Η Θράκη κατά την βυζαντινή εποχή

Το 330 μ.Χ. αποτελεί συμβατικά την έναρξη της λεγόμενης βυζαντινής περιόδου, κατά την οποία το ρωμαϊκό κράτος θα συνεχίσει τη μακραίωνη πορεία του, έχοντας πλέον ως βασικές του κινητήριες δυνάμεις τον Ελληνισμό και τον Χριστιανισμό. Το έτος αυτό ιδρύεται η Κωνσταντινούπολη και παίρνει τη θέση της Ρώμης ως η νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, γεγονός που πέραν της ευρύτερης σημασίας του, αναβαθμίζει αυτόματα, όπως είναι ευνόητο, και τη σημασία της Θράκης. Από τότε και για δέκα περίπου αιώνες, η Θράκη θα αποτελεί την καρδιά του κράτους και θα βρίσκεται ταυτόχρονα υπό την άμεση ακτινοβολία της λαμπρής του πρωτεύουσας, πράγμα που ασφαλώς θα την ωφελήσει από κάθε άποψη. Η θέση της όμως ως αμυντικής ασπίδας της Κωνσταντινούπολης είναι αλήθεια πως θα της προκαλέσει από την άλλη και αρκετά προβλήματα, αφού θα γνωρίσει στο πέρασμα των αιώνων και πολλές καταστροφές από τις επιδρομές των Ούννων, των Γότθων, των Αβάρων, των Βουλγάρων και άλλων βαρβαρικών λαών.

Η τεράστια αμυντική σημασία της Θράκης για το μέλλον της ίδιας της Κωνσταντινούπολης θα επισύρει πολύ σύντομα το ενδιαφέρον των βυζαντινών αυτοκρατόρων, που θα φροντίσουν να τη θωρακίσουν όσο μπορούν. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Ιουστινιανού, ο οποίος τον 6ο αι. έχτισε αρκετά καινούργια κάστρα σε νευραλγικά σημεία, αλλά οχύρωσε και πολλές από τις παλαιότερες πόλεις, όπως για παράδειγμα την Τραϊανούπολη, κοντά στις σημερινές Φέρρες.

Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, όλη η Θράκη νοτίως του Αίμου υπαγόταν διοικητικά στη «Διοίκηση Θράκης». Αποτελούσε ξέχωρη διοικητική περιφέρεια, μια από τις dioceses Praefecti – Praetorio Orientis, που δημιουργήθηκαν στην εποχή του Αρκαδίου (395 – 408) με σκοπό την πληρέστερη στρατιωτική και διοικητική οργάνωση του Ανατολικού τμήματος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και εμφανίζεται ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη. 49 πόλεις και 199 φρούρια αναφέρονται στην περιοχή της ευρύτερης περιοχής της Θράκης για την περίοδο από τον 4ο ως τον 6ο αι. μ.Χ. Η  «Διοίκηση Θράκης» ανήκε σε μια πολύ μεγαλύτερη διοικητική περιφέρεια, την Praefectura praetorio per Orientem, δηλ. την «Επαρχότητα της Ανατολής», που περιλάμβανε ακόμη όλες τις ασιατικές κτήσεις της Αυτοκρατορίας ως την Αίγυπτο. Αλλά και η «Διοίκηση Θράκης» είχε τις υποδιαιρέσεις της, όπως π.χ. την επαρχία Ροδόπης που περιλάμβανε τη σημερινή ελληνική Θράκη.

Το δυσκίνητο αυτό διοικητικό σύστημα καταργείται μετά τον 6ο αι. με τη σταδιακή εμφάνιση του θεσμού των θεμάτων, οι διοικητές των οποίων μάλιστα είχαν στα χέρια τους τόσο την πολιτική, όσο και τη στρατιωτική εξουσία.

Το θέμα Θράκης ιδρύεται περί το 680 και περιλαμβάνει αρχικά όλες τις ανατολικά του Στρυμόνα ευρωπαϊκές κτήσεις. Στα τέλη όμως του 8ου αι. η βυζαντινή συνήθεια του κατακερματισμού των παλαιών μεγάλων θεμάτων σε μικρότερα, οδηγεί στη διάσπαση και του εν λόγω θέματος στα επιμέρους θέματα Θράκης και Μακεδονίας. Στους μεσοβυζαντινούς χρόνους διαμοιράστηκε σε δύο στρατιωτικές μονάδες (Θέματα), στο θέμα της Θράκης, που περιελάμβανε μικρό τμήμα της Θράκης γύρω από την Κωνσταντινούπολη και στο θέμα της Μακεδονίας, που περιελάμβανε τη Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης.

Συγκεκριμένα, το θέμα της Θράκης περιορίζεται στις βορειοανατολικά του Έβρου περιοχές, ενώ όλη η σημερινή Δυτική Θράκη αλλά και μεγάλο τμήμα της Ανατολικής υπάγονται πλέον στο θέμα Μακεδονίας, που έχει ως πρωτεύουσά του την Αδριανούπολη. Το γεγονός αυτό ερμηνεύει συν τοις άλλοις και την ονομασία της ενδοξότερης βυζαντινής δυναστείας, της Μακεδονικής, παρότι βέβαια ο ιδρυτής της ο Βασίλειος Α΄ δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πραγματική Μακεδονία, αλλά καταγόταν από την περιοχή της Αδριανούπολης. Μετά τη δημιουργία μάλιστα και του θέματος Στρυμόνα στα τέλη του 9ου αι., θα παρατηρηθεί το ακόμη πιο αξιοπερίεργο φαινόμενο το θέμα Μακεδονίας να μην περιλαμβάνει πλέον έκτοτε καμία από τις δυτικά του Νέστου περιοχές.

Τον 13ο αι. μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και την καταστροφή των Θρακικών μεσοβυζαντινών πόλεων από τις επιδρομές του Βούλγαρου ηγεμόνα Ιωαννίτση αναπτύσσονται μικρότερα κέντρα σε επίκαιρες θέσεις. Το Διδυμότειχο, μια από τις πόλεις που επανίδρυσε στα 751 στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στην Θράκη ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ (741 – 775), εξελίχθηκε σε σημαντικό οχυρό κέντρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τους τελευταίους αιώνες της ζωής του.

 Οι δυναστικές έριδες του 14ου αι. που συγκλόνισαν το Βυζάντιο και υπέσκαψαν το κύρος του είχαν άμεσο αντίκτυπο και στην Θράκη, πεδίο μαχών των αντιμαχόμενων δυνάμεων, προετοιμάζοντας το έδαφος για την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς. Η κατάκτηση της Τζύμης το 1352 και της Καλλίπολης το 1354 εδραίωσε την παρουσία του νέου κατακτητή στην περιοχή της Θράκης και έκανε τον κίνδυνο της τουρκικής κατάκτησης πιο απειλητικό. Με την μάχη του Έβρου (Μαρίτσας) το 1371 στην οποία νικήθηκαν οι Χριστιανοί ηγέτες των Βαλκανίων σφραγίστηκε η κατάκτηση της Θράκης η οποία ολοκληρώθηκε το 1375 ανοίγοντας έτσι νέα σελίδα στην ιστορία της.

Έτσι ξεκίνησε η περίοδος της Τουρκοκρατίας, που ήταν για τη Θράκη πολύ πιο οδυνηρή και δυσβάστακτη, παρά για οποιαδήποτε άλλη ελληνική περιοχή. Αυτή τη φορά η κοντινή της απόσταση από την Κωνσταντινούπολη δεν αποτελούσε ευτύχημα, αλλά δυστύχημα, το οποίο η Θράκη πλήρωσε με βαρύ φόρο αίματος. Οι Οθωμανοί προέβησαν εξαρχής σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα εκτουρκισμού της περιοχής, τόσο με διωγμούς και βίαιους εξισλαμισμούς των χριστιανικών πληθυσμών, όσο και με τη μεταφορά τουρκικών πληθυσμών από τα βάθη της Ανατολίας, που διαμόρφωσαν εντελώς νέα δημογραφικά δεδομένα. Μεταξύ των πληθυσμών που εξισλαμίστηκαν ήταν και οι Πομάκοι, γεγονός που συνέβη μέσα στον 17ο αι. Η περιοχή βέβαια παρά τις δυσχερείς συνθήκες για τους ραγιάδες ξεκίνησε ένα νέο κύκλο της ζωής, στον οποίο κυριαρχούσε η αγροτική οικονομία και το τοπικό εμπόριο, ενώ παρατηρήθηκε και το φαινόμενο της παρακμής των παλαιών πόλεων και της ανάπτυξης νέων, όπως οι Φέρρες, οι Σάπες, η Γενησέα και κυρίως βέβαια η Κομοτηνή. Η κατάσταση αυτή θα διαρκέσει πεντέμισι ολόκληρους αιώνες, ως τις αρχές του 20ού, οπότε η Δυτική Θράκη μετά από ένα σύντομο διάστημα βουλγαρικής κατοχής, θα ενσωματωθεί το 1920 στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.

BACK  HOME PAGE