Μετὰ ταῦτα δή, εἶπον
,
ἀπείκασον τοιούτῳ πάθει τὴν ἡμετέραν φύσιν
παιδείας τε πέρι καὶ ἀπαιδευσίας. Ἰδὲ γὰρ
ἀνθρώπους οἷον ἐν
καταγείῳ οἰκήσει σπηλαιώδει,
ἀναπεπταμένην
πρὸς τὸ φῶς τὴν εἴσοδον ἐχούσῃ μακρὰν παρὰ πᾶν τὸ σπήλαιον, ἐν ταύτῃ ἐκ παίδων ὄντας ἐν δεσμοῖς καὶ τὰ σκέλη καὶ τοὺς αὐχένας, ὥστε μένειν τε αὐτοὺς
εἴς τε τὸ πρόσθεν μόνον ὁρᾶν
, κύκλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ ἀδυνάτους
περιάγειν, φῶς δὲ αὐτοῖς πυρὸς ἄνωθεν καὶ πόρρωθεν καόμενον ὄπισθεν αὐτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ πυρὸς καὶ τῶν δεσμωτῶν ἐπάνω ὁδόν
, παρ' ἣν ἰδὲ τειχίον
παρῳκοδομημένον, ὥσπερ τοῖς
θαυματοποιοῖς
πρὸ τῶν ἀνθρώπων
πρόκειται τὰ
παραφράγματα, ὑπὲρ ὧν τὰ
θαύματα δεικνύασιν.
Ὅρα τοίνυν
παρὰ τοῦτο τὸ τειχίον φέροντας ἀνθρώπους σκεύη τε παντοδαπὰ ὑπερέχοντα τοῦ τειχίου καὶ ἀνδριάντας
καὶ ἄλλα
ζῷα λίθινά τε καὶ ξύλινα καὶ παντοῖα εἰργασμένα, οἷον εἰκὸς
τοὺς μὲν φθεγγομένους
, τοὺς δὲ σιγῶντας των
παραφερόντων.
Ἄτοπον, ἔφη
, λέγεις εἰκόνα καὶ δεσμώτας ἀτόπους.
Ὁμοίους ἡμῖν, ἦν δ' ἐγώ.
Μετά από αυτά, λοιπόν, είπα, απεικόνισε την ανθρώπινη φύση μας μ' ένα τέτοιο πάθημα σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία. Δες με τη φαντασία σου τους ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο σαν σπηλιά, που έχει άνοιγμα ελεύθερο στο φως σε μεγάλη απόσταση και που θα απλώνεται σ' όλο το βάθος της σπηλιάς, και μέσα εκεί να βρίσκονται άνθρωποι αλυσοδεμένοι από την παιδική ηλικία τους από τα σκέλια ως τον αυχένα τους, ώστε να μένουν ακινητοποιημένοι, να κοιτάζουν μόνο προς τα μπρος και να μην μπορούν να στρέψουν γύρω το κεφάλι τους, έτσι που είναι αλυσοδεμένοι· και ένα φως από φωτιά που θα καίει πίσω τους να τους έρχεται από ψηλά και από μακριά κι ανάμεσα στους δεσμώτες και τη φωτιά να περνάει ένας δρόμος· φαντάσου ότι εκεί δίπλα είναι χτισμένο ένα τοιχάκισαν τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους ανθρώπους για να δείχνουν από εκεί τα ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματά τους.
Το φαντάζομαι, είπε.
Φαντάσου λοιπόν ακόμη ότι δίπλα από αυτό το τοιχάκι άνθρωποι κουβαλούν σκεύη κάθε είδους που εξέχουν από το τοιχάκι, ανδριάντες και άλλα ομοιώματα ζώων λίθινα, ξύλινα και κατασκευασμένα από διάφορα υλικά και, όπως είναι φυσικό, άλλοι απ' όσους τα κουβαλούν να μιλούν και άλλοι να είναι σιωπηλοί.
Είναι παράξενη, είπε, η εικόνα που δίνεις και παράξενοι οι δεσμώτες.
Όμοιοι μ' εμάς είναι, είπα εγώ. Μετάφραση: Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος
| Μετάφραση Η.Σ. Σπυρόπουλου | Αρχαίο κείμενο | Μετάφραση Ι.Ν. Γρυπάρη |
| [514a] Ύστερ' από αυτά, είπα, δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της πλάθοντας με το νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα ώστε να μένουν ακινητοποιημένοι | [514a] Μετὰ ταῦτα δή, εἶπον, ἀπείκασον τοιούτῳ πάθει τὴν ἡμετέραν φύσιν παιδείας τε πέρι καὶ ἀπαιδευσίας. ἰδὲ γὰρ ἀνθρώπους οἷον ἐν καταγείῳ οἰκήσει σπηλαιώδει, ἀναπεπταμένην πρὸς τὸ φῶς τὴν εἴσοδον ἐχούσῃ μακρὰν παρὰ πᾶν τὸ σπήλαιον, ἐν ταύτῃ ἐκ παίδων ὄντας ἐν δεσμοῖς καὶ τὰ σκέλη καὶ τοὺς αὐχένας, ὥστε μένειν τε αὐτοὺς | [514a] Ύστερ' απ' αυτά παράστησε τώρα την ανθρώπινη φύση, σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία, με την ακόλουθη εικόνα που θα σου ειπώ: Φαντάσου σαν μέσα σ' ένα σπήλαιο κάτω από τηγη, που να έχη την είσοδο του ανοιγμένη προς το φως σ' όλο το μάκρος της· ανθρώπους που από παιδιά να βρίσκουνται εκεί μέσα αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο, σε τρόπο που να μένουν πάντα στην ίδια θέση |
| [514b] και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους· κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος· κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στο δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν απο 'κει τα τεχνάσματά τους. Το φαντάζομαι, είπε. Φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σ' αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν |
εἴς τε τὸ [514b] πρόσθεν μόνον ὁρᾶν, κύκλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ ἀδυνάτους περιάγειν, φῶς δὲ αὐτοῖς πυρὸς ἄνωθεν καὶ πόρρωθεν καόμενον ὄπισθεν αὐτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ πυρὸς καὶ τῶν δεσμωτῶν ἐπάνω ὁδόν, παρ’ ἣν ἰδὲ τειχίον παρῳκοδομημένον, ὥσπερ τοῖς θαυματοποιοῖς πρὸ τῶν ἀνθρώπων πρόκειται τὰ παραφράγματα, ὑπὲρ ὧν τὰ θαύματα δεικνύασιν. Ὁρῶ, ἔφη. Ὅρα τοίνυν παρὰ τοῦτο τὸ τειχίον φέροντας ἀνθρώπους |
[514b] και μόνο εμπρός των να βλέπουν, χωρίς να μπορούν να στρέψουν γύρω την κεφαλή τους εξ αιτίας τα δεσμά τους· και από πίσω σε αρκετή απόσταση και υψηλότερά τους να υπάρχη αναμμένη φωτιά, που το φως της να έρχεται ως αυτούς και ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες ένας δρόμος προς τα επάνω· και πλάι στο δρόμο φαντάσου ακόμα παράλληλά του χτισμένο ένα μακρύ τοιχαράκι σαν εκείνα τα διαφράγματα που έχουν βαλμένα οι θαυματοποιοί εμπρός από τους ανθρώπους και τους δείχνουν πάνω από κει τις ταχυδακτυλουργίες των. Τα φαντάζομαι όλ' αυτά. Φαντάσου τώρα ανθρώπους να περνούν κατά μήκος αυτού του τοίχου φορτωμένοι |
| [514c] κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι, αγάλματα και άλλα ομοιώματα ζώων, από πέτρα, από ξύλο ή από οτιδήποτε άλλο, κι ότι, όπως είναι φυσικό, άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτά τα πράγματα μιλούν ενώ άλλοι είναι σιωπηλοί. Αλλόκοτη, είπε, η εικόνα που περιγράφεις, και οι δεσμώτες αλλόκοτοι κι αυτοί. Όμοιοι με εμάς, έκανα εγώ | [514c] σκεύη τε παντοδαπὰ ὑπερέχοντα τοῦ τειχίου καὶ ἀνδριάντας [515a] καὶ ἄλλα ζῷα λίθινά τε καὶ ξύλινα καὶ παντοῖα εἰργασμένα, οἷον εἰκὸς τοὺς μὲν φθεγγομένους, τοὺς δὲ σιγῶντας τῶν παραφερόντων. Ἄτοπον, ἔφη, λέγεις εἰκόνα καὶ δεσμώτας ἀτόπους. Ὁμοίους ἡμῖν, ἦν δ’ ἐγώ· | [514c] κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και αγάλματα ανθρώπων και ζώων κατασκευασμένα από ξύλο ή πέτρα ή ό,τι άλλο, που να ξεπερνούν όλ' αυτά πιο ψηλά από το τοιχαράκι, κι αυτοί που τα σηκώνουν, όπως είναι φυσικό, άλλοι να μιλούν καθώς περνούν μεταξύ τους κι άλλοι να σωπαίνουν. Πολύ παράξενη είναι η εικόνα και αλλόκοτοι οι δεσμώτες σου. Και μολαταύτα όμοιοι με μας. |
Πρωτοκορινθιακό αγγείο σε μορφή κουκουβάγιας (7ος αι. π.Χ.). Μουσείο Λούβρου.