Ερμής κήρυκας στην Καλυψώ

 

 

Αυτά είπε [ο Δίας], και γυρνώντας μίλησε στον ακριβό το γιο του [τον Ερμή]:
«Για τρέχα, Ερμή— μαντατφόρο μας δεν έχουμε άλλο, ξέρεις—
τον ορισμό μας τον αλάθευτο ομορφομαλούσας
ξωθιάς να πεις, ο καρτερόψυχος να στρέψει πια Οδυσσέας
πίσω στο σπίτι του, ασυντρόφιαστος κι από θεούς κι ανθρώπους·
[…]
Είπε, κι ο Αργοφονιάς τον άκουσεν Ερμής, ο ψυχολάτης,
και δίχως άργητα στα πόδια του χρυσά περνάει σαντάλια,
πανώρια, αθάνατα, που ανάλαφρα, σαν τις πνοές του ανέμου,
τον φέρναν πάνω απ’ τις απέραντες στεριές και τα πελάγη.
Και πήρε το ραβδί στο χέρι του, που των θνητών τα μάτια γητεύει,
σε όσους θέλει κλειώντας τα, κι άλλους ξυπνά απ’ τον ύπνο·
με αυτό και τότε ο τρανοδύναμος Αργοφονιάς πετούσε.
Περνώντας την Πιερία στη θάλασσα κατέβη απ’ τον αιθέρα
και πήρε πάνω από τα κύματα να τρέχει, ωσάν το γλάρο,
που ως ψάρια πιάνει στης ακάρπιστης της θάλασσας τα βάθη
τ’ άγρια, νοτίζει τις φτερούγες του στην άρμη της· παρόμοια
κι ο Ερμής την ώρα αυτή τα κύματα προσδιάβαινε τα πλήθια.
Μα ως στο νησί πετώντας έφτασε το αλαργινό, πια αφήκε
το ανταριασμένο πέλαο πίσω του, και στη στεριά πατώντας
τράβηξε ομπρός, στο σπήλιο ως που ’φτασε το μέγα της νεράιδας
της ομορφόμαλλης·[…]
Κι η Καλυψώ, η θεά η πανέμνοστη, σ’ ένα θρονί αστροβόλο,
πανώριο, τον Ερμή καθίζοντας, του μίλησε ρωτώντας:
«Ερμή χρυσόραβδε, στο σπίτι μου τι σ’ έχει φέρει τάχα,
σεβάσμιε κι ακριβέ; Δεν έρχεσαι συχνά εδώ πέρα αλήθεια! […]»
[…] «Εσύ η θεά ρωτάς πως έφτασα, θεός εγώ, εδώ πέρα·
ξεκάθαρος λοιπόν ο λόγος μου, καθώς το θέλεις, θα ’ναι:
Ο Δίας ατός του είναι που μ’ έστειλε για να ’ρθω, αθέλητά μου·
τόσο αλμυρό νερό ποιος θα ’σκιζε ποτέ απομονάχου του,
απέραντο μηδέ και βρίσκεται θνητών καστρί κανένα
εδώ κοντά, για να μας πρόσφερναν θυσίες τρανές και δώρα. […]
(Οδ., ε 28-102· μετ. Ν. Καζαντζάκης – Ι.Θ. Κακριδής)