Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Οδύσσεια


24η ενότητα: τ, υ (περίληψη – ανάλυση αποσπασμάτων)

23η 24η 25η

 

 

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

● Mεταφορά των όπλων «στη μέσα κάμαρη»

● Συνομιλία του «ζητιάνου» με την Πηνελόπη

● Aναγνώριση του Oδυσσέα από την Eυρύκλεια

● H πρώτη νύχτα του Oδυσσέα στο παλάτι

● Προετοιμασίες για τη γιορτή του Aπόλλωνα

● H παραφροσύνη των μνηστήρων

Η Οδύσσεια διαρκεί 41 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε την 39η ως την 40ή ημέρα:

 

 

Α.1 Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας τ: Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία.Τὰ νίπτρα.
Συνομιλία του Oδυσσέα με την Πηνελόπη. Tο ποδόλουτρο.)

 

Το βράδυ (της 39ης μέρας) πατέρας και γιος μετέφεραν όλα τα όπλα από το μέγαρο «στη μέσα κάμαρη». Ο Τηλέμαχος αποσύρθηκε έπειτα, ενώ ο Οδυσσέας έμεινε με σκοπό να δοκιμάσει τη στάση των υπηρετριών και της Πηνελόπης, που στο μεταξύ είχε κατεβεί για την αναμενόμενη συνάντηση με τον «ξένο».

 

Καθισμένος λοιπόν κοντά στη γυναίκα του άκουσε τις τυπικές ερωτήσεις της, αντί όμως να απαντήσει, εξύμνησε τη δόξα της, αλλά εκείνη αντιπαρέθεσε τη δυστυχία της: την εξαφάνιση του άντρα της, την πολιορκία της από τους μνηστήρες και την ανάγκη πια να προχωρήσει σε νέο γάμο. Ο «ξένος» διηγήθηκε τώρα μια εκτεταμένη πλαστή ιστορία: ότι είναι Κρητικός (για τρίτη φορά το λέει), γόνος βασιλικής οικογένειας, ότι συναντήθηκε με τον Οδυσσέα, ότι ο άντρας της θα φτάσει σε λίγο στην Ιθάκη κτλ. Η Πηνελόπη τον άκουγε κλαίγοντας χωρίς να τον πιστεύει. Του έδειξε, ωστόσο, συμπάθεια και έδωσε εντολή στις δούλες να τον λούσουν· εκείνος όμως δέχτηκε μόνο ποδόλουτρο από τη γερόντισσα τροφό του, την Ευρύκλεια, που τον αναγνώρισε, μόλις άγγιξε την ουλή που είχε στο γόνατο από δόντι αγριόχοιρου – όταν έφηβος ακόμη είχε λάβει μέρος σε κυνήγι. Σαστισμένη η τροφός στράφηκε προς την Πηνελόπη, ο Οδυσσέας όμως την εξόρκισε να μην αποκαλύψει σε κανέναν αυτό που είδε, ενώ η Αθηνά φρόντισε να μην πάρει είδηση η βασίλισσα.

 

Συνεχίστηκε έπειτα η συνομιλία σε κλίμα περισσότερης οικειότητας. Η Πηνελόπη μίλησε για το δίλημμα που τη βασάνιζε: να αρνηθεί τον γάμο ή να παντρευτεί τον πιο γενναιόδωρο μνηστήρα και να αφήσει τη φροντίδα του «οίκου» στον ενήλικο πια γιο της; Διηγήθηκε κι ένα όνειρο, που ο «ξένος» το εξήγησε ως προμήνυμα της άφιξης του Οδυσσέα και του θανάτου των μνηστήρων· εκείνη όμως το θεώρησε απατηλό, και του εκμυστηρεύτηκε την απόφασή της πια να προκηρύξει αγώνα τόξου μεταξύ των μνηστήρων και να παντρευτεί, κατ’ ανάγκην, τον νικητή. Ο «ξένος» ενέκρινε την απόφασή της και την παρότρυνε να μην αναβάλει αυτόν τον αγώνα, γιατί ο Οδυσσέας θα είναι παρών και θα τους προλάβει. Η Πηνελόπη πάλι δεν τον πίστεψε και αποσύρθηκε.

Α1' ΚΕΙΜΕΝΟ Κείμενο, ραψωδία τ, 112-632/<104-585> (με ενδιάμεσες παραλείψεις)

Η Πηνελόπη απευθύνει ερωτήσεις στον «ξένο», αλλά εκείνος, αντί να απαντήσει, την εγκωμιάζει



112 «Ξένε, μια πρώτη ερώτηση για σένα·
ποιος είσαι κι από πού; ποια η πατρίδα σου, ποιοι οι γονείς σου;»
Ανταποκρίθηκε πολύγνωμος ο Οδυσσέας μιλώντας:
115
«Ω δέσποινα μου, ποιος θνητός στη γη μας την ατέρμονη
ψεγάδι εσένα θα μπορούσε να σου βρει· έφτασε η δόξα σου
ψηλά κι απλώθηκε στον ουρανό, σαν κάποιου βασιλιά·
άψογος και θεοσεβής, ένα λαό μεγάλο και γενναίο κυβερνά,  2
με γνώμονα τη δίκαιη κρίση του,
120
κι εκεί το μαύρο χώμα βγάζει σιτάρι και κριθάρι,
απ’ τους καρπούς λυγίζουνε τα δέντρα, γεννοβολούν τα πρόβατα,
καλοκυβερνημένη η θάλασσα προσφέρει ψάρια,
κι ο κόσμος όλος, καλός κι ενάρετος, στον ίσκιο ζει του βασιλιά.
124-5
Γι’ αυτό ό,τι άλλο θες [...] μπορείς να το ρωτήσεις· μόνο μη με ρωτάς
ποια η πατρίδα μου, ποια η γενιά μου. [...]»

Η βασίλισσα εκθέτει στον «ξένο» το πρόβλημα της

Ζωγράφος της Πηνελόπης
Η Πηνελόπη στον αργαλειό και οι μνηστήρες.



134 Τον λόγο πήρε πάλι η Πηνελόπη, φρόνιμο κι έξυπνο μυαλό:
135
«Ξένε, σ’ εμένα τα χαρίσματα, την ομορφιά, το ανάστημα,
όλα τα χάλασαν οι αθάνατοι, τη μέρα εκείνη που αποφάσισαν
το Ίλιο οι Αργείοι να πατήσουν – μαζί τους ο Οδυσσέας έφυγε [...].
139 Αν ήταν να γυρίσει, αν κυβερνούσε πάλι τη ζωή μου,
140 τότε κι η δόξα μου θ’ ανέβαινε ψηλότερα, όλα θα πήγαιναν/ καλύτερα. [...] αρχ

[Η Πηνελόπη αναφέρεται στην απαίτηση των μνηστήρων να παντρευτεί – και συνεχίζει:]

149 Του Οδυσσέα ο πόθος εμένα με μαράζωσε, κι όσο για γάμο
150
βιάζονται αυτοί, τόσο κι εγώ σκαρώνω δόλους.
Ένας θεός πρώτα με φώτισε για κείνο το πανί,
να στήσω μες στην κάμαρή μου τον ψηλό αργαλειό, / [...] ενώ τους έλεγα
τα λόγια αυτά, για να τους ξεγελάσω:
155
«Νέοι κι ωραίοι μνηστήρες, αφού ο θείος Οδυσσέας πέθανε,
κάνετε λίγη υπομονή, μην τρέχετε πίσω απ’ τον γάμο μου,
ωσότου τούτο το πανί το αποτελειώσω, για να μην παν χαμένες
οι κλωστές μου. Το υφαίνω σάβανο του σεβαστού Λαέρτη [...].»
163
Έτσι τους μίλησα, κι αυτοί περήφανοι
στα λόγια μου εμπιστεύτηκαν.
Τότε λοιπόν αδιάκοπα, την πάσα μέρα ύφαινα, στημένη
165
στον ψηλό αργαλειό, τις νύχτες όμως ξήλωνα, έχοντας πλάι μου
τις δάδες αναμμένες. Για τρία χρόνια ολόκληρα
τους ξεγελούσα και τους έπειθα ανύποπτους τους Αχαιούς.
168-9
Όταν ωστόσο μπήκε η τέταρτη χρονιά, [...] / τότε οι σκύλες δούλες μου
170
το μαρτυρούν και επ’ αυτοφώρω μ’ έπιασαν, ξεστόμισαν
λόγια βαριά, κι έτσι αναγκάστηκα να το τελειώσω, / θέλοντας και μη.
Τώρα πια δεν μπορώ τον γάμο ν’ αποφύγω, μήτε και βρίσκω
τέχνασμα άλλο πονηρό, ενώ οι γονείς με σπρώχνουν
175
κάποιον να παντρευτώ, αλλά κι ο γιος μου βλέπει
το βιος του να του τρων και γίνεται έξαλλος. [...]
179
Και μολαταύτα, πες μου να μάθω τη γενιά και την πατρίδα σου· [...].»

α' μέρος της πλαστής ιστορίας του Οδυσσέα και η αντίδραση της Πηνελόπης

182 Της αποκρίθηκε μιλώντας πάλι ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Ω σεβαστή γυναίκα, του Οδυσσέα ομόκλινη, που τον εγέννησε
ο Λαέρτης, δεν λες να σταματήσεις κι επίμονα ρωτάς για τη γενιά μου.
185
Λοιπόν θα σου τη φανερώσω, μόνο που βάζεις έτσι κι άλλα βάσανα
στα βάσανα που με κρατούν. [...]
191
Κάπου υπάρχει η Κρήτη, νησί στη μέση ενός πελάγου
βαμμένου στο μαβί, πλούσιο κι εύφορο, θαλασσοφίλητο·
το κατοικούν πολλοί, άνθρωποι αναρίθμητοι, σε πόλεις ενενήντα. [...]
198
Ανάμεσά τους η Κνωσός, μεγάλη πόλη, όπου βασίλευε άλλοτε ο Μίνως [...].»
[Δήλωσε εγγονός του Μίνωα, γιος του Δευκαλίωνα, αδερφός του Ιδομενέα και ότι φιλοξένησε τον Οδυσσέα όταν, πηγαίνοντας για την Τροία, ο άνεμος «τον έριξε στην Κρήτη».]

226
Αράδιαζε διηγώντας ψέματα πολλά, που όμως έμοιαζαν αληθινά. αρχ
Κι η Πηνελόπη ακούγοντας, της έτρεχαν τα δάκρυα ποτάμι
μαραίνοντας το πρόσωπο.
Όπως το χιόνι αναλιώνει στα πανύψηλα βουνά [...]
231
και στα ποτάμια τα νερά φουσκώνουν·
έτσι κι εκείνη, μούσκευε τα ωραία της μάγουλα
με τα πολλά της δάκρυα, τον άντρα της θρηνώντας – ήταν ωστόσο εκεί,
μπροστά στα μάτια της.
235
Ο Οδυσσέας όμως, κι ας ελεούσε τη γυναίκα του
για το σπαραχτικό της κλάμα, αδάκρυτα τα μάτια του δεν σάλευαν,
καν δεν τρεμόπαιξαν τα βλέφαρά του, λες κι ήταν κέρατο ή ατσάλι –
ο δόλος του μυαλού τον έκανε να κρύβει τη συγκίνησή του.
Όταν εκείνη χόρτασε τον πολυδάκρυτό της γόο,
240
συνήλθε και ξαναμιλώντας είπε:
«Ξένε, τώρα φαντάζομαι πως ήλθε η ώρα να σε δοκιμάσω,
αν λες αλήθεια πως τον φιλοξένησες τον άντρα μου [...].
244
Πες μου λοιπόν πώς έμοιαζε στην όψη και τι λογής ρούχα
245
φορούσε το κορμί του, ποιοι σύντροφοι τον είχαν συντροφέψει;»

β' μέρος της πλαστής ιστορίας του Οδυσσέα


Xρυσή περόνη της 3ης χιλιετίας π.X. από τη Λήμνο. (Aθήνα, Eθνικό Aρχαιολ. Mουσείο)

Ανταποκρίθηκε από μέρους του ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Ω δέσποινα, με τόσα χρόνια που μεσολαβούν, δύσκολο αλήθεια να μιλήσω· [...].
250
Κι όμως θα σου τον περιγράψω, όπως τον φέρνει η φαντασία μου.
Χλαίνη φορούσε πορφυρή, σγουρή, διπλόφαρδη ο θείος Οδυσσέας,
διπλά θηλυκωμένη με χρυσή περόνη, και πάνω της στολίδι σκαλισμένο:
σκύλος στα μπροστινά του πόδια κράταγε κατάστικτο ελαφάκι, 3
το δάγκωνε, κι αυτό να σπαρταρά· όλοι κοιτούσαν κι αποθαύμαζαν
255
το χρυσαφένιο σύμπλεγμα· [...].
257
Όσο για τον χιτώνα που κατάσαρκα φορούσε, τον είδα φωτεινό,
258-9
λεπτό σαν φλούδα κρεμμυδιού [...] / λάμποντας σαν τον ήλιο –
260
πολλές γυναίκες βλέποντας δεν έκρυψαν τον θαυμασμό τους. [...]
270
Και κάτι ακόμη· είχε, στα χρόνια κάπως μεγαλύτερο, τον κήρυκά του συνοδό –
γι’ αυτόν μπορώ να πω πώς έδειχνε στην όψη:
ώμοι λιγάκι στρογγυλοί, το δέρμα μελαψό, σγουρά μαλλιά,
τον λέγαν Ευρυβάτη· αυτόν από όλους τους συντρόφους  4
274-5
ο Οδυσσέας τιμούσε πιο πολύ, γιατί είχε γνώμη / ταιριαστή με τη δική του.»
276
Έτσι μιλώντας, κι άλλο της άναψε τον πόθο για θρήνο γοερό,
αναγνωρίζοντας σημάδια απαραγνώριστα στα λόγια του Οδυσσέα.
Όταν συνήλθε, πήρε ξανά τον λόγο λέγοντας:

Η απάντηση της Πηνελόπης

«Ξένε μου, σε συμπάθησα απ’ την αρχή, μα τώρα θα μου γίνεις
280
φίλος πολύτιμος σε τούτο το παλάτι.
Να ξέρεις, τα ρούχα αυτά που λες εγώ του τα ’δωσα, αφού τα δίπλωσα
στην κάμαρή μου κι έβαλα πάνω τους περόνη λαμπερή,
να καμαρώνει όταν τα φορεί.
Κι όμως εγώ δε θα τον ξαναδώ στο σπίτι να γυρίζει,
285
να δει κι αυτός μια μέρα την πατρίδα του. [...]» αρχ

[Ο «ξένος» ενθαρρύνει την Πηνελόπη και τη βεβαιώνει:]

γ' μέρος της πλαστής ιστορίας του Οδυσσέα

Τα νίπτρα


Η Ευρύκλεια αναγνωρίζει τον Οδυσσέα.



331-2 «[...] Όρκο θα πάρω να πειστείς: / μάρτυς μου πρώτα ο Δίας [...]·
335
προτού να κλείσει ο χρόνος, θα φτάσει ο Οδυσσέας εδώ,
336-7
μπορεί στου φεγγαριού τη χάση ή το πολύ όταν θα πιάσει / η νέα σελήνη·»  5
Ανταποκρίθηκε η Πηνελόπη, φρόνιμο μυαλό:
339
«Μακάρι, ξένε, ο λόγος σου να βγει αληθινός. [...]
343
Μα η δική μου η ψυχή αλλιώς φαντάζεται το μέλλον·
δεν θα γυρίσει ο Οδυσσέας σπίτι του, ούτε κι εσύ
345
κάποιον θα βρεις να σε ξεπροβοδίσει. [...]
349
Όμως ελάτε τώρα, παρακόρες, ώρα να πλύνετε τον ξένο [...].»

[Μεσολαβεί το ποδόλουτρο και η αναγνώριση του Οδυσσέα από την Ευρύκλεια, με ενδιάμεση αναφορά στην ιστορία της ουλής, στη γέννηση και στη βάφτιση του Οδυσσέα. Και ξαναπαίρνει τον λόγο η Πηνελόπη· 6 εκθέτει στον «ξένο» το δίλημμά της, του διηγείται κι ένα όνειρό της και καταλήγει:]

616 «[...] / Μα τώρα θέλω κάτι άλλο να σου πω, κι εσύ βάλ’ το στον νου σου:
αύριο φτάνει η καταραμένη αυγή, αυτή θα με χωρίσει
από του Οδυσσέα το σπίτι. Το έχω αποφασίσει, θα στήσω
αγώνισμα με τα πελέκια – αυτά που εκείνος έστηνε [...],
620-1
δώδεκα στη σειρά, [...] κι από μακριά τοξεύοντας, το βέλος του
πέρα για πέρα όλα τα περνούσε.
Τώρα λοιπόν θα βάλω στους μνηστήρες το άθλημα,
κι όποιος με δίχως ζόρι τεντώσει στις παλάμες του το τόξο ξέρεις ότι...
625 και κατορθώσει να περάσει τη σαΐτα κι από τα δώδεκα πελέκια [...].

[Αυτόν θα παντρευτεί αφήνοντας το πανέμορφο και πλούσιο σπίτι της.]

Ο Οδυσσέας εγκρίνει και παροτρύνει

629 Ανταποκρίθηκε μιλώντας ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
630
«Γυναίκα σεβαστή, του Οδυσσέα ταίρι, που τον εγέννησε ο Λαέρτης,
μην αναβάλλεις άλλο σ’ αυτό το σπίτι τον άθλο που αποφάσισες· αρχ
γιατί θα τους προλάβει ο Οδυσσέας πανούργος και θα βρεθεί / εδώ [...].»

[Η Πηνελόπη πάλι δεν τον πίστεψε και αποσύρθηκε στην κάμαρή της.]

 

Ερωτήσεις κατανόησης Ερωτήσεις κατανόησης ερωτήσεις






 

Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας υ και ανάλυση των στ. 374-397: Τά πρό τῆς μνηστηροφονίας

 

Ο Οδυσσέας, ξαπλωμένος στον πρόδομο συλλογιζόταν πώς θα μπορέσει να εξοντώσει τόσους άντρες· αλλά, και αν αυτό το καταφέρει, πώς θα αποφύγει τις αντεκδικήσεις των συγγενών τους. Εμφανίστηκε όμως η Αθηνά και του υποσχέθηκε συμπαράσταση. Ηρέμησε τότε και τον πήρε ο ύπνος τη στιγμή που η Πηνελόπη ξυπνούσε – είχε δει σε όνειρο τον Οδυσσέα όπως της τον είχε περιγράψει ο «ξένος» – και κλαίγοντας προσευχόταν στην Άρτεμη να της πάρει τη ζωή, για να αποφύγει έναν γάμο που δεν ήθελε. Ο Οδυσσέας άκουσε στον ύπνο του το κλάμα της και του φάνηκε πως ήταν κοντά του. Βγήκε έξω και προσευχήθηκε στον Δία να του δείξει σημάδια ευοίωνα. Κι ο θεός απάντησε αμέσως με κεραυνό, ενώ απ’ το παλάτι ακούστηκε κατάρα για τους μνηστήρες από μια δούλα που άλεθε σιτάρι για το ψωμί τους.

 

Το πρωί (της 40ής μέρας) η Ευρύκλεια συντόνιζε τις εργασίες των υπηρετριών (συγύρισμα, νερό από τη βρύση κτλ.) για το επίσημο δείπνο, γιατί ήταν πρωτομηνιά, μέρα γιορτινή αφιερωμένη στον Απόλλωνα. Έφτασαν και οι βοσκοί φέρνοντας ζώα. Οι μνηστήρες, στο μεταξύ, συγκεντρωμένοι στην αγορά, ξανασκέφτηκαν (για τρίτη φορά) τη δολοφονία του Τηλέμαχου, ένας κακός όμως οιωνός τούς απέτρεψε και επέστρεψαν στο παλάτι.

 

Ο λαός τώρα της Ιθάκης, συγκεντρωμένος στο άλσος του Απόλλωνα, πρόσφερε εκατόμβη στον τοξότη θεό, ενώ στο παλάτι 1 η Αθηνά εξωθούσε τους μνηστήρες σε προσβολές εναντίον του «ξένου», για να θυμώνει εκείνος όλο και περισσότερο μαζί τους. Κάποια στιγμή μάλιστα τους προκάλεσε παραφροσύνη (374-397/<345-367>):

 

Α2' ΚΕΙΜΕΝΟ ραψωδία υ, στ. 374-397

Η παραφροσύνη των μνηστήρων

[...] η Αθηνά Παλλάδα σήκωσε τώρα
375
στους μνηστήρες γέλιο ξέφρενο, σαλεύοντας τον νου τους·
γελούσαν ασυγκράτητα, λες και δεν ήταν πια δικά τους τα σαγόνια,
αιμόφυρτα τα κρέατα μασούσαν, τα μάτια τους πλημμύρισαν στο δάκρυ,
έλεγες όπου να ’ναι θα ξεσπάσουν σε κλάμα γοερό.

Πρόβλεψη του μάντη και αποχώρηση

Η προφητεία του Τειρεσία


Δίας

Τότε τον λόγο πήρε ο Θεοκλύμενος, θεόπνευστος τους μίλησε:
380
Άθλιοι, άθλιο πάθος υποφέρετε! Νύχτα σας τύλιξε,
κεφάλια, πρόσωπα, τα γόνατά σας.
Η οιμωγή σας φλέγεται, τα μάγουλά σας μούσκεψαν στο δάκρυ,
αίμα οι τοίχοι στάζουν, αίμα της στέγης τα καλά δοκάρια,
είδωλα γέμισε το πρόθυρο, είδωλα η αυλή,
385
που βιάζονται να κατεβούν στο Έρεβος, να βυθιστούν στο σκότος·
στον ουρανό αμαυρώθηκε ο ήλιος, μια καταχνιά θολή
απλώνεται τώρα παντού.»
Tόσα τους είπε, εκείνοι όμως όλοι αυτάρεσκα τον περιγέλασαν.
Oπότε ο Eυρύμαχος, ο γιος του Πόλυβου, πήρε αγορεύοντας τον λόγο:
390 «O ξένος μας μωράθηκε, αυτός που χτες μας ήλθε απ' αλλού.
Λοιπόν, παλικαράκια μου, στα γρήγορα σύρτε τον έξω από την πόρτα,
κι ας πάει στην αγορά, αφού φαντάστηκε παντού τη νύχτα.»
Aνταποκρίθηκε, μάντης θεού, ο Θεοκλύμενος:
«Eυρύμαχε, δεν ζήτησα κανένα συνοδό· έχω τα μάτια μου,
395 τ' αυτιά μου, τα δυο μου πόδια, κι απαρασάλευτος, σωστός,
ο νους μου παραμένει
Γι' αυτό θα φύγω μόνος μου· [...].»

Oι μνηστήρες χλεύασαν τον Tηλέμαχο για τους ξένους του, αλλά εκείνος κοίταζε σιωπηλός τον πατέρα του και περίμενε... Kαι ο ποιητής σχολίασε: τρωγοπίνουν αμέριμνοι, η Aθηνά όμως κι ο Oδυσσέας τούς ετοιμάζουν το πιο άχαρο τραπέζι που έγινε ποτέ· «δικό τους το άδικο».

 

 

 


 

1.Η Αθηνά εξωθούσε τους μνηστήρες...: Οι ομηρικοί θεοί δεν παίζουν μόνο ρόλο ευεργετικό για όσους συμπαθούν, αλλά και καταστροφικό για όσους αντιπαθούν (ενεργούν δηλαδή και σαν δαίμονες)· εξωθούν λοιπόν σε εσφαλμένες ενέργειες εκείνους που θέλουν να καταστρέψουν, για να έχουν οι ίδιοι την ευθύνη της συμφοράς τους. Στην Οδύσσεια αυτό ισχύει για την Αθηνά, και μόνο για τους μνηστήρες, που έχουν όμως και το άδικο με το μέρος τους.

2. (στ. 118-23) άψογος και θεοσεβής, [...] ζει του βασιλιά: Συσχετίζεται εδώ η επικράτηση της δικαιοσύνης με τη γενναιοδωρία της φύσης.

3. (στ. 253) κατάστικτο ελαφάκι: ελαφάκι με τρίχωμα γεμάτο στίγματα, ποικιλόχρωμο (ποικίλον, στο αρχαίο κείμενο).

4. (στ. 251-73) «χλαίνη φορούσε [...] Ευρυβάτη: Η λεπτομερής περιγραφή της φορεσιάς του Οδυσσέα (με έμφαση στην παράσταση της περόνης), όπως και η παραστατική προσωπογραφία του κήρυκα, πείθουν την Πηνελόπη για την ειλικρίνεια του «ξένου».

5. (στ. 336-7) στου φεγγαριού τη χάση ή το πολύ όταν θα πιάσει / η νέα σελήνη: στο τέλος αυτού του μήνα ή στην αρχή του επόμενου, δεδομένου ότι οι μήνες ήταν σεληνιακοί (και ήταν δεκατρείς, όσα και τα φεγγάρια ενός χρόνου).

6. Το επεισόδιο αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα επιβράδυνσης, που ανακόπτει την εξέλιξη της δράσης σε μια καίρια στιγμή.

 

αρχή


 

Ἡσιόδου, Ἒργα καί Ἡμέραι, στ. 225–234

 

Ο Ησίοδος θεωρείται πατέρας του διδακτικού έπους – η ποίησή του τοποθετείται γύρω στο 700 π.Χ.

 

Όπου όμως [οι κριτές] κρίσεις ίσες και για ξένους και δικούς
κάνουν, και το δίκιο διόλου δεν το παραβαίνουνε,
εκεί ακμάζει η πολιτεία και ανθούνε οι λαοί·
και ειρήνη μες στη χώρα, που ’ναι των αντρών τροφός,
και ποτέ δε φέρνει ο Δίας πόλεμο σ’ αυτούς κακό·
ποτέ άντρες με ίσια κρίση πείνα δεν τους ακλουθά
κι ούτε συμφορά, μα για γλέντια κι έργα αντάμα νοιάζονται.
Κι η γη βιος πολύ τους φέρνει, στα βουνά η βαλανιδιά
έχει απάνω βαλανίδια κι από μέσα μέλισσες·
και πυκνόμαλλα γεμάτα με μαλλί τα πρόβατα·

 

Nα παραλληλίσετε τους στίχους τ 118-123 με το ησιόδειο απόσπασμα, όπου γίνεται λόγος για τα καλά που φέρνει σε μια χώρα η επικράτηση της δικαιοσύνης (βλ. και το σχόλιο 2). text

 

(Μετάφραση Ευ. Ρούσος, ΟΕΔΒ, 1978)

 


 

  1. Πώς προωθείται το σχέδιο της μνηστηροφονίας στις ραψωδίες τ και υ;

  2. Στη συνάντησή του με την Πηνελόπη ο Oδυσσέας σκόπευε να δοκιμάσει τη συζυγική της πίστη, ενώ εκείνη να ζητήσει πληροφορίες για τον άντρα της. Πέτυχαν τους στόχους τους;

  3. Γιατί ο Oδυσσέας αφήνεται να τον αναγνωρίσει η Eυρύκλεια, όχι όμως και η Πηνελόπη;

  4. Ποια προβλήματα απασχολούν τον Oδυσσέα στην αρχή της ραψωδίας υ;

  5. Γιατί ο ποιητής επιλέγει τη γιορτή του Aπόλλωνα για την επίθεση εναντίον των μνηστήρων;

  6. Σχολιάστε τη συμπεριφορά των μνηστήρων στο απόσπασμα της ραψωδίας υ σε συνάρτηση τόσο με τον ρόλο της Aθηνάς όσο και του μάντη Θεοκλύμενου (βλ. και το σχόλιο 1).

 

αρχή

 



 

Στη συνομιλία του Oδυσσέα με την Πηνελόπη να διακρίνετε:
α. Ποια σημεία αναδεικνύουν κυρίως την μῆτιν του πολυμήχανου;
β. Πώς η Πηνελόπη «βοηθάει» τον Oδυσσέα να συμπληρώσει το σχέδιο της μνηστηροφονίας;

 



 

Ερμηνευτικές επισημάνσεις

 

1. H μεταφορά των όπλων δεν έγινε όπως είχε σχεδιαστεί (στη ραψ. π)· προσαρμόστηκε στις συνθήκες που επέτρεψαν τη συνεργασία πατέρα-γιου· το ότι ξέχασαν να αφήσουν δύο πανοπλίες για τους ίδιους δικαιολογείται μέσα στη βιασύνη τους, θα αποδειχτεί όμως και σκόπιμο κατά τη μνηστηροφονία (στη ραψ. χ ).

 

2. Συνάντηση Πηνελόπης - Οδυσσέα

H Πηνελόπη είχε καλέσει νωρίτερα τον «ξένο», να τον ρωτήσει για τον άντρα της, αλλά η συνάντηση αναβλήθηκε για το βράδυ. Ενώ ο Οδυσσέας δήλωσε στον Τηλέμαχο (στην αρχή της τ) ότι σκοπεύει, εκτός από τις υπηρέτριες, να «δοκιμάσει» και την Πηνελόπη, το επιχειρεί όμως με τρόπο που τον αναδεικνύει μητιόεντα:

• Αντί να απαντήσει στις ερωτήσεις της βασίλισσας, την εγκωμιάζει παρομοιάζοντας τη δόξα της με τη δόξα/ το κλέος ενός δίκαιου βασιλιά (τ 115-23/<107-14>)· της θυμίζει έτσι τα παλιά καλά χρόνια της δικής του βασιλείας και την προκαλεί, εμμέσως, να μιλήσει εκείνη πρώτη, για «να δει αν το δικό της κλέος εξακολουθεί να είναι [...] ταυτόσημο με το δικό του» – «να δει [...] τι μερίδιο κρατά ακόμη ο ίδιος από τη ζωή της».

• Ακούει τις ενδόμυχες σκέψεις και διαθέσεις της (τ 135/<124> κ.ε.)· καμαρώνει οπωσδήποτε για την ευρηματικότητά της· τη συμπονεί όταν τρέχουν ποτάμι τα δάκρυά της· βεβαιώνεται απ’ όλα αυτά για τη συζυγική της πίστη, αλλά διατηρεί την αυτοκυριαρχία του και κρύβει τη συγκίνηση. Όσο για τον γάμο, το θέμα αυτό τώρα ανακύπτει –σύμφωνα με τη δική του υποθήκη– καθώς δεν συνδυάζεται με τον αγώνα τόξου (στ 616/<570> κ.ε.), συμπληρώνει το σχέδιό του. (Με την απόφασή της αυτή η Πηνελόπη φαίνεται να ενεργεί απεγνωσμένα -η αποκάλυψη της απάτης με το υφαντό και η ενηλικίωση του Τηλέμαχου δεν της αφήνουν άλλα περιθώρια- ίσως όμως και με μια διαίσθηση (θρεμμένη ήδη από τη διαβεβαίωση του μάντη Θεοκλύμενου και του «ξένου» για την επιστροφή του Οδυσσέα, αλλά και από το σχετικό όνειρο που είδε) πως ίσως συμβεί κάτι που θα τη γλιτώσει από τον γάμο, έστω κι αν τα λόγια της δηλώνουν το αντίθετο. H εκμυστήρευση τώρα της απόφασής της στον «ξένο» μπορεί να δικαιολογηθεί ως αποτέλεσμα της εμπιστοσύνης που κέρδισε εκείνος και ως ξένος πια του Οδυσσέα, αλλά και της έλξης που οπωσδήποτε άσκησε επάνω της- έτσι, ο αξιολύπητος επαίτης έγινε φίλος πολύτιμος του παλατιού.)

• H Πηνελόπη απέσπασε ανερώτητα πληροφορίες πολλές· συγκεκριμένα στοιχεία ζήτησε μόνο όταν επιδίωξε να δοκιμάσει την ειλικρίνεια του «ξένου» (τ 241-5/<215-9>)· και όταν εκείνος τής περιέγραψε με ρεαλιστικές λεπτομέρειες τη φορεσιά του Oδυσσέα, επιμένοντας στην παράσταση της «χρυσής περόνης» (τ 251-60/<225-35>) και στην «όψη» του κήρυκα Eυρυβάτη (270-5/<244-8>), βεβαιώθηκε για την αλήθεια των λεγομένων του και ξέσπασε πάλι σε θρήνο, πάνε όμως είκοσι χρόνια από τότε. Τον ερχομό του Oδυσσέα τον εύχεται βέβαια, αλλά δεν τον πιστεύει ούτε μετά την ένορκη διαβεβαίωση του «ξένου» (329/<300> κ.ε.).

 

3. Επιλεκτική εμφάνιση/απόκρυψη του Οδυσσέα

H τακτική του Oδυσσέα από τη μια μεριά να κρύβεται και από την άλλη να περιμένει την κατάλληλη στιγμή να φανερωθεί –όπως στον Πολύφημο, στους Φαίακες, στον Τηλέμαχο– βρίσκει εφαρμογή και στο επεισόδιο των «Nίπτρων»: Επιλέγοντας ο «ξένος» να του πλύνει τα πόδια (με το σημάδι της ουλής στο γόνατο) μια γερόντισσα, αφήνεται ουσιαστικά στα χέρια της τροφού του να τον αναγνωρίσει, χωρίς όμως να γίνει αντιληπτός από την Πηνελόπη. Έτσι, ενώ θα περίμενε κανείς η μακρά συνομιλία Πηνελόπης-«ξένου» να οδηγήσει σε αναγνώριση του Oδυσσέα από τη βασίλισσα, αντ’ αυτής, με την αιφνίδια παρεμβολή των «Nίπτρων», τον αναγνωρίζει η Ευρύκλεια (γιατί για την Πηνελόπη επιφυλάσσεται ο κορυφαίος αναγνωρισμός στη ραψωδία ψ).

 

4. Επιβράδυνση

H ιστορία της ουλής –το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έντεχνης επιβράδυνσης –ανακόπτει την εξέλιξη της δράσης σε μια καίρια στιγμή και δίνει στοιχεία για τη βρεφική και εφηβική ηλικία του Oδυσσέα καλύπτοντας έτσι στιγμές και της προτρωικής ζωής του.

 

5. Επισημαίνονται τα προβλήματα του Oδυσσέα που τον κρατούν ξάγρυπνο (η αντιμετώπιση των μνηστήρων και η αποφυγή αντεκδικήσεων), καθώς και η θεϊκή συμπαράσταση (η υπόσχεση της Αθηνάς για συνεχή προστασία, ο κεραυνός του Δία, αλλά και η κατάρα της αλέστρας), που τον χαροποίησε και τον ενθάρρυνε.

 

6. Μετά την άμεση επικοινωνία, ταραχή και αγωνία διακατέχει τους συζύγους «και, όταν τελικά αποκοιμούνται, στον ύπνο του ενός κυριαρχεί η παρουσία του άλλου»:

• O Οδυσσέας (πρώτη νύχτα στο σπίτι του) ξαγρυπνά αγανακτισμένος από τη συμπεριφορά κάποιων υπηρετριών και αγωνιά για την εφαρμογή του σχεδίου του, ώσπου φρόντισε η Αθηνά και τον πήρε ο ύπνος.

• Εκείνη τη στιγμή ξυπνάει η Πηνελόπη κλαίγοντας, γιατί είχε ονειρευτεί τον άντρα της όπως ήταν όταν έφευγε για την Τροία (όπως της τον είχε περιγράψει ο «ξένος» πριν λίγο δηλαδή), και προσεύχεται επιζητώντας τον θάνατο, για ν’ αποφύγει έναν ανεπιθύμητο γάμο, όπου νόμιζε ότι θα την οδηγούσε ο αγώνας τόξου.

• O Οδυσσέας ακούει το κλάμα της στον ύπνο του και του φαίνεται πως τον είχε αναγνωρίσει (αυτό που φοβόταν δηλαδή), και πως ήταν πλάι του (αυτό προφανώς που επιθυμούσε)· σηκώνεται λοιπόν και προσεύχεται ζητώντας καλούς οιωνούς – που του δόθηκαν. Έτσι έδωσε ο ποιητής «την αγωνία της ψυχής των δύο ανθρώπων, που το σμίξιμό τους είναι ένας από τους στόχους της διήγησης»

7. H μέρα που ξημερώνει (η 40ή της Οδύσσειας) είναι πρωτομηνιά (συμπίπτει μάλιστα με την αλλαγή του έτους), κάθε πρώτη δε του σεληνιακού μήνα ήταν αφιερωμένη στον Απόλλωνα. Aυτή τη μέρα επέλεξε η Πηνελόπη (= ο ποιητής) για την προκήρυξη του αγώνα τόξου, και ο «ξένος» την έχει ήδη βεβαιώσει ότι ο Οδυσσέας θα φτάσει στην Ιθάκη στο τέλος αυτού του μήνα ή στην αρχή του επόμενου (τ 335-7/<306-7>) και την έχει παροτρύνει να μην αναβάλει αυτόν τον αγώνα, γιατί ο Οδυσσέας θα είναι εκεί και θα προλάβει τους μνηστήρες (τ 631-3/<584-6>). O ποιητής, λοιπόν, επέλεξε την ημέρα της γιορτής του Απόλλωνα για την αναμέτρηση του Oδυσσέα με τους μνηστήρες, γιατί ο λαός θα είναι απασχολημένος με τη γιορτή, αλλά και γιατί ο ήρωας, που με το τόξο θα αρχίσει την επίθεση, χρειάζεται και τη βοήθεια του τοξότη θεού.

 

8. Στο δεύτερο μισό της ραψ. υ οι μνηστήρες επαναλαμβάνουν την επιβαρυντική γι’ αυτούς συμπεριφορά:

• Σχεδιάζουν για τρίτη φορά δολοφονία του Τηλέμαχου, που επιβεβαιώνει τις αληθινές προθέσεις τους.

• Εξωθούμενοι από την Αθηνά προβαίνουν σε ενέργειες εναντίον του «ξένου», για να πικραίνεται όλο και περισσότερο μαζί τους.

• Σε κατάσταση παραφροσύνης ευρισκόμενοι (πάλι με επέμβαση της Αθηνάς) προκαλούν την οραματική έκσταση του μάντη Θεοκλύμενου, που βλέπει και ανακοινώνει τη συμφορά που επίκειται, τον θεωρούν όμως τρελό και γελούν μαζί του ειρωνικά.

• Ειρωνεύονται και τον Τηλέμαχο για τους ξένους του, τον «ζητιάνο» και τον μάντη.

Όλα αυτά συγκλίνουν στην προδήλωση του ποιητή, ότι η Αθηνά κι ο Οδυσσέας ετοιμάζουν για τους μνηστήρες το πιο άχαρο τραπέζι που έγινε ποτέ, γιατί «το άδικο πρώτοι αυτοί το μηχανεύτηκαν».

 

Αποσπάσματα από τη σχετική βιβλιογραφία / αρθογραφία

 

1. O δόλος της Πηνελόπης με το υφαντό

«Πολλοί πιστεύουν [...] ότι η τριπλή αναφορά της Οδύσσειας στο θέμα του ἱστοῦ είναι περιττή – αποτέλεσμα πάντως διασκευής ή απολίθωμα από προηγούμενη σύνθεση της Oδύσσειας. Προσωπικά νομίζω ότι το θέμα του ἱστοῦ συνειδητά προβάλλεται: μία φορά στον δημόσιο χώρο (ἀγορὰ της Iθάκης: 2. 93 κ.ε. – το τέχνασμα χαρακτηρίζεται απερίφραστα δόλος ), μία στην εσωτερική ομιλητική σκηνή Oδυσσέα και Πηνελόπης (19. 141 κ.ε.), και μία στον κάτω κόσμο (24. 131 κ.ε.). Όσο γνωστός έγινε ο Οδυσσέας με τον δούρειο ίππο, δοξάζοντας και την Ιθάκη (πρβ. 13. 248-249), άλλο τόσο και η Πηνελόπη φημίστηκε στον πάνω και στον κάτω κόσμο, στους δικούς της και στον λαό της, για τον δόλο του ἱστοῦ. Αυτό, νομίζω, είναι ο άμεσος στόχος του ποιητή της Oδύσσειας: να ισορροπήσει τη φήμη του Oδυσσέα με τη φήμη της γυναίκας του.»

 

2. O ανεπίγνωστος δόλος της Πηνελόπης με τον αγώνα τόξου

H Πηνελόπη «συλλαμβάνει και ανακοινώνει στον ξένο τον δεύτερο και τελεσίδικο δόλο της· το άθλημα του τόξου. [...] ο δεύτερος αυτός δόλος υφαίνεται ανεπίγνωστα μέσα στο μυαλό της Πηνελόπης [...]. Στο μεταξύ ο ποιητής χαμογελάει ειρωνικά· μαζί του και ο Οδυσσέας. Πάντως η λύση της πλοκής έχει πλέον εφευρεθεί, και αυτό που μετράει τώρα είναι η πρόοδος από το τι στο πώς του δόλου. Αγωνία που μεταφέρεται στην επόμενη ραψωδία και μοιράζεται ανάμεσα στον Oδυσσέα και στην Πηνελόπη ως διαδοχική αγρυπνία.»

 

3. H συμπλήρωση της προσωπογραφίας του Oδυσσέα

«Όσο προχωρούμε προς την έξοδο του έπους, τόσο και συμπληρώνεται, με αδρές βέβαια γραμμές, η προσωπογραφία του Oδυσσέα, προπάντων στο μέρος της εκείνο που πέφτει έξω και πριν από τον τρωικό πόλεμο. Tα Nίπτρα μάς προσφέρουν αντιπροσωπευτικές στιγμές από τη γέννηση, τη νηπιακή ηλικία και την εφηβεία του Oδυσσέα. Λίγο πιο πριν ο ήρωας (τ <221-225>) έδωσε στην Πηνελόπη [...] το πορτρέτο του εαυτού του στις παραμονές του Τρωικού πολέμου, περιγράφοντας την εξωτερική του εμφάνιση εδώ και είκοσι χρόνια, όταν ξεκινούσε για την Τροία· στη λαμπρή αυτή περιγραφή η Πηνελόπη αναγνωρίζει (τ <250>) το αλλοτινό πρόσωπο του άντρα της, και αναλύεται σε θρήνο. Έτσι ο ποιητής κατορθώνει να ολοκληρώσει την εικόνα του Oδυσσέα, δίνοντας καίριες στιγμές από την περασμένη ζωή του ήρωα, την προτρωική, όχι όμως σε χρονογραφική τάξη και αλληλουχία, αλλά με μια τεχνική καθαρά δραματική· επιστρατεύει τις αναμνήσεις του παρελθόντος και τις σφηνώνει μέσα στο ποιητικό παρόν του έργου, για να φωτίσουν και να ερμηνεύσουν την κρισιμότητα της τωρινής στιγμής.»

 

4. H παρομοίωση των στίχων 227-33/<204-8>

«Mία από τις αξιομνημόνευτες παρομοιώσεις της Oδύσσειας. [...] Tο ρήμα [τήκετο] περικλείει και τις δύο σημασίες “λιώνω” και “κατακλύζω”, οι οποίες δεν μπορούν να αποδοθούν ταυτοχρόνως: η υπερχείλιση είναι το επιφανειακό φαινόμενο, ενώ η τήξη συμβαίνει εσωτερικά. H φράση τήκετο δὲ χρὼς δηλώνει ότι το δέρμα της βρεχόταν από τα δάκρυά της και όχι ότι “έλιωνε”. Αυτό που λιώνει είναι η μακρόχρονη αντίσταση της Πηνελόπης στην ιδέα ότι ο Οδυσσέας είναι ζωντανός και θα επιστρέψει [...]· όπως το χιόνι που λιώνει προκαλεί πλημμύρα, έτσι και η εξασθένηση της αντίστασης που κατέβαλε η βασίλισσα, για να καταπνίξει τα αισθήματά της, οδηγούν σε συναισθηματική υπερχείλιση, η οποία εκδηλώνεται με τα δάκρυα. H άρνηση των πραγματικών αισθημάτων της ήταν όντως “ο χειμώνας της ψυχής της”. Eξ ου και η καταλληλότητα της συγκεκριμένης παρομοίωσης που συμβολίζει την απελευθέρωση των εντονότερων συναισθημάτων της μέσω της εικόνας του χιονιού που διαλύεται από τον θερμό άνεμο.»

 

5. O ρόλος των ραψωδιών ρ, σ, τ, υ.

«O Όμηρος επιτυγχάνει στις τέσσερις ραψωδίες ρ - υ τη μετάβαση από μια κατάσταση στην οποία οι μνηστήρες κυριαρχούν στο παλάτι του Oδυσσέα στην κατάσταση που διαμορφώνεται με την επιστροφή του ήρωα, ο οποίος χάρη στη μεταμφίεσή του κερδίζει με επιδέξιο τρόπο μια θέση στο παλάτι και στην καρδιά της Πηνελόπης και είναι πλέον έτοιμος, με τη βοήθεια του γιου του και τη συνεργασία των ελάχιστων πιστών δούλων, να υποστεί τη δοκιμασία του τόξου και να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο όπλο για να εξοντώσει τους μισητούς σφετεριστές. Οι ραψωδίες ρ-υ έχουν δεξιοτεχνικά προετοιμάσει το έδαφος για τη λύση του δράματος.»

 

αρ