Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Σκέψεις

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Ομιλία της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

Με αφορμή τα "Αγαθά στοιχειά" μου, 2-3-2026

Μορφωτικός Σύλλογος Ελληνίδων Κυριών Πατρών

 

     Φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας!

     Νιώθω μεγάλη χαρά, συγκίνηση θα έλεγα, που μία από τις παρουσιάσεις του βιβλίου μου, «Αγαθά στοιχειά», γίνεται στην αίθουσα του Μορφωτικού Συλλόγου Ελληνίδων Κυριών, ο οποίος είναι ταυτισμένος με τις γυναίκες και φέτος γιορτάζει τα 95 χρόνια ενεργού παρουσίας του στην πόλη της Πάτρας, αλλά κι επειδή αυτή γίνεται στα πλαίσια του γιορτασμού της «Παγκόσμιας ημέρας της γυναίκας». Κυρίως, γιατί το βιβλίο έχει ως κεντρικό θέμα τις γυναίκες, οι οποίες την ημέρα που η παγκόσμια κοινότητα τους έχει αφιερώσει οφείλουν να σκέφτονται ποια είναι και ποια επιθυμούν να είναι η θέση τους στην κοινωνία. Διότι, πέραν, του τι κάνουν οι άλλοι γι’ αυτό, η καθεμιά φέρει ευθύνη για το πώς προσδιορίζεται η ίδια.

     Συνιστά, επίσης, ιδιαίτερη τιμή για μένα το γεγονός ότι η πρόεδρος του Συλλόγου, κ. Βασιλική Παπαδοπούλου, και το υπόλοιπο Διοικητικό Συμβούλιο αποδέχθηκαν το αίτημά μου να γίνει εδώ η παρουσίαση του εν λόγω βιβλίου. Πολύ περισσότερο, που τα διηγήματά του θα σας δώσουν την ευκαιρία να γνωρίσετε γυναίκες μιας άλλης εποχής, οι οποίες με τον τρόπο τους έχουν πολλά να πούνε στην εποχή μας, ενώ, μέσω της αγάπης σας, η αγορά του θα ενισχύσει το κοινωνικό έργο ενός φορέα με μακρά πορεία στην πόλη· ακούει στο όνομα «Κιβωτός Αγάπης» και θεωρώ πως δεν χρειάζεται συστάσεις.

     Τούτων δοθέντων, εκφράζω τις ευχαριστίες μου για την παρουσία σας κι ελπίζω αυτή η συνάντηση, εκτός από την ενίσχυση της «Κιβωτού Αγάπης», να μας δώσει τη χαρά μιας βαθύτερης επικοινωνίας. Επικοινωνίας, η οποία θα έχει ως αφετηρία τις γυναίκες του βιβλίου, αλλά θ’ αγγίζει τις ψυχές μας και θα τις γαληνεύει. Άλλωστε, οι γυναίκες αυτές, αν κι έρχονται από το παρελθόν, έχουν ζήσει δηλαδή σε διαφορετική εποχή από τη δική μας κι έχουν αντιμετωπίσει διαφορετικές προκλήσεις, μπορούν να συνομιλήσουν κάλλιστα μαζί μας. Και τούτο, διότι η αυθύπαρκτη αξία κάθε γυναίκας, η ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, η σημασία των οικογενειακών δεσμών, η σπουδαιότητα της τήρησης και συνέχειας της παράδοσης, το ήθος κι άλλα πολλά που δίνουν νόημα στη ζωή μας, αν και αλλάζουν ή προσαρμόζονται στις συνθήκες με την πάροδο του χρόνου, εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συνοχή της οικογένειας και της κοινωνίας και εν τέλει στην επιδιωκόμενη επί γης ευδαιμονία.

     Για μια γυναικεία σε μεγάλο μέρος της υπόθεση, κάλεσα, όπως βλέπετε, τον φίλο συγγραφέα, Νίκο Αθανασίου, ο οποίος  μας μίλησε για τις γυναίκες του βιβλίου. Τον ευχαριστώ, λοιπόν, πολύ γι’ αυτό, για τον έπαινο στο πρόσωπό μου και στη γραφή μου, καθώς και για τον τρόπο που, ως άνδρας, προσέγγισε τις ηρωίδες των διηγημάτων μου, τα αγαπημένα μου αγαθά στοιχειά. Τις γυναίκες δηλαδή, οι οποίες, αν και στα πλαίσια της πατριαρχικής κοινωνίας ζουν συχνά στη σκιά των ανδρών, καταφέρνουν και δημιουργούν έναν σπουδαιότατο, συνταρακτικό δικό τους κόσμο, για τον οποίο εκείνοι, όχι σπάνια, είναι ανυποψίαστοι, ενώ ζουν ό,τι τους φέρνει η ζωή με ιδιαίτερη υπομονή και καρτερικότητα, αλλά και με ουσιαστική, αληθινή γενναιότητα, συμβάλλοντας στη συνοχή της οικογένειας και της κοινωνίας, γενόμενες στυλοβάτες και συνεχιστές της παράδοσης του τόπου τους.

     Πριν, λοιπόν, τις γνωρίσετε όλες μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, θα σας δώσω ορισμένες πινελιές για δύο απ’ αυτές:  

    «Ο γάμος ολοκληρώθηκε με όλα τα νόμιμα κι οι νεόνυμφοι οδηγήθηκαν στη νυφική τους παστάδα. Ο Λιάκος δεν χόρταινε να κοιτάζει τη σύζυγό του, η οποία κάτω από το αμυδρό φως της καντήλας θύμιζε άγγελο που είχε δραπετεύσει από τον παράδεισο! Την πλησίασε δειλά και την άγγιζε απαλά λες και θα συνθλιβόταν στα χέρια του. Εκείνη όλο αιδημοσύνη τον απωθούσε επιδέξια, θαρρείς κι απέναντί της ήταν κάποιος ξένος. Ώσπου τα κορμιά κινήθηκαν λίγο και οι γλώσσες λύθηκαν, αλλά όχι για πολύ.

     – Έλα, αγαπημένη μου, έλα!

     – …………

     – Έλα, έλα κοντά μου, έλα!

     – Αχ! Λιάκο μου, συχώρα με, δεν μπορώ! Τα πόδια μου παρέλυσαν από την κούραση! Δεν αντέχω! Αύριο! Αύριο…

     Και ήρθε το αύριο, ήρθε το μεθαύριο και η βδομάδα πέρασε, αλλά αυτή όλο προφάσεις έβρισκε, ώστε να μη δοθεί στον άντρα της. Και δεν του δόθηκε!

     Κυριακή πρωί, ενώ εκείνος φρόντιζε τα ζωντανά, πήγε στην πεθερά της και της είπε: 

     – Μάνα, πρέπει να πάω λίγο ως το πατρικό μου, γιατί ξέχασα κάτι και το χρειάζομαι.  

     – Να πας, κόρη μου, να πας και με το καλό να γυρίσεις!

    Αυτά ήταν και τα υστερνά λόγια τους! Τα υστερνά; Ναι! Διότι η Μαριάννα μήτε στο πατρικό της πήγε, μήτε στο σπίτι του συζύγου της επέστρεψε. Πήρε τον πολλά υποσχόμενο δρόμο της αγάπης κι ακολούθησε τον άντρα της καρδιάς της!

     Τούρκος ήταν ο νέος - τότε το χωριό τους ήταν σκλαβωμένο στους Τούρκους - που της είχε κλέψει την καρδιά! Όταν έμαθε για τον γάμο της, πλάνταξε. Της έστελνε μηνύματα ν’ αλλάξει γνώμη, αλλά… οι μοίρες αλλιώς είχαν κλώσει. Οι μοίρες; Ποιος τις υπολόγιζε τις μοίρες! Στων γεννητόρων της το θέλημα υπάκουσε εκείνη, αλλά όσο οι μέρες του γάμου πλησίαζαν και, όταν αυτός έγινε, δεν έλεγε να συμβιβαστεί και να προδώσει τον έρωτά της.

     Δυο μέρες είχαν περάσει, αφότου κόπασαν οι γαμήλιες εκδηλώσεις, και η Μαριάννα τού μήνυσε πως είχε φτάσει η στιγμή για τη μεγάλη απόφαση.

     Τρελός από τη χαρά ο Σελίμ, περίμενε με ανυπομονησία την ώρα, κατά την οποία θα έπαιρναν με την αγαπημένη του τον χωρίς γυρισμό δρόμο. Και τον πήραν την Κυριακή που εκείνη όρισε.

     Έκτοτε κανένας δεν έμαθε κάτι για την τύχη τους. Μερικοί είπαν πως είδαν τη νέα γυναίκα σε κοντινή πόλη να κοιτάζει από το παράθυρό της στον δρόμο, αναζητώντας τάχα να δει κάποιον δικό της που, ίσως, διάβαινε από κει. Άλλοι διέδιδαν ότι οι δύο νέοι έφυγαν για την Πόλη. Άλλοι… Ό,τι και να έλεγαν, αποκυήματα της επινοητικής φαντασίας τους ήταν. Σημασία είχε πως εκείνοι αψήφησαν τις υφιστάμενες κοινωνικές συμβάσεις, για να μην προδώσουν όσα ένιωθαν ο ένας για τον άλλον και τους τα είχε πέμψει απλόχερα ο Έρως, ο κάλλιστος των αθανάτων.» (Η Μαριάννα)

-------------

     «Σε κάποια από τις συναντήσεις τους, ενώ το μυαλό της Ανθούλας ταξίδευε πίσω στον χρόνο, το βλέμμα της έμενε να παρατηρεί τα διάφανα χέρια της γιαγιάς της, που οι φλέβες τους διακρίνονταν όσο ποτέ άλλοτε καθαρά και έμοιαζαν με διακλαδώσεις ποταμών, των οποίων οι πηγές και οι εκβολές είναι αόρατες. Τα είχε φέρει μπροστά, τα ανακίνησε λίγο και τα δάχτυλά της αγκάλιασαν έτσι το ένα το άλλο που το τρυφερό σύμπλεγμά τους θύμιζε ερωτικούς εναγκαλισμούς συντρόφων που η μακρά, η δια βίου συνοδοιπορία τους είχε δημιουργήσει ισχυρή σωματική και ψυχική συγχορδία, και κατόπιν τ’ ακούμπησε μ’ ανοιχτές τις παλάμες πάνω στη μαύρη ποδιά της. Για λίγο έριξε το βλέμμα της στον αντικρινό ορίζοντα, για ν’ απολαύσει, όπως άλλοτε, τα χρώματα του δειλινού, και αφού λόγω κακής όρασης αυτό που έβλεπε ήταν α 138 σαφές, έστρεψε την προσοχή και τη σκέψη στα χέρια της, τα οποία κείτονταν ηττημένα στο ίδιο σημείο. Τα κοιτούσε με περισσή ένταση, τα ανάδευε και έφερνε στο μυαλό ανεξίτηλες εικόνες από τη ζωή της, οι οποίες είχαν αυτά ως πρωταγωνιστές κι έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό.

     – Αχ! Και τι δεν έκαναν αυτά τα χέρια, κόρη μου!

     – Για πες μου, γιαγιά, τι έκαναν;

     – Αχ! και τι να πρωτοπώ! Τα θωρώ και μου μοιάζουν με φτερά απλωμένα που θέλουν να πετάξουν, αλλά δεν ξέρω για πού! Τα κοιτώ πάλι και φαντάζουν με στόματα ανοιχτά που θέλουν πολλά να πουν, αλλά διστάζουν.

     – Άφησέ τα να πουν, γιαγιά! Θέλω να τ’ ακούσω! Κάν’ τους, κάνε μου, αυτή τη χάρη!

     Εκείνη άρχιζε να ιστορεί των χεριών της την περιπέτεια, πότε με πιότερες και πότε με λιγότερες λεπτομέρειες, κι η εγγονή έμενε ν’ ακούει χωρίς διακοπές.

     – Απ’ όσο θυμάμαι, παιδί μου, δεν πέρασε μια μέρα που να τ’ άφησα να ησυχάσουν, να πάρουν ανάσα, να ξεκουραστούν έστω λίγο. Από παιδί, πού καιρός για σχόλες και παιχνίδια, είχα αναλάβει ευθύνες στο νοικοκυριό του πατρικού μου. Με τον καιρό, άρχισα να ετοιμάζω προικιά για μένα και τις αδερφάδες μου, να κάνω πλήθος εργασιών στα κτήματα, να φροντίζω το μεγάλωμα των μικρότερων αδελφών μου, να… Κι όταν ήρθε η ώρα και παντρεύτηκα - σου ’χω πει πως τον παππού τον είδα στ’ όνειρό μου, όταν έβαλα κάτω από το προσκέφαλό μου αρμυροκουλούρα(!) - συνέχισα να κάνω σχεδόν τα ίδια. Μόνο τα ερωτικά αγκαλιάσματα προστέθηκαν κι αυτά δειλά κάτω από τα σκεπάσματα, αφού σ’ απόσταση αναπνοής κοιμούνταν τα πεθερικά και τα τέκνα μου! Α! να μην ξεχάσω και τις μοναδικής αξίας αγκαλιές των παιδιών μου που ο θηλασμός τους με οδηγούσε στα ουράνια! Αποκλειστικά για μένα δεν ξέρω αν έκανα κάτι, αλλά νομίζω πως όλα αυτά, τα οποία έκανα για τους άλλους, τα έκανα και για μένα. […]

     Μια άλλη εικόνα, ιδιαίτερα διδακτική, ήταν εκείνη, στην οποία υπάρχει η γιαγιά καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι, μπαλώνοντας κάποια πετσέτα. Τη μπάλωνε με τέτοια επιμέλεια και τέχνη, που έδινε παράταση ζωής στο φθαρμένο πανί, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως πατσαβούρι ή ακόμα και να το πετάξει.

    – Γιατί, γιαγιά, της έλεγε, μπαλώνεις την πετσέτα, αφού έχεις πολλές καινούργιες στο σεντούκι σου;

     – Να, παιδί μου, της απαντούσε. Δεν είναι κρίμα να την πετάξω; Κάποτε δεν είχαμε! Κοίτα να δεις! Πρώτα τη χρησιμοποιήσαμε ως πετσέτα προσώπου με τον παππού σου, τώρα, μόλις τη μπαλώσω λίγο, θα την έχω για χεριών, και μετά βλέπουμε…

     – Μα, δεν θα χαιρόσουν να σκουπίζεις τα χέρια σου με μια ολοκαίνουργια μαλακή πετσέτα;

     – Θα χαιρόμουν, πώς δεν θα χαιρόμουν, αλλά λυπάμαι να τις αποχωριστώ τις έρμες! Τόσο καιρό μας υπηρέτησαν! Αλλά και τις καινούργιες τις θέλω! Άμα ξεπέσει κανένας ξένος, δεν πρέπει να ’χω μια καλή πετσέτα να του δώσω να σκουπιστεί; Όσες μείνουν, όταν φύγω από τη ζωή, θα τις χαρούν άλλοι!

     Έτσι, έβλεπε η γιαγιά της τις πετσέτες κι όλα τ’ αντικείμενα που είχε. Αξιολογούσε το νόημά τους, δενόταν μαζί τους και δεν την ένοιαζε, αν θα τα χαρούν οι επερχόμενοι ή η ίδια. Πλούτος για κείνη ήταν οι αγαπημένοι της! Ο μόνος πλούτος που τη χαροποιούσε ή την έκανε να λυπηθεί. Όλα τ’ άλλα ήταν μάταια!

     Όταν τελείωσε η αναπόληση, η Ανθούλα συνέλαβε τη γιαγιά να κοιτά τα χέρια της και  μ’ αργές κινήσεις τα έκλεισε μέσα στα δικά της.

     – Πόσο μαλακά είναι τα χέρια σου, κόρη μου! Χέρια γραμματισμένης! Τα δικά μου και της μανούλας σου ήταν σαν τσαρούχια από τις δουλειές. Για κοίτα τα όμως, μετά από τόση απραξία μαλάκωσαν. Έγιναν και τα δικά μου σαν γραμματισμένης!» (Η Πανάγιω)

     Φίλες και φίλοι, για να μην μακρηγορώ, σας ευχαριστώ και πάλι και σας σφίγγω θερμά το χέρι, που δώσατε νόημα σ’ αυτή την εκδήλωση, στην οποία μ’ έναν τρόπο αντάμωσαν θαρρώ οι καρδιές μας. Πολύ περισσότερο, που χωρίς την παρουσία σας η πρωτοβουλία να παρουσιαστεί το βιβλίο μου και τα έσοδα που θα συγκεντρωθούν από την πώλησή του να δοθούν ως δωρεά στην «Κιβωτό Αγάπης» δεν θα ήταν εφικτή. Συνάμα ευχαριστώ από καρδιάς, εκτός από τον Μορφωτικό Σύλλογο Κυριών, τον Νίκο Αθανασίου που με τίμησε με όσα είπε για το βιβλίο, διατυπώνοντας ιδιαίτερο έπαινο στο πρόσωπό μου, που μπορεί, επειδή είναι φίλος, να θεωρηθεί υπερβολικός, καθώς και τον Χρήστο, τον συνοδοιπόρο της ζωής μου, ο οποίος με στηρίζει στον αγώνα της συγγραφής, και όχι μόνο. Τέλος, ευχαριστώ από καρδιάς την «Κιβωτό Αγάπης», η οποία αποδέχθηκε τη δωρεά μου, μικρή συνεισφορά στο σπουδαίο έργο που επιτελεί, στηρίζοντας παιδιά ηλικίας ενός έως εξήντα χρονών, όπως μου είπε η αξιότιμη πρόεδρος, Κατερίνα Νικολάου, που θα παραλάβει και το ποσό που συγκεντρώθηκε για τους ευγενείς σκοπούς του φορέα, στον οποίο προεδρεύει.

     Αφού, λοιπόν, ευχηθώ σε όλους υγεία σωματική, ψυχική και πνευματική, ας ευχηθούμε κάθε καλό για τα παιδιά της «Κιβωτού Αγάπης» και για τους φροντιστές τους, οι οποίοι αξίζουν κάθε έπαινο. Και σημειώνω πως δεν ξεχνώ την επαφή που έχω με διάφορες αφορμές με την «Κιβωτό Αγάπης» και θα θυμάμαι πάντα τη γιορτή των παιδιών της, πριν τα περασμένα Χριστούγεννα, στην οποία ιδιαίτερα συγκινήθηκα, βλέποντάς τα, να μιλούν μέσα από το θεατρικό τους για την αγάπη, αυτά που τόσο στερήθηκαν την αγάπη των δικών τους ανθρώπων, αλλά δέχονται πλουσιοπάροχα την αγάπη των ξένων.

     Τέλος, παρά τα απρόοπτα, θετικά ή αρνητικά, που φέρνει η ζωή στον καθένα, εξακολουθώ να πιστεύω στη δύναμη του Ανθρώπου και στην αξία του μοιράσματος, που όλα τα κάνει ξεχωριστά! Γι’ αυτό κλείνω, αφιερώνοντας τούτη τη βραδιά, αν μου επιτρέπετε, στους αείμνηστους γονείς μου, Αναστασία και Παναγιώτη, που μου τα έμαθαν με το παράδειγμά τους όλα αυτά, καθώς και με τον επίλογο της ομιλίας του ποιητή μας, Γιώργου Σεφέρη, όταν παραλάμβανε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, στις 11 Δεκεμβρίου 1963, διότι θαρρώ πως μας αφορούν όλους:

    «Σ' αὐτό τόν κόσμο, πού ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν' ἀναζητήσουμε τόν ἄνθρωπο, ὅπου καί νά βρίσκεται.

     Ὅταν στό δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τή Σφίγγα, κι αὐτή τοῦ ἔθεσε τό αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλῆ λέξη χάλασε τό τέρας. Ἔχουμε πολλά τέρατα νά καταστρέψουμε. Ἄς συλλογιστοῦμε τήν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.»

      Σας ευχαριστώ πολύ!