χώρος συνάντησης και έκφρασης

                                

φιλολογικές

σελίδες

 

βιβλία

 

θέατρο

 

τέχνη

 

φωτογραφίες

 

πίνακας

 

 
 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

Ο μαύρος κύκνος, Ντέιβιντ Μίτσελ

 
«Στο γραφείο μου δε θα πατάς. Αυτός είναι ο κανόνας του μπαμπά. Μόνο που το τηλέφωνο είχε χτυπήσει ήδη είκοσι πέντε φορές».

Από τις πρώτες αυτές γραμμές του μυθιστορήματος μπαίνεις στο πνεύμα του βιβλίου: ένα «παιδί» αφηγείται , ένας πατέρας βάζει απαγορεύσεις, κι αμέσως στήνεται ένα δίλημμα. Το σκηνικό είναι έτοιμο, η ψυχική σύγκρουση έχει περι-γραφεί, ο δεκατριάχρονος Τζέισον πρέπει να «επιλέξει»: υπακοή στον πατέρα ή στη λογική;

Αφηγητής είναι ο ίδιος ο Τζέισον και το μυθιστόρημα απλώνεται σαν σε ομόκεντρους κύκλους: το επεισόδιο στο οποίο εξελίσσεται το επίμονο τηλέφωνο που χτυπά στο απαγορευμένο δωμάτιο, είναι χαρακτηριστικό ώστε να καταλάβουμε εμείς οι αναγνώστες την οικογενειακή ατμόσφαιρα: ο γιος «τολμά»να παραβιάσει τα άδυτα· έχουμε μια μάλλον διαταραγμένη σχέση μπαμπά- μαμάς, ένα σχετικά αυταρχικό κι εγωκεντρικό πατέρα· η αδελφή Τζούλιαν στον «ροκ» κόσμο της αλλά με διακριτικό τρόπο στηρίζει τον Τζέισον (η αδελφή μου δεν είναι συνέχεια εντελώς απαίσια), και στο επίκεντρο ο ήρωάς μας που είναι φιλοπερίεργος, παρατηρητικός και …βραδύγλωσσος! (ίσως δεν είναι τυχαίο). Τα επίμονα τηλεφωνήματα, άλλωστε, υπαινίσσονται κάποια «κρυφή ζωή» του πατέρα, κι αυτό καθοριστικό των μεταξύ τους σχέσεων.
Σ’ αυτό το ύφος, λοιπόν, με χιούμορ αλλά και διεισδυτικότητα, ξετυλίγει ο Τζέισον, με γραμμική (χρονολογική) σειρά τη ζωή του. Ανάλογου ενδιαφέροντος είναι και τα υπόλοιπα περιστατικά που αφηγείται· από το σχολείο, από τη γειτονιά, χωρίς όμως ποτέ να περιέχουν το βάρος μιας ψυχαναλυτικής ερμηνείας (που θα’ ταν αναληθοφανές για παιδί 13 χρόνων), ενώ σιγά σιγά ωριμάζει και «μεστώνει» ως προσωπικότητα. Ίσως κάποιος αναγνώστης να έχει την ένσταση ότι δε μπορεί ένας δεκατριάχρονος να «σκέφτεται» τόσο βαθιά (αν και δεν είναι το βιβλίο βεβαρημένο με «βαθυστόχαστες» αναλύσεις). Ο Τζέισον όμως διαφέρει από τ’ άλλα παιδιά: καταρχάς βασανίζεται από μια βραδυγλωσσία μάλλον ψυχολογικής υφής, που τον κάνει να βρίσκεται συνέχεια σε άμυνα, απέναντι σε συμμαθητές, φίλους, καθηγητές και βέβαια… τον πατέρα του. Κυρίως όμως, έχει ένα ποιητικό τρόπο να βλέπει τον κόσμο, κι αυτό δεν προκύπτει μόνο από το ότι γράφει ποιήματα (πράγμα για το οποίο ντρέπεται και τρέμει μην το μάθουν οι μάγκες του σχολείου), αλλά από τον τρόπο που βιώνει την πραγματικότητα.
Σελ. 456:
Τα παιδιά που οι άλλοι τους κάνουν τη ζωή δύσκολη φέρονται λες και είναι αόρατα για να ελαττώσουν τις πιθανότητες να γίνει η ζωή τους δύσκολη. Οι βραδύγλωσσοι επίσης φέρονται λες και είναι αόρατοι για να ελαττώσουν τις πιθανότητες να αναγκαστούν να πουν κάτι που δε μπορούν. Τα παιδιά που οι γονείς τους τσακώνονται φέρονται λες και είναι αόρατα μην τυχόν και προξενήσουν καμιά καινούρια αψιμαχία. Τζέισον Τέυλορ-Το Τριπλά Αόρατο Παιδί. Τώρα τελευταία ούτε κι εγώ δεν τον βλέπω και πολύ τον αληθινό Τζέισον Τέυλορ, παρά μόνο όταν γράφει κανένα ποίημα ή καμιά φορά στον καθρέφτη ή ακριβώς πριν απ’ τον ύπνο.
Τη βραδυγλωσσία του ο Τζέισον την προσωποποιεί, την ονομάζει «δήμιο» και παρατηρεί τα καπρίτσια της. Ο δήμιος τον αναγκάζει πολλές φορές να επιλέγει τη σιωπή ή να φαίνεται πολύ πιο αδαής, άτολμος και κουτός απ’ ό, τι είναι. Ο φόβος ότι θα του κολλήσουν την ταμπέλα του «κεκέ» που δε θα κατάφερνε ποτέ να ξεκολλήσει, καθορίζει το μεγαλύτερο μέρος της συμπεριφοράς του (τα μυστικά σε επηρεάζουν πολύ περισσότερο από όσο νομίζεις. Λες ψέματα για να τα διατηρήσεις κρυφά. Οδηγείς την κουβέντα αλλού. Ανησυχείς πως κάποιος θα το ανακαλύψει και θα το κάνει βούκινο. Νομίζεις πως εσύ ελέγχεις το μυστικό- αλλά μήπως το μυστικό χρησιμοποιεί εσένα;). Στον πανικό του γιατί τη επομένη στο σχολείο είναι η σειρά του να κάνει ανάγνωση ενός μεγάλου κειμένου (απ’ όπου φυσικά δε μπορεί να ξεφύγει ούτε να αντικαταστήσει τις επίμαχες λέξεις) επισκέπτεται την κυρία Ρου, τη λογοθεραπεύτρια. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος αντιμετώπισης:

Σελ. 64:
-(κυρία Ρου) «Η πρόοδος δεν σημειώνεται με το να προσπαθείς να σκοτώσεις τη διαταραχή. Όσο προσπαθείς να την εξαλείψεις, τόσο θα επανέρχεται δριμύτερη. Όχι, το ζήτημα είναι να την κατανοήσεις, να φτάσεις σ’ ένα λειτουργικό συμβιβασμό μαζί της, να τη σέβεσαι, να μην τη φοβάσαι».
Η κυρία ντε Ρου δεν είναι καμιά χαζή, και όσα λέει έχουν νόημα.
Αλλά από βοήθεια για την αυριανή συγκέντρωση της τάξης, άστα να πάνε.

Πράγματι η «αυριανή συγκέντρωση» ήταν επεισοδιακή, και μια σειρά από αντίστοιχα «μοιραία» περιστατικά απομονώνουν τον Τέυλορ. Η ένταξή του στην ομάδα του σχολείου, της γειτονιάς είναι τραυματική και γρήγορα γίνεται αντικείμενο αισχρού περίγελου. Παρακολουθούμε τους μικρούς τυράννους να τον ταλαιπωρούν, ενώ εκείνος βρίσκει αποκούμπι στην ποίηση. Δημοσιεύει τα ποιήματά του στο περιοδικό της ενορίας (με ψευδώνυμο φυσικά) και, ξαφνιασμένος από την ανταπόκριση, επισκέπτεται την υπεύθυνη, τη μυστηριώδη Μαντάμ Κρομελύνκ, με την οποία διεξάγεται ένας καταπληκτικός διάλογος (η περιγραφή όλης της συνάντησης είναι συναρπαστική):

-Υπάρχουν πολλές όμορφες λέξεις εδώ μέσα..
-Ευχαριστώ, συμφώνησα εγώ.
-Οι όμορφες λέξεις καταστρέφουν την ποίησή σου. Μια ιδέα ομορφιά βελτιώνει το πιάτο, εσύ όμως την πετάς με το τσουβάλι στην κατσαρόλα! Εσύ πιστεύεις πως το ποίημα πρέπει να είναι όμορφο, αλλιώς δεν είναι ποίημα. Έχω δίκιο;
-Κατά κάποιο τρόπο.

Και παρακάτω:
-Τι είναι ομορφιά;
-Ομορφιά είναι…
Απολάμβανε το κόλλημά μου. Ήθελα να τη εντυπωσιάσω με έναν έξυπνο ορισμό, αλλά συνέχεια έπεφτα πάνω στο ομορφιά είναι κάτι που είναι όμορφο.
(…)
-Είναι δύσκολο, παραδέχτηκα.
-Δύσκολο; Αδύνατο! Η ομορφιά έχει ανοσία στους ορισμούς. Όταν η ομορφιά είναι εδώ, απλώς το ξέρεις. Ο καλλιτέχνης ξέρει πως δεν ξέρει τι είναι ομορφιά κλπ. κλπ.

Η ποιητική συνείδηση του ήρωα έγκειται στο ότι ο τρόπος που περιγράφει τα βιώματά του δίνει μια μοναδική οπτική γωνία. Δεν πρόκειται για κάποιον που αφηγείται τα γεγονότα της εφηβείας του όντας μεγάλος πια σε ηλικία, αλλά αφηγείται ο ίδιος, στο παρόν, αυτά που ζει, ενώ είναι σ’ αυτή την υπέροχη μεταβατική ηλικία των 13 χρόνων (όπως και ο ήρωας του Σάλιντζερ στον «Φύλακα στη σίκαλη»). Παρατηρεί από μια απόσταση ακόμα και τους «διώκτες» του, βλέπει τις αποχρώσεις, «ονομάζει» τις καταστάσεις με έξυπνες ατάκες (όχι βαθυστόχαστες αναλύσεις, όπως προανέφερα), με μια αυθεντικότητα που δεν τον κάνει να ξεφεύγει από τις προδιαγραφές της ηλικίας του. Η έμφυτη δημιουργικότητα είναι που τον κάνει να «παίζει» με τον δήμιο, όπως και με το «σκουλήκι», όπως ονομάζει το μέρος του εαυτού του που υποκρίνεται, ή λέει ψέματα, για να κατακτήσει την αποδοχή των άλλων.
Στη διάρκεια των 13 μηνών που μας περιγράφει ο Τζέισον γίνονται πολλές αλλαγές στις οικογενειακές αλλά και στις κοινωνικές του σχέσεις, κυρίως όμως ο ίδιος αλλάζει και χαλυβδώνεται. Είναι από τη φύση -ή ίσως οι συνθήκες τον κάνουν- αντισυμβατικός, κι έτσι, αντιπαρέρχεται διάφορες απρόοπτες καταστάσεις με εξίσου απρόοπτη ωριμότητα.
Προς το τέλος του βιβλίου, κι αφού έχουμε φρικάρει με τη βία που έχει υποστεί από τις κοροϊδίες των άλλων, παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα την αναμέτρησή του με τον αρχιβασανιστή του, οπότε, μετά από διάφορες ανατροπές αισθάνεσαι ότι επιτέλους δικαιώνεται.

Τέλος, αντιγράφω ένα απόσπασμα που ας προβληματίσει τους … εκπαιδευτικούς:
«Μην ξεχάσετε», μας ειδοποίησε ο κύριος Κέμσυ, «να ξαναγράψετε τη βιογραφία με δικά σας λόγια». Αυτό το «με δικά σας λόγια» το λένε συνέχεια οι καθηγητές, αλλά εμένα μου φαίνεται απαίσιο. Οι συγγραφείς πλέκουν τις προτάσεις τους σφιχτά κι ωραία. Δουλειά τους είναι. Γιατί εμείς να τις ξεχαρβαλώνουμε μόνο και μόνο για να τις ξαναφτιάχνουμε απλώς πιο πλαδαρές; Πώς να πεις «αρχιμουσικός» όταν δεν επιτρέπεται να πεις «αρχιμουσικός»;
 

Χριστίνα Παπαγγελή

Ημερομηνία τελευταίας επεξεργασίας: Σάββατο, 12. Σεπτεμβρίου 2009 

 

συνεργατική τοποθεσία

από το Μάρτιο 2007