσιορ-τσιοπ = μονά-ζυγά, κορώνα-γράμματα
τσιούκα = αντρικό γεννητικό όργανο, πέος
τσιούλ' = πλεχτό ύφασμα σαν το σακί με το οποίο περιτυλίγουν τα
δέματα του καπνού
τσιουμάκ', -τσιουμάκα = βέργα, ρόπαλο
τσιούμι-τεκ = μονά ζυγά
τσιουμπαλάκ’ = η τούμπα
τσιουμπλέκ' = πήλινο βαθύ δοχείο
τσιουράκ’ = τσιράκι, μαθητευόμενος τεχνίτης
τσιουρμπάς = σούπα αραιή
τσιουρμπατζής = πλούσιος, προύχοντας
τσιούφτ = ζυγός αριθμός
τσιπλάκ’ς = γυμνός μετ. δυστυχισμένος, ταλαίπωρος
τσιράκ΄ = μαθητευόμενος τεχνίτης
τσιράπ = μάλλινη, χοντρή, χειροποίητη κάλτσα
τσίρλα = ευκοίλια
τσιρλίζου = αφοδεύω με ευκοίλια
τσιρόν’ = είδος μικρού ψαριού, σαρδέλα των λιμνών
τσιρουλίτς = ο κορυδαλλός
τσιρουπούλ’ = το μικρό πουλί
τσιρτσιβές = κούφωμα πόρτας ή παράθυρου
τσιρ-τσιρ = στάλα-στάλα
τσιτάκ’ = ύφασμα
τσιτίν’κους, -ίν’σσα, -κου = δύστροπος
τσιτίν'ς = δύστροπος
τσιτουμένους, -έν’, -ου = τεντωμένος, κορδωμένος
τσιτσί = κρέας
τσίτσιδους, -δ, -ου = ολόγυμνος
τσιτσινιάζου = κοκκινίζω πολύ
τσιτσινούδα = η νυφίτσα
τσίτσ'κους = φυτό που κολλάει
τσιτώνουμι = τεντώνομαι, κορδώνομαι
τσιτώνουμι = τεντώνομαι, περηφανεύομαι
τσιφνιάζου = στεγνώνει η γλώσσα μου
τσιφούτς = σκληρός, φιλάργυρος
τσιφτσής = ζευγάς
τσόλ' = χοντρός μουσαμάς για τη προφύλαξη απ' τη βροχή
τσουγκράνα = γεωργικό εργαλείο με δόντια που χρησιμοποιείται για
το καθάρισμα του εδάφους από τις πέτρες και τους σβόλους
τσουγκρανίζουμι = γρατσουνιέμαι
τσούρλους = απόστημα του σώματος, σπυρί με πύον
τσούτσα = η πιπίλα
ττ’άη = του Αγίου
τυράν’σμα = ο παιδεμός, το μαρτύριο
τυράννια = κόπος, βάσανο, καταπίεση, μεγάλος παιδεμός
τυραννιούμι = κοπιάζω, παιδεύομαι
τυφλίτ'ς = χοντρό φίδι προς το μαύρο και καφέ
τυχώντας = τυχαίος, ασήμαντος
τφέκ’ = τουφέκι
- Υ-
X
υπουφέρνου = υποφέρω
υπουχόντριους = ο αρρωστιάρης, ο φιλάσθενος
υστιρότιρα = αργότερα
ύψουμα = το κομμάτι που αφαιρείται απ' τον άρτο της πρόθεσης και
δίνεται ως αντίδωρο
- Φ -
X
φαγουσπόρσει = φαγώθηκε ο βλαστημένος
σπόρος στο χωράφι
φαλτσουκουμμένους, -ν’, -νου = λοξοκομμένος
φανέλου = φανελάκι, φανέλα
φαντάζου = είμαι ωραίος, είμαι αρεστός, ελκυστικός
φάρα = φυλή, γενιά, σόι
φαρδόστρατα = φαρδύς δρόμος
φαρμάκα = σαύρα
φαρμακώνου = δηλητηριάζω
φαρσί = πλήρως, εντελώς, τελείως
φαρφαράς = πολυλογάς, φλύαρος, καυχησιάρης
φασκιώνου = τυλίγω το βρέφος
φαφλατάς = πολυλογάς, φλύαρος, καυχησιάρης
φεσ’ = κόκκινο κάλυμμα κεφαλής χωρίς γείσο
φεύγα = φύγε
φευγιό = η γρήγορη φευγάλα
φθουνιάρς.-ρου, -κου = φθονερή-ός
φιβγατίζου = φυγαδεύω
φιγγούδα = μικρό καλοκαιρινό τζάκι στην άκρη της αποθήκης για
μαγείρεμα το καλοκαίρι
φίι = ήμερο χόρτο που σπέρνεται και χρησιμεύει για ζωοτροφή
φιλί = φίλημα αλλά και φέτα ψωμιού ή κομμάτι φρούτου σε σχήμα
μισοφέγγαρου
φιλιναδιό = συγκέντρωση φιλενάδων
φιλούδ –φιλούδα = μικρή φέτα ψωμιού ή φρούτου
φιντές = φιδές
φιρί φιρί = σώνει και καλά, πάει γυρεύοντας
φιρμάν’ = σουλτανική διαταγή
φίσκα = πλήρες, εντελώς γεμάτο
φισκές = ειδικά φτιαγμένο στραγγιστήρι που μπαίνει στο στόμιο
τενεκέ για τεχνητή βροχή
φισκούδ = μικρός φισκές
φκέλ' = η δικέλα, αξίνα με δύο μύτες
φκιάνου = κάνω, κατασκευάζω
φκιάρ = το φτυάρι
φκιάρα = το φαράσι
φκιαρούδ = μικρό φτυάρι
φλάου = φυλάγω
φλεύου = φιλεύω, προσφέρω φαγητό σε κάποιον
φλια = γεύμα φιλικό, τραπέζωμα
φλικ = θηλιά
φλικούδ = μικρή θηλιά
φλίκουσ' = η κλείδωση των οστών
φλικώνου = κουμπώνω
φλιόγγους = φιόγκος
φλιούμι = φιλιέμαι, ανταλλάσσω φιλιά με κάποιον
φλουρούδ = το μικρό φλουρί
φλούτσ' = ξερή φλούδα
φλω = φιλώ
φνίκ' = ο λοβός του αρακά ή της φασολιάς
φόβιους = φοβητσιάρης
φόλα = δηλητηριασμένο κομμάτι κρέατος για θανάτωμα των σκύλων
φουντάν’ = σοκολατάκι
φουρκάλ’ = η σκούπα
φουρκαλώ = σκουπίζω
φούρλα = γύρα
φουρλαντίζου = ρίχνω κάποιον κάτω βιαίως
φουρλάντσμα = το ρίξιμο κάτω απότομα
φουρνιάζου-φουρνίζου = βάζω το ψωμί στο φούρνο
φουρτιό = το φορτίο του ζώου
φουρτσάτους, -τ’, -ου = ο βιαστικός
φούσκα = η φουσκάλα ή το μπαλόνι
φουσκώνου = καμαρώνω, περηφανεύομαι
φουτσιτζής = βαρελοποιός
φραγγόφκιαρου = το ορθογώνιο σανίδι που βάζουν οι κτίστες λίγο
σοβά για να σοβατίσουν
φραγκεύου = γίνομαι μοντέρνος, ευρωπαίος
φράγκικους, -κ’, -κου = ευρωπαϊκός
φριξ-φρίξιμου = τρομάρα, φόβος, ψυχική οδύνη
φστάν’ = κεντημένος ποδόγυρος
φταριά = το 1/4 περίπου του στρέμματος
φτήνα = πήλινο δοχείο για τη μεταφορά φαγητού
φτι = το αυτί
φτιρούκλα = μεγάλο φτερό
φτουρώ = τελειώνω γρήγορα αποδίδω έργο σε λίγο χρόνο, τελειώνω
γρήγορα
φτουχεύου = πτωχαίνω
φτύλ' = το φιτίλι
φτύσ’μου = το φτύσιμο
φτω = φτύνω
φυβγιό = φευγάλα
φυντάν’ = το φυτό που μόλις φύτρωσε
φύτμα = φτύσιμο
- Χ -
X
χαβάν' = όλμος, εργαλείο με πλατύ μαχαίρι
που χρησιμοποιείται για το κόψιμο ξμεταλλικόύλινο γουδί του
καπνού
χαβάς = ο ρυθμός, η μουσικός σκοπός αλλά και το κλίμα, ο καιρός
χαβιάρ = η γάμπα
χαγιάτα = σκεπαστός εξώστης στην είσοδο του σπιτιού
χάζ’ = κοίταγμα, ευδαιμονία, ηδονή
χαζίρκους, -κ’, -κου = ο έτοιμος, ο χωρίς κόπο αποκτώμενος
χάζ'κους, -κ', -κου = ίδιος ακριβώς, ολόιδιος, καθαρός, γνήσιος,
αγνός
χαϊάτα = στεγασμένος διάδρομος
χαϊβάν' = ζώο, κτήνος
χαϊνταμάκ'ς = μάγκας
χαΐρ = προκοπή, αγαθοσύνη, ωφέλεια
χαϊρλής, -ού, ίδ’κου = γουρλής
χαλάλ' = συγχώρηση καταπάτησης πράγματός μου
χαλαλίζου = αποποιούμαι καταπατηθέν πράγμα μου και συγχωρώ τον
καταχραστή
χαλάτ = εργαλείο
χαλεύου = γυρεύω, ζητώ, επιθυμώ, θέλω
χαλίκα = μικρή κοφτερή πέτρα, αλλά και πανέξυπνος άνθρωπος
χαλκάς = κρίκος
χάλκουμα = οποιοδήποτε χάλκινο αγγείο
χαλνιέμι = αδιαθετώ, χαλώ τις καλές σχέσεις με κάποιον
χαμάλ’ς = αχθοφόρος
χαμαλίκ’ = η εργασία του αχθοφόρου
χαμάμ = τουρκικό λουτρό, μπάνιο με πολύ ζεστό νερό και υδρατμούς
χαμένους = χαζός, ηλίθιος
χάμκους, -κ’, -ου = απροπόνητος, άπειρος
χαμλούδ = κουρελάκι
χάμουτζης = παλαιοελλαδίτης
χαμουτζίδκου = το μαγαζί με εξαρτήματα για ζώα
χαμούτια = τα διάφορα ημικυκλικά, δερμάτινα λουριά που
χρειάζονται για να μπει το ζώο στο ζυγό για όργωμα ή για το κάρο
χαμπαρίζου = παίρνω είδηση, καταλαβαίνω
χαμπέρ = η είδηση, το μαντάτο, το νέο
χαμπίπς = ελαφρύς
χάν’ = πανδοχείο
χάνου = χάνω αλλά και ανοίγω το στόμα μου, χαζεύω
χαντακώνουμι = χάνομαι, καταστρέφομαι, παθαίνω μεγάλη ζημιά
χαντούμς = ευνούχος, ο ανίκανος προς συνουσία
χαρά = ο γάμος
χαραή = χαράματα
χαράμ = άσκοπη δαπάνη
χαραμίζου = ξοδεύω άδικα
χαραμουτρώου = τρώω άδικα χωρίς να δουλεύω
χαραμουφάης = αυτός που τρώει άδικα, χωρίς να δουλεύει
χαραμπάτς = άνθρωπος κατεστραμμένος, ακατάστατος
χαράρ = φαρδύ σακί χωρητικότητας 150-200 οκάδων που χρησίμευε
για αποθήκευση σιτηρών
χαρασματάδα = χαραγματιά, χαραμάδα
χαρέλ’ = ότι και το χαράρ
χαρλίζ' = υπάρχει χαραμάδα
χαρλίζου = ροχαλίζω
χαρμάν' = το μείγμα
χαρσ’λίκ’ = το χαρτζιλίκι, το φιλοδώρημα
χαρτουσιά = παρτίδα στα χαρτιά (τραπουλόχαρτα )
χαρχάλ’εμα = δαντελωτό τελείωμα φορέματος, κρόσι
χαρχάλου = άσχημη
χασ’λαμάς = τα νεαρά φυτά του καπνού που είναι στο καπνοσπορείο
χασαπιό = κρεοπωλείο
χασές = βαμβακερό λινό ύφασμα
χασίλ' = χορτοβοσκή, σιτάρι ή κριθάρι χλωροπράσινο που θα
χρησιμεύσει για τροφή των ζώων
χασκουγιλώ = γελώ χαιρέκακα
χασουμέριου = χασομέρημα, χάσιμο χρόνου
χασουμέρς = αυτός που σε χασομεράει
χατάς = μεγάλη ζημιά, ατύχημα ή δυστύχημα, κάποιο κακό που
γίνεται
χατζηλ΄κ’ = προσκύνημα στους Αγίους τόπους
χατζής = ο προσκυνητής των Αγίων τόπων
χατήλ' = τα ξύλα που έμπαιναν στους τοίχους σα ζωνάρι για το
καλό στερέωμά του
χατήρ = χάρη, ευαρέσκεια, εξυπηρέτηση
χατηρικά = για χάρη κάποιου, μεροληπτικά
χάφτου = αρπάζω κάτι απ' το στόμα του άλλου και το καταπίνω, μτφ.
πιστεύω εύκολα
χάχανα = ζωηρά γέλια
χαχανούτας = αυτός που γελάει δυνατά
χάχας = αυτός που γελά με το παραμικρό
χαχούτς = αγροίκος
χαψιά = μπουκιά
χέζουμι = ενεργούμαι, αφοδεύω
χειριά = όσο χωρά η χούφτα
χειρουδύναμους, -μ', -ου = ο δυνατός στα χέρια
χερ - χερ = βιαστικά, στα γρήγορα
χιανέτς, -τσα, -τκου = κακότροπος, ο ζηλιάρης
χιανιτιά = ζήλια
χιλιάζου = φτάνω στα χίλια
χιλιντζές = ο μη έντιμος στις συναλλαγές, η νοθεία
χιντέκ΄ = χαντάκι, βαθύ αυλάκι
χκια = κουκιά
χλαπανίζου-χλαπατίζου = τρώω λαίμαργα
χλαπατάρς = ο υπηρέτης στο γάμο αλλά και αυτός που τρώει γρήγορα
χλάπα-χλούπα = αυτός που κατεβάζει γρήγορα, λαίμαργα το φαγητό
του
χλιάρ = το κουτάλι
χλιάρα = η κουτάλα, αλλά και αυτή που λέει πολλά
χλιαριά = κουταλιά
χλιαρίζου = τρώω γρήγορα με το κουτάλι
χλιαρουθήκ' = ξύλινη θήκη για τα κουταλοπίρουνα κουταλοθήκη
χλιαρουκούτ = ξύλινη θήκη για τα κουταλοπίρουνα
χλιος = χλιαρός
χ'μάζ' = χιονίζει
χ'μώ = ορμώ, επιτίθεμαι
χνάρια = ίχνη αλλά και οι χήνες
χνερ = πάθημα
χοιρουμέρ' = χοιρινό μπούτι αλατισμένο ή καπνιστό
χόντρους = το πάχος
χουβαρνταλίκ' = η γενναιοδωρία
χουβαρντάς, -ού, -δκου = ανοιχτοχέρης αυτός που ξοδεύει
απλόχερα, ο γενναιόδωρος
χουγιάζου = φωνάζω
χούγιασμα = φώναγμα
χουζμέτ = δουλειά του σπιτιού
χουζούρ = ανάπαυση, ξεκούραση
χούι = η συνήθεια
χουιλής = ιδιότροπος, αυτός που έχει πολλές συνήθειες
χουλιάζου = θυμώνω, σκάζω, στενοχωρώ κάποιον, τον αγανακτώ πολύ
χουλιώ = πικραίνομαι, θυμώνω
χουματένιους, -ια, -ιου = πήλινος
χουματιές- χουματίλα = μυρωδιά χώματος μετά από καλοκαιρινή
βροχή
χουματόπιτρα = πωρόλιθος
χουντρουμπαλάς, -λου, -λάδκου = ο χοντρούλης
χουρατεύου = αστειεύομαι
χουριάτς = χωρικός
χουρμουβόλιασει = ψήθηκε πολύ καλά
χουρντουρούλ’ = μεγάλη φασαρία
χουσμέτ = υπηρεσία, αποστολή, μικροδουλειά του σπιτιού
χούφτα = φούχτα
χούφταλου = ο πολύ γερασμένος, ο μικροκαμωμένος
χουχλακίζου = βράζω
χούχλιους = βλάκας
χουχλουτήρ = είδος μπατονέτας που το χρησιμοποιούσαν, αλειμμένο
με ζεστό λάδι, για ανακούφιση από τον πόνο του αυτιού
χουχούλα = κουκούλα
χουχτίζου = προσπαθώ να ζεσταθώ με την αναπνοή
χούχτσμα = το ζέσταμα με την αναπνοή
χραμ = ύφασμα για περιτύλιγμα ή σπέπασμα των αλόγων ή των
καναπέδων, ύφασμα μάλλινο κροσσωτό σεντόνι
χραπάτ = το κεφάλι
χραπατίζου = κάνω θόρυβο και ακούγεται χραπ...
χρατσανίτσα = ο χόνδρος από το κόκαλο του κρέατος
χρεία = η ανάγκη, αλλά και το αποχωρητήριο
χριμιτίζου = χλιμιντρίζω
χρουνιάρκ’ = γιορτινή μέρα
χτάζου = βλέπω
χτηματάρ'ς = κτηματίας
χτικιάζου = παθαίνω φυματίωση, αδυνατίζω πολύ
χτικιάρς, -ρα, -ρκου = ο φυματικός
χτικιό = η φυματίωση
χτσαίνου = κουτσαίνω
χυλώνου = πηχτώνω, μεταβάλλω κάτι σε χυλό
χύνου = ρίχνω κάποιο υγρό, εκσπερματίζω
- Ψ-
X
ψ’χουπαίδ = θετό παιδί
ψάθα = στρωσίδι φτιαγμένο από χόρτο
ψαθάκ’ = είδος ψάθινου καπέλου
ψαλίδα = έντομο με δαγκάνες
ψαρής = γκρίζο άλογο
ψαρί = γκρίζο
ψείρας = σχολαστικός
ψειρού = αυτή που έχει ψείρες
ψήλουμα = ύψωμα
ψηλουμύτς = εγωιστής, περήφανος
ψήλους = ύψος
ψηλουσ'κώνου = κολακεύω
ψηρούκ' = φαγητό από κόκκινο πιπέρι και αλεύρι
ψιακή = δηλητήριο
ψιακώνου = δηλητηριάζω
ψισ’νός = χτεσινοβραδινός
ψιχούδα = ψίχα ψωμιού
ψιχούδις = τα ψίχουλα, τα αποφάγια
ψουμουζώ = ζω φτωχικά
ψουμουσάν’δου = πινακωτή
ψουράλουγου = αδύνατο και κοκαλιάρικο
ψουφίμ = πτώμα ζώου, αλλά και ο εξαντλημένος
ψόφους = πολύ κρύο, παγωνιά
ψυουχάρτ = ψυχοχάρτι, χαρτί στο οποίο είναι γραμμένα τα ονόματα
των πεθαμένων μελών μιας οικογένειας τα οποία μνημονεύει ο παπάς
- Ω -
X
ώλελε = ωχ! αχ!κλάμα
ωλελέκα = η κραυγή που βγαίνει όταν κλαίει κάποιος
Καταγραφή - προσαρμογή εργασίας στο διαδίκτυο
Αθανασιάδης Αθανάσιος
|