Ιλιάδα, ραψωδία Ξ, μετάφραση Αλ. Πάλλη

Εκεί να! ακούει, κι ας έπινε, ο Νέστορας τα ζήτω,
και στ' Ασκληπιού λαλεί το γιο δυο φτερωμένα λόγια
«Σκέψου, τι λες να κάνουμε, Μαχά θεοσπαρμένε.
» Σαν πιο μεγάλο σάλαγο τώρα αγρικάω απ' τη μάχη.
Ξ 5» Μον κάθου εδώ του λόγου σου κι ήσυχος πίνε μόνος,
» ως να ζεστάνει ένα λουτρό η λυγερή Εκαμήδη
» θερμό, και της πικρής πληγής το αίμας να ξεπλύνει·
» τι τρέχει, εγώ στο ξέφαντο θα πεταχτώ να μάθω.»
Έτσι είπε, και του γιου του εφτύς του Θρασυμήδη παίρνει
Ξ 10στέρια μια ασπίδα αστραφτερή, εκεί βαλμένη δίπλα
στην κόχη —τι του γέροντα την είχε ο Θρασυμήδης-
και παίρνει ακρόχαλκο γερό κοντάρι ακονισμένο.
Κι όξω ότι βγήκε, απ' τη μπασιά δουλειά άχαρη ξανοίγει,
τους Αχαιούς που τσάκιζαν και Τρώες καταπόδι
15που τους βαρούσαν· κι ήταν πια και το τειχί πεσμένο.
Πώς τον απέραντο γιαλό μουγκό θολώνει κύμα—
τι ανέμων λάλωνε μηνάει σιφουνιαστό δρολάπι,
κύμα με δίχως να κυλάει απ' τόνα ή τ' άλλο μέρος
ως να κατέβει οριστικό κάνα απ' το Δία αγέρι·
Ξ 20να πώς μελέταε ο γέροντας με σπλάχνα ανταρωμένα
διπλόβουλα, ή για το σωρό των Αχαιών να κάνει
είτε να πάει στ' Ατριά το γιο, στο βασιλιά Αγαμέμνο.
Μα αφτή η βουλή τού δόκησε σαν πιο καλή, να σύρει
στο βασιλιά. Κι οι δυο στρατοί στην μάχη πελεκιούνταν
Ξ 25με πείσμα, κι άλιωτος χαλκός γύρω στα στήθια αχούσε
καθώς χτυπιούνταν με σπαθιά και δίστομα κοντάρια.
Εκεί οι θεόσπαρτοι έσμιξαν το γέρο βασιλιάδες—
τι απ' τα καράβια ανέβαιναν—όσοι ήταν λαβωμένοι,
τ' Ατρέα ο γιος, και του Τυδιά ο γιος, και του Λαέρτη.
Ξ 30Γιατί ως πολύ ήτανε αψηλά τα πλοία τραβηγμένα
αλάργα απ' το μαβύ γιαλό, τι τράβηξαν στον κάμπο
τα πρώτα, κι έχτισαν τειχί σιμά στ' ακροκαράβια·
τι το περγιάλι ήταν πλατύ, μα δε μπορούσε κι όλα
ναν τα χωρέσει, κι ο στρατός πολύ ήταν στρυμωγμένος.
Ξ 35Για αφτό σκαλιά τ' αράδιασαν, και γιόμισε όλη η άπλα
της αμμουδιάς ως πέρα εκεί που φράζανε οι δυο άκρες.
Εκεί οι αρχόντοι πάγαιναν συμαζωχτοί, ακουμπώντας
πας στα κοντάρια, για να δουν την ταραχή, και βόγγαε
Ξ 39μέσα η καρδιά στα στήθια τους. Εκεί απαντούν το γέρο,
Ξ 41κι ο πρωταφέντης γιος τ' Ατριά τον φώναξε και του 'πε
«Νέστορα, του Νηλέα γιε, των Αχαιών καμάρι,
» εδώ γιατί ήρθες κι άφησες την αντροφάγα μάχη ;
» Τρέμω το λόγο ο Έχτορας μη μας τον βγάλει αλήθεια,
Ξ 45» που μια φορά φοβέρισε μιλώντας μες στους Τρώες,
» πως οχ τα πλοία στο καστρί δε θα γυρίσει πίσω
» αν στάχτη δεν τα κάνει πριν κι αν όλους δε μας σφάξει.
» Έτσι έλεγε, και τώρα αφτά βλέπω αληθέβουν όλα.
» Ω δυστυχιά, κι οι άλλοι τους καλοπλισμένοι Αργίτες
Ξ 50» μαζί μου κρυφοχόλιασαν, και σαν τον Αχιλλέα
» δε θεν να πολεμήσουν πια για τ' ακρινά καράβια.»
Τότες του λέει ο Νέστορας, ο γέρο-αλογολάτης
«Τέλειωσαν ναι έτσι αφτά όπως λες —αφτή είναι η μάβρη αλήθεια —
» κι αλλιώς δεν τα τελειώνει πια μήτε ο μεγάλος Δίας·
Ξ 55» τι το τειχί πάει έπεσε, π' ολπίζαμε θα μείνει
» κάστρο για μας απάτητο, ταμπούρι της αρμάδας,
» κι αφτοί σα σκύλοι πολεμούν, με πείσμα, να μας πάρουν
» τα πλοία, και δε βγάζεις πια, και μια και δυο αν κοιτάξεις,
» που πιο ο στρατός —ζερβά ή δεξά— κακοπαθαίνει σπάζει·
Ξ 60» τόσο έτσι πέφτει ανακατα, κι αχεί η φωνή ως στα ύψη.
» Μα ας δούμε, αδρέφια, αφτή η δουλειά πώς να γενεί, αν μας βγάλει
» τίποτα η σκέψη· όμως εμείς δε γίνεται να μπούμε
» μες στη σφαγή, τι δε βαστάει σε μάχη ο λαβωμένος.»
Τότες του λέει τ' Ατρέα ο γιος, ο βασιλιά Αγαμέμνος
Ξ 65«Γέρο, αφού τώρα πολεμούν ως στ' ακρινά καράβια,
» κι άφελο βγήκε το χτιστό τειχί και το χαντάκι
» που να γενεί μας παίδεψε και κρυφολπίζαμ' όλοι
» κάστρο θαν το 'χουμε άσπαστο κι εμείς και τα καράβια,
» θα πει έτσι ο παντοδύναμος το θέλει γιος του Κρόνου,
Ξ 70» άχναροι να χαθούμε εδώ αλάργα απ' την πατρίδα.
» Τι το 'ξερα όταν γκαρδιακά μας βόηθαε, και το ξέρω
» και τώρα που έτσι σα θεούς μακαριστούς δοξάζει
» τους Τρώες, και τα χέρια εμάς μας κόβει και το θάρρος.
» Μα ελάτε, κι ότι εγώ σας πω, αφτό ας το κάνουμ' όλοι.
Ξ 75» Ρίξτε τα πλοία στο γιαλό, τα πρώτα εκεί που στέκουν
» κοντά στην ακροθαλασσά, και στ' ανοιχτά τραβώντας
» εκεί ας τ' αφήσουμε δετά στα βάρια ως που να φτάσει
» η νύχτα η αστροστόλιστη, αν δα και τότε αν πάψουν
» τη μάχη οι Τρώες· έπειτα τραβούμε κι όλα τ' άλλα.
Ξ 80» Ντροπής δεν έχει να σωθείς, κι αν ξεκινήσεις νύχτα.»
Ξ 82Τότες λοξά τον κοίταξε κι είπε ο σοφός Δυσσέας
«Τι λόγια αφτού, τ' Ατρέα γιε, σου ξεστομίζει η γλώσσα ;
» Δύστυχε! Κάλια ας όριζες άλλο στρατό — έτσι ψόφιο—
Ξ 85» όχι άντρες τέτοιους σαν κι εμάς, εμάς που ο γιος του Κρόνου
» από παιδιά μας προίκισε σε μάχες και πολέμους
» να ζούμε πάντα ως στη στιγμή που θα μας φάει το χώμα.
» Έτσι λοιπόν, ορέγεσαι την πλατοδρόμα Τροία
» ν' αφήσεις π' άπειρα για αφτή βάσανα εδώ τραβούμε ;
Ξ 90» Σώπα! μην τύχει σου κανείς το λόγο και σ' ακούσει,
» λόγο που δα άντρας καθαφτός δε βγάζει έτσι οχ το στόμα
» ποτές του, αν ξέρει το σωστό να κατεβάσει ο νους του,
Ξ 93» τα χρέη αν ξέρει τ' αρχηγού κι ορίζει τόσο πλήθος.
Ξ 95» Μα πάει! σ' τον ξέγραψα το νου μ' αφτό το λόγο πούπες,
» που θες την ώρα που η σφαγή κι η μάχη βράζει ακόμα
» να ρίξουμε μες στο γιαλό τα πλοία και να γίνει
» πιο ακόμα ότι οι οχτροί ποθούν, που μας νικάνε κιόλας,
» και να μας συνεπάρει πια το ρέμα· τι οι Αργίτες
Ξ 100» δε θα 'χουν νου για πόλεμο, παρά θα παραλύσουν
» κι αλλού θα βλέπουν σαν τραβάς μες στο γιαλό τα πλοία.
» Θα δεις τότε αν μας ρήμαξε αφτή η βουλή σου, αφέντη.»
Τότε απαντάει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους
«Βαρύς, Δυσσέα, ο λόγος σου και σα μαχαίρι μπήκε
Ξ 105» μες στην καρδιά μου· μα άθελα δε θέλω εγώ οι Αργίτες
» να ρίξουν τα καλόθρονα μες στο γιαλό καράβια.
» Και τώρα, πιο καλό όποιος σας ξέρει στρατί, ας μιλήσει,
» γέρος ή νιος· τι με χαρά το λόγο εγώ θ' ακούσω.»
Τότες του λέει ο ξακουστός παλικαράς Διομήδης
Ξ 110«Εδώ 'ναι αφτός —μην τρέχετε πιο αλάργα— αν θέτε ως τόσο
» ν' ακούστε κι ότι εγώ θα πω κι αν δεν κακοφανεί σας
» που τάχατε είμαι απ' όλους σας πιο νιος εδώ στα χρόνια.
» Μα απ' άρχοντα γονιό κι εγώ πως σπάρθηκα παινιέμαι,
» απ' τον Τυδιά που γης χυτή στη Θήβα τον σκεπάζει.
Ξ 115» Γιατί ο Πορθιάς τρεις έκανε λεβεντονιούς —κι οι τρεις τους
» την Καλυβό και της Πλεβρός τα πλάγια κατοικούσαν—
» το Μέλα και τον Άγριονε και τον παππού Βοινέα,
» που 'ταν στα χρόνια ο τρίτος τους μα στην αντρειά 'ταν πρώτος.
» Μα έμεινε εκείνος στην Πλεβρό, και μίσεψε ο γονιός μου
Ξ 120» στ' Άργος κι εκεί σπιτώθηκε, γιατί ίσως έτσι ο Δίας
» κι οι άλλοι το 'θελαν θεοί. Κι εκεί απ' τ' Αδράστου πήρε
» μια κόρη, κι είχε αρχοντικά γιομότο βιος και πλούτη,
» κι είχε χωράφια 'να σωρό σταρόκαρπα με γύρω
» πολλές φυτιάς δεντροσειρές· και ζωντανά 'χε πλήθος,
» κι ήταν κι απ' όλους τους το πιο γερό κοντάρι στ' Άργος.
Ξ 125» Μα αφτά ακουστά θαν τα 'χετε, αν είναι ή όχι αλήθεια.
» Έτσι τυχόντα ή άναντρο δεν έχει να με πείτε
» και ν' αψηφίστε ότι σας πω, με λόγο αν σας μιλήσω.
» Ομπρός! στη μάχη, —τι είναι χρειά— και λαβωμένοι ας πάμε !
» Και τότε εκεί δε μπαίνουμε στους χτύπους, μον παρέκει
Ξ 130» στέκουμε εμείς, μη φάει πληγή πας σε πληγή κανείς μας·
» μα άλλους εκεί προστάζουμε να παν ομπρός, π' ως τώρα
» έτσι αγαπούν και το 'ριξαν απ' οκνηρία όξω κι όξω.»
Έτσι είπε, κι όλοι πείστηκαν στο γνωστικό του λόγο,
και ξεκινούν, κι ομπρός ομπρός περπάταε ο γιος τ' Ατρέα.
Ξ 135Μα σαν τυφλός δε βίγλιζε της γης ο τραντοσείστης,
μον τρέχει εφτύς κατόπι τους μ' έτσι μορφή σα γέρος,
και πάει το χέρι το δεξί και πιάνει τ' Αγαμέμνου,
και κράζοντάς τον του μιλάει δυο φτερωμένα λόγια
«Τ' Ατρέα γιε, θα χαίρεται στα στήθια τ' Αχιλλέα
Ξ 140» τώρα η καρδιά του η άχαρη, που βλέπει τη φεβγάλα
» των Αχαιών και τη σφαγή, τι νου σταλιά δεν έχει,
» που έτσι καλό τα μάτια του ποτές του να μη δούνε !
» Μα εσένα ακόμα δα οι θεοί δε σε μισούν και τόσο,
» παρά και μέλλεται —έννοια σου!— στους αρχηγούς των Τρώων
Ξ 145» να φύγουν όλοι πίσω ομπρός, και θαν τους δεις στον κάμπο,
» σ' το τάζω, να τσακίζουνται ποιος να γλυτώσει πρώτος.»
Είπε και χουγιοχούγιαξε, στον κάμπο ροβολώντας.
Όσο στον πόλεμο ως εννιά ή κι ως χιλιάδες δέκα
άντρες φωνάζουν πιάνοντας κονταροκόπι τ' Άρη,
Ξ 150τόση φωνή απ' τα στήθια του της γης ο τραντοσείσης
έβγαλε εκεί και γιόμισε κάθε Αχαιού τα σπλάχνα
με φρένια, για να πολεμάν κι αλύπητα να σφάζουν.
Κι είδε η θεά οχ τον Έλυμπο, η χρυσοθρόνα η Ήρα,
απ' τ' ακροβούνι που 'στεκε, και να! ξανοίγει κάτου
Ξ 155τον αδερφό κι αντράδερφο, στη δοξοδότρα μάχη
που πηγαινόρχουνταν γοργός και χάρηκε η καρδιά της·
κι είδε το Δία στην κορφή της ρεματούσας Ίδας
ψηλά ψηλά που κάθουνταν, και μισητός της ήρθε.
Και τότε η δέσποινα θεά, η βοϊδομάτα η Ήρα,
Ξ 160πήρε να δει πώς του Διός το νου να ξεγελάσει.
Κι αφτή η βουλή τής φάνηκε σαν πιο καλή στο νου της·
να πάει στην Ίδα μ' όλες της τις χάρες στολισμένη,
μήπως ποθήσει άμα τη δει ναν της χαρεί τα κάλλη,
κι ύπνο θαν του 'χυνε στερνά βαθύ και ξεκουράστη
Ξ 165πας στα βαριά του βλέφαρα και λιγωμένα σπλάχνα.
Και στον οντά να πάει κινάει που ο Ήφαιστος ο γιος της
της έφτιασε με τεριαστά στους παραστάτες φύλλα
κι άγνωρο κλείστρο· αφτό θεός κανείς δεν τόξερ' άλλος.
Και μπήκε μέσα κ' έκλεισε τ' αχτιδοβόλα φύλλα.
Ξ 170Και πρώτα οχ το λαχταριστό κορμί της κάθε ρύπο
βγάζει μ' αθάνατο νερό, και τρίβεται με λάδι,
που 'χε ένα σπάνιο αθάνατο μυρουδικά γιομάτο,
λάδι π' απ' τον καλόστρωτο κι αν το κουνάς του Δία
τον πύργο, πάλε η μυρουδιά γης κι ουρανό ποτίζει·
Ξ 175μ' αυτό έτριψε τ' αφράτο της κορμί, και με τα χέρια
χτενίζει τα πυκνόσγουρα και πλέχνει τα πλεξούδια,
πλούσια πλεξούδια απ' όμορφο θεοτικό κεφάλι.
Και θάμα φόρεσε σκουτί που η Αθηνα της το 'χε
ψιλοδουλέψει και πολλά του 'χε βαλμένα ξόμπλια·
Ξ 180και με χρυσές το κούμπωσε στα στήθια ομπρός καρφίτσες.
Έπειτα τρίπετρα φοράει στ' αφτιά της σκουλαρίκια
ροδόχρωμα, π' απ' την πολλή λαμποκοπούσαν χάρη.
Κι έβαλε η σεβαστή θεά στην κεφαλή της γύρω
Ξ 185δεσιά καινούργια — και λεφκή έτσι ήταν λες σαν ήλιος —
κι ώρια σαντάλια απέ έδεσε στα λιμπιστά της πόδια.
Έτσι σα φόρεσε όλα της στο σώμα τα στολίδια,
βγαίνει να σύρει, κ' έπειτα την Αφροδίτη κράζει
χώρια απ' τους άλλους τους θεούς και της μιλά 'να λόγο
Ξ 190«Μια χάρη, φως μου, σου ζητώ, και πες μου, θαν την κάνεις,
» ή μήπως τάχα θ' αρνηθείς κι έχει η καρδιά σου κάκια
» που εγώ βοηθάω τους Αχαιούς κι εσύ βοηθάς τους Τρώες;»
Τότες η κόρη απάντησε του Δία, η Αφροδίτη
«Ήρα μου, σεβαστή θεά, του Κρόνου θυγατέρα,
Ξ 195» λέγε τι θες· μετά χαράς θα κάνω ότι μ' ορίσεις,
» αν γίνεται η δουλειά που λες κι αν μου περνά απ' το χέρι.»
Τότες της λέει με διαβολιά η κρουσταλλόκορφη Ήρα
«Δώσ' μου λοιπόν τον έρωτα, και δώσ' μου την αγάπη
» π' όλους στον κόσμο εσύ νικάς μ' αφτή, θεούς κι αθρώπους.
Ξ 200» Τι πάω να δω τα πέρατα της γης, και τη μητέρα
» Τηθύνα και τον Ωκιανό, πηγή των ουρανήσων,
» που μ' είχαν πάντα τους μικρή κι αναθρεφαν με χάδια,
» όταν με πήραν απ' της Ριάς τα χέρια στο πυργί τους,
» τότες τον Κρόνο που 'ριξε ο βροντολάλος Δίας
» κάτου οχ την καρποδότρα γης κι οχ το γιαλό το στείρο.
Ξ 205» Πάω ναν τους δω κι ένα σωρό παλιές τους δυσαρέσκιες
» ναν τους διαλύνω, τι καιρό τώρα δεν παν να σμίξουν
» σε στρώμα αγάπης, επειδής πεισμάτωσε η ψυχή τους.
» Αν την καρδιά τους πείσω εγώ με δυο καλά λογάκια
» και φιλιωμένοι αγκαλιαστούν σαν πριν σ' αγάπης στρώμα,
Ξ 210» πάντα ακριβή τους θα με λεν και λατρεφτή θα μ' έχουν.»
Και τότε η φιλογέλαστη της απαντά Αφροδίτη
«Χάρη σου εσένα ν' αρνηθώ δεν πρέπει ουδέ ταιριάζει,
» γιατί στου πρώτου των θεών την αγκαλιά κοιμάσαι.»
Είπε, και λει απ' τα στήθια της το κεντητό ζουνάρι
Ξ 215 μυριόχρωμο, που 'ναι όλα της τα μάγια εκεί πλεγμένα.
Εκεί είναι ο Πόθος κι Έρωτας, εκεί είναι η ξελογιάστρα
Γλυκομιλιά που και το νου τον πιο γερό τρελαίνει.
Στα χέρια αφτό της το 'δωκε και μίλησε έτσι κι είπε
«Να, ζώσε αφτό στη μέση σου τ' ωριόχρωμο ζουνάρι·
Ξ 220» όλα θαν τα 'βρεις μέσα εκεί πλεγμένα, και σ'το τάζω
» πως ακατόρθωτα δεν πας, ότι αν σκοπέβει ο νους σου.»
Έτσι είπε, και γλυκογελάει η γελαδόματη Ήρα,
γλυκογελάει και το λουρί στη μέση ομορφοζώνει.
Στον πύργο τότες γύρισε η ρόδινη Αφροδίτη,
Ξ 225μα η Ήρα πήρε κι έφυγε πιλάλα οχ τ' ακρολόφι.
Κι απ' την ανθόστρωτη Αμαθιά κι απ' την Πιεριά περνώντας
τρέχει ίσα προς τ' ασπρόχιονα βουνα των αλογάδων
Θρακών, άκρη άκρη και τη γης δεν πάταε με τα πόδια·
όπου απ' τον Άθο στου γιαλού το κύμα κατεβαίνει
Ξ 230και πάει στου Θόα το νησί, στη βλογημένη Λήμνο.
Εκεί τον Ύπνο αντάμωσε, τ' αδέρφι του θανατου,
και πιάνοντας το χέρι του τού μίλησε έτσι κι είπε
«Ύπνε μου, αφέντη των θεών και των θνητών αφέντη,
» κι άλλοτε εσύ το λόγο μου τον άκουσες, και τώρα
Ξ 235» μη μ' αρνηθείς, και πάντα εγώ θα σου γνωρίζω χάρη.
» Τώρα αφτό θέλω, κοίμισε τα μάτια τ' αχτιδένια
» του Δία, εφτύς που σ' αγκαλιά κρυφοσφιχτούμε αγάπης.
» Και δώρο εγώ όμορφο θρονί χρυσό θα σου χαρίσω
» πάντα άλιωτο, που ο Ήφαιστος ο γιος μου θα του φτιάσει
Ξ 240» μ' ώρια στολίδια, και σκαμνί στη βάση θαν του βάλει
» για ν' ακουμπάς τα παχουλά σαν ξεφαντώνεις πόδια.»
Τότες απάντησε ο βαθύς και ξεκουράστης Ύπνος
«Ήρα μου, σεβαστή θεά, του Κρόνου θυγατέρα.
» έφκολα εγώ ναι αν άλλον πεις θεό μεγάλο αιώνιο
Ξ 245» σου τον κοιμίζω, κι αν μου πεις του ποταμού το ρέμα,
» του Ωκιανού, που πλάστηκε πηγή μες σ' όλους πρώτη·
» όμως το Δία εγώ, το γιο του Κρόνου, δεν αγγίζω,
» δεν τον κοιμίζω, εξόν αφτός αφτόθελα αν προστάξει.
» Τι δα οι ορμήνιες σου και πριν με πρόκοψαν, θυμάσαι,
Ξ 250» τη μέρα που ο λιοντόψυχος γιος του μεγάλου Δία
» πίσω απ' την Τροία αρμένιζε, σαν κούρσεψε το κάστρο.
» Εγώ το νου τού κάρωσα βαθύς χυμένος γύρω,
» και για το γιο του εσύ έβαλες κακούς σκοπούς στο νου σου
» κι άγρια στο κύμα στέλνοντας ανεμοζάλη, ως πέρα
Ξ 255» στην πλούσια Κωτον έσπρωξες, αλάργα απ' τους δικούς του.
» Κι άξαφνα ο Δίας ξύπνησε, κι απόπαιρνε χτυπούσε
» μες στην αβλή όλους τους θεούς, μα εμένα πιο ζητούσε,
» και θα με τίναζε άφαντο στο κύμα οχ τα ουράνια,
» η Νύχτα αν των θεών κι αντρών δε μ' έσωζε η νικήτρα.
Ξ 260» Εκεί έφυγα και γλύτωσα, τι μ' όλους τους θυμούς του
» σταμάτησε από σεβασμό, μη χολοσκάσει η Νύχτα.
» Τώρα άλλη πάλε αφτή μου λες δουλειά άπρεπη να κάνω.»
Τότες τ' απάντησε η θεά, η μαρμαρόλαιμη Ήρα
«Ύπνε, τι τα θυμάσαι αφτά και τι τα βάζει ο νους σου
Ξ 265» Μα τι, τους Τρώες έτσι λες θα διαφεντέψει ο Δίας
» σαν όπως για τον Ηρακλή σου θύμωσε το γιο του ;
» Μον έλα πήγαινε, κι εγώ μια απ' τις πιο νιες τις Χάρες
» σου δίνω ναν την παντρεφτείς και ταίρι ναν την κάνεις,
» την Πασιθιά π' ορέγεσαι νύχτα και μέρα πάντα.»
Ξ 270Είπε, κι ο Ύπνος χάρηκε κι απάντησε έτσι κι είπε
«Έλα λοιπόν ορκίσου μου στης Στύγας τ' αγιονέρι—
» με τόνα χέρι σου άγγιζε τη Γης τη μυριοθρόφα,
» με τ' άλλο τον αντίλαμπο Γιαλό, για να 'ναι κάτου
» μαρτύροι μας όλοι οι θεοί που τριγυρνούν τον Κρόνο—
Ξ 275» πως ναι απ' τις Χάρες τις πιο νιες τη μια θα μου χαρίσεις,
» την Πασιθιά π' ορέγουμαι νύχτα και μέρα πάντα.»
Έτσι είπε, κι έστρεξε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα,
κι όπως της είπε ορκίστηκε, και τους νομάτισ' όλους
τους κατατάρταρους θεούς που λέγουνται Τιτάνες.
Ξ 280Έτσι λοιπόν σαν άμωσε και τέλειωσε τον όρκο,
φέβγουν κι αφήνουν τα νησά της Λήμνος και της Νίμπρος,
κόβοντας δρόμο γλήγορα, σε καταχνιά χωμένοι.
Έτσι ήρθαν στη μυριόβρυση κυνηγοβόσκητη Ίδα,
και στο Λεχτό πρωτάφισαν τη θάλασσα, και βγήκαν
όξω κι οι δυο τους στη στεριά, και τα γοργά τους πόδια
Ξ 285ψηλά στις άκρες σάλεβαν τα φυλλωμένα δέντρα.
Κι ο Ύπνος στέκει εκεί—πριχού πάει στου Διός τα μάτια—
απάς σε θόρατο έλατο, που απάς στην Ίδα τότες
απ' όλους πιο τρανόκορμος ψηλά κορφοπετούσε·
εδέκει μες στα σύμπυκνα κρυμένος δεντροκλάδια
Ξ 290καθότανε, όμοιος με πουλί γλυκόφωνο που οι άντρες
το λεν στα όρη κύμιντα και που οι θεοί χαλκούδα.
Μα η Ήρα ανέβηκε γοργά στο Ξέφαντο, την άκρη
της Ίδας· και την είδε εκεί του Κρόνου ο γιος ο Δίας,
την είδε κι έρωτας βαθύς του διάβηκε τα σπλάχνα,
Ξ 295σαν τότε όταν πρωτόσμιγαν και πάγαιναν μ' αγάπη
συχνά να κλεφταγκαλιαστούν κρυφά από τους δυο γονιούς τους.
Και πάει κοντά της στέκεται και της λαλεί δυο λόγια
«Ήρα, για πού με το καλό; Και στο βουνό γιατί ήρθες
» τόσο άξαφνα; Όμως άμαξα δε βλέπω να 'χεις κι άτια.»
Ξ 300Τότες του λέει με διαβολιά η αφροσάρκωτη Ήρα
«Να, πάω να δω τα πέρατα της γης, και τη μητέρα
» Τηθύνα και τον Ωκιανό, πηγή των ουρανήσων,
» που μ' είχαν πάντα τους μικρή κι αναθρεφαν με χάδια.
» Πάω ναν τους δω κι ένα σωρό παλιές τους δυσαρέσκιες
Ξ 305» ναν τους διαλύνω, τι καιρό τώρα δεν παν να σμίξουν
» σε στρώμα αγάπης, επειδής πεισμάτωσε η καρδιά τους.
» Αν την καρδιά τους πείσω εγώ με δυο καλά λογάκια *
» και φιλιωμένοι αγκαλιαστούν σαν πριν σ' αγάπης στρώμα *
» πάντα ακριβή τους θα με λεν και λατρεφτή θα μ' έχουν. *
» Φαριά αν ρωτάς, να κάτου εκεί στο ριζοβούνι στέκουν
» της Ίδας, άξια να με παν από στεριά και κύμα.
» Ήρθα εδώ τώρα ως στο βουνό για σένα, τι δε θέλω
Ξ 310» να μου θυμώσεις ύστερα, αν έτσι, δίχως λέξη,
» μισέψω ως πέρα στ' άπατου του Ωκιανού τον πύργο.»
Μα τότες ο αστραπεφτής της είπε γιος του Κρόνου
«Ήρα, για κει είναι κι έπειτα καιρός να μου μισέψεις,
» μον έλα εμείς τον έρωτα μια στάλα να χαρούμε,
Ξ 315» τι ως τώρα πόθος γυναικός ή και θεάς ποτές μου
» στα στήθια δε μου χύθηκε, δε μ' άγγιξε τα σπλάχνα,
Ξ 328» όσο σε θέλω και γλυκός τώρα με φλέγει πόθος.»
Τότες του λέει με διαβολιά η κρουσταλλόκορφη Ήρα
Ξ 330«Τι λόγος πάλι αφτός που λες, γιε σεβαστέ του Κρόνου;
» Αν τώρα αγάπη να χαρείς αποθυμάς στης Ίδας
» το Ξέφαντο — κι είναι όλα τους ορθάνοιχτα τριγύρω —
» μα τι θα κάνουμε αν μας δει κάνας θεός αιώνιος
» αγκαλιασμένους κι έπειτα ναν το προφτάσει τρέξει
Ξ 335» μες στους θεούς; Πώς τότες θες να σηκωθώ απ' αγάπες
» και να φανώ στον πύργο σου μες στη γλωσσιά στα λόγια;
» Μα αν πια το θέλεις κι η καρδιά σ' τ' αποθυμάει, να! έχεις
» γιατάκι που στον Έλυμπο σου 'χει φτιασμένα ο γιος σου,
» ο Ήφαιστος, με ταιριαστά στους παραστάτες φύλλα·
Ξ 340» εκεί σα θέλεις αγκαλιά, εκεί στο στρώμα ας πάμε.»
Τότες της Ήρας απαντάει και λέει ο γιος του Κρόνου
«Ήρα, πως θαν το δει θεός είτ' άντρας μη φοβάσαι·
» τι εγώ με τέτοιο σύγνεφο θα σε σκεπάσω γύρω
» χρυσό, που διάμεσα κι αφτός δε θα μας βλέπει ο Ήλιος
Ξ 345» π' απ' όλα πιο βαθύτερα μέσα περνάει το φως του.»
Είπε, κι αρπάει το ταίρι του στην αγκαλιά του ο Δίας.
Κι η Γης τους βγάζει νιόβλαστο και μαλακό χορτάρι,
γιούλια τους βγάζει ολόδροσα βασιλικούς και κρίνους
πυκνούς, που έτσι αψηλά απ' της γης το χώμα τους κρατούσαν.
Ξ 350Πέσανε εκεί, μες σε χρυσό κουκουλωμένοι γνέφι,
πανώριο γνέφι πούσταζε δροσιές αχτιδοβόλες.
Έτσι κοιμότανε ήσυχος στην άκρη, ναρκωμένος
απ' ύπνο ο Δίας κι έρωτα, κι είχε αγκαλιά την Ήρα.
Και τρέχει ο Ύπνος ο βαθύς να σύρει στα καράβια
Ξ 355και κάτου εκεί του Ποσειδού την είδηση να δώκει.
Και πάει κοντά του στέκεται και του μιλάει δυο λόγιαο
«Βόηθα, του Κρόνου, τώρα, γιε, τους Αχαιούς με θάρρος,
» κι ώρα καν λίγη χάρισ' τους τη νίκη, ενώ κοιμάται
» ακόμα ο Δίας, γιατί εγώ του σκέπασα τα σπλάχνα
» με μαλακιά αποκάρωση, κι η γελαδόματη Ήρα
Ξ 360» τον γέλασε κι ερωτικά να κοιμηθούν την πήρε.»
Είπε, και πήγε τότε αφτός στ' αθρώπινα κοπάδια,
κι ο Ποσειδός πια πρόθυμα θαρρέβει να βοηθήσει.
Εφτύς πηδάει μια ως στη γραμμή των μπροστινών και σκούζει
«Αργίτες, τι, στον Έχτορα θ' αφήσουμε έτσι λέτε
Ξ 365» τη νίκη; Τι, θα δοξαστεί καράβια μας πατώντας;
» Έτσι παινιέται τώρα αφτός και λέει, τι ο Αχιλλέας
» πέρα στα πλοία μένει αργός που πείσμωσε η καρδιά του.
Ξ 369» Μα όλοι αν βοηθάτε, ας λείπει αφτός, η νίκη 'ναι δική μας.
Ξ 374» Ελάτε! εγώ θα τρέξω ομπρός, και τώρα θα τσακίσει—
Ξ 375» έτσι εγώ λέω—ο Έχτορας, όση κι αν έχει φρένια.»
Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος.
Τότες συνέρια τέντωσαν σκυλίτικη πολέμου
Ξ 390εδώ ο λεβέντης Έχτορας, εκείθε ο γιος του Κρόνου,
βοηθός ο ένας Αχαιών, βοηθός ο άλλος Τρώων.
Γιόμισε τ' ακρογιάλι εκεί μπροστά στα πλοία λόχους
παντού, κι ορμούσαν οι στρατοί με ξεκουφάστρα αντάρα.
Τόσο σε ξέρα θάλασσας το κύμα δε βουίζει,
Ξ 395σαν το θεριέβει οχ τα βαθιά κακού βοριά φουρτούνα·
τόσο δεν τριζοσαλαγάει μήτε η φωτιά, άμα αρχίσει
πέφκους να καίει αρίφνητους σε βουνοπλαγιά κι όρη·
τόσο δε σκούζει ο άνεμος σ' ορθόκλαρα τριγύρω
λογγόφραξα, όπου πιο πολύ μουγκρίζει σα φρενιάσει,
Ξ 400όση φωνή τότε άχησε απ' Αχαιούς και Τρώες,
σα χίμισαν να φαγωθούν κακόστριγγα αλυχτώντας.
Και πρώτα πρώτα ο Έχτορας ακόντισε με τ' όπλο
τον Αία, εκεί ίσα απάνου του π' ορμούσε, και τον ήβρε
οπου 'ναι ομπρός τα δυο λουριά στο στήθος τεντωμένα,
Ξ 405τόνα αργυρόκαρφου σπαθιού και της ασπίδας τ' άλλο.
Αφτά τ' αφράτο του 'σωσαν κορμί. Και του Πριάμου
τότες ο γιος λυπήθηκε που το γοργό κοντάρι
πήγε άδικα οχ το χέρι του, και πίσω στων συντρόφων
γυρνάει τους λόχους μην του βγει λαχτάρα στο κεφάλι.
Μα εκεί που γύριζε, να! ο γιος του Τελαμώνα ο Αίας
Ξ 410μια πέτρα—που πολλές εκεί των καραβιών στηρίδια
μπροστά ήταν σκόρπιες στων αντρών τα πόδια—μια από δάφτες
σηκώνει, κι έτσι πρόσλαιμα απάνου απ' την ασπίδα
τόνε βαράει, στα στήθια ομπρός, μια πέτρα που σα σφαίρα
του πέταξε ίσα απάνου του στριφογυρίζοντάς την.
Πώς του Διός ο κεραβνός χάμου ξαπλώνει λέφκα
Ξ 415με ρίζες κι όλα, και φριχτά βρωμάει το θειάφι γύρω,
κι άξαφνα αν τύχει και τον δεις, σε κόβει κρύος ίδρος
κοντά αν βρεθείς, τι του Διός δε χωρατέβει ο χτύπος·
το ίδιο αμέσως στρώθηκε κι εκείνος μες στις σκόνες.
Μέσα απ' τη χούφτα του 'φυγε το χάλκινο κοντάρι,
του πήγε αλλού το κράνος του, του πήγε άλλου η ασπίδα,
Ξ 420κι η χαλκοπλούμιστη άχησε τριγύρω αρματωσά του.
Όρμησαν άγρια σκούζοντας οι Δαναοί μ' ολπίδα
ναν τον τραβήξουν, κι έριχναν συχνά πυκνά κοντάρια·
όμως δεν μπόρεσε κανείς με σπάθα ή με κοντάρι
ναν τον βαρέσει, τι μπροστά πριν στάθηκαν οι πρώτοι
Ξ 425των Τρώων όλοι, Αγήνορας Αινείας Πολυδάμας,
κι οι στρατηγοί των Λυκιωτών, ο Σαρπηδός κι ο Γλάφκος.
Μηδ' άλλος τον αμέλησε κανείς τους, μόνε ομπρός του
κρατούν τις ομορφόκυκλες ασπίδες, και κατόπι
τον παίρνουν κι όξω οχ τη σφαγή στα χέρια τους τον βγάζουν,
Ξ 430ως που 'ρθαν στα γοργά άλογα που καρτερούσαν πίσω
όξω απ' τη μάχη μ' αμαξά και με πανώριο αμάξι,
κι έτσι τον παν προς το καστρί ενώ βαριά βογγούσε.
Κι όταν στο πέρασμα έφτασαν τ' ασώπαστου Σκαμάντρου,
πλήθιου ποταμού που 'κανε ο βροχοδότης Δίας,
Ξ 435εκεί τον βάζουν κατά γης και δροσερό του ρίχνουν
νερό· κι αφτός ανάσανε, κι ανοίγοντας τα μάτια
στα γόνατα του κάθισε και ξέρασε αίμας μάβρο.
Μα έγειρε πάλι πίσωθες, και χάμου τού πλακώνει
το φως θολούρα, τι η πληγή τον δαιμονούσε ακόμα.
Ξ 440Κι οι Δαναοί, θωρώντας τον πως έφεβγε απ' τη μάχη,
πιο ορμούν απάνου στους οχτρούς και ξαναβρίσκουν θάρρος.
Τότες ο Αίας του Οϊλιά με το βαρύ κοντάρι
πολύ πιο πρώτος πήδησε και κάρφωσε το Σάτνη,
γιο ξωθικιάς, π' αψέγαδη τον έκανε νεράιδα
με τον ξεστήθια Βήνοπα σαν έβοσκε τα βόδια
Ξ 445κοντά στου Σάτνη ποταμού τους ανθοπλήθιους όχτους
Αφτόν ζυγώνει και τρυπάει με τ' όπλο στο λαγγόνι,
και τον ξαπλώνει ανάσκελα, και γύρω στο κουφάρι
έπιασαν Τρώες κι Αχαιοί πεισματωμένη μάχη.
Μα ναν το σώσει τρέχει ομπρός ο κονταροτεχνίτης,
Ξ 450ο Πολυδάμας κι ένα γιο καρφώνει τ' Αρηλύκου
δεξά στον ώμο, ως αντικρύ τρυπώντας του τον ώμο·
κι έπεσε εκείνος κι έσφιξε τη γης στην αγκαλιά του.
Τότες εκεί του Πάνθου ο γιος κατακαμαρωμένος
παινέφτηκε με μια φωνή π' ακούστη απ' άκρη ως άκρη
«Ποιος είπε λέει πως άδικα μέσα απ' τη στέρια χούφτα
Ξ 455» του Πολυδάμα πήδηξε το χαλκωμένο φράξο;
» Στη σάρκα κάποιος τ' άρπαξε, κι απάνω του ακουμπώντας
» τώρα εγώ λέω θα κατεβεί ως στ' Άδη τα λημέρια.»
Έτσι είπε, και τους Αχαιούς σκυλιάζει η παινεσιά του,
Ξ 459μα απ' όλους πιότερο η χολή ταράχτηκε του Αία,
Ξ 461κι ενώ 'φεβγε γοργά γοργά, του ρίχνει το κοντάρι.
Μα ατός του ο γιος τ' απόφυγε του Πάνθου, μ' έναν πήδο
στα πλάγια, κι ο Αρχέλοχος, γιος τ' Αντηνόρου, αρπάζει
το χτύπο... αφτόν μαθέ οι θεοί προτίμησαν να πέσει.
Ξ 465Γιατί τον βρήκε στο στερνό σφοντύλι, εκεί που σμίγουν
ο σβέρκος με την κεφαλή, και του 'κοψε τα δυο του
ποντίκια· και σαν έπεσε, κεφάλια στόμας μύτες
έφαγαν χώμα πριν πολύ, πριν σκέλος φάει και γόνα.
Τότες ο Αίας φώναξε στον άρχο Πολυδάμα
Ξ 470«Λόγιασε εδώ, του Πάνθου γιε, και πες μου την αλήθεια.
» Τι λες; Ένα Αρηλύκου γιο ο άντρας δεν αξίζει
» αφτός εδώ; Όχι ποταπός και ποταπώνε σπέρμα,
» μον σα να φαίνεται αδερφός του ξακουστού Αντηνόρου
» ή γιος· τι εκείνου πιο θαρρώ κορμοστασά 'χει κι όψη.»
Ξ 475Έτσι είπε τάχα —μα καλά τον ήξερε— και πίκρα
μπήκε στων Τρώων την καρδιά. Τότες τρυπά ο Ακάμας
τον Πρόμαχο το Βοιωτό, τι πήγε να γλυτώσει
τον αδερφό που ο Πρόμαχος πισώσερνε απ' τα πόδια.
Και σαν τον σκότωσε, έπειτα κατακαμαρωμένος
παινέφτηκε μ' αψιά φωνή π' ακούστη απ' άκρη ως άκρη
«Δοξαρομάχοι Δαναοί, της παινεσάς μαστόροι,
Ξ 480» όχι δα! συφορές εμείς δε θα τραβούμε μόνοι,
» παρά θα τύχει λέω εδώ κι εσείς νεκροί να πέστε.
» Κοιτάξτε, πώς ο Πρόμαχος σφαμένος σας κοιμάται,
» που τ' αδερφού μου αξώφλητος καιρό δα να μη μένει
» ο σκοτωμός εδώ. Για αφτό και συγγενή ν' αφήσει
Ξ 485» πίσω περικαλάει κανείς, λαχτάρας ξεχρεώστη.»
Έτσι είπε, και τους Αχαιούς σκυλιάζει η παινεσά του,
μα απ' όλους πιότερο η χολή ταράχτη του Πηνέλα
κι όρμησε εφτύς απάνου του. Μα κώλωσε ο Ακάμας
σαν είδε το γιουρούσι του, κι αφτός το Βιλιονέα
Ξ 490χτυπάει του μυριοπρόβατου Φόρβα 'να γιο, τον Τρώα
π' αγάπαε πιο πολύ ο Ερμής και του 'χε βιος χαρίσει,
τι η μάνα του μοναχογιό τον έκανε μαζί του·
αφτόν στη ρίζα του ματιού κάτου απ' τα φρύδια τότες
βαρώντας, του 'βγαλε το φώς· και πέρασε ο χαλκός του
Ξ 495το μάτι, κι όξω διάβηκε ίσα ως στο σνίχι αντίκρυ.
Κι έκατσε χάμου, απλώνοντας ο νιος τα δυο βραχιόνια.
Τότε ο Πηνέλας σέρνοντας τη σπάθα τού καθίζει
μια δυνατή κατάσβερκα, που κεφαλή και κράνος
κύλησαν χάμου αχώριστα, ενώ 'ταν μέσα ακόμα
στο μάτι τ' όπλο. Τότε αφτά τα σήκωσε από χάμου,
Ξ 500και στους οχτρούς γυρίζοντας φωνάζει με περφάνια
«Πέστε από μένα, Τρώϊδες, στη μάνα και στον κύρη
» του Βιλιονιά ν' αρχίσουνε κι οι δυο τα μοιρολόγια·
» γιατί κι εκείνη, η λυγερή γυναίκα του Προμάχου,
» δε θα δεχτεί τον άντρα της χαρούμενη όταν τέλος
Ξ 505» ξανά απ' την Τρία γυρίσουμε στην ποθητή πατρίδα.»
Είπε, και σ' όλους κόπησαν τα ήπατα απ' τον τρόμο,
και κάθε Τρώας κοίταζε πού να σωθεί οχ το χάρο.
Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες,
ποιος τάχα πρώτος Αχαιός να πήρε ματωμένες
Ξ 510αρματωσές, σαν έγειρε τη μάχη ο Τραντοσείστης.
Πρώτος του Τελαμώνα ο γιος τον Ύρτη με το φράξο
παστρέβει, των λιοντόκαρδων οπλαρχηγό Μυσώνε·
και γύμνωσε ο Αντίλοχος το Μέρμερο και Φάλκη·
και τον Ιππότη ξάπλωσε και Μόρη ο γιος του Μόλου·
Ξ 515και πήρε ο Τέφκρος τ' άρματα του Πρόθου και Περφήτη.
Τον Απερήνορα έπειτα βαράει μες στο λαγγόνι
ο γιος τ' Ατριά, και τ' άντερα ως μέσα το καντάρι
του θέρισε, και βιαστικά πετά οχ την ανοιγμένη
πληγή η ψυχή του, και βαθύ τον σκέπασε σκοτάδι.
Ξ 520Κι ένα σωρό έφαγε ο γοργός γιος του Οϊλέα ο Αίας,
τι αφτός δεν είχε ταίρι του σαν έπαιρνε κυνήγι
στρατούς στον κάμπο, που 'σπασαν όταν τους σκιάζει ο Δίας.