ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ


 

 

Πληροφορίες για τον Δημήτριο Α. Κορομηλά στο Ε.ΚΕ.ΒΙ. ΕΚΕΒΙ

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΚΟΝ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΝ, ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ του ΣΚΟΚΟΥ, έτος 6ο του έτους 1891.

Έγινε ορθογραφική αναπροσαρμογή.

 

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ

ΔΙΑΛΟΓΗ

ΥΠΟ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α. ΚΟΡΟΜΗΛΑ

Εν τω μεγάλω ξενοδοχείω της Κηφισιάς δίδεται μέγας χορός υπέρ των πτωχών της πόλεως.

Τα εισιτήρια εγένοντο ανάρπαστα σχεδόν από της πρώτης ημέρας, καθ' ην εξεδόθησαν προς πώλησιν. Ο σκοπός ήτο ιερός, η διασκέδασις εύωνος· τι άλλο ηδύνατο να ζητήσει ο ταπεινός λιμοκοντόρος, όστις εξ ασαφών διηγήσεων εγνώριζε περί των χορών του υψηλού των Αθηνών κόσμου; Και είχε διαδοθεί μετ' επιτάσεως ότι τον χορόν θα ετίμα η αρίστη της κοινωνίας τάξις όπως δώσει πρώτη το παράδειγμα της ελεημοσύνης εν ενώσει προς την τέρψιν. Η ευκαιρία ήτο μοναδική. Θα έβλεπεν επί τέλους και αυτός φαίνωμον την ωραίαν δεσποινίδα Ο..., περί ης τόσα ελέγοντο από στόματος εις στόμα· την χαρίεσσαν και κομψήν Ε... ην περιέγραφον οι πινακιδογράφοι των εφημερίδων διά των ζωηροτέρων χρωμάτων, την ευθυτενή απόγονον των Καρυατίδων του Ερεχθείου Ζ... ήτις ουδέ καταδέχεται ν' ατενίσει άνθρωπον καθ' οδόν εκ φόβου μη μολύνει το βλέμμα της, και τόσας άλλας δεσποινίδας επί κάλλει θαυμαζομένας, και δεσποίνας και υπουργούς, και πρέσβεις, και ναυάρχους, και, και, και... όλα ταύτα αντί δέκα δραχμών μόvov.

Αυτός, όστις μέχρι της χθες εφοίτα εις όλους τους δυσωνύμους μπαλμασκέδες των Αθηνών και του Πειραιώς συγχρωτιζόμενος προς ανθρώπους της κατωτάτης κοινωνικής υποστάθμης, προς γυναίκας αίτινες μετέρχονται παρέργως το επάγγελμα της ζυθοπώλιδος, θα ίδει επί τέλους άλλον κόσμον, και, τις οίδε, θα δυνηθεί να χορεύσει κατά τον έγκυκλον τουλάχιστον μετά τινος δεσποινίδος, ην βλέπει ενίοτε ως αμαζόνα και δεν τολμά ν' ατενίσει αρκούμενος εις την εισπνοήν του κονιορτού, ον καταλείπωσι τα πέταλα του ίππου της.

Αφού έχει δέκα δραχμάς προς αγοράν του εισιτηρίου του, άλλας τόσας προς ενοικίασιν επισήμου περιβολής και το απαιτούμενον ποσόν, ίνα πληρώσει το εισιτήριόν του εν τω σιδηροδρόμω διατί να μη απολαύσει και αυτός της γενικής ευχαριστήσεως; Αι διασκεδάσεις δεν είναι αποκλειστικόν προνόμιον των υψηλών λιμοκοντόρων μόνον, είναι και των ταπεινών, κατά μείζονα δε λόγον εάν έτυχε να επισκεφθώσι και τας Ευρώπας, δια μίαν οιανδήποτε αιτίαν, και είναι τόσαι σήμερον ένεκα των ευκολιών, ας παρέχει ο σιδηρόδρομος και ο πολλαπλασιασμός των ατμοπλοϊκών εταιριών. Αι δέκα δε δραχμαί προς αγοράν εισιτηρίου εις χορόν υπέρ των πτωχών δίδουσι το δικαίωμα εις πάντα ελεήμονα να επιβεί του σιδηροδρόμου Αττικής και να εμφανισθεί εις την θύραν του μεγάλου ξενοδοχείου της Κηφισιάς.

Η αίθουσα είναι κατάφωτος· έξω οι ενετικοί φανοί προσδίδουσιν εις τον κήπον μαγευτικήν όψιν· η εσπέρα είναι γλυκυτάτη, εσπέρα θερινή, προκαλούσα ρεμβασμούς, περιπλανήσεις, όνειρα... Η υψηλή των Αθηνών κοινωνία ετήρησε τον λόγον αυτής και προσήλθεν αν ουχί αθρόα, εκλεχτή όμως. Εν τω πλήθει, όπερ είναι πυκνόν, συνωστίζονται δύο υπουργοί — εξ ων ο εις πάντοτε εις αναζήτησιν ωραίων δεσποινών, ας εννοεί να τιμήσει προσφέρων τον βραχίονα και περιδιαβάζων επιδεικτικώς προς μεγίστην ευχαρίστησιν της πετεινομυάλου κυρίας, ήτις νομίζει ότι κάτι κατόρθωσε, διότι ερείδεται νωχελώς επί υπουργικού βραχίονος· — πολλοί γραμματείς πρεσβειών, άπαντες φυσικώ τω λόγω οι στρατιωτικοί και ναυτικοί ακόλουθοι αυτών, ήμισυς πρεσβευτής — δια πολλούς λόγους — ο γάλλος ναύαρχος μετά του επιτελείου του, και η χρυσή των Αθηνών νεολαία — του Πειραιώς απουσιάζει δυστυχώς ένεκα της αυστηρότητος των ηθών — ελθούσα μεν εκ καθήκοντος, ουδόλως όμως προτιθέμενη να χορεύσει... εκ μεγαλοφροσύνης.

Την προτεραίαν είχε καταφθάσει εις Αθήνας προερχόμενος εξ Αγγλίας βαθύπλουτος τις ομογενής, όστις, καθ' α έλεγεν ο γέρων Σκαφαρέντζος, μεσίτης του χρηματιστηρίου, ήρχετο απλώς και μόνον όπως εύρει ωραίαν αθηναίαν και λάβει αυτήν εις νόμιμον γάμον.

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ, υψηλή και κομψή ακόμη γυνή, μεθ’ όλα τα πεντήκοντα έτη, άτινα βαρύνουσι τους εψιμυθιωμένους αυτής ώμους — είναι δε η μόνη εκ των δεσποινών, ήτις προσήλθε φαίνωμος εις τον χορόν, ίσως δια να δείξει την ποιότητα του ψιμυθίου — ομιλούσα λίαν βραδέως δια φωνής υποβράχνου. — Και είν’ εδώ αυτός ο κύριος;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ στρεφόμενος βιαίως. — Ω, κυρά μου, να με συμπαθάς, δεν σε είδα, είσαι πολλήν ώραν εδώ;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ μειδιώσα μετά πολλής χάριτος εις ένδειξιν συγγνώμης, αλλ’ επιδεικνύουσα όλως ακουσίως περισσότερα κοιλώματα ή οδόντας κατ’ αμφοτέρας τας σιαγόνας. — Δεν πειράζει.... κάτι έλεγες εις τους κυρίους.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ καθήμενος παρ’ αυτή και απομάσσων το μέτωπόν του, διότι η θερμότης εν τη αιθούση καθίσταται από στιγμής εις στιγμήν επαισθητοτέρα. — Ναι, ναι, τους έλεγα δι’ αυτόν τον πλούσιον, ο οποίος ήλθε χθες από το Λονδίνον. Σε βεβαιώ, κυρά μου, ότι χωρίς να τον γνωρίζω τον εκτιμώ πολύ, μα πολύ. Φαντάσου ότι έρχεται εξεπίτηδες από την Αγγλίαν διά να πάρει αθηναίαν. Αυτό δεν το κάμνει ο καθείς...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ, ήτις έπαιζε διά του ριπιδίου της κλείουσα τούτο και την προσοχήν εντείνουσα. — Και πώς λέγεται;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ φέρων την χείρα επί του μετώπου. — Λέγεται... Κωνσταντίνος... Κωνσταντίνος... το όνομά του δεν το ενθυμούμαι να σου ειπώ την αλήθεια... έχω τόσες δουλειές, πού να ενθυμούμαι και ονόματα... Τον είδα σήμερον... έτυχε να προγευματίσω εις το ξενοδοχείον της μεγάλης Βρετανίας με μερικούς φίλους μου... κάμνω Λαύρεια και εννοείς... και τον είδα να κάθεται εις το άλλο άκρον της τραπέζης... το ξανθόν χρώμα των μαλλιών του, η μελαγχολία του ιδίως μ' έκαμαν να τον παρατηρήσω. Ηρώτησα περί αυτού, διότι ενδεχόμενον ο άνθρωπος να ήθελε Λαύρεια, και έμαθα αυτά που σου λέγω... τα έλεγαν όλοι εις το ξενοδοχείον. Τον επερίμενα κατόπιν εις την αίθουσαν όπου παίρνομεν τον καφέν δια να τον ιδώ καλύτερα, αλλά δεν ήλθε... Φαίνεται ότι απεσύρθη εις το δωμάτιόν του. Αν ήθελε Λαύρεια θα του τα έδιδα εις λαμπράν τιμήν.

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ διανοίγουσα τους οφθαλμούς. — Και είναι απόψε εδώ;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ εξαπλούμενος επί της έδρας. — Αμφιβάλλεις; τόσον ωραία περίστασις διά να θέσει εις πράξιν τον σκοπόν του... πού θα εύρει καταλληλοτέραν ευκαιρίαν να ιδεί τα ωραία μας κορίτσια όλα μαζί (υψών την κεφαλήν) Και απορώ πώς δεν τον βλέπω ακόμα... Αι, μα αν δεν απατώμαι είναι εκείνος εκεί κάτω...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ περιάγουσα εν αδημονία το βλέμμα δια μέσου των κυρίων, οίτινες ίστανται προ αυτής. — Πού;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ θέτων επί της ρινός το δίοπτρον και δεικνύων δια προεκτάσεως της κεφαλής προς το απέναντι μέρος της αιθούσης. — Εκεί, εκεί, αυτός ο κύριος που κρατεί εις το μπράτσο του αυτό το ωραίο κορίτσι...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ παρακολουθούσα μετά πλειοτέρας αδημονίας την κίνησιν της κεφαλής του γέροντος Σκαφαρέντζου, ανορθούσα το σώμα, κύπτουσα την κεφαλήν, προσπαθούσα να δώσει έξοδον εις το βλέμμα της διά μέσου του κενού, όπερ σχηματίζεται κατά τους λαιμούς δύο κυρίων συνομιλούντων και μη δυναμένη να εννοήσει προς τινα διεύθυνσιν προεκτείνεται η κεφαλή του γέροντος Σκαφαρέντζου. — Ο κύριος;… το κορίτσι;…

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ καθαρίζων εσπευσμένος το δίοπτρον αυτού και θέτων πάλιν τούτο επί της ρινός. — Αλλ' αυτός χορεύει με την κόρην σου...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ αισθανομένη βίαιον κλονισμόν, όστις την αναγκάζει ν’ αναπηδήσει. — Με την κόρην μου;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ εξακολουθών να καθαρίζει το δίοπτρον αυτού, όπερ θαμβούται συνεχώς ένεκα της θερμότητος. — Βεβαίως αυτός είναι... αυτός.

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ης η αναπνοή αρχίζει να τέμνηται φέρουσα το ριπίδιόν της ανοικτόν προ του προσώπου και προς τον γέροντα Σκαφαρέντζον κλίνουσα. — Αυτός με τα ξανθά μαλλιά που την χορεύει τώρα;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ, όστις ηγέρθη όπως παρατηρήσει καλύτερα το χορευτικόν ζεύγος, όπερ εκείνην την στιγμήν διήρχετο προ αυτού βαλλίζον1 στρεφόμενος προς την κυρίαν Πατεριάδου περιχαρής. — Αυτός είναι… όλος κι όλος!... (Μη βλέπων την κυρίαν Πατεριάδου) — Μπα, πού επήγεν; έφυγεν;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Ποιος;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ — Η κυρία Πατεριάδου, την είδες;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Ναι, απ’ εδώ επήγε...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Τι έχεις εσύ και είσαι κατσούφης;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Ωχ, αδελφέ, δε μ' αφήνεις και συ με τον χορόν σας... έχασα το μπεζίκ2 μου απόψε...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ — Κάμνεις Λαύρεια;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Κάμνω μία παρτίδα μπεζίκ καν θέλεις...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Και πού να εύρομε χαρτιά;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ απομακρυνόμενος αυτού. — Αι, ξεφόρτωνέ με τότε...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ εισφρήσασα εις τον όμιλον των χορευτών, οίτινες ίσταντο κύκλω της αιθούσης, ιδία. — Να είχεν αυτήν την τύχην η Φιφίτσα μου!... (παρακολουθούσα το χορευτικόν ζεύγος μετ’ αυξούσης ολοέν αδημονίας) Και τι ωραία χορεύει μαζί της… ταιριασμένοι!... Πού να είναι ο πατέρας της να την ιδεί... Αχ, κρίμα ότι έπαυσε το βαλς... Μπα, διατί τον αφήνει έτσι μες τη μέση... τι ωραία που την εχαιρέτισεν αυτός!... Ηύρε μίαν φίλην της και ομιλεί... την ανόητον!... να τον αφήσει έτσι... πρέπει να την μαλώσω.

ΦΙΦΙΤΣΑ, υπέρ τα τριάκοντα έτη γεγονυία, μόλις όμως φαινομένη εικοσιπενταέτις, υψηλή, άφθονον έχουσα κόμη, στιλπνούς οδόντας, ωραιοτάτη κατ’ αυτήν, ενώ ο κόσμος ευρίσκει απλώς ότι δεν είναι άσχημος, γελώσα και αεριζομένη δια του ριπιδίου αυτής συνεχώς. — Αχ, μαμά, τι ζέστη που κάμνει απόψε, θα σκάσω...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ λαμβάνουσα την κόρη της από του βραχίονος. — Έλα μίαν στιγμήν να σου διορθώσω το φόρεμά σου, διότι ήνοιξεν απ' οπίσω...

ΦΙΦΙΤΣΑ έντρομος φέρουσα την χείρα της προς τα οπίσω και ολίγον κατωτέρω της οσφύος. — Πού;

Η ΦΙΛΗ μεθ’ ης η Φιφίτσα ευρίσκετο εν συνομιλία, ότε επλησίασεν αυτάς η κυρία Πατεριάδου. — Το δωμάτιον της τοαλέτας είναι επάνω, καθώς αναβαίνομεν δεξιά…

ΦΙΦΙΤΣΑ ταχέως απομακρυνομένη και αμφοτέρας τας χείρας φέρουσα πάντοτε προς τα οπίσω και ολίγον κατωτέρω της οσφύος. — Εφάνηκε τίποτε;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ οδηγούσα την κόρην της εις τον κήπον εκ του ανατολικού μέρους. — Αι!, μην τρομάζεις δα... έτσι σου το είπα δια να μείνομεν μόναι με τρόπον...

ΦΙΦΙΤΣΑ συνερχομένη και τα υπό την οσφύν μέρη ελευθερούσα. — Καημένη μαμά, πώς μ' ετρόμαξες…

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ευρισκομένη πλέον εν τω κήπω και οδηγούσα την κόρην της μακράν των περιέργων ώτων, άτινα περιφέρονται αραιά αραιά κατά το μέρος τούτο του κήπου διασκεδάζουσα την πλήξιν αυτής. — Θέλω να σε μαλώσω, διότι αυτόν τον κύριον με τον οποίον εχόρευες προ ολίγου τον άφησες μες στη μέση... και τον εχαιρέτισες τόσον ψυχρά μάλιστα...

ΦΙΦΙΤΣΑ μετά δυσαρεσκείας. — Ου, μαμά, τι ανυπόφορος άνθρωπος, όλο ρεβερέντσες είναι και δεσποινίς απ' εδώ, δεσποινίς απ’ εκεί!... τον εβαρέθηκα!... Επειδή επήγα να πέσω καθώς κατέβαινα πρωτύτερα τις σκάλες...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ανήσυχος. — Έπεσες;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Όχι, εγλίστρησα μόνον στα μάρμαρα, αν δεν ευρίσκετο αυτός όμως απ’ οπίσω θα έσπαγα το κεφάλι μου...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ενούσα τας χείρας. — Παιδί μου, πώς το έπαθες;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Εννοείς εκείνην την στιγμήν, έως ότου να συνέλθω ακούμβησα ολίγον εις το μπράτσο του... ήλθε η ώρα της καδρίλλιας, διά να τον ευχαριστήσω· εχόρευσα μαζί του αφού με παρεκάλεσε τόσον πολύ και ήμουν και εγώ τόσον υποχρεωμένη, διότι και δεν την είχα δώσει την δευτέραν... Τώρα εις το βαλς δεν ήλθε να με πάρει ο καβαλιέρος μου αμέσως και δια να τον εκδικηθώ εχόρευσα μαζί του πάλιν, αφού με είδε να κάθομαι και εζήτησε να χορεύσομεν... αλλά πού τον γνωρίζω εγώ αυτόν τον κύριον;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ κλείουσα εμφαντικώς τον δεξιόν οφθαλμόν, τούθ’ όπερ όμως ένεκα του σκότους — οι ενετικοί φανοί είχον εκπνεύσει μετά του πρώτου τετραχόρου — αδυνατεί να ίδει η Φιφίτσα. — Τον γνωρίζω όμως εγώ...

ΦΙΦΙΤΣΑ δυσθύμως. — Καλά, τον γνωρίζεις... αλλά δεν εννοώ να με πάρει αποκοπήν.

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ σφίγγουσα τους βραχίονας της κόρης της κατά τρόπον δηλωτικόν, αλλά διαφεύγουσα την αντίληψιν αυτής. — Να σε πάρει… αυτό θέλω κι εγώ...

ΦΙΦΙΤΣΑ εξανισταμένη. — Μα σε παρακαλώ, μαμά...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ βλέπουσα σκιάν πλησιάζουσα αυτάς και απομακρυνομένη ταχέως. — Πάμε απ’ εδώ... κάποιος έρχεται...

ΦΙΦΙΤΣΑ ήτις αναγνωρίσασα το βήμα έστρεψε την κεφαλήν. — Αι, μα είναι ο μπαμπάς!..

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ εκτραπελογάστωρ3 βραχύς το ανάστημα και πλατύς τους ώμους, εφ’ ων ερείδεται κεφαλή πεπιεσμένη κατά την κορυφήν, φαλακρά και στίλβουσα υπό τε το φως και εν τω σκότει, διότι φαίνεται ότι έχει την ιδιότητα να αποταμιεύει επί πολύν χρόνον το φέγγος, μη δυνάμενος να εννοήσει πώς η θυγάτηρ αυτού δεν εύρεν ακόμη ανάλογον σύζυγον της θέσεώς της αφού μάλιστα δίδει μάλιστα εις αυτήν και ογδοήκοντα χιλιάδων δραχμών προίκα εις γήπεδα και ομολογίας. — Πού είσθε; σας έχασα...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ μυστηριωδώς σύρουσα τον σύζυγον και την θυγατέρα της προς το βάθος του κήπου. — Πάμε απ’ εδώ…

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ εν στενοχωρία… — Καλέ αυτά είναι τρέλες... έτσι ντεκολτέ, θα κρυώσειτε...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ήτις παρετήρησε μη ακολουθώνται. — Πάμε, πάμε κι έχω κάτι να σας ειπώ!...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ, υψηλός υπερτριακοντούτης, ηλιοκαής την όψιν εκ πολλών φαίνεται ταξιδίων, έχων άπαντας τους χαρακτήρας του προσώπου επιτενείς, πλήρης εφηλίδων4, μεγάλους φέρων ξανθούς μύστακας, ενδεδυμένος αμέμπτως, έχων την αστέμφειαν5 εκείνην του ήθους, ην αποκτά τις άγγλους αναστρεφόμενος επί πολύ, ομιλών την γαλλικήν μετά της ιδιαζούσης εκείνης προφοράς των ανθρώπων, οίτινες εξέμαθον την γλώσσαν ταύτην εξώρας, συννεννούμενος αγγλιστί καλώς, γνωρίζων την ελληνικήν μετρίως, προσπαθών όμως να ελληνίζει όσον το δυνατόν πλειότερον, εν τη ετέρα των αιθουσών καθήμενος κατά μόνας μελαγχολικώς και ωσεί δια του βλέμματος ζητών τι όπερ δεν ευρίσκει. — Ωραία κοπέλα· πολύ ωραία κοπέλα!... α, αν δεν τύχαινα πίσω της βεβαία θα έσπανε το κεφάλι της... Η καημένη! και τόσο έμορφη!... και τι ευγενής... εχόρεψεν αμέσως μαζί μου την κανδρίλλιαν... εντρεπόμουν να την αφήσω αφού την είχα στο μπράτσο μου και άμα της είπα ότι δεν ξέρω κόσμο και ότι θέλω πολύ να χορέψω, αμέσως μου την έδωσε... και έπειτα το βαλς... μα πολύ ευγενής!... τι έμορφα χορεύει... πετά... έχει μίαν μέση... α, τι έδινα να ημπόρεγα να χορεύω πάντοτες μαζί της… αλλά πώς να της ζητήσω και άλλον χορόν;… Ποία να είναι άραγε;... Δεν ξέρω και κανέναν εδώ μέσα να μου ειπεί το όνομά της... (μετά μικρόν αναστάξας βαθέως) Δεν ξέρω τι αισθάνομαι, μα μου φαίνεται ότι θα έκαμνα τις μεγαλύτερες τρέλες για δαύτην!... Α, τι κάθομαι και συλλογίζομαι... Είμαι ανόητος... χωρίς να ηξεύρω ποία είναι να κάνω χρυσά όνειρα!... Τι καλά που έκανα να έλθω εις αυτόν τον χορόν!... Καμιά δεν είναι σαν και δαύτην από όλες που είναι εδώ... καμιά... Αυτές είναι οι έμορφες της Αθήνας; έλεγα κι εγώ πως θα εύρω τζοβαΐρια!... Αυτές τις βλέπει κανείς κάθε ημέραν και είναι μάλιστα πιο όμορφες την ημέραν, έξω απ’ αυτήν... α, αυτή είναι ό,τι κι αν πεις.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ εν τω κυλικείω προς τον κ. Ιωάννην Μαθιμάλην όστις τρώγων παγωτόν χασμάται. — Έχω την ιδέαν ότι το πράγμα δύναται να τελειώσει αισίως.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Πόθεν το συμπεραίνεις;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Μα εσύ νυστάζεις, αδελφέ.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Τι να κάμω; ημπορούσα να μην έλθω που θα μου έβγαζαν τα μάτια οι κυρίες πατρονέσες; Θέλω να φύγω και μου έχουν καρτέρι... τρώγω κι εγώ παγωτά για να μου περάσει ολίγο η νύστα, μα δεν περνά ο διάβολος. Πόθεν λοιπόν το συμπεραίνεις;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ πίνων τέιον. — Εκεί που ομιλούσα περί αυτού με την Πατεριάδαινα την χάνω απ' εμπρός μου και την βλέπω να διευθύνεται διά των χορευτών προς την κόρην της. Εκείνην την στιγμήν έπαυε το βαλς· οι δύο νέοι απεχωρίζοντο και η Πατεριάδαινα παίρνει την κόρην της και βγαίνουν γρήγορα γρήγορα εις τον κήπον. Εννοείς ότι αμέσως μου επέρασε μια τέτοια ιδέα από το κεφάλι, και από απλήν περιέργειαν εβγήκα κι εγώ εις τον κήπον. Δεν ηξεύρω τι έπαθαν απόψε τα γυαλιά μου και δεν βλέπουν καλά, τις διέκρινα όμως από μακριά που σαν να έλεγαν κάτι σπουδαίον... Έπειτα από μίαν στιγμήν να και ο Πατεριάδης... Τον παίρνει, φίλε μου, από το χέρι η γυναίκα του και οι τρεις μαζί χάνονται προς το βάθος του κήπου... Θέλεις και παραπάνω; τι σημαίνει αυτό το οικογενειακόν συμβούλιον;

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ χασμόμενος. — Ναι, μα όλ' αυτά δεν με πείθουν ότι θα την θελήσει και αυτός...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Μα αφού έρχεται μόνον και μόνον δι’ αυτόν τον σκοπόν.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Το εύχομαι εξ όλης καρδίας, αλλ' αν δεν το ιδώ τελειωμένον...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ωθών δια του αγκώνος τον κ. Ιωάννην Μαθιμάλην. — Να τοι, να τοι... τους βλέπεις;

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ περιάγων τα βλέμματα. — Πού είναι;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ δεικνύων δια του λιχανού6, ον φέρει προς την ρίνα ως αποξεόμενος, ίνα μη φωραθεί ότι δεικνύει προς ορισμένον μέρος. — Εκεί, εις το άλλο σαλόνι... κατ' ευθείαν εις το τζάκι... δεν τους βλέπεις από μέσ' απ’ το γυαλί; Κοίταξε πώς του χαμογελούν και η Πατεριάδαινα και η κόρη της.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ όστις παρετήρησε προς το μέρος όπερ υπεδεικνύετο αυτώ. — Ναι, ναι... Είναι αυτός ο κύριος που τους ομιλεί;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Αυτός είναι... τώρα να στρέψει απ’ εδώ και θα τον ιδείς... Α, διάβολε!... της δίδει το μπράτσο του και φεύγουν... Τον είδες;

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Όχι, δυστυχώς... δεν έστρεψε...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Ξεύρεις τι ιδέας είμαι;

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Να μου πωλήσεις Λαύρεια... σε ξεύρω· δεν έχεις άλλην ιδέαν.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Όχι, όχι... είμαι της ιδέας να κάμεις την γνωριμίαν του...

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ εξανιστάμενος. — Εγώ;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Στάσου να ιδείς τι θα σου ειπώ. Να κάμεις την γνωριμίαν του, για σένα είναι τόσον εύκολον πράγμα, και απ' έξω απ' έξω να του σφυρίξεις κανένα λογάκι...

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Καλέ δεν μ' αφήνεις ήσυχον... Και απόψε μάλιστα που βαριέμαι να ιδώ άνθρωπον... Έχω εκείνον τον γάλλον τον ναύαρχον που με κυνηγά φιρί φιρί και δεν έχω όρεξιν να ειπώ δυο λέξεις... Να τος μάλιστα ο ναύαρχος... Έλα, πάμε απ’ εδώ να μη με μπλέξει, γιατί με σένα ημπορώ να χασμουριούμαι όσον θέλω, ενώ μ' εκείνον...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Άκουσέ με που σου λέγω... να το τελειώσομεν οι δύο μας αυτό το πράγμα· εννοείς ότι εμένα είναι η δουλειά μου να κάμνω μεσιτείες και ξεύρω πως θα τα καταφέρω...

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Μη δεν συλλογίζεται ότι όσον πλούσιος και αν είναι αυτός ο κύριος αν δεν έχει μεγάλον όνομα, δεν τον παίρνει η Φιφίτσα;... δεν ξεύρεις τώρα τας ιδέας της; αυτή, αφήνω πλέον τους δούκας, αν δεν εύρει έναν κόντε τουλάχιστον δεν υπανδρεύεται... Εξέχασες το ταξίδι που έκαμαν στη Ζάκυνθο να ψαρέψουν κανέναν κόντε;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Κολοκύθια! τι το θέλει το κοντιλίκι όταν έχει τόσα χρήματα.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Εσύ βλέπω δεν την εκατάλαβες ακόμη τη Φιφίτσα.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Όταν σου λέγω εγώ ότι με το σχέδιον που έχω...

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ χασμόμενος. — Σκαφαρέντζε, λες ανοησίαν, και μου κόβεις και τον ύπνο μου...

ΦΙΦΙΤΣΑ ερειδομένη επί του βραχίονος του Ξανθού Νέου. — Σας βεβαιώ ότι δεν έχω καμίαν διάθεσιν να χορεύσω και αν θέλετε να καθίσομεν...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Δεν επιθυμείτε να κατέλθομεν εις τον κήπον; η εσπέρα είναι μαγευτική...

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Όπως αγαπάτε...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ κατερχόμενος την κλίμακα και κρατών σφιγκτώς την Φιφίτσαν. — Προσέξατε μη προσολισθήσετε...

ΦΙΦΙΤΣΑ γελώσα. — Ναι, εδώ επήγα να πέσω... πώς μ’ εκρατήσατε… και δεν ηξεύρω πώς να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνην μου…

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ χαιρετίζων μετ’ επιχαρίτου μειδιάματος. — Ω, δεσποινίς!...

ΦΙΦΙΤΣΑ εισερχομένη εις ατραπόν όπου υπάρχει θρανίον. — Καθήμεθα εδώ;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Ό,τι θέλετε, δεσποινίς, είμαι εις τας διαταγάς σας...

ΦΙΦΙΤΣΑ καθημένη. — Α, να, αρχίζει το τρίτον βαλς, και χορεύω με τον κύριον Δρέλλιαν... Γνωρίζετε τον κύριον Δρέλλιαν;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ υποκλίνων — Όχι, δεσποινίς...

ΦΙΦΙΤΣΑ ιδία. — Τι ανόητος που είμαι... αφού ήλθε χθες από την Αγγλίαν, πώς θέλω να τον γνωρίζει...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία. — Θεέ μου, Θεέ μου... δεν μπορώ να το πιστέψω, να με αγάπησε αυτή η κοπέλα; πρέπει να μ' αγάπησε για να μου κάνει τόσα...

ΦΙΦΙΤΣΑ προσποιουμένη ότι βλέπει αδιαφόρως προς την αίθουσαν του χορού αλλά έχουσα πάντοτε τον νουν της εις τον παρακαθήμενον αυτή, ιδία. — Δεν ηξεύρω τι να κάμω...η μαμά λέγει να τον περιποιηθώ και ο μπαμπάς το ίδιο... είναι λέγουν πολύ πλούσιος... αι, καλά, και αν είναι κανένας μπακάλης... πώς θα είναι μπακάλης αφού έρχεται από την Αγγλίαν; Θα είναι έμπορος... τι έμπορος όμως; Εδώ είναι το ζήτημα... Αν επωλούσε τσόχες εκεί;... α, Θεέ μου... και θα πάρω εγώ έμπορον; Να ήτο τουλάχιστον τραπεζίτης...κάτι πάει κι έρχεται… ναι, μα αν λέγεται Σαρδελλόπουλος ή Κουτσομύτης; Ωραία!... εγώ, κυρία Σαρδελλοπούλου!... έπειτα από τόσα όνειρα!... Μα είναι πάλιν τόσον πλούσιος... και πραγματοποιείται εν μέρος των ονείρων μου, δηλαδή δύο πραγματοποιούνται, διότι είναι και ωραίος άνθρωπος... Ναι, μα αν δεν είναι από οικογένειαν; Αυτό μου τα χαλνά όλα... όλα… και προτιμώ να περιμένω ακόμη...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ σφόδρα συγκεκινημένος και παρατηρών δι’ εταστικού βλέμματος την Φιφίτσαν, ην βλέπει κατ’ έλλειψιν κροτάφου. — Μου έκαμε τόσα που πρέπει κάτι να πιστεύσω... Αυτό δεν είναι φυσικόν... Πρώτ' απ' όλα μου έφερε τον πατέρα της και την μητέρα της να μ' ευχαριστήσουν, γιατί την έσωσα από τον κίνδυνον, όπως έλεγαν... ίσως χτυπούσε, μα πού κίνδυνος... ας παραδεχθώ όμως για μια στιγμή ότι ήταν κίνδυνος, εκείνες οι τσεριμόνιες της μητέρας της ήταν κάτι τι έκτακτον... Και να μη λησμονήσω να πάγω αύριον εις το σπίτι των, κάθουνται εις το Κολωνάκι... ο πατέρας της λέγεται Πατεριάδης και ήταν μια φορά υπάλληλος του υπουργείου των Εσωτερικών… όλα αυτά μου τα είπεν ο ίδιος, εγώ δεν τον ηρώτησα τίποτες... Αν δεν τους έκανα εντύπωσιν δεν είχε καμίαν αφορμήν να μου το ειπεί... Πρέπει να του έκανα πολλήν εντύπωσιν του κυρίου Πατεριάδη, και της γυναίκας του το ίδιο, πολύ περισσότερο όμως της κοπέλας... που ξέρει και τ’ όνομά μου... Κωνσταντίνος, Φιφίτσα... τι ωραία πηγαίνουν... καλύτερα δεν ημπορούν να ταιριάσουν. Φιφίτσα... τι όνομα να είναι; Σοφία, Ευφροσύνη... ποιος ηξεύρει, μπορεί να είναι και Τερψιχόρη!...

ΦΙΦΙΤΣΑ καταπνίγουσα στεναγμόν ιδία. — Πρέπει να το πάρω απόφασιν… είναι τόσον πλούσιος!... Α, τα καημένα τα όνειρά μου... Κωνσταντίνος, Χαρίκλεια... πώς θα τα συνδυάσομεν διά τας προσκλήσεις… και έπειτα έτσι ξηρά ξηρά, χωρίς τίποτε απ' επάνω… Αυτό είναι φοβερόν... Δεν τολμώ να τον ερωτήσω και πώς λέγεται, διότι αν έξαφνα μου ειπεί: Σαρδελλόπουλος!... ούτε τι εργασίαν έκαμνε… διότι αν επωλούσε σιτηρά; τι να κάμω; τι να κάμω:... Ας μάθω πρώτον το όνομά του και βλέπομεν...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ καταπνίγων στεναγμόν, ιδία. — Α, όχι, όχι... δεν ξέρω τι μου γίνεται... παίρνω φωτιά με το τίποτες και νομίζω έξαφνα ότι επειδή μου μίλησαν μ' ερωτεύθηκαν κιόλας... Τόσην ώραν κάθεται κοντά μου και ούτ' εγύρισε να ιδεί... έκανε ζέστη μέσα και εβγήκαμεν για να πάρει αέρα... όλην την ώραν βλέπει τον μπάλλο σαν να μην είμ' εγώ εδώ...Τι ιδέες έβαλα εις το κεφάλι μου!... αύτη αθηναία να γυρίσει να ιδεί εμένα... και τόσον έμορφη... Είναι άραγε έμορφη ή επειδή μου αρέσει την νομίζω έτσι; α, όχι, όχι, είναι έμορφη και νέα προ πάντων... Αυτό φαίνεται, ότι είναι νέα, είκοσι δύο ετών, δεν πρέπει να είναι παραπάνω... Ναι, αλλά δεν μου μιλά και αυτό δεν είναι καλό σημείο...

ΦΙΦΙΤΣΑ στρεφομένη προς τον Ξανθόν Νέον μειδιώσα. — Κύριε Κωνσταντίνε... Κύριε Κωνσταντίνε... α, λησμονώ πάντοτε το επίθετόν σας, έχω τόσον άθλιον μνημονικόν.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ μετά συστολής. — Παλαιολόγος, δεσποινίς.

ΦΙΦΙΤΣΑ υφισταμένη βίαιον κλονισμόν, όστις παρ’ ολίγον να ρίψει αυτήν υπτίαν. — Αι;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ανήσυχος. — Τι επάθατε, δεσποινίς;

ΦΙΦΙΤΣΑ συνερχομένη. — Τίποτε, τίποτε... ενόμισα ότι μία νυκτερίς επέρασεν από κοντά μου...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ μειδιών. — Και εφοβήθητε, δεσποινίς;

ΦΙΦΙΤΣΑ επαναλαμβάνουσα και τονίζουσα εκάστην συλλαβήν υποκώφως. — Κων-σταν-τι-νος Πα-λαιο-λό-γος!...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ μειδιών. — Τι λέγει;

ΦΙΦΙΤΣΑ στρεφομένη επί του θρανίου, ώστε να βλέπει καταντικρύ τον Ξανθόν Νέον. — Είσθε από την οικογένειαν των αυτοκρατόρων;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ έκπληκτος. — Πώς είπατε, δεσποινίς;

ΦΙΦΙΤΣΑ ιδία εν θαυμασμώ. — Είναι απόγονος αυτοκράτορος!...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία. — Τι να είπεν άραγε... δεν εκατάλαβα καλά...

ΦΙΦΙΤΣΑ εκθύμως. — Βεβαίως πρέπει να κατάγεσθε από τους αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αφού φέρετε μάλιστα και το όνομα του τελευταίου Παλαιολόγου!...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ εμβρόντητος. — Εγώ;

ΦΙΦΙΤΣΑ ενούσα τας χείρας. — Τι μετριοφροσύνη!...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ εν ταραχή. — Δεν έχω ιδέαν, δεσποινίς...

ΦΙΦΙΤΣΑ έκθαμβος. — Να είναι απόγονος αυτοκράτορος και να προσποιείται ότι δεν το ηξεύρει!

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία δυσαρέστως. — Τι θέλει να ειπεί με αυτά; τι έχω εγώ να κάνω με τους αυτοκράτορας του Βυζαντίου;

ΦΙΦΙΤΣΑ εύχαρις και μετ’ αγάπης προσβλέπουσα τον Ξανθόν Νέον. Αλλά ηξεύρετε πόσον αρχαία είναι η οικογένειά σας; Ο πρώτος Παλαιολόγοι έγινεν αυτοκράτωρ εις τα 1260 εάν δεν απατώμαι... και εκ της οικογενείας σας ανεδείχθησαν οκτώ αυτοκράτορες χωρίς να λαμβάνω υπ' όψιν τους δεσπότας...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ μηχανικώς. — Πώς; ήτο και κανένας δεσπότης;

ΦΙΦΙΤΣΑ μειδιώσα επιχαρίτως. — Εννοώ μέχρι τινός την μετριοφροσύνην σας, αλλά να προσποιείσθε πάλιν τόσην άγνοιαν και αυτών των γνωστοτέρων πραγμάτων της οικογενείας σας, αυτό δεν το εννοώ...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία θλιβερώς. — Σαν να μου φαίνεται ότι με κοροϊδεύει... δε μ' αρέσει αυτό, αλλ' αν με νομίζει κουτόν είναι πολύ απατημένη.

ΦΙΦΙΤΣΑ μειδιώσα πάντοτε. — Δεν κατορθώσατε να σώσετε τίποτε από τα έγγραφα της οικογενείας σας; από τα χρυσόβουλλα; από τας περγαμηνάς; τίποτε; τίποτε; Εχάθησαν; εξηφανίσθησαν; Κρίμα, διότι αν εσώζετο κανέν χρυσόβουλλον, αν όχι τίποτε άλλο, θα είχετε όμως την ευχαρίστησιν να το δεικνύετε εις τους φίλους σας, ώστε αν ποτέ σας έλεγε κανείς τίποτε να το επιδεικνύετε, διά να μη μένει ούτε η ελαχίστη αμφιβολία, ότι κατάγεσθε από την αρχαιοτάτην οικογένειαν των Παλαιολόγων, η οποία εβασίλευσε τόσα έτη επί της Κωνσταντινουπόλεως, διότι...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ διακόπτων αυτήν αποτόμως. — Δεσποινίς, θα σας παρακαλέσω να μη με περιπαίζετε, διότι επί τέλους δεν σας έκαμα και τίποτε κακόν...

ΦΙΦΙΤΣΑ δραττομένη της χειρός αυτού, αλλά αυτομάτως αποσύρουσα την χείρα της. — Σας περιπαίζω; πώς ημπορείτε να φαντασθείτε ότι σας περιπαίζω; Σας βεβαιώ εν πάση ειλικρινεία ότι σας ομιλώ σπουδάζουσα...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία επί το αυτό συνάγων πάσας αυτού τας σκέψεις. — Όχι, δεν με περιπαίζει... μου έπιασε και το χέρι μάλιστα...

ΦΙΦΙΤΣΑ φέρουσα τας χείρας επί των παρειών εις ένδειξιν αιδούς και την φωνή αυτής γλυκυτάτην καθιστώσα. — Να σας περιπαίξω; πώς σας επέρασε τοιαύτη ιδέα;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ υποβλέπων αυτήν δυσπίστως. — Διατί μου τα λέγετε αυτά;

ΦΙΦΙΤΣΑ ενθουσιωδώς και πλησιάζουσα τον Ξανθόν Νέον. — Ηξεύρετε διατί σας τα λέγω; διότι πέρυσιν εις την Ζάκυνθον, μας συνέβη το εξής πολύ περίεργον. Ήμεθα εις την Κυλλήνην δια τον μπαμπάν, όστις υποφέρει ο καημένος από τους βρόγχους του, και επιστρέφοντες εμείναμεν τρεις ημέρας εις την Ζάκυνθον. Εκεί τι νομίζετε ότι μας έδειξεν ένας φίλος του μπαμπά; μας έδειξεν ένα νέον, ο οποίος ονομάζεται Καλόφωνος έως εικοσιπέντε χρόνων... ο νέος αυτός έχει όλα τα έγγραφα της οικογενείας του, τα οποία είναι τακτικά και τα οποία φθάνουν μέχρι του αυτοκράτορος Καρόλου του Πέμπτου, δηλαδή εις τα 1540… αληθείς περγαμηναί εν πλήρει τάξει. Ο προγονός του Μιχαήλ Καλόφωνος έγινεν από τον Κάρολον Πέμπτον μεγιστάν της Ισπανίας πρώτης τάξεως, ο αυτοκράτωρ εις τα γράμματά του τον αποκαλεί φίλτατον εξάδελφον· του παραχωρεί κτήματα εις την Ισπανίαν και κτήματα εις την Πελοπόννησον, και τι νομίζετε ότι είναι σήμερον ο απόγονος αυτός του Μιχαήλ Καλοφώνου, ο εξάδελφος του Καρόλου Κουίντου; έμπορος; τραπεζίτης; δικηγόρος; Είναι, κύριε μου, πωλητής εφημερίδων και δεν έχει ψωμί να φάγει...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ, όστις παρηκολούθει την αφήγησιν μετά πολλού ενδιαφέροντος, εμβρόντητος. — Πωλητής εφημερίδων;

ΦΙΦΙΤΣΑ σείουσα την κεφαλήν. — Πωλητής εφημερίδων ο απόγονος της ενδόξου οικογενείας των Καλοφώνων, και όλα τα έγγραφά του εν τάξει, αλλά τι ωφελεί; δεν έχει ψωμί να φάγει και μίαν φοράν που εξέπεσεν έως εκεί δεν είναι να το σκέπτεται κανείς…

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ασθμαίνων. — Είδατε τα έγγραφα, τα χρυσόβουλα, τας περγαμηνάς;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Με αυτά τα μάτια μου, και επειδή η μαμά δεν το επίστευε της το εβεβαίωσαν όλοι οι άνθρωποι τους οποίους είδαμεν, όλοι όσοι εκ παραδόσεως γνωρίζουν αυτήν την οικογένειαν της οποίας ο τελευταίος γόνος είναι σήμερον δυστυχώς πωλητής εφημερίδων.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Δηλαδή με άλλους λόγους λούστρος;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Λούστρος, μάλιστα, αυτός ο οποίος αν υπάγει σήμερον εις την Ισπανίαν έχει το δικαίωμα να μείνει ενώπιον του βασιλέως με το καπέλον του εις το κεφάλι... με το κασκέτον του θέλω να ειπώ, διότι αυτός φορεί πάντοτε κασκέτον τώρα.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ βυθιζόμενος ανεπαισθήτως εις αχανείς σκέψεις. — Λούστρος!...

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Πώς εσώθησαν αυτά τα έγγραφα και τα χρυσόβουλα και αι περγαμηναί είναι θαύμα, διότι εν Ελλάδι είναι πολύ ολίγαι αι οικογένειαι, αι οποίαι κατόρθωσαν να σώσουν έπειτα από τόσας και τόσας καταστροφάς, από τόσους διωγμούς και την παραμικροτέραν ένδειξιν της αρχαιότητος και της ευγενείας αυτών. Η ιδική σας οικογένεια εννοώ κάλλιστα, ότι θα υπέφερε περισσότερα από όλας τας άλλας, διότι αυτήν κατεδίωξαν περισσότερον οι Τούρκοι μετά την φοβεράν εκείνην νύκτα της 29 Μαΐου του 1453... Αλλά τι έχετε;... αναστενάζετε;... δακρύζετε;... Σας ανέμνησα την θλιβεράν τύχην των προγόνων σας;... Ω, με συγχωρείτε, κύριε Παλαιολόγε... με συγχωρείτε, Υψηλότατε...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία σύννους βυθίζων το βλέμμα εις το αχανές μέχρι Κωνσταντινουπόλεως και νομίζων ότι βλέπει τον τρούλον της Αγίας Σοφίας. — Είμαι Παλαιολόγος!...

ΦΙΦΙΤΣΑ ιδία. — Πώς διασώζει ακόμη το οικογενειακόν φίλτρον έπειτα από τόσους αιώνας!...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία εγείρων υπερηφάνως την κεφαλήν αυτού επεσκόπησε καλώς τον τρούλον της Αγίας Σοφίας μεταβάλλων δ’ επί το βέλτιον και εν ταις καθ’ εαυτόν σκέψεσι το λεκτικόν αυτού. — Και διατί να μην είμαι; Δεν λέγομαι τάχα Κωνσταντίνος Παλαιολόγος; και πώς είναι δυνατόν να μην ανήκω εις την αυτοκρατορικήν οικογένειαν;

ΦΙΦΙΤΣΑ ιδία. — Τι αισθήματα πρέπει να έχει... και πώς φαίνεται ότι είναι γόνος αυτοκρατορικού οίκου... το ανάστημα, η ωραιότης του... έπειτα πως είναι ξανθός; όλοι οι Παλαιολόγοι ήσαν ξανθοί... Καλά έκαμα και τον απεκάλεσα Υψηλότατον... Ίσως η μετριοφροσύνη του να επειράχθη και δι’ αυτό δεν μου ομιλεί, αλλά το είπα χωρίς να θέλω... δεν το ήθελα... Όταν είδα εκείνο το δάκρυ του δεν ηξεύρω κι εγώ πώς μου εφάνη... ενόμιζα ότι έβλεπα εμπρός μου αυτόν τον υιόν του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου!... Ω, θα υπάρξει ποτέ γυνή ευτυχεστέρα εάν θελήσει;... Θεέ μου, Θεέ μου, τι λέγω;… Είναι ποτέ δυνατόν να κατέλθει μέχρις εμού;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία σύννους και αγέρωχον λαμβάνων στάσιν. — Όσον και αν φέρω τον νουν μου προς τα οπίσω δεν ημπορώ να ενθυμηθώ τίποτε το οποίον να μου δίδει την παραμικροτέραν λαβήν... αλλ’ έπειτα από τόσας καταστροφάς, έπειτα από τόσους διωγμούς είναι δυνατόν τούτο; Τις οίδε τι συνέβη... διεσκορπίσθημεν εδώ κι εκεί, τα έγγραφά μας εχάθησαν, τα χρυσόβουλά μας εξηφανίσθησαν, και ευρέθημεν εις αυτήν την γωνίαν εδώ με μόνον το όνομά μας και την ανάμνησιν του παρελθόντος!... Τι ευτυχής αυτός ο λούστρος να έχει εν τάξει τας περγαμηνάς του!

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ, όστις από πολλής ώρας περιέρχεται τον κήπον βραδυπορών και πάσαν συστάδα δένδρων εξετάζων και παν θρανίον διερευνών, ανακαλύπτων επί τέλους την Φιφίτσαν. — Εδώ είσαι; και σε ζητεί τόσην ώραν ο καημένος ο Δρέλλιας.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Μπα;... έχει δίκαιον... είχα μαζί του την καδρίλλιαν που εχόρευσαν και το ελησμόνησα...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ μειδιών ενδεικτικώς. — Αι, βέβαια, όταν έχει κανείς καλήν συντροφιάν.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Κρίμα όμως ότι δεν έρχεται, διότι θα τον παρεκάλουν να μου φέρει ένα ποτήρι νερόν.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ εγειρόμενος. — Νερόν; δεσποινίς, αμέσως να σας φέρω...

ΦΙΦΙΤΣΑ ανθισταμένη. — Ω, σας παρακαλώ, κύριε Κωνσταντίνε... όχι, όχι... όχι σεις…

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ εξαφανιζόμενος ως αστραπή. — Πώς το λέγετε, δεσποινίς;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ καθήμενος πλησίον της Φιφίτσας. — Αι, πώς σου φαίνεται;

ΦΙΦΙΤΣΑ πνίγουσα στεναγμόν. — Χαριτωμένος άνθρωπος.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Διατί αναστενάζεις; αφού είναι χαριτωμένος πρέπει να χαίρεσαι μάλιστα... και αφού ήλθε με τον σκοπόν να πάρει ένα καλό και εύμορφο κορίτσι, εγώ νομίζω ότι καλύτερον από σε δεν δύναται να εύρει.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Με κολακεύετε πολύ, διότι μ’ αγαπάτε και πολύ, αλλ' αυτό δεν είναι λόγος διά να προτιμήσει εμένα όταν υπάρχουν τόσαι άλλαι νέαι...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Τώρα δεν τα πιστεύεις αυτά... και...

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Με συγχωρείτε, τα πιστεύω και πολύ μάλιστα, διότι είναι η αλήθεια...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ανυπομόνως. — Μα πώς τα λέγεις αυτά, κόρη μου... πρέπει να είσαι τυφλή, διά να μη βλέπεις ότι σε αγαπά ήδη...

ΦΙΦΙΤΣΑ έκπληκτος. — Εμένα;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ούτινος η ανυπομονησία βαθμηδόν αυξάνει. — Τον είδες να ομιλήσει με καμίαν άλλην; δεν παρετήρησες ότι αμέσως ήλθε σε σένα; τι σημαίνουν όλα αυτά ή ότι σε θέλει;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Μη βάζετε τέτοιες ιδέες εις το κεφάλι μου… Αυτός τόσον πλούσιος, από τόσον μεγάλην οικογένειαν…

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Είναι και από οικογένειαν;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Καλέ τι λέτε; Παλαιολόγος!...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ έκπληκτος. — Είναι μεγάλη οικογένεια οι Παλαιολόγοι; πρώτην φοράν που την ακούω.

ΦΙΦΙΤΣΑ εξανισταμένη και μετά περιφρονήσεως σχεδόν παρατηρούσα τον γέροντα Σκαφαρέντζον. — Πρώτην φοράν; Και οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ έκπληκτος. — Αι;

ΦΙΦΙΤΣΑ μετ’ εμφάσεως. — Είναι κατ' ευθείαν απόγονος του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου!

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ εμβρόντητος. — Μπρε μίλα καλά!...

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Μάλιστα, κύριε Σκαφαρέντζε.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ εν εξάψει. — Και τον αφήνεις; και δεν τον επήρες ακόμη;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Τι κάθεσθε και λέτε τώρα...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Να σου δώσω μίαν συμβουλήν;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Τι πράγμα;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Να του ανοίξεις πρώτη ομιλίαν περί γάμου.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Ετρελαθήκατε; και η αξιοπρέπειά μου

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Μα άκουσέ με, κόρη μου...

ΦΙΦΙΤΣΑ εν νευρική ταραχή. — Πα, πα, πα!... Θεός φυλάξει!...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ άπελπις. — Α, τι να σου κάμω... έπρεπε να ήτο η μητέρα σου εις την θέσιν σου, διά να ιδείς αν ημπορούσε να φύγει αυτός απ' εδώ αστεφάνωτος.

ΦΙΦΙΤΣΑ, διαμαρτυρομένη. — Σας παρακαλώ, μη λέγετε τέτοια πράγματα, διότι...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ τύπτων το μέτωπον αυτού. — Μπρε, τι κάθομαι και χάνω τον καιρόν μου... Εσύ δεν θα κάμεις τίποτε... αύριον τον βλέπει καμιά άλλη και σου τον παίρνει... Εννοείς ότι εγώ παλαιός φίλος του πατρός σου δεν ημπορώ ν' αφήσω να πέσει μια τέτοια δουλειά στο νερό. Κάνω τόσον καιρόν Λαύρεια και πάντοτε οι συνδυασμοί μου επέτυχαν και δεν θα επιτύχω τώρα; Η μόνη η οποία είναι ικανή να τον καταφέρει είναι η μητέρα σου...Πηγαίνω να την εύρω…

ΦΙΦΙΤΣΑ ζητούσα να κρατήσει από του βραχίονος τον γέροντα Σκαφαρέντζον όστις ηγέρθη. — Σας παρακαλώ...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Να τος, σιωπή, έρχεται.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Σας έφερα, δεσποινίς, και νερόν και βυσσινάδαν, τι προτιμάτε;

ΦΙΦΙΤΣΑ αιδημόνως εκτείνουσα την χείραν. — Να λάβετε αυτόν τον κόπον;... την βυσσινάδαν, αν θέλετε...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ εν συστολή. — Μου δίδετε κι εμέ του γέροντος το νερόν, αν δεν το χρειάζεσθε, κύριε Παλαιολόγε;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ προσφέρων το ποτήριον. — Σας παρακαλώ, κύριε…

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ αφού έπιε βλέπων τον Ξανθόν Νέον ετοιμαζόμενον να λάβει το ποτήριον. — Α, όχι, όχι... τα εφέρατε σεις, θα τα επιστρέψω εγώ... (λαμβάνων από της χειρός του Ξανθού Νέου το κενόν ποτήριον της βυσσινάδας) Αυτό είναι το δίκαιον... και έπειτα σεις πρέπει να μείνετε εδώ με αυτήν την χαριτωμένην νέαν ήτις είναι η καλυτέρα την οποίαν έχομεν εις τας Αθήνας... η καλυτέρα!... δεν το λέγω διότι είμαι φίλος της οικογενείας, αλλά, διότι το λέγει ο κόσμος όλος... η καλυτέρα!... (υποκλίνων) Κύριε, κύριε… (ιδία) Να πάρει ο διάβολος ελησμόνησα πάλιν το όνομά του... (μεγαλοφώνως) Κύριε Κωνσταντίνε, είμαι πάντοτε πρόθυμος των διαταγών σας, Λεονάρδος Σκαφαρέντζος, μεσίτης εις το Χρηματιστήριον. (ιδία) Να του ειπώ τίποτε για Λαύρεια; Όχι, ας μη του ειπώ ακόμα... (μεγαλοφώνως) Η καλυτέρα χωρίς καμίαν αμφιβολίαν… (απερχόμενος) Η καλυτέρα!...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ καθήμενος επί του θρανίου. — Η καλυτέρα!... πώς το έλεγεν!... ως να είχον εγώ καμίαν αμφιβολίαν περί τούτου...

ΦΙΦΙΤΣΑ κάτω νεύουσα. — Κύριε Παλαιολόγε...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Είναι πολύ φίλος σας αυτός ο γέρων;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Πολύ, είναι αρχαίος συμμαθητής του μπαμπά και δι’ αυτό μ' επαινεί και τόσον πολύ.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Και τον βλέπετε συχνά;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Καθ' ημέραν σχεδόν.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Τι ευτυχής!

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Διατί;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Διότι σας βλέπει και αυτός κάθε ημέραν.

ΦΙΦΙΤΣΑ μειδιώσα ελαφρώς, αλλ’ είτα στρέφουσα το πρόσωπο προς το μέρος του ξενοδοχείου και ιδία. — Θεέ μου... δεν ηξεύρω τι ν' απαντήσω.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ — Δεν τολμώ, δεν τολμώ... μήπως δυσηρεστήθη ότι της το είπα;

ΦΙΦΙΤΣΑ στρεφομένη βιαίως προς τον Ξανθόν Νέον. — Και πώς ευρίσκετε τας Αθήνας μας;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ, όστις ήτο εισέτι υπό το κράτος της τελευταίας αυτού σκέψεως ταρασσόμενος ολίγον εις το ερώτημα, συνερχόμενος όμως αμέσως. — Ωραίαι είναι, αλλά προτιμώ τον Πειραιά...

ΦΙΦΙΤΣΑ ιδία. — Περίεργος προτίμησις!... τι είναι όμως η πρώτη πόλις πάντοτε όταν έρχεται κανείς απ' έξω, και πρέπει να ήλθε με το ατμόπλοιον.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ιδία. — Προφανώς δυσηρεστήθη ότι της το είπα, διότι άλλαξε την ομιλίαν αμέσως... εβιάσθην πολύ.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Εν τούτοις με τα νέα σχέδια η πόλις μας θα γίνει πολύ ωραία...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ αναλαμβάνων την στάσιν του Μανουήλ Παλαιολόγου, ότε ούτος συνήντησε κατά πρώτον τον Βαγιαζήτ, και έστη θαρραλέος απέναντι αυτού. — Δεν αντιλέγω, αλλά τον αέρα του Πειραιώς δεν θα τον έχει ποτέ.

ΦΙΦΙΤΣΑ χαριέντως. — Α, όσον για δροσιάν, μάλιστα… έχετε δίκαιον...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ προσερχόμενος εν σπουδή. — Α, μα κυρία Φιφίτσα, τι μου κάμνετε... παρ' ολίγον να μη χορεύσω την καδρίλλιαν μου.

ΦΙΦΙΤΣΑ έκπληκτος. — Ποίαν καδρίλλιαν;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Την τετάρτην... αυτήν που θα χορεύσομεν τώρα...

ΦΙΦΙΤΣΑ διαμαρτυρομένη. — Έχετε λάθος, δεν σας έδωσα την τετάρτην, σας έδωσα την τρίτην και δεν ήλθετε ούτε καν να με ζητήσετε...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Πώς έχω λάθος, κυρία μου; αφού εγώ δεν εχόρευσα καθόλου απόψε και μίαν μόνην καδρίλλιαν εζήτησα... αυτήν την ιδικήν σας.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Είναι αδύνατον.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ δυσθύμως. — Α, μα τώρα δεν ηξεύρω εγώ;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Πολύ καλά, δεν επιμένω, αν θέλετε, αλλά ήτο η τρίτη και όχι η τετάρτη.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Σας δίδω τον λόγον της τιμής μου, κυρία Φιφίτσα, ότι την τετάρτην σας εζήτησα και έγραψα μόνος μου το όνομά μου εις το καρνέ σας... πού είναι το καρνέ σας;… Κοιτάξετε και θα ιδείτε ότι έχω δίκαιον.

ΦΙΦΙΤΣΑ αναζητούσα κατά την άκραν του ριπιδίου την σχέδην αυτής. — Να το, αλλά δεν βλέπω τίποτε εις αυτό το σκότος.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ανάπτων θειοκηρίδα και πλησιάζων αυτήν προς την σχέδην. — Ιδού το όνομά μου, Δρέλλιας.

ΦΙΦΙΤΣΑ παρατηρούσα εν εκπλήξει, ενώ ο νέος Δρέλλιας βλέπει κρυφίως τον Ξανθόν Νέον. — Έχετε δίκαιον... πώς έκαμα εγώ αυτό το λάθος;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ακούσας τους πρώτους ήχους του τετραχόρου προσφέρων τον βραχίονά του ανυπομόνως. — Ελάτε, ελάτε, μόλις θα προφθάσομεν, ήρχισαν.

ΦΙΦΙΤΣΑ λαμβάνουσα τον βραχίονα του νέου Δρέλλια και χαιρετίζουσα επιχαρίτως τον Ξανθόν Νέον. — Κύριε Κωνσταντίνε, με συγχωρείτε...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ εγειρόμενος και υποκλίνων βαθέως. — Δεσποινίς...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ταχύνων το βήμα του προς το ξενοδοχείον. — Ποίος είναι πάλιν αυτός ο Κωνσταντίνος σας; πού τον εψαρέψατε;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Είναι ένας κύριος ο οποίος ήλθεν από την Αγγλίαν.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Κατ' ευθείαν;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Πολύ πιθανόν.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Είναι πλούσιος;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Δεν ηξεύρω...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Πρέπει να είναι όμως, διότι είχε ένα κόρδωμα που ενόμιζε κανείς ότι κάθεται επάνω εις τα εκατομμύριά του.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Όχι δα;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Και τώρα εννοώ πώς εκάματε το λάθος να λησμονήσετε την καδρίλλιαν μου.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Τι θέλετε να ειπείτε;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ επιταχύνων πλειότερον το βήμα του, διότι εχόρευον εν τη αιθούση. — Θέλω να ειπώ, κυρία Φιφίτσα, ότι όταν έρχονται αυτοί οι πλούσιοι ομογενείς εις τας Αθήνας, ημάς τους καημένους ούτε γυρίζετε να μας κοιτάξετε πλέον...

ΦΙΦΙΤΣΑ δυσαρέστως. — Είμαι βεβαία ότι δεν τα πιστεύετε αυτά που λέγετε...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Τόσον τα πιστεύω, ώστε αρχίζω να μετανοώ, διότι σας εσήκωσα από τέτοιαν καλήν συντροφιάν... Ποιος ηξεύρει αν αυτός ο χορός δεν έγινε διά να χορεύσητε τον άλλον με αυτόν τον κύριον Κωνσταντίνον, το Ησαΐα χόρευε...

ΦΙΦΙΤΣΑ εν οργή. — Κύριε Δρέλλια, λέγετε ανοησίας...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ εισερχόμενος εις την αίθουσαν του χορού. — Αι οποίαι όμως ημπορούν να έβγουν και εις καλόν... Να το βιζαβί μας, πάρτε την θέσιν σας, εμπρός, ημείς είμεθα... αν αβάν κατρ!...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ επανερχόμενος εκ του κήπου εις το ξενοδοχείον δια της ανατολικής πλευράς και συναντών προς της θύρας τον κ. Ιωάννην Μαθιμάλην. — Πού πας;

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ χασμόμενος. — Είμαι πεθαμένος από κούρασιν και φεύγω κρυφά κρυφά από δω να μη με ιδεί και καμία πατρονέσσα.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Έχεις αμάξι;

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ σείων μετά θλίψεως την κεφαλήν. — Μακάρι να είχα...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ λαμβάνων τον βραχίονά του όπως τον συνοδεύσει. — Αι, και πώς θα πας;

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Με τον σιδηρόδρομον. Θέλει κι ερώτημα; Πάμε απ’ εδώ στα σκοτεινά να μη με ιδεί και κανείς.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ακολουθών τον κ. Ιωάννην Μαθιμάλην και ανά παν βήμα προσκόπτων, διότι το σκότος είναι ψηλαφητόν. — Μα ο σιδηρόδρομος θα φύγει εις τας τρεις και τώρα είναι μόλις μία...

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Μα ο σιδηρόδρομος είναι εδώ και περιμένει. Θα πάγω να καθίσω μέσα σ' ένα βαγόνι και θα τραβήξω έναν ύπνον... αυτό μόνον σου λέγω…

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Και θα ημπορέσεις να κοιμηθείς; έπειτα δεν θα σε ξυπνήσομεν όταν θα φύγομεν; θα χάσεις τον ύπνον σου.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ χασμόμενος. — Έχω τέτοια νύστα που δεν θα σας εννοήσω καν όταν θα έλθετε και έως εις τας τέσσαρας που θα φθάσομεν εις τας Αθήνας θα κάμω τριών ωρών ύπνον μονορούφι!...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Μα τι ήλθες τότε;

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ σείων την κεφαλήν. — Σ' ερωτώ κι εγώ... τι ήλθα; Ημπορείς όμως να μην έλθεις;... είναι μερικές υποχρεώσεις!... τις έστειλα που τις έστειλα αυτές τις κυρίες πατρονέσσες, διότι δεν αρκεί ότι αγοράζεις τα εισιτήρια, σε θέλουν και να έλθεις, διά να μη έχει όψιν μπαλμασκέ ο χορός των… και ήτον απόψε η σάρα και η μάρα…

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ιστάμενος παρά την θύραν της εξόδου του κήπου καθ’ ην στιγμήν ο κ. Ιωάννης Μαθιμάλης ητοιμάζετο να τον αποχαιρετίσει. — Α, δεν σου είπα... το πράγμα τελειώνει.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Ποιο πράγμα;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Ο γάμος της Φιφίτσας με αυτόν το νέον, τον... τον Κωνσταντίνον... αχ, πώς τον λέγουν, είναι και από μεγάλην οικογένειαν... τον... τον... δεν ημπορώ να ενθυμηθώ το όνομά του… Κωνσταντίνον...

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Ας είναι, δεν θα τον ενθυμηθείς ποτέ... εκείνον που έλεγες τέλος πάντων, τον ομογενή…

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Ναι, ναι, που σου έδειξα... που ομιλούσε μαζί της.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ χαίρων. — Πώς αυτό; την εζήτησεν;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Όχι ακόμη, αλλ’ ιδού τι τρέχει... Όταν... (βλέπων ότι ο κ. Ιωάννης Μαθιμάλης χασμάται) Μα εσύ δεν ημπορείς να κρατηθείς από την νύστα σου...

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ χασμόμενος και ομιλών. — Ναι, αδελφέ, αλλά λέγε πάντοτε, σε ακούω...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ εξερχόμενος και παρασύρων τον κ. Ιωάννης Μαθιμάλην. — Πάμε προς τον σταθμόν, σε συνοδεύω ολίγα βήματα.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ ερειδόμενος επί του βραχίονος του γέροντος Σκαφαρέντζου. — Λοιπόν;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Όταν σε άφησα δεν έχασα τον καιρόν μου και από απλήν περιέγειαν εβάλθηκα να τους εύρω. Επήγα δεξιά, επήγα αριστερά, επάνω, κάτω... τέλος πάντων τους ευρίσκω κι εκάθηντο εις ένα μπάγκον. Ξεύρεις τι αγαθό κορίτσι είναι η Φιφίτσα, και πως εις αυτά τα πράγματα δεν έχει θάρρος. Εγώ αμέσως το εκατάλαβα και επειδή έβλεπα ότι δεν έπαιρνε από συμβουλές συλλογίζομαι να πάγω να εύρω την μητέρα της και ν' αναλάβει αυτή την υπόθεσιν. Αμ' έπος, αμ' έργον. Η Πατεριάδαινα παραδέχεται την γνώμην μου, πηγαίνομεν εις τον κήπον, τον αναζητούμεν, τον ευρίσκομεν, της τον παραδίδω εις τα χέρια της και εννοείς ότι αυτήν την ώραν που σου ομιλώ το πράγμα θα είναι τελειωμένον.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ χασμόμενος. — Όλ' αυτά, μάτια μου, είναι καλά και ωραία… δεν μου λέγεις όμως τίποτε βέβαιον εκ μέρους του.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ανυπομόνως. — Ου, καημένε και συ, τι δύσπιστος άνθρωπος που είσαι…

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Μα τους ξεύρω εγώ αυτούς τους ομογενείς, γλιστρούν σαν χέλια... (χασμόμενος) Ενθυμούμαι μίαν φοράν...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ δυσθύμως αποχωριζόμενος αυτού και επανερχόμενος εις το ξενοδοχείον. — Καληνύχτα, πήγαινε να κοιμηθείς.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ μόλις βηματίζων εκ του νυσταγμού. — Καλήν νύκτα...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ παρακολουθών δια του βλέμματος την χορεύουσαν μετά του νέου Δρέλλια θυγατέρα του. — Είναι ομολογουμένως η ωραιοτέρα του χορού και δεν απορώ ότι του έκαμεν εντύπωσιν. Τώρα αυτόν τον χορόν ημπορούσε να τον χορέψει μαζί του... τις η ανάγκη να τον δώσει εις τον κ. Δρέλλιαν, ο οποίος Δρέλλιας πρέπει να της λέγει πράγματα πολύ δυσάρεστα, διότι την κάμνει και θυμώνει. Πολύ αυθάδης νέος είναι αυτός ο Δρέλλιας, κακά έκαμε να χορέψει μαζί του... Ω, ω, κάτι του είπε τώρα και αυτός ανοίγει τα μάτια του και κοκκινίζει... κατεβάζει το κεφάλι του κάτω... θα τον έβαλεν εις την θέσιν του, διότι αυτός δεν της αποτείνει πλέον τον λόγον... Εύγε, Φιφίτσα μου!.. Α, να και η γυναίκα μου εις το μπράτσο αυτού του νέου... Τι ευχαριστημένη που φαίνεται... πετά από την χαράν της... και αυτός είναι τόσον γελαστός!... να τα ετελείωσεν η γυναίκα μου;... αυτό θα είναι λαμπρόν... Πρέπει κάτι να είπαν, διότι δεν εξηγείται αλλέως αυτή η χαρά και των δύο... Και ήρχετο με τόσην δυσαρέσκειαν η καημένη εις αυτόν τον χορόν. Είχε προαίσθημα, ότι κάτι κακόν θα της συμβεί και δεν ήθελε να έλθει... μόλις την κατέπεισα προς χάριν της Φιφίτσας... Τώρα αυτή η χαρά της... α, βεβαίως κάτι τρέχει εδώ... Α, ετελείωσε και η καδρίλλια... η Φιφίτσα αρνείται να πάρει το μπράτσον του Δρέλλια, τον χαιρετά ψυχρά, του γυρίζει τις πλάτες... με βλέπει... έρχεται εδώ...

ΦΙΦΙΤΣΑ πλησιάζουσα τον πατέρα της. — Είδες πουθενά την μαμά;

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ προσφέρων τον βραχίονά του. — Εδώ είναι· έλα να σε πάγω. Τι σου συνέβη με τον Δρέλλιαν;

ΦΙΦΙΤΣΑ δυσθύμως. — Α, είναι ένας αυθάδης πρώτης τάξεως.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Καλά το εννόησα εγώ· τι σου έλεγεν;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Ανοησίες διά τον κύριον Παλαιολόγον.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Ποίον Παλαιολόγον;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Αυτόν τον κύριον που είναι με την μαμά.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ αισθανθείς βίαιον κλονισμόν. — Παλαιολ... αυτός είναι Παλαιολόγος;

ΦΙΦΙΤΣΑ αφελώς. — Ναι, μπαμπά, σου φαίνεται παράξενον;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ, ήτις επλησίασεν ερειδομένη επί του βραχίονος του Ξανθού Νέου. — Ο κ. Παλαιολόγος δεν έχει ντάμαν διά το κοτιλλιόν και θα καθίσει κοντά σου.

ΦΙΦΙΤΣΑ μειδιώσα. — Μα ούτ' εγώ δεν έχω καβαλιέρον, μαμά, δεν το έδωσα καθόλου, ώστε πώς θα γίνει;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ χαίρουσα. — Αι, μα τότε λαμπρά... το χορεύετε μαζί...

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Μου φαίνεται, μαμά, ότι διαθέτεις τον κύριον Παλαιολόγον χωρίς να τον ερωτήσεις και αν θέλει να χορεύσει.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ υποκλίνων επιχαρίτως. — Ω, δεσποινίς...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ εν των κυλικείω καταβροχθίζων τρωγάλια μηχανικώς όπως διασκεδάσει μεγίστην της ψυχής αυτού ανησυχίαν. — Ώστε έχει μεγάλην περιουσίαν;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Δύο εκατομμύρια τουλάχιστον.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Και κάθειται εις το ξενοδοχείον της Μεγάλης Βρετανίας;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Ναι.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ δάκνων τα χείλη. — Διάβολε!...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Τι έχεις;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Έκαμα μίαν ανοησίαν...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Μίαν μόνον;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Με την ιδέαν ότι είναι κανένας υπάλληλος εμπορικού καταστήματος της αράδιασα τον αναβαλλόμενον δι’ αυτόν.

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Τι κάθεσαι και λες; Ομογενής σωστός, πλούσιος και από μεγάλην οικογένειαν... αφού έφαγα μαζί του... Έπειτα τι υπάλληλος; πώς ημπορεί να έλθει υπάλληλος εμπορικού καταστήματος εδώ;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Δεν ημπορεί; ποιος το λέγει; άμα έχει δέκα δραχμάς να πετάξει έρχεται και παραέρχεται· ποιος θα τον εμποδίσει; ο χορός δεν γίνεται διά τους πτωχούς; και όποιος θέλει δεν ημπορεί να ελεήσει; Να, αυτός εκεί μέσα που ομιλεί με αυτόν τον κύριον κοντά εις την κολώνα είναι υπάλληλος καταστήματος, το οποίον πωλεί τσόχες, και ο άλλος εκεί κάτω με τα γενάκια, εκείνος ο νόστιμος που εσήκωσε την βεντάλια εκείνης της κυρίας κι εκείνος είναι γραφεύς ή μάλλον κλητήρ ενός πρακτορείου ασφαλιστικής εταιρίας. Τι θέλεις όμως και πηγαίνεις μακριά; αυτός που περνά παρέκει δεν είναι ο υιός του Τρίγκου του μπακάλη;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Αι, και τι της έλεγες;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Της έλεγα ότι αφού δεν της τον εσύστησε κανείς δεν έπρεπε να κάθειται τόσην ώραν μαζί του, διότι ενδεχόμενον να είναι και κανένας βαγαμπόντες...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ υψών τους ώμους. — Βλάκα!.. ημπορείς να κάμεις ποτέ σου σωστόν πράγμα; Κοίταξέ τον αν έχει αέρα βαγαμπόντη...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ αναζητών αυτόν διά του βλέμματος. — Πού είναι;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Να, εκεί μέσα... δεν τους βλέπεις και τους τέσσαρας, τον Πατεριάδη, την γυναίκα του, την κόρην του, και αυτόν;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Α, ναι, ναι...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Σου φαίνεται να έχει αέρα βαγαμπόντη; Κοίταξε, κοίταξε... πώς εχαιρετίσθησαν με τον γάλλον τον ναύαρχον, όστις επέρασεν από κοντά των; Κοίταξε πώς τον χαιρετούν οι υπασπισταί του Ναυάρχου...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Ο ναύαρχος στρέφει και τον παρατηρεί…

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Ομιλεί με τους υπασπιστάς του... τον παρατηρούν και αυτοί...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Αχ, ήλθαν εκείνοι κι εστάθησαν εκεί κάτω· δεν ημπορούμεν πλέον να ιδούμεν τίποτε...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ. — Και αυτός ο άνθρωπος τον οποίον χαιρετά έτσι ο γάλλος ο ναύαρχος σου φαίνεται βαγαμπόντης εσένα;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ξέων την κεφαλήν του και απομάσσων το μέτωπόν του. — Διάβολε!... έκαμα μεγάλην ανοησίαν και πρέπει να εύρω τρόπον να διορθώσω το πράγμα…

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ προσφέρων τον βραχίονά του εις την Φιφίτσα. — Θέλετε να καθίσομεν;

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Ναι, διότι όπου και αν είναι θ' αρχίσει το κοτιλλιόν.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ διευθυνόμενος προς το ανατολικόν της αιθούσης μέρος. — Να, εκεί είναι δύο καθίσματα... Ας καθίσομεν εδώ...

ΦΙΦΙΤΣΑ — Και αν είναι πιασμένα;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ όρθιος προ αυτής. — Πώς θα είναι πιασμένα;

ΦΙΦΙΤΣΑ — Ξεύρω κι εγώ;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ. — Αφού είναι κενά, θα ειπεί πως είναι εις την διάθεσίν μας.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Όχι πάντοτε… (παρατηρούσα τους πόδας του εδωλίου). — Κοιτάξετε αν είναι τα πόδια των δεμένα με κανένα μανδήλι.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ όστις παρετήρησε και αυτός. — Ναι, είναι δεμένα, μα τι έχει να κάμει αυτό;

ΦΙΦΙΤΣΑ μειδιώσα. — Αυτό σημαίνει ότι τα κατέλαβον άλλοι και πρέπει να φεύγομεν.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ σχεδόν ηλιθίως. — Α, αυτό σημαίνει!

ΦΙΦΙΤΣΑ, ήτις περιήγαγε το βλέμμα της πέριξ της αιθούσης ετοιμάζεται να εγερθεί. — Και τα βλέπω όλα πιασμένα, ώστε πρέπει να φροντίσομεν να εύρομεν μόνοι μας.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ βλέπων την κίνησιν της Φιφίτσας και δια νεύματος της χειρός εμποδίζων αυτήν να εγερθεί. — Καθίσατε, σας παρακαλώ, πηγαίνω να τα φροντίσω.

ΦΙΦΙΤΣΑ ήτις παρακολούθησεν αυτόν διά του βλέμματος. — Περίεργον! Φαίνεται εις την Ευρώπην δεν δένουν τις καρέκλες των οι άνθρωποι εις το κοτιλλιόν.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ πλησιάζων την Φιφίτσαν και καθήμενος παρ’ αυτή. — Κυρία Φιφίτσα, θα μου επιτρέψετε να σας ζητήσω συγγνώμην;

ΦΙΦΙΤΣΑ ψυχρώς. — Δεν έχω να σας επιτρέψω τίποτε, κύριε Δρέλλια.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ικετευτικώς. — Σας παρακαλώ, κυρία Φιφίτσα, μην είσθε τόσον θυμωμένη μαζί μου…. εγώ σας τα έλεγον αστειευόμενος.

ΦΙΦΙΤΣΑ δια φωνής επιτιμητικής. — Οφείλετε να ομολογήσετε όμως ότι αι αστειότητές σας δεν ήσαν καθόλου καθώς πρέπει.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Ομολογώ ό,τι θέλετε, κυρία Φιφίτσα, αρκεί να με συγχωρήσετε... Ηξεύρετε πώς ευρίσκεται καμιά φορά ο άνθρωπος… χωρίς να θέλει λέγει πράγματα, τα οποία ούτε καν σκέπτεται...

ΦΙΦΙΤΣΑ εξαπτομένη βαθμηδόν. — Έχετε μίαν μανίαν σεις οι νέοι των Αθηνών, ασυγχώρητον… Χωρίς να γνωρίζετε έναν άνθρωπον, χωρίς να του ομιλήσετε καν, έχετε την μανίαν να τον κατηγορείτε και να προσπαθείτε να τον διαβάλλετε ως τον χειρότερον τυχοδιώκτην…

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ εν ταπεινώσει. — Έχετε δίκαιον, κυρία Φιφίτσα, σας ζητώ συγγνώμην, τι άλλο θέλετε;

ΦΙΦΙΤΣΑ, ήτις επραΰνθη κατά τι. — Πρώτον γνωρίζετε ποίος είναι αυτός ο άνθρωπος τον οποίον εζητήσατε να εξευτελίσετε εις τα όμματά μου;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Όχι, κυρία Φιφίτσα, αλλά έμαθον περί αυτού, ότι είναι από μεγάλην οικογένειαν, και έπειτα είδα πως τον εχαιρέτισεν ο γάλλος ο ναύαρχος, όταν ομιλούσατε μαζί... Και αν μοι έμεινε καμία αμφιβολία δεν μου μένει πλέον αφού τον υπερασπίζετε σεις, τόσον εκθύμως... Πώς ονομάζεται;

ΦΙΦΙΤΣΑ υπερηφάνως. — Παλαιολόγος.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ προσπαθών να ενθυμηθεί. — Παλαιολόγος, Παλαιολόγος; ο αδελφός μου ο μεγάλος είχεν ένα συμμαθητήν Παλαιολόγον από την Σέριφον... μήπως είναι από την Σέριφον;

ΦΙΦΙΤΣΑ συνοφρυομένη. — Όχι, κύριε Δρέλλια, είναι από την Κωνσταντινούπολιν... οι Παλαιολόγοι κατάγονται όλοι από την Κωνσταντινούπολιν.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ υπομειδιών ειρωνικώς. — Μήπως είναι από την αυτοκρατορικήν οικογένειαν των Παλαιολόγων;

ΦΙΦΙΤΣΑ τονίζουσα τας λέξεις αυτής. — Μάλιστα και κατ' ευθείαν γραμμήν.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ καταστέλλων το μειδίαμά του παρατηρήσας την σοβαρότητα της Φιφίτσας. — Αλλ’ αυτός είναι λαμπρός άνθρωπος... και λέγουν ότι έχει και δύο εκατομμυρίων περιουσίαν.

ΦΙΦΙΤΣΑ σχεδόν εν αγαναχτήσει. — Κύριε Δρέλλια, δεν εφρόντισα να μάθω τι έχει…

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ενθουσιωδώς. — Να σας ειπώ ένα πράγμα, κυρία Φιφίτσα; και σας παρακαλώ να με πιστεύσετε, διότι το λέγω με όλην μου την καρδιάν... Εύχομαι να σας αγαπήσει, διότι τέτοιον άνθρωπον αξίζετε...

ΦΙΦΙΤΣΑ ερυθριώσα. — Κύριε Δρέλλια, σας παρακαλώ.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Διατί κοκκινίζετε; μήπως σας αγαπά ήδη; Ω, αλλ’ αυτό είναι λαμπρόν, θαυμάσιον. Ω, σας ορκίζομαι εις ό,τι έχω ιερότερον επί του κόσμου τούτου, ότι αυτήν την τύχην την αξίζετε... Να τος έρχεται... Τι μεγαλοπρέπειαν που έχει... συστήσατέ με, σας παρακαλώ...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ προσερχόμενος εν μεγίστη στενοχωρία. — Δεν ηδυνήθην να εύρω ούτε εν...

ΦΙΦΙΤΣΑ περίλυπος. — Δεν ηύρατε;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ απελπιστικώς. — Τίποτε.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ εγειρόμενος και δια νεύματος των οφθαλμών επιρρωνύων τους λόγους του. — Συστήσατέ με...

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Να σας συστήσω τον κύριον Δρέλλιαν...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ υποκλίνων βαθέως. — Κύριέ μου...

ΦΙΦΙΤΣΑ. — ο κύριος Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ χαιρετίζων δι’ ελαφράς της κεφαλής κινήσεως και μόλις επιδεικνύων ελαφρόν μειδίαμα. — Κύριε…

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ δεικνύων το εδώλιον όπερ κατέλιπε. — Καθίσατε, παρακαλώ.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ αρνούμενος δι’ ελαφρού της κεφαλής νεύματος. — Σας ευχαριστώ, πρέπει να εύρω καθίσματα δια τον έγκυκλον.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. — Πώς; δεν έχετε;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ υψών τας οφρύς ελαφρώς. — Δυστυχώς δεν εφρόντισα να δέσω κι εγώ το ρινόμακτρόν μου, όπως φαίνεται είναι η συνήθεια, και...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ προθύμως. — Α, μα σας παρακαλώ τότε να πάρετε τα ιδικά μου καθίσματα. Κάπου εδώ τα είχα δέσει... πού είναι; πού είναι;... Α, μα είναι ακριβώς αυτά εδώ που κάθισθε...

ΦΙΦΙΤΣΑ περιχαρής. — Είναι ιδικά σας;.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ, όστις κύψας έλυσε το μανδήλιον αυτού. — Βεβαίως· Ιδού και το μανδήλι μου. (προσφέρων το εδώλιον των Ξανθώ Νέω) Καθίσατε, σας παρακαλώ, κύριε Παλαιολόγε.

ΦΙΦΙΤΣΑ. — Και σεις;

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ. - Εγώ θα εύρω, κυρία Φιφίτσα, μη σας μέλει... και επί τέλους αν δεν εύρω, δεν θα χορεύσω... μικρόν το κακόν... Καθίσατε, παρακαλώ, κύριε Παλαιολόγε... Θα με υποχρεώσετε.

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ χαιρετίζων ελαφρώς και καθήμενος επί του εδωλίου ως ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ότε εξεθρόνισε τον Ιωάννην Λάσκαριν. — Σας ευχαριστώ, κύριε...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ μειδιών και κρυφίως προς την Φιφίτσαν. — Τώρα, κυρία Φιφίτσα, πιστεύετε εις την ειλικρίνειαν των λόγων μου;

ΦΙΦΙΤΣΑ δίδουσα αυτώ την χείρα. — Ναι.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ σφίγγων την χείρα της Φιφίτσας. — Περασμένα ξεχασμένα.

ΦΙΦΙΤΣΑ μειδιώσα. — Σας ευχαριστώ πολύ.

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ υψών την φωνήν. — Εμέ με συγχωρείτε, πρέπει να φροντίσω διά τα καθίσματά μου... διότι βλέπω ότι θ' αρχίσει το κοτιλλιόν. (θλίβων την χείρα του Ξανθού Νέου) Κύριέ μου, χαίρω πολύ ότι έλαβον την τιμήν να σας γνωρίσω...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ υπεγειρόμενος ελαφρώς. — Επίσης, κύριε...

Ο κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ κρατών υπό το αριστερόν βραχίονα την σύζυγόν του, ης θλίβει την χείρα δια της δεξιάς χειρός και εξερχόμενος εις τον κήπον. — Μπρε γυναίκα, έλα, πες μου πώς τα εκατάφερες!...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ περιχαρής. — Εις τον Σκαφαρέντζον το χρεωστώ και αυτό.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Πώς;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Να ιδείς πώς.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Λαμπρός άνθρωπος αυτός ο Σκαφαρέντζος, δεν ηξεύρεις τι ευγνωμοσύνην του έχω... διότι αν δεν ήτον αυτός να σου ειπεί ότι έφαγεν εις το ίδιον ξενοδοχείον, ημείς ούτε είδησιν θα είχαμεν του πράγματος και θα εχάναμεν την περίστασιν... θα την εχάναμεν!... Τι λαμπρός άνθρωπος αυτός ο Σκαφαρέντζος!...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Λοιπόν αυτός έρχεται τρεχάτος και μου λέγει ότι τους εύρεν εις το περιβόλι και ομιλούσαν. Έτυχε να ζητήσει η Φιφίτσα ολίγον νερόν και ο Κωνσταντίνος επετάχθη σαν πουλί να της το φέρει. Όταν έμεινε μόνος ο Σκαφαρέντζος ήρχισε να της λέγει τι πρέπει να κάμει, αλλ’ η Φιφίτσα καθώς την ξέρεις με την ψηλή της τη μύτη ήθελε να προέλθει το πράγμα απ’ αυτόν, ήθελε με αξιοπρέπειαν, έλεγεν...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ δυσανασχετών. — Αξιοπρέπεια!... εις αυτάς τας περιστάσεις ποιος προσέχει εις την αξιοπρέπειαν!...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Αυτό λέγω κι εγώ.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Λοιπόν;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Έρχεται τότε και μου λέγει ότι πρέπει ν' αναλάβω εγώ την υπόθεσιν, διότι η Φιφίτσα δεν θα έκαμνε τίποτε, και να πάρω το πράγμα εξ εφόδου.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ έχων σπασμωδικάς κινήσεις ένεκα της χαράς. — Έφοδος!... η έφοδος είναι το καλύτερον πράγμα…

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Εννοείς ότι εγώ κατέστρωσα το σχέδιόν μου αμέσως... Πηγαίνομεν, τον ευρίσκομεν, τον παίρνω μπράτσο, αφήνομεν τον Σκαφαρέντζον και μία, δύο εισέρχομαι εις το θέμα.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ έχων πάντοτε τας σπασμωδικάς αυτού κινήσεις. — Λαμπρά, ωραία!... εις αυτάς τας περιστάσεις δεν πρέπει να χάνει κανείς καιρόν.

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Εννοείς ότι μ' εβοήθησεν ολίγον και η τύχη, διότι εκείνο το πέσιμον της Φιφίτσας εις την σκάλαν και η γληγοράδα του να την αρπάξει στα χέρια του ήσαν τα κυριότερά μου όπλα... Κανόνια πρώτης τάξεως… Άρμστρογκ!... Μ' αυτά τον έκαμα θρύμματα... διότι εγώ έκαμα πως δεν ηξεύρω ούτε ποιος είναι, ούτε από πού έρχεται, ούτε τι κάμνει, ούτε αν έχει ή δεν έχει περιουσίαν, ούτε τίποτε.. Αυτός μου είπε το όνομά του και ηθέλησε να μου εξηγήσει...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ ενθουσιωδώς. — Παλαιολόγος!... καλέ, φαντάζεσαι ότι πραγματοποιούνται τα όνειρα τας Φιφίτσας μας που ήθελε να πάρει άνθρωπον πλούσιον, ωραίον, με μεγάλο όνομα... και συ την περιγελούσες πάντοτε...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Μα πού να φαντασθώ, πού να φαντασθώ αυτήν την τύχην... Έπειτα από το μασκαραλίκι που επάθαμεν εις την Ζάκυνθον με εκείνον τον Καλόφωνον…

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ καταπνίγων στεναγμόν. — Αλήθεια, εξοδεύσαμεν τόσα χρήματα άδικα των άδικων και επέσαμεν εις ένα εφημεριδοπώλην...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Ευτυχώς που το εννόησε και μόνη της...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Ενώ αυτός είναι ομογενής, πλούσιος...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Και Παλαιολόγος!... μικρόν πράγμα το έχεις Παλαιολόγος;

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Είναι μεγαλύτερον από το Καλόφωνος;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Τι λες τώρα; είσαι με τα σωστά, σου; Έχομεν και αρχαιότερον όνομα από το Παλαιολόγος;

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Δεν έχομεν, αι; Δεν ηξεύρω, το Καλόφωνος μου άρεζεν ως όνομα, όχι ως αρχαιότης, αλλά και το Παλαιολόγος δεν είναι κακόν, γεμίζει το στόμα. Φαντάσου να κατάγεται και από τους παλαιούς Παλαιολόγους...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Αυτά θα τα εύρει μόνη της η Φιφίτσα... και να ιδείς ότι αυτός θα είναι απ' εκείνους.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Μη με τρελαίνεις, γυναίκα! Και τι ωραίος άνθρωπος αι; δεν είναι ωραίος;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Πλάσμα!.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Μόνον εκείνη η μύτη του που είναι ολίγον χονδρή, και τα μάτια του που πετάγονται πολύ έξω, κι εκείνες οι πιτσιλάδες που έχει…

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ δυσανασχετούσα. — Ου, καημένε και συ, τη μύτη του ηύρες τώρα να του κατηγορήσεις;

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Όχι, λέγω, δηλαδή...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Έτσι θα την είχαν όλοι οι Παλαιολόγοι...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Α, σαν την είχαν έτσι...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Αυτό δεν τους εμπόδισε να είναι αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ μη δυνάμενος να συγκρατήσει την χαρά του. — Αυτοκράτορες, αι;... Και συ δεν ήθελες να έλθεις εις τον χορόν, διότι είχες προαίσθημα, ότι θα σου συμβεί κάτι το πολύ δυσάρεστον...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Ναι, είδες, είδες;... να που εβγήκε σε καλό...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ μορφάζων περιφρονητικώς. — Πίστευε, λέγει, έπειτα εις τα προαισθήματα!...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Μα πού να υποθέσω εγώ τέτοιο πράγμα;

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Λοιπόν τι ήθελε να σου εξηγήσει;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Α, ναι, ήθελε να μου εξηγήσει τι κάμνει, αλλ’ εγώ δεν τον άφησα να μου ειπεί τίποτε... και τα έριξα όλα εις την αγάπην, εις την τρέλαν την οποίαν είχεν η Φιφίτσα δι’ αυτόν. Του είπα ότι η ευγνωμοσύνη της δεν θα παύσει παρά με την τελευταίαν της πνοήν... ότι όταν τον είδεν έπειτα εις την σάλαν του χορού ελυπήθη ότι δεν εκτύπησε διά ν' αποθάνει τουλάχιστον εις τα χέρια του...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ ανασκιρτών. — Ν' αποθάνει;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Ήθελα δηλαδή να του δώσω να εννοήσει ότι η Φιφίτσα μας θα προετίμα τον θάνατον μάλλον παρά την ζωήν της χωρίς αυτόν.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Α, ναι βεβαίως, τώρα εννοώ... Αυτό θα του έκαμεν εντύπωσιν...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Αν του έκαμεν;... καλέ, μ' εκοίταζε και δεν ημπορούσε να με πιστεύσει...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ σχεδόν ένδακρυς — Παίζεις; Φιφίτσα είναι αυτή!

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Έπειτα δεν ηξεύρεις τι συνέβη όταν εχόρευσε εις την αρχήν μαζί του.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Τι συνέβη;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Επειδή δεν τον εγνώριζεν, όταν ετελείωσεν ο χορός τον άφησε μες στη μέση χωρίς να τον χαιρετίσει σχεδόν... ενώ αυτός ο καημένος έσκυψεν έως κάτω διά να την ευχαριστήσει... Αυτό το είδα με τα μάτια μου... δεν σου το είπα πρωτύτερα... Πώς να κολάσω λοιπόν το πράγμα; του λέγω τότε ότι εκείνην την στιγμήν τόσην αισθάνθηκε ζάλην η Φιφίτσα μας από την ωραιότητά του και την συμπάθειαν την οποίαν ήρχισε να έχει δι’ αυτόν, ώστε εβιάσθη να στρέψει διά να μη πέσει και γίνει κανέν σκάνδαλον...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Το επίστευσε;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Ακούς, λέγει, επίστευεν ό,τι του έλεγα και μ' εκοίταζε με ανοικτόν το στόμα…

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Σαν κομμάτι χονδρόν έτσι αμέσως αμέσως... αλλ’ αφού το επίστευσεν...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Έπειτα ήλθαμεν εις το ζήτημα της προικός.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Πώς; του ομίλησες και διά την προίκα;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ… — Αμ' τι; θ’ άφηνα εγώ να υποθέσει ότι το κάμνομεν διότι έχει χρήματα;

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Μπρε γυναίκα, εσύ είσαι λαμπρός άνθρωπος!

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Του είπα λοιπόν ότι η Φιφίτσα μας έχει ογδοήκοντα χιλιάδες δραχμάς...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ δυσαρέστως. — Ωχ, καημένη, γιατί να ειπείς ογδοήκοντα;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ έκπληκτος. — Μα τόσες δεν έχεις σκοπόν να της δώσεις;

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ ούτινος η δυσαρέσκεια επιτείνεται. — Έπρεπε να ειπείς εκατόν... εις αυτάς τας περιστάσεις στρογγυλεύουν οι άνθρωποι τους αριθμούς.

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ολίγον συγκεχυμένη — Μα...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Τις ογδοήκοντα τις έχω, θα εύρω και τις άλλες είκοσι, δεν εχάθηκε ο κόσμος...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Αι, καλά, δεν πειράζει, της δίδεις την ημέραν του γάμου.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Ναι, μα θα έκαμναν περισσοτέραν εντύπωσιν...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ μειδιώσα. — Να κάμουν εις αυτόν εντύπωσιv που έχει τόσην περιουσίαν;... Έπρεπε να έβλεπες πώς μ' εκοίταζεν εκείνην την ώραν... πώς άνοιξε τα μάτια του... πώς εχαμογέλασεν, ως να μου έλεγεν... τι να την κάνω εγώ αυτήν την πρέζαν... εγώ δεν πίνω ταμπάκον...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Ώστε συ θα όρισες και την ημέραν του γάμου;...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Α, όχι... του είπα να έλθει αύριον εις το σπίτι διά να τα ειπούμεν καλύτερα.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ. — Και θα έλθει;

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Βεβαίως.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ κατά τι ανήσυχος. — Το σπίτι το ηξεύρει καλά; Οδός Κλεομένους...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ. — Αριθμός 473, του τα είπα όλα, μη σε μέλει... Θα έλθει να προγευματίσομεν και έπειτα θα τα ειπούμεν εν εκτάσει.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ περιχαρής. — Φαντάσου ότι θα μας ειπεί ποιος είναι... την περιουσίαν του… την θέσιν του...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ μυστηριωδώς. — Ημείς θα κάμομεν ότι δεν ηξεύρομεν τίποτε... είπα και της Φιφίτσας κρυφά κρυφά να κάμει ότι δεν ηξεύρει τίποτε... και απόψε μάλιστα ν' αποφύγει με κάθε τρόπον ομιλίαν περί του προσώπου του...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ περιχαρέστερος. — Και θα το κάμει η Φιφίτσα μου... είναι τόσον έξυπνη!...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ συμμεριζομένη ανεπαισθήτως την χαράν του συζύγου της. — Όταν λοιπόν αυτός αύριον θα μας λέγει περί της περιουσίας του ημείς θα κάμνομεν ότι δεν τον πιστεύομεν...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ περιχαρέστατος. — Έως ότου ν' αναγκασθεί να μας φέρει αποδείξεις ότι είναι υπέρπλουτος!.. Α, τι θαυμάσιον!... Αχ, εκείνος ο Σκαφαρέντζος είναι λαμπρός άνθρωπος, λαμπρός, λαμπρός!...

Ο χορός ετελείωσεν ο σιδηρόδρομος συρίζει επανειλημμένως και πάντες εξέρχονται του ξενοδοχείου τρεπόμενοι εις τον σταθμόν. Ο Ξανθός Νέος, όστις πετά εκ χαράς, ην μεταδίδει και εις την Φιφίτσαν, είναι το αντικείμενον της γενικής ομιλίας, διότι αν και ουδέν εκοινολογήθη περί αρραβώνος, εν τούτοις ο κόσμος εκ τινων λόγων του νέου Δρέλλια, εκ τινων ημιεμπστευτικών φράσεων του γέροντος Σκαφαρέντζου, εκ της διακεχυμένης χαράς επί του προσώπου του ανδρογύνου Πατεριάδου, και τέλος εκ του όλβου, όστις εφαίνετο εκχειλίζων εις πάσαν κίνησιν, εις παν βλέμμα, εις πάντα λόγον του Ξανθού Νέου και της Φιφίτσας, ο κόσμος όλος είχε σχηματίσει την πεποίθησιν ότι το πράγμα ήτο τετελεσμένον και την επομένην θ' ανηγγέλνετο επισήμως. Αι νέαι κατά την έξοδον εκ του ξενοδοχείου συνωστίζοντο εν τω κήπω ίνα τους ίδωσι να διέλθωσιν, αι δε μητέρες απέστρεφον τα όμματα εκ φθόνου και μόλις συνείχον την οργήν αυτών, διότι επί τέλους ούτε τόσον ωραία ήτο, ούτε όνομα γνωστόν έφερεν, ούτε είχεν άλλας χάριτας ιδιαιτέρας ίνα κατακτήσει ευθύς αμέσως την καρδίαν του Ξανθού Νέου, όστις ήλθε μόνον και μόνον όπως νυμφευθεί την εντελεστέραν νέαν των Αθηνών.

— Είδες τύχην!... έλεγε πολύσαρκός τις κυρία σύζυγος εμπόρου τινός της οδού Αιόλου αποφασίσασα να εξοδεύσει τόσα χρήματα διά να επιδείξει την ωραίαν αυτής κόρην, επί τη μόνη ελπίδι ότι θα ευρεθεί δι’ αυτήν καλός γαμβρός, είδες τύχην το κορίτσι του Πατεριάδου!...

Και αι ολίγαι κυρίαι της υψηλής περιωπής, αίτινες περιεκύκλουν την άγνωστον κυρίαν εκίνουν την κεφαλήν σιγώσαι, και επένευον εις τους λόγους αυτής. Αι θυγατέρες των!... ηδύναντο καν να συγκριθώσι προς την Φιφίτσαν; και πώς θα κατεδέχοντο να τας συγκρίνωσι με το κορίτσι του Πατεριάδου; άμα δα!

Γοργοί, γοργοί εξήλθον πρώτοι της θύρας του κήπου εν μέσω του συνωστιζομένου κόσμου ο Ξανθός Νέος υπό τον βραχίονά του κρατών την Φιφίτσαν, ήτις προσεπάθει ν' αποκρύψει την ευδαιμονίαν της νεύουσα κάτω και ποοσκολλωμένη μεθ' όσης ηδύνατο δυνάμεως επί της πλευράς του συνοδού αυτής. Κατόπιν ήρχετο ασθμαίνον και ποοσπταίον επί των λίθων ένεκα του σκότους το ανδρόγυνον Πατεριάδου, όπερ εχαιρέτιζε τους πάντας μετ' ανεκφράστου αγαλλιάσεως ως να έλεγε: «Σκάστε, σκάστε, τον επήραμεν!» Τέλος ο γέρων Σκαφαρέντζος ερειδόμενος επί του βραχίονος του νέου Δρέλλια ταχύνων το βήμα του μετά μεγάλου κόπου, ίνα μη τους χάσει, και αφηγούμενος εις τον συνοδόν αυτού διά φωνής, ήτις ήτο μάλλον γεγωνυία, την όλην υπόθεσιν απ’ αρχής, πώς συνήντησε τον Ξανθόν Νέον εν τω ξενοδοχείω της Μεγάλης Βρετανίας, πώς ενόησε κατά τον χορόν την συμπάθειαν αυτού προς την Φιφίτσαν, τι εσκέφθη αμέσως, τι διενήργησε μετά ταύτα και ότι εθεώρει το αποτέλεσμα της πράξεώς του ταύτης πολύ ανώτερον παρά εάν έκαμνε δέκα πράξεις χρηματιστικάς και επώλει δέκα Λαύρεια διά ν' αγοράσει δέκα εκατομμύρια Κωπαΐδας!

Εν τω σιδηροδρόμω εύρε θέσιν ο κόσμος όλος, ευτυχώς δε και οι εξ ούτοι κατόρθωσαν να τοποθετηθώσιν εν ενί ημιδιαμερίσματι βαγονίου πρώτης θέσεως, όπερ είχε και εξώστην. Το έτερον ημιδιαμέρισμα ήτο κατειλημμένον παρ' άλλων, εν οις και ο κ. Ιωάννης Μαθιμάλης νήδυμον κοιμώμενος ύπνον και ουδέν εννοήσας, ως δικαίως έλεγε, κατά την εισβολήν των επιβατών. Εκοιμάτο εν τινι γωνία την κεφαλήν ερείδων επί της αριστεράς χειρός, ήτις είχεν ως αντέρεισμα το γείσον του εδράσματος, περιτετυλιγμένος εν τω επενδύτη αυτού και φορών μικρόν μετάξινον κασκέτον, όπερ έκρυπτε και αυτά τα ώτα του. Ακριβώς επί του αντιθέτου μέρους χωριζόμενος απ' αυτού διά του καλαμωτού επικλίντρου του εδράσματος, εκάθισεν ο κ. Πατεριάδης έχων απέναντι αυτού την σύζυγόν του. Παρ' αυτήν εκάθισεν ο νέος Δρέλλιας και παρά τον κύριον Πατεριάδην ο γέρων Σκαφαρέντζος. Τας γωνίας προς τον εξώστην κατείχον ο Ξανθός Νέος καθήμενος παρά τω νέω Δρέλλια και η Φιφίτσα καθημένη παρά τω γέροντι Σκαφαρέντζω, αλλ' αυτοί δεν εκάθηντο σχεδόν, διότι ανά πάσαν στιγμήν εξήρχοντο εις τον εξώστην και κατελάμβανον τας θέσεις των οσάκις η φωνή της κυρίας Πατεριάδου εκάλει αυτούς, ίνα και πάλιν μετ' ολίγον τας εγκαταλίπωσιν εξερχόμενοι εις τον εξώστην, διότι τις οίδε πόσα είχον να είπωσιν...

Ο σιδηρόδρομος είχε διέλθει προ του Αμαρουσίου ως αστραπή και κατήρχετο εις τας Αθήνας, δι’ όλης αυτού της ταχύτητος, ενώ άνωθεν της Πεντέλης υπέφωσκε το λυκαυγές, οι δ’ εν τω ετέρω διαμερίσματι, πλην του κ. Ιωάννου Μαθιμάλη, όστις έρρεγχε, συνωμίλουν χαμηλοφώνως περί των μελλονύμφων και της εκτάκτου της Φιφίτσας τύχης.

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ, όστις ήκουσε λέξεις τινάς της γενομένης κατά το έτερο ημιδιαμέρισμα ομιλίας εκτείνων από της θέσεώς του την χείρα και θλίβων κρυφίως αλλά αδελφικώς την χείρα του γέροντος Σκαφαρέντζου, ον ήρχιζε να καταλαμβάνει ο ύπνος. — Σκαφαρέντζε μου!...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ανοίγων τα όμματα εξαπίναιος. — τι είναι;

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ μειδιών. — Όχι, τίποτε... τι ετρόμαξες; (δεικνύων δια του βλέμματος τον Ξανθόν Νέον και την Φιφίτσαν, οίτινες εκείνην την στιγμήν εξήρχοντο τετάρτην ήδη φοράν εις τον εξώστην και κύπτων προς αυτόν) Ευχαριστώ!

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ, εννοών και μειδιών και προσπαθών ν’ αποσύρει την χείραν του, ην ο κ. Πατεριάδης δεν εννοεί ν’ αφήσει. — Α, ναι... Δι’ αυτό είναι οι φίλοι!...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ εύχαρις, αλλά κατά τι ανήσυχος. — Παιδιά, ελάτε μέσα, θα κρυώσετε...

ΦΙΦΙΤΣΑ προκύπτουσα την κεφαλήν εκ της ημιανοικτής θυρίδος. — Όχι, μαμά, δεν κρυώνομεν... είναι τόσον ωραία εδώ...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ ανυπομόνως. — Άφησέ τους και συ τώρα!.. που θα κρυώσουν... έπειτα όπου και αν είναι εφθάσαμεν!...

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ιδία κεκλεισμένα έχω τα βλέφαρα. — Πολύ ευχάριστον αυτό το πράγμα διά την καημένην την Φιφίτσαν, η οποία ήρχισε να απελπίζεται, διότι έχει και τα χρονάκια της... κι εγώ είμαι πολύ ευτυχής ότι δεν μου εκράτησε κάκια δι’ όσα της είπα. Τι της είπα δι’ αυτόν τον άνθρωπον!... μα είμαι κι εγώ τόσον ανόητος καμμιά φορά!... τον επήρα για βαγαμπόντην!... ποιον; αυτόν; το βέβαιον είναι ότι δεν μου γεμίζει το μάτι, αλλά τέλος πάντων αφού είναι τόσον καθώς πρέπει άνθρωπος!... έπειτα δεν θέλω τίποτε άλλο... μόνον ο χαιρετισμός του γάλλου ναυάρχου και των υπασπιστών του μου φθάνει... πώς τον εκοίταξαν!... ως να έλεγαν· Μα αφού αυτός είναι εδώ, διατί τάχα εκάμναμεν ημείς δυσκολίας και δεν ηθέλαμεν να έλθομεν εις αυτόν τον χορόν;... Πρέπει να είναι πολύ σημαντικόν υποκείμενον... Κωνσταντίνος Παλαιολόγος!... δεν είναι παίξε γέλασε...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ! ιδία κεκλεισμένα έχουσα τα βλέφαρα. — Έσκασαν, έσκασαν, έσκασαν!... Τις έβλεπα εγώ, δεν είναι να ειπείς ότι δεν τις έβλεπα!... Επήγαν να την φάγουν την καημένην την Φιφίτσα μου με τα μάτια των... Κι εγώ το είχα μαράζι στην καρδιά μου ότι δεν ημπορούσα να την παντρέψω... Να πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά... αργείς, αργείς, μα η τύχη δουλεύει... το καλό το ριζικό δεν χάνεται και η Φιφίτσα μου παντρεύεται κι εγώ ησυχάζω, και οι άλλες σκάζουν και πλαντάζουν... Θα έχει σπίτι δικό της τώρα, θα έχει αμάξας, υπηρέτας, θα δίδει συναναστροφάς κι εγώ θα την καμαρώνω... και οι άλλες θα σκάζουν!... θα είναι η πρώτη μες στην Αθήνα... με τέτοιον άντρα πώς να μην είναι η πρώτη; τι θα ειπεί; Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είναι αυτός!

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ ιδία κεκλεισμένα έχων τα βλέφαρα και την χείρα του Σκαφαρέτζου πάντοτε κρατών. — Εκεί που θα ζητήσω είκοσι χιλιάδες δραχμές δεν ζητώ καλύτερα εβδομήντα; τι ογδοήκοντα τι εκατόν πενήντα;... διότι εκατόν πενήντα πρέπει να της δώσω… Ο Σκαφαρέντζος θα μου εύρει το δάνειον, αυτός μου ηύρε τον γαμπρό και δεν θα μου εύρει εβδομήντα χιλιάδες δραχμές;... Αυτός δεν θα τις δεχθεί, διότι είναι εκατομμυριούχος, αλλ' εγώ πρέπει να δείξω ότι η κόρη μου έχει την προίκα της... Μα αν πρόκειται να μην τις δεχθεί, όπως και δεν θα τις δεχθεί, αφού είναι εκατομμυριούχος, διατί τότε να μην τις κάμω διακόσιες χιλιάδες; μήπως θα χάσω τίποτε; τον τόκον μόνον που θα πληρώσω δι’ ολίγας ημέρας!... Διακόσιες ολίγες είναι... καλύτερα τριακόσιες... κτυπούν περισσότερον εις τα μάτια...Ναι, μα αν έξαφνα κατά στραβού διαβόλου τις δεχθεί; αν έξαφνα την πάθω; τι γινόμεθα ύστερα; Όχι, όχι... ας μείνομεν εις τα πρώτα... εις τις ογδοήκοντα χιλιάδες!... Καλά έκαμε η γυναίκα μου και του είπεν ογδοήκοντα... με βγάζει κι εμένα από χίλιους μπελιάδες... Επί τέλους εγώ είμαι Πατεριάδης και αυτός είναι Παλαιολόγος!... ο καθείς με τα μέσα του!...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ιδία κεκλεισμένα έχων τα βλέφαρα. — Εγώ, εγώ, εγώ τα κατόρθωσα... ναι, εγώ, μάλιστα... και απόδειξις ότι ο Πατεριάδης δεν εννοεί ν' αφήσει το χέρι μου... όλον μ' ευχαριστεί... Νομίζω ότι κοιμάται και ονειρεύεται, έχει σπασμούς, διότι όλην την ώραν μου σφίγγει το χέρι... Εγώ τα κατόρθωσα, διότι εγώ έφαγα μαζί του εις το ξενοδοχείον, εγώ τον είδα εις τον χορόν, εγώ τον έδειξα εις την Πατεριάδαινα, εγώ της είπα τι να κάμει, εγώ τα ετελείωσα και δεν θα μου είναι ευγνώμονες; και δεν θα του πουλήσω δέκα χιλιάδες Λαύρεια; Μα αν δεν τα αγοράσει θα είναι πολύ μασκαράς. Διότι επιτέλους εις εμέ θα χρεωστεί την ευτυχίαν της η Φιφίτσα. Την κάνω Παλαιολογίνα, όπως έλεγεν ο Δρέλλιας και πρέπει να είναι πολύ σπουδαίον πράγμα διά να το λέγει έτσι...και τέλος πάντων της δίδω εκατομμύρια, διότι εγώ της τα δίδω, εγώ, εγώ...

ΦΙΦΙΤΣΑ, ήτις αισθανθείσα ψύχος εισήλθε προ μικρού και εκάθισε πλησίον του Σκαφαρέντζου ιδία και τα βλέφαρα κεκλεισμένα. — Το όνειρόν μου συνεπληρώθη!... ωραίος, πλούσιος... ευπατρίδης!... Και τι ευγένεια; αιώνων ευγένεια!... Οι Αψβούργοι της Αυστρίας ανήλθον εις τον θρόνον εις τα 1273 δέκα δεκαπέντε έτη έπειτα από τους Παλαιολόγους... οι Χοεντζόλερν είναι μία αρχαία οικογένεια του 800, πότε όμως εβασίλευσαν; μόλις εις τα 1700, έως τότε ήσαν απλοί πρίγκιπες... Α, αν εσώζετο η οικογένεια των Χοχενστάουφεν, μάλιστα, εκείνη δεν λέγω, διότι οι Χοχενστάουφεν ήσαν αυτοκράτορες της Γερμανίας εις τα 1138. Όσον διά τους Ρωμάνωφ της Ρωσίας δεν λογαριάζονται σχεδόν, διότι αυτοί είναι του 1600. Κρίμα ότι δεν ημπορούμεν να έχομεν τίτλους εις την Ελλάδα φανερά... θα ήμουν πριγκιπέσσα... Θ' αναγκασθόμεν να φύγομεν, θα πάμε εις το εξωτερικόν. Υπομονή, τι να γίνει, αφού δεν μας αναγνωρίζουν οι ανόητοι τους αποχαιρετίζομεν διά παντός... και πλέον εις το Παρίσι Madame la princesse Chariclie de Paleologos des Empereurs de Constantinople!...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ εισελθών μετά της Φιφίτσας, όχι διότι ησθάνθη ψύχος επί του εξώστου, αλλά διότι δεν δύναται πλέον να μένει μακράν αυτής ουδ’ επί στιγμήν, ιδία και μετ’ αγάπης παρατηρών την Φιφίτσαν. — Τι πλάσμα!... και τι τύχην που είχα! Ο ανόητος εγώ!... δεν ήθελα να έλθω εις αυτόν τον χορόν, διότι δεν εγνώριζα κανένα σχεδόν. Ιδού πώς γίνονται αι γνωριμίαι... Ναι, μα αν δεν εγλιστρούσεν εις την σκάλαν και αν δεν ευρισκόμουν εγώ απ' οπίσω θα την εγνώριζα;... Πώς όχι;... αφού της έκαμα εντύπωσιν εκείνην την στιγμήν θα της έκαμνα και κατόπιν... Απόδειξις ότι εχόρευσε και το βαλς μαζί μου... Πώς παρεξήγησα εκείνην την κίνησίν της όταν μ' εχαιρέτισεν... Είχε δίκαιον η μητέρα της... αυτό ήτο, της ήλθε ζάλη και παρ' ολίγον να πέσει... την είδα την κίνησίν της... Μα τόσον ωραίος είμαι λοιπόν; Είχα πάντοτε αυτήν την ιδέαν ότι είμαι εύμορφος άνθρωπος, αλλ’ όχι και εις αυτόν τον βαθμόν. Ωραίος και Παλαιολόγος πώς να μη μ' ερωτευθεί αμέσως; Εγώ θαυμάζω μάλιστα πώς ήργησα και τόσον... αλλά δεν μ' εγνώριζεν... αν μ' εγνώριζεν ο γάμος μας θα είχε τελειώσει από πέρυσιν... Αχ, εκείνος ο λούστρος της Ζακύνθου τι ευτυχής να έχει τα έγγραφά του όλα εν τάξει!... εγώ πού να τα εύρω τώρα; Αυτό είναι μεγάλη δυστυχία καταστρέφουσα εν μέρει την ευτυχίαν μου!...

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ ονειρευόμενος. — Πολύ καλά, εστεφάνωσα την Φιφίτσαν με αυτόν τον ξανθόν νέον, όστις είναι τόσον καλός, μα τις η ανάγκη να στεφανώσω τον Πατεριάδην με τον Σκαφαρέντζον; έπειτα πώς θα γίνει αυτό;... είναι δυνατόν δύο άνδρες να στεφανωθούν; Αφού το θέλει ο Πατεριάδης και η κοινωνία δεν λέγει τίποτε τι με μέλει έμενα; Τι πρόοδος!... να υπανδρεύονται δύο άνδρες!... και αυτό το οφείλομεν εις τον ηλεκτρισμόν... Αμ' δι’ αυτό έγινε και η Εταιρία των Εργοληψιών τώρα το εννοώ... Τι πρόοδος απίστευτος!... Πού είναι τα στέφανα; Φέρετέ τα λοιπόν να τελειώσω και μ' αυτούς τους προοδευτικούς... Τι είναι;... τα στέφανά σας είπα... Aι, και τι μ' ενδιαφέρει αν θα έλθει η γυναίκα του;... Εδώ ημείς προοδεύομεν· ο γάμος γίνεται επισήμως· να και η άδεια του Μητροπολίτου... Ποιος; αυτός;... Καλά, ας είναι... τα στέφανά σας λέγω... Μα να της η γυναίκα του, τι φωνάζετε πώς δεν θέλει; δεν την βλέπετε εκεί κάτω;... να, εκεί, εκεί, αυτή η κουκουβάγια, αυτή, αυτή, βέβαια... αυτή είναι η γυναίκα του... Πώς έγινε κουκουβάγια;... ξεύρω κι εγώ πώς έγινεν; εν τούτοις την βλέπετε, δεν είναι κουκουβάγια; και δεν είναι η γυναίκα του;... τι μ' ερωτάτε λοιπόν;... Α, τα στέφανα... πολύ καλά... Αι, μα τι έπαθεν ο Πατεριάδης;... διατί τον δέρνει τον Σκαφαρέντζον; πώς; από τώρα; πριν να γίνει ο γάμος; Πιάστε τον...

Το οξύτατον του σιδηροδρόμου σύριγμα φαίνεται διέκοψε το όνειρον του κ. Μαθιμάλη, διότι αφυπνίσθη επί τέλους και εγερθείς είδεν ότι το τρένον ευρίσκετο επί της οδού της Γ' Σεπτεμβρίου πλησιάζον προς τον σταθμόν.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ στρεφόμενος και βλέπων πάντας τους εν τω ετέρω ημιδιαμερίσματι ευρισκομένους οίτινες ήνοιξαν και αυτοί τα βλέφαρα μετά τον συριγμόν, εφαίνοντο δε πλέοντες εν πελάγει χαράς. — Εδώ είσθε όλοι; εφθάσαμεν λοιπόν; (παρατηρών τον Ξανθόν Νέον και μειδιών) Μπρε Κωνσταντή, και συ εδώ; Ήσουν και συ στο χορό;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ερυθριών και υπεγειρόμενος όπως χαιρετίσει τον κ. Ιωάννην Μαθιμάλην δι’ ασθενούς δε φωνής. — Μάλιστα.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ ευρισκόμενος εισέτι υπό το κράτος του ύπνου αλλ’ αισθανόμενος μεγίστην χαράν δι’ ό,τι έβλεπεν. — Μπράβο, παιδί μου... Εγώ το είπα, εσύ θα πας εμπρός, καθώς είσαι και κοσμογυρισμένος... A, αλήθεια, προ ολίγων ημερών με ηύρεν ο γάλλος ο ναύαρχος και μου εζητούσεν ένα τροφοδότην των πλοίων. Λοιπόν εγώ του είπα ότι καλύτερον τροφοδότην δεν ημπορεί να εύρει εις τον Πειραιά από τον Κωσταντή τον Παλαιολόγον... Μου είπε μάλιστα πως θα σε φωνάξει να σε ιδεί ο ίδιος... Σ' εφώναξε; επήγες; τον είδες;

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ εν μεγίστη στενοχωρία τονθορύζων. — Μά... μά... λιστα... σας ευχαριστώ.

Ο κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΘΙΜΑΛΗΣ. — Α, τίποτε, παιδί μου... Εγώ σ' αγαπώ γιατί από μικρός ήσουν πάντοτε καλό παιδί και ό,τι θέλεις να έρχεσαι να μου το ζητάς ελεύθερα πάντοτε... Αι, δεν είσαι καλύτερα τώρα τροφοδότης στην πατρίδα σου παρά που έτρεχες τον κόσμον όλον κουριέρης με τους άγγλους; Βλέπεις ότι η συμβουλή μου δεν ήτον κακή... Α, εφθάσαμεν… καλήν νύκτα σας λοιπόν... Αύριον, Πατεριάδη, θα έλθω να σ' εύρω να σου διηγηθώ ένα περίεργον όνειρόν μου... Καληνύκτα σας!... ή μάλλον καλημέρα σας!..

Ο ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ως εσταμάτησε το τρένον ριπτόμενος έξω της θύρας παρ’ ολίγον να πάθει μη δυνάμενος να κρατήσει τον γέλωτα βλέπων τα δεκαπηχιαία πρόσωπα πάντων. — Μωρέ μπόμπα!...

ΦΙΦΙΤΣΑ, εις ην ο Ξανθός Νέος ητοιμάζετο να δώσει τον επενδύτην αυτής αρπάζουσα τούτον και κατερχομένη του βαγονίου. — Σας ευχαριστώ, κύριε...

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ακολουθούσα καταπόρφυρος την θυγατέρα της. — Κοίταξε, έχει κανένα αμάξι;

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ κατερχόμενος αφού εχαιρέτισεν ελαφρώς τον Ξανθόν Νέον ιδία. — Τόση ομοιότης... είναι τι περίεργον!...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ διερχόμενος προ του Ξανθού Νέου χωρίς να τον χαιρετίσει. — Να, εκεί κάτω, Φιφίτσα, είναι ένα αμάξι...

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ, όστις έμεινεν ως στήλη αλός ιδία. — Μα τι έπαθαν όλοι τους; Δεν ημπορώ να εννοήσω τίποτε...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ακολουθών εν τη οδώ τον κατελθόντα μετ’ αυτού Πατεριάδην. — Να με πετάξετε κι εμένα εις το σπίτι μου, αφού έχετε αμάξι...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ παρά την θύραν της αμάξης, εν η ευρίσκονται ήδη η κυρία Πατεριάδου μετά της θυγατρός της περίλυποι και αποφεύγουσαι τα βλέμματα των άλλων επιβατών, αίτινες διέρχονται σπεύδοντες και αναζητούντες αμάξας εν αγνοία των τελευταίων συμβάντων, φαίνονται εν τούτοις εις τας περιλύπους γυναίκας ότι μειδιώσαι χαιρεκάκως, στρεφόμενος προς τον Σκαφαρέντζον. — Εσύ δεν έβλεπες καλύτερα παρά μας έκαμες αυτήν την ιστορίαν...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ διατελών υπό το κράτος της απροσδοκήτου αποκαλύψεως. — Μπρε αδελφέ, με ηπάτησεν η καταπληκτική ομοιότης...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ ανερχόμενος εις την άμαξαν οργίλως. — Ομοιότης!... Είσαι ένας γάιδαρος πρώτης τάξεως...

Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ, όστις ητοιμάζετο ν’ ανέλθει εις την άμαξαν οπισθοχωρών εμβρόντητος. — !!!!!

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ κλείων μετά πατάγου την θυρίδα της αμάξης. — Εις το σπίτι, αμαξά, τράβα!...

Η ΦΙΛΗ μεθ’ ης συνομίλει εν αρχή του χορού η Φιφίτσα, επί άλλης αμάξης ευρισκομένη, ανακαλύπτουσα την Φιφίτσαν και ενώ η άμαξα τρέχει κραυγάζουσα. — Δεν σε είδα, Φιφίτσα μου, καθόλου... Να ζήσεις!... έπειτα από το μεσημέρι θα έλθω να μου τα ειπείς... Σε συγχαίρω…

Η Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ένδακρυς. — Αχ, το προαίσθημά μου!...

ΦΙΦΙΤΣΑ μόλις συνέχουσα τα δάκρυά της. — Τροφοδότης!...

Ο Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ στρεφόμενος εν οργή προς τον εμβρόντητον απομείναντα γέροντα Σκαφαρέντζον και καθ’ ην στιγμή η άμαξα εκκινεί. — Γάιδαρε!...

 

Λεξιλόγιο

[1] βαλλίζον| χορεύοντας βαλς

[2] μπεζίκ| παιχνίδι με την τράπουλα

[3] εκτραπελογάστωρ| αυτός που έχει υπερβολικά μεγάλη κοιλιά, ο κοιλαράς.

[4] εφηλίδα | φακίδα

[5] αστέμφεια| σταθερότητα

[6] λιχανός| το δεύτερο δάχτυλο, ο δείκτης