Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Οδύσσεια


4η ενότητα: α 174-360/<156-324>


 

 

Α' ΚΕΙΜΕΝΟ

ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ: Διάλογος του Τηλέμαχου με την Αθηνά-Μέντη, που προβάλλει:

● τα προβλήματα του Τηλέμαχου

● τις προσπάθειες της Αθηνάς να τον ενθαρρύνει και να τον πείσει να αναλάβει πρωτοβουλίες ως κύριος του σπιτιού

Η Οδύσσεια διαρκεί 41 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε την 1η ημέρα:

 

Ο Τηλέμαχος εξηγεί την κατάσταση του παλατιού και ζητάει πληροφορίες

Οδυσσέας Οδυσσέας τηλέμαχος νόμισμα Ιθάκη Ιθάκη Ιθάκη Πλοίο Πλοίο Πήλινος αναθηματικός πίνακας

Την ίδια ώρα ο Τηλέμαχος γύρισε να μιλήσει στη γλαυκόματη Αθηνά, 1 αρχ
175
γέρνοντας το κεφάλι προς το μέρος της, να μην τον πάρουν είδηση οι άλλοι:
«Καλέ μου ξένε θα με παρεξηγήσεις αν γυμνή τη σκέψη μου σου πω;
Το μέλημά τους, ξένε, είναι αυτά που βλέπεις: κιθάρα και τραγούδι,
εύκολο μέλημα, αφού ατιμώρητοι ρημάζουν ξένα αγαθά·
ενός που τα λευκά του οστά, κάπου αφημένα στη στεριά,
180
τα σάπισε η νεροποντή, ή και το κύμα τα παρασύρει του πελάγου.
Αν όμως στην Ιθάκη γύριζε εκείνος, αν μπρος στα μάτια τους τον έβλεπαν·
όλοι τους λέω πως θα ύψωναν ευχή, πόδια να είχαν ελαφρότερα, 2
παρά να τους βαραίνει ο πλούτος με μαλάματα και ρούχα.
Μα τώρα αυτός αφανισμένος, όπως αφανίστηκε, με θάνατο άσχημο,
185
δεν άφησε σ’ εμάς καμιά παρηγοριά κι ελπίδα, αν κάποιος από τους
θνητούς στη γη που κατοικούμε ισχυριστεί πως θα γυρίσει·
του γυρισμού του η μέρα χάθηκε και πάει. αρχ
Όμως εσύ αποκρίσου σ’ ό,τι κι αν σε ρωτήσω, καθαρά και ξάστερα:
189
-190 ποιος είσαι κι από πού; [...] / με ποιο καράβι εδώ μας ήλθες; [...]
193
-194 [...] έρχεσαι πρώτη φορά στα μέρη μας, / ή μήπως είσαι φίλος πατρικός.
195
Γιατί κι άλλους πολλούς αυτό το σπίτι καλωσόρισε,
αφού κι εκείνος ήταν κοσμογυρισμένος.»

Η Αθηνά-Μέντης παρουσιάζεται σαν φίλος πατρικός

 

Πλοίο

 

Διάβασε για τη Μαντική

 

 

Ανταποκρίθηκε, τα μάτια λάμποντας, αμέσως η θεά Αθηνά: αρχ
«Πρόθυμα κι ακριβώς, όσα ζητάς να μάθεις, θα σου πω:
Μέντης το όνομά μου, γιος του εμπειροπόλεμου Αγχιάλου,
200
ο ίδιος τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνώ·
εδώ μ’ ένα καράβι και συντρόφους έφτασα, έτοιμος
να ανοιχτώ στο μπλάβο πέλαγος, πηγαίνοντας σ’ αλλόγλωσσους 3
ανθρώπους, στην Τεμέσα· γυρεύω ν’ ανταλλάξω σίδηρο γυαλιστερό 4
που φέρνω, με χαλκό· κι όσο για το καράβι μου, με περιμένει 5
205
κάπου εκεί στα χτήματα, έξω από την πόλη, στο λιμάνι Ρείθρο,
κάτω απ’ το δασωμένο Νήιο. 6
Ναι, καμαρώνουμε πως είμαστε αμοιβαίοι φίλοι, γονικοί κι ανέκαθεν – 7
πήγαινε, αν θέλεις, να ρωτήσεις τον ανδρείο Λαέρτη, γέροντα πια, 8
που τώρα ακούω δεν κυκλοφορεί σαν άλλοτε στην πόλη·
210
αποτραβήχτηκε στα χτήματα, βαρύς από τα βάσανα
και μόνος, με μια γερόντισσα που τον υπηρετεί· [...].
214
Και να ’με τώρα· η φήμη μ’ έφερε 9
215
πως βρίσκεται ο πατέρας σου κιόλας στην πόλη –
φαίνεται όμως οι θεοί τού φράζουνε τον δρόμο ακόμη.
Ωστόσο ο θείος Οδυσσέας δεν πέθανε, και δεν τον σκέπασε 10
της γης το χώμα·
είναι, πιστεύω, ζωντανός, κι ας εμποδίζεται αρχ
στη μέση του ανοιχτού πελάγους [...].
222
Άκουσε όμως τώρα τη μαντεία μου, όπως μέσα στον νου μου
την ξυπνούν οι αθάνατοι κι όπως νομίζω πως θα γίνει –
δεν ισχυρίζομαι πως είμαι μάντης, μήτε και καλοξέρω να εξηγήσω 11
225
τα σημάδια των πουλιών, κι όμως:
πολύν καιρό ακόμη δεν θα μείνει εκείνος μακριά από την πατρίδα του·
έστω κι αν τον κρατούν στα σίδερα,
θα βρει τον τρόπο να γυρίσει, αυτός που είναι πολυμήχανος. 12
Μα τώρα απάντησε στο ερώτημά μου και μίλησέ μου ειλικρινά:
230
αν, ένα τέτοιο παλικάρι, είσαι του Οδυσσέα, ο δικός του γιος·
231
-32 απίστευτο πώς μοιάζεις στο πρόσωπο και στα όμορφά σου μάτια/εκείνου [...]»

Η απάντηση του Τηλέμαχου

236 Της αντιμίλησε ο Τηλέμαχος με φρόνηση και γνώση:
«Δεν θα σου κρύψω, ξένε, τίποτε, τη σκέψη μου θα φανερώσω·
238
-39 η μάνα μου ισχυρίζεται πως είμαι γέννημα δικό του, όμως / εγώ δεν ξέρω· [...].
241
Άμποτε να ’μουν ενός άλλου ο γιος, καλόμοιρου,ξέρεις ότι...
που τα γεράματα τον βρίσκουν μέσα στ’ αγαθά του· 13
τώρα φαντάσου, ο πιο δυστυχισμένος που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον κόσμο,
αυτός μου λένε πως με γέννησε [...]

Η Αθηνά ζητά πρόσθετες εξηγήσεις

 

246 Τότε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, ανταποκρίθηκε:
«Όχι, δεν το νομίζω πως οι θεοί έχουν ορίσει τη γενιά σου
ανώνυμη στο μέλλον, αφού σε γέννησε τέτοιον που είσαι η Πηνελόπη. 14
Και τώρα κάτι άλλο πες μου, ειλικρινά·
250
τι γλέντι είναι αυτό; τι σόι συνάθροιση; Ποια η δική σου
υποχρέωση; καμιά γιορτή; ή μήπως γάμος; Πάντως δεν πρόκειται για γεύμα
εταιρικό
· γιατί πολύ ξεδιάντροποι μου φαίνονται και ξιπασμένοι, 15 αρχ
έτσι που τρων αυτοί και πίνουν στο παλάτι· θα αγανακτούσε ασφαλώς,
τα τόσα αίσχη βλέποντας, αν κάποιος κατά τύχη ερχόταν,
255
φτάνει να ήταν συνετός.»

Ο Τηλέμαχος εκθέτει τα προβλήματά του

τύμβος τύμβοι Άρπυιες

Της αποκρίθηκε ο Τηλέμαχος, φρόνιμος πάντα και με γνώση:
«Αφού τέτοια ερωτήματα μου θέτεις, γυρεύοντας εξήγηση –
ήταν ένας καιρός που αυτό το σπίτι είχε την τύχη του στα πλούτη,
στις τιμές, όσο εκείνος κατοικούσε αυτή τη χώρα.
260
Αλλά βουλήθηκαν αλλιώς κάποιοι θεοί, βάζοντας το κακό στον νου τους,
και τώρα εκείνον άφαντον τον έκαναν, παρά κανέναν άλλον.
Αν έβρισκε τον θάνατο, δεν θα ’ταν ο καημός μου τόσος,
αν είχε σκοτωθεί στην Τροία εκεί, με τους συντρόφους του στο πλάι,
ή, με το τέλος του πολέμου, ξεψυχούσε στων δικών τα χέρια·
265
τότε οι Παναχαιοί θα τον τιμούσαν τύμβο υψώνοντας, 16
και για κληρονομιά στον γιο του θ’ άφηνε μεγάλη δόξα.
Μα να που τώρα ανήκουστον τον έχουν αναρπάξει οι Άρπυιες, 17
κι εξαφανίστηκε, χωρίς κανείς να μάθει πού και πώς,
αφήνοντας σ’ εμένα οδυρμούς κι οδύνες.
270
Αλλά δεν κλαίω, δεν στενάζω εκείνον μόνο,
αφού μου δώσαν οι θεοί πρόσθετα και μεγάλα βάρη:
όσοι τριγύρω στα νησιά αρχηγεύουν, οι πρώτοι
στο Δουλίχιο, στη Σάμη και στη δασωμένη Ζάκυνθο, 18
κι άλλοι, ρηγόπουλα στον βράχο της Ιθάκης,
275
όλοι τους έγιναν της μάνας μου μνηστήρες και μας μαδούν το σπιτικό·
εκείνη μήτε τον φριχτό τους γάμο αρνείται, μήτε και βρίσκει δύναμη
να δώσει τέλος στην υπόθεση· στο μεταξύ οι μνηστήρες
αρπάζουν και ρημάζουν τα αγαθά μου - σε λίγο
θα κατασπαράξουνε κι εμένα.»

Η Αθηνά ενθαρρύνει και συμβουλεύει τον Τηλέμαχο

280 Του αντιμίλησε με πάθος η Αθηνά Παλλάδα:
«Αλίμονο κι αλήθεια, μακριά σου χρόνια ατέλειωτα, πόσο
ο Οδυσσέας σού λείπει! Που θα μπορούσε, τιμωρός, το χέρι
να σηκώσει στους αναίσχυντους μνηστήρες.
Γιατί, αν τώρα ερχόταν και στην εξώθυρα του παλατιού στεκόταν,
285
με περικεφαλαία, την ασπίδα και τα δυο του δόρατα,
ίδιος στην όψη, σαν την πρώτη εκείνη μέρα που τον είδα εγώ
στο σπίτι μας, να πίνει και να ευφραίνεται. [...]
294
Αν με την ίδια όψη ο Οδυσσέας έπεφτε στους μνηστήρες,
295
ο θάνατός τους λέω δεν θ’ αργούσε, πικρός ο γάμος θα τους έβγαινε.
Όμως αυτά, όπως και να ’ναι, οι θεοί τ’ αποφασίζουν,
αν πίσω εκείνος θα γυρίσει εκδικητής, ή μήπως κι όχι,
στο παλάτι του. Εσένα τώρα συμβουλεύω να σκεφτείς,
να βρεις τον τρόπο, και να διώξεις απ’ το σπίτι τους μνηστήρες.
300
Άκου λοιπόν τι θα σου πω, και βάλε το καλά στον νου σου:
αύριο κιόλας, καλώντας σε συνέλευση τους τίμιους Αχαιούς, 19
σ’ όλους μπροστά εξηγήσου, κι ας είναι μάρτυρές σου οι θεοί·
δώσε διαταγή για τους μνηστήρες, πως πρέπει
να ξεκουμπιστούν, να παν στα σπίτια τους· ύστερα η μάνα σου,
305
αν η καρδιά της φλέγεται για νέο γάμο, πίσω ας γυρίσει
στο παλάτι του πατέρα της, αυτός έχει και δύναμη και πλούτη·
εκεί ας της ταιριάξουνε τον γάμο, και να της ετοιμάσουνε
γενναία προικιά, όσα στη θυγατέρα τους αρμόζουν, να τη συνοδεύσουν.
Για σένα πάλι, έχω άλλη συμβουλή, φρόνιμη αν σ’ αυτή υπακούσεις:
310
καράβι σήκωσε, το πιο γερό, μ’ είκοσι κωπηλάτες,
και πήγαινε να μάθεις νέα του πατέρα σου, αν κάποιος
άνθρωπος θνητός κάτι θα έχει να σου πει· [...].
315
Πρώτα να πας στην Πύλο, ρωτώντας τον σεβάσμιο Νέστορα,
ύστερα συνεχίζεις για τη Σπάρτη, να δεις και τον ξανθό Μενέλαο,
που τελευταίος γύρισε από τους άλλους Αχαιούς [...].
319
Εκεί ανίσως τον νόστο ακούσεις του πατέρα σου, πως ζει,
320
μ’ όλη την παιδωμή σου, κάνε υπομονή γι’ αυτόν τον χρόνο· 20
αν μάθεις όμως πως τον βρήκε ο θάνατος κι έσβησε η ζωή του,
τότε γυρίζεις πίσω στη γλυκιά πατρίδα,
υψώνεις επιτάφιο σήμα, τιμώντας τον νεκρό και με κτερίσματα 21 22
πολλά, όσα του πρέπουν – ύστερα δώσε και τη μάνα σου
325
σε κάποιον άλλον άντρα.
Κι όταν τελειώσεις μ’ όλα αυτά και γίνουν πράξη,
τότε με νου και σκέψη συλλογίσου, τρόπο να βρεις,
μες στο παλάτι, να σκοτώσεις τους μνηστήρες, με δόλο 23
ή κι αναφανδόν· δεν πρέπει αλήθεια σαν μωρό παιδί να φέρεσαι, 24
330
αφού δεν είσαι πια κανένα παιδαρέλι.
Ή μήπως και δεν άκουσες πόσο μεγάλη δόξα, πανανθρώπινη,
κατέκτησε ο θείος Ορέστης, αφότου σκότωσε τον πατροκτόνο του,
τον δόλιο Αίγισθο, εκείνον τον φονιά του ξακουστού πατέρα του.
Έτσι, καλέ μου, σε βλέπω ωραίο κι αψηλό· αρχ
335 δείξου κι εσύ πως είσαι παλικάρι, να σε δοξάσουν οι μελλούμενες γενιές. 25
Όσο για μένα, αρμόζει να κατηφορίσω στο γοργό καράβι μου
και στους συντρόφους – θα αδημονούν μες στη μεγάλη αναμονή τους. 26
Δικό σου μέλημα τα υπόλοιπα,
θυμήσου και να σκέφτεσαι τις συμβουλές μου.»

Ο Τηλέμαχος προτείνει λουτρό και δώρο στον ξένο

λουτήρας λουτήρας

340 Πάλι της αποκρίθηκεν ο τόσο γνωστικός Τηλέμαχος:
«Ξένε, το ξέρω πως αυτά τα λόγια σου μ’ αγάπη τα προφέρεις,
όπως πατέρας στο παιδί του – υπόσχομαι να μην τα λησμονήσω.
Αλλά παρακαλώ σε τώρα, λίγο καθυστέρησε, κι ας είναι βιαστικός
ο δρόμος σου· για να λουστείς, κι ύστερα ευφρόσυνος 27 28
345 με δώρο στο καράβι να κατέβεις, που να το χαίρεται η ψυχή σου,
πάγκαλο και πολύτιμο, για να σου μείνει από μένα θυμητάρι σταθερό, αρχ
καθώς οι ξένοι που γνωρίζονται με φίλους ανταλλάσσουν.»

Η Αθηνά αρνείται το δώρο και χάνεται πετώντας, ενώ ο Τηλέμαχος μένει έκθαμβος αλλά και αλλαγμένος


ανάκτορο εστία

Αμέσως η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, του απάντησε:
«Μην προσπαθείς να με κρατήσεις κι άλλο, τώρα που ο δρόμος
350
με καλεί· το δώρο σου όμως, όποιο η καρδιά σου
επιθυμεί να μου χαρίσεις, μου το προσφέρεις την επόμενη φορά
που θ’ ανεβώ στο σπίτι σου – διάλεξε να ’ναι το καλύτερο,
έτσι κι εσύ θα πάρεις άξιο αντιχάρισμα.» 29
Μίλησε, κι όπως τέλειωσε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, εχάθη:
355
σαν το πουλί πετώντας, ξέφυγε από το άνοιγμα της στέγης· 30
εκείνου όμως την ψυχή την ενδυνάμωσε με θάρρος, ενίσχυσε και στέριωσε
τη μνήμη του πατέρα του, για να τον έχει συνεχώς στον νου του.
Αυτός καταλαβαίνοντας, έλαμψε ο νους του,
τον συνεπήρε θάμβος, ένιωσε πως θεός ήταν ο ξένος,
360 κι αυτόματα κινήθηκε προς τους μνηστήρες, ισόθεος άντρας. αρχ

 

Ερωτήσεις κατανόησης Ερωτήσεις κατανόησης ερωτήσεις

 

 

 


 

1 (στ. 174) γλαυκόματη γλαυκῶπις: (η Αθηνά) με τα γλαυκά μάτια, τα μάτια που εκπέμπουν λάμψη, τα αστραφτερά, όπως τα μάτια της γλαύκας (δηλαδή της κουκουβάγιας), του πουλιού που ήταν σύμβολο της Αθηνάς. Αυτό υποδηλώνει η συνήθης απόδοση αυτού του επιθέτου με τη φράση τα μάτια λάμποντας.

2 (στ. 182) πόδια να είχαν ελαφρότερα: για να μπορούν να φύγουν γρήγορα.

3 (στ. 202) μπλάβο πέλαγος: βαθυγάλαζο πέλαγος, που έχει δηλαδή σκούρο μπλε χρώμα.

4 (στ. 203) Τεμέσα/Τεμέση: πόλη φημισμένη για τα ορυχεία χαλκού που είχε· ίσως η Ταμασσός της Κύπρου.

5 (στ. 203- 4) γυρεύω ν’ ανταλλάξω σίδηρο [...] με χαλκό: Η Αθηνά-Μέντης παρουσιάζεται σαν έμπορος που ανταλλάσσει μέταλλα. Ας σημειωθεί ότι στην ομηρική εποχή δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί τα νομίσματα και το εμπόριο γινόταν με ανταλλαγή προϊόντων (ανταλλακτικό εμπόριο: ένας βασικός οικονομικός θεσμός της προνομισματικής εποχής).

6 (στ. 206) δασωμένο Νήιο: βουνό της Ιθάκης.

7 (στ. 207) είμαστε αμοιβαίοι φίλοι: Η Αθηνά παρουσιάζεται στον Τηλέμαχο και σαν φίλος πατρικός· βλέπουμε έτσι μια φιλική σχέση που θεμελιωνόταν σε συνθήκες φιλοξενίας και κληροδοτούνταν από πατέρα σε παιδί. Η φιλοξενία δηλαδή ήταν ένας αναγκαίος κοινωνικός θεσμός για την προστασία των ξένων σε εποχές που η συγκοινωνία δεν ήταν εύκολη ούτε υπήρχε υποδομή για διαμονή σε άλλη πόλη ή χώρα. Η σπουδαιότητα του θεσμού αυτού υποδηλώνεται από τη σύνδεσή του με τη θρησκεία· τους ξένους δηλαδή τους προστάτευε ο Δίας (ο Ξένιος Δίας). Ήταν, έτσι, ηθική υποχρέωση όλων η προσφορά φιλοξενίας.

8 (στ. 208) Λαέρτης: Ο πατέρας του Οδυσσέα, ο οποίος ζει, όπως αναφέρεται στους στίχους 208-211.

9 (στ. 214) η φήμη μ’ έφερε (εδώ με την εξής σημασία): η διάδοση, μια ανεξακρίβωτη πληροφορία, μ’ έφερε.

10 (στ. 217) θείος/δῖος (<Ζεύς-Διός): προσδιορισμός ξεχωριστών ηρώων.

11 (στ. 224) μάντης: Ο μάντης, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των ανθρώπων της ομηρικής εποχής, είχε το χάρισμα να προλέγει το μέλλον βασιζόμενος σε (θεϊκά) σημάδια, όπως το πέταγμα και οι κραυγές των πουλιών, ή και χωρίς σημάδια. Ήταν λοιπόν ένας περιζήτητος επαγγελματίας. Μαντικές ικανότητες όμως εκδήλωναν και απλοί άνθρωποι.

12 (στ. 228) Θα βρει […] πολυμήχανος: Εδώ υπογραμμίζεται ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της Οδύσσειας.

13 (στ. 241-42) Άμποτε [...] αγαθά του: Προβάλλει εδώ το ιδανικό της ευτυχισμένης ζωής ως τα γηρατειά· στους στίχους 263-266 όμως προβάλλει και το ηρωικό ιδανικό του τιμημένου θανάτου του ήρωα, που αφήνει δόξα και στον γιο του. Οι αξίες αυτές της ζωής εναλλάσσονται κατά τη μετατρωική εποχή, ανάλογα με τις συνθήκες της στιγμής.

14 (στ. 247-8) Όχι, δεν το νομίζω [...] η Πηνελόπη: Το νόημα των δύο αυτών στίχων: η γενιά σου έχει εξασφαλίσει το καλό της όνομα, λόγω της δικής σου υπεροχής.

15 (στ. 251-2) γεύμα εταιρικό: γεύμα συντροφικό, στο οποίο συνεισφέρουν όλοι όσοι συμμετέχουν.

16 (στ. 265) θα τον τιμούσαν τύμβο υψώνοντας: Ο τύμβος ήταν σωρός από χώμα που υψωνόταν πάνω στον τάφο ενός ή περισσότερων νεκρών π.χ. ο τύμβος του Μαραθώνα. Τα έθιμο αυτό διασώζεται μέχρι τώρα στη συνήθεια να ρίχνουν λίγο χώμα στον λάκκο του νεκρού όσοι παρευρίσκονται στην ταφή του.

17 (στ. 267) τον έχουν αναρπάξει οι Άρπυιες: Οι Άρπυιες ήταν φτερωτές δαιμονικές θεότητες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, προσωποποίηση των θυελλωδών ανέμων· σ’ αυτές απέδιδαν την εξαφάνιση ανθρώπων που χάνονταν χωρίς να αφήνουν ίχνη. Στη νεοελληνική μυθολογία έχουν διασωθεί ως Ανεμικές ή Αερικά.

18 (στ. 273) Δουλίχιο [...] Σάμη: το Δουλίχιο μπορεί να είναι η Λευκάδα, ενώ Σάμη φαίνεται πως είναι η Κεφαλλονιά, μια πόλη της οποίας σήμερα ονομάζεται Σάμη. Πρόβλημα υπάρχει ακόμη και για την ταύτιση της ομηρικής Ιθάκης με τη σημερινή.

19 (στ. 301-4) αύριο κιόλας, [...] στα σπίτια τους: Η Αθηνά συμβουλεύει τον Τηλέμαχο να συγκαλέσει συνίλευση / ἀγοράν των πολιτών. Προβάλλει λοιπόν εδώ ένας πολιτικός θεσμός (αδιαμόρφωτος πάντως ακόμη, όπως θα φανεί στη συνέχεια).

20 (στ. 320) μ’ όλη την παιδωμή σου: μ’ όλα τα βάσανά σου.

21 (στ. 323) υψώνεις επιτάφιο σήμα: υψώνεις τύμβο προς τιμήν του πατέρα σου (σε κενοτάφιο, βέβαια).

22 (στ. 323) κτερίσματα: Νεκρικές τιμές και, κυρίως, προσφιλή αντικείμενα του νεκρού, που τοποθετούνταν στον τάφο του· το χρυσό κύπελλο, για παράδειγμα, είναι κτέρισμα.

23 (στ. 328) να σκοτώσεις τους μνηστήρες: Η Αθηνά συμβουλεύει τον Τηλέμαχο να επιχειρήσει μόνος του να βρει το δίκιο του. Αυτή η μορφή απόδοσης δικαιοσύνης λέγεται αυτοδικία, ίσχυε σε εποχές που δεν υπήρχε γραπτό δίκαιο (νόμοι), γι’ αυτό έβρισκε την επιδοκιμασία της κοινωνίας αλλά και θεϊκή κάλυψη. Η αυτοδικία όμως επιβιώνει*, δυστυχώς, και σε εποχές που υπάρχουν γραπτοί νόμοι για την απόδοση δικαιοσύνης (βλ. π.χ. βεντέτες* κρητικές, μανιάτικες κτλ.).

24 (στ. 328-9) με δόλο ή κι αναφανδόν: με πανουργία ή σε μάχη φανερή/έντιμη. (Πώς άραγε θα γίνει;)

25 (στ. 335) δείξου κι εσύ πως είσαι παλικάρι, να σε δοξάσουν οι μελλούμενες γενιές: Η Αθηνά κάνει λόγο εδώ για την υστεροφημία, την καλή φήμη, δηλαδή, που συνοδεύει κάποιον μετά τον θάνατό του.

26 (στ. 337) θα αδημονούν: θα περιμένουν με αγωνία.

27 (στ. 344) Το λουτρό και η ανταλλαγή δώρων ολοκληρώνει την εθιμοτυπία της φιλοξενίας, όπως φαίνεται στους στ. 344-353.

28 (στ. 344) ευφρόσυνος: χαρούμενος.

29 (στ. 353) θα πάρεις άξιο αντιχάρισμα: θα πάρεις αντάξιο δώρο.

30 (στ. 355) ξέφυγε από το άνοιγμα της στέγης: Στη στέγη, πάνω από την εστία, υπήρχε άνοιγμα, για να φεύγει ο καπνός. Από εκεί πρέπει να υποθέσουμε ότι έγινε η ξαφνική και θαυμαστή αναχώρηση της θεάς. Εννοείται ότι η Αθηνά-Μέντης δε μεταμορφώθηκε σε πουλί, αλλά χάθηκε ξαφνικά με την ταχύτητα ενός πουλιού.

 

αρχή



1. Εντοπίσετε τυπικά στοιχεία από την αρχή της α ραψωδίας ως εδώ, καθώς και στα αποσπάσματα των ακόλουθων δημοτικών τραγουδιών, αφού λάβετε υπόψη σας τα εξής:

Τυπικά λέγονται τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται πανομοιότυπα ή ελαφρά παραλλαγμένα. Μπορεί να είναι συνδυασμοί επιθέτων και ουσιαστικών ή άλλες φράσεις (όπως γλαυκῶπις Ἀθήνη/«η Αθηνά τα μάτια λάμποντας», ἔπεα πτερόεντα/«και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά») ή στίχοι ολόκληροι (όπως «Της αντιμίλησε ο Τηλέμαχος με φρόνηση και γνώση») ή θέματα/μοτίβα και σκηνές ολόκληρες (όπως η υποδοχή και η φιλοξενία του επισκέπτη). Δείτε και τα σχετικά με την αυτοσχεδιαστική ικανότητα των αοιδών στο 4ο θέμα της Εισαγωγής (σελ. 16-18).

 

Αποσπάσματα δημοτικών τραγουδιών με έκδηλα τυπικά στοιχεία

α. [Από την αναγγελία ενός θλιβερού γεγονότος]

- Τρία πουλάκια κάθουνται στον Έλυμπο, στη ράχη.
Το ’να τηράει τη θάλασσα, τ’ άλλο την Κατερίνα,
το τρίτο, το καλύτερο, μοιριολογάει και λέγει:
«Τ’ είν’ το κακό που πάθαμε εμείς οι μαύροι κλέφτες [...]

- Τρία πουλιά οχ’ την Πρέβεζα διαβήκαν εις την Πάργα.
Το ’να κοιτάει την ξενιτιά, τ’ άλλο τον Αϊ-Γιαννάκη,
το τρίτο, το καλύτερο, μοιριολογάει και λέγει:
«Πάργα, Τουρκιά σε πλάκωσε [...]

β. [Από τον αδιάκοπο πόλεμο του κλέφτη]

- Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι.

- Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
δίχως ψωμί, δίχως νερό, δίχως κανέν’ μεντάτι
[=ενίσχυση].

(Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Γ.Μ. Σηφάκη, Για μια ποιητική του δημοτικού τραγουδιού, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1998)

2. [Ο θάνατος στον πόλεμο] (κλέφτικο τραγούδι)

Χαρά ’στονε στον πόλεμο το θάνατ’ όποιος λάχει,
στον πόλεμ’ όποιος σκοτωθεί, κερδίζει μα δε χάνει·
κερδίζ’ όνομα αθάνατο και τση τιμής στεφάνι.

(Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Στ. Αναστασιάδη, Η διδασκαλία των ομηρικών επών [...], σελ. 59, Θεσσαλονίκη 1976.)

Συσχετίστε τους στίχους 263-266 με το παραπάνω κλέφτικο δημοτικό τραγούδι και αναζητήστε τα κοινά τους σημεία.

 


 

  1. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η ανθρώπινη μορφή της Αθηνάς στην αρχή του διαλόγου και η θαυμαστή αναχώρησή της στο τέλος;

  2. Ποια προβλήματα αντιμετωπίζει ο Τηλέμαχος και με ποιους τρόπους κατάφερε η Αθηνά-Mέντης να μεταβάλει την αδρανή στάση του, ώστε να αναλάβει πρωτοβουλίες;

  3. Οι θεοί αποφάσισαν τον νόστο του Oδυσσέα. Από πού όμως τον εξαρτά η θεά Αθηνά και τι υποδηλώνει αυτό; (Βλ. τον στ. 228 και το αντίστοιχο σχόλιο.)

  4. H φιλοξενία επικράτησε ως θεσμός στην ομηρική εποχή. Για ποιους λόγους;

  5. Στην Ενότητα αυτή αναφέρονται πολλά πρόσωπα. Να τα κατατάξετε σε τρεις κατηγορίες, ως εξής:

     

    Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

    αυτοί που συνομιλούν: αυτοί που παρευρίσκονται: αυτοί που απουσιάζουν,
    αλλά αναφέρονται από τους συνομιλητές:
    Απάντησε στην ερώτηση πατώντας την εικόνα

  6. Ζωγραφίστε τον Oδυσσέα όπως τον περιγράφει η Αθηνά στους στίχους 284-285.

  7. Δραματοποιήστε με έναν δικό σας τρόπο τον διάλογο του Τηλέμαχου με την Αθηνά.

  8. Στη συζήτησή του με την Αθηνά ο Τηλέμαχος αγνοεί κάποια πράγματα, που οι ακροατές τα γνωρίζουν. H τεχνική αυτή στη λογοτεχνία ονομάζεται ειρωνεία. Tι πετυχαίνει ο ποιητής με την τεχνική της ειρωνείας;

Eιρωνεία, γενικά, σημαίνει αντίθεση ανάμεσα σε κάτι που φαίνεται ή λέγεται και σε κάτι που πράγματι συμβαίνει ή εννοείται. Στη λογοτεχνία ειδικότερα (στο έπος, στην πεζογραφία, στο θέατρο), ειρωνεία σημαίνει συχνά αντίθεση ανάμεσα σε μια φαινομενική και σε μια πραγματική κατάσταση, την οποία αγνοούν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ήρωες, τη γνωρίζει όμως ο ακροατής/αναγνώστης/θεατής και βρίσκεται έτσι σε πλεονεκτική θέση σε σχέση προς αυτούς. Aυτή η μορφή ειρωνείας σχετίζεται με την εξέλιξη της δράσης, γι' αυτό χαρακτηρίζεται δραματική. Θα δούμε και άλλες μορφές ειρωνείας.

Για την ειρωνεία και τα άλλα σχήματα λόγου δες κι εδώ (στην αντίφραση).

 

αρχή

 



 

Aπαντήστε με συντομία στις παρακάτω ερωτήσεις:
– Tι επιδίωξε η Aθηνά κατεβαίνοντας στην Iθάκη;
– Σε ποιες ενέργειες έχει να προχωρήσει τώρα ο Tηλέμαχος, σύμφωνα με τις συμβουλές της θεάς;

 



 

Ερμηνευτικές επισημάνσεις

 

1. H πρώτη εικόνα αυτής της Ενότητας (174-5/<156-7>) αντιπαρατίθεται προς την τελευταία της προηγούμενης (169-73/<151-5>): μετά το γεύμα οι μνηστήρες ετοιμάζονται για τραγούδι και χορό, ενώ ο Τηλέμαχος αρχίζει συνομιλία με τον «ξένο»· στη συνομιλία αυτή εστιάζει ο ποιητής, ενώ στους μνηστήρες αναφέρεται μέσα από σχόλια των δύο συνομιλητών.

2. Τέσσερα ζευγάρια λόγων αποτελούν το σύνολο σχεδόν της Ενότητας αυτής· δύο μάλλον εκτενή εναλλάσσονται με δύο σύντομα. Έτσι, μετά την προηγούμενη τριτοπρόσωπη αφηγηματική περιγραφή ξαναπερνάμε στη διαλογική/δραματική. Ανακαλείται και η εναλλαγή της αφήγησης με την περιγραφή στο πλαίσιο της περιγραφικής αφήγησης, για να προκύψει ότι η εναλλαγή αποτελεί βασικό στοιχείο της επικής τεχνικής· ποικίλλει έτσι ο λόγος και αποφεύγεται η μονοτονία.

3. Τα μέχρις εδώ δεδομένα που ευνοούν τη διεξαγωγή του διαλόγου: Την Αθηνά και τον Τηλέμαχο τους συνδέει το κοινό ενδιαφέρον για τον Οδυσσέα, με διαμετρικές όμως διαφορές: Ο Τηλέμαχος, πικραμένος με την κατάσταση του σπιτιού του, οραματίζεται απελπισμένος τον πατέρα του, που θα μπορούσε γυρίζοντας να αποκαταστήσει τα πράγματα (α 128-32/<114-7>), ενώ η Αθηνά γνωρίζει ότι ο Οδυσσέας ζει και ότι στον Όλυμπο αποφασίστηκε ο νόστος του, κατέβηκε όμως στην Ιθάκη με στόχο να ενθαρρύνει τον γιο να αναλάβει ο ίδιος αυτό που θα έκανε ο πατέρας του και, ακόμη, να σπεύσει να τον αναζητήσει (α 101-7/<88-94>). Έτσι, η Αθηνά δεν θα βεβαιώσει τον Τηλέμαχο γι' αυτά που ξέρει, αλλά θα επιδιώξει, με λεπτούς χειρισμούς, να τον δραστηριοποιήσει. Οι χειρισμοί αυτοί της θεάς, λοιπόν, είναι κυρίως το ζητούμενο.

Πρώτο ζευγάρι λόγων

α. Ο λόγος του Τηλέμαχου (174-96/<156-77>):

Σύμφωνα με το τυπικό της φιλοξενίας, ο Τηλέμαχος, μετά το γεύμα, έπρεπε να ζητήσει από τον «ξένο» να εκθέσει τον λόγο της επίσκεψής του. Παραβαίνει όμως τα ειωθότα (και ζητάει συγγνώμη γι' αυτό), για να του δώσει πρώτα μια εξήγηση για την ασύδοτη συμπεριφορά πολλών αντρών στο σπίτι του, αλλά και να εκφράσει τον πόνο του για την απουσία του πατέρα, τον οποίο θεωρεί αφανισμένο. Δεν παραλείπει, ωστόσο, να υποβάλει στον επισκέπτη του τις συνηθισμένες ερωτήσεις, στο τέλος όμως ξαναγυρίζει στον πατέρα: «μήπως είσαι φίλος πατρικός», ζητώντας έτσι, εμμέσως, να μάθει για τον Οδυσσέα και προβάλλοντας, συγχρόνως, μια κοινωνική πλευρά εκείνου. Ο Τηλέμαχος, με δυο λόγια, βλέπει αδιέξοδη την κατάσταση του σπιτιού του, η επιθυμία του όμως να ζητήσει πληροφορίες για τον πατέρα αποτελεί μια ρωγμή ελπίδας (βλ. α 152-3/<135>).

β. Ο λόγος της θεάς (197-235/<178-212>):

Η Αθηνά συστήνεται αμέσως σαν Μέντης και απαντά με συγκεκριμένα στοιχεία στις ερωτήσεις του Τηλέμαχου σχετικά με την ταυτότητά του, τον σκοπό του ταξιδιού και τη φιλία του με τον Οδυσσέα, για την οποία επικαλείται τη μαρτυρία του Λαέρτη - και γνωρίζει αρκετά γι' αυτόν. Γίνεται έτσι πιστευτός ο «Μέντης» και δημιουργεί κλίμα οικειότητας και εμπιστοσύνης. H αναφορά δε στον λόγο της επίσκεψής του -«η φήμη μ' έφερε / πως βρίσκεται ο πατέρας σου κιόλας στην πόλη»-, με την αισιοδοξία που τον χαρακτηρίζει πάει να αναιρέσει την απαισιοδοξία του Τηλέμαχου. H εκ των πραγμάτων διάψευση της είδησης αυτής, βέβαια, αναγκάζει τον «Μέντη» να αναδιπλωθεί αμέσως και να δώσει μια εξήγηση («φαίνεται όμως οι θεοί τού φράζουνε τον δρόμο ακόμη»), αλλά και μερικές πληροφορίες, αόριστες μεν κοντά όμως στην αλήθεια, που γνωρίζει ήδη ο ακροατής. Ακόμη, μαντεύει, σαν από θεία φώτιση, σύντομο τον ερχομό του Οδυσσέα και οφειλόμενον στην πολυμηχανία του. Ζητάει, τέλος, στοιχεία της ταυτότητας του Τηλέμαχου (δεν του είχε συστηθεί πριν με ακρίβεια), για να επιβεβαιώσει, τάχα, τις εντυπώσεις που του δημιούργησε η ομοιότητα με τον πατέρα του.

Δεύτερο ζευγάρι λόγων

α. Ο λόγος του Τηλέμαχου (236-45/<213-20>):

Ο Τηλέμαχος απαντάει με σκεπτικισμό, που υποδηλώνει τον καημό του παιδιού που δεν γνώρισε τον πατέρα του, και εύχεται να ήταν «ενός άλλου ο γιος [...], που τα γεράματα τον βρίσκουν μέσα στ' αγαθά του». Οι αισιόδοξες όμως διαβεβαιώσεις και προφητείες του πατρικού φίλου άσκησαν κάποια επίδραση πάνω του: η προηγούμενη απελπισία για τον πατέρα του μεταβάλλεται τώρα σε αόριστη απαισιοδοξία: «ο πιο δυστυχισμένος που γεννήθηκε σ' αυτόν τον κόσμο, / αυτός μου λένε πως με γέννησε».

β. Ο λόγος της Αθηνάς (246-55/<221-9>):

Αόριστη αλλά και κολακευτική για τον Τηλέμαχο γίνεται τώρα και η αισιοδοξία του «Μέντη», για να μπορέσει να τον προσεγγίσει. Με μια σειρά ερωτήσεις και διαπιστώσεις, όμως, τον ελέγχει για ανοχή της ξεδιάντροπης συμπεριφοράς των μνηστήρων, που θα προκαλούσε αγανάκτηση σε όποιον πέρναγε από εκεί, ενώ αυτός μένει αδρανής- τον βάζει έτσι μπροστά στις υποχρεώσεις του.

Τρίτο ζευγάρι λόγων

α. Ο λόγος του Τηλέμαχου (256-79/<230-51>):

Ο προηγούμενος λόγος του «Μέντη» κέρδισε περισσότερο τον Τηλέμαχο, αλλά και τον προκάλεσε· ξεσπά, έτσι, αποκαλύπτοντας με ιδιαίτερη ένταση τα προβλήματα που τον βασανίζουν: την έλλειψη του πατέρα και τις συνέπειες αυτής της έλλειψης:

• αναφέρεται στην ευτυχισμένη εποχή του βασιλικού οίκου και αποδίδει σε κακό σχέδιο των θεών την εξαφάνιση του πατέρα του (258-61/<232-5>)·

• θεωρεί λιγότερο κακό έναν τιμημένο θάνατο του Οδυσσέα, γιατί η εξαφάνισή του, πέρα από τον καημό του για κείνον, του πρόσθεσε «μεγάλα βάρη» (262-71/<236-44>):

-«όσοι τριγύρω στα νησιά αρχηγεύουν [...] έγιναν της μάνας μου μνηστήρες»11 (272-5/<245-8>)

- «εκείνη μήτε τον [...] γάμο αρνείται, μήτε [...] δίνει τέλος στην υπόθεση»12 (276-7/<249-50>)

- «στο μεταξύ οι μνηστήρες [...] ρημάζουν τα αγαθά μου» (277-8/<250-1>)

- «σε λίγο θα κατασπαράξουνε κι εμένα» ως φυσικό κληρονόμο του Οδυσσέα13 (278-9/<251>).

Με τις απαντήσεις αυτές ο Τηλέμαχος παρουσιάζεται αδύναμος να αντιδράσει στη δυσχερή κατάσταση του παλατιού, δίνει ωστόσο λαβές στη θεά να οργανώσει έτσι τον επόμενο λόγο, ώστε να επιτύχει τον σκοπό της. Τέτοιες λαβές είναι:

• ότι η απουσία του πατέρα τού στοιχίζει πολύ, αλλά μένει αδρανής·

• η επιμονή όχι στον θάνατο πια του Οδυσσέα, αλλά στην εξαφάνισή του από δυνάμεις θεϊκές·

• οι αναφορές σ' έναν τιμημένο θάνατο του πατέρα του με τον τύμβο των Παναχαιών, αλλά και στην κληρονομημένη δική του δόξα·

• η πίεση που ασκούν οι μνηστήρες στη μητέρα του και η αναποφάσιστη δική της στάση·

• το ρήμαγμα της περιουσίας του και ο κίνδυνος της ζωής του.

 

β. Ο λόγος της Αθηνάς (280-339/<252-305>):

Ο «πατρικός φίλος» διαπιστώνει πόσο αναγκαίος είναι στον Τηλέμαχο ο πατέρας του και του προβάλλει μια ηρωική εικόνα του, που θα ήταν καταστροφή για τους μνηστήρες, αν «έπεφτε» έτσι πάνω τους. Την πραγματοποίηση όμως μιας τέτοιας υποθετικής εκδοχής την αφήνει στο χέρι των θεών (281-98/<253-69>)· συγκλίνει έτσι προς τη θέση του Τηλέμαχου, αν και με άλλο πνεύμα μίλησε εκείνος για τους θεούς, και με μια αποστροφή «αποσπά τη σκέψη του από τον [...] πατέρα και την στρέφει στον ίδιο [...] που είναι παρών και οφείλει να δράσει»: «εσένα τώρα συμβουλεύω να σκεφτείς [...]. Άκου λοιπόν [...]» (298/<269> κ.ε.):

• να συγκαλέσεις, αύριο κιόλας, σε συνέλευση τους Αχαιούς και με μάρτυρες τους θεούς να απαιτήσεις να φύγουν από το σπίτι σου οι μνηστήρες15 (301-4/<272-4>)·

• αν η μάνα σου επιθυμεί γάμο, ας γυρίσει στο σπίτι του πατέρα της16 [...] (304-8/<275-8>)·

• όσο για σένα, «[...] πήγαινε να μάθεις νέα του πατέρα σου [...]» (309-18/<279-86>)·

• και αν μάθεις πως ζει, «κάνε υπομονή γι' αυτόν τον χρόνο» (319-20/<287-8>) περιμένοντας τον πατέρα: αισιόδοξη εκδοχή με τον Τηλέμαχο όμως αδρανή·

• αν μάθεις πως δεν ζει, απόδωσέ του νεκρικές τιμές17 (321-4/<289-92>): απαισιόδοξη εκδοχή, οπότε ο Τηλέμαχος πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες τόσο ως προστάτης της μητέρας του (να την παντρέψει) όσο και ως κληρονόμος του πατέρα του (να βρει τρόπο να σκοτώσει ο ίδιος18 τους μνηστήρες19, 324-30/<292-7>). Κλείνοντας τον λόγο της η Αθηνά, διεγείρει τη φιλοτιμία του Τηλέμαχου προβάλλοντάς του το παράδειγμα του Ορέστη -σε συνάρτηση με το κίνητρο της υστεροφημίας- και υπογραμμίζει τη λεβεντιά του- τέλος, του συνιστά να μην ξεχάσει τις συμβουλές της (331-9/<298-305>).

Με την προσεγμένη αυτή τακτική η θεά άσκησε παιδευτική επίδραση στον άπειρο και άπραγο ακόμη, σταθερά όμως πεπνυμένον Τηλέμαχο.

 

Λίγα σχόλια για τον λόγο αυτόν της Αθηνάς:

Οι συμβουλές της θεάς, εκτός από τη συνέλευση και το ταξίδι, αναφέρονται σε πράγματα που δεν θα γίνουν μέσα στο έπος (όπως ο τύμβος για τον Οδυσσέα και ο γάμος της Πηνελόπης) ή δεν θα γίνουν έτσι ακριβώς (όπως η μνηστηροφονία). Αυτό το ξέρει η θεά, εν μέρει και οι ακροατές του ποιητή και τους αφήνουν αδιάφορους- ο Τηλέμαχος μόνο δεν το ξέρει. Και αφού στη δική του ενθάρρυνση και άνδρωση αποβλέπουν, οι συμβουλές αυτές δεν έχουν σημασία αυτές καθεαυτές, αλλά κατά πόσο μπορούν να επιτύχουν τον σκοπό τους. Και φαίνεται πως τον πετυχαίνουν: με την εκτενή απαισιόδοξη εκδοχή (321-9/<289-96>), που με τις ανακολουθίες της δίνει την εντύπωση μιας αφρόντιστης σύνθεσης, η θεά γυρίζει στην αρχική θέση του Τηλέμαχου, ότι ο πατέρας του χάθηκε, αυτό όμως πρέπει να το εξακριβώσει ο ίδιος. Στο τέλος μαλακώνει κιόλας το ύφος της θεάς, για να του στεριώσει την αυτοπεποίθηση. H Αθηνά, σε τελική ανάλυση, όρθωσε στον Τηλέμαχο το ερώτημα: ζει ή πέθανε ο πατέρας μου; Τον αφύπνισε έτσι και τον ενδυνάμωσε ψυχολογικά, ώστε η απαισιοδοξία του από παθητική να γίνει ενεργητική.

 

Τέταρτο ζευγάρι λόγων

α. Ο λόγος του Τηλέμαχου (340-7/<307-13>):

Ο Τηλέμαχος διαβεβαιώνει τον «πατρικό φίλο» ότι ενστερνίστηκε τα λόγια του σαν να ήταν του πατέρα του και τον παρακαλεί να καθυστερήσει λίγο για να λουστεί και να δεχτεί το καθιερωμένο το δώρο της φιλοξενίας.

β. Ο λόγος της Αθηνάς (348-53/<314-8>):

Ο «φίλος» όμως βιάζεται και προτείνει ν' ανταλλάξουν δώρα «την επόμενη φορά».

Η Αθηνά, τελειώνοντας το λόγο της, «σαν το πουλί πετώντας, ξέφυγε από το άνοιγμα της στέγης» και ο ποιητής μάς πληροφορεί ότι ο Τηλέμαχος -«καταλαβαίνοντας»- ενθαρρύνθηκε και προσηλώθηκε ακόμη περισσότερο στον πατέρα του. Το αποδεικνύει πηγαίνοντας αμέσως προς τους μνηστήρες ως άντρας «ισόθεος»24 (354-60/<319-24>), δεν γυρίζει όμως στην αρχική διαβεβαίωση της θεάς, ότι ο Οδυσσέας ζει και σύντομα θα γυρίσει, βεβαιώνεται μόνο για το τελικό συμπέρασμα της συζήτησης, την ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλιών από τον ίδιο. Πέτυχε, λοιπόν, τον σκοπό της η θεά.

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

Σύνοψη της πορείας του διαλόγου Τηλέμαχου-Αθηνάς
Η θέση του Τηλέμαχου: Η θέση της Αθηνάς:
- ο Οδ. «[...] αφανίστηκε, με θάνατο άσχημο» (184) - Ο Οδ. «δεν πέθανε. [...] θα γυρίσει» (217-28)
- ο Οδ. είναι «ο πιο δυστυχισμένος που γεννήθηκε, / αυτός μου λένε πως με γέννησε» (243-4 ) - οι θεοί δεν «έχουν ορίσει τη γενιά σου / ανώνυμη» (247-8) - αλλά και έλεγχος για
αδράνεια — πρόκληση
Σύγκλιση απόψεων
- «κάποιοι θεοί [...] εκείνον άφαντον τον έκαναν» (260-1)- «εξαφανίστηκε, χωρίς κανείς να μάθει πού και πώς» (268) (και εκρηκτική αποκάλυψη των προβλημάτων του, 269-79)
- Υπόσχεση του Τηλέμαχου να μη λησμονήσει τις συμβουλές της θεάς, 341-2)
- «οι θεοί τ' αποφασίζουν αν [...] εκείνος θα γυρίσει [...]» (296-7)
- «εσένα τώρα συμβουλεύω να σκεφτείς [...]» (298) (και εντολές για ανάληψη πρωτοβουλιών: συνέλευση και ταξίδι με δύο ενδεχόμενα: α. αν ακούσεις πως ζει [...], β. αν μάθεις πως έσβησε η ζωή του [...], 301-29)

 

— Από τις αντιτιθέμενες απόψεις της αρχής σχετικά με την τύχη του Οδυσσέα (την απελπισμένη βεβαιότητα του Τηλέμαχου και την αισιόδοξη βεβαιότητα της Αθηνάς), η συζήτηση κατέληξε κάπου στη μέση, στην άγνοια και στην αμφιβολία, και στην υποχρέωση επομένως του Τηλέμαχου να αναλάβει πρωτοβουλίες.

 

Τα πολιτισμικά στοιχεία της Ενότητας

Θεσμοί:

α. Η φιλοξενία, ένας πολύ σοβαρός κοινωνικός θεσμός για τη σύναψη σχέσεων -ιδιαίτερα μεταξύ αρχόντων- ενταγμένος σε πλαίσια θρησκευτικά (βλ. τη σημ. 4).

β. Το ανταλλακτικό εμπόριο, βασικός οικονομικός θεσμός (βλ. τη σημ. 3).

γ. Η αγορά/η «συνέλευση» των πολιτών, πολιτικός θεσμός (βλ. το σχόλιο 19 )

δ. Η αυτοδικία, το άγραφο δίκαιο της εκδίκησης (βλ. τη σημ. 18).

ε. Ο γάμος και η προίκα, βασικός οικογενειακός θεσμός (βλ. τη σημ. 16).

στ. Το επάγγελμα του μάντη (βλ. το σχόλιο 11 και τη σημ. 6).

 

Αξίες ξωής:

α. Το ιδανικό της ευτυχισμένης ζωής ως τα γηρατειά αλλά και το ηρωικό ιδανικό (βλ. τις σημ. 8, 10 και το σχόλιο 13).

β. Η υστεροφημία (βλ. το σχόλιο 25).

 

Έθιμα:

 

α. Ταφής: ο τύμβος και άλλες νεκρικές τιμές (βλ. τα σχόλια 16 και 22).

β. Η πρόταση για λουτρό και ανταλλαγή δώρων (βλ. το σχόλιο 27).

 

1. Ειρωνεία, γενικά, σημαίνει αντίθεση ανάμεσα σε κάτι που φαίνεται ή λέγεται και σε κάτι που πράγματι συμβαίνει ή εννοείται. Στη λογοτεχνία ειδικότερα (στο έπος, στην πεζογραφία, στο θέατρο), ειρωνεία σημαίνει συχνά αντίθεση ανάμεσα σε μια φαινομενική και σε μια πραγματική κατάσταση, την οποία αγνοούν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ήρωες, τη γνωρίζει όμως ο ακροατής / αναγνώστης / θεατής και βρίσκεται έτσι σε πλεονεκτική θέση σε σχέση προς αυτούς. Αυτή η μορφή ειρωνείας σχετίζεται με την εξέλιξη της δράσης, γι’ αυτό χαρακτηρίζεται δραματική. θα δούμε και άλλες μορφές ειρωνείας.

 

Είδη ειρωνείας:

 

• Λεκτική ειρωνεία που μπορεί να πάρει τη μορφή του αστεϊσμού ή εμπαιγμού (π.χ. «δες έναν γίγαντα» στη θέα ενός κοντού ανθρώπου)· αλλά και του σαρκασμού, αν έχει σκοπό να ψέξει ή να χλευάσει (π.χ. «πικρός ο γάμος θα τους έβγαινε», 295/<266>), ή του ευφημισμού, αν αντικαθιστά τη δυσάρεστη λέξη με την αντίθετή της ή την παραλείπει (π.χ. Εύξεινος, αντί Άξενος, Πόντος· ευλογιά -η ασθένεια- αντί κατάρα-φοβούμαι μην πάθεις κάτι...).

• Ειρωνεία της τύχης: για περιπτώσεις που συμβαίνει το εντελώς αντίθετο από αυτό που κάποιος περιμένει.

β. Η ειρωνεία στο πλαίσιο της λογοτεχνίας (στο έπος, στην πεζογραφία, στο θέατρο, στους πλατωνικούς διαλόγους):
• Δραματική ειρωνεία: αντίθεση ανάμεσα σε μια φαινομενική και σε μια πραγματική κατάσταση, που αγνοεί ο άμεσα ενδιαφερόμενος (ο Τηλέμαχος εδώ), τη γνωρίζει όμως ο ακροατής/αναγνώστης/θεατής. Αυτή η μορφή ειρωνείας είναι συχνή στο δεύτερο κυρίως μέρος της Οδύσσειας και σχετίζεται με την εξέλιξη της δράσης, την οποία τρέφει.
• Τραγική ειρωνεία: αντίθεση ανάμεσα σ' αυτό που λέει ένας λογοτεχνικός ήρωας και σ' αυτό που εννοεί ο ακροατής ή και ένας άλλος ήρωας (περίπτωση εκφράσεων με διφορούμενη σημασία), οδηγεί δε τον ήρωα, που είναι ανύποπτος, σε ενέργειες καταστρεπτικές γι' αυτόν - τέτοιες περιπτώσεις, που είναι συνηθισμένες στην τραγωδία και στην Ιλιάδα, θα συναντήσουμε στη συνέχεια της Οδύσσειας με υποκείμενα τους μνηστήρες.
• Σωκρατική ειρωνεία: η συζητητική μέθοδος του Σωκράτη, ο οποίος, προσποιούμενος άγνοια, έθετε στους συνομιλητές του ερωτήσεις, που αποκάλυπταν την αντιφατικότητα των λόγων τους, με σκοπό να τους οδηγήσει στη γνώση της αλήθειας.

 

Η λειτουργία της ειρωνείας στο πλαίσιο της λογοτεχνίας

Η ειρωνεία αποτελεί παραχώρηση του λογοτέχνη προς τον ακροατή του: χρησιμοποιεί «ειρωνικά» τους ήρωές του -που είναι δημιουργήματά του, ακόμη κι αν έζησαν κάποτε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία- για να τέρψει/να συγκινήσει/να προκαλέσει το ενδιαφέρον εκείνου· σ' αυτόν απευθύνεται. Κρύβει δηλαδή από τους ήρωές του πράγματα που τους αφορούν άμεσα, ενώ με τρόπους διάφορους τα έχει ήδη κάνει γνωστά στους ακροατές υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι με το μέρος τους. Ο ακροατής, κατά συνέπεια, παρακολουθεί από πλεονεκτική θέση τον ήρωα που αγνοεί και πλανάται ή παιδεύεται, γιατί του διαφεύγει μια σημαντική γι' αυτόν πραγματικότητα, και, αν πάσχει ανάξια, προκαλεί τη συμπάθειά του. «Ειρωνευόμενος» λοιπόν ο λογοτέχνης τους ήρωές του συνεργάζεται με τον ακροατή του, καθώς τον εμπλέκει στη δράση καθιστώντας τον ικανό να καταλαβαίνει με πληρότητα όσα λέγονται και διαδραματίζονται επί σκηνής, αφού γνωρίζει από πρώτο χέρι πολλά από εκείνα που αγνοούν οι ήρωες.

 

Αποσπάσματα από τη σχετική βιβλιογραφία / αρθογραφία

 

1. Η λειτουργία της ειρωνείας

«Σε σχέση με τους περισσότερους "θνητούς" ήρωες του έπους ο ακροατής είναι και αισθάνεται προνομιούχος. Σοφά προειδοποιημένος από τον ποιητή, φτάνει κάποια φορά στο σημείο να γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει, καλύτερα κι από τον ίδιο τον πολύτροπο. [...] Μ' αυτόν τον τρόπο πολύ σπάνια εκπλήσσεται. Η έκπληξη [...] δεν είναι το δώρο που προσφέρει ο επικός ποιητής στον ακροατή του, σε αντίθεση με το συνήθη σημερινό δημιουργό μιας ιστορίας λογοτεχνικής, κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής. Το δικό του δώρο, βασισμένο στην παντογνωσία που ήδη πρόσφερε στον ακροατή του, είναι η δυνατότητα που του δίνει να συλλαμβάνει αυτός τις ειρωνείες λόγου και δράσης.»

Ζερβού Α. Tο παιχνίδι της ποιητικής δημιουργίας στην Iλιάδα και την Oδύσσεια. Για μια θεωρία της ομηρικής ποιητικής, εκδ. Iνστιτούτου του βιβλίου – A. Kαρδαμίτσα, Aθήνα 2003.

 

2. O αοιδός και η τυποποίηση

«Γενικά, δεν ήταν εύκολο το επάγγελμα του τραγουδιστή. O αοιδός έπρεπε να έχει εξασκήσει τη μνήμη του αι να παίζει στα δάχτυλα τη μυθολογία. Δεν έφτανε να είναι σε θέση να επαναλάβει γνωστά και πετυχημένα, δικά του ή ξένα τραγούδια· έπρεπε και να μπορεί να συνθέσει στη στιγμή και να αφηγηθεί ποιητικά, αυτοσχεδιάζοντας, όποια ιστορία παλιά ή καινούρια τού ζητούσαν ή αποφάσιζε να τραγουδήσει. Δύσκολο, αλλά για να το πετυχαίνουν οι αοιδοί είχαν αναπτύξει μιαν ιδιαίτερη τεχνική, βασισμένη στην τυποποίηση.

Την τυποποίηση του ποιητικού λόγου των αοιδών την καθόριζε σε γενικές γραμμές ένας κανόνας: τα ίδια πράγματα λέγονται πάντα με τα ίδια λόγια. Αυτό σήμαινε στην πράξη ότι ο τραγουδιστής είχε στον νου του μια σειρά από προκατασκευασμένες διατυπώσεις, τους λογότυπους, που ταίριαζαν στον στίχο και αποδίδανε τη μια ή την άλλη έννοια. Για παράδειγμα, κάθε φορά που κάποιος έπαιρνε τον λόγο να δώσει μια απάντηση, ο αοιδός τραγουδούσε: τὸν δ᾿ ἀπαμειβόμενος προσέφη... [...] – και συμπλήρωνε τον στίχο, ανάλογα με την περίπτωση, χρησιμοποιώντας τυποποιημένες πάλι εκφράσεις, όπως ...ξανθός Μενέλαος [...]· ...νεφεληγερέτα Zεὺς [...]· ...πολύμητις Οδυσσεύς [...].

Όχι σπάνια ο λογότυπος αντιστοιχούσε σε έναν ολόκληρο στίχο. [...] Σε μεγαλύτερη κλίμακα, ο αοιδός μπορούσε να ενσωματώσει στο τραγούδι του και ολόκληρες τυπικές σκηνές, όπως τις κρατούσε έτοιμες στιχουργημένες στη μνήμη του. Τέτοιες σκηνές ήταν π.χ. η υποδοχή του ξένου, η προετοιμασία ενός γεύματος [...].

Ήταν μεγάλη βοήθεια για τον αοιδό, όταν αυτοσχεδίαζε, να αξιοποιήσει έτοιμο υλικό [...]. Όμως ούτε ο κανόνας της τυποποίησης ούτε η τραγουδιστική πρακτική απαγόρευε τους νεωτερισμούς. Κάθε άλλο: οι τραγουδιστές νιώθαν ελεύθεροι να παραλλάξουν λίγο ή πολύ τις τυπικές διατυπώσεις, και από τις παραλλαγές τους οι καλύτερες αργά ή γρήγορα ενσωματώνονταν στο παραδοσιακό υλικό.» (Kακριδής, Φ., σσ 8-9, A΄)

 

αρ



 

α, στ. 96 - 318, Η Αθηνά στην Ιθάκη

Η ενότητα στο πλαίσιο της ραψωδίας

 

Στην ενότητα αυτή κυριαρχεί η μορφή της μεταμορφωμένης Αθηνάς και η πλοκή εξελίσσεται χάρη στη δική της επέμβαση. Εφαρμόζεται πια το δεύτερο μέρος του σχεδίου της θεάς (στ. 88), που αφορά στην ίδια. Από τον Όλυμπο φθάνει στην Ιθάκη, για να συναντήσει τον Τηλέμαχο και να τον εμψυχώσει, παίρνοντας τη μορφή ενός φίλου του Οδυσσέα, του Μέντη. Όταν η Αθηνά φθάνει στην Ιθάκη, η πόλη βρίσκεται ακυβέρνητη. Στο ανάκτορο του Οδυσσέα επικρατεί αναρχία και ασυδοσία, ενώ ο Τηλέμαχος είναι ανήμπορος να υπερασπιστεί τον οίκο του πατέρα του. Με την αναχώρηση της θεάς ο στόχος του δεύτερου μέρους του σχεδίου της, δηλαδή η ενεργοποίηση του Τηλεμάχου, έχει επιτευχθεί.

 

Στην ενότητα α 96-318, το πεδίο δράσης μεταφέρεται από το παλάτι του Δία στο παλάτι του Οδυσσέα, από το θεϊκό επίπεδο στο ανθρώπινο, όπου και πάλι παρεμβαίνει το θεϊκό στοιχείο.

 

Οι West, Heubeck & Hainsworth (2009, 127) σημειώνουν:

 

Στο σημείο αυτό αρχίζουν να συγκλίνουν προς την αναπόφευκτη πλέον σύγκρουση τα χωριστά ως εκείνην τη στιγμή νήματα της δράσης, με τρόπο που είναι ποιητικά αποδεκτός, αν και δύσκολα κατανοητός με τη λογική. Η μέρα αυτή δεν είναι μόνον η μέρα που ο Οδυσσέας απελευθερώνεται από το ολέθριο «μούδιασμα» που τον είχε καθηλώσει στο νησί της Καλυψώς. Ταυτόχρονα αρχίζουν να επιταχύνονται και τα γεγονότα στην Ιθάκη, όπου ο γιος του, παραιτημένος και ανίσχυρος ως τώρα, συνέρχεται και δρα ανεξάρτητα, υπεύθυνα και θαρραλέα, προκειμένου να θέσει τέλος σε μια ανυπόφορη κατάσταση.

 

Η ενότητα χωρίζεται στα εξής τμήματα:

1. Η προετοιμασία της Αθηνάς για τη μετάβασή της στην Ιθάκη (στ. 96 – 103)

 

2. Η άφιξη της θεάς στην Ιθάκη και το θέαμα των Μνηστήρων (στ. 104 – 113)

 

3. Η υποδοχή της Αθηνάς – Μέντη από τον Τηλέμαχο (στ. 114 – 138)

 

4. Το δείπνο. Το ξεφάντωμα των Μνηστήρων (στ. 139 – 154)

 

Ο «Μέντης» στο παλάτι του Οδυσσέα. Ο χώρος και τα πρόσωπα (στ. 104-13)

 

Η κάθοδος της Αθηνάς στην Ιθάκη σηματοδοτεί την έναρξη του θεϊκού της σχεδίου. Ενώ στον Όλυμπο αποφασίζονται δύο ενέργειες, η πρώτη, αυτή που σχετίζεται με την αποστολή του Ερμή στην Ωγυγία και τον νόστο του Οδυσσέα, δείχνει να αναβάλλεται (βλ. όμως σχετικό σχόλιο στη ραψωδία ε), για να υλοποιηθεί η δεύτερη, που έχει να κάνει με την αναζήτηση του ήρωα. Ο ποιητής, προτού ξεκινήσει να περιγράφει την επιστροφή του Οδυσσέα, οδηγεί το ακροατήριό του στην Ιθάκη, στο σπίτι του ήρωα, εκεί που πρόκειται να επιστρέψει. Παρουσιάζει με εξαιρετικό τρόπο τις συνέπειες από τη μεγάλη απουσία του Οδυσσέα τόσο για τη γυναίκα του, τον γιο του, τον πατέρα του, όσο και για την ίδια του την πόλη. Ο οίκος του ήρωα βρίσκεται σε κρίση, η πόλη του βρίσκεται σε κρίση. Είναι επιτακτική η ανάγκη για την επιστροφή του πατέρα, του άνδρα, του γιου, του βασιλιά (βλ. King 2009).

 

Η άφιξη της Αθηνάς στην Ιθάκη παρουσιάζεται κάπως απότομα. Από τον Όλυμπο οδηγούμαστε μπροστά στο παλάτι του Οδυσσέα. Οι αποστάσεις εκμηδενίζονται και η θεά βρίσκεται αστραπιαία στη μόνη είσοδο του μεγάρου στην αυλή (103-4). Προηγείται, βέβαια, η εντυπωσιακή περιγραφή μιας Αθηνάς πολεμικής, ιλιαδικής, η οποία όμως μεταβαίνει προς την εκτέλεση αποστολής καθόλα οδυσσειακής: την αποκατάσταση της δικαιοσύνης για τον πολύπλαγκτο ήρωα. Με τα άφθαρτα, χρυσά, μαγικά της πέδιλα, η Αθηνά μπορεί να διαβαίνει το πέλαγος, όπως ο Ερμής (και με πανομοιότυπους στίχους, πρβλ. ε, 45-6). Στα χέρια της όμως κρατά και κάτι που λείπει από τον Ερμή: ἄλκιμον ἔγχος, ἀκαχμένον ὀξέϊ χαλκῷ/ βριθὺ μέγα στιβαρόν, τῷ δάμνησι στίχας ἀνδρῶν/ ἡρώων (αυτό το ἔγχος θα είναι το πρώτο αντικείμενο από το οποίο θα ξαλαφρώσει ο Τηλέμαχος τον ξένο λίγο αργότερα). Η οργή της (κοτέσσεται) είναι ακαταμάχητη. Είναι άλλωστε ὀβριμοπάτρη, κόρη του παντοδύναμου Διός. Οι στίχοι 99-101, που αμφισβητήθηκαν από τους αρχαίους γραμματικούς, επαναλαμβάνουν φόρμουλες της Ιλιάδας (Ε 746-7, Θ 390-1). Η επιβλητική εικόνα μιας ισχυρής θεάς προαναγγέλλει εδώ τον ρόλο της στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και τον κολασμό των ατασθάλων. Η θεά είναι τρομερή, όπως τρομερή θα είναι και η εκδίκηση του Οδυσσέα για όλα όσα σε λίγο θα βιώσουμε στην Ιθάκη. Κάτι από την πολεμική της αλκή θα εμφυσήσει και στον γιο του Οδυσσέα: γι’ αυτό πάει άλλωστε.

 

Το παλάτι του Οδυσσέα αποτελεί τον χώρο δράσης στη ραψωδία άλφα και στο τελευταίο μέρος του έπους (ραψωδίες ν-ω). Ο ποιητής εστιάζει στο βασιλικό ανάκτορο, δεν περιγράφει, όμως, όπως θα αναμέναμε, εξωτερικά το παλάτι. Η άποψη του παλατιού από μακριά μάς δίνεται στο ρ 265 κ.ε.: το έζωνε ένας μεγάλος περίβολος με μια ανάλογη πόρτα. Η αυλόπορτα άνοιγε σε μια μεγάλη αυλή, που είχε σε κάποιο σημείο της ένα μεγάλο βωμό του Δία (χ 379).

 

Αντίθετα, παρουσιάζει χωρίς καμιά καθυστέρηση τους Μνηστήρες και τη δράση τους, τον τρόπο ζωής τους, στο παλάτι του Οδυσσέα (στ. 106-8), ώστε να δούμε πια στην πράξη πώς διασαλεύεται η τάξη στον οίκο του ήρωα (βλ. και το σχετικό σχόλιο στη ραψωδία χ). Ο γιος του απόντος βασιλιά είναι σε αδιέξοδο, βυθισμένος στις σκέψεις του (118), μέχρι που υποδέχεται τον ξένο. Μένει αμέτοχος στα όσα διαδραματίζονται και παρουσιάζεται ιδιαίτερα εχθρικός απέναντι σ’ αυτούς που κατασπαταλούν την περιουσία του πατέρα του, ὀσσόμενος πατέρ’ ἐσθλὸν ἐνὶ φρεσίν (στ. 115-7). Σε αυτή την κατάσταση τον βρίσκει η Αθηνά. Οι Μνηστήρες και η διαγωγή τους περνούν πια σε δεύτερο πλάνο, αλλά συνεχίζουν να αποτελούν το φόντο της σκηνής.

 

Η δράση μεταφέρεται σταδιακά στο εσωτερικό του παλατιού (ἔντοσθεν ἔσαν δόμου ὑψηλοῖο, 126) και εστιάζει σε καίρια αντικείμενα του χώρου: δουροδόκης ἔντοσθεν ἐυξόου (128), οπλοθήκη σε κολόνα, θρόνον καλὸν δαιδάλεον για τον ξένο καθώς και το σκαμνί για τα πόδια του (θρῆνυς, 130-1), κλισμόν για τον Τηλέμαχο, κλισμούς τε θρόνους τε για τους Μνηστήρες (η διαφορά είναι σαφής: ο ξένος τιμάται, ο Τηλέμαχος υποβαθμίζεται, οι Μνηστήρες παραμένουν ανεπηρέαστοι και ουσιαστικά αδιάφοροι). Καθένα από τα αντικείμενα αυτά θα διαδραματίσει τον ρόλο του στην ιστορία: είτε ως σύμβολο πολιτισμού και του συνακόλουθου θεσμού της φιλοξενίας (τον οποίο οι Μνηστήρες καταχρώνται κραυγαλέα) είτε ως εργαλείο στην τελική σφαγή των Μνηστήρων (οι οπλοθήκες). Καμιά λεπτομέρεια δεν πλεονάζει. Οι Μνηστήρες, σημειώνει ο ποιητής, κάθονται ἐν ρινοῖσι βοῶν, οὓς ἔκτανον αὐτοί (108): η παράτυπη σφαγή των ζώων και δη των βοδιών του ιδιοκτήτη υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά το μοτίβο της ἀτασθαλίης, που συνδέει τους Μνηστήρες με τους Συντρόφους. Οι Μνηστήρες δεν συμπεριφέρονται ως φιλοξενούμενοι αλλά ως καταπατητές.

 

Η παρουσία των υπηρετών γίνεται επίσης αισθητή μέσα από τις γρήγορες κινήσεις τους, καθώς προσπαθούν να εξυπηρετήσουν τον κόσμο του ανακτόρου. Η Ιλιάδα εστιάζει σε άνδρες που πολεμούν. Οι όποιες αναφορές σε γυναίκες, σε γέροντες, σε άλλα πρόσωπα είναι σε σχέση με τον πολεμιστή. Η Οδύσσεια παρουσιάζει ένα ευρύ φάσμα προσώπων: υπηρέτες, ξένοι, γυναίκες, τραγουδιστές αποτελούν αντικείμενα του ενδιαφέροντός της. Οι υπηρέτες αυτοί —και γενικά τα πρόσωπα των κατωτέρων τάξεων— δεν αποτελούν απλώς ρεαλιστικό άρτυμα στο έπος αυτό. Διαδραματίζουν ρόλο καίριο (θυμηθείτε τον Εύμαιο και την Ευρύκλεια, τους υπηρέτες που θα συμβάλουν στη Μνηστηροφονία, αλλά και τις υπηρέτριες που θα εκτελέσει βάναυσα ο Οδυσσέας στο χ, 390-479 για τη συμπόρευσή τους με τους Μνηστήρες).

 

Ο Φήμιος τέλος με τα τραγούδια του συμπληρώνει το όλο σκηνικό και ψυχαγωγεί παρά τη θέλησή του τους Μνηστήρες (στ. 154: ὅς ῥ᾽ ἤειδε παρὰ μνηστῆρσιν ἀνάγκῃ). Και αυτού ο ρόλος στο χ θα είναι κρίσιμος, καθώς ο Οδυσσέας θα του χαρίσει τη ζωή (βλ. σχετικό σημείωμα).

 

Γιατί η Αθηνά ως Μέντης;

 

Η Αθηνά θέλει να μιλήσει με τον Τηλέμαχο, αλλά ταυτόχρονα δεν επιθυμεί να φανερώσει τη θεϊκή της ταυτότητα. Η μορφή του Μέντη, παλιού φίλου του Οδυσσέα άρχοντα των Ταφίων, θα τη συνδέσει με τον καλύτερο τρόπο με τον Τηλέμαχο μέσα και από τη συνεχή αναφορά στο όνομα του πατέρα του και της προσωπικότητάς του. Επιπρόσθετα, έχοντας ανθρώπινη μορφή δεν είναι αναγκασμένη να αποκαλύψειστον Τηλέμαχο όλα όσα γνωρίζει για τον νόστο του Οδυσσέα. Διαφορετικά, αν η ταυτότητα της θεάς γινόταν φανερή, τότε ίσως να έχανε το νόημα ύπαρξής της ολόκληρη η Τηλεμάχεια.

Το πρότυπο για τη μορφή του Μέντη ήταν, σύμφωνα με τον Wilamowitz, ο Μέντορας, ο γέροντας Ιθακήσιος με την μορφή του οποίου θα εμφανιστεί αργότερα (β 268) η Αθηνά. Τα δύο ονόματα ενέχουν τη σημασία του «συμβούλου» * και η ομοιότητα δεν μπορεί να είναι τυχαία (West, Heubeck & Hainsworth 2009, 224). Όπως σχολιάζουν οι πιο πάνω μελετητές:

 

Ο ρόλος του Μέντη θα μπορούσε να αναληφθεί μόνον από έναν ξένο που δεν γνωρίζει την κατάσταση [όχι δηλαδή από τον Ιθακήσιο Μέντορα]. Ο σκοπός της Αθηνάς είναι να παρακινήσει τον Τηλέμαχο να δράσει, και ένα από τα κύρια εμπόδια που πρέπει να υπερπηδηθούν είναι η γενικότερη συγκαταβατική στάση των Ιθακησίων για την εξοργιστική συμπεριφορά των Μνηστήρων. Η έκπληκτη αντίδραση ενός ξένου είναι πολύ πιο αποτελεσματική από οποιαδήποτε λόγια που θα μπορούσαν να ειπωθούν διά στόματος του Μέντορα, ο οποίος, αν και διστακτικά, έχει αποδεχθεί την κατάσταση έως τώρα.

 

Διάλογος Αθηνάς («Μέντη») και Τηλεμάχου

 

Η εμπιστευτική συνομιλία του Τηλεμάχου και του «Μέντη», που την καλύπτει το γλέντι των Μνηστήρων και τη συνοδεύει το τραγούδι του νόστου των άλλων Αχαιών, είναι από τα πιο ωραία ευρήματα του ποιητή. Η στάση των δύο απέναντι στην προοπτική επανόδου του Οδυσσέα είναι διαμετρικώς αντίθετη: από τη μια η αληθινή γνώση των θεών (με πεποίθηση δηλώνεται ότι ο Οδυσσέας ζει), από την άλλη η απατηλή γνώση των θνητών (με πλήρη απαισιοδοξία λέγεται ότι ο Οδυσσέας πέθανε). Η τακτική της Αθηνάς και το σχέδιό της δεν είναι να δώσει βέβαιη γνώση στον Τηλέμαχο, αλλά ελπίδα. Δεν θέλει να τον καθησυχάσει, αλλά να τον ξυπνήσει από τον λήθαργο και να τον ωθήσει στη δράση. Η θεά τον υποχρεώνει να αποδεχθεί ο Τηλέμαχος την ύπαρξη δύο πιθανοτήτων ότι ο Οδυσσέας ή ζει ή πέθανε, επομένως να εγκαταλείψει την απαισιόδοξη βεβαιότητά του για τον θάνατο του πατέρα του και να αναλάβει δράση για αναζήτησή του. Η άγνοια και η αμφιβολία τώρα πια τον υποχρεώνουν να διερευνήσει τα πράγματα.

 

Ο Τηλέμαχος

 

Στον στ. 113 αναφέρεται για πρώτη φορά το όνομα του Τηλεμάχου στην Οδύσσεια, ενώ στην Ιλιάδα κατονομάζεται δύο φορές (Β260, Δ354). Επομένως το όνομα θα ήταν γνωστό στο ακροατήριο του ποιητή. Το όνομα αυτό αποδίδει τον χαρακτηριστικό τρόπο μάχης του πατέρα του, την ιδιαίτερη ικανότητα του Οδυσσέα στην τοξοβολία (θ 215 κ.ε.).

 

Η πρώτη εντύπωση από την παρουσία του δεν
επιτρέπει ελπίδες ως προς την αλλαγή της κατάστασης στον οίκο του πατέρα του
. Ο Τηλέμαχος, παρόλο που είναι μόλις είκοσι χρόνων, έχει τη σύνεση ώριμου άνδρα και δεν συμμετέχει στις κραιπάλες των Μνηστήρων, αν και κάθεται κοντά τους. Αντιλαμβάνεται την αναίδεια και την υπερβασία τους. Η διστακτικότητα με την οποία μοιράζεται την αηδία του με τον Μέντη («θα σου πω κάτι, αλλά μην με παρεξηγήσεις», του λέει περίπου στον στ. 158) είναι μια τρυφερή πινελιά εκ μέρους του ποιητή, ενδεικτική ενός παιδιού που βλέπει και ακούει, αλλά δεν έχει ακόμη πάρει τη θέση του στον κόσμο των μεγάλων. Ο Τηλέμαχος αδρανεί. Είναι βυθισμένος στις σκέψεις του. Έχει στο μυαλό του τον πατέρα του και φαντάζεται τον γυρισμό του, αισθάνεται όμως ανήμπορος να χειριστεί τους Μνηστήρες και να βάλει ένα τέλος στην κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι του (στ. 114 τετιημένος ἦτορ).

 

Ο Τηλέμαχος όμως δεν έχει αλλοτριωθεί κι αυτό είναι που μετρά. Χρειάζεται απλά την ώθηση —κι αυτό είναι που θα του δώσει η Αθηνά. Αν ο Οδυσσέας στο νησί της Καλυψούς είναι ήρωας σε αναστολή, ο Τηλέμαχος είναι ήρωας εν τη γενέσει του —και δη ήρωας που μοιάζει στον Οδυσσέα προφανώς στην ψυχή τόσο όσο και στο σώμα (αἰνῶς μὲν κεφαλήν τε καὶ ὄμματα καλὰ ἔοικας/ κείνῳ, 208-9). Η επιθυμία του να ζητήσει πληροφορίες από τον ξένο για τον πατέρα του δείχνει ότι βασανίζεται από την απουσία του Οδυσσέα. Η άσχημη αυτή ψυχική του διάθεση τού επιτρέπει να είναι δεκτικός στο σχέδιο της Αθηνάς, αν και δεν έχει σκεφθεί ακόμα την ιδέα για ανάληψη πρωτοβουλίας εναντίον των ανεπιθύμητων σφετεριστών της περιουσίας του. Πάνω από όλα ο Τηλέμαχος συμπεριφέρεται ως οικοδεσπότης προς τον Μέντη και ας είναι παραγκωνισμένος: υποδέχεται τον ξένο και τοποθετεί το κοντάρι του μαζί με τα κοντάρια του Οδυσσέα. Ο οπλοβαστός θα παίξει, όπως προσημειώσαμε, σημαντικό ρόλο στη Μνηστηροφονία: δύσκολα διαφεύγει στον ακροατή/αναγνώστη η σημασία που έχει το ότι το ἔγχος της Αθηνάς (έστω στη φθαρτή μορφή του!), στο οποίο τόση σημασία δόθηκε στην αρχή της ενότητας, συντάσσεται με τα κοντάρια που θα αφανίσουν τους Μνηστήρες.

 

Η Αθηνά-Μέντης τηρεί απέναντι στον Τηλέμαχο πατρική στάση αγαπητικής αυστηρότητας (ὥς τε πατὴρ ᾧ παιδί, 308) και τον ωθεί να αναλάβει τις ευθύνες του με κουβέντες που τον αγγίζουν. Η συμβουλή της για τους Μνηστήρες είναι απερίφραστη: φράζεσθαι δὴ ἔπειτα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν,/ ὅππως κε μνηστῆρας ἐνὶ μεγάροισι τεοῖσι/κτείνῃς ἠὲ δόλῳ ἢ ἀμφαδόν (294-6). Η αναφορά στον Ορέστη και την εκδίκηση που αυτός πήρε κατά του Αιγίσθου είναι προγραμματισμένη να διεγείρει στον Τηλέμαχο το αγωνιστικό πνεύμα, το οποίο κρύβεται μέσα σε κάθε επικό ήρωα που σέβεται τον εαυτό του, να του εξάψει τον πόθο για το ηρωικό κλέος: ἦ οὐκ ἀΐεις οἷον κλέος ἔλλαβε δῖος Ὀρέστης/πάντας ἐπ’ ἀνθρώπους (298-9). Η σύγκριση, η επιταγή του αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων/μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν (Ιλ. Ζ, 208-9) είναι η πρό(σ)κληση προς τον Τηλέμαχο να εισέλθει κι αυτός στον κόσμο των ἀνδρῶν ἡρώων: οὐδέ τί σε χρὴ/νηπιάας ὀχέειν, ἐπεὶ οὐκέτι τηλίκος ἐσσί (296-7).

 

Η Αθηνά θα επιτύχει, φυσικά, τον σκοπό της (βλ. παρακάτω). Ο Τηλέμαχος θα εγκαταλείψει το περιορισμένο μέγαρον, τον εσωτερικό χώρο, που συνδέεται στην ανθρωπολογία των αρχαίων Ελλήνων με τις γυναίκες και τους ανηλίκους, και θα εισέλθει κι αυτός στον κόσμο του ηρωικού έπους —αλλά, όπως είπαμε και θα επαναλαμβάνουμε συχνά, στη μεταπολεμική, μεταϊλιαδική του φάση.

 

Η τυπική σκηνή φιλοξενίας

 

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα στην Οδύσσεια είναι αυτό της φιλοξενίας, η τήρηση των κανόνων συμπεριφοράς ανάμεσα στον οικοδεσπότη και τον φιλοξενούμενο. Στην αρχαιότητα η φιλοξενία ήταν μια υποχρέωση ιερή και είχε χαρακτήρα πανίσχυρου θεσμού. Η φιλοξενία του Μέντη επιδεικνύει τα βασικά συστατικά της τυπικής σκηνής φιλοξενίας, που απαντά πάρα πολύ συχνά στα έπη:

 

1. Η εγκάρδια υποδοχή της Αθηνάς – Μέντη από τον Τηλέμαχο (στ. 119-26)

 

2. Οι εξαιρετικές περιποιήσεις: παραχώρηση θρόνου για να καθίσει (στ. 130-1), φροντίδα για πλύσιμο των χεριών (στ. 136-38), στρώσιμο τραπεζιού (στ. 138), προσφορά εκλεκτής μερίδας φαγητού (στ. 139-42), προσφορά κρασιού (στ. 143).

 

3. Μετά θα ακολουθήσει η συνομιλία και η αποκάλυψη της ταυτότητας του ξένου (στ. 170 κ.ε.). Το τυπικό της φιλοξενίας κανονικά συμπληρωνόταν με το λουτρό και την ανταλλαγή δώρων. Στους στ. 306-13 ο Τηλέμαχος προβαίνει σε σχετική πρόταση προς τον Μέντη, ο οποίος όμως την απορρίπτει.

 

Ας προσέξουμε τις λεπτομέρειες που συνθέτουν το γεύμα Αθηνάς-Μέντη και Τηλεμάχου (στ. 136-43). Η λεπτομερής περιγραφή αυτού του γεύματος, σε αντίθεση με το γεύμα των Μνηστήρων, στο οποίο δεν αφιερώνεται χρόνος, τεκμαίρει τη συμπάθεια του ποιητή. Ειδικότερα, στους στίχους 136-7 (χέρνιβα δ᾽ ἀμφίπολος προχόῳ ἐπέχευε φέρουσα/ καλῇ χρυσείῃ, ὑπὲρ ἀργυρέοιο λέβητος,/νίψασθαι) ο ποιητής περιγράφει το πλύσιμο των χεριών του Τηλεμάχου και της Αθηνάς-Μέντη και στον στίχο 146 (τοῖσι δὲ κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν) το πλύσιμο των χεριών των Μνηστήρων. Η διαφορά στις δύο εικόνες προβληματίζει. Η πρώτη σκηνή περιγράφεται με λεπτομέρεια και ο ποιητής χρησιμοποιεί την λέξη χέρνιβα (= το νερό, με το οποίο έπλεναν τα χέρια όχι μόνο πριν το φαγητό, αλλά και πριν από τις θυσίες και τις ιερές τελετές, το αγιασμένο νερό), ενώ η δεύτερη εικόνα μιλά αορίστως για χρήση ύδατος. Η διάκριση αυτή υπογραμμίζει την ευσέβεια του Τηλεμάχου και τη σημασία που δίνει στο φαγητό και την φιλοξενία σε αντίθεση με την ασέβεια των Μνηστήρων που θεωρούν το γεύμα ως ικανοποίηση απλώς μιας φυσικής ανάγκης. Ο Τηλέμαχος, για να συμφάει με μια θεά, εξαγνίζεται. Οι Μνηστήρες, ακόμη κι αν πλένονται, είναι μιαροί.

 

Οι άφρονες Μνηστήρες και η οργή της Αθηνάς

 

Το ζεύγος εννοιών σωφροσύνη/αφροσύνη διατρέχει ολόκληρη την Οδύσσεια. Σώφρονες είναι οι άνθρωποι που μπορούν να εναρμονίζουν μέσα τους τη λογική με τα ένστικτα και τις επιθυμίες. Άφρονες είναι εκείνοι που αφήνονται στις επιθυμίες και τις απολαύσεις, είναι δοσμένοι στην υπερβολή και επομένως στην έλλειψη μέτρου και αυτοελέγχου. Η αντίθεση αυτή στα μάτια του ακροατή/αναγνώστη αρχίζει να συγκεκριμενοποιείται από τη μια μέσα από τη στάση του Οδυσσέα (έδειξε εγκράτεια στο νησί του Ήλιου και επομένως αποδείχθηκε σώφρων) και του Τηλεμάχου (δεν συμμετέχει στο γλέντι των Μνηστήρων) και τη στάση των Συντρόφων του Οδυσσέα και των Μνηστήρων από την άλλη. Οι Μνηστήρες είναι άφρονες, αφού γλεντούν σε ένα σπίτι ως υποψήφιοι σύζυγοι, αν και η παρουσία τους είναι ανεπιθύμητη. Και αμέσως γίνεται η αντιπαραβολή: οι συνετοί άνθρωποι θα αγανακτούσαν με την κατάσταση που παρουσιάζει το παλάτι (στ. 228-29: νεμεσσήσαιτό κεν ἀνὴρ αἴσχεα πόλλ᾽ ὁρόων, ὅς τις πινυτός γε μετέλθοι.)

 

Η ίδια η Αθηνά οργισμένη (ἐπαλαστήσασα, 252) αποκαλεί τους Μνηστήρες αναίσχυντους και τους καταδικάζει έμμεσα σε θάνατο, υποστηρίζοντας πως, αν επέστρεφε ο Οδυσσέας, θα τους σκότωνε (στ. 253-4: ὢ πόποι, ἦ δὴ πολλὸν ἀποιχομένου Ὀδυσῆος δεύῃ, /ὅ κε μνηστῆρσιν ἀναιδέσι χεῖρας ἐφείη, στ. 255-56: τοῖος ἐὼν μνηστῆρσιν ὁμιλήσειεν Ὀδυσσεύς· πάντες κ᾽ ὠκύμοροί τε γενοίατο πικρόγαμοί τε). Με το τελευταίο προοικονομείται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο η μνηστηροφονία.

 

Η οργή της Αθηνάς, λοιπόν, συμπληρώνει την τριπλέτα των οργισμένων θεών στην Οδύσσεια. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι ενώ Ήλιος και Ποσειδώνας επιθυμούν εκδίκηση (οργίζονται δηλαδή με τρόπο ιλιαδικό), η Αθηνά επιδιώκει τη δικαιοσύνη, εισάγει δηλαδή μια καινούρια ηθική του θεϊκού θυμού.

 

Η ευτυχία ως αξία στον μεταπολεμικό κόσμο της Οδύσσειας

 

Η ευχή του απομονωμένου και μελαγχολικού Τηλεμάχου είναι σπαραξικάρδια: ὡς δὴ ἐγώ γ᾽ ὄφελον μάκαρός νύ τευ ἔμμεναι υἱὸς/ ἀνέρος, ὃν κτεάτεσσιν ἑοῖς ἔπι γῆρας ἔτετμε (217-8). Ο Τηλέμαχος θίγει με τον τρόπο αυτό το θέμα της ανθρώπινης ευτυχίας. Ο γιος του ήρωα θεωρεί ευτυχισμένο αυτόν που τα γηρατειά και επομένως και ο θάνατος τον βρίσκουν μέσα στα αγαθά του. Ο πατέρας του είναι γι’ αυτόν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος, γιατί, όπως πιστεύει, είχε άσχημο τέλος, έστω κι αν πέρασε από στιγμές ευτυχίας, έστω κι αν κέρδισε στις μάχες. Ο θάνατός του ήταν πρόωρος και ανάρμοστος, αφού δεν συνοδεύτηκε από τις πρέπουσες τιμές ή δεν έτυχε την ώρα της μάχης ή ακόμα και μετά τον πόλεμο, στα χέρια συγγενών (στ. 237 – 239: εἰ μετὰ οἷς ἑτάροισι δάμη Τρώων ἐνὶ δήμῳ,/ ἠὲ φίλων ἐν χερσίν, ἐπεὶ πόλεμον τολύπευσεν./τῷ κέν οἱ τύμβον μὲν ἐποίησαν Παναχαιοί). Το ιδεώδες είναι καθαρά μεταϊλιαδικό, μεταπολεμικό, άρα οδυσσειακό, και προσδιορίζει το τελικό ζητούμενο του νόστου: ειρηνική ζωή και ήρεμος θάνατος στο πλαίσιο του οἴκου.

 

 

αρ


 


© Γιάννης Παπαθανασίου