ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΑΝΝΙΩ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


 

Η ΑΝΝΙΩ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ εκδόθηκαν το 1923 και πρωτοδημοσιεύτηκαν σε ψηφιακή μορφή στον ιστοχώρο του Ν. Σαραντάκου εδώ κι εδώ.

Πληροφορίες για τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο εδώ.

 


 

Μα ας είχε τα μάτια κλειστά ο έμπορoς, φαίνεται δεν κοιμόταν κι άκουσε την ιστορία του γιατρού, γιατί το άλλο βράδυ μας είπε και κείνος τη δική του.

Συνηθίζουνε στα χωριά μας —έτσι κάπως άρχισε— και μας ξενιτεύουνε μικρούς. Στη Βλαχιά και στη Ρουσία και τώρα ύστερα και στην Αμερική· ο τόπος μας είναι στενός· βουνά, τσουκάρια, γκρεμοί και σάρες. Δε βγάζει τίποτες η γης, δε μας φτάνει να ζή­σουμε. Και γω, σαν έμαθα δύο τρία γράμματα, έπρεπε να φύγω. Και σα δεν είχε η μάνα μου κανένανε δικό στη Ρουσία ή στη Βλαχιά, μ’ έστειλε κάτω στην πόλη. Ήταν εκεί ένας μπάρμπας μου που έκανε κουτσοδουλειές στο πόδι και κείνος μ’ έβαλε σ’ ένα μπακάλικο να τρώω στην αρχή μόνο ψωμί. Έτρωγα ξύλο περσότερο κι έπλενα ποτήρια και βαρέλια και σκούπιζα τα μαγαζί και κουβαλούσα νερό από τα πηγάδια της γει­τονιάς. Ο αφεντικός μου μ’ έστελνε στο πιο κοντινό που ήτανε σε μιαν αυλή από πίσω από το μαγαζί, μα εμένα μου άρεσε να πηγαίνω σ’ έν’ άλλο μακρινότερο, όπου μαζευότανε κόσμος περσότερος κι έπρεπε να πε­ριμένω πολλή ώρα για να πάρω αράδα να γεμίσω. Έτσι μπορούσα και χάζευα, κουβέντιαζα, έπαιζα και συχνά ξεμαλλιαζόμουνα κιόλας με τ’ άλλα μπακαλό­πουλα. Του αφεντικού μου, που με πρόσμενε με τα χαστούκια, του έβρισκα πρόφαση πως στο πηγάδι της γειτονιάς με πειράζανε και με πετροβολούσαν τα παιδιά. Και δεν έλεγα και ψέματα. Γιατί πράγματι τα παιδιά που μαζευόνταν εκεί ολόγυρα στις μυγδαλιές και γκρεμίζαν με τις πέτρες τα τσάγαλα, άμα με βλέπανε να περνώ, με περγελούσανε για τη μεγάλη μύτη μου και τα φλώρα μου μαλλιά. Κι όταν έκανα να τους πω τίποτες και γω, γυρίζαν τις σφεντόνες τους απάνω μου. Και καθώς έφευγα για να γλιτώσω, και τα κορί­τσια που παίζαν τα πεντόβολα και το σκοινάκι στην αυλή, με περγελούσανε και κείνα και με φωνάζαν μυ­ταρά. Μα κι όλα τ’ άλλα παιδιά να λείπαν, έφτανε να με δει μόνο η Αννιώ, το κορίτσι του σπιτιού. Πετιότανε στην πόρτα, τέντωνε τα δάχτυλα μπροστά στη μύτη και μου έβγαζε μια πιθαμή τη γλώσσα. Έπρεπε να περάσουν κάμποσα χρόνια, να μεγαλώσουμε κι οι δυο, να πάψουν τα παιδιά να με πετροβολούνε, για να λείψουν και τα περιγέλια της Αννιώς. Τώρα όχι μόνο δε μου ’βγαζε τη γλώσσα, μα σα μ’ έβλεπε να ’ρχουμαι στο πηγάδι, έπαιρνε τον κουβά της κι έβγαινε και κείνη εκεί. Εγώ κοκκίνιζα κι έφευγα βιαστικός. Μου φαινόταν πως κοίταζε πάντα τη μύτη μου. Κι αφού δεν μπορούσα να την κόψω, αποφάσιζα να μην ξαναπάγω στο πηγάδι της Αννιώς. Μα και γω δεν το ’νιωθα πως βρισκόμουν πάλε κει και την ξαναείχα μπρος μου και με κοίταζε, σα να της άρεσε να βλέπει τα μάτια μου να χαμηλώνουν ντροπαλά μπροστά της, μου γελούσε, μου μιλούσε, σα να της άρεσε ν’ ακούω τη φωνή της. Έπειτα έπαιρνε τον κουβά και μου γύριζε την πλάτη κι έφευγε για να μου δείξει και το σβέλτο της κορμί. Το ένιωθε πως στεκόμουν εκεί και την κοίταζα· ύστερα, άμα έφτανε στην πόρτα, γύριζε και μου γελούσε άλλη μια φορά. Και γύριζα και γω στο μαγαζί! και πότιζα ούζο και νερά τον κόσμο. Κι άμα ξαναρχόμουν στο πηγάδι και τύχαινε να μην μπορεί να βγει και κείνη, γιατί ήταν η μάνα της ή άλλος στην αυλή, έβγαινε μόνο στην πόρτα και μου πετούσε πετραδάκια και γελούσε και κρυβόταν. Και γω πάλι γέμιζα τον κόρφο μου κάν­τιο ή ζάχαρη, ό,τι έβρισκα πιο του χεριού κι ερχόμουν και της τα ’δινα. Έτσι λίγο λίγο άρχισα να ξεχνώ τη μύτη μου και να μην τη βλέπω στο μικρό καθρεφτάκι, που είχα κρυμμένο στη στοίβα τα σακιά και το ’βγαζα κι έσκυβα πίσω εκεί και χτένιζα τα μαλλιά μου βιαστικά πριν πάω στο πηγάδι. Της Αννιώς της άρεσε να με πειράζει, να μου λέει πως κάνω τη χωρίστρα μου στραβά, πως είμαι όμορφος κι ένα σωρό άλλα. Όλο και ξε­θάρρευε περσότερο μαζί μου. Και μια μέρα με ρώ­τησε γιατί περπατώ ξυπόλυτος.

Δεν της αποκρίθηκα πως ήμουν έτσι πιο λεύτερος ούτε πως με χαστούκιζε ο αφεντικός μου άμα μ’ έβλεπε ποδεμένο. Κοκκίνισα μονάχα και της είπα:

«Και συ το ίδιο δεν περπατείς;»

«Στο σπίτι, μα όχι και στο δρόμο», μου αποκρί­θηκε.

Κι αλήθεια, όταν έβγαινε από το «άλλο μέρος του σπιτιού, που ήταν ο δρόμος, η Αννιώ φορούσε τις κεντητές παντούφλες της και το καθαρό φουστάνι. Πολλές φορές που έτυχε, περνώντας από κει, να τη δω να σεργιανίζει κρατημένη μπράτσο με τις γειτονο­πούλες, μ’ έπιανε ντροπή. Έτσι στολισμένη μου φαι­νόταν βέβαια ομορφότερη, ωστόσο μου άρεσε καλύ­τερα όπως ερχόταν στο πηγάδι, γιατί έτσι ταίριαζε περσότερο μαζί μου. Έβλεπα τον εαυτό μου λιγδιασμένο και βρόμικο κι έτρεχα να φύγω και φρόντιζα να μην περνώ απ’ το δρόμο άμα την έβλεπα εκεί. Στεκόμουνα μόνο κρυμμένος στη γωνιά και την κοί­ταζα. Μα μια βραδιά είδα και κάτι που δε μου άρεσε. Καθώς περπατούσε πέρα δώθε με μιαν άλλη, κάποιος νέος τις είχε αποκοντά και κάτι τους έλεγε κι αυτές γελούσαν. Το άλλο βράδυ ξαναπήγα και παραφύλαξα. Πάλι ο ίδιος νέος αποκοντά και πάλι αυτές τα ίδια. Δε βάσταξα και το είπα της Αννιώς, άμα την είδα. Μου απάντησε γελώντας πως ο νέος τριγύριζε τη φι­λενάδα της. Μα μιαν άλλη βραδιά που πήγαινα κρασί σε κάποιο σπίτι και πέρασα πάλι αποκεί, η Αννιώ σεργιάνιζε στο δρόμο με μιαν άλλη φιλενάδα της κι ο νέος πήγαινε πάλι από πίσω. Μου ήρθε, και γω δεν ξέρω τι, ήθελα να κλάψω απ’ το κακό μου και δυο μέρες δεν πήγα στο πηγάδι. Μα δε βάσταξα περσότερο κι η Αννιώ σα με είδε, ήρθε χαμογελώντας.

«Με περγελάς», της είπα και κόντευα να κλάψω αλήθεια.

Μου ’μολόγησε πως πράγματι ο νέος κυνηγούσε αυτή, αυτή όμως δεν τον αγαπά. Μονάχα εμένανε αγαπά. Δεν είναι κουτή, μου είπε, να μπλεχτεί με κείνον, γιατί ξέρει πως δεν την παίρνει.

«Τότε γιατί τον κοιτάζεις;» της είπα.

«Δεν τον κοιτάζω γω, εκείνος με κοιτάζει», απάντησε.

«Άστ’ αυτά», της έκαμα· «σε είδα με τα μάτια μου που του γελάς.»

«Δε γελώ γω· εκείνος με κάνει και γελώ», είπε και γέλασε.

«Πώς σε κάνει;»

«Να—μου λέει—»

«Τι σου λέει;»

Κοκκίνισε και γελούσε και δεν ήθελε να πει. Έπειτα όμως μου είπε πως της λέει πως είναι όμορφη, πως έχει όμορφα μάτια, όμορφα…

Σταμάτησε και χαμήλωσε τα μάτια.

«Τι άλλο;» ρώτησα.

Μα δε μιλούσε· χαμογελούσε μόνο πάντα και κοίταζε κάτω.

Είχα απιθώσει χάμω τον τενεκέ με το νερό και στε­κόμουν ορθός σιμά της και την κοίταζα. Τα δέντρα της αυλής σκεπάζαν το πηγάδι και δεν μπορούσε να μας δει κανείς. Έσκυψα και την αγκάλιασα.

Δε θύμωσε. Γύρισε μόνο και κοίταξε φοβισμένα πίσω της.

Λίγες μέρες ησύχασα. Μα ένα δειλινό που ήρθα πάλι για νερό και πήγα προς την πόρτα της να γυ­ρέψω τον κουβά της, γιατί ο δικός μου έτρεχε, την πήρε το μάτι μου που στεκότανε μπρος στον καθρέ­φτη κι έδενε μια κορδέλα στα μαλλιά. Την έδενε και την ξανάδενε κι όλο δεν της άρεσε. Το παράθυρο ήτανε μισογυρμένο και σίμωσα σιγά εκεί και στάθηκα και κρυφοκοίταζα.

«Είσαι ομορφότερη έτσι, θα του αρέσεις καλύτερα», της σφύριξα.

Τρόμαξε και χύμησε και μου ’κλεισε το παράθυρο στα μούτρα.

Έκανε μέρες να βγει στο πηγάδι. Τρύπωνε άμα μ’ έβλεπε. Τις καραμέλες όμως, που της άφηνα στην αυ­λόπορτά της κάτω από μια πέτρα, πήγαινε και τις έπαιρνε κι έτσι δεν απελπιζόμουν πως μου θύμωσε για πάντα. Και τόντι να την, ξαναπαρουσιάστηκε ένα πρωί. Με το πρόσωπο κατεβασμένο, μα όταν της γέ­λασα και της μίλησα, χαμογέλασε κι αυτή.

«Μα να το ξέρεις» μου είπε· «δεν θα σου ξαναμι­λήσω, αν το ξανακάνεις, αν με πειράξεις άλλη φορά για κείνον. Σου είπα δεν αγαπώ άλλον από σένα.»

Ύστερα έμαθα από μια γειτόνισσα πως την περα­σμένη μέρα η μάνα της την έπιασε να μιλεί με τον λιμοκοντόρο και την έδειρε κι έβρισε και φοβέριζε κι αυτόν.

Κι αλήθεια δεν τον ξαναείδα να περάσει. Από τη χαρά μου δεν μπορούσα να το πιστέψω πως είχα μεί­νει μοναχός. Στην αρχή μπλέχτηκα με την Αννιώ δί­χως να ’χω τίποτε στο νου, δίχως να λογαριάζω και να περιμένω κάτι. Τώρα όμως άρχισα να παίρνω αλλιώ­τικα το πράμα· θα ’μουν ως είκοσι χρονών. Ο αφεντι­κός μου με είχε βάλει σε μιστό και δε γυρνούσα πια ξυπόλυτος, αγόρασα με δικά μου χρήματα που­κάμισα και ρούχα και δεν ήμουν τόσο βρομιάρης, καθώς πρώτα.

Και τη Λαμπρή και του Χριστού που κλείναμε το μαγαζί, άλλαζα, στολιζόμουνα και γω κι έβγαινα γύρω στους δρόμους. Περνούσα κι από κείνον, όπου σερ­γιάνιζε γιορτοφορεμένα κι η Αννιώ και μου φαινό­τανε πως ήμουν εγώ τώρα ο λιμοκοντόρος, που την κυνηγούσε μια φορά. Μα τώρα πάλι δεν μπορούσα να πηγαίνω πάντα στο πηγάδι για νερό· ήταν το μι­κρότερο παιδί του μαγαζιού γι’ αυτό, κι έτσι δε μπο­ρούσα πια να βλέπω κάθε μέρα την Αννιώ. Την αυλή του σπιτιού της τη χώριζε από την αυλή του μαγαζιού μας ένα στενό, και κει πετιόμουνα καμιά στιγμή κι αλλάζαμε δυο τρία λόγια, όταν τύχαινε να πεταχτεί κι αυτή την ίδια ώρα, και κει αρχίσαμε να σμίγουμε και το βράδυ αργά, όταν κλείναμε το μα­γαζί κι έβρισκε κι αυτή καιρό να ξεκλεφτεί από τη μάνα της.

Εκεί, ένα βράδυ που είχε αρρωστήσει κάποιος δικός της, κι η μάνα της πήγε να τον ξενυχτίσει, έτρεξε η Αννιώ και μου είπε να πάω αργότερα να κρυφτώ μέσα στο πλυσταριό της και να την περιμένω. Στην αρχή φοβήθηκα, μα μια και της το έταξα, πήρα θάρ­ρος ύστερα και πήγα. Ήταν χειμώνας και θυμούμαι φυσούσε κι έβρεχε. Το ρέμα, που περνούσε δίπλα εκεί, βούιζε κατεβασμένο, σε μιαν άκρη του πλυστα­ριού κοιμόντανε κι οι κότες· κι από κάτω από τη σκεπή σ’ ένα πέταυρο καρφωμένο στην αστρέχα κούρνιαζαν τα παγόνια, που έθρεφε η μάνα της Αννιώς. Κι αυτά κι οι κότες ταραζόντανε κάθε στιγμή και μας ξαφνίζαν. Από το πίσω μέρος συνόρευε το πλυσταριό με το στάβλο του διπλανού σπιτιού και τ’ άλογα δίναν και κείνα ώρες ώρες βαριές κλωτσιές στο ξύλινο το χώρισμα. Ο τρόμος δε με άφησε ούτε μια στιγμή κι έφυγα αποφασισμένος να μην ξεγελαστώ να ’ρθω άλλο βράδυ. Μα όταν ξαναέλειψε η μάνα της Αννιώς, ήρθα και δεύτερο και τρίτο και μια κι έγινε η αρχή, η Αννιώ ξακολούθησε κι ύστερα που ήταν η μάνα της στο σπίτι να της ξεκλέβεται και τότε πού και πού. Όσο που τη μυρίστηκε κι άξαφνα μια νύχτα, καθώς πήδησα τον τοίχο βρέθηκα μπροστά στον ίσκιο της.

Τα ’χασα και σταμάτησα. Και κείνη την πρώτη στιγμή φάνηκε πως τρόμαξε, μα όταν με γνώρισε, χύμησε και με άδραξε από το αφτί και με πέταξε έξω από την αυλόπορτα χωρίς να χάσει πολλά λόγια.

Την άλλη μέρα ήρθε στον αφεντικό μου και κείνος με πήρε πίσω από τα σακιά και με άρχισε στις κατακεφαλιές.

Του ’ταξα πως δεν το ξανακάνω για να γλυτώσω εκείνη τη στιγμή. Μα γλήγορα ξέχασα το τάξιμο και γλή­γορα ξέχασε κι η Αννιώ το ξύλο που έφαγε κι αυτή απ’ τη μάνα της.

Δεν πέρασε καιρός, και μας ξανάπιασαν πάλι να κρυφομιλούμε μέρα μεσημέρι κάτω από την καμάρα του γεφυριού. Η μάνα της έστειλε τώρα ένα δικό της και μ’ έκραξε στην αυλή του μαγαζιού και μου είπε να πάψω να ντροπιάζω το σπίτι της ξαδέρφης του.

«Δε θέλω να ντροπιάσω κανένα σπίτι» του απο­κρίθηκα· «έχω καλό σκοπό για το κορίτσι.»

«Για τα μούτρα σου είναι», θύμωσε και μου άστραψε και κείνος δυο στα μάγουλα και με φοβέριζε πως αν ξαναμάθει πως μίλησα με την Αννιώ, θα βάλει τον αστυνόμο να με κάμει εξορία.

Μας ξανάπιασαν πίσω στο στενό, και την άλλη μέρα ήρθε ο αστυνόμος και μ’ έδειρε και με φοβέριξε πως θα μ’ εξορίσει για λωποδύτη.

Μα το άκουσε ο αφεντικός μου και πήρε το μέρος μου, γιατί δεν του έπεφτε τόσο εύκολο να βρει αμέ­σως άλλο παιδί στο πόδι μου.

Ήταν κιόλας με το άλλο κόμμα και κόντεψε να γίνει σούσουρα. Μα οι δικοί της Αννιώς το σωπάσανε. Για μένα όμως ήταν η Αννιώ χαμένη. Φτωχοκόριτσο ήταν κι αυτή, μα μια φορά ο πατέρας της ήταν καλός, η μάνα της κρατούσε από γωνιά και γυρεύανε να βρούνε κάποιο νοικοκύρη να τη σιγουρέψουν. Την κλείσαν μέσα και δεν μπορούσα να την ξαναδώ. Δε μου έμενε άλλο παρά να την κλέψω. Μα με τι και πώς; Αφού δεν μπορούσα να το κάμω αυτό, μου ήρθε στο νου κάτι άλλο· θυμήθηκα πόσοι φύγανε από το χωριό μου και πήγανε και κάμανε κατάσταση στην ξενιτιά. Κι αποφάσισα να ξενι­τευτώ και γω, να πάω να καζαντίσω και να ’ρθω να πάρω την Αννιώ με το σπαθί μου.

Είπα λοιπόν του αφεντικού μου πως θα φύγω και του ζήτησα να μου πληρώσει τους μιστούς. Είχα να λάβω κάπου δυο εκατοστάρικα. Σε μια τρύπα κάτω από την καμάρα του γεφυριού είχα κρυμμένα κι όσα σούφρωνα στο μεταξύ από τον μπεζαχτά δεκάρα τη δεκάρα, όταν έβρισκα καιρό.

Ο αφεντικός μου θέλησε να μου γυρίσει το κεφά­λι, μα δεν μπόρεσε. Με πλήρωσε κι ετοιμάστηκα να φύγω. Μα πριν φύγω, ήθελα να σμίξω την Αννιώ· ας ήτανε και μια στιγμή.

Σηκώθηκα λοιπόν πρωί θαμπά και καθώς ήξερα πως ξυπνά πρωτύτερα από τη μάνα της, τράβηξα και μπήκα στην αυλή.

Τη βρήκα μπρος στην πόρτα. Καθότανε σ’ ένα κασόνι και τάγιζε τις όρνιθες και τα παγόνια. Πήγα τόσο σιγά που με κατάλαβε μόνο άμα έφτασα μπρο­στά της. Ξαφνίστηκε που με είδε και μου έριξε μια φοβισμένη ματιά χωρίς να κουνηθεί.

«Ήρθα να σου αφήσω γεια», της είπα «φεύγω σήμερα.»

«Πού πας;» ψιθύρισε ανήσυχα και φοβισμένα.

«Στην ξενιτιά.»

«Και δε θα ξαναρθείς;»

«Σαν καζαντίσω. Θα ’ρθω να σε πάρω· θα με περιμένεις;»

«Ναι, θα σε περιμένω», είπε και με κοίταξε θολά.

Έσκυψα, της έπιασα το χέρι και χωριστήκαμε.

Καθώς έβγαινα, γύρισα κι είδα την αυλή. Έμπαι­νε η άνοιξη κι οι μηλιές και μια ροδακινιά μπρος στο πηγάδι ήταν όλες φορτωμένες με άνθια. Στάθηκα μια στιγμή ακόμα και ξαναείδα την Αννιώ που με κοίτα­ζε κι αυτή απ’ την πόρτα δίχως να σαλέψει.

Ύστερα έκλεισα την πόρτα κι έφυγα.

 

Και ξενιτεύτηκα. Στο χωριό που πήγα να δω τη μάνα μου, έσμιξα με άλλους δυο πατριώτες μου και τραβήξαμε στη Βλαχιά.

Τον πρώτον καιρό βρήκα το καζάντισμα δυσκολότερο παρότι το λογάριαζα, κι ήρθαν στιγμές που δείλια­σα, και το συλλογιζόμουν τι είχα κάμει. Μπήκα υπηρέ­της και κει. Ύστερα άνοιξα δυο μαγαζιά και τα ξανάκλεισα, γύρισα πολιτείες και χωριά, περάσανε πεντέξι χρόνια και δεν μπορούσα να ψυχοπιαστώ. Είχα ένα φουρνάρικο στη Σιμνίτσα, όταν άνοιξε ο ρούσικος ο πόλεμος στα εβδομήντα οχτώ· έβαλα σύντροφο ένα Ρου­μάνο και μπορέσαμε και πήραμε μερίδι στην προμή­θεια του στρατού. Όταν εσυχάσανε τα πράματα και χωρίσαμε τη συντροφιά, μεράσαμε από κάπου δεκαοχτώ χιλιάδες ο ένας. Κι αποφάσισα να φύγω. Ίσια με τότε στον ύπνο και στον ξύπνο μου είχα μπροστά μου την Αννιώ· και πετούσε η καρδιά μου άμα συλλο­γιζόμουνα πως θα γύριζα μια μέρα με γεμάτο το κε­μέρι και θα τη γύρευα της μάνας της. Πως η μάνα της δε θα μου την έδινε, πως η Αννιώ δε θα με πε­ρίμενε, δεν το έβαζα ούτε μια στιγμή στο νου ως τότε όσο γυρνούσα εδώ και κει, όσο ακόμα δε μπορούσα να βάλω στην άκρη δυο πεντόλιρα. Μα τώρα που τα ένιωσα στον κόρφο μου δέκα φορές διπλά, μ’ έπιασε δείλια. Τάχα θα μου την δώσουν, άρχισα να στοχάζουμαι, τάχα η Αννιώ με περιμένει; Μου γυρίσανε στη θύμηση τα παιγνιδίσματα που έκανε μια φορά με το λιμοκοντόρο, την ξανάφερνα μπροστά μου να σιάζει μπρος στον καθρέφτη τα μαλλιά, να στολίζεται, να γελά με κάποιονε στο δρόμο, να του ανοίγει τη νύ­χτα την πόρτα της, χωρίς να θέλω την έβλεπα στεφα­νωμένη με άλλον, μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά. Ήταν οι φόβοι αυτοί που μ’ εμποδίσανε να φύγω, ή μια καλή δουλειά με τα σιτάρια που μου παρουσιάστηκε έξαφνα; Δεν το κατάλαβα και γω πως μπερ­δεύτηκα με αυτή κι ύστερα με άλλη κι ύστερα μ’ ένα μεγάλο μαγαζί. Διπλιάσανε, τριπλιάσανε τα καπιτάλια μου και ο τζίρος μου μεγάλωνε με την ημέρα. Μου ερχόταν κρίμα να φύγω πια. Πολλές φορές, άμα έφτανεν ο βαρύς, μακρύς χειμώνας, άμα στρωνόντανε τα χιόνια και κρεμόταν από πάνω ο σταχτερός, ο μολυβένιος ουρανός, συγνέφιαζε και μένα ο νους· και μπούχ­τιζα την κρύα ξενιτιά κι η αυλή της Αννιώς έφεγγε ανθισμένη μπρος μου. Πολλές φορές σαν τύχαινε να βγω στην εξοχή κι έβλεπα καμιά χωριατοπούλα που τάγιζε τις όρνιθες, μου ξαναπρόβαλε η Αννιώ θλιμ­μένη και χλωμή καθώς την άφησα, και γύριζα στο μαγαζί κατσουφιασμένος και με την καρδιά βαριά. Μα δεν αργούσανε να με τραβήξουν πάλι οι άλλες έννοιες. Είχα μεστώσει στο εμπόριο και στον παρά. Είχα κάμει τόσα χρήματα, που αν ήθελα να τα ση­κώσω και να φύγω, θα μπορούσα να ζήσω καλά με τον τόκο τους. Όμως άμα μπει κανείς στον πλούτο, γλυκαίνεται, μεθά μ’ αυτόν και δεν του κάνει όρεξη να σταματήσει. Και μόλις μου βρέθηκε η περίσταση να πληθύνω μεμιάς το έχει μου και να συγγενέψω κιόλας με μια καλή και πλούσια φαμίλια, δε δίσταζα. Παντρεύτηκα.

Πώς δε μ’ έτρωγε μέσα μου το τάξιμο, που είχα κάμει της Αννιώς, δεν μπορώ να το πω. Κι ίσως να ήταν αυτό που άλλαξε άξαφνα την τύχη μου. Τη δεύ­τερη βδομάδα που στεφανώθηκα, ένα ξαφνικό φαλι­μέντο κάποιου χρεώστη μου το πλήρωσα είκοσι χι­λιάδες. Τον άλλο μήνα δεύτερο κακό. Και κατόπι το ένα πάνω στο άλλο στη σειρά. Φόβο δεν είχα για να πέσω, μα οι απανωτοί χαμοί με κάμαν μίζερο και νευρικό. Δεν ταίριαζαν κιόλας τα χνώτα μας με τη Βλάχα που πήγα και φορτώθηκα. Είτε γω έφταιγα είτε αυτή, δεν ήταν ζωή εκείνη που περάσαμε μαζί δυο χρόνια. Αλλιώς μαθημένη αυτή, αλλιώς εγώ. Δεν είχαμε και την τύχη να μας δώσει ο Θεός ένα παιδί. Δεν πήγαινε μακρύτερα το πράμα. Της γύρισα πίσω την προίκα και χωρίσαμε.

Μα δεν μπορούσα και γω να μείνω άλλο στον τόπο. Και σούσουρα γίναν πολλά, και βαρέθηκα κιόλας την ξενιτιά. Έκαμα λογαριασμό, μου μέναν αρκετά. Πού­λησα το μαγαζί, τα σήκωσα όσα είχα και το μάζεψα για την πατρίδα. Ξεκίνησα με το σκοπό να τραβήξω ίσια στο χωριό μου. Μα η μάνα μου ήταν πεθαμένη, με τ’ αδέρφια μου δεν είχαμε πολλές αγάπες. Μόνο άμα χρειάζονταν τίποτες, μου γράφανε καμιά φορά. Κι έτσι τράβηξα στην πόλη, που είχα παρατήσει την Αννιώ. Πήγαινα για κείνη; Δεν ήξερα ούτε αν ακόμα ζούσε. Πήγαινα, γιατί δεν είχα πού άλλου να πάω.

Κατέβηκα τη νύχτα στο ξενοδοχείο. Ήταν και­νούριο. Τότε που έφυγα, δεν ήτανε χτισμένο εκεί το μέρος. Το πρωί σαν ξύπνησα, βγήκα στην αγορά. Δε με γνώριζε βέβαια κανείς, μα εγώ γνώρισα κάποιους αμέσως κι είχα το φόβο μη με γνωρίσουνε κι αυτοί. Πήγα και κάθισα στον καφενέ κι ο κόσμος με κοί­ταζε, όπως το κάνει στα μικρά τα μέρη, όπου είναι μετρημένοι οι ξένοι. Πήρα μιαν εφημερίδα κι έκανα πως διάβαζα κι έριχνα γύρω μου λοξές ματιές. Κατιτί σα χαρά πηδούσε μέσα μου, η χαρά που έχει κανείς όταν γυρίζει στην πατρίδα. Και για μένα ήταν σαν πατρίδα ο τόπος αυτός όπου είχα έρθει μικρός και πρωτογνώρισα τον κόσμο. Μα και μια θλίψη ένιωθα μαζί με τη χαρά. Εκεί που γνώριζα ένα πρόσωπο παλιό στον έναν, που ξεχώριζα μια γνώριμη φωνή στον άλλο, έβλεπα κιόλας πως τα πρόσωπα τα είχε αλλάξει και τα ζάρωσε ο καιρός, άκουγα πως τη φωνή τη βραχνιάσανε και την ψευδίσανε τα χρόνια. Ένας κύριος ήρθε σε λίγο και κάθισε στο διπλανό τραπέζι. Τον γνώρισα αμέσως πως ήταν ο γιατρός του αφεντι­κού μου. Τον άφησα με τα μαλλιά ψαρά, μα με κορμί ορθό ακόμα. Τώρα οι πλάτες του είχανε λυγίσει και τα μαλλιά του ήταν κάτασπρα.

Ύστερα ήρθε πάλι κάποιος άλλος και κάθισε αν­τίκρυ του κι αρχίσανε να παίζουν. Μαζεύτηκαν κι άλλοι γύρω, φαίνεται. Έχανε ο γιατρός και θύμωνε και φώναζε. Από τ’ άλλα τα τραπέζια γύρω γελούσανε. Στην πόρτα ήρθε και στάθηκε ένα παιδί και κοίταζε προς το τραπέζι του γιατρού. Θα το στείλανε να του μηνύσει, κι αυτό φοβότανε να τον σιμώσει, απαράλλαχτα όπως μια φορά και γω, όταν τον έβλεπα έτσι θυμωμένο. Έτσι είδα πάλι πόσο λίγο αλλάζουν είκοσι χρόνια τη ζωή.

Και το ξαναείδα όταν ύστερα βγήκα και στην αγορά. Άρχισα να γνωρίζω ένα ένα τα παλιά τα μα­γαζιά. Είχαν ξεκαινουργωθεί πολλά, είχαν χτιστεί άλλα νέα, μα τα περσότερα μέναν τα ίδια όπως τ’ άφησα. Κι όπως προχωρούσα, βρισκόμουν ολοένα πάλι στην ίδια την παλιά ζωή. Ο κόσμος πηγαινοερχότανε, στεκότανε και κουβέντιαζε, λιαζότανε στους μπάγκους, νύσταζε και χασμουριόταν. Και μέσα στα μαγαζιά οι έμποροι μετρούσαν με την πήχη, σκίζανε χασέδες, οι μπακάληδες γέμιζαν χαρτουλίνες και μποτίλιες, οι τσα­ρουχάδες χτυπούσαν τα πετσιά, οι καποτάδες ράβαν καθισμένοι σταυροπόδι, ο ντελάλης φώναζε και τα μπακαλόπουλα γυρνούσαν βρόμικα και κουβαλούσανε ξυπόλητα νερό.

Τέλος βρέθηκα μπρος και στο παλιό μου μαγαζί. Έμενε το ίδιο, απαράλλαχτο σα να είχα φύγει εχτές. Δεν άλλαξαν ούτε οι μπάγκες του· δίπλωναν από πάνω ακόμα και μονάχα πως είχανε χρωματιστεί. Κι ακόμα κρεμιόντανε, σα να τα είχα εγώ κρεμάσει το πρωί, τα μάτσα τα σκοινιά, τα θειαφοκέρια, τα χταπόδια· κι από κάτω οι μπουκάλες με τα σκάγια και το ρετσινόλαδο, τα βάζα με τη γιάμπολη, τη στύψη και την αλοή. Κι από πίσω ο αφεντικός μου ορθός, κοντόπαχος καθώς τον άφησα, φουστανελάς ακόμα, σβέλτος πάντα μ’ όλο το έγκωμο κορμί και τ’ άσπρα τα μαλλιά.

Μπήκα μέσα και του έπιασα το χέρι και τον κοί­ταξα στα μάτια.

Με κοίταξε και κείνος ξαφνισμένος.

«Δε με γνωρίζεις;» του είπα.

Σήκωσε τις πλάτες και σούφρωσε τα χείλη.

«Δε με θυμάσαι; Δε με είχες μια φορά στο μαγαζί;»

Με κοίταξε από πάνω ίσια με κάτω κι η ματιά του σταμάτησε, σα σαστισμένη στην καθαρή καινούρια φορεσιά μου. Έπειτα έμεινε κοιτάζοντας με κατάματα.

«Τη μύτη μου τουλάχιστο δεν τη θυμάσαι;» γέλασα.

Χτύπησε το χέρι του στο μέτωπο. Και γέλασε και το δικό του πρόσωπο και χύμησε, έπεσε απάνω μου και με αγκάλιασε.

Δε με άφησε να φύγω ίσια με το μεσημέρι. Χαιρό­τανε, σα να ξανάβρισκε χαμένο παιδί του.

Έστειλε κι έφερε και φάγαμε στο μαγαζί και με ρωτούσε και με ξαναρωτούσε, όσο που έμαθε όλο το ιστορικό μου.

Και ρώτησα κι έμαθα και γω πολλά. Μόνο για ένα δεν τολμούσα να ρωτήσω: τι απόγινε κει πίσω από την αυλή του μαγαζιού. Δίχως να θέλω, τα μάτια μου όλο προς τα εκεί γυρίζαν. Μια στιγμή αποφάσιζα να βγω να δω, μα πάλι μ’ έπιανε δείλια, θαρρείς ο ίδιος φόβος που είχα μια φορά σαν ξεκλεβόμουνα κι έτρεχα εκεί κρυφά.

Μα εκεί που τρώγαμε ύστερα, έμαθα ό,τι ήθελα να μάθω δίχως να ρωτήσω.

«Τι να πει κανένας! Όλα είναι τυχερά στον κό­σμο· έπρεπε να ντέσεις έτσι μια φορά, για να πας να βρεις την τύχη σου», είπε ξαφνικά ο αφεντικός μου.

«Και κείνοι τι γίνουνται;» βρήκα την ώρα και ρώ­τησα και γω.

Δε μελέτησα όνομα, όμως κατάλαβε.

«Σε καρτερούν», απάντησε και με κοίταξε χαμογε­λώντας.

Ο λόγος με χτύπησε σαν αστραπή. Για να μην προδοθώ, πήρα το ποτήρι κι ήπια.

«Ναι, σε καρτερούνε», ξαναείπε ο αφεντικός μου. «Ύστερα όταν έφυγες, ξεχάστηκε το πράμα και τη γυρέψανε δυο τρεις. Της πέσανε οι δικοί της, η μάνα της την έσφιξε, μα δε θέλησε να πει το ναι. Εγώ έναν ήθελα, τους είπε, εκείνονε που δε μου δώσατε. Αν έρθει εκείνος να με πάρει, τότες μοναχά θα παν­τρευτώ. Και κλείστηκε από τότες μέσα και δεν ξαναφάνηκε στον κόσμο».

Έσκυψα το κεφάλι, σα να ντρεπόμουνα να γυρίσω να τον δω. Του είχα πει όλο το ιστορικό μου, δεν του έκρυψα μήτε πως είχα παντρευτεί.

«Και ζει ακόμη η μάνα της;» ρώτησα.

«Ζει», μου είπε· «ζει και βοηθά την Αννιώ. Ζούνε κι οι δυο με τις ξενοδουλειές. Τ’ αγόρια δε βγήκαν προκοπή. Το ένα έγινε αστυφύλακας, το άλλο κακοπαντρεύτηκε, δυστύχεψε.»

«Θα πάω να τις δω», του είπα· «έρχεσαι μαζί;»

«Γιατί δεν έρχουμαι;» αποκρίθηκε.

Ήθελε να του πω να πάμε ίσια κιόλας, μα τον κατάλαβα που ήθελε να βγούμε μαζί στον καφενέ. Με πήρε και βγήκαμε. Καμάρωνε που με είχε πλάγι του και με γνώρισε με τον ένανε και με τον άλλον. Ίσια με το βράδυ έπιασα κιόλα συντροφιές.

Μα το άλλο πρωί άμα ξύπνησα, κάτι με τραβούσε να πάω ίσια στης Αννιώς μιαν ώρα πρωτύτερα. Και το βρήκα κιόλας καλύτερα να πάω μονάχος.

Τράβηξα λοιπόν ίσια και μπήκα στην αυλή.

Τη βρήκα όπως την άφησα. Το πηγάδι, το χαμόσπιτο, το πλυσταριό, τα δέντρα, όλα τα ίδια, σα να μην πέρασαν από πάνω τους τόσα χρόνια. Μόνο η Αννιώ δεν ήταν εκεί έξω, μα η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή και τράβηξα να μπω. Φαίνεται όμως ν’ άκουσε τα πατήματα μου και βγήκε στο κατώφλι.

Με αντίκρισε και στάθηκε ξαφνισμένη και με κοίταξε.

«Ξέρεις ποιος είμαι;» ψιθύρισα.

Μια στιγμή δε μίλησε.

«Σ’ έμαθα που ήρθες», είπε ύστερα.

Της έδωσα το χέρι και μου άπλωσε και κείνη το δικό της. Μα το πήρε πάλι και το άφησε να πέσει και με κοίταζε αμίλητη.

«Σου το ’ταξα πως θα ’ρθω κι ήρθα», της είπα.

Κρύο χαμόγελο της χώρισε μια στιγμή τα χείλη, μα έσβησε αμέσως.

Στάθηκα ώρα εκεί και στεκότανε κι αυτή.

Δε μου ’λεγε να μπω, δε σάλευε απ’ τον τόπο της.

Της χαμογέλασα, μα δεν απάντησε μήτε στο γέλιο.

Κοίταζε μόνο μπροστά της, σα να μην έβλεπε μπροστά της σα να μη στεκότανε εκεί κανείς μπροστά της. Έμοιαζε σα να ονειρευότανε.

Ο ήλιος είχε δώσει αντίκρυ κι έπεφτε στην πόρτα και της φώτιζε το πρόσωπο. Δεν είχε πολύ ασκημίσει, μα ήτανε στεγνό και τα μάγουλα πήραν και σουφρώσανε γύρω στα χείλη. Είχε δεμένη σκέπη στα μαλ­λιά, η ντυμασιά της ήταν ξεβαμμένη κι από τις παντούφλες που φορούσε μισοβγαίνανε έξω τα δάχτυλα.

«Ήρθα να σε πάρω»,της είπα και της ξανάπιασα το χέρι. «Μπορώ να σου φορέσω τώρα μεταξωτά φορέματα, ποδήματα χρυσά», μου ερχότανε να της πω ακόμα, ο λόγος όμως δε μου έβγαινε απ’ το στόμα.

Στεκόμουνα μόνο και την κοίταζα και δεν μπο­ρούσα, δεν ήθελα να το πιστέψω αυτό που έβλεπα.

«Έλα, ήρθα να σε πάρω», ξαναμίλησα· «δεν ακούς;»

«Αργά ήρθες», μου είπε τέλος και μου έριξε μιαν αγέλαστη, στεγνή ματιά.

Κι η φωνή της ήταν άλλο τόσο παγωμένη και στεγνή.

«Τότε να φύγω;» ρώτησα.

«Ναι, να φύγεις», ψιθύρισε. Κι έσκυψε και πήρε τη σκούπα, που είχε αφήσει από το χέρι άμα με είδε πρωτύτερα.

Και γύρισα κι έφυγα και γω...

Ο έμπορος σώπασε, μα όταν είδε πως τον κοιτά­ζαμε όλοι, σα να περιμέναμε κάτι ακόμα:

Και την άλλη μέρα —ξακολούθησε— έφυγα και για το χωριό μου. Άνοιξα μαγαζί εκεί για να βρίσκουμαι σε δουλειά και δεν ξανακατέβηκα στην πόλη.

«Άλλο θάμα τούτο», είπε ο σπαθοφόρος και χτύ­πησε με το χέρι το γόνατο. Τι, το ’μαθε πως είχες παν­τρευτεί;»

«Ναι, τα πρόφτασε όλα της μάνας της ο αφεντικός μου, καθώς κατάλαβα», είπε ο έμπορος.

«Και δεν της έδωσες τίποτε;» ρώτησε ο γιατρός.

«Άφησα του αφεντικού μου να τους δώσει, μα δεν τα πήραν», αποκρίθηκε ο έμπορος και τέλειωσε την ιστορία.

 

 

αρχή

 



 

«Ντροπή σου!» έγραψε η Σπήλιω Γέρακα του γιου της όταν τον έμαθε στην Άρτα· «ο ξάδερφος σου ο Μπέλιας έρχεται με πεντακόσιους. Οι δούλοι του σπιτιού σου πάνε κοντά του, οι πατρικοί σου φί­λοι γίνανε μπουλουξήδες του και συ, το αγγόνι του Γέρακα, βγήκες κάτω από άλλον καπετάνο!»

Κι αληθινά ζήλεψε ο Παύλος Γέρακας, άμα σε λί­γες μέρες είδε τον ξάδερφο του ντυμένον τα χρυσά πεσλιά του Θάνου Μπέλια και ζωσμένον την ασημέ­νια πάλα του παππού του. Πολεμική φωτιά έπνεε γύρω του, όλοι βλέποντάς τον αναστένανε στο νου καπετα­νάτα και αρματολίκια φημισμένα και πλέκανε καινού­ριες δόξες.

Τα εγγόνια του στρατηγού Δημήτρη Γέρακα φιληθήκανε κι αγκαλιαστήκανε, οι πατρικές αντιζηλίες κι οι έχτρες σβηστήκανε μέσα τους εκείνη τη στιγμή. Μα η καρδιά των παλιών φίλων του σπιτιού του Γέρακα σπαρτάρησε όπως είδανε ξαφνικά μπροστά τους άντρα το γιο του άρχοντά τους. Πρόθυμα θα ’τρεχε κα­τόπι του το μισό ασκέρι του Βασίλη Μπέλια, φτάνει να ’λεγε πως μοίραζε κι αυτός λουφέ.

Ο Παύλος Γέρακας κι οι σύντροφοι του είχανε ’ρθει στην Άρτα με την ορμή να σταματήσουνε μο­νάχα μέσα στα Γιάννινα. Μα πώς να πάνε αφού ο στρατός δεν περνά τα σύνορα; Όλο συντάζεται και δεν έχει συνταγμό. Ράθυμες, άνεργες, οκνές περνούνε οι μέρες. Ανάκατα στρατός και ρέμπελα γεμίζουνε τα στενά σοκάκια, τρώνε και πίνουνε στις ταβέρνες, τραγουδούνε και κάνουνε ρεμούλες. Οι γυμνασμένοι στρατιώτες δεν έχουνε τι να πρωτοφυλάξουνε: τους πόρους του ποταμού ή τα πορτοκάλια στα περβόλια. Άντυτος ο πολύς στρατός, ο άλλος αρλεκίνος. Πού να γνωρίσεις τον ταχτικό από το ρεντίφη; Κι ο αντάρτης κι ο στρατιώτης έχουν αρμάθα τα φουσέκια σταυρωτά στα στήθια, κι οι δυο έχουν κρεμασμένους τους γκράδες τους στον ώμο, τη λόγχη ζωσμένη με σκοινί, ή περα­στή σα χατζάρι στη ζώνη, ο ρέμπελος φορεί κορώνα στο σκούφο του, ο ταχτικός είναι με σκούφια δίχως στέμμα, με ημίψηλο ή με λερό μαντήλι.

Κι ο Παύλος κι οι σύντροφοί του γυρεύουνε να βρουν πόρο να περάσουνε τα σύνορα.

«Παυλάκη, εδώ και συ!» ξαφνίστηκε ο λοχαγός Βουλοδήμος, βλέποντας στο δρόμο που γύριζε από το λόχο του τον ξάδερφο του Γέρακα. «Πού να σε βάλει ο νους μου σταυραετό! Λοιπόν στα Γιάννενα;»  και συ με τους σοφτάδες;»

«Στα Γιάννινα!» απάντησε με τόνο πειραγμένος ο Παύλος.

«Δεν κάθεστε να πέσει λίγο το ποτάμι!»

Κι ο λοχαγός γέλασε μόνος με το χωρατό του κου­νώντας άνω κάτω τις πλάτες του. Μα σαν είδε πως ο ξάδερφός του πειράχτηκε, τον καλόπιασε και του αγκάλιασε τη μέση, μην του φύγει:

«Έλα πάμε να σου κάμω τώρα τα μουσαφιρλίκια», του είπε.

Η αφέλεια του Ρουμελιώτη αξιωματικού ησύχασε τον Παύλο.

«Άσε τ’ αστεία, πε μου τώρα τι ξέρεις;» τον ρώ­τησε σαν καθίσανε στον καφενέ.

«Ρώτα τον ξάδερφο τον Μπέλια· αυτός συνεννοεί­ται με τον αρχηγό. Εγώ τι να ξέρω;»

«Τι λες θα κηρυχτεί ο πόλεμος; » ξαναρώτησε εμπιστευτικά ο Παύλος.

Ο λοχαγός γέλασε: «Ποιος πόλεμος; Το λέτε με τα σωστά;»

«Τι, άδικα μαζεύεται τόσος στρατός;» τόνισε ο Παύλος στενοχωρημένος με το ειρωνικό ύφος του Βουλοδήμου.

Τούτος ξαναγέλασε: «Στρατός!» απάντησε ζωηρεύοντας, «πού βρέθηκε; Στρατό το λένε αυτό το σκόρπιο ασκέρι; χα χα! έτσι τα βάζουνε, μπρε, με το Σουλτάνο; Μ’ αυτό το μάζωμα θα πολεμήσουμε, ή με το μπουλούκι του Μπέλια και με το δικό σας;»

«Μήπως οι Τούρκοι είναι καλύτεροι;»

 «Καλύτεροι χειρότερο!, δεν ξέρω· το δικό μας το χάλι βλέπω γω.»

Το παιδί του καφενέ έφερε τους καφέδες που παραγγείλανε κι ο λοχαγός σίμωσε στα χείλη το αχνιστό φλιτζάνι.

«Πφ! να πάρ’ ο διάολος!» φώναξε άξαφνα φτύ­νοντας την πρώτη ρουφηξιά. «Έλα δω, βρε! Πάρ’ τον πίσω γλήγορα και δώσ’ τόνε τ’ αφεντικού σου να τον πιει, θα χλιμιντρήσουμε!»

Ο υπηρέτης πήρε τους καφέδες μην ξέροντας να γελάσει ή να τρομάξει με το αγρίεμα του λοχαγοί. Οι καθισμένοι τριγύρω στα τραπέζια γελάσανε δυνατά.

«Τι έπαθες πάλι, Θανασούλα;» άκουσε ο λοχαγός μια φωνή στην πόρτα. Δυο αξιωματικοί μπήκανε στο καφενείο.

«Καλώς τους! Ελάτε να πάρτ’ ένα κριθαροζούμι και σεις. Να, γι’ αυτούς και για τους φουρναραίους έφεξε», ξαναείπε δυνατά ο Βουλοδήμος κι έδειξε στο βάθος με το κεφάλι.

«Κι ο ξάδερφος μου εδώ θέλει πόλεμο» πρόστεσε σιγότερα και σύστησε τον Παύλο στους συναδέρφους του.

«Στο λόχο μου τον ανοίξαν οι Μεσσήνιοι με τους Μανιάτες. Καλά που δε μας δώσαν ακόμα τουφέκια», είπε ο ένας από τους αξιωματικούς τρώγοντας τα φω­νήεντα και σέρνοντας τα σίγμα.

«Άκου τα, πόλεμος χωρίς τουφέκια», ξαναγέλασε ο Βουλοδήμος.

Ο Παύλος κοκκίνισε.

«Τρεις άνδρες, δυο ψάθες· για στρώμα και για σκέ­πασμα. Πώς θες να μη μαλώσουνε;» πρόστεσε ο άλ­λος αξιωματικός.

«Θα καλέσουνε, λέει, δυο ηλικίες ακόμα.»

«Τα ίδια της συχωρεμένης του ’78 και του ’86, ξέ­ρεις, ξάδελφε, στα ’78 βγήκα και γω αντάρτης. Ήμουνα τότε λοχίας· πολέμησα στη Θεσσαλία με τον Τερτίπη.»

Νέος γαλονάς πλησίασε στο τραπέζι και τον έκοψε.

«Ξέρετε, οι προβιβασμοί αναβάλλουνται», μουρμού­ρισε σκύβοντας στο τραπέζι.

«Ποιος σου το ’πε;» ρώτησε βιαστικά ένας από τους άλλους αξιωματικούς.

«Είχα γράμμα σήμερ’ από την Αθήνα.»

«Σώπα και τα γαλόνια θα τα πάρουμε διπλά στη μάχη. Δε βλέπεις, ήρθανε να μας βοηθήσουνε κι οι σοφτάδες», είπε γυρίζοντας με χαμόγελο στον ξάδερφό του ο Βουλοδήμος.

«Την πατρίδα θα βοηθήσουμε», πετάχτηκε με όψη διπλοκοκκινισμένη ο Παύλος.

Ο Βουλοδήμος μετάνιωσε. Τόνε χτύπησε στην πλά­τη χαϊδευτικά κι άλλαξε ομιλία:

«Μωρέ, ακούστε να γελάστε», άρχισε γελώντας πρώτα ο ίδιος, «είχα μέρες να δω το Ζαρκαδιά και πήγα χθες στην κάμαρά του. Πού λέτε πως τον ήβρα; Σταυροπόδι στο κρεβάτι και διάβαζε κανονισμό εκστρατείας.»

«Δεν το ξέρεις;» πρόστεσ’ ένας άλλος λοχαγός από τον κύκλο, «έμαθε πως ο λόχος του θα κάμει πρώ­τος γερούσι στο Ιμαρέτ και κλείστηκε μέσα και δια­βάζει».

«Εμείς θα μπούμε από το Πέτα», είπε ο Βουλο­δήμος «ο Λυκούργος και γω. Τι θα κάμει μοναχά τους τετζερέδες. Πού να του βρω μουλάρι να τους κουβαλά! Καθώς άνοιξε, που λέτε, το δισάκι του με τη σκηνή, κυλήσανε τρεις, ένας απάνω στον άλλονε φρεσκογανωμένοι σαν αρβανίτικα κεφάλια λαμπεροί. Κι ένα ταψί απόκοντα. Θα φάμε πίτα, λέει στα Γιάν­νενα. Και μέσα στον ένα τετζερέ στοιβαγμένα μια ντουζίνα γάντια. Με τσαρούχια στα ποδάρια και με γαντωμένο χέρι έρχεται και μου δίνει αναφορά. Τι έχουμε να δούμε ακόμα».

Κι ο Βουλοδήμος γελούσε.

«Θανάση, ο ξάδερφός σου», τόνε σκούντησε ο πλαγινός του κι έδειξε προς την ανοιχτή πόρτα του κα­φενέ.

Ο Βασίλης Μπέλιας περνούσε απόξω μ’ έναν ανώ­τερο αξιωματικό. Κρατούσε ορθό το μελαψό κεφάλι κι αλύγιστο το ψιλόλιγνο κορμί. Οι πούλιες και τα τιρτίρια λαμποκοπούσανε στη σκούφια κι η άκρη της γυριστής πάλας χτυπούσε στο γόνατο κάτω από τον κεντημένο βελουδένιο ντουλαμά.

«Βάζουνε τα σκέδια», είπ’ ένας από τους αξιω­ματικούς.

Ο λυγερόκορμος οπλαρχηγός είχε σταματήσει εκείνη τη στιγμή στο αντικρινό πεζοδρόμιο και χειρονομούσε ζωηρά, μιλώντας με το σύντροφό του, το ασπράδι. των ματιών του γυάλιζε αγριωπό, ίσια με τον κύκλο των αξιωματικών μέσα στον καφενέ.

«Τι σκέδια! Το φρουραρχείο μπόδισε να ’ρχονται οι αντάρτες μες την πόλη κι ο καπετάνιος τους, δεν έχει τώρα τι να τους κάμει. Όξω στα λιοστάσια πού να βρεθεί τζάμπα κρασί.

Φοβάται πως θα του φύγουν», είπε ο Βουλοδήμος.

«Μακάρι, να γλιτώναμ’ απ’ αυτούς. Μη μαζέψουμε και μεις το παλιάσκερό μας», είπε ο άλλος λοχαγός.

Τότε και γω ας σας αδειάσω εδώ τον τόπο», ξαναπετάχτηκε ο Παύλος, βρίσκοντας αφορμή να ση­κωθεί.

Ο αξιωματικός έκαμε να δικαιολογηθεί, ο Βουλο­δήμος δοκίμασε να τον κρατήσει, μα ο Παύλος χαιρέ­τησε ψυχρά κι έφυγε.

Με ψυχή βαρύθυμη, με κλονισμένο θάρρος έσμιξε τους συντρόφους του.

«Μην τους ακούς, ας λένε», τον παρηγόρησε ο αν­τάρτης ποιητής· «η ραθυμιά τους κάνει τέτοιους· όχι το αίστημα, ο ενθουσιασμός τους λείπει, κι αυτός θ’ ανάψει σα βροντήσει το τουφέκι. Το αίστημα κι η πα­λικαριά δε λείψανε ποτέ απ’ το γένος».

«Το γένος μας είναι μεγάλο και θα μεγαλουργή­σει», πρόστεσ’ ένας άλλος νέος, νησιώτης ευγενής.

Τα ποτήρια αδειάσανε — η ομιλία γινότανε σ’ ένα βρομερό ξενοδοχείο, όπου δειπνούσανε οι νέοι αντάρ­τες — κι έτσι μπόρεσε να ονειρευτεί κι αυτή τη νύχτα ο Παύλος ξεσκλαβωμένα τα ηπειρώτικα βουνά.

Ωστόσο φτάνουν ολοένα νέοι έφεδροι κι εθελοντές κι αντάρτες. Πού να βρει σκεπή ο αρχηγός για τόσον κόσμο κι ο δήμαρχος τόσους πολλούς οχτρούς να τους στείλει κατάλυμα στα σπίτια τους! Γεμάτα όλα τα χαλέπιτα, οι αποθήκες, τα σκολειά, τα παλιά τούρκικα σεράγια, τα χάνια γίνανε στρατώνες, οι εκκλησιές δεν παίρνουν άλλους κι όπου σπίτι με γερά παράθυρα και σκάλα που δεν τρέμει να πέσει τα γραφεία στή­σανε τα τραπέζια τους κι οι αξιωματικοί τα κρεβάτια τους. Και σα ν’ ανοίξανε κι οι καταρράχτες τ’ ουρανού, δε σταματά η βροχή όλον το Μάρτη. Το νερό είναι γόνα στις σκηνές κοντά στον ποταμό κι οι ελιές του κάμπου δεν μπορούνε να φυλάξουνε τους αντάρτες.

Χιλιάδες γυρεύουνε σκεπή μέσα στη στενή πόλη, θέση, άδειο κάθισμα δε μένει μέρα και νύχτα σε τα­βέρνες, σε μαγέρικα και καφενέδες. Κι η βροχή δεν αφήνει πάντα να γυμναστεί ο στρατός. Έπειτα κιόλας άνοιξη έρχεται και με ήλιο, με θεού χαρά θα πο­λεμούμε. Κι αν ξαστερώνει πού και πού, φτάνει να βγαίνουνε στα λιοστάσια οι σαλπιστάδες, ν’ ακούνε τις σάλπιγγες οι Τούρκοι και να λένε πως είμαστε μυριά­δες. Κάστρο έχουνε κάμει αντικρινά το Ιμαρέτ, μα ο Βασίλης Μπέλιας πάει με δυο χιλιάδες να χτυπήσει το Συρράκο, ο Ντούλα Μπούρδας να μπει με χίλιους από την Καλεντίνη, πρα, πρα, ορέ Σούλι αθάνατο, θα σε πατήσω πάλε! τόπο και μάνιωσε ο σουλιώτης Πιλιαμπέσας. Σε τρεις μέρες θα ’μαστε στα Γιάννινα.

Μα κι η βροχή ασταλαμάτητη. Τα έρμα στάχυα θα πέσουνε, κρίμα στ’ άσκαφτα τ’ αμπέλια, οι σταφίδες θα μείνουν ακλάδευτες κι άκουρα τα δόλια πράτα, μουρ­μουρίζει και κλαίγεται ο στρατός. Πόλεμο μου ’θελες, ζήτω μου φώναζες! αναγελά ο ένας τον άλλον. Ψειριάσαμε ανάλαγοι, πουντιάσαμε δίχως μαντύα, η βροχή μας έρεψε, το κρύο μας ψόφησε, ακούγονται παν­τού φωνές. Μα και προδότης όποιος λέει πως δε θα μπούμε στα Γιάννινα.

 

Μα το κανόνι βροντά άξαφνα ένα δειλινό και λύ­νει τη ραθυμιά από τα κορμιά και ξανανάβει το με­θύσι. Σαν αλαφιασμέν’ αντιβογκούνε τα βουνά την ταραχή. Καμίνι ολόφλογο βουίζει αντικρινά το Ιμα­ρέτ, αποκρυμμένη τραντάζει και πνίγει στον καπνό τη λαγκαδιά του ποταμού η Βλαχέρνα, με διπλή φωτιά τους αποκρίνουνται από το ψήλος τους βαριά μουγκά ο Αμυντικός στρατώνας και παραπέρα το Θεοτοκιό. Και σ’ όλη τη στρογγυλή γραμμή του ποταμού από δεξιά και από ζερβά του κάστρου τριζοβολά συγκρατητό το τουφεκίδι.

«Πάρ την κι αυτή, βρομόσκυλο!»

«Χασάν!»

«Γιουσούφη! Γουρνομύτη!»

Μια μπόμπ’ από το τον Αμυντικό στρατώνα σκά­ζει κατάκορφα του Ιμαρέτ κι ο καπνός κι η σκόνη σηκώνουνται σε ολόρθη ψηλή στήλη μες τις φλόγες. Χαρούμενη βουή ξεσπά στα ταμπούρια δίπλα στο γεφύρι κατάνακρα του ποταμού.

«Όλοι μαζί! Από πεντακόσια μέτρα», φωνάζει ορθός ο ανθυπολοχαγός κοντά στον Παύλο Γέρακα.

Η μπαταριά βροντά κι ο ανθυπολοχαγός ορθός ξαναφωνάζει:

«Ίσια, φωτιά!»

«Κάθισε κάτω, καπετάνιε!»

Τα βόλια σφυρίζουνε γύρω σα μελίσσι.

«Φωτιά, παιδιά!»

Το αίμ’ ανάβρυσε ρουνιά από το στόμα, τρίκλισε, ακούμπησε στη ρίζα της ελιάς ο ανθυπολοχαγός, οι κλώνοι τινάξανε απάνωθέ του τον ανθό τους.

«Καλά σας — Γιάννινα — παιδιά —»

«Ο δρόμος σου άγιος, καπετάνιε!»

«Κρίμα στο νιό!»

«Χαρά στο παλικάρι!» ο Παύλος πετάχτηκε από το ταμπούρι ορθός.

«Καρδιά, παιδιά! Ποιος δείλιασε;»

Βροντά το Ιμαρέτ, βογκά η Βλαχέρνα, τα βόλια σφυρίζουνε και τρίζουνε.

«Φωτιά, παιδιά! Φλόγα στη φλόγα!»

Τριγύρω σύννεφα ο καπνός, η σκόνη σίφουνας, ακράτητο το αστροπελέκι, οι βρόντοι κι η βουή ζαλίζουνε το νου.

«Καλά μας Γιάννινα!»

«Γένος ξύπνησες» φωνάζει ο αντάρτης ποιητής.

«Πού είσαι, να γελάς και τώρα, Βουλοδήμο;» ξεφωνίζει σα σε μανία άγρια ο Παύλος Γέρακας... .

Σε λίγες μέρες οργίζεται και ντρέπεται με τον εαυ­τό του σα θυμάται το μεθύσι αυτό.  Στα Γιάννινα!

Βουβό κι έρημο ξύπνησε την άλλη  μέρα το Ιμαρέτ, η Βλαχέρνα σωπασμένη κι άδειος ο πλατύς ο κάμπος πέρ’ από τον Άραχτο. Γελούνε τα βουνά στον ήλιο, ο Λούρος κυλά γαλανοπράσινα τα βαθειά νερά του, μοσχοβολούνε όπως ποτέ τα νερατζάνθη αυτή την άνοιξη. Οι αντάρτες δε θυμούνται τα σεράγια των πασάδων που τους καρτερούνε στα Γιάννινα και διαγουμίζουνε κονάκια μπέηδων στη Φιλιππιάδα, ρημάζουνε σπίτια φτωχών ραγιάδων ένα γύρο στα χωριά. Κι οι καπετανέοι του στρατού μαλώνουνε ποιος να πρωτοπάει να πρωτοστήσει τη σημαία στο κάστρο του Αλήπασα. Όσο που ο εχτρός παίρνει καιρό, ξανακαρδιώνεται και τσακίζει και σκορπά τους αργοπορημένους.

Και τώρα όπου φύγει φύγει και ποιος να πρωτοφύγει, ποιος να γυρίσει πρώτος στα παλιά λημέρια. Λίμνη των πόθω μας, θ’ αναστενάζεις χρόνια πάλε! Θρηνολογά ο αντάρτης ποιητής και φεύγει με τους άλλους. Ψόφιοι ραγιάδες φεύγουνε πίσω στο στρατό, κοπάδια πρόβατα κόβουνε τη βιά των λόχων, ο διπλοτρομαγμένος στρατιώτης σπρώχνει την τρομαγμένη σκλάβα για να προσπεράσει. Πίσω και πλάκωσε ο εχ­τρός! Σπάστε τα σύρματα, γκρεμίζετε τους στύλους! Οι λοχαγοί χάνουν τους λόχους τους, ο Παύλος τους συν­τρόφους του. Ρεκάζουνε τα γυναικόπαιδα, αποκαμωμένα γεμίζουνε τον κάμπο παρδαλοί λεκέδες· σωριασμένα εδώ μπουλούκια, εκεί ένα δυο, παρέκει ανάκατα με τους περσότερο αποκαμωμένους στρατιώτες. Στον αέρ’ αχούνε απόβαθα και θλιβερά τα μουγκρητά από τα γελάδια, που σέρνει ή σπρώχνει ο χωρικός, από τα πρόβατα που τα στριμώχνει στη στενή κι αχαλίκωτη δημοσιά, λοχαγοί σταματούν και παζαρεύουνε τ’ αρνιά για τη λαμπρή που ξημερώνει, χωριάτισσες μαζεύουνε τις καραβάνες, αντάρτες τα φουσέκια και τους σάκους που πετούν οι στρατιώτες, τ’ αγγειά του λόχου που παρατά ο σιτιστής, αρπάζουνε τη φλοκωτή βελέτζ’ από τον ώμο της χωριάτισσας.

Ο αξιωματικός γκρεμίζει από της ζαλίγκα άλλης χωριάτισσας το σουβλί, που έχει μπηγμένο εκεί για το αυριανό αρνί και πιάνει το μισόν το δρόμο, ο άλλος κλωτσά, ο άλλος βλαστημά, ο Παύλος βρίζει. Η φαντασία αυτιάζεται κανόνια και βλέπει φέσια κόκκινα μπροστά της, στους πιο δειλούς γίνουνται σκιάχτρα κι οι ροδανθισμένες κουτσουπιές του κάμπου. Καλή λαμπρή στα Γιάννινα! Άρτα καλώς μας ξαναδέχεσαι, φωνάζουνε όσοι δε χάσανε την όρεξη δεν έχω κάτι πια, είναι πληγές οι φτέρνες μου, τέσσερες νύχτες άυπνος, τρεις μέρες νηστικός, σύρε κι έλα αποκάμαμε, ας έρθει ο Τούρκος να μας κόψει! μουρμουρίζουνε στους αξιωματικούς, που θέλουνε να τους σπρώξουνε να πάνε μπρος από τα χείλη και τους όχ­τους των χαντακιών, όπου σωριάζουνται οι αποκαμωμένοι.

*

**

Οι λοχαγοί αγοράσανε φτηνά τ’ αρνιά της Λαμπρής και καπνός και τσίκνα ψηταριάς φουντώσανε την άλλη μέρα τον ανοιξιάτικο αέρα εκεί που μια βδομάδα πριν έσκαβε το χώμα η μπόμπα κι η μπαρούτη κάπνιζε. Ή­ρεμα ξαναευωδιάζουν τα περβόλια, ο Άραχτος τρέχει λαγαρός, φωτεινός και καταπράσινος όλος ο τόπος. Μες την καρδιά της άνοιξης έπεσε το χρόνο αυτό η Λαμπρή. Τα δόντια βυθούνε στα ψαχνά, η όρεξη με­στώνει στο κρέας, οι σουγιάδες ξύνουνε τις πλάτες των σφαχτών για να προφητευτεί η τύχη της εκστρατείας και στα παγούρια, γεμάτα κρασί σήμερα, ξεβραχνιάζουν τα λαρύγγια κι έρχεται η καρδιά στον τόπο της. Μπρε, φευγιό οι παλιότουρκοι και να μην τους κυνη­γήσουμε! Θα ’μαστε τώρα στα  Γιάννινα. Μ’ αν μας αφήνανε κιόλα οι φράγκοι! Δε βλέπεις, μας γυρίσανε πίσω απ’ τα μισά του δρόμου.

Ο Παύλος Γέρακας ξαφνίζεται. Σ’ ένα στενό της Άρτας στέκει μπροστά του. Κρυμμένος κάτω από την καπότα ο κατιφένιος ντουλαμάς κι η χρυσοκεντημένη σκούφια γυρισμένη ανάποδα.

«Στα Γιάννινα θα σμίγαμε.»

«Δεν τους αφήνεις! Ο πόλεμος θέλει παρά. Μ’ εκθέσανε.»

Οι σταυραετοί είχανε βγει για πλάτσικα, μα στα βράχια του Τζουμέρκου πού να βρεθούνε πλιάτσικα. Τώρα γυρεύουνε λουφέ. Θυμηθήκανε τις γυναίκες τους και τα παιδιά που πεινούνε πίσω. Ο ψηφοφό­ρος βγαίνει κάτω από τον αντάρτη κι ο Βασίλης Μπέλιας δε ζώστηκε την πάλα του παππού του για να μαζέψει μαύρα. Άκουσε πως π’φτ’ η κυβέρνηση και θα γίνουνε σίγουρα εκλογές. Έχασε τη δόξα να πάρει το Συρράκο, πρέπει να χάσει τώρα και το βουλευτιλίκι;

Ο Παύλος ξυπνά σαν απ’ όνειρο βαρύ και σα σε όνειρο γυρίζει στους στενούς τους δρόμους, γεμάτους πάλι από αντάρτες και στρατό. Οι γαριβαλδινοί παρδαλεύουνε περισσότερο το θέαμα με τις ολοπόρφυρες στολές τους. Μερικοί κοβαλούνε στον ώμο αρ­νιά σφαγμένα και γυρεύουνε φούρνο να τα ψήσουνε. Μα λαμπρή μέρα σήμερα κι είναι τα μαγαζιά κλει­στά. Στρατός κι αντάρτες γυρεύουνε κρασί και θέ­λουνε καπνό. οι πόρτες σπάζουνε κι οι αδερφοί Ιταλοί βοηθούνε στη ρεμούλα.

Ένας λεβέντης, τσιγκέλι το μουστάκι του, στέμμα στο φέσι, σταματά τον Παύλο:

«Δε με γνωρίζεις; Είμ’ ο Νύσο Νακακήτσας, φίλος του σπιτιού σου. Μου πήρανε αγγαρεία το κάρο μου και τ’ άλογο. Να ζήσεις, τρέχα γλήγορα να μου το βγάλεις.»

«Έχασα το λόχο μου· δώσ’ μου γράμμα στο λοχαγό μου. Το ξέρω, είναι φίλος σου», τον παρακαλεί παρέ­κει ένας φαντάρος, από τον τόπο του κι αυτός.

«Νουνέ, δώσ’ μου ένα τάλαρο και θα με σώσεις», κι η βόχα του κρασιού έπνιξε τον Παύλο. Βαφτιστι­κός της μάνας του ήταν αυτός, αντάρτης δεν πήγε, λέει, κοντά στον Μπέλια κι ας του ’δωσε ένα κατοστά­ρικο κι ας του ’ταξε λαγό με πετραχήλια. Όσο είναι ζωντανός δεν προσκυνά άλλη πόρτ’ απ’ της νουνάς του.

Ο Παύλος τρέχει να ’βγει όξω από την πόλη.

Χόρτασε και δω φαγί τ’ ασκέρι και ξαπλωμένο στα λιοστάσια ξεκουράζει το αποκαμωμένο κορμί. Άλλοι κοιμούνται, άλλοι ψειρίζουνται στον ήλιο. Μερικοί κάμανε κύκλο κάτω από ένα πλάτανο και κουβεντιάζουνε.

«Είδατε πουθενά Τούρκο να μας κυνηγά; Γιατί να υποχωρήσουμε; Γιατί ν’ αδειάσουμε τον τόπο;· «Κάτι θα τρέχει!». «Ξένος δάχτυλος!»

«Στα ’78 δε μας γελάσανε; Στα ’86 δε μας αποκλείσανε; Και τώρα μας γυρίζουν πίσω».

Να γελάσει ο Παύλος ή να θυμώσει; Γιατί να μην πιστέψει προδοσία κι αυτός; Φεύγοντας χτες μη δε ρωτούσε: γιατί φεύγουμε;

Κάποιος του χτυπά τον ώμο άξαφνα και τον ξυπνά από τους στοχασμούς.

Δε βγήκα γω πιο κερδισμένος που γλύτωσα τους κόπους; Δε σας τα ’λεγα; Και σεις τι βγάλατε;»

Έφεδρος με πολιτικά ήταν αυτός. Γιος κάποιου σταφιδέμπορου της Πάτρας, αποσπασμένος σε γρα­φείο από την πρώτη μέρα που παρουσιάστηκε. Όταν άνοιξε ο πόλεμος, τόνε δώσανε συνοδό σε δυο Άγγλους δημοσιογράφους. Διηγήθηκε του Παύλου το γλέντι που ’καμε μ’ αυτούς και τόνε χαιρέτησε ύστερα και πάει.

Μια σάλπιγγα χτυπά, ο κύκλος κάτω από τον πλά­τανο σκορπίζει κι ο Παύλος μένει μόνος με τους λο­γισμούς του.

Μαγεία είναι ο Απρίλης εκεί όξω. Μοσχοβολούνε οι λεμονιές, λευκή πλημμύρα τα λιοστάσια, μεθά ο ο­λογάλανος αέρας. Ο νους του Παύλου πετά μακριά, σε ώρες ίσως χαμένες πια για πάντα και το κορμί λυ­μένο από την κούραση, απλώνεται στη ρίζα μιας ελιάς.

Ο ήλιος είχε χαμηλώσει, όταν τον ξύπνησε μια σάλπιγγα που σήμανε και πάλι σύναξη. Οι λόχοι που ήτανε σκόρπιοι μέσα στα λιοστάσια μπαίνανε στη γραμμή, οι αργοπορημένοι σερνόντανε με βήμ’ απρό­θυμο. Θυμήθηκε κι ο ίδιος τους συντρόφους του και τράβηξε κατά την πόλη.

Και κείνοι τόνε γυρεύανε. Οι Τούρκοι δεν κατεβήκανε στον κάμπο, οι ευζώνοι τους κρατούνε το πέρα­σμα σε μια κλεισούρα, του είπανε, σαν τόνε σμίξανε αποβραδίς.

Δεν αργήσανε· την άλλη μέρα, κοντά στο χάραμα, ο Παύλος κι οι σύντροφοί του βρισκόντανε πάλι στα ηπειρώτικα βουνά.

Τρεις μέρες αλλάζουνε τουφεκιές από τα ταμπούρια τους οι ευζώνοι με τους Τούρκους. Πόσοι είναι οι Τούρκοι ποιος τους ξέρει· οι ευζώνοι ένα τάγμα μόνο κι ένα δυο μπουλούκια αντάρτες· κι από ψηλά από το διάσελο βροντούνε αριά και πού δυο τρία κανόνια για ν’ ανάβουνε τα αίματα. Πίσω χιλιάδες ο στρατός, μα μεντάτι δε φτάνει. Ας τουφεκούνε οι ευζώνοι, να λέμε πως πολεμούμε.

Στοίβες, λόφοι ολάκεροι τα ψωμιά στη Στρεβίνα και στο Λούρο. Χάσικες, φρέσκες στέρνουνε γύρω συντάγματα και λόχους τις κουραμάνες οι φούρνοι του στρατού από τη Φιλιπιάδα, ζυμωμένες από τ’ αλεύρια που αφήσανε οι Τούρκοι φεύγοντας — μόνο οι ευζώνοι ροκανίζουνε ψηλά στους βράχους την αδόντιαστη γαλέτα.

«Πόλεμο θέλατε μαθές!» λυσσιάζει ο λοχαγός Λα­γήνας· ξερός ο λάρυγγας, το κέφι θολό, τι σώθηκε το ούζο από προχτές.

«Τι λες μωρέ!»

Πάει να σκάσει από το κακό του με το μαντάτο, που του φέρνει ένας ρέμπελος πως κουβάλησε δυο χι­λιάρικες μπουκάλες τίγκα του συναδέρφου του Παλιούρα, που φυλάγει με το λόχο του τη δημοσιά του Γιανίνου, δυο τρεις ώρες παρακάτω. Του τις έστειλε πε­σκέσι από την Άρτα ο έφεδρος ανθυπολοχαγός του με την παραγγελιά πως αύριο θα γυρίσει. «Ας κά­τσει το παιδί, να κάνει τη δουλειά του, να γράφει στη φημερίδα του· κι αυτό υπερεσία είναι», είπε ο λοχα­γός Παλιούρας.

«Φτάνει να στείλει και κρασί», πρόστεσε ο υπολο­χαγός του λόχου Γιαταγάνας αδράζοντας τη μια μπο­τίλια. Και μηδ’ αυτό, μηδέ τα γάλατα κι οι ζαϊρέδες και τα χλωριά τυριά και τα γιαούρτια. Είναι στάνες εκεί κοντά κι ό,τι θέλεις βρίσκεις.

«Και μεις εδώ να πολεμάμε!» βόγκηξε ο λοχαγός Λαγήνας. «Στ’ οχύρωμα, παλιόσκυλο!» ξεθύμανε, γουρλώνοντας τα μάτια στον υπερέτη του, ξερομερίτη βλάχο, που τέντωσε το αυτί, σαν άκουσε για γιαούρ­τια και χλωρά τυριά.

«Και συ εδώ πέρα τι γυρεύεις;»

«Φουσέκια, αν περισσεύουνε», είπε δειλά, σιμώνον­τας ο Παύλος Γέρακας.

«Δεν πας στο διάολο! Γκιντί! Εδώ που μαζωχτήκατε, κατσικοκλέφτες. Φουσέκια θέλετε για τίποτε ψιμάρνια!»

Ο Παύλος γύρισε τη ράχη χωρίς ν’ απαντήσει.

«Δε μας φτάνει το βρωμάσκερό μας έχουμε και τους σταυραετούς. Εγώ καλά είπα να τους στέλναμε πίσω αμέσως δεμένους», φώναξε κατόπι του ο λοχα­γός Λαγήνας.

Στην άλλη ράχη ήταν ο ξάδερφος του Παύλου ο Βουλοδήμος με τον άλλο λόχο. Αρί βροντούσε και κει το τουφέκι και λευκός καπνός κρεμότανε ανάερα στις τσίμες. Ο ανήφορος ήταν ορθός, ο ήλιος του Απρι­λίου έκαιγε κι ο Παύλος αγκομαχούσε κάτω από τη βαριά καπότα. Κάπου πού χτυπούσε ψόφια στα κοτρόνια κάποιο βόλι.

«Βρε, πώς εδώ;» του φώναξε ο Βουλοδήμος σαν τον είδε;

«Φουσέκια θέλω», απάντησε ο Παύλος κοντανασαίνοντας.

«Κάτσε να ξανασάνεις πρώτα. Έλα έμπα μέσα.

Ο Βουλοδήμος είχε σκαμμένο μες το βράχο ένα βαθύ λαγούμι, στρωμένες χάμω ένα σωρό κουβέρτες και κα­θότανε σταυροπόδι. Δίπλα του το σπαθί, στη μέση ζω­σμένο το πιστόλι, το πρόσωπο του μαύρο και το μου­στάκι ξεχασμένο άστριφτο.

«Τέτοιες ώρες τι να σε φιλέψουμε! Αυτό είναι το προσφάγι μου με την ξερή γαλέτα.»

Κι έδειξε μια τσεπέλα σύκα εκεί μπροστά του. Έλα, πάρε.»

Ο Παύλος κάθισε χάμω κι έκοψε δυο σύκα. «Νερό μην έχεις;»

Να το παγούρι αυτού· μισό νερό και μισό ρόμι. Μη μου τ’ αδειάσεις όλο μοναχά! Μα πώς εδώ; δε μου’ πες!»

«Εδώ κοντά είμαστε και μεις· έχουμε πιάσει στο Ανώγι μια πλαγιά και τουφεκούμε.»

«Καίτε φουσέκια δηλαδή, βαρείτε τα βράχια, σαν και μας. Άκου τι γίνεται και μύτη δε ματώνει.»

Συγκρατητή βοή έφτασε απόμακρα, σαν από άλλον κόσμο, βαθιά στον τράφο του λοχαγού.

«Έχω έναν έφεδρο που ρήμαξε τα φουσέκια με τις μπαταριές. Φουσέκια, είπες, θέλεις και συ; Δεν παίρ­νεις όσα θέλεις! Σάμπως κάνουνε δουλειά κι αυτά, φουσέκια δέκα χρονών! Τώρα φωνάζω το σιτιστή μου και σου δίνει.

Μα φάε καμιά γαλέτα πρώτα, ξανάσανε.»

Ο Παύλος πήρε μια γαλέτα κι ο Βουλοδήμος ξακολούθησε:

Ε τώρα, πώς σου φαίνεται το γλέντι; Δεν είναι όπως σου τα ’λεγα στην Άρτα; Με πορδές δεν βάφουν αυγά, δεν τα βάζουν έτσι με την Τουρκιά. Ήθελα να ’ξερα, πήρε τα Γιάννενα ο Βασίλης Μπέλιας;»

«Στην Άρτα τον απάντησα προχτές.»

«Τα βλέπεις! Πού ’ν’ ο σοφτάς που μου κουνούσε το κεφάλι όταν του τα ’λεγα! Στα Γιάννενα θα τα πούμε, μου απαντούσε. Αίστημα κι όλο αίστημα, μου κοπά­νιζε. Θα μ’ έπαιρνε και για κιοτή, φοβάμαι. Και συ, θαρρώ, το ίδιο θα με παίρνεις που με βρίσκεις εδώ μέσα. Θα ’θελες να με δεις ορθόν στο ταμπούρι, να δεί­χνω ίσως των Τουρκών ό,τι τους έδειχνε ο Καραϊσκά­κης. Άλλοι ήτανε τότες οι καιροί».

«Κι οι άνθρωποι άλλοι», είπε ο Παύλος.

«Οι καιροί κάνουν τους ανθρώπους, Παύλο», απάν­τησε ήσυχα ο λοχαγός. Ας έσφιγγε και τώρα το λουρί, ας καθότανε στο σβέρκο ο Τούρκος κι έβλεπες πώς θα πολεμούσε ο καθένας. Μα με φούμαρα και με κα­πνούς, με ρέμπελους και με σοφτάδες δεν γίνουνται πολέμοι στον καιρό μας.»

Ο Παύλος έκαμε κάτι να πει, μα ο Βουλοδήμος δεν τον άφησε.

«Σούσουρα μόνο γίνουνται, σούσουρα κι αντάρες σαν και τούτη», ξακολούθησε υψώνοντας λίγο τη φωνή· «τ’ άχερο δε βαστά φωτιά, Παυλάκη, φουντώ­νει μονάχα μια στιγμή και σβήνει. Πρώτη φορά τα βλέπεις εσύ, ρώτα και μένα που ’μαι μικρομαθημένος.»

Βγήκα και γω αντάρτης στα νιάτα μου, πήγα με το νου μου στην Πόλη.

«Έ, θα τα δεις και συ και θα ξεθυμάνεις.»

«Άκου, άκου, μπαταριές μου κάνει πάλε ο ανθυπο­λοχαγός μου, όσο να ξεθυμάνει κι αυτός.»

«Μπαμ, μπουμ, να βρισκόμαστε σε δουλειά, να χα­λούμε φουσέκια, να παίζουμε σαν τα παιδιά.»

Ο γιατρός του τάγματος, κοντόχοντρος, μισόκοπος άντρας, παρουσιάστηκε άξαφνα κι έκοψε τη συνέχεια.

«Έλα, γιατρέ, κάθισε· μας φέρνεις τίποτε χαμπέ­ρια;»

Ο γιατρός μάζεψε τους ώμους:«Τι να σας φέρω!»

«Ο ταγματάρχης μας, τι λέει; Έμαθε τίποτα; Πού άλλου πολεμάμε;»

Ο γιατρός σούφρωσε τα χείλια κι ένα χαμόγελο έ­δωσε ύψη έσβου στο μαυριδερό, άνιφτο κι αχτένιστο πρόσωπό του.

«Κι οι λαβωμένοι σου τι κάνουνε;»

«Μου σώθηκε το ρετσινόλαδο και το κινίνο. Οι μισοί μου ’ρχουνται γι’ άρρωστοι», μισοθύμωσε ο για­τρός.

Ο Βουλοδήμος κούνησε το κεφάλι:

«Τι να σου κάμουνε κι αυτοί! Η αγρύπνια κι η ξε­ρή γαλέτα. Τρεις μέρες στα προχώματα, χωρίς ν’ αλλάξουνε. Ήθελα να ’ξερα τι κάνει πίσω τόσο ασκέρι;»

«Μα να ’τανε κορφιάτες κάνε!» θύμωσε σωστά ο γιατρός, «μα Ρουμελιώτες και κιοτήδες δεν το περίμενε κανείς.»

Νέα ομοβροντία ακούστηκε απόμακρα· ο γιατρός που έστεκε ως τώρα ορθός, ο μισός όξω από τον προμαχώνα του λοχαγού, έσκυψε να χωθεί όλος μέσα.

«Πέστε τα με τον ξάδερφό μου εδώ· εγώ πάω α­πάνω μια στιγμή να δω τι γίνεται», είπε ο Βουλοδή­μος και σηκώθηκε. «Θα πω του σιτιστή να σου δώσει φουσέκια», πρόστεσε του Παύλου και βγήκε από τον κρυψώνα.

Μα δεν πρόφτασε να προχωρήσει· ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός τόνε σταμάτησε γοργανασαίνοντας:

«Κύριε λοχαγέ, οι Τούρκοι πολεμούν να υπερφαλαγγίσουν το αριστερό μας, όπως φαίνεται από τη διεύθυνση των πυρών τους· γι’ αυτό διάταξα συχνές ομοβροντίες. Πρέπει να ενισχυθεί το αριστερό μας κι ένα τμήμα να πάει να καταλάβει την κορυφή απέ­ναντι.»

«Με τι να ενισχυθεί, παιδί μου, το αριστερό μας και πού να βρεθεί το τμήμα; Απ’ το βράχο να το κόψουμε; Έλα, πάμε μαζί στον ταγματάρχη», απάν­τησε ήσυχα ο λοχαγός.

«Εμείς πηγαίνουμε», πετάχτηκε ο Παύλος όξω.

«Πόσοι είσαστε;» ρώτησε ο ανθυπολοχαγός.

«Δεκάξι.»

Ο Βουλοδήμος χαμογέλασε: «Στάσου να πάρεις πρώτα τα φουσέκια.—Σιτιστή», φώναξε του σαλπιστή που έστεκε μερικά βήματα παρέκει πίσω από μια πέτρα.

«Πες, γιατρέ να ζήσεις, από μέρος μου του σιτι­στή να δώσει φυσίγγια του παλικαριού και γαλέτ’ αν θέλει», πρόστεσε κι έφυγε με τον ανθυπολοχαγό, ενώ η σάλπιγγα έκραζε το σιτιστή.

«Καλό παιδί, δραστήριο και με γνώσεις, είπε ο γιατρός του Παύλου δείχνοντας τον ανθυπολοχαγό του Βουλοδήμου. «Δεν του το ’χε κανένας, σα μας ήρθε στην αρχή στο τάγμα· έφεδρος λέγαμε και νησιώτης κιόλα. Κάποιος μάλιστα συνάδερφος τον ήξερε και για σοσιλιαστή.»

«Σοσιαλιστή;» διόρθωσε ο Παύλος μηχανικά.

«Ξέρω γω, φίλε μου; Στην ψυχή μου δεν τον παίρνω. Όπως τον βλέπω μάλιστα, δεν το πιστεύω». Κι ο γιατρός τεντώθηκε στο γιατάκι του Βουλοδήμου και μαδώντας έν’ απάνω στ’ άλλο τα σύκα της τσεπέλας, ξακολούθησε σα σε μονόλογο:

«Ναι, φίλε μου, νησιώτης. Μια ιδέα ήτανε κι αυτή για τους Ρουμελιώτες. Πάει, θα μας πάρουνε πια το ίρτσι οι Μοραΐτες. Ακούς εκεί Ακαρνάνες και να τρέμουνε το τουφέκι! Ο ταγματάρχης πάει να σκάσει απ’ το κακό του». Όσο που ήρθε ο σιτιστής κι ο Παύλος τον ακολούθησε.

 

Περνούνε φαράγγια, ανεβοκατεβαίνουνε ζυγούς, σκαρφαλώνουνε βράχους ο Παύλος Γέρακας κι οι δε­καπέντε σύντροφοί του. Ο ήλιος του μεσημεριού τσούζει, ο ίδρωτας τρέχει, τα γόνατ’ αποκάνουνε, τέν­τωσε και λύγα. Πού βρίσκονται, πού πάνε, δεν ξέρουνε. Μόνος οδηγός τους είναι ο βρόντος των του­φεκιών, μια τον ακούνε από τα ψηλώματα, μια τόνε χάνουνε από τα βάθη των λαγκαδιών.

Κάπου τραγουδεί μια βρύση και φουντώνει ο ίσκιος· στέκουνται, ξεδιψούνε και ξανασαίνουνε. Κι ύστερα ξανανέβα και ροβόλα και πάντα λόγγοι, δρυμοί, φουντώματα, θόλοι και χλοϊσμένα ξάγναντα και βοσκοτό­πια ειρηνικά. Εδώ βαθιοί γκρεμοί και ξεραΐλα βρά­χων, παρέκει ειδύλλια λαγκαδιών με άνθους στρωτούς κι ανάβρες γάργαρες περνούνε γοργά στα μάτια σαν όραμα στιγμής.

Ο Παύλος θυμάται το λόγο του ξαδέρφου του· τα Γιάννινα δεν παίρνουνται με τους σοφτάδες, δεκαέξι αντάρτες δεν κρατούνε το κύκλωμια του Τούρκου. Βοήθεια ζήτησε ο διοικητής των ευζώνων· είτε δεν ήρθε είτε άργησε, ο εχτρός προχώρεσε. Οι αντάρτες το μαντεύουνε από το τουφεκίδι που πυκνώνει, από τον απανωτό βρόντο των κανονιών. Τρεις ώρες περπα­τούνε να φτάσουνε στο βράχο, που δεσπόζει το δεξιό του εχτρού, και βρεθήκανε μακρύτερα. Άδικα αλαφρώσανε το λόχο του Βουλοδήμου από τα φουσέκια. Από την κορφή που σταθήκανε, τα βόλια δε φτά­νουνε τον εχτρό· κι αν θέλουνε να πάνε πιο σιμά, το ποτάμι κόβει ανεπάντεχα το δρόμο. Δεν τους μένει άλλο παρά ν’ αγναντεύουνε και να ξαποστάσουνε.

Τσακίζ’ η μέρα και το αγέρι φυσά σιγαλινά.

Πράσινα, καταπράσινα κι οι ράχες κι ο στενός ο κάμπος. Πού, πού μόνο οι ανθισμένες αγραπιδιές λευ­κοροδίζουν απαλά κι ο ποταμός, φίδι εκεί κάτω, μια χάνεται και μια ασπρογυαλίζει.

Και μακριά, μέσ’ από τα δέντρα, κάτι σα σπίτια, σαν καλύβια φαίνουνται και κάποια μαυράδια αργοσαλεύουνε πέρα στον καμπάκη. Τάχα είναι Τούρκοι ή ραγιάδες χωρικοί, ή άλογα μόνο και γελάδια; Κι η ασπριδερή λουρίδα εκεί ζερβά, στο ριζιμιό, στο βά­θος, τι να ’ναι; μην ο δρόμος των Γιαννίνων; Δεν πάμε κείθε; Δε μας είπανε πως τον φυλάγει δικός μας στρα­τός; — Μα ακούστε πως βουίζει το κανόνι. Να κι ο καπνός. — Πού; πού; — ψηλά, απάνω στο ζυγό, κοντά στο διάσελο, στην κορφή που τη στερνοφωτίζει ο ήλιος.

Κι οι ομοβροντίες δεν παύουνε, ολοένα και δασεύουνε, ακούγονται τώρα συγκρατητές.

«Τόσο κοντά και να μη φαίνεται καπνός!»

«Πού να τόνε δεις: Η μάχη γίνεται βαθιά στην κλεισούρα.»

«Μα το κανόνι σώπασε· δε φαίνεται καπνός ψηλά!».

«Άκου το πάλε· κι ο καπνός νάτος πιο κάτω, στον από δώθε το ζυγό.»

«Το τουφεκίδι δυναμώνει. Κάνουνε γιουρούσι.»

«Ποιοι;»

«Οι Τούρκοι· τι οι δικοί μας;»

«Ποιος ξέρει, μπορεί να ’φτασε βοήθεια.»

«Πώς να ζύγωνε κανείς!»

«Δεν πάμε πίσω; Δεν παίρνουμε τον ίδιο δρόμο;»

«Φτάνει να τον βρίσκαμε!»

Η έφοδο βαστά ώρα· μα το τουφέκι αδυνατίζει λίγο λίγο, παγαδιάζει σιγά σιγά. Το κανόνι σώπασε κι αυτό, όλα σωπάσανε σε λίγο. Έπεσε κι ο ήλιος και πλακώσανε ίσκιοι τα βουνά και το σούρπωμα θόλωσε ολόγυρα τις ράχες. Σιγή, ερημιά έχει απλωθεί, μόνο το κρύο αγέρι του βραδιού σφυρίζει στο κορφοβούνι θλιβερά.

«Τώρα τι κάνουμε;»

«Να ξέρομε μονάχα τι έγινε!»

Τ’ αστέρια βγαίνουνε και τρεμοφεγγίζουνε βουβά κι αδιάφορα. Οι αντάρτες αυτιάζουνται μήπως ακούσουνε πουθενά κουδούνια ή γαυγίσματα σκυλιών. Ακούνε μόνο τ’ αηδόνια  που λαλούνε.

Ξάφνω αρχίζουνε ν’ ανάβουνε φωτιές προς τα μέρη που έβραζε η μάχη αποβραδίς. Πάντα και νέα φλόγα ξεφυτρώνει, πάντα κι άλλη.

Κι όλο δώθε φτάνουν κι όλο πληθαίνουνε κι όλο και μεγαλώνει κάθε φλόγα. Χωριά θα καίγουνται!

«Μην προχωρέσαν οι δικοί μας;»

«Και θ’ ανάβανε φωτιές; Θα καίγανε ρωμέικα χω­ριά;»

«Μα να, ανάβουνε κι αποδώ, από τ’ άλλο μέρος. Δεν είδαμε αυτού το δρόμο των Γιαννίνων; Δικοί μας εί­ναι κει.»

«Δικοί μας, ξένοι — οι φωτιές μας ζώσανε.»

«Τι κάνουμε;»

«Πού θέλετε να πάμε;

«Πίσω όπου μας βγάλει ο δρόμος.»

Άδικα ψάχνουνε να βρούνε δρόμο στο σκοτάδι οι αντάρτες. Μπερδεύουνται στα μονοπάτια, παραστρα­τούνε στις λαγκαδιές, τα χάνουνε μες τα ρουμάνια και ξανασκουντάβουνε στο ποτάμι. Ένα κομμάτι ουρανός με αστέρια αδιάφορα, και μπρος και πίσω και τρι­γύρω λόγγοι και βουνά και σάρες· κι αν φαίνεται άνοιγμα κάπου, μπροστά τους νέα φωτιά.

«Δεν καρτερούμε την αυγή;»

«Χαρά στον που τον βρει η αυγή!»

«Λεβέντη, μου δείλιασες!»

«Τι δείλιασα! Θα πάμε όλοι δεμένοι στα Γιάννινα».

Με χωρατά και με πειράγματα γυρεύουνε να κρύψουνε τον τρόμο. Σε κάθε ανήφορο, κάθε κατήφορο δεν ξέρουνε αν πάνε πίσω ή εμπρός. Ατέλειωτη κι η ώρα και το δάσος. Τώρα περνούν ένα ζυγό και τ’ απονύχτερο φυσά κρύο εκεί ψηλά. Πού να ’μαστε, ξαναρωτιούνται. Οι φωτιές χαθήκανε. Δεξιά να κάμουμε ή ζερβά, πού ’ναι ο βοριάς και πού ’ναι ο νότος; Δε γνωρίζει κανένας σας τ’ αστέρια;

Ανεβήκανε λαχανιασμένοι στην κορφή. Ξαγναντίσανε να μετωρίζει λειψό το μισοφέγγαρο απάνωθέ τους· μεγαλόπρεπο, σπαθάτο, ματωμένο και πυρό. Ανατριχιάσανε. Πίσω, παιδιά! Εδώθε πάει ο δρό­μος στη Στρεβίνα. Σοφτάδες! Σοφτάδες! ακούει ο Παύλος από πίσω του τη φωνή του Βουλοδήμου και χαμηλώνει στο σκοτάδι τα μάτια του. «Τι φεύγουμε;» δε ρωτά κανένας, κανείς δε μουρμουρίζει, κανένας δε θυμώνει κι ο αντάρτης ποιητής ξέχασε τη λίμνη των πόθων.

Περνούνε τώρα ορθή, κακόβατη πλαγιά· το βουνό ψηλό σαν κάστρο, κάτωθε βούιζε ο βυθός, ποτάμι θα γκρεμιζότανε στους βράχους. Δασά κοντόρεικα, αγκαθερά χαμόκλαδα φράζανε το μονοπάτι. Σταματήσανε μια στιγμή, άλλοι ορθοί, άλλοι καθίσανε. Ένας τους σα ν’ αφικράστηχε κάτι. Δεν ήτανε τίποτε· κανέν’ αγρίμι θα πέρασε στο σύδεντρο. Προχωρέσαν πάλι. Από ένα σύρραχο σ’ άλλο λαγκάδι. Μα ξανασταματήσανε. Δεν είναι πάλι τίποτες. Κουκουβάγια σκούζει. Σα να μη φτάνει ο τρόμος!

«Κάποια χαλάσματα, έρμη κούλια θα ’ναι δω», είπε ο πλαγινός του Παύλου.

«Χαλάσματα, χαλάσματα.»

Τα είδανε να θαμπογράφουνται στη ράχη και τρα­βούνε σιωπηλοί. Μα όπως κατεβαίνουν την πλαγιά το ποτάμι ξανασέρνεται μπροστά τους κι η οχτιά είναι απάτητη. Πίσω! πού πίσω; Ζερβά πηγαίνει έν’ άλλο μονοπάτι. Στην τύχη, όπου μας βγάλει.

Ξαναξεκινούνε. Το πόδι πατά στο σκοτάδι αντικιαστά κι οι πέτρες κυλούνε στον γκρεμό, όπου βογκά ο καταρράχτης. Ξαναλαφιάζουνται. Έπεσε κάπου τουφέκι· και δεύτερο και τρίτο.

«Τώρα είμαστε καλά!»

«Ίσια στην κορφή ανεβάτε, να πιάσουμε τη ράχη», προστάζει ο αρχηγός.

«Ίσια!»

«Ας την ανέβει όποιος μπορεί.»

Δεν ακούστηκε άλλη τουφεκιά, μα μια ράχη κλείνει τώρα το δρόμο και κάτι σαν αντάρα, σαν καπνός φαί­νεται πίσω από την κορφή της. Δίχως άλλο χωριό θα καίγεται.

«Τι θέλουμε αυτού ψηλά; Ζερβά να κάμουμε.»

«Ζερβά είναι το ποτάμι.»

«Και δεξιά τα Γιάννινα.»

«Πίσω, πίσω! Οι Τούρκοι κατεβαίνουνε!»

Μα πού να βρεθεί ο δρόμος πίσω; Ίσια λοιπόν κι ό,τι θέλει ας γίνει. Τα στουρνάρια δεν είναι μαλα­κότερα και δω, κι άλλονε βαρά το παλιοτσάρουχο, αλ­λουνού σακατεύει τη φτέρνα η μπότα. Και τα φουσέ­κια πάνε δέκα οκάδες.

Ξεψυχισμένοι ανεβήκανε τη ράχη. Ούτε αντάρα, ούτε καπνός· ούτε χωριό βλέπουνε να καίγεται. Τι να ’τανε; Να γελαστούνε τόσοι νομάτοι! Η καρδιά ήρθε στον τόπο της, ανασαίνουνε μια στιγμή και ροβολούνε τη ράχη από το άλλο πλάγι. Μ’ άξαφνα πάλι λαγγεύει και σταματά ο μπροστινός:

«Σιγά, παιδιά, σταθείτε· πατήματα.»

«Να, δεν ακούς;»

«Πατήματα είναι, αλήθεια.»

«Έρχουντ’ ίσια προς τα δω.»

«Αναμερίστε, πιάστε την πλαγιά. Γεμίστε τα του­φέκια !»

Παραμερίσανε όλοι και ταμπουρωθήκανε στο σκο­τάδι.  Βαστούνε την ανάσα, μα οι καρδιές χτυπούνε σα σφυριά στις πέτρες, όπου ακουμπά το στήθος. Τα πατήματα προχωρούνε αγάλια· δεν είν’ ένας, είναι πολλοί· τους κρύβουνε τα κλαριά και το σκοτάδι.»

«Μην κουνηθεί κανείς, αφήστε να ζυγώσουνε.

«Να τοι, δες, σειούνται τα κλαδιά.»

«Ρώτα ποιοι ’ναι, πριν ζυγώσουνε!»

«Τις ει;»

Καμιά απόκριση.

«Τις ει; Τις ει;»

Τα κλαδιά ανταρευτήκανε, σάλαγος τάραξε το σκο­τάδι.

«Έρχουνται απάνω μας», μουρμουρίζει μια φωνή. Μπαμ! Μπουμ! Ο θόρυβος τριπλώνει, σκορπά· τρίζουνε κλαδιά σα να σπάζουνε και βροντούνε λιθάρια στον γκρεμό.

Τούρκοι θα ’τανε και φύγανε σαν ακούσανε τουφέ­κια. Οι αντάρτες ανασάνανε· σηκωθήκανε. Μα τώρα ποιος τραβά μπροστά, μα και ποιος πρωτολέει το: πάμε πίσω;

«Σταθείτε, δεν ακούτε κει;»

«Σα βογκητό!»

«Και μένα μου φάνηκε πως κάτι σωριάστηκε με την τουφεκιά».

Ο ένας ντράπηκε τον άλλο και προχωρήσανε στο μονοπάτι.

Ένα γελάδι ξαπλωμένο χάμω αργοσπάραζε τα πι­σινά του πόδια.

«Ποιος έριξε;» ρωτά ο ένας τον άλλον και προ­χωρούνε παραπέρα.

«Σοφτάδες! Σοφτάδες!» ακούει πάντα τη φωνή του Βουλοδήμου ο Παύλος καθώς τρέχει στο σκοτάδι.

Μα το σκοτάδι άρχισε ν’ αριώνει κι ο δρόμος των παλικαριών μες την τραχιά ερημιά δε βρίσκει τέλος. Ορνίθια αυτιαζόντανε, μα ανθρώπινη κατοικία δεν απαντούσανε. Κάπου πέρασαν ένα ρημοκλήσι, μα κι αυτό χωρίς καντήλι κι ο μύλος, όπου σταματήσανε σε μια άγρια λαγκαδιά, κλειστός, ρημαγμένος και κείνος· βογκούσε το νερό, μα η φτερωτή τουδεν ανάδευε.

Ξάφνω ένας ξεχώρισ’ έναν ίσκιο στο θαμποχάραμα· άνθρωπος ήτανε κι έφευγε: «Έ, πατριώτη! Τούρκος, φάντασμα, ό,τι κι αν είσαι στάσου!»

«Τι θέλετε;»

«Να μας δείξεις το δρόμο στη Στρεβίνα.»

«Στρεβίνα γυρεύετε δω; θα φτάσουνε κει οι Τούρ­κοι πριν απ’ τ’ εσάς;»

«Τι; Τούρκοι; Πού είναι οι Τούρκοι; Τι έγινε; Πες τι ξέρεις.»

«Να, πλακώσανε, τσούζουνε φωτιά, αλί και τρισαλί μας τους ραγιάδες.»

«Γλήγορα δείξε μας το δρόμο στη Στρεβίνα.»

»Στρεβίνα δω; εδώ ’στε στον Αϊ Γιώργη. Μη στέκεστε, σύρτε να σμίξτε το στρατό.»

«Βγάλε μας στο δρόμο!»

«Πάω να γλυτώσω τα γελάδια, ορέ, να τα λακίσω στα ρουμάνια.»

«Γλύτωσε μας πρώτα.»

«Αμάν, βρε παλικάρια.»

Μια κάνα πιστολιού γυάλισε απάνω του μέσα στο θάμπωμα κι ο ραγιάς υπάκουσε. Κάμανε φτερά το πόδια. Δεν τα χτυπούσε πια τσαρούχι, δεν τα έσφιγγε μπότα, τ’ αχρείαστα φουσέκια σκορπίσανε μες τα ρου­μάνια. Χάραζε η αυγή όταν ο Παύλος κι οι συντρόφοι του περνούσανε το ξύλινο γεφύρι του πόταμου που τους έβγαινε παντού μπροστά όλη τη νύχτα.

Τρεις ώρες έστεκε στο πόδι εκεί ένας λόχος και περίμενε να κατεβεί ένας άλλος από το βουνό, να υποχωρήσουνε μαζί. Τον ειδοποιήσανε από τα μεσάνυχτα, ήρθε η αυγή και κείνος δε φαινότανε. Με βιά κρα­τούσανε οι αξιωματικοί το λοχαγό, που ήθελε να μην περιμείνουν άλλο. Οι στρατιώτες μουρμουρίζανε και βλαστημούσανε.

«Πήγες, μωρέ, του το ’πες;» ρωτούσε και ξαναρω­τούσε ο λοχαγός ένα λοχία.

«Τι ψέμα θα σας πω;»

«Και τι σου απάντησε;»

«Μ’ έβρισε καθώς σας είπα.»

«Πού το ’βρηκε στα κατσάβραχα και το ’πιε!» έλεγε ο λοχαγός στους δυο άλλους αξιωματικούς.

Προσμένανε το λόχο του Παλιούρα κι ο σταυραε­τός, που έφερε χτες το μήνυμα του λοχαγού Λαγήνα για τες δυο χιλιάρικες μπουκάλες, δεν είπε ψέματα.

«Δεν το κουνώ αποδώ», απάντησε ο Λαγήνας, σαν του μηνύσανε να υποχωρήσει· «Στα ταμπούρια!» φώ­ναξε στα «ταμπούρια, παλικάρια!»

«Και γω το πίνω, μα ως αυτού δεν κατανταίνω», έλεγε μέσα του ο υπολοχαγός Γιαταγάνας, εκεί που σύνταζε το λόχο για την υποχώρηση.

Τρομάξανε να βάλουνε τον αγριεμένον καπετάν Παλιούρα στο άλογο, που είχε ο λόχος για να σέρνει τα φουσέκια. Παρατήσανε αυτά και φορτώσανε το λο­χαγό τους.

«Πού πάμε, ορέ; Στα Γιάννινα θα πάμε, ποιος το λέει να πάμε πίσω;» φώναζε ο λοχαγός.

«Αχά, στα Γιάννινα!» ρέκαζε κι ο λόχος ροβολών­τας στο σκοτάδι από τα βράχια, όσο που έφτασε μαζί με την αυγή στο ξύλινο γεφύρι του Λούρου με τα πράσινα, κοιμισμένα νερά.

 

Ο ήλιος βρήκε και στρατό κι αντάρτες στο μεγάλο δρόμο. Πήγαινε ολόισα στην Άρτα και δεν είχανε πια φόβο να τόνε χάσουνε.

Το ξάδερφό του Βουλοδήμο ξαναπάντησε ο Παύλος Γέρακας κοντά στο γεφύρι της Άρτας. Τον είχε βα­ρέσει και κείνον το τσαρούχι και γύριζε με τους ευζώνους του καβάλα σ’ ένα παλιομούλαρο.

«Ε πως τα βλέπεις τώρα, ξάδερφε; Ξανασμίξαμε», φώναξε του Παύλου, σαν τον αντίκρισε. Ο Παύλος τόνε σίμωσε: «Μα δε μου λες, πως έγινε;» ρώτησε 

«Πώς θες να γίνει! Να, σβάρνα μας πήρανε, σβάρνα πήραμε και μεις τους άλλους από πίσω κι όποιος πρωτοφύγει. Κρίμας μονάχα το παιδί, τον έφεδρο ανθυπολοχαγό μου· ήθελε να μου σηκωθεί ορθός σαν τον Καραϊσκάκη και του τη φυτέψανε στο γόνα. Θα τον ξεθυμάνουνε κι αυτουνού τα αίματα, ο γλυτώσει.

Είπε ο λοχαγός και χτύπησε με την άκρη από το καπίστρι το κουτσό μουλάρι. Δεν ήθελε να μείνει πίσω από το λόχο του.

Ο Παύλος στάθηκε και περίμενε τους συντρόφους του. Ίδιο μουλάρι έφερνε πίσω και τον αντάρτη ποιητή, χτυπημένον κι αυτόν από την μπότα. Ερχό­τανε δίπλα δίπλα με το λοχαγό Παλιούρα, παλιό του γνώριμο. Σκυφτά είχανε τα κεφάλια τους και κουβεντιάζανε ήσυχα· η όψη και των δυο έδειχνε πως είχαν ξεμεθύσει.

 

 

αρχή