χώρος συνάντησης και έκφρασης

                                

φιλολογικές

σελίδες

 

βιβλία

 

θέατρο

 

τέχνη

 

φωτογραφίες

 

πίνακας

 

 
 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

Το κουρδιστό πουλί, Χαρούκι Μουρακάμι

  

Το θέμα είναι να μην αντιστέκεσαι στη ροή.

Ανεβαίνεις όταν πρέπει ν’ ανέβεις και κατεβαίνεις

όταν πρέπει να κατέβεις.

 

   Απολαυστικό και συναρπαστικό πάντα το γράψιμο του Μουρακάμι.  Ξεκινώντας το ογκώδες αυτό βιβλίο, μου φάνηκε αρχικά πολύ πιο ελκυστικό απ΄ ό, τι το «Νορβηγικό δάσος». Οι πρώτοι οιωνοί με προδιέθεσαν ευνοϊκά και δε μπορούσα να τ’ αφήσω απ’ τα χέρια μου:  σε πρώτο ενικό, ο ήρωας-αφηγητής καταγράφει εμπειρίες, σκέψεις και συναισθήματα, σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο ανθρώπου βαθιά μοναχικού, που «κάνει καλή παρέα με τον εαυτό του»: που ζει παρατηρώντας ταυτόχρονα τη ζωή του, που ζει δηλαδή «εσωτερικά» και ωριμάζει. Πρόκειται για ένα ταξίδι στα βάθη του «εαυτού», όπου ο ήρωας από ένα σημείο και μετά αντιμετωπίζει όχι μόνο την πραγματικότητα αλλά και τη φαντασία, τα όνειρα, τις παραισθήσεις  (και προς το τέλος και τις μυστικιστικές εμπειρίες) ως αφορμές μαθητείας.

Σελ. 74:

-Όμως εσύ δεν ανήκεις σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ο κόσμος ο δικός σου είναι ή πάνω απ’ αυτόν ή κάτω απ΄ αυτόν.

-Ποιο είναι καλύτερο, ρώτησα από απλή περιέργεια, το επάνω ή το κάτω;

-Το θέμα δεν είναι αν είναι καλύτερο ή χειρότερο. Το θέμα είναι να μην αντιστέκεσαι στη ροή. Ανεβαίνεις όταν πρέπει ν’ ανέβεις και κατεβαίνεις όταν πρέπει να κατέβεις. Όταν είναι ν’ ανέβεις, βρες το ψηλότερο σημείο και στρογγυλοκάθισε εκεί. Όταν είναι να πέσεις χαμηλά, βρες το βαθύτερο πηγάδι και κατέβα στον πάτο του. Όταν δεν υπάρχει ροή, μείνε ακίνητος. Εάν αντισταθείς στη ροή, τα πάντα στεγνώνουν.

 

Πέρα όμως από την «επεξεργασία» των συναισθημάτων και βιωμάτων, και τα ίδια τα βιώματα, τα εξωτερικά δηλαδή γεγονότα παρουσιάζουν αντίστοιχα ενδιαφέρον.

Βασικό σκελετό του βιβλίου αποτελεί η σχέση του αφηγητή με τη γυναίκα του, Κουμίκο, η οποία εξαφανίζεται μυστηριωδώς περίπου στο ένα τρίτο της υπόθεσης, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν τον έχει εγκαταλείψει. Ο μοναχικός Τόρου έρχεται αντιμέτωπος με πολλές συνηθισμένες αλλά κι εξ-αιρετικές καταστάσεις, με ανθρώπους ιδιόρρυθμους, που τον ωθούν σε μια όλο και πιο βαθιά γνώση του εαυτού του. Πάντα όμως στο φόντο υπάρχει η αναζήτηση της Κουμίκο, αυτό είναι το οριακό/εξωτερικό γεγονός που τον μεταμορφώνει και τον κάνει δεκτικό σε άλλες εμπειρίες, πιο εσωτερικές, πιο μυστικιστικές· είναι η «πυξίδα» που καθοδηγεί τον ήρωα.

Σελ. 46:

Μπορεί να βρισκόμουν στην είσοδο κάποιου μεγάλου πράγματος και μέσα να κρυβόταν ένας κόσμος που ανήκε αποκλειστικά και μόνο στην Κουμίκο, ένας απέραντος κόσμος που εγώ δεν είχα γνωρίσει ποτέ. Το είδα σαν ένα μεγάλο, σκοτεινό δωμάτιο. Στεκόμουν εκεί κρατώντας έναν αναπτήρα, με τη μικρή φλογίτσα το να μου δείχνει ένα ελάχιστο μέρος του δωματίου.

Θα έβλεπα ποτέ το υπόλοιπο; Ή θα γερνούσα και θα πέθαινα χωρίς να μάθω ποτέ την Κουμίκο;

Αν αυτή ήταν η μοίρα μου, τότε τι νόημα είχε η συζυγική ζωή που ζούσα; Τι νόημα είχε γενικότερα η ζωή μου αν την περνούσα στο κρεβάτι με μια άγνωστη σύντροφο;

Αυτά σκεφτόμουν εκείνη τη νύχτα και, κατά διαστήματα, γι’ αρκετό καιρό μετά. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως είχα πάρει το μονοπάτι που οδηγούσε στην καρδιά του προβλήματος.

 

Ο Μουρακάμι «κατέχει την τέχνη της εξιστόρησης», γνωρίζει δηλαδή καλά πώς να είναι σαγηνευτικός, συναρπαστικός. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά τραβώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη με μια διαφορετική περίσταση. Κατά τη γνώμη μου είναι ένας «παραμυθάς»: στήνει ένα σκηνικό και μια «κατάσταση» και στη συνέχεια ξεδιπλώνεται σχεδόν μόνο του, αβίαστα, «κατ’ ανάγκη», το νήμα της αφήγησης. Υπάρχει πάντα μια μικρή «έκπληξη», δεν είναι βαρετός. Άλλωστε, δεν υπάρχει μόνο ελκυστική πλοκή, αλλά και συναισθήματα, έρωτας, φαντασία.

Η ίδια όμως αυτή αρετή του Μουρακάμι (τουλάχιστον σ’ αυτό το βιβλίο), είναι κατά τη γνώμη μου και η αδυναμία του. Νιώθεις σα να παρασύρεται κι ο ίδιος από τη γοητεία της αφήγησης και κάποια στιγμή διαπιστώνεις ότι έχει αφήσει μισοτελειωμένες σχέσεις ή περιστατικά, ότι κάποιες συναρπαστικές σκηνές έχουν μείνει ξεκρέμαστες, χωρίς να εντάσσονται μέσα στην υπόθεση. Πολλά κεφάλαια είναι σχεδόν αυτόνομα κι απομακρυσμένα τόσο από την κεντρική αφήγηση, που αναρωτιέσαι αν ο στόχος του Μουρακάμι ήταν απλώς να εντάξει κάποιες ιδέες ή γεγονότα (όπως η συγκλονιστική ιστορία του υπολοχαγού Μαμίγια, και η αναπάντεχη συνέχειά της, η ιστορία του ανθρωπογδάρτη Μπορίς). Μήπως όμως, αν βασικός σκελετός είναι τα βιώματα του πρωταγωνιστή και η ωρίμανσή του, δε μας συμβαίνουν και σε μας γεγονότα «μισά», ανερμήνευτα, χωρίς «τέλος», που ωστόσο η βίωσή τους μας διαμορφώνει;

          Σχετικά μ’ αυτό το στοιχείο αντιγράφω από το «Λέξημα» (http://www.lexima.gr/lxm/read-143.html):

Μερικές παρατηρήσεις: Ενώ τα περισσότερα από τα ερωτήματα που προκύπτουν, σιγά σιγά βρίσκουν τις απαντήσεις τους κατά την εξέλιξη των πολλών παραλλήλων και περιέργως εμπλεκομένων ιστοριών, για κάποια από αυτά δεν έχουμε, όχι μόνο απάντηση, αλλά ούτε καν λόγο ύπαρξης στο βιβλίο (ποια είναι η άγνωστη που τηλεφωνά στην αρχή ζητώντας δέκα λεπτά χρόνο και γιατί τηλεφώνησε;). Επίσης κάποιες από τις ιστορίες είναι μάλλον χαλαρά συνδεδεμένες με το θέμα που απασχολεί τον ήρωα (πχ. ο ζωολογικός κήπος) και κάποιες άλλες κόβονται απότομα (Μάλτα και Κρέτα Κάνο). Δεν μπορώ όμως να πω με σιγουριά, αν υπεύθυνος γι' αυτό είναι ο συγγραφέας, ή η μετάφραση.
Ο Μουρακάμι αρέσκεται στην ελεύθερη πτώση, γράφει χωρίς προσχέδιο, βάζει πολλές λεπτομέρειες που κάποιες φορές δεν προσφέρουν στην πλοκή (ποιον ενδιαφέρει πως βράζει τα μακαρόνια ο Τόρου;) και μ' αυτή την τεχνική, ή την έλλειψή της, να γράφει για όλα όσα συμβαίνουν, ανεξάρτητα με το αν θα παίξουν ρόλο ή όχι, πετυχαίνει να μας βυθίζει στον κόσμο του ήρωά του. Έτσι λοιπόν μπορεί τα αναπάντητα ερωτήματα, οι χαλαρά συνδεδεμένες και οι απότομα κομμένες ιστορίες, να οφείλονται στον «μη επεξεργασμένο και προσχεδιασμένο» τρόπο γραφής του.

Όσο κι αν ο ήρωας ζει σε μια σύγχρονη βιομηχανική πόλη της Ιαπωνίας, ακολουθώντας τον δυτικό τρόπο ζωής, ο ανατολίτικος τρόπος σκέψης είναι εμφανής. Το στοιχείο του «διαλογισμού», αν και δεν αναφέρεται ούτε μια φορά η λέξη, είναι μέσα στη φύση του πρωταγωνιστή. Επίσης, η σωματική αντίληψη του κόσμου, το σώμα ως «εργαλείο» κατανόησης κι αντίληψης (βλ. Κρέτα Κάνο). 

Αυτό που προσωπικά με κούρασε πάντως (και προς το τέλος), δεν είναι τόσο οι «άσχετες»  εξιστορήσεις αλλά το «μεταφυσικό» στοιχείο που εισχώρησε δειλά δειλά περίπου στο 1/3 του βιβλίου (με το πηγάδι) και ενδυναμώθηκε στη συνέχεια, αν και εξουδετερωνόταν από το πολύ συναρπαστικό τρόπο γραφής. Ορισμένα στοιχεία, όπως ο εξαφανισμένος γάτος, το κουρδιστό πουλί, το παράξενο σπίτι , το πηγάδι αποκτούν σιγά σιγά  όχι μόνο ποιητική ή αλληγορική σημασία, αλλά μεταφυσική. Συνδέονται με συμπτώσεις, τηλεπαθητικά φαινόμενα, διάφορα σημάδια κλπ. Δυσκολεύομαι ν’ αποδεχτώ την αυθαιρεσία αυτών των φαινομένων, κυρίως όταν περιγράφονται σε βιβλίο (σα να σου αφηγείται κάποιος που δεν ξέρεις τα όνειρά του, τι βαρετό!). Ακόμα κι αν πιστεύει κανείς στην ύπαρξή τους, η διαμεσολάβηση του συγγραφέα τούς αφαιρεί την υπόσταση, την «αλήθεια» τους.

 Παρ’ όλ’ αυτά, μου ήταν από ανεκτή έως ευχάριστη η παρουσίαση τους απ’ τον Μουρακάμι, που δεν προέβη -ως είθισται- σε ερμηνείες και αναλύσεις. Η «κάθοδος» του ήρωα στο πηγάδι, κεντρικής σημασίας στο βιβλίο όπως φαίνεται κι απ’ το πρώτο απόσπασμα, αποδίδεται με τόσο …ρεαλισμό, που οι μεταφυσικές προεκτάσεις είναι απλώς μια άλλη διάσταση. Ακόμα κι όταν ο ήρωας διαπερνά τον τοίχο, μπαίνει σε μια άλλη διάσταση και σκοτώνει τον Νουράγια, ή τουλάχιστον βιώνει το φόνο του, γίνεται μ’ έναν τρόπο διφορούμενο, δίσημο ή μάλλον πολυσήμαντο.

Σελ. 592:

Το ξέρω ότι αυτό είναι όνειρο, άρα αυτό που είδα πριν ήταν πραγματικότητα. Συνέβη στην πραγματικότητα. Μπορώ να καταλάβω τη διαφορά ανάμεσα στα δύο.

Σελ. 326: (ο ήρωας βρίσκεται μέσα στο πηγάδι)

Ύστερα πήρα μερικές αργές, βαθιές ανάσες. Ωραία λοιπόν, αρκετές σκέψεις έκανα για το μυαλό. Ώρα να σκεφτώ την πραγματικότητα. Να σκεφτώ τον πραγματικό κόσμο. Τον κόσμο του σώματος. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Για να σκεφτώ την πραγματικότητα. Ο καλύτερος τρόπος για να σκεφτώ την πραγματικότητα, είχα καταλήξει, ήταν ν’ απομακρυνθώ απ’ αυτήν όσο περισσότερο γινόταν- πηγαίνοντας σ’ ένα μέρος σαν το εσωτερικό ενός πηγαδιού, παραδείγματος χάρη. «Όταν είναι να πέσεις χαμηλά, βρες το βαθύτερο πηγάδι και κατέβα στον πάτο του», είχε πει ο κύριος Χόντα. Ακουμπώντας την πλάτη μου στον τοίχο του πηγαδιού, ρούφηξα αργά το μουχλιασμένο αέρα στα πνευμόνια μου.

Διαλογισμός. 

Χριστίνα Παπαγγελή

Ημερομηνία τελευταίας επεξεργασίας: Κυριακή, 23. Νοεμβρίου 2008 

 

συνεργατική τοποθεσία

από το Μάρτιο 2007