Ο
κατά κόσμον Στοϊμένος Ραήνωφ Ντιμιτρώφ γεννήθηκε στο χωριό Σκρίνιανο της
Επαρχίας Κεστεντηλίου στις 10 Οκτωβρίου 1836. Στις 4 Μαρτίου 1854 εκάρη
μοναχός. Στις 5 Μαρτίου 1854 χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Μητροπολίτη
Βελισσού Αυξέντιο, ο οποίος ήταν και τοποτηρητής της Μητροπόλεως
Κεστεντηλίου. Υπηρέτησε ως Διάκονος του Μητροπολίτου Βελισσού Αυξεντίου
(1854-1857) και κατόπιν του Μητροπολίτου Βελισσού Ανθίμου (1857-1861). Το
1861 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές. Επέστρεψε στο Κιουστεντίλ και
διετέλεσε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Μηνά. Το 1864 εντάχθηκε στην
αδελφότητα της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου της Ρίλας. Το 1867 χειροτονήθηκε
Πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Κεστεντηλίου Ιγνάτιο. Το 1874 διορίστηκε
Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Κεστεντηλίου. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1875
χειροτονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τιτουλάριος Εξαρχικός Επίσκοπος Στοβίου,
Βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Κεστεντηλίου με έδρα το Στιπ. Δέχτηκε τη
χειροτονία παρά την αντίθετη γνώμη του Μητροπολίτου Κεστεντηλίου Ιλαρίωνος,
ο οποίος συγκρούστηκε μαζί του και παρακρατούσε τα δικαιώματά του. Τον
Σεπτέμβριο του 1877 εστάλη στη Φιλιππούπολη ως Βοηθός και αντιπρόσωπος του
Μητροπολίτου Φιλιππουπόλεως Παναρέτου, ο οποίος διέμενε στην
Κωνσταντινούπολη. Στις 5 Οκτωβρίου 1878 διορίστηκε τοποτηρητής της
Μητροπόλεως Αδριανουπόλεως. Στις 31 Δεκεμβρίου 1884 εξελέγη Μητροπολίτης
Αχρίδος και Πρεσπών. Οι σχέσεις του με τον Βούλγαρο Έξαρχο Ιωσήφ ήταν ψυχρές
έως κακές. Προσπάθησε δωροδοκώντας τις τουρκικές αρχές να εντάξει στη
δικαιοδοσία της Εξαρχίας το Πατριαρχικό Μοναστήρι του Οσίου Ναούμ (νοτίως
της Αχρίδος) αλλά δεν τα κατάφερε. Στις 15 Απριλίου 1891 υπέβαλε παραίτηση
για λόγους υγείας αλλά δεν έγινε δεκτή. Ωστόσο του επιτράπηκε να μεταβεί
στην Κωνσταντινούπολη για θεραπεία. Στις 15 Ιουλίου 1891 υπέβαλε εκ νέου
παραίτηση, η οποία έγινε δεκτή στις 17 Ιουλίου 1891. Αποσύρθηκε στο
Κιουστεντίλ. Το 1895 διορίστηκε τοποτηρητής της Μητροπόλεως Σκοπίων και στις
29 Σεπτεμβρίου 1896 εξελέγη Μητροπολίτης Σκοπίων. Στις 25 Μαρτίου 1909
παραιτήθηκε. Έζησε στο Κιουστεντίλ όπου και εκοιμήθη στις 16 Δεκεμβρίου
1917. |