«Ο Βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει...»

 

 

Και τον μήνα τον Ληναιώνα (Φεβρουάριος;) –αχ! κακές μέρες που κάθε μια θα δει κάνα βόδι σφαγμένο!– να τον φυλάγεσαι εσύ, καθώς και τα συφοριασμένα τα νεροπηξίματα που σε κάθε γωνιά της γης φανερώνονται σαν φυσήξει ο Βοριάς, που περνώντας μες από τη Θράκη την αλογοτρόφα πέφτει στην πλατιά τη θάλασσα και τη σηκώνει, ενώ οι στεριές μουγκρίζουν και τα δάση. Κι ως πέφτει, πολλές βαλανιδιές στην κορφή φουντωμένες, κι έλατα πολλά παχιά μέσα στις δίπλες των βουνών βροντάει στην πολυβλάστητη τη γη, κι όλο βογγάει τ’ απέραντο δάσος. Ανατριχιάζουν τα θεριά και κάτου από τα σκέλη την ουρά τους βάνουν, κι εκείνα ακόμα που το δέρμα τους είναι με το μαλλί τους πυκνοσκεπασμένο: παγωμένος, διαπερνάει κι αυτά, μ’ όλο που έχουνε πυκνόμαλλα τα στήθη. Περνάει ακόμα και το δέρμα του βοδιού που δεν μπορεί να τόνε σταματήσει· περνάει ακόμα και τη γίδα τη σκληρότριχη–- (και μοναχά τα πρόβατα –γιατί είν’ οι τρίχες τους πολύ πυκνές– η δύναμη του γέρα του Βοριά δεν τα περνάει)– και κάνει και τον γέροντα γοργά να τρέχει. [...] Και τότε τα θεριά, άλλα με κέρατα κι άλλα χωρίς, φοβερά κροταλίζουν τα δόντια τους μέσα στα δασωμένα τα δρυμά και φεύγουνε· κι άλλο στο νου δεν έχουν όλα, παρά πώς νάχουνε σκεπή που λαχταρούνε και κρυψώνες και σπηλιά στο βράχο. Ε λοιπόν, τότε είναι που μοιάζουνε με τρίποδα οι άνθρωποι, που η ράχη του έσπασε και το κεφάλι του κοιτάει στο χώμα. Όμοιοι μ’ αυτόν γυρίζουνε πώς να γλυτώσουν από τ’ άσπρο χιόνι. Και τότε, για να προφυλάξεις το κορμί σου, φόρεσε, αν θέλεις να μ’ ακούσεις, κάπα μαλακή κι ένα μακρύ χιτώνα –πέρασε από στημόνι ωραίο πολύ και πυκνό φάδι– και συ τυλίξου την καλά, για νάναι οι τρίχες σου καλά σφιγμένες και να μην σηκώνονται με τ’ ανατρίχιασμα σ’ όλο σου το κορμί απάνω ως κάτου. Τριγύρω από τα πόδια δέσε πέδιλα κομμένα από πετσί βοδιού σκοτωμένου, ζυγιασμένα καλά, αφού τα πασπαλίσεις, από μέσα με μαλλί. Και πάρε, όταν έρθει η εποχή του κρύου, τομάρια από κατσίκια πρωτογέννητα και ραψ’ τα με βοϊδόνευρο, για να ρίξεις στην πλάτη σου κάτι που θα σε προφυλάξει από τη βροχή. Και φτιάξε κι ένα σκούφο κατεργασμένο, για να μη σου μουσκεύουνε τ’ αυτιά σου. Γιατί είναι παγερό το χάραμα όταν φυσά ο Βοριάς. Μια γόνιμη καταχνιά απλώνεται τα χαράματα αυτά στη γη από τον αστράσπαρτο τον ουρανό πάνω από τους κάμπους των ευτυχισμένων του κόσμου αυτού. Τραβώντας νερό από τα αέναα ρέματα των ποταμών, σηκώνεται στα ψηλά αρπαγμένη από την οργή του ανέμου, και πότε λύνεται σε βροχή κατά τ’ απόσπερο και πότε χάνεται στο φύσημα, όταν συνταράζει ο Θρακικός Βοριάς τα πυκνά σύννεφα. Μην την καρτερείς λοιπόν να φτάσει για να τελειώσεις τη δουλειά σου και να ‘ρθεις στο σπίτι σου, αν δεν θέλεις να σε κατασκεπάσει από τον ουρανό ένα μαύρο σύννεφο, να σε μουσκέψει ως τα κόκκαλα και να σου πλημμυρίσει τα σκουτιά σου. Μα να τον προφυλάγεσαι τον μήνα τούτο· γιατί ’ναι από τους μήνες του χειμώνα ο φοβερότερος, σκληρός για τα πρόβατα, σκληρός για τους ανθρώπους » (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι 504-558, μετ. Π. Λεκατσάς)

 

Και στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου (6.68 κ.ε.) ο ίδιος ο Βορέας λέει πόσο βίαιος είναι, ότι φοβίζει τους ανθρώπους και τρομοκρατεί τον κόσμο. Βία στη βία οδηγεί τα σύννεφα που στάζουν, με βία κτυπά τη θάλασσα, συντρίβει βελανιδιές, προκαλεί χιονοστιβάδες, ρίχνει χαλάζι στη γη. Η συνάντησή του με τα αδέλφια του στον ουρανό είναι τρομακτική, καθώς συγκρούονται τόσο άγρια και τα ουράνια τις αντηχούν και μια σπίθα φωτιάς διαπερνά τα σύννεφα και τρέχει μπροστά.