Ετερόπτωτοι προσδιορισμοί σε γενική - σε αιτιατική

 Νέα Ελληνική Γλώσσα

 

                       
               

προσδιορισμοί

     
                             
                             
           

ονοματικοί

       

επιρρηματικοί

 
                             
                             
   

ομοιόπτωτοι

       

ετερόπτωτοι

  τόπου  
                              χρόνου  
                            αιτίας  
 

ουσιαστικό

   

επίθετο

   

σε γενική

 

σε αιτιατική

κ. ά.  
                               
                               
παράθεση επεξήγηση επιθετικός κατηγορηματικός   κτητική   αναφοράς    
          ιδιότητας   μέτρου ή ποσού    
          χρόνου   αντικειμενική    
          αξίας   περιεχομένου    
          υποκειμενική        
          αντικειμενική        
          κ. ά.        
                   

κατεβάστε τον πίνακα προσδιορισμών σε αρχείο pdf

 

Η γενική ως προσδιορισμός

 

Όταν χρησιμοποιούμε τη γενική ως προσδιορισμό ενός ουσιαστικού τότε η γενική αποκτά διάφορες σημασίες.

                                            

1. Γενική του κτήτορα ή γενική κτητική. Με τη σημασία αυτή η γενική χρησιμοποιείται για να δείξουμε σε ποιον ανήκει κάτι, π.χ.

Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε το σώμα και τα πόδια του αλόγου.

 2. Γενική του δράστη μια ενέργειας ή γενική υποκειμενική. Με τη σημασία αυτή η γενική χρησιμοποιείται για να φανερώσουμε το υποκείμενο μιας ενέργειας. π.χ.

Η επιστροφή του Γιάννη συνοδεύτηκε από γλέντια και χαρές.

       Για να βρούμε μια γενική υποκειμενική μετατρέπουμε το ουσιαστικό που προσδιορίζει η γενική (επιστροφή) σε ρήμα. Αν η γενική είναι υποκείμενο, τότε μιλάμε για γενική υποκειμενική ή του δράστη. Δηλαδή:

Η επιστροφή του Γιάννη > Επέστρεψε ο Γιάννης > Ποιος επέστρεψε; Ο Γιάννης = υποκείμενο

 

3. Γενική του δέκτη μιας ενέργειας ή γενική αντικειμενική. Με τη σημασία αυτή η γενική χρησιμοποιείται για να φανερώσουμε το αντικείμενο μιας ενέργειας. π.χ.

Το δυνατό κτύπημα της πόρτας από το Γιάννη ενόχλησε τους γείτονες

Για να βρούμε μια γενική αντικειμενική μετατρέπουμε το ουσιαστικό που προσδιορίζει η γενική (κτύπημα) σε ρήμα. Αν η γενική είναι αντικείμενο, τότε μιλάμε για γενική αντικειμενική ή του δέκτη. Δηλαδή:

Το δυνατό κτύπημα της πόρτας > Ο Γιάννης κτύπησε την πόρτα  > Τι κτύπησε; την πόρτα = αντικείμενο.

 

Παρατήρηση: Πολύ συχνά μπορεί να μην είναι φανερό αν η γενική είναι υποκειμενική ή αντικειμενική. π.χ.

Στο παράδειγμα «Ο Γιάννης επέστρεψε. Έκλεισε την πόρτα με δύναμη και πήγε στο δωμάτιό του. Το δυνατό όμως κλείσιμο της πόρτας ενόχλησε τους γείτονες.» μπορούμε να μετατρέψουμε το «κτύπημα» με δύο τρόπους:

α. κλείνει η πόρτα = υποκειμενική.

β. κάποιος κλείνει  την πόρτα = αντικειμενική.

Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να εξετάζουμε τη γενική με τα συμφραζόμενα μέσα στην πρόταση ή στην περίοδο.

 

4. Γενική του τόπου. Με τη σημασία αυτή η γενική χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε τον τόπο στον οποίο γίνεται μια ενέργεια. π.χ.

Στη μάχη του Μαραθώνα αρχηγός των Αθηναίων ήταν ο Μιλτιάδης.

 5. Γενική του χρόνου. Με τη σημασία αυτή η γενική χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε το χρόνο κατά τον οποίο γίνεται μια ενέργεια. π.χ.

Ασχολείται με δουλειές της νύχτας

 6. Γενική του μέτρου. Με τη σημασία αυτή η γενική χρησιμοποιείται για τη μέτρηση α) του τόπου ή β) του χρόνου. π.χ.

α) Προχώρησε μια απόσταση διακοσίων μέτρων και σταμάτησε.

β) Προχώρησε μια απόσταση δύο ωρών και σταμάτησε.

7. Γενική της ιδιότητας. Με τη σημασία αυτή η γενική χρησιμοποιείται για να δώσουμε μια ιδιότητα στο ουσιαστικό. π.χ.

Μας κέρασε γλυκό του κουταλιού

 8. Γενική του σκοπού ή της χρήσης. Με τη σημασία αυτή η γενική χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται κάτι. π.χ.

Αυτό το ποτήρι είναι του νερού

 

Άσκηση για τις γενικές προσδιοριστικές

Άσκηση "σταυρόλεξο" για τις γενικές

 

Η αιτιατική ως προδιορισμός

 

Η αιτιατική ως προσδιορισμός σε ουσιαστικά χρησιμοποιείται σπάνια στη γλώσσα μας. Οι σημασίες που αποκτά είναι οι εξής:

 

1. αιτιατική της αναφοράς· συνήθως χρησιμοποιούνται οι λέξεις: το μάκρος, το πλάτος, το βάθος, το ύψος, το μήκος, κ.ο.κ., π.χ. 

Το αεροπλάνο είχε τρία μέτρα μήκος. (ως προς το μήκος).

2. αιτιατική του μέτρου ή του ποσού, π.χ.

Έφτιαξε ένα πύργο δέκα μέτρα.

3. αιτιατική αντικειμενική· συνήθως με ρηματικά ουσιαστικά που έχουν προστακτική – ευχετική - προτρεπτική σημασία, π.χ.

Προσοχή το τσιγάρο.

4. αιτιατική του περιεχομένου· συνήθως με τα επίθετα γεμάτος και όλος, π.χ.

Έπεσε σ’ ένα δρόμο γεμάτο λάσπες.

 

αρχική