Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Σκέψεις

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Διήγημα της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

Ο Θεοπόταμος, (29-1-2025)

 

Δημοσιεύτηκε: Περιοδικό "Σκουφάς", τόμος ΙΘ',τεύχος 111, σ. 151, Άρτα 2026.

 

    Από μικρή της άρεσε ν’ αγναντεύει τα τοπία, κοντινά ή μακρινά, και ν’ απολαμβάνει τις εικόνες, οι οποίες διαφοροποιούνται κατά τις ώρες της μέρας και κατά τις εποχές του χρόνου. Το Περιστέρι, τα Τζουμέρκα, τ’ Άγραφα, η Χελώνα, τ’ Ακαρνανικά και το Ξηροβούνι, στου οποίου τις υπώρειες φωλιάζει ερατεινά η γενέτειρά της και προνομιακά ατενίζει αντίκρυ τη ροδαυγή, της προκαλούσαν θαυμασμό με το μέγεθός τους και σαν κάστρα στιβαρά του τόπου τα ’νιωθε.

    Ο Αμβρακικός, έτσι που τον κοιτούσε από μακριά, σαν λίμνη της φάνταζε, παρότι οι γονείς της της είχαν επισημάνει πως θαλάσσιος κόλπος ήτανε, να, κάτι σαν υγρή, φιλόξενη αγκαλιά για πολλά ζωντανά της φύσης. Είναι ψαρότοπος της είχαν πει, από κει προέρχονται οι παστωμένες σαρδέλες που αγοράζουμε, αλλά και πολλά αποδημητικά πουλιά τον έχουν για πέρασμα αυτόν και τις γειτονικές λιμνοθάλασσες.

    Τούτες οι πληροφορίες έκαναν τη φαντασία της να οργιάζει… Άλλωστε, γευόταν με όρεξη τις παστές σαρδέλες, σπάνια και επομένως εκλεκτή νοστιμιά για τους κατοίκους των ορεινών χωριών, αλλά κι αγαπούσε πολύ δύο είδη αποδημητικών πουλιών, τα οποία έφταναν με τον ερχομό της άνοιξης. Τα χελιδόνια, που έχτιζαν περίτεχνα τις φωλιές τους στο υπόστεγο του πατρικού της και με τα πετάγματα και τα κελαδήματά τους σκόρπιζαν ιδιότυπη χαρά στην αυλή, και τα κουκάλογα, τα άλογα του κούκου δηλαδή, όπως συνήθιζαν να λένε τους ασπροπάρηδες, οι οποίοι πήραν το λαϊκό όνομα από τη δοξασία πως κουβαλούν στις στιβαρές πλάτες τους τους τεμπέληδες κούκους! Με τη διαφορά πως αυτά τα λευκά γυποειδή με τα μεγάλα φτερά που, μόλις τ’ ανοίξουν, βεντάλιες με μαυριδερές άκρες γίνονται, σταδιακά, όλο και πιο σπάνια έκαναν την εμφάνισή τους την άνοιξη και πλέον δεν ξαναφάνηκαν στον ουρανό της περιοχής, ενώ ανήκουν -τι κρίμα- στα είδη υπό εξαφάνιση!

    Κείνος, όμως, που ιδιαίτερα την εντυπωσίαζε, ήταν ο Θεοπόταμος, ο οποίος αέναα κυλά, άλλοτε θολός κι άλλοτε γαλαζοπράσινος,  λούζοντας τ’ ακροδάχτυλα του χωριού της, σχηματίζοντας μαιάνδρους σε σημεία του ταξιδιού του, αλλά και προσθέτοντας στο τοπίο πινελιές σαν εμπνευσμένος ζωγράφος. Αυτόν τον ποταμό, που το γεωγραφικό όνομά του είναι Άραχθος, τον λένε ακόμα Ποτάμι της Άρτας ή απλά Ποτάμι.  

    Κάθε φορά, μάλιστα, που πήγαινε με το σχολείο απογευματινή εκδρομή ως το ξωκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, ο δάσκαλος, καθώς το σημείο προσφέρει πλήρη θέαση στην κοιλάδα που αυτός διαρρέει, τους δίδασκε τι είναι ποταμός, πώς σχηματίζεται, τι είναι οροσειρά, τι λόφος,… Μάλιστα, αυτά τα υπαίθρια μαθήματα τα έχει κατατάξει στις ξεχωριστές αναμνήσεις της από τη σχολική ζωή, ενώ σκέφτεται μ’ ευγνωμοσύνη τα πρωτοποριακά πράγματα που βίωσε ως μαθήτρια στην υποβαθμισμένη κατά την αντίληψη κάποιων επαρχία!

    Η παρατήρηση του ποταμού πάντα τη μάγευε. Και μολονότι πολλά χρόνια αργότερα αξιώθηκε να φτάσει στις όχθες του και ν’ αγγίξει με τα χέρια της τα δροσερά νερά του, αλλά και να βυθίσει ως το γόνατο τα πόδια της σ’ αυτά και μέρος από τη δύναμή του να πάρει, έτσι θαρρούσε, τούτο δεν άλλαζε καθόλου ό,τι ένιωθε για κείνον. Μάλιστα, όταν τους ζητήθηκε να γράψουν έκθεση με θέμα, «Ο Άραχθος διηγείται την ιστορία του», παρότι ποτέ δεν τον είχε πλησιάσει, έγραψε, και τι δεν έγραψε…, ενώ ο δάσκαλός της την επαίνεσε πολύ και διάβασε την έκθεσή της στην τάξη!

    Και τα λιγοστά πεζούλια τους, όπου βοηθητικές εργασίες έκανε ή τα ζωντανά βοσκούσε, συνήθως στις διακοπές ή κι άλλοτε, χωρίς όμως να παραμελεί τη μελέτη, αφού προτεραιότητα για τους γονείς της αυτή ήταν, πρόσφεραν υπέροχη θέα προς τον ποταμό, και όχι μόνο. Και μια μέρα, εκεί που κάθισαν με τη μάνα της στη σκιά, για να πάρουν λίγη ανάσα, να πιούν νεράκι και να φάνε μια μπουκιά ψωμί, διακόπτοντας για λίγο την εξόρυξη και τη συλλογή πατατών, τη ρώτησε:

    ˗ Μαμά, έχεις προσέξει πόσα χρώματα αλλάζουν τα νερά του ποταμιού μας και πώς  αστράφτει μερικές φορές; 

    ˗ Μα, φυσικά! Είναι δυνατόν; Κι όταν ήμουν παιδί και πηγαίναμε στο χωράφι που είχαν οι γονείς μου εκεί κοντά, προίκα της γιαγιάς, κατεβαίναμε και παίρναμε νερό να πιούμε, τόσο καθαρό ήταν! 

    ˗ Αλήθεια! Να πάμε και τώρα μια φορά…

    ˗ Καλά θα ήταν, αλλά το κτήμα έχει εγκαταλειφθεί, δάσος έγινε! Βλέπεις, τα χρόνια περνούν, οι άνθρωποι μεγαλώνουν, αλλάζουν συνήθειες ή δεν μπορούν πλέον να φροντίσουν ό,τι είχαν κι αυτά χάνονται στην εγκατάλειψη και στη μοναξιά τους… Όπως ακριβώς κι οι άνθρωποι!

    ˗ Κι οι άνθρωποι;

    ˗ Ναι, κόρη μου, κι αυτοί, γιατί πολλές φορές χρειάζονται φροντίδα, ειδικά, όταν γερνούν, και δεν τους την προσφέρει κανείς!

    ˗ Εγώ, όμως, δεν θα σας αφήσω, σου τ’ ορκίζομαι!

    ˗ Το ξέρω, παιδί μου, το ξέρω! Θέλεις, πριν σηκωθούμε να ολοκληρώσουμε τη δουλειά μας για σήμερα, να σου πω έναν θρύλο για το ποτάμι μας; Τον είχα ακούσει από τη γιαγιά μου, κι εκείνη, ποιος ξέρει, ίσως από τη δικιά της!

    ˗ Για πες μου, μανούλα, για πες μου!

    ˗ Που λες, ο Άραχθος, ο Αχελώος κι ο Πηνειός, ήταν αδέρφια. Μια μέρα η μάνα τους η θάλασσα τ’ άφησε στον ύπνο κι έφυγε. Μόλις ξύπνησαν ο Αχελώος κι ο Πηνειός, ξεκίνησαν να πάνε να τη βρούνε κλαίγοντας, χωρίς να ξυπνήσουν τον πρώτο. Ο Πηνειός πήγε προς τη Θεσσαλία κι ο Αχελώος προς το Μεσολόγγι. Ο Άραχθος, μόλις ξύπνησε κι είδε ότι τ’ αδέλφια του τον ξεγέλασαν, θύμωσε πολύ και οργισμένος έσκισε τα όρη και τις πεδιάδες με μεγάλη σπουδή και κατάφερε να φτάσει πιο γρήγορα στη θάλασσα. Γι’ αυτό, έλεγε η γιαγιά μου, αν και ποτέ δεν το είχε δει από κοντά, ότι το ποτάμι μας έχει στα πιο πολλά σημεία απότομη κοίτη κι ορμητικά νερά! Έλεγε, ακόμα, πως πήρε τ’ όνομά του, γιατί άραξε, απλώθηκε, έτρεξε δηλαδή, για να βρει τ’ αδέλφια του!

    ˗ Τι όμορφη ιστορία! Τελικά, ο Άραχθος είχε αδέρφια, όπως κι εμείς, με τη διαφορά πως δεν τα ξανασυνάντησε! Πόση μοναξιά να νιώθουν, άραγε, αυτά τα ποτάμια; 

    ˗ Όχι, κόρη μου, δε νιώθουν μοναξιά! Μια χαρά είναι… Μόνο στης φύσης τους νόμους υπακούνε κι άλλοτε κατεβάζουν τα νερά τους ήρεμα κι άλλοτε καλύτερα να μη βρεθείς στον δρόμο τους! Αλλά ας πάμε τώρα να τελειώσουμε τη δουλειά μας και να φύγουμε για το σπίτι.

    ˗ Εντάξει, μανούλα, πάμε… Αλλά να σου πω κάτι; Θα ’θελα να είχα φτερά και να πετάξω πάνω από τον ποταμό!

    ˗ Να πετάξεις; Αυτό μόνο με τη φαντασία μπορείς να το κάνεις, τουλάχιστον για την ώρα, αν και πάντα δύσκολο θα ’ναι!

    ˗ Ναι! Να πετάξω σαν τον Ίκαρο, αλλά πιο συνετά, για να μην πέσω και σκοτωθώ!  Να πάω να βρω τις πηγές του και να συνοδεύσω το ταξίδι του ως τη θάλασσα! Για σκέψου πόσα μπορεί να δει κάποιος ταξιδεύοντας μαζί του! Και το ταξίδι να μη σταματά ούτε τις νύχτες, όπως η ροή του ποταμού, και μια νύχτα με πανσέληνο να σκύψω και να πιάσω το φεγγάρι εκεί που καθρεφτίζεται στα νερά του, τα οποία στραφταλίζουν μες στη νυχτιά!

    ˗ Μμμμ! Τι ωραίο αυτό το ταξίδι, αλλά κομμάτι δύσκολο! Ευτυχώς, που με τη φαντασία όλα εύκολα είναι, γιατί τα φτερά του νου καλπάζουν χωρίς περιορισμούς και ανέξοδα μας ταξιδεύουν!

***

    Τέτοια ταξίδια έκανε πολλά η μικρή, καθώς ο μέσα κόσμος της τροφοδοτείτο απ’ ό,τι μάθαινε μεγαλώνοντας, με την αγάπη της για τον Άραχθο όχι μόνο να μην ελαττώνεται, αλλά ν’ αυξάνει με τον χρόνο, συνιστώντας έναν ιδιότυπο ομφάλιο λώρο που δια βίου την έχει δέσει μαγικά με τη γενέτειρά της! Πόσο μάλλον, που πάντα τη γοητεύουν οι θρύλοι που συνδέονται μ’ αυτόν, με κορυφαίο εκείνον, ο οποίος αφορά στην οικοδόμηση του μεγαλύτερου γεφυριού του, εκείνου της Άρτας, αλλά και γιατί ο Θεοπόταμος, αν και τότε δεν το κατανοούσε απόλυτα, της δίδαξε την Ηρακλείτεια αλήθεια, «δίς εἰς τὸν αὐτὸν ποταμόν οὐκ ἂν ἐμβαίης», πως, δηλαδή, δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο  ποτάμι, αφού η ροή των υδάτων του το μεταβάλλει συνεχώς, αισθητοποιώντας με τον τρόπο της το αεικίνητο του χρόνου και των αλλαγών που αυτός επιφέρει.

    Παρότι, μάλιστα, το φράγμα σταμάτησε απότομα τη ροή του, τιθάσευσε την ορμή των υδάτων του, άλλαξε σε μεγάλο τμήμα την όψη του, πολλοί αλλοτινοί μαίανδροί του μετατράπηκαν σε λίμνη κι άλλες αλλαγές έγιναν, ο Άραχθος, ο θεός ποταμός των Αμβρακιωτών,  δεν έπαψε να διασχίζει την κοιλάδα, να προσφέρει ζωή και να διδάσκει όσους τον αγαπούν και τον αφουγκράζονται. Πολύ περισσότερο, που η κλιματική κρίση είναι ορατή πλέον και οι υδάτινοι πόροι του πηγή ζωής! Κι αν τα χιόνια, τροφοδότες των ποταμών και των πηγών, συνεχίσουν να λευκαίνουν όλο και λιγότερο τις κορφές των βουνών μας κι αν οι βροχές μάς επισκέπτονται όλο και με μικρότερη συχνότητα, ο σεβασμός των υδάτων του δεν είναι μόνο αναγκαίος, αλλά και επιβεβλημένος! Κι ίσως τότε, ο Θεοπόταμος και οι Νύμφες, που στα νερά κατοικούν, μας λυπηθούν και μας γλιτώσουν από τη δίψα.