Ὁ πολίτης οὐ τῷ οἰκεῖν που πολίτης ἐστίν (καὶ γὰρ μέτοικοι καὶ δοῦλοι κοινωνοῦσι τῆς οἰκήσεως), οὐδ' οἱ τῶν δικαίων μετέχοντες οὕτως ὥστε καὶ δίκην ὑπέχειν καὶ δικάζεσθαι (τοῦτο γὰρ ὑπάρχει καὶ τοῖς ἀπὸ συμβόλων κοινωνοῦσιν)
·... πολίτης δ' ἁπλῶς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλλον ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως
καὶ ἀρχῆς. ... Τίς μὲν οὖν ἐστιν ὁ πολίτης, ἐκ τούτων φανερόν· ᾧ γὰρ ἐξουσία κοινωνεῖν ἀρχῆς βουλευτικῆς καὶ κριτικῆς, πολίτην ἤδη λέγομεν εἶναι ταύτης τῆς πόλεως, πόλιν δὲ τὸ τῶν τοιούτων πλῆθος ἱκανὸν
πρὸς αὐτάρκειαν ζωῆς, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν.
Πολίτης δεν είναι εκείνος που κατοικεί κάπου στην πόλη (αφού εκεί συγκατοικούν και οι μέτοικοι και οι δούλοι), ούτε εκείνοι που έχουν το δικαίωμα, να μπορούν να παρουσιάζονται μπροστά στο δικαστήριο σαν συνήγοροι ή κατηγορούμενοι (αφού αυτό το δικαίωμα το έχουν κι οι πολίτες άλλης πόλης που το αποκτούν δυνάμει συνθηκών με την πόλη)
... Πολίτης με την πιο ακριβή σημασία του όρου είναι εκείνος που έχει το δικαίωμα να γίνεται δικαστής ή άρχοντας.
... Ποιος, λοιπόν, είναι ο πολίτης σ' αυτά τα συστήματα, γίνεται φανερό από τα παραπάνω: πολίτης δηλ. είναι το άτομο που έχει το δικαίωμα να μετέχει στην πολιτική και δικαστική εξουσία. Και πόλη, για να το πούμε πιο απλά, είναι το πλήθος των πολιτών που είναι οικονομικά αυτάρκεις.
Μετάφραση: Β. Μοσκόβη Πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
| Αρχαίο κείμενο | Μετάφραση Π. Λεκατσά |
| Ὁ πολίτης οὐ τῷ οἰκεῖν που πολίτης ἐστίν (καὶ γὰρ μέτοικοι καὶ δοῦλοι κοινωνοῦσι τῆς οἰκήσεως), οὐδ' οἱ τῶν δικαίων μετέχοντες οὕτως ὥστε καὶ δίκην ὑπέχειν καὶ δικάζεσθαι (τοῦτο γὰρ ὑπάρχει καὶ τοῖς ἀπὸ συμβόλων κοινωνοῦσιν)·... πολίτης δ' ἁπλῶς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλλον ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς. ... Τίς μὲν οὖν ἐστιν ὁ πολίτης, ἐκ τούτων φανερόν· ᾧ γὰρ ἐξουσία κοινωνεῖν ἀρχῆς βουλευτικῆς καὶ κριτικῆς, πολίτην ἤδη λέγομεν εἶναι ταύτης τῆς πόλεως, πόλιν δὲ τὸ τῶν τοιούτων πλῆθος ἱκανὸν πρὸς αὐτάρκειαν ζωῆς, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν. | Ο δε πολίτης δεν είναι πολίτης εκ του λόγου ότι είναι κάτοικος ωρισμένου τόπου (διότι και οι μέτοικοι και οι δούλοι μετέχουν της οικήσεως των πολιτών, χωρίς να είναι πολίται), ούτε ο υπαγόμενος εις τάξιν νόμων ρυθμιζόντων τας βιοτικάς αυτού σχέσεις, ούτως ώστε να δύναται να κατηγορηθή και να εισαχθή εις δίκην (διότι τούτο υπάρχει και διά τους εκ των εμπορικών των πόλεων συμβάσεων υποχρεουμένους, ... Ο απολύτως δε και απλώς πολίτης δι' ουδενός άλλου χαρακτηριστικού στοιχείου ορίζεται επί το βέλτιστον, ή διά του ότι μετέχει της δικαστικής κρίσεως και της αρχής. ... Ποίος λοιπόν είναι ο πολίτης, καθίσταται εξ όλων τούτων φανερόν: εκείνον, όστις έχει το δικαίωμα να μετέχη αρχής βουλευτικής ή δικαστικής, ονομάζομεν πολίτην της πόλεως εν τη οποία έχει το δικαίωμα τούτο, πόλιν δε, γενικώς ειπείν, καλούμεν το ικανόν προς αυτάρκειαν ζωής σύνολον των τοιούτων πολιτών. |
| Πηγή μεταφράσεων: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα |
Τέσσερις δικαστικές ψήφοι με την επιγραφή «ψῆφος δημοσία». Η μορφή του άξονα της ψήφου καθόριζε την ετυμηγορία· ο συμπαγής σήμαινε αθώωση, ο κοίλος καταδίκη. Κάθε δικαστής κρατούσε την ψήφο, που εξέφραζε την ετυμηγορία του, ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα (εξασφαλίζοντας έτσι μυστικότητα) και την έριχνε στο δοχείο που προοριζόταν γι' αυτόν τον σκοπό.