ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


Κυριάκος Ντελόπουλος

Εθνική Εορτή

Από το μυθιστόρημα του Κυριάκου Ντελόπουλου «Ο Άκης και οι άλλοι»

Το πρόσωπο του κυρίου διευθυντή ήταν κόκκινο και τα μάτια του έβγαζαν σπίθες και το μέτωπό του έσταζε ιδρώτα και το στόμα του σταγόνες σάλιου και κάθε τόσο έσκυβε το κεφάλι από το παράθυρο του γραφείου του και κοίταζε τον κόσμο και τα παιδιά και έβγαζε το άσπρο μαντίλι του από το τσεπάκι του σακακιού και σκούπιζε τον ιδρώτα και τα σάλια του. Τρεις μέρες είχε χαθεί και λέγαμε πως πέθανε, αλλά μάθαμε πως δεν πέθανε και πως είχε πάρει άδεια να ετοιμάσει το λόγο του για την εθνική εορτή και τώρα τον διάβαζε και τον ξαναδιάβαζε για τον μάθει καλά όπως εμείς μαθαίνουμε την προπαίδεια.

 

Όλα τα παιδιά είχαν φέρει στολίδια κι η μαμά μου μού αγόρασε και έφερα ένα σωρό πράματα αλλά δεν τα έβαλα εγώ, αλλά τα μεγάλα παιδιά. Είχανε βάλει δάφνες και εικόνες του Κολοκοτρώνη, του Παπαφλέσσα, του Μπότσαρη, του Καραϊσκάκη, του Κανάρη και του Μεταξά και τις είχαν κολλήσει στους τοίχους με ζυμάρι και στις πόρτες με πινέζες κι από πάνω είχαν καρφώσει στεφάνια με δάφνες που όλο έπεφταν και είχαν βάλει παιδιά να τα φτάνουν και να τα ξαναβάζουν. Τα μεγάλα παιδιά είχαν ζωγραφίσει στους τοίχους σημαίες του ναυτικού, της ξηράς και της Ύδρας, Σπέτσες και Ψαρά και κατά λάθος και μια σημαία που δεν ήταν ελληνική κι όταν το ανακαλύψανε τη σβήσανε και έγινε μία μουντζούρα κόκκινη. Εμένα πιο πολύ μου άρεσε που είχαν δέσει ένα σπάγκο που ξεκίναγε από τη μεγάλη σιδερένια πόρτα με τα μυτερά κάγκελα και μετά προχώραγε στο διάδρομο και έμπαινε στις τάξεις από τις πόρτες, έβγαινε από τα παράθυρα και πήγαινε στο προαύλιο και έκανε βόλτα μέχρι την κολόνα και γύριζε και έφτανε στο κυπαρίσσι, έμπαινε στα ουρητήρια από το φεγγίτη της πόρτας και έβγαινε από το παραθυράκι με το σπασμένο τζάμι, πήγαινε στην κολόνα του ηλεκτρικού, έκανε γύρω γύρω μία στροφή και ξαναγύριζε κι έμπαινε πάλι στο διάδρομο από την πίσω μεριά και μετά στο γραφείο του κυρίου διευθυντή και ξαναέβγαινε στο προαύλιο και πήγαινε στο άλλο κυπαρίσσι και πέρναγε σταυρωτά κάτω από την πρώτη βόλτα και πάνω από τα κεφάλια μας και ξαναγύριζε άλλες δυο φορές πάλι σταυρωτά πάνω από την πρώτη βόλτα και κάτω από τη δεύτερη και επειδή δεν έφτανε μέχρι τις βρύσες, τον είχαν δέσει στην καμπάνα. Σ αυτόν τον σπάγκο ήταν κρεμασμένες χίλιες χιλιάδες μικρές τρίγωνες χάρτινες σημαιούλες της ξηράς και του ναυτικού που ανέμιζαν στον αέρα, που άμα φύσαγε δυνατά κούναγε την καμπάνα και εκείνη χτυπούσε κι όλοι νόμιζαν πως ήταν το σήμα για ν’ αρχίσει η εθνική εορτή κι εμείς πολύ διασκεδάζαμε που ακούγαμε την καμπάνα ναι χτυπάει μόνη της και να μη γίνεται διάλειμμα. Μερικά παιδιά πηδούσαν να φτάσουν το σπάγκο αλλά ήταν ψηλά και μόνο ο Ντόντος τα κατάφερε και τον έφτασε, αλλά χωρίς να το θέλει τον τράβηξε και έπεσαν οι σημαιούλες στο κεφάλι μας και έτρεξαν οι δασκάλες τρομαγμένες και μας μάλωσαν και ρώτησαν ποιος το έκανε και ο Ντόντος έβαλε τα κλάματα αλλά τον συγχώρησαν και δεν ξανάκλαψε.

 

Ο Ρούλης ήταν ντυμένος φουστανελάς και είχε ένα ωραίο φέσι και ήταν πολύ υπερήφανος. Η μαμά του τού είχε ζωγραφίσει ένα μαύρο μουστάκι κι έμοιαζε σαν τον κυρ-Βαγγέλη τον επιστάτη. Η δική μου η στολή ήταν πολύ ωραία, μόνο που τα τσαρούχια μου ήταν δανεικά και μου πήγαιναν πολύ μεγάλα και τα πόδια μου σε κάθε βήμα έβγαιναν κι εγώ περπατούσα αλλά τα τσαρούχια μου έμεναν πίσω. Γι’ αυτό μου είπε η κυρία να κάθομαι ακίνητος μέχρι να έρθει η ώρα να παίξω στην παράσταση. Και ο Βαγγελάκης ήταν ντυμένος φουστανελάς όπως πέρυσι, αλλά η στολή του είχε μικρύνει φέτος επειδή αυτός είχε μεγαλώσει και τον στένευε και δεν μπορούσε να περπατήσει, ούτε να σκύψει, ούτε να σηκώσει το χέρι του, ούτε να κάνει τίποτα. Μερικά κορίτσια είχαν ντυθεί Αμαλίες και η Μαρία είχε ντυθεί Αμαλία και ήταν πολύ όμορφη και είχε χτενίσει πολύ ίσια τα μαλλιά της και την κοίταζαν όλα τα παιδιά και πολύ της άρεσε που την κοίταζαν και όταν κοίταζε τα αγόρια στα μάτια για να δούνε ότι βλέπει πως την κοιτάζουνε, εκείνα κοκκίνιζαν και τότε εκείνη κοίταζε στα μάτια τους κυρίους που δεν κοκκίνιζαν, αλλά κοκκίνιζε εκείνη.

 

Οι δασκάλες πήγαιναν και έρχονταν στο γραφείο του κύριου διευθυντή και μαρτύραγαν αν ήρθε όλος ο κόσμος και αν υπήρχαν άδειες καρέκλες και του έλεγαν τι κάνουμε εμείς, κι εμείς, επειδή καθόμαστε πολλή ώρα στην ανάπαυση, είχαμε πολύ κουραστεί. Τότε, χωρίς να το περιμένουμε, βγήκε η κυρία Ουρανία και με τη βραχνή φωνή της φώναξε προοσ-οχή! κι εμείς φοβηθήκαμε και σταθήκαμε προοσ-οχή και τότε κανείς δε μιλούσε και βγαίνει ο κύριος διευθυντής με τα μαύρα του, τη μπλε γραβάτα και το άσπρο μαντίλι κι ένα πακέτο χαρτιά στο χέρι κι από πίσω ο κυρ-Βαγγέλης μ’ ένα ποτήρι νερό στο χέρι και πήγε μπροστά σε ένα πράμα που το έλεγαν, λέει ο Φιλιππάκης, μικρόφωνο και ήταν έτοιμος να μιλήσει κι εμείς είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε το λόγο που έμαθε, κι εκείνος, αντί να πει το λόγο του, άρχισε να μετράει ένα -δύο- τρία, ένα –δύο -τρία, ένα -δυο-τρία και πήγαινε μια κοντά σ αυτό το πράμα, μια έφευγε μακριά και όλο μέτραγε μέχρι το τρία σαν τα παιδιά της πρώτης. Μετά, έβηξε τρεις φορές σαν σύνθημα και έριξε μια ματιά στις δασκάλες που του χαμογελούσαν και έσιαξαν τα μαλλιά τους και κοίταξε τον κόσμο και τις σημαίες που κουνήθηκαν και στο τέλος εμάς που δεν κουνιόμαστε γιατί φοβόμαστε μην πάρουμε αναφορά, κι άρχισε πάλι να μετράει, αλλά όχι από το ένα:

— Είκοσι πέντε…

αλλά τότε έγινε ένας θόρυβος παράξενος. Εκείνο το πράμα που το είχαν φέρει για να ακούγονται οι φωνές δυνατά μέσα από τα κουτιά που είχαν κρεμάσει στα δέντρα και το έλεγαν μικρόφωνο και τα κουτιά μεγάφωνα, άρχισε να τρίζει και να βουίζει κι έτρεξαν και το βιδώσανε και σταμάτησε και τότε ο κύριος άρχισε πάλι να μετράει, αλλά από κει που είχε σταματήσει:

— είκοσι έξι, είκοσι επτά, είκοσι οκτώ...αλλά μία δασκάλα πήγε πίσω του και κάτι του είπε στο αυτί και τότε άρχισε να μετράει κανονικά από την αρχή:

 

— Ένα – δύο – τρία … είκοσι πέντε Μαρτίου. Ημέρα θρησκευτικής λαμπρότητος αλλά κα αφθάστου εθνικού μεγαλείου. Ημέρα διπλής εορτής: της χριστιανοσύνης και της φυλής. Φλογερή επέτειος της εθνικής μας εξεγέρσεως…

 

και έβγαλε το μαντίλι του, σκούπισε τον ιδρώτα του, ήπιε μια γουλιά νερό, κοίταξε τους κυρίους και τις κυρίες εμάς που κάναμε πως προσέχουμε μη μας ρωτήσει και δεν ξέρουμε κι ας μην καταλαβαίναμε και τις δασκάλες που κάθονταν όλες μαζί πίσω του με τα καλά τους φουστάνια και πρόσεχαν και έδειχναν πως καταλάβαιναν γιατί κάθε τόσο κουνούσαν το κεφάλι τους ευχαριστημένες κι επειδή ο κύριος διευθυντής δεν τις έβλεπε καλά, γύρισε πίσω του να δει καλύτερα και τότε αυτές κούνησαν το κεφάλι τους και τον κοιτούσαν στα μάτια και τότε εκείνος πήρε θάρρος και συνέχισε:

 

— Η σημερινή επέτειος είναι σταθμός κι αφετηρία…κι ο Βαγγελάκης είπε πως δεν το ήξερε αυτό γιατί νόμιζε πως μόνο τα τρένα έχουνε σταθμό και τα λεωφορεία αφετηρία,

— ... μιας καινούριας φωτεινής διαδρομής, της μεγαλύτερης ιδέας που ετεχνούργησε το ανθρώπινο πνεύμα… κι οι δασκάλες κουνήθηκαν ένα βήμα πιο μπροστά και κόλλησαν στην πλάτη του κι η δεσποινίς Όλγα κάθισε κοντά του για να μη γυρίζει πίσω και χάνει τα λόγια του:
— ... της ιδέας της ελευθερίας που είδε το φως...

 

Τότε φύσηξε πολύ και ο σπάγκος κούνησε την καμπάνα που άρχισε να χτυπάει κι ο κύριος διευθυντής νόμισε πως τη χτύπησε ο επιστάτης και τον κοίταξε άγρια και του είπε πως:

 

— ... εγαλουχήθηκε και εγιγαντώθηκε στην πατρίδα των πατρίδων, την Ελλάδα δι να φωτίζει δια μέσου των αιώνων τον φωτεινό δρόμο του μεγαλείου και...

 

ξαφνικά η φωνή του έπαψε να ακούγεται και δεν ξέραμε τι έγινε και τότε άκουσε κι αυτός πως δεν ακουγόταν η φωνή του και σταμάτησε και κοίταξε γύρω του φοβισμένος και έκανε νοήματα να του πούνε τι συμβαίνει και κανείς δεν ήξερε και άρχε πάλι να μετράει ένα -δύο-τρία τέσσερα-πέντε και θα έφτανε μέχρι είκοσι πέντε Μαρτίου αλλά τότε η φωνή του άρχισε πάλι να ακούγεται και τα μεγάφωνα να σφυρίζουν και να βουίζουν και μας ξεκούφαναν:

 

μία ημερομηνία όχι απλώς ιστορική...

 

Αλλά εμείς ούτε ακούγαμε, ούτε καταλαβαίναμε, γιατί δε θέλαμε ν’ ακούμε, ούτε να καταλαβαίνουμε, γιατί διψάγαμε και πεινάγαμε και βαριόμαστε και παίζαμε μπιζ και θέλαμε ν’ αρχίσει η παράσταση με τους φουστανελάδες, ώσπου φάνηκε ότι τελείωσε γιατί άρχισε να λέει ημερομηνίες:

— Ζήτω η 25 Μαρτίου 1821!

που ήταν η ημέρα που άρχισε η εθνική εορτή.

— Ζήτω η 25 Μαρτίου 1940!

που ήταν σήμερα που ήταν η εθνική εορτή.

—Ζήτω η 25 Ιουνίου Ι894!

που ήταν η ημέρα που είχε γεννηθεί ο κύριος διευθυντής.

Ζήτω το έθνος! Ζήτω οι ήρωες! Ζήτω η εθνική νεολαία! Ζήτω το σχολείο μας! Ζήτω οι κυρίες! Ζήτω! Ζήτω! Ζήτω!

— Ζήτωωωωωω! Φωνάξαμε κι εμείς κι εκείνος σκούπισε το μέτωπο του με το μαντίλι και η δεσποινίς Όλγα του έφερε ένα καθαρό ποτήρι νερό κι εμείς ξεροκαταπίναμε και λέγαμε να το είχαμε εμείς να το πιούμε.

 

Μετά, ήρθε πάλι η κυρία Ουρανία και μας είπε αναα-παυσίς! Και κάναμε όπως μας είπε αλλά είχαμε πολύ κουραστεί και θέλαμε να καθίσουμε στο χώμα με τα καλά μας και τις στολές μας και πήγε κι αυτή σ’ εκείνο το πράμα και μέτρησε και είπε να έρθει η χορωδία και μερικά παιδιά, που ήταν στη χορωδία, έφυγαν από τις τριάδες τους και ανέβηκαν στη σκηνή και τότε επειδή η σκηνή δεν ήταν καλά στερεωμένη, άρχισε να τρίζει και λέγαμε θα πέσουν όλα τα παιδιά, αλλά ο κυρ-Βαγγέλης είπε δεν υπάρχει φόβος, έχει βάλει τέσσερα βαρέλια και γερά σανίδια και μπορεί ν’ ανεβεί όλο το σχολείο και σήκωσε το πανί και είδαμε από κάτω τα βαρέλια και τα σκουπίδια και μόλις τα είδε κι αυτός το κατέβασε αμέσως και τότε η χορωδία άρχισε τους ψαλμούς και τους ύμνους κι εμείς από κάτω γελάγαμε και τα παιδιά της χορωδίας που μας είδαν να γελάμε, άρχισαν να γελάνε κι αυτά και τα τραγούδια τους έβγαιναν γελαστά και η δεσποινίς Όλγα που ήταν μπροστά τους και κουνούσε τα χέρια της, νόμισε πως γέλαγαν μαζί της και άρχισε να κοιτάζεται μήπως έχει τίποτα παράξενο επάνω της και ξεχάστηκε και σταμάτησε να κουνάει τα χέρια της και τα παιδιά έπαψαν να τραγουδούν όλα μαζί και συνέχισαν ένα ένα και άκουγες κάθε λέξη δέκα φορές κι έγινε μεγάλη ανακατωσούρα και η δεσποινίς Όλγα κουνούσε τα χέρια της πιο γρήγορα για να προλάβει, αλλά τα παιδιά τραγουδούσαν όπως θέλανε εκείνα κι ό,τι θέλανε εκείνα και μόλις τελείωσε η χορωδία, η δεσποινίς Όλγα γύρισε στον κύριο διευθυντή που σκουπιζόταν ακόμη και έκανε αέρα με την παλάμη του και του χαμογέλασε κι εκείνος της χαμογέλασε κι εκείνη κοκκίνισε και όλοι οι μπαμπάδες, οι μαμάδες και τα παιδιά, χτυπήσαμε παλαμάκια και η χορωδία έφυγε από την πίσω πόρτα.

Μετά, η κυρία Ουρανία είπε θ’ ακούσουμε απαγγελίες και φώναξε πρώτο τον Γιώργο με τη σημαία του κι εκείνος ανέβηκε στη σκηνή και κοιτούσε μπροστά, δεξιά και αριστερά και περίμενε να του κάνουν νόημα ν αρχίσει, αλλά όταν η κυρία μας του έκανε νόημα, δεν το κατάλαβε για τι πρόσεχε την καμπάνα που την κούνησε ο σπάγκος με τις σημαίες και χτύπησε εφτά φορές και φοβήθηκε και τότε η κυρία του έδωσε μια σπρωξιά και ο Γιώργος άρχισε να λέει το ποίημα του που το μάθαινε όλη τη νύχτα:

 

Εις το βουνό ψηλά εκεί,
είν’ εκκλησιά ερημική.
Το σήμαντρό της δεν κτυπά…
δεν έχει ψάλτη ουδέ παπά!

 

Η κυρία του έκανε νόημα να σταματήσει, αλλά εκείνος δεν το κατάλαβε και συνέχισε:

 

ένα κανδήλι θαμπερό
και ένα πέτρινο σταυρό…

 

και τότε η κυρία πήγε κοντά του και του είπε δεν είναι αυτό το ποίημα που πρέπει να πει, αυτό το έχουμε αύριο στο μάθημα κι εκείνος τότε βρήκε ποιο έπρεπε να πει και έσκυψε μπροστά μας, άπλωσε τη σημαία του και άρχισε:

 

Όσο ζει ο κόσμος όλος, όσο ζει η γη θα ζει
τ’ όνομά σου, ω Ελλάς μου και η δόξα σου μαζί..

 

και κόμπιασε, κοίταξε γύρω του με τρόμο κι η κυρία του έκανε νόημα ν’ αρχίσει από την αρχή για να του έρθει όλο το ποίημα:

 

Όσο ζει ο κόσμος όλος, όσο ζει η γη θα ζει
τ’ όνομά σου, ω Ελλάς μου και η…

 

αλλά τη δεύτερη φορά του ήρθε λιγότερο ποίημα και κόμπιασε πάλι και κοίταξε γύρω του με τρόμο κι η κυρία του έκανε πάλι νόημα να ξαναρχίσει κι εκείνος το ξανάρχισε πάλι από την αρχή για να του έρθει όλο:

 

Όσο ζει ο κόσμος όλος, όσο ζει η γη θα ζει τ’ όνομά σου…

 

αλλά του ήρθε ακόμη πιο λίγο και ξανακόμπιασε πάλι και ξανακοίταξε γύρω του με τρόμο κι η κυρία του ξαναέκανε νόημα κι εκείνος ξαναδοκίμασε ξανά από την αρχή:

 

Όσο ζει ο κόσμος όλος, όσο ζει…

και τώρα, πριν του κάνει πάλι νόημα η κυρία, ξανάρχισε μόνος του, αλλά είπε πιο λίγο ποίημα:

 

Όσο ζει ο κόσμος…

 

και πάλι κόμπιασε πιο κοντά στην αρχή και ξανάρχισε χωρίς να περιμένει, γιατί τώρα είχε πάρει θάρρος και ήξερε τι έπρεπε να κάνει, αλλά είπε λιγότερο:

 

Όσο ζει…

και μετά:

Όσο...

 

αλλά σταμάτησε και δεν του ήρθε άλλο και τώρα ούτε πώς αρχίζει δεν μπορούσε να πει και κοίταζε γύρω γύρω, πάνω κάτω, πέρα δώθε, με φόβο και είχε κοκκινίσει πολύ κι εμείς είχαμε πολύ στενοχωρηθεί που δεν του ερχόταν το ποίημα και καλύτερα να είχε πει εις το βουνό ψηλά εκεί που το ήξερε και τότε πήγε η κυρία και τον πήρε από το χέρι και τον τράβηξε μέσα κι ο Γιώργος αφού έσκυψε βιαστικά στον κόσμο, χάθηκε πίσω από το πανί κι εμείς χτυπήσαμε παλαμάκια κι ο μπαμπάς του κι η μαμά του επίσης και ήταν πολύ χαρούμενοι που ήταν με τα καλά του και τη σημαία του και είχε πει τόσο ωραία το ποίημά του και η μαμά του είχε δακρύσει σαν τις άλλες κυρίες που τα παιδιά τους είχαν τραγουδήσει στη χορωδία και έκλαιγαν από τη συγκίνηση.

Μετά άρχισε η παράσταση. Τα παιδιά που ήταν ντυμένα φουστανελάδες, τα φώναξε η κυρία κι ανεβήκαμε στη σκηνή. Ο Ίων, ο Βαγγελάκης, ο Φιλιππάκης, ο Ρούλης, έκαναν τον Κολοκοτρώνη, τον Μπότσαρη, τον Καραϊσκάκη, τον Νικηταρά, κι εγώ δεν ξέρω ποιον έκανα και βγάλαμε τα σπαθιά και φοβερίζαμε τους Τούρκους που δε φαινόντουσαν και οι κυρίες φοβήθηκαν κι έλεγαν θα κόψουμε το λαιμό μας, αλλά τα σπαθιά ήταν ψεύτικα και δεν τον κόψαμε, αλλά εκείνες δεν το ήξεραν και είχαν φοβηθεί κι ο Ρούλης, που έκανε τον Νικηταρά, πήγε να τρέξει να κυνηγήσει έναν Τούρκο, αλλά σκόνταψε κι έπεσε και κοίταζε μια τους Τούρκους, που δεν τους έβλεπε ο κόσμος, μία τον κόσμο που έβλεπε αυτόν και ντράπηκε και κοκκίνισε κι ακούστηκε η φωνή ενός Τούρκου πίσω από το πανί που του έλεγε:

— Ρούλη, Ρούλη! Με την μπιστόλα. Με την μπιστόλα. Μπιστόλα με. Κι ο Ρούλης σηκώθηκε και φωνάζει εμένα, αλλά εγώ πάω να τρέξω να κυνηγήσουμε μαζί τον Τούρκο και τα τσαρούχια βγήκαν από τα πόδια μου και δεν μπορούσα να τρέξω κι ενώ εγώ έτρεχα, τα τσαρούχια μου είχαν μείνει πίσω και του έλεγα δεν μπορώ ξυπόλυτος, έχει σκλήθρες χάμω και τότε ο Βαγγελάκης που έκανε τον Μπότσαρη και τον στένευε η στολή του, έσκυψε να πάρει τα τσαρούχια μου να μου τα δώσει και φάνηκε το σώβρακό του και τα κορίτσια έβαλαν τα γέλια κι εκείνος τα κλάματα και ξέβαψε και το μουστάκι του κι έγινε όλος μουντζούρες και τα παιδιά φωνάζανε επάνω του! επάνω του! κι εμείς τραβήξαμε τα σπαθιά κι αρχίσαμε ξιφομαχία σαν τον Ζορό και ακούστηκε η χορωδία πίσω από το πανί που έλεγε έχετε γεια βρυσούλες και οι κυρίες συγκινήθηκαν πάλι έκλαιγαν κι οι κύριοι κάπνιζαν κι ο κύριος διευθυντής ήταν πολύ υπερήφανος κι άρχισε ο αέρας να φυσάει κι η καμπάνα να χτυπάει και πετάχτηκε ο Ίων που έκανε τον Κολοκοτρώνη και λέει:

— Εμπρός, κροτεί το τύμπανον κι η σάλπιγξ αντηχεί!

αλλά η Κυρία Κανελλοπούλου του είπε πως αυτό έπρεπε να το πω εγώ κι εκείνος τα έχασε και είπε:

— Δος μου μητέρα μια ευχή, κι έλα να σε φιλήσω... πάω να πολεμήσω κι εγώ του λέω:

— Μέσα στο δάσος περπατώ κι ακούω τα πουλάκια....

κι ο Βαγγελάκης μου λέει:

— Αυτό πρέπει να το πω εγώ όταν πέφτω και σκοτώνομαι, κι ο Νικηταράς μας λέει:

— Ω, ελευθερία, μήτερ των λαών.

κι ο Ίων του λέει πως αυτό είναι παρακάτω κι εκείνος θύμωσε και του λέει δεν πάει να είναι παρακάτω, αυτός τώρα θέλει να το πει και τα παρακάτω να τα πει αυτός και θα φάει μπουνιά κι εγώ τους λέω θα έρθουν οι Τούρκοι να μας σφάξουν όπως στην ιστορία κι ο Βαγγελάκης, που τον στένευαν τα τσαρούχια του, μου λέει ν’ αλλάξουμε με τα δικά μου που ήταν μεγάλα κι η κυρία Κανελλοπούλου μας λέει να μην ανακατώνουμε τα λόγια του έργου με τα δικά μας και μπερδευτεί ο κόσμος κι ο κόσμος δεν είχε μπερδευτεί, νόμιζε πως έτσι είναι το έργο και είχε συγκινηθεί πολύ κι έπεσε κατά λάθος το πανί κι άρχισαν τα παλαμάκια γιατί νόμισαν πως τελείωσε και βγήκε ο Καραϊσκάκης με το σπαθί και τους είπε έχει κι άλλο και σήκωσαν οι φουστανελάδες το πανί, αλλά σκάλωσε στο δέντρο που είχε φτιάξει ο Ντοντός με τη Μαρία από χαρτόνια κι έπεσε στο κεφάλι του Κολοκοτρώνη κι εκείνος νόμισε πως το έριξε επίτηδες ο Μπότσαρης και του είπε να πάει να χαθεί κι ο Κολοκοτρώνης τον μούντζωσε και του λέει:

— Συ Ελλάς, να ευτυχήσεις κα να δοξαστείς ποθώ,

και του δίνει μια κλοτσιά κι η κυρία του λέει αυτό έπρεπε να το πει ο Νικηταράς, δηλαδή ο Ρούλης, αλλά ο Ρούλης θύμωσε κι άρχισε να μας φτύνει κι έβγαλε την μπιστόλα του και φώναζε μπαμ μπουμ, θα σας σκοτώσω και μας κυνηγούσε κι ο Κολοκοτρώνης λέει άμα είναι παλικάρι να βγουν αύριο στο διάλειμμα να παλέψουν κι ο Βαγγελάκης θυμήθηκε ξαφνικά τα λόγια του κι όπως έτρεχε να γλιτώσει τις κλοτσιές και τα φτυσίματα, φώναζε:

— Του νικητή η κεφαλή με δάφνες θα στεφθεί.

κι εγώ πήρα τα τσαρούχια μου και τα πέταξα στα κεφάλια τους και το ένα το έφαγε στη μύτη ο Καραϊσκάκης και άρχισε να με κυνηγάει κι εγώ έτρεξα πίσω από το πανί να ζητήσω βοήθεια από τους Τούρκους κι έπεσε πάλι το δέντρο κι ανέβηκε στη σκηνή ο Ντόντος και το σήκωσε και κάθισε από πίσω και το βάσταγε κι όλο φοβέριζε γιατί νόμιζε πως το κάνουμε επίτηδες και χτύπησε η καμπάνα όπως στο διάλειμμα και λιποθύμησε η κυρία Κανελλοπούλου και χτυπούσαν τα παλαμάκια οι μπαμπάδες κι οι μαμάδες και έκλαιγαν και ο κύριος διευθυντής σηκώθηκε επίσημα και μας πήρε όλους και τους Έλληνες και τους Τούρκους, αγκαλιά και άρχισε να φωνάζει:

— Ζήτω 25 Μαρτίου!

και είπε και του χρόνου κι όλοι σηκώσαμε τα χέρια μπροστά και είπαμε ζήτω και ζήτω κι η κυρία Ουρανία φώναξε πάλι προοσ-οχή! και σταθήκαμε όλοι προοσ-οχή και τραγουδήσαμε τον εθνικό ύμνο και γιατί χαίρεται ο κόσμος κα χαμογελάει πατέρα; και φύγαμε να πάμε σπίτι μας να φάμε αλιάδα για το καλό της ημέρας, να κοιμηθούμε, να ξυπνήσουμε, να βάλουμε τα καλά μας και να πάμε να πούμε χρόνια πολλά του Βαγγελάκη που είχε την εθνική εορτή του.

Ντελόπουλος Ντελόπουλος Ντελόπουλος

Κυριάκος Ντελόπουλος «Ο Άκης και οι άλλοι»

Κυριάκος Ντελόπουλος
ΕΚΕΒΙ Μ. Λυμπεράκη, ΕΚΕΒΙ
Βικιπαίδεια Μ. Λυμπεράκη, Βικιπαίδεια
Εταιρεία Συγγραφέων εταιρεία συγγραφέων



Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...