ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ


 

Πληροφορίες για τον Δημήτριο Καμπούρογλου εδώ

Καμπούρογλου Δημήτριος
Καμπούρογλου Δημήτριος

 

Δ. ΓΡ. ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ

ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ

(1453-1821)

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΓΚΥΡΑΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

 

Εις την «Ακρόπολιν» είχα δημοσιεύση πρότινων ετών, στοιχεία τινά περί του Αρματωλικού βίου, της ενδοξοτάτης ταύτης σελίδας του μεταγενεστέρου Ελληνισμού.

Κατόπιν, εις μίαν διάλεξίν μου, εις το Βασιλικόν Θέατρον, και εις τα Αναδρομικά σημειώματα της «Εστίας», ανέπτυξα κεφάλαιά τινα της πολυχρονίου σχετικής μελέτης μου. Ήδη, προβαίνω εις την δημοσίευσιν της όλης εργασίας μου, γραφείσης ούτως, ώστε να είναι ευχάριστος μεν εις τους ολίγους, προσιτή δε και εις τους πολλούς.

Το έργον μου διήρεσα εις δύο μέρη:

Εις το πρώτον αναπαριστώ δι' ολίγων την αθλιότητα του δουλικού βίου κατά τους αιώνας της Τουρκοκρατίας, και καταδεικνύω την διαφοράν του βίου τούτου των ραγιάδων των πόλεων και των κοιλάδων, προς την ελευθέραν ζωήν των λεβέντηδων των βουνών και των κυμάτων. Δι' ολίγων επίσης καταδεικνύω, το σύστημα της οργανώσεως των κλεφτών, την προστασίαν ην παρείχον ούτοι εις τους σκλάβους αδελφούς των, περιγράφω την ενδυμασίαν των, τον οπλισμόν των και τας σημαίας των, την πολεμικήν των τέχνην, τα ήθη και τα έθιμά των, τας ασκήσεις και τας παιδιάς των, ομιλώ διά την εγκράτειάν των, διά τον καρτερικόν θάνατόν των, κατά τας βασάνους εις ας συλλαμβανόμενοι υπεβάλλoντo, διά τον σεβασμόν των προς τα όπλα των, διά την φροντίδα περί της υστεροφημίας των, και δι' άλλα τινά σχετικά.

Κατόπιν πραγματεύομαι περί της ανάγκης ήτις επέβαλε την δημιουργίας των αρματωλών, περί των διαφόρων αρματωλικίων, της διαιρέσεως και της διοικήσεως αυτών, και τέλος περί των ποικίλων τρόπων, καθ' ους αναδεικνύοντο οι αρματωλοί.

Εις το δεύτερον μέρος, καταδεικνύω τα κυριώτερα χρονικά σημεία καθά αναφαίνεται σοβαρά και συστηματική η δράσις των κλεφτών, των αρματωλών και τινων κουρσάρων, κατά τας από της Αλώσεως μέχρι της Επαναστάσεως γενομένας ή προκληθείσας εξεγέρσεις του υποδούλου Ελληνικού Λαού. Τέλος αναγράφω τινά περί του περιπετειώδους βίου των επισημοτέρων κλεφτών, αρματωλών και τινων κουρσάρων, οίτινες ίσως θ' αποτελέσωσιν άλλοτε το θέμα ιδίας και γενικωτέρας ασχολίας.

Και η έλλειψις επισήμων ή ασφαλών οπωσδήποτε πληροφοριών, και αι δυσχέρειαι των απαραιτήτων ερευνών εν τω τόπω, προς περισυλλογή σχετικών πληροφοριών και παραδόσεων, καθιστώσι το έργον ημών τούτο —και είναι η πρώτη συστηματική εργασία επί του περιφήμου αυτού θέματος— επιδεκτικόν συμπληρώσεων και παρατηρήσεων. Διά τούτο πάσαν πληροφορίαν συντείνουσαν προς τούτο ευγνωμόνως αποδεχόμεθα.

Δ. ΓΡ. Κ

ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ

ΜΕΡΟΣ Α'.

[Ο ραγιάς των πόλεων — ο λεβέντης των βουνών — η οργάνωσις των κλεφτών — η ενδυμασία των, ο οπλισμός των και αι σημαίαι των — η πολεμική των τέχνη — ήθη και έθιμα, ασκήσεις και παιδιαί — περιφρόνησις προς τας βασάνους και τον θάνατον, τιμή προς τα όπλα των — οι αρματωλοί — τα αρματωλίκια — διοίκησις των — τρόπος εκλογής των αρματωλών κ.λ.π.].

 

Θα ομιλήσω για την σκλαβιάν των πόλεων και των κοιλάδων, και διά την αντίδρασιν των βουνών και των κυμάτων.

Όταν τα κατακτητικά των Τούρκων στίφη κατέλαβον την Ελληνίδα γην, οι κάτοικοι δεν ησθάνθησαν μόνον τρόμον, αλλά και έκπληξιν.

Ευρέθησαν έξαφνα, και ιδίως όσοι έβλεπαν Τούρκους διά πρώτην φοράν, προ παραδοξοτάτου αληθώς θεάματος.

Ήσαν υποχείριοι ανθρώπων, με τους οποίους δεν τους συνέδεεν ούτε η γλώσσα, ούτε η θρησκεία, ούτε και σκέψεις, ούτε αι αντιλήψεις, ούτε η ενδυμασία, ούτε η μορφή των αυτή, αλλ' ούτε και κανείς όρος του βίου.

... Και εστέκοντο οι δούλοι προ του κυρίου των σιωπηλοί και τρέμοντες, και ενώ ανέμενον εναγωνίως την τύχην των, απελάμβανον συγχρόνως, όσον ηδύναντο, και του πρωτοφανούς αληθώς θεάματος.

Όλων των ειδών τα όπλα τους έκαμναν να τρέμουν και όλων των ειδών τα καβούκια να εκπλήττωνται.

Τότε και τολμηρότερος από τους σκλάβους έλαβε τον λόγον, και σιγά-σιγά και ταπεινά είπε προς τον κατακτητήν:

— Τα κεφάλια μας, αφέντη μου, είναι σαν μια τρίχα στο σπαθί σου. Τι θα καταλάβης ναν τα κόψης; Έκοψες πια ένα σωρό!... Άφισέ τα στη θέση τους. Μας χρειάζονται για να σκεπτώμεθα, πώς να δουλεύωμε δια την ευγενείαν σας... Αλλά για ν' αφίσης τα κεφάλια αυτά, που τα έχομ' εμείς, και ανήκουν σε σένα, δίκηο είναι να σου πληρόνωμε, αφέντη μου, φόρο, φόρο κεφαλιάτικο!..»

— Τι λες, Μουφτή; Ερωτά ο Κατής.

— Σα δίκηο νάχη ο Ραγιάς. Απαντά ο Μουφτής.

«Ας πληρώνουν παράδες, κι ας έχουν τα κεφάλια τους»...

Ας τα έχουν λοιπόν!...

 

* * *

 

Τότε οι κατακτηταί ήρχισαν να καταγράφουν εις ειδικά τεφτέρια τους ραγιάδες κατά κεφάλια από της εφηβικής ηλικίας και απάνω.

Θα ελέγαμεν ότι του φόρου αυτού απηλλάσσοντο οι τότε Έλληνες μόνον διά του θανάτου, αν δεν υπήρχον παραδείγματα, ότι επλήρωναν χαράτζι και πεθαμένοι, υπαγόμενοι εις την στερεότυπον κατηγορίαν των αγνοουμένων, ή αποκρυπτομένων παρά της οικογενείας, η οποία και επλήρωνε δι' αυτούς.

Βραδύτερον οι κατακτηταί εσκέφθησαν, ότι είναι επιζήμιον πράγμα να μη πληρώνουν κάτι και τα μικρά παιδάκια. Πώς θα εξηκρίβωναν όμως την ηλικίαν ενός παιδιού; Αι διαβεβαιώσεις των γονέων και αι πληροφορίαι των ιερέων δεν ελαμβάνοντο υπ' όψιν.

Εφηρμόσθη λοιπόν, ένα μεγαλοφυές τέχνασμα.

Ο επί της φορολογίας Αγάς κρατούσε ένα κουβάρι χονδρόν νήμα. Περιέβαλλε με το νήμα αυτό τον λαιμόν του παιδιού δύο φορές, και το έκοβεν. Εξετύλιγε τότε το νήμα από τον λαιμόν του παιδιού και του έδιδε να δαγκάση την άκρη του σπάγγου. Κατόπιν έφερνε τον σπάγγον ίσια επάνω από την μύτην του παιδιού και από την μέσης της κεφαλής του, σαν χωρίστρα, προς τα πίσω. Εάν ο σπάγγος έφθανεν έως εις την βάσιν του τραχήλου του, τότε ο μετρηθείς κατεγράφετο εις το τεφτέρι των μικρών παιδιών, αν δεν έφθανεν ή είχε την ατυχίαν να είναι χονδροκέφαλος τότε κατεγράφετο εις το τεφτέρι του κεφαλικού φόρου.

Αλλά τα κεφάλια αυτά των σκλάβων που θα ωδήγουν τα χέρια των εις την εργασίαν, δεν έπαυαν να σκέπτονται συγχρόνως και κάτι άλλο: Πώς θα τα καταφέρουν, να εξασφαλισθή η ύπαρξίς των περισσότερον και να βελτιωθή οπωσδήποτε κατά τι η κατάστασίς των.

Από 'δώ τα είχαν, από κει τα είχαν... το ανεκάλυψαν.

Ο Αγάς ήτο βλαξ.

Εμπρός λοιπόν!... Γαλυφιές και τεμενάδες!...

Τα μαλακά προσκέφαλα είναι τοποθετημένα τώρα κάτω από το βαθυπράσινον φύλλωμα, που δεν το περνούν του Μαΐου αι ακτίνες! Του νερού το παράπονον προκαλεί του αηδονιού την εκμυστήρευσιν, και ο Αγάς μισοκοιμισμένος απάνω στα προσκέφαλ' αυτά πίνει ηδονικώς τον καφέ του γουλιά-γουλιά, και ευλογεί τον Θεόν του, του οποίου αι θεωρίαι απεδείχθησαν πρακτικώταται.

 

* * *

 

Έτσι ερρέμβαζε μια μέρα και ο πρώτος Τούρκος φρούραρχος της Ακροπόλεως Αθηνών, σ' ένα περιβόλι, στην Καλλιρρόη κοντά, που το είχε ματιάση από ψηλά, του άρεσε και το έκαμε δικό του.

Όταν έξαφνα βλέπει να έρχονται προς το μέρος του διάφορες ατλάδες με γλυκύσματα και από πίσω ένας παπάς σκυφτός- σκυφτός.

— Αγά μου! Είμαι ο παππάς τ' Αϊ-Γεώργη, του μαρμαρόσπιτου εκείνου, που οι δασκάλοι το λένε Θησείον. Η εκκλησία μου αυτή, για τζαμί δεν σας κάνει, για τεκές δεν σας κάνει. Να είναι πάλι εκκλησιά και να λειτουργιέται κάθε τόσο εμπρός στα μάτια της εξουσίας σου... δεν είναι σωστό...

— Έτσι είναι, λέγει ο Αγάς, και εξακολουθεί ο παππάς.

— Είπα λοιπόν Αγά μου, στους ραγιάδες της ενορίας μου —και όλοι το παραδέχθηκαν— το κλειδί της εκκλησιάς αυτής να το παραδώσωμε στον Αγά του Κάστρου, στην γενναιότητά σου Αγά μου, και μια φορά μονάχα τον χρόνο την ημέρα τ' Άι-Γεωργιού, να σου δίνωμε ένα μεγάλο ασημένιο κλειδί, και συ να μας δίνης το σιδερένιο της εκκλησιάς μας, ν' ανοίγωμε, να λειτουργούμε, και την άλλη μέρα να σου το ξαναδίνωμε πάλι. Σου τόφερα, Αγά μου, το κλειδί της εκκλησιάς, και ένα άλλο, σαν κι αυτό, ασημένιο, ναν το κρατήσης, για να βλέπης τι λογής θα είναι και τάλλα που θα σου φέρνωμε κάθε χρόνο.

— Έτσι ας γίνη, είπεν ο φρούραρχος τότε και με μία ελαφρά κίνηση του χεριού του, έδιωξε τον παπά.

Με αυτόν τον τρόπον την εγλύτωσε το Θησείον και δεν ετούρκεψε. Και δι' αυτόν τον λόγον, επειδή αυτή η εκκλησία ειργάζετο μόνον μίαν ημέραν τον χρόνον, τον Αϊ-Γεώργη του Θησείου τον ωνόμασαν Ακαμάτη, δηλαδή τεμπέλη...

 

* * *

 

Πολύ διαφορετικά όμως από τους ανθρώπους των πόλεων και των κοιλάδων εσκέφθησαν οι άνδρες των βουνών και των κυμάτων:

οι κλέφτες και οι κουρσάροι.

Εκείνοι αντιπροσωπεύουν την σκλαβιά, αυτοί την αντίδρασιν.

Σήμερον όμως θα ομιλήσωμεν κυρίως διά τους κλέφτες. Οι κουρσάροι συνδέονται με την ιστορίαν της αναπτύξεως των ναυτικών δυνάμεων του Έθνους. Δι' αυτούς ίσως σας απασχολήσωμεν άλλοτε.

Θέματα επίσης ιδίων ασχολιών είναι η κατά της δουλείας αντίδρασις και εις τα δύο διαρκή επαναστατικά στρατόπεδα της Στερεάς και του Μωριά, εις το Σούλι δηλ. και εις την Μάνην, όπως εις την Κρήτην και εις τας άλλας νήσους.

Δεν αξίζει, εσκέφθη ο κλέφτης, δεν αξίζει μια παλιοζωή, που θα την χάση, και θα την χάση κανείς μια μέρα, να την παρατείνη ολίγον, με τόσους εξευτελισμούς και με τόσες τούμπες.

Αντί να ζω είπε, με τους λύκους των πόλεων, καλλίτερα να λημεριάζω εκεί που φωλιάζουν οι λύκοι του βουνού.

 

Στης χώρες σκλάβοι κάθονται, τους Τούρκους εργατεύουν

και στα βουνά κλεφτόπουλα με το σπαθί στο χέρι.

Πασσά τους έχουν το σπαθί, Βεζύρη το ντουφέκι.

Κάλλιο να ζω με τα θεριά, παρά να ζω με Τούρκους.

 

Και εχρειάζετο μεγάλη ψυχική δύναμις, ν’ αφίση ένα παιδί την αγκαλιά της μάνας του και τα παραμύθια της γιαγιάς του· έρημη και άφωνη κάθεται τώρα η γρηά στη γωνιά και ανασκαλίζει την φωτιά, ενώ έξω ο βοριάς μανιασμένος τραντάζει πόρτες και παραθύρια —εχρειάζετο μεγάλος αναβρασμός της ψυχής, διά ν' αφίση ένα Ελληνόπουλο το σπίτι του και να πιάση τα βουνά, να γίνη κλέφτης

 

* * *

 

Δι’ έναν από τους ηρωικωτέρους άνδρας των βουνών λέγει το τραγούδι του λαού:

 

ήταν μικρός στα γράμματα μικρός στα πινακίδια,

και τώρα που μεγάλωσεν, εβγήκε πρωτοκλέφτης...

 

Η λαϊκή Μούσα αλλαχού παριστά κάποιον νέον, που οι γονείς του τον προτρέπουν να γίνη πιστικός, ή δραγάτης, ή, το σπουδαιότερον, κρασοπώλης, και ο οποίος απαντά ότι τα επαγγέλματα αυτά είναι καλά και άξια, μα από όλα πιο καλλίτερο βρίσκει να γίνη κλέφτης,

 

να τρώη τούρκικα κορμιά, σκλάβο να μην τον λένε.

 

Γνωστόν είναι επίσης το ποίημα εκείνο εις το οποίον προτρέπεται κάποιος Βασίλης να προτιμήση τον ειρηνικόν βίον:

 

Βασίλη κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,

και ν’ αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια και γελάδια

κάμπους μ’ αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν...

— Μάνα μ' εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης

και νάμαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι των Αγάδων.

Φέρε μου το βαρύ σπαθί και το μακρύ ντουφέκι

να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια...

Πουρνό φιλεί τη μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται

 

Άλλος πάλιν κλέφτης, θα ήθελε να ήταν η μανούλα του πετροπέρδικα νάβλεπε πώς πολεμούν οι κλέφτες, και ιδίως

 

ν' αγνάντευε το γιόκα της μπροστά απ' τα παλληκάρια

 

Αλλαχού πάλιν, εις τα χείλη κάποιου παλληκαριού που από αγάπην προς τον ελεύθερον βίον ηκολούθησε το περιπετειώδες και πολυκίνδυνον του πολεμιστού στάδιον, έθεσεν η λαϊκή Μούσα το δίστιχον.

 

άλλοι παινάνε τον Πασσά και άλλοι τον Βεζύρη,

μα εγώ παινάω το σπαθί το τουρκοματωμένο.

 

Ένας γερο-κλέφτης, λέγουν τα τραγούδια, αφού είδεν, ότι παρήλθεν η νεότης του, απεφάσισε να επανέλθη εις τον ειρηνικόν βίον, αλλ' υπέστη τόσας καταπιέσεις και καταδιώξεις, ώστε άφισε πάλιν το αλέτρι κι έπιασε το ντουφέκι.

Και τέλος ένας άλλος γερο-κλέφτης, απεφάσισε να καλογερέψη και προσήλθεν, ευπρόσδεκτος γενόμενος, εις τον ηγούμενον του Μοναστηρίου της εκλογής του. Έθεσεν όμως εις τον ηγούμενον αυτόν ένα όρον άνευ του οποίου δεν εννοούσε να γίνη καλόγηρος:

 

να ρίχνη μες το θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι,

ναν του θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νειάτα.

 

Αλλ' ως είναι γνωστόν τον κλέφτικον βίον ηκολούθησαν και κόραι, τας οποίας με τα ανδρικά των ενδύματα, τας εξέλαβον ως νεαρά παλληκάρια. Μίαν κλεφτοπούλαν από αυτάς εξυμνούν τα τραγούδια, περιγράφοντα την ευμορφιά της αλλά και την περιπέτειαν της αναγνωρίσεώς της:

 

Μια Πασχαλιά, μια Κυργιακή, μια πίσημην ημέρα

βγήκε με τα συντρόφια της να ρίξη το λιθάρι.

Μ' απ' το πολύ το σείσιμο, κι απ' το πολύ καμάρι...

…ανεγνωρίσθη

[Δες κι εδώ]

* * *

 

Τα χρόνια εν τούτοις περνούν. Αι σχέσεις των κατακτητών και των κατακτηθέντων ρυθμίζονται κατά ποικίλους τρόπους. Αι διοικήσεις —ας τας είπομεν διοικήσεις— λαμβάνουν ποικίλας μορφάς οφειλομένας εις την γεωγραφικήν θέσιν εκάστου τόπου, εις την απόστασίν του εκ της κεντρικής διοικήσεως, εις την εξάρτησίν του εξ άλλης περιφερείας, εις τα τοπικά έθιμα, τινά των οποίων εφάνησαν βολικά εις τους κυριάρχους, εις διάφορα αντισηκώματα και παροχής εις είδος (π.χ. εις μαστίχαν μέλι, λάδι κ.λ.π.) εις την προνομιακήν θέσιν δυνάμει παλαιών και μεταγενεστέρων παραχωρήσεων, εις την προσκόλλησιν του προνομιούχου τόπου εις τα θρησκευτικά καθιδρύματα και εις τον σουλτανικόν γυναικωνίτην, εις την παραχώρησιν των εισοδημάτων αυτού εις κάποιαν Σουλτάναν, ή μητέρα Σουλτάνου, και εις πολλούς και διαφόρους άλλους προσιδιάζοντας λόγους.

Αι ελληνικαί κοινότητες πλην των πολυμόρφων, τακτικών και εκτάκτων, φόρων, επλήρωνον και διάφορα άλλα δοσίματα, κανονιζόμενα από την αυθαιρεσίαν του εκάστοτε σατραπίσκου.

Διά την είσπραξιν δε των δοσιμάτων αυτών προέβαινον ούτοι εις μυρίας πιέσεις, βιαιότητας, και αθεμιτουργίας.

Και πάσαι μεν αι δουλεύουσαι Ελληνικαί χώραι υφίσταντο καταπιέσεις και εξευτελισμούς, υπήρχαν όμως τινές των οποίων ο βίος ήταν όντως αφόρητος. Ούτε αυτοί οι λειτουργοί του Υψίστου, οι οποίοι συνήθως, χαρακτηριζόμενοι ως ιδιόρρυθμοι άνθρωποι, απελάμβανον είδους τινός σεβασμού, δεν εξηρούντο του γενικού εξευτελισμού. Περιεσώθη μία άδεια ταφής διά κάποιον αποθανόντα ραγιάν, πολύ χαρακτηριστική.

Αύτη εν μεταφράσει έχει ως εξής:

«Εσύ παπά, που φορείς καβούκι, σαν το καβούκι του Διαβόλου, έχεις την άδειαν να θάψης αυτόν που εψόφησεν από το μιαρόν σου Γένος. Γουρουνοπαπά! εσύ είσαι!... Και τούτο το κάμνω για να μη μολυνθή η όσφρησης των πιστών του Μωάμεθ από την φοβεράν δυσωδίαν που βγάζει το σώμα του.

«Να τον θάψης όμως σε κανέναν οχετόν, ή τουλάχιστον πολύ μακρυά από την πόλιν. Έτσι να γίνη».

Και βεβαίως έτσι θα έγεινε.

Χωριά ολόκληρα κατέστησαν οι κατακτηταί ιδιοκτησίας των, διά σειράς ποικίλων δολιοτήτων και κακουργιών, αφού και αι Αθήναι αύται θα εγίνοντο ίσως τσιφλήκι, αν ολίγα ακόμη έτη έζη μία πανίσχυρος Σουλτάνα, η οποία είχε περιβάλει κάποιον Βοεβόδα των Αθηνών με ερωτικήν προστασίαν.[1]

 

* * *

 

Τίποτε όμως δεν ήσαν όλα αυτά τα παθήματα, εμπρός εις το παιδομάζωμα, δηλ. εις την αρπαγήν και τον διά της βίας εξισλαμισμόν των Ελληνοπαίδων, το οποίον εισήχθη τίς οίδε κατόπιν ποίας απαισίας διπλωματικής εισηγήσεως.

Το παιδομάζωμα κατεπλήγωνε και αυτά τα σπλάχνα της ελληνικής οικογενείας.

Δεν είναι δυνατόν να φαντασθή κανείς σήμερα, τι περικλείει η λέξις Παιδομάζωμα.

Και σημειώνει ένα χρονικόν:

«Εις τα 1552 Ιουλίου πρώτη επήραν τα παιδιά από την Αθήνα».

Ο Τουρνατζήμπασης εγκαθίστατο εις ένα σπίτι και προσεκάλει εκεί τους δημογέροντας και τους ιερείς να του φέρουν τα παιδιά... Αλλοίμονον δε εις εκείνους που παρήκουον.

Οι σημερινοί γονείς, που σφίγγουν τα παιδιά των στην αγκαλιά των, και λησμονούν τας πικρίας της ζωής, πρέπει να γνωρίζουν καλά την μαύρην αυτήν σελίδα της ιστορίας μας, πρέπει να μη παύσουν ακούοντες τους γόους των μητέρων της Τουρκοκρατίας, όταν ηρπάζοντο τα παιδιά των διά να διδαχθούν να φονεύουν τους αδελφούς των.

Η ώρα κατά την οποίαν έφευγεν η συνοδία, έχουσα εις το μέσον τα απαγόμενα παιδάκια κλαίοντα, ακολουθούντων από μακράν των οδυρομένων γονέων, είναι πολλοί αιώνες που επερίμενε τους εκδικητάς.

 

* * *

 

Εις την Ήπειρον, την πρώτην Κυριακήν μετά την αρπαγήν των παιδιών, ήρχοντο εις την εκκλησίαν οι γονείς μαυροφορεμένοι. Εψάλλετο νεκρώσιμος Ακολουθία, εξεφωνούντο δε τα ονόματα των αρπαγέντων παιδιών, ως να ήσαν νεκρά!...

… Και οι δούλοι, τρέμοντες προ του αυθέντου των, επανελάμβανον της γαλυφιές και τους τεμενάδες...

...Και οι σκλάβοι εξηκολούθουν να σφουγγίζουν τα δάκρυά των διά να φανή εις τα χείλη των εν πλαστών μειδίαμα, ενώ καμμία φωτεινή γραμμή δεν αυλάκωνε το βαθύπυκνον σκοτάδι που τους κατεκάλυπτε, και αν το αυλάκωνε καμμιά φορά, η φωτεινή αυτή γραμμή θα ήτο κεραυνός!...

 

* * *

 

Δεν είχε παρέλθει πολύς χρόνος από της Αλώσεως, όταν ανεφάνησαν οι πρώτοι κλέφτες της Τουρκοκρατίας.

Το πρώτον τουφέκι που ερρίφθη από κλέφτην εναντίον Τούρκου, ανήγγειλεν έκτοτε, ότι αν το Βυζάντιον έπεσεν, η Ελλάς ζη!

Συν τω χρόνω ο αριθμός των κλεφτών ηύξησεν επί τοσούτον, ώστε εις τα ορμητήριά των είχον σχηματισθή ολόκληρα στρατόπεδα.

Αλλά φαντάζεσθε πόσοι να ήσαν από της Αλώσεως μέχρι του Αγώνος οι κλέφτες αυτοί;

Μία στατιστική, αναφερομένη εις μίαν και μόνην περίοδον του υποδούλου ημών Εθνικού βίου, αναβιβάζει αυτούς εις 3.935!

Των πλείστων διαιωνίζουν τα ονόματα, μετά τινων περιπετειών του βίου των, τα Ελεύθερα λεγόμενα ποιήματα, τα τραγούδια δηλ. του λαού, και μάλιστα τα ιδιαιτέρως κλέφτικα ονομαζόμενα διά τούτο.

Διά τινας εξ αυτών υπάρχουν και μερικαί άλλαι, εις συγγράμματα και εις έγγραφα πληροφορίαι. Δεν γνωρίζομεν αν είναι πλέον καιρός αι πληροφορίαι αύται να συμπληρωθούν διά των παραδόσεων των οικογενειών των ή από τους θρύλους των βουνών και των σπηλαίων.

 

* * *

 

Οι κλέφτες είχον οργάνωσιν όχι αναξίαν προσοχής.

Διηρούντο εις πρώτους, δεύτερους και τρίτους.

Οι πρώτοι, οι αρχηγοί της κλεφτουριάς, ανεγνωρίζοντο ως τοιούτοι, κατόπιν συσκέψεως, εις Μοναστήρι συνήθως.

Εζητείτο η γνώμη των διαφόρων Αρχηγών και του πρωτοπαλλήκαρου εκάστου εκ των Αρχηγών αυτών. Επίσης η γνώμη των αντιπροσώπων των σκηνιτών ποιμένων, οι οποίοι παντοίας εκδουλεύσεις προσέφερον εις την κλεφτουριά. Αλλά και των Καλογήρων ενίοτε εζητείτο η γνώμη μετά των οποίων ευρίσκοντο εις καλές σχέσεις οι κλέφτες, ενώ με τους παπάδες δεν τα πήγαιναν πάντοτε καλά.

Μεγάλην επίδρασιν εξήσκουν επί των κλεφτών και οι κουμπάροι των, μετά των οποίων ήσαν αρρήκτως συνδεδεμένοι, και προς τους οποίους κατέφευγον διά να αναπαυθούν ή ν' αποφύγουν καταδίωξίν τινα. Οι κουμπάροι αυτοί ήσαν όχι απλώς πιστοί φίλοι και συγγενείς, ως εθεωρούντο, αλλά και κάτι περισσότερον. Οι τότε κουμπάροι όπως και οι αδελφοποιτοί, απετέλουν δεσμόν άγνωστον πλέον σήμερον.

Εις μίαν συμπλοκήν κάποτε έλειπεν ο σπουδαιότερος κλέφτης και όπως θέλει το τραγούδι, είχεν υπάγει σε Μοναστήρι:

 

εκεί εβάφτιζε παιδί, νάχη κι αυτός κουμπάρο

να κάνη ο μαύρος γύρισμα...

 

Αναφέρονται όμως και άπιστοι κουμπάροι, τους οποίους παρέπειθον συνήθως, θέλοντες διά δόλου να εξοντώσουν κλέφτην άτρωτον και ασύλληπτον άλλως.

Διά τον φόνον π.χ. εις τα Χάσια του κλέφτη Φλώρου λέγει το δημοτικόν τραγούδι

 

Μ' εκάλεσαν οι φίλοι μου κι οι αδερφοποιτοί μου.

Κει π’ έτρωγα, κει π' έπινα κει που γλεντοκοπούσα,

μια ντουφεκιά μου έδωσεν ο άπιστος κουμπάρος.

 

Επίσης έχομεν εν Πελοποννήσω, ως εκ των εκεί μεγάλων γεγονότων και των συναφών διαφωνιών, ικανά τραγικά, παραδείγματα προδοσίας κουμπάρων.

Με αυτόν τον τρόπον εχάθησαν οι Μαντάδες, ο Κόλιας, ο Γιαννιάς και ο αρχικλέφτης Ζαχαριάς.

 

Κουμπάροι φάγαν τον Γιαννιά

κουμπάροι και το Ζαχαριά,

 

λέγει το δημοτικόν τραγούδι.

Αλλ' ο φονεύς του Μαντά ετιμωρήθη αμέσως.

Μαθών δηλ. ο Ζαχαριάς, ότι εδολοφόνησαν τον αδελφοποιτόν του Μαντάν, τρέχει, και ευρών τον δολοφόνον έτοιμος να δραπετεύση, τον φονεύει.

Ο Κόλιας πάλιν εκτυπήθη δολίως εις τον τράχηλον, και απολέσας επ' ολίγον τας αισθήσεις του, εδέθη και παρεδόθη εις τους Τούρκους. Και παριστάνει αυτόν το δημοτικόν τραγούδι λέγοντα:

 

Σέλωσε μπέη μ' τ' άτι σου, σέλωσε τ' άλογό σου

και λύσε μου τα χέρια μου, ξέντωσε τα σκοινιά μου

κι απόλα με κι εμένανε, απόλα με στον κάμπο

και σαν με πιάσης, μπέη μου κομμάτια να με κάμης.

 

Εις το αυτό τραγούδι εικονίζεται η μητέρα του λέγουσα:

 

Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου

εκεί ψηλά του περπατείς και χαμηλά που βλέπεις,

μην είδες το παιδάκι μου τον Κόλια Βυτινιώτη;

Και ο Ήλιος της απαντά.

Εψές προψές που πέρναγα, σε μια ψηλή ραχούλα

άκουσ' αντρίκια κλάματα, γυναίκια μορολόγια.

 

* * *

 

Έκαστον σώμα κλεφτών της Στερεάς και της Πελοποννήσου είχε πλην του αρχηγού, το πρωτοπαλλήκαρον, τον μπαϊρακτάρην, τον γραμματικόν, καμμιά φορά και εμπειρικόν τινα ιατρόν, τον οικονόμον, τα παλληκάρια και τους ψυχογυιούς, ένας των οποίων ήτον αποκλειστικώς του αρχηγού· τέλος τα κοπέλια δια τας υπηρετικές ασχολίας. Τα κοπέλλια αυτά —υποψήφια παλληκάρια— έπρεπε να είναι ταπεινότατα, πειθαρχικώτατα και πρόθυμα εις πάσαν προσταγήν των ανωτέρων των. Λέγεται ότι, διά να είναι ταπεινά και εστερημένα πάσης τάσεως προς επιδεικτικόν κομπασμόν, τα εκούρευαν με την γιδοψαλίδα σκάλες - σκάλες, και ότι εξ αυτού προέρχεται το κουρογιδεύω και το κουρόγιδο (κοροϊδεύω και κορόιδο) της λαϊκής μας γλώσσης.

Κατά τα τραγούδια του λαού η κλεφτουριά διηρείτο εις δώδεκα πρωτάτα.

Πρόκειται όμως περί της Στερεάς Ελλάδος, διότι εις την Πελοπόννησον άλλως είχον τα πράγματα

Ήκμαζε και εκεί η κλεφτουριά. Υπήρχαν και εκεί οικογένειαι αναδείξασαι σειράν όλην ηρωικών κλεφτών. Μερικοί από αυτούς ανήκον εις παλαιάς πολεμικάς οικογενείας, άλλοι πάλιν ήσαν δημιουργήματα των περιστάσεων, του συγχρωτισμού των με άλλους κλέφτες, της ακαταδαμάστου φύσεώς των.

Ευρίσκοντο και αυτοί εις επικοινωνίας μεταξύ των, συνέπραττον κατά τας σημαντικάς περιστάσεις του Έθνους, αλλά δεν είχαν την γενικωτέραν οργάνωσιν —ας μας επιτραπή η λέξις— της Στερεάς.

Έκαστον σώμα Κλεφτών της Στερεάς και Πελοποννήσου είχε το ιδιαίτερον σήμα του, το φλάμπουρό του, και την ιδιαιτέραν σημαίαν του (το μπαϊράκι του) όπως και εκάστου αρχηγού η σφραγίς (το δακτυλίδι) είχεν ιδιαίτερον σύμβολον.

Αι σφραγίδες αυταί πλην της Εθνικής ιδέας, συμβολίζουν ενίοτε και οικογενειακάς παραδόσεις, χρησιμόταται και άξιαι ιδιαιτέρας όλως ερεύνης.

Από τας σημαίας των κλεφτών δεν έλλειπεν ο Σταυρός· κυριαρχούντες δε Άγιοι ήσαν, ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος.

Οι χρωματισμοί των σημαιών ήσαν ποικίλοι. Επεκράτει το ερυθρόν χρώμα, αλλ' υπήρχον και σημαίαι κυαναί με λευκόν σταυρόν. Άλλαι είχαν πάλιν τον δικέφαλον αετόν, και άλλαι το «εν τούτω νίκα».

Διά την ιστορίας της Ελληνικής σημαίας έχει γίνη εργασία καλή, αν και μη ικανοποιούσα εντελώς τας σχετικές αξιώσεις[2].

Διά την ιστορίαν των πολεμικών ελληνικών στολών πολύ ολίγα και ανεπαρκέστατα έχουσι γραφή.

Διά την ενδυμασίαν όμως των κλεφτών έχομεν άξια λόγου στοιχεία, οφειλόμενα κατά το πλείστον εις διακεκριμένον ιστοριοδίφην.[3]

Τον κορμόν περιέβαλλε το γελέκι και το μεϊτάνι, με δύο αράδες μαλαμωμένα κουμπιά. Το επανωφόρι (ντουλαμάς) ήτο κεντημένον —όπως και τα μεϊταναμογέλεκα— με μετάξι και χρυσάφι. Η σκούφια ή το φέσι, περιεδένετο με χρυσοκέντητον πόσι. Η φουστανέλλα ήτο κοντή. Τας κνήμας περιέβαλλον λευκαί μάλλιναι περικνημίδες (βλαχόκαλτσαις). Τα τσαρούχια των ήσαν πλεκτά.

Ερχόμεθα τώρα εις τα ποιητικά τζαπράζια.

Το στήθος εκόσμει το κουστέκι, θηλυκωμένον εις τα τέσσερα άκρα του στήθους, με τριγωνικά θηλυκωτήρια, φέροντα τον δικέφαλον αετόν. Το κουστέκι αυτό, εις το κέντρον του στήθους είχε κρεμασμένην με αλυσσίδες, αργυράν πλάκα, τετράγωνον ή στρογγυλήν, φέρουσαν τον Άγιον Γεώργιον.

Προς την αριστεράν πλευράν εκρέμετο, εξαρτώμενον από διπλές αλυσσίδες, το χαϊμαλί, με παράστασιν του Αγίου Γεωργίου, ή του Αγίου Δημητρίου, ή της Παναγίας, φέρον εντός αυτού τίμιον ξύλον. Προς την δεξιάν δε, εκρέμετο και κυρτός σουγιάς.

Την μέσην περιέζωνε το σελάχι, χρυσοκέντητον, όπισθεν δε από το λουρί του σελαχιού, εκρέμοντο δύο παλάσκαις, με παράστασιν της Παρθένου Αθηνάς, περιέχουσαι τα φυσέκια του τουφεκιού. Αριστερά ήτο φυσεκλίκι, με φυσέκια διά τας πιστόλας. Δεξιά η θήκη διά τας τσακμακόπετρας και το περιέχον τον διά το άλειμμα των όπλων μυελόν, το μεδουλάρι.

Αριστερά του σώματος, προς τον μηρόν, περασμένα εις μικρότερα λουριά, εις δύο-τρεις σειράς, εκρέμοντο τα στρογγυλά ή ρομβοειδή γαντζούδια ή τοκάδες· δύο δε όμοια γαντζούδια εκάλυπτον τας επιγονατίδας.

Το γελέκι, επί του στομάχου θηλυκώνετο με κουμποθηλειαίς, τα δε τσαρούχια εδένοντο με τους τσαρουχοτοκάδες.

 

* * *

 

Αυτά ήσαν τα τσαπράζια, όλα αργυρά και σαβατλίδικα, έχoντα δηλ. τας παραστάσεις όχι αναγλύφους, αλλά με σαβάτι (είδος σμάλτου.) Κατά παλαιοτέρους όμως χρόνους, φαίνεται ότι αι παραστάσεις αύται ήσαν μάλλον ανάγλυφοι. Όπλα δε έφερον εις το σελάχι δύο πιστόλες με λαβήν και παφίλια αργυρά, και το χαρμπί, με λαβήν αργυράν, (δηλ. εγχειρίδιον, του οποίου η θήκη ήτο χρήσιμος δια το γέμισμα των πιστολιών.)

Το τουφέκι συνήθως είχεν εις το κοντάκι του σκαλίσματα και ήτο στολισμένον με παφίλια αργυρά.

Τέλος, αριστερά του σώματος από μεταξόπλεκτον τελαμώνα, εκρέμετο ή πολυύμνητος πάλλα.

Οι επισημότεροι είχαν το περίφημον δαμασκί.

Ονόματα τουφεκιών γνωρίζομεν, χωρίς να λογαριάσωμε το πασίγνωστον και δημοφιλές καριοφύλλι, του οποίου είδος ήτον ο φειδιάς, γνωρίζομεν το νταλλιάνι, το μηλιόνι (πολύ μακρύ) τον σαρμάν, τον σουστανέν, τον λιάρον, και την λεπτήν και ελαστικήν λαζαρίναν, διά την προέλευσιν και τας ονομασίας των οποίων πολλά ημπορούν να γραφούν. Κατόπιν εμφανίζονται αι καραμπίναι του τακτικού, τα φοβερά της οροφυλακής όπλα και τα πελώρια της πολιορκίας.

Το μεϊτανογέλεκο των τακτικών ήτο τσόχινον, λευκόν με γαλάζια σειρίτια και η ζώνη των επίσης γαλάζια.

Φαίνεται ότι το χρώμα του oυρανού και του αφρού της θαλάσσης, ήτο προωρισμένον να κοσμή και τας στολάς και τας σημαίας μας.

 

* * *

 

Η πολεμική μέθοδος των κλεφτών αναμένει τον ειδικόν ερευνητήν της.

Κατά τας μάχας των φαίνεται ότι τρία σημεία ήσαν καθωρισμένα εκ των προτέρων: το της εκκινήσεως εκάστου σώματος, το της επιθέσεως τινών ή όλων ομού και το της συναντήσεως, εν περιπτώσει υποχωρήσεως.

Κατά τα άλλα ο κλέφτης έμενεν ελεύθερος να αναπτύξη την πολεμικήν του μέθοδον, να εύρη το φυσικόν και τεχνικόν ταμπούρι του, έχων προ παντός υπ' όψιν, να σώση το πετσί του:

 

«γιατί οι Τούρκοι είναι πολλοί και μείς είμαστε λίγοι.»

 

λέγει το τραγούδι.

Μόνον δε εν εσχάτη ανάγκη ο πρώτος διέτασσε το αφαντάστου ορμής και ηρωισμού γιουρούσι.

Η μέθοδος την οποίαν μετεχειρίσθη ο Κολοκοτρώνης διά να πολεμήσει τα πολυπληθή στίφη του Ιμπραήμ —αφού είδεν, ότι πάσα εκ του συστάδην σύγκρουσις, διά πολλούς λόγους, κατέστη αδύνατος— ήτο η παλαιά του κλέφτικη μέθοδος.

Απησχόλει, παρηνόχλει διαρκώς και εδεκάτιζε τους εχθρούς.

Αυτήν εφήρμοζον ανέκαθεν οι κλέφτες της Τουρκοκρατίας.

Ούτε μίαν ημέραν δεν άφισαν τους κατακτητάς να γευθούν ησύχως τους καρπούς της θηριωδίας των...

Οι αγάδες εξ αιτίας των κλεφτών εφοβούντο πλέον ν' απομακρυνθούν από τα κέντρα, εφοβούντο να μεταβούν εις τας απεράντους κτήσεις των. Εις το πρώτον γύρισμα του δρόμου, εις το πρώτον πύκνωμα του δάσους, οπίσω από το πρώτον ερείπιον, κάτω από το πρώτον γεφύρι... ενεφανίζετο ο κλέφτης.

Εις μερικά μάλιστα μέρη της Ελλάδος, κατά τινας χρονικάς περιόδους, οι κλέφτες είχαν τόσον αποθρασυνθή, ώστε περιεφέροντο συσσωματωμένοι, φανερά, και με ανοικτά μπαϊράκια!

 

* * *

 

Δεν έχομεν βεβαίως την αξίωσιν να είναι όλοι οι κλέφτες τύποι ιδεώδεις. Εν τούτοις πολλοί από αυτούς περιφανώς απέδειξαν, ότι είχαν την συναίσθησιν του κοινού, του εθνικού αγώνος. Άλλως τε βλέπομεν αυτούς πολλάκις, κατά την δίοδον των αιώνων, συγκροτούντας πολεμικές Συνελεύσεις, εξεγειρομένους κατόπιν κοινής συνεννοήσεως και πολεμούντας συσσωματωμένους, οσάκις κυρίως εκάλεσεν αυτούς εις εξέγερσιν, διαφόρων επικρατειών το απατηλόν κήρυγμα.

Δεν καταδεικνύει τάχα την πεποίθησιν την οποίαν είχον, ότι αγωνίζονται υπέρ ιεράς ιδέας, εν περίφημον δίστιχον της λαϊκής Μούσης, δογματίζον, ότι

 

των ανδρειωμένων τάρματα δεν πρέπει να πουλιούνται,

μον πρέπει τους στην εκκλησιά, εκεί να λειτουργιούνται!..

 

Όταν οι κλέφτες κατεδιώκοντο συστηματικώς και τα απρόσιτα βουνά των δεν παρείχον πλέον εις αυτούς ασφαλές καταφύγιον, οι μεν Πελοποννήσιοι, οσάκις ηδύναντο, κατέφευγον εις την Μάνην και εις την Επτάνησον, ιδίως εις την Ζάκυνθον, οι δε Στερεολλαδίται εις την Λευκάδα και εις τον Κάλαμον, ενίοτε και εις την Ιθάκην.

Οι της άλλης πλευράς πάλιν όταν και ο Όλυμπός των δεν ήτο πλέον ασφαλής δι' αυτούς κατέφευγον εις τας Βορείους Σποράδας, ιδίως εις την Σκόπελον και την Σκίαθον.

 

* * *

 

Οι κλέφτες, όταν δεν εμάχοντο, ησκούντο εις το σημάδι εις το λιθάρι, εις το πήδημα, εις το τρέξιμον.

Αναφέρονται ονομαστί κλέφτες, που δεν τους έφθανε και ο ταχύτερος ίππος, άλλοι που επηδούσαν από την μίαν όχθην ποταμού και ευρίσκοντο εις την άλλην, άλλοι κλέφτες που επηδούσαν επτά άλογα τοποθετημένα το ένα πλησίον του άλλου.

Και εις τι άλλο εξασκούντο νομίζετε;

Εις την πείναν, εις την δίψαν και εις την αϋπνίαν.

 

Χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι

χιονιά 'τρωγαν χιονιά πιναν, και τη φωτιά κρατούσαν

 

λέγει το δημοτικόν τραγούδι.

Διά τον πλήρη ταλαιπωριών τούτον βίον των κλεφτών πολλαχού ομιλεί η λαϊκή Μούσα.

 

Ολομερής στον πόλεμο τη νύχτα καραούλι

και τα γλυκοχαράματα να πιάνουν το ντουφέκι!

 

Και ήτο δίκαιον το παράπονον ενός γερο-κλέφτη λέγοντος:

 

Σαράντα χρόνια έκαμα στους κλέφτες καπετάνιος...

ζεστό ψωμί δεν έφαγα, γλυκό κρασί δεν ήπια

τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα

σε στρώμα δεν επλάγιασα, μηδέ δε προσκεφάλι...

Το χέρι μου προσκέφαλο, και το σπαθί μου στρώμα

και για καλή, στην αγκαλιά... το έρμο καργιοφύλλι.

 

Πλην των ασκήσεων είχαν οι κλέφτες και παιδιάς.

Ιδού μία από αυτάς:

Ήτο γνωστή διά της φράσεως:

«Όποιον πάρη ο χάρος. »

Τριγύρω από ένα λείον μάρμαρον, εκάθοντο τα παλληκάρια που θα έπαιζαν. Έπαιρναν ένα κουμπούρι γεμάτον, εσήκωναν τον λύκον του, το ακουμπούσαν εις τον κόπανόν του, ορθόν επί του λείου εδάφους, και ένας από όλους, κατά σειράν οριζομένην, το εγύριζε με το δεξί του χέρι, όσον ημπορούσε ταχύτερα. Ενόσω το κουμπούρι αυτό περιεστρέφετο τα καθήμενα πέριξ κλεφτόπουλα, τραγουδούσαν. Τέλος το κουμπούρι έπιπτεν επί του μαρμάρου και έπιανε φωτιά. Όταν δεν εξεπυρσοκρότει, τότε το εγύριζεν και κατόπιν καθήμενος, μέχρις αποτελέσματος. Η σφαίρα κάποιον από όλους θα έπαιρνε. Όταν η σφαίρα εξέκλινε, τότε εθεωρείτο τούτο ως επιθυμία της Μοίρας των, να μη κτυπηθή κανείς, και το παιγνίδι ετελείωνε.

Συνήθως το κλέφτικο αυτό παιγνίδι το επρότεινε κάποιον παλληκάρι προς τα άλλα, χάριν προκλητικής επιδείξεως γενναιότητος· τότε εκείνα, επειδή η πρόκλησις ήτο ζήτημα τιμής, το εδέχοντο προθύμως.

 

* * *

 

Φοβερά ήσαν τα βασανιστήρια εις τα οποία υπέβαλλον τους συλλαμβανομένους κλέφτες.

Την βαριά, την σούβλα, το παλλούκι, τα τσεγγέλια, το λειωμένο μολύβι, με χαράν και ενθουσιασμόν τα παρείχον οι Τουρκόγυφτοι. Δεν είναι δυνατόν να αναγράψωμεν φρικιαστικάς λεπτομερείας.

Όταν η βαριά έπεσεν επάνω εις τα γόνατα του Κατσαντώνη, πάσχοντος και πυρέσσοντος, και του τα εθρυμμάτισε, του έφυγεν ένα: αχ!

— Φωνάζεις Κατσαντώνη! του είπεν αγριεμμένος ο αδελφός του ο Χασιώτης. Και όταν ήλθεν η σειρά του υπέστη και αυτός το μαρτύριον χωρίς να βγάλη ούτε στεναγμόν.

Ένα μόνον παράδειγμα αναφέρεται δι' ένα Κλέφτην, που εζήτησε συγνώμην και την έλαβεν, όταν διετάχθη ο βασανιστής να ρίψη στα τσεγγέλια το παιδί του.

Και όταν κατόπιν ελευθερωθείς κατηγορήθη από τους συντρόφους του, απήντησε:

— Το δικό μου το κορμί είναι του πατέρα μου. Του παιδιού μου όμως το κορμί είναι το δικό μου. Γι' αυτό μου πόνεσε.

Γνωρίζων ο κλέφτης τι τον ανέμενε, τον θάνατον δεν τον ελογάριαζε· κατεθλίβετο όμως από την σκέψιν ότι ημπορεί να πληγωθή και να εγκαταλειφθή από τους συντρόφους του, μη δυναμένους να τον πάρουν· όταν δε επληγώνετο βαριά ο κλέφτης παρεκάλει να τον αποτελειώσουν οι σύντροφοί του και ιδίως να μη αφίσουν να περιυβρισθή το κεφάλι του.

Η μεγαλειτέρα δε ευχή που έλεγεν ο ένας κλέφτης προς τον άλλον, ήτο «καλό μολύβι»!

Αλλά του όπλου του ο κλέφτης δεν εννοούσε να αποχωρισθή ούτε μετά θάνατον. Πλείστα ποιήματα ομιλούν διά το κιβούρι που θα επεθύμουν να είχαν τα παλληκάρια.

Εις ένα ποίημα ο κλέφτης παραγγέλλει εις τους συντρόφους του, όταν πεθάνη να του κλείσουν τα μάτια και να τον φιλήσουν ένας-ένας, γιατί ποιος άλλος θα τον φιλήση αφού για την αγάπη της ελευθεριάς εστερήθη και μάνα και γυναίκα και αδελφήν!

Επίσης παραγγέλλει να κόψουν κλαριά και να τον ξαπλώσουν απάνω. Και προσθέτει το τραγούδι:

 

Φτιάξτε και το κιβούρι μου πλατύ για δυο νομάτους,

να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γεμίζω.

 

Αλλαχού πάλιν —και είναι παλαιότερον το άσμα τούτο— το παλληκάρι που πεθαίνει παραγγέλλει στους συντρόφους του, το μνήμα του:

 

νάναι πλατύ για τάρματα, ψηλό για το κοντάρι.

 

Θλιβερώτατοι είναι οι στίχοι διά τάρματα του παλληκαριού εις άλλο λαϊκόν αριστοτέχνημα, ότι:

 

πρέπει να κρέμονται ψηλά, σ’ αραχνιασμένον πύργο,

να τρώη τάρματα η σκουριά, και το κορμί το χώμα.

 

* * *

 

Το έργον των κλεφτών δεν ήτο μόνον να φονεύουν τους εχθρούς. Ήσαν ούτοι συγχρόνως και προστάται τον αδικουμένων. Ήσαν οι φυσικοί δικασταί εις διαφοράς μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων, διά τους οποίους άλλη δικαιοσύνη δεν υπήρχεν. Ο Τούρκος έπρεπε να έχη πάντοτε δίκηο. Και ποιος ποτέ ραγιάς εζήτησε το δίκιο του εναντίον Τούρκου; Και ποιος θα του το έδιδεν αν το εζητούσε;

Μόνος ο κλέφτης.

Αυτός ήκουε τα παράπονα και διεμήνυε την απόφασίν του, διά την μη εκτέλεσιν της οποίας ηπείλει εκδίκησιν.

Και έγραφεν και γραμματικός του πρωτοκλέφτη, προς τον Τούρκον:

 

Αγά,

Το χωράφι που καταπάτησες του γείτονά σου του Στάθη, ναν του το δώσης πίσω γρήγορα. Αλλιώς, θάχης να κάμης με τα μένα...

Εξ αποφάσεως.»

Το «εξ αποφάσεως» και αυτό συνήθιζαν να το βάζουν οι Τούρκοι εις τας διαταγές των· το ανταπέδιδε λοιπόν και ο κλέφτης εις αυτούς.

Πολλά χωριά, πολλά Μοναστήρια ηύραν την ησυχίαν των χάρις εις την προστασίαν των κλεφτών.

 

* * *

 

Οι κλέφτες ήσαν εγκρατέστατοι. Οι πραγματικοί κλέφτες κρασί δεν έβαζαν στα χείλη των, ακολουθούντες την παραγγελίαν παλαιού κλέφτη:

 

Παιδιά, κρασί μην πίνετε, παιδιά μην κοιμηθήτε,

ο ύπνος είναι θάνατος και το κρασί 'ναι πλάνος,

 

Οι κλέφτες ήσαν θρήσκοι και ηθικώτατοι και διότι οι ορεινοί είναι συνήθως σεμνοί, και διά πολεμικήν πρόληψιν, ότι την ανηθικότητα την κυνηγά το βόλι.

Υπάρχει δε παράδειγμα κλεφτών της Ρούμελης, που εφόνευσαν τον αρχηγόν των, διότι δεν εσεβάσθη μίαν αιχμάλωτον.

Και αναφέρεται επίσης ρητώς κάποιος καπεταν-Νικόλας, αισχροκερδής και ανήθικος, όστις κοντά στάλλα εννοούσε να έχη πάντοτε μαζί του και την εκάστοτε φίλην του, τον οποίον επί τέλους εσκότωσαν και αυτόν τα παλληκάρια του. (Δες εδώ)

Επίσης οι κλέφτες ετήρουν τον προς την ξενίαν οφειλόμενον σεβασμόν.

Ένας κλέφτης, συγγενής του Κολοκοτρώνη, ηγάπα την θυγατέρα ενός προκρίτου. Ένα βράδυ εζήτησε φιλοξενίαν εις το αρχοντικόν της και του εδόθη. Τότε, βοηθούμενος από δύο συντρόφους του, απήγαγε την κόρην.

Όταν έφθασαν εις το δάσος και εξεπέζευσαν, η κόρη είπεν εις τον κλέφτην, ότι άλλοτε τον αγαπούσε, αλλ' ότι τώρα τον περιφρονεί.

«Πάτησες το ψωμί. Σύρε με πίσω σύρε με!...

Και ντροπιασμένος ο ερωτευμένος κλέφτης την έφερε και την παρέδωκεν ασφαλώς και εντίμως εις τους γονείς της.

Ο δυστυχισμένος!... Τη ενεργεία του πατρός της κόρης καταδιωχθείς από τουρκικόν σώμα, αποκλείσθη μέσα εις μίαν καλύβαν και αφού επί πολύ δεν τολμούσαν να τον πλησιάσουν, διότι πυροβολών αυτός εσκόρπιζε τον θάνατον, κατόρθωσαν επί τέλους την νύκτα να πυρπολήσουν την καλύβαν και να τον θανατώσουν.

 

* * *

 

Πλην των Τούρκων, οι κλέφτες κατεδίωκον και τους Τουρκολάτρας Χριστιανούς, τους οποίους συνήθως, όταν δεν τους εφόνευον, τους κατεδίκαζον εις την πληρωμήν χρηματικών ποσών, «γιατί τα παλληκάρια που νύχτα-μέρα πολεμούν χρειάζονται και γρόσια».

Εις ένα ονομαστόν κλέφτικον λημέρι υπήρχε πελωρία δρυς με μίαν μεγάλην κουφάλαν. Μέσα εις αυτήν την κουφάλαν εκάθητο αφανής ένας γερο-καλόγερος· όταν λοιπόν συνελαμβάνετο κανείς Τουρκολάτρης, εδικάζετο κάτω από την δρυν, και ηρωτάτο το μαντείον της κουφάλας, μετά το πέρας της διαδικασίας:

— Τι λες δενδρί, να τον αφήσωμε, για να τον κάψωμε; Και τότε ηκούετο μέσα από την κουφάλα ή έρρινος και τρεμουλιαστή φωνή της δρυός, που απεφαίνετο:

— Να πληρώση χίλια γρόσια για τα παλληκάρια, και πεντακόσα για τον Άι-Λια, και να πάη στον αγύριστο...

Καμμιά φορά όμως ηκούετο και αγριεμμένη η γεροντική της δρυός φωνή:

— Κόψτε τον!...

Εφ' όσον οι κλέφτες επεξέτεινον την δράσιν των, επί τοσούτον οι Τούρκοι περιόριζον την ιδικήν των.

Παρετήρησαν δε, ότι διά των καταδιωκτικών μέτρων, τα οποία ελάμβανον εκάστοτε εναντίον των, αντί να ολιγοστεύσουν οι κλέφτες, ηύξανον...

 

Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε κλαρί και κλέφτης.

 

Διότι πράγματι διά της καταδιώξεως, η ζωή των κλεφτών προσελάμβανε και πρόσθετον αίγλην: Τους τραγουδούσαν κι όλας.

Οι κατακτηταί ως εκ τούτου περιήλθον εις απόγνωσιν.

Επί τέλους ερρίφθη μία φαεινή ιδέα.

Να αναθέσουν εις τους ιδίους κλέφτες, την καταδίωξιν των κακοποιών στοιχείων!...

Και εδημιουργήθησαν οι ήμεροι κλέφτες, οι γνωστοί κοινώς ως αρματωλοί, ενώ αρματωλός γενικώς λέγεται πας ο φέρων και δικαιούμενος να φέρη όπλα (άρματα,) και ήτο παλαιός ο όρος ούτος δι' ου εχαρακτήριζαν τους φύλακας των oρεινών χωρών.

Οι αρματωλοί χαρατηρίζονται επισήμως, διά της λέξεως καπεταναίοι ή καπεταναραίοι.

Τα ένοπλα σώματα των αρματωλών αυτών είχαν την ιδίαν με τα σώματα των κλεφτών κατάρτισιν με την διαφοράν, ότι ο καπετάνιος είχε και αξιωματικούς, αντιπροσώπους του, ή αποσπασματάρχας, τους λεγομένους Κολτσίδες.

 

* * *

 

Αλλ' ο τυχών κλέφτης δεν αναγνωρίζετο αρματωλός.

Έπρεπεν, ως επί το πολύ, ν' ανήκη εις επίσημον οπωσδήποτε στρατιωτικήν οικογένειαν του τόπου, έχουσαν κληρονομικά τινα σχετικά δικαιώματα, και αίγλην τινά ονόματος.

Εδημιουργούντο όμως παρά των Τούρκων και νέα πρόσωπα, αρχή του αρματωλικού των βίου, όταν κυρίως ως κλέφτες διεκρίθησαν ούτοι... εις τας εναντίον των επιτυχείς επιθέσεις.

Ώστε αρματωλούς εννοούμεν οπλαρχηγούς, έχοντας εντός ωρισμένης περιοχής, καθωρισμένα δικαιώματα, με κληρονομικήν ενίοτε διαδοχήν, διοριζομένους παρά την Τουρκικών Αρχών, αναγνωριζομένους παρά των τοπικών δημογεροντιών, και αμειβομένους παρά των ραγιάδων, χάριν της γενικής ασφαλείας του τόπου υπέρ του οποίου θα εμερίμνων.

Τόσον δε απεκοίμισε τους Τούρκους το νέον εαυτό μέτρον το οποίον έλαβον, ώστε δεν εννόησαν, ότι το κυριαρχικόν έδαφος έφευγεν ούτω υπό τους πόδας των.

 

* * *

 

Οι αρματωλοί, οι οποίοι είχον πλήρη σχεδόν ελευθερίαν ενεργείας εις το διαμέρισμά των —τέλειοι στρατιωτικοί άρχοντες— επέφερον ομολογουμένως κάποιαν σχετικήν ησυχίαν και τάξιν, προστατεύοντες πρωτίστως τους Έλληνας από κακοποιούς Τούρκους, επαναφέροντες δε και τους παρεκτρεπομένους κλέφτες εις κάποιαν ευθείαν οδόν, χωρίς όμως να διεξάγουν και εξοντωτικόν πόλεμον κατά των πρώην συντρόφων των, εις τας τάξεις των οποίων πολλάκις επανήρχοντο, ένεκα υποψίας τινός, ή απειλής, ή καταδιώξεως από μέρους των τουρκικών αρχών.

Οι αρματωλοί ημείνοντο πάντοτε δικαιολογούμενοι και συνήθως καθησυχάζοντες τους Τούρκους. Υπάρχει δε και ειδική λέξις καπάκι, σημαίνουσα την τοιαύτην παραπλάνησιν.

Όταν όμως δεν εξωμαλύνοντο αι μετά των Αρχών διαφωνίαι των ή διαφοραί των, οι αρματωλοί εγίνοντο πάλιν κλέφτες.

Οι Τούρκοι προσεπάθησαν πολλάκις να φέρουν τελείαν ρήξιν μεταξύ αρματωλών και κλεφτών, αλλά δεν το κατώρθωσαν.

Αρματωλοί πολλάκις συνεκρούσθησαν προς αλλήλους, αλλά κυρίως μόνον προκειμένου περί δικαιωμάτων επί περιοχής τινός, ή περί αναρρήσεως —ας μας επιτραπή ή λέξις— επί του αρματωλικού αξιώματος άλλου, όπως συμβαίνει και εις τας μικροδυναστείας.

Πολλάκις διατασσόμενοι οι αρματωλοί να κινηθούν εναντίον σώματος κλεφτών και μη δυνάμενοι ν' αποποιηθούν, τους προειδοποίουν, διά να λάβουν τα μέτρα των, απομακρυνόμενοι ή κρυπτόμενοι.

Δια τοιούτους λόγους ηναγκάσθη η Τουρκική εξουσία, διατηρούσα αφ' ενός τους Έλληνας και παρ' Ελλήνων συντηρουμένους καπεταναίους τούτους, να δημιουργήση συγχρόνως και Τούρκους φύλακας των διόδων, με αρχηγούς —Δερβεναγάδες— και με γενικούς αυτών επόπτας.

Τα Τουρκικά αυτά σώματα —κυρίως Τουρκαλβανικά — πολλάκις συνεκρούσθσαν όχι μόνον με κλέφτες, αλλά και με αρματωλούς, αι δε συγκρούσεις των αυταί, επλούτισαν την λαϊκήν ποίησιν.

 

* * *

 

Η υπό την δικαιοδοσίαν εκάστου καπετάνιου περιοχή ωνομάζετο αρματωλίκι και καπεταναλίκι. Η Ρούμελη, η Ήπειρος, η Θεσσαλία και η Μακεδονία διηρέθησαν εις αρματωλίκια.

Τούτο δεν έγινεν, ή δεν επεκράτησεν εις την Πελοπόννησον, καίτοι λέγεται, ότι καθωρίσθησαν κάποτε και εκεί τέσσερα αρματωλίκια, καταργηθέντα ταχέως.

Εκεί ήτο μεγάλη των προκρίτων η δύναμις. Και εις την Στερεάν υπήρχον πρόκριτοι ισχυροί, πολλάκις διαφωνήσαντες και συγκρουσθέντες με αρματωλούς, ενίοτε μάλιστα και καταδιώξαντες αυτούς, αλλ' η υπεροχή αύτη εις την Στερεάν ήτο εξαίρεσις, ενώ εις την Πελοπόννησον ήτο κανών.

Αξιοσημείωτον εξαίρεσιν εις την Στερεάν απετέλουν οι πανίσχυροι Ακαρνάνες προύχοντες Μαυρομμάται, των οποίων η ισχύς και η δικαιοδοσία εξετείνετο καθ’ όλον το βιλαέτι Κάρλελι· αλλ’ ούτοι όμως ήσαν συγχρόνως και πολεμισταί.

Εις τα ορεινά της Στερεάς Ελλάδος μέρη, εκεί που υπήρχον στρατιωτικοί παραδόσεις και στρατιωτικά γένη, μικρά και τυπική όλως ήτο των δημογερόντων η εξουσία.

 

* * *

 

Εις την Πελοπόννησον δεν υπήρχον μόνον πρωτόγεροι, πρόκριτοι, δημογέροντες ή προεστοί, και προύχοντες εν γένει.

Υπήρχον και οι βεκίληδες, αντιπρόσωποι του Μωρέως, εις την Κωνσταντινούπολιν, ακόμη επί κεφαλής πάντων και ο κορυφαίος όλων των προκρίτων της Πελοπονήσου, ο Μώρα-Αγιάνης.

(Δεν πρόκειται περί Αγίου Ιωάννου τινός, άλλα περί του Αγιάν, λέξεως Αραβικής καταγωγής. Είναι δε πληθυντικός του Άιν οφθαλμός. Δια του όρου τούτου εχαρακτήριζον τους προκρίτους, λογάδας και αρχηγούς. Το αξίωμα ελέγετο Αγιανλήκι. Το Αγιάν και Γιαν τούτο εδημιούργησε τοπογραφικά ονόματα, των οποίων την ετυμολογίαν μάτην η ερευνητική ευφυία αναζητεί αλλαχού. Εδημιούργησε δε το Αγιάν και Γιαν τούτο, και εξελλήνισιν, και το όνομα Ιωάννης, το οποίον προέτασσον εις τα ονόματά των oι Έλληνες Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας.)

Εις την Πελλοπόννησον ο πρωτοκλέφτης, ο ονομαστός κλέφτης, ελέγετο καπετάνιος και αρματωλός ακόμη, αλλά χωρίς αρματωλίκι. Πολλάκις ίστατο και αυτός αντιμέτωπος, ενίοτε και πολέμιος μάλιστα, προς τον άρχοντα. Της συγκρούσεως αυτής επιβλαβέστατα ίχνη απαντώμεν και κατά τον Αγώνα. Συνήθως όμως η θέσις του κλέφτη ήτο οπίσω από τον Άρχοντα. Ήτο υπό την προστασίαν του, εις την υπηρεσίαν του, υπό τας διαταγάς του.

Εις την Πελοπόννησον ο κλέφτης εκρεμούσε τ' άρματά του εις τα έλατα και εις τα πλατάνια και όχι καμιά φορά —όπως εις την Στερεάν— και κοντά σε τζάκι.

Περιφανής εξαίρεσις εν Πελοποννήσω ήτο ο περίφημος και πανίσχυρος αρχικλέφτης Ζαχαριάς, περί του οποίου θα είπομεν τινά εις το δεύτερον μέρος,

Οι κλέφτες της Πελοποννήσου πότε ήσαν ήμεροι και εχρησιμοποιούντο εις την καταδίωξιν των κακοποιών στοιχείων, πότε αγρίευαν, ή προέτρεπον αυτούς ν' αγριεύσουν οι Άρχοντες, κατά τας εκάστοτε περιστάσεις του Έθνους.

Αλλά και οι Τούρκοι, άλλοτε τους επεριποιούντο, και απένεμον προς αυτούς τιμάς και τους έδιδον δώρα, και, άλλοτε, συνήθως όταν δεν τους είχον πλέον ανάγκην, τους κατεδίωκον απηνώς.

Χαρακτηριστικόν υπόδειγμα ήμερου κλέφτη που αγρίεψεν έχομεν το εξής.

Εις μίαν σύσκεψιν προκρίτων διά την εις τα Καλάβρυτα επικειμένην έκρηξιν του Αγώνος, ο προύχων Ασημάκης Ζαΐμης ήκουε την συζήτησιν των συναδέλφων του σιωπηλός, όπως συνήθως. Όταν δε εσχημάτισε την πεποίθησίν του, ότι η σύγκρουσις είναι αναπόφευκτος, εστράφη προς τον όπισθεν του ιστάμενον ήμερον κλέφτην Χονδρογιάννην και του είπε μόνον την λέξιν: Βάρει.

Ήτο η προκήρυξις του εκεί Αγώνος!

Και ο ήμερος Χοντρογιάννης ευθύς αγρίεψε, και εβάρεσε.

 

* * *

 

Λέγοντες όμως ότι εις την Πελοπόννησον δεν υπήρχον αρματωλίκια, εννοούμεν κυρίως την δευτέραν περίοδον της εκεί Τουρκοκρατίας, αρχομένην από του έτους 1715 μέχρι του Αγώνος.

Διά την πρώτην περίοδον (της εκεί Τουρκοκρατίας) από της Αλώσεως δηλ. μέχρι του 1715, ποικιλλουμένην διά της παρεμβολής των Ενετικών κατοχών και της ιδρύσεως του ολιγοχρονίου Βασιλείου του Μωρέως, υπάρχει μεγάλη ποικιλία δικαιωμάτων ανεγνωρισμένων Ελλήνων οπλαρχηγών και αρματωλών εν γένει, τιτλοφόρων και μη. Τα περί αυτών όμως μη εξακριβωθέντα επαρκώς υπό της ερεύνης, δεν δύνανται ακόμη να εύρουν θέσιν ενταύθα.

Εντούτοις και κατά τους τελευταίους χρόνους της Τουρκοκρατίας δύνανται να χαρακτηρισθούν ως εν είδος αρματωλών οι Κάποι (Κάπηδες, Καπομπάσηδες) της Πελοποννήσου. Ο Κάπος ελαμβάνετο, ως εν τη Στερεά ο αρματωλός, εκ της τάξεως των κλεφτών, και διωρίζετο παρά της Αρχής, όπως υπερασπίση τους κατοίκους κατά παντός ζωοκλέπτου και κακοποιού εν γένει, εν οις και οι μικροτέρας αξίας κλέφτες.

Διά την αμοιβήν των κατεβάλλοντο τα καπιλίκια, ήτοι μισθοδοσίαι, και σιτιρέσια, πρόσθετα βάρη εις τους ραγιάδες.

 

* * *

 

Πολλάς ποικιλίας, μεταβολάς και αυξομειώσεις παρουσιάζει η αρματωλική διαίρεσις της Στερεάς Ελλάδος.

Εν γενικαίς γραμμαίς λέγομεν, ότι τα αρματωλίκια καθωρίσθησαν, ως πιστεύεται, κατά τον 16ον αιώνα —μεταξύ των ετών 1529 και 1565.

Κατά το έτος 1534 η Ήπειρος και η Ακαρνανία είχον διαιρεθή εις 15 αρματωλίκια, τα οποία μετεπέπειτα συνεχωνεύθησαν εις 12. Κατόπιν εμειώθησαν πάλιν εις 8.

Εις μεταγενεστέρους χρόνους, όλης της Στερεάς τα Αρματωλίκια αριθμούνται εις 17, (10 εις την Θεσσαλίαν και την Ανατολικήν Ελλάδα, 4 εις την Αιτωλίαν, Ακαρνανίαν και Ήπειρον και 3 εις την Νότιον Μακεδονίαν.)

 

* * *

 

Τα της Μακεδονίας φαίνεται ότι κατ’ αρχάς ήσαν 6 και κατόπιν έγειναν 10. Λέγεται δε, ότι και αυτά διελύθησαν τω 1816.

Κατ' άλλην πάλιν πληροφορίαν, κατά τας παραμονάς του Αγώνος υπήρχον 17 αρματωλίκια, Ελλάδος και 4 Αιτωλίας και Ακαρνανίας.

Το ζήτημα του εκάστοτε αριθμού, της περιοχής και της ονομασίας των διαφόρων αρματωλικίων είναι ιδιαιτέρας ερεύνης θέμα.

Εν παραδείγματι αναφέρομεν ότι κατά την γενομένην τω 1896 σύνοδον διαφόρων οπλαρχηγών εν Ανασελίτση, απεφασίσθη η επανίδρυσις των παλαιών αρματωλικίων. Κατά την σύσκεψίν των κατεγράφησαν ταύτα, υπερβάντα τον αριθμόν των 40· απεφασίσθη δε η επανίδρυσις 27 εξ αυτών.

 

* * *

 

Αλλά πως εγίνετο ένας κλέφτης αρματωλός;

Ο κανονικός τρόπος ήτο ο εξής:

Συνοιθρίζοντο εις το Διοικητήριον οι πρόκριτοι, παρόντος και του ασκούντος την διοικητικήν εξουσίαν Τούρκου, μετ’ αυτών δε και τινες των επισημοτέρων κατοίκων.

Ειδοποιείτο διά καταλλήλου προσώπου ο κλέφτης, να προσέλθη, όπως δηλώση υποταγήν, και λάβη την υπό τύπον δικαστικής αποφάσεως αναγνώρισιν ως αρματωλού.

Ο μέλλων καπετάνιος, αν είχεν ισχυρόν Οθωμανόν προστάτην, ενεφανίζετο πράγματι, άλλως —τούτο δε ήτο το συνειθέστερον— απέστελλε τινά εκ των οπαδών του ή συγγενών του, μετά διαφόρων δώρων, του βουνού δώρων, δορκάδων δηλ. ή ελάφων κ.λ.

Εάν προσήρχετο ο ίδιος και δεν επρόκειτο περί παγίδος, εγίνετο δεκτός με πολλάς περιποιήσεις και έφευγε με τιμάς εξαιρετικάς, αφού ήκουε πολλάς συμβουλάς και έδιδε περισσοτέρας υποσχέσεις.

Εις τον διορισμόν του καθωρίζετο και ο αριθμός των παλληκαριών του και η αμοιβή των, την οποίαν εισέπραττεν ο καπετάνιος περιοδεύων εις τα διάφορα χωριά της δικαιοδοσίας του, από τους Έλληνας κατοίκους των.

 

* * *

 

Συνήθως όμως δεν εγίνετο καμμία από αυτάς τας διατυπώσεις και ο Τούρκος διοικητής —συνήθως ο Πασσάς— απέστελλε προς τον κλέφτην έγγραφον, περί της αναγνωρίσεώς του ως καπετάνιου. Ο αυτός διοικητής απέστελλεν όμοιον έγγραφον και προς τους προεστώτας και κατοίκους του αρματωλικίου, αγγέλλων εις αυτούς τον διορισμόν του καπετάνιου των. Ωσαύτως οι προεστώτες έστελλον έγγραφον προς τον καπετάνιον των, εις το οποίον καθωρίζοντο και τα αμοιβαία καθήκοντα και δικαιώματα, ο αριθμός και, το ποσόν των μισθών των παλληκαριών, και τινα εισοδήματα του καπετάνιου εκ του αρματωλικίου.

Τα δικαιώματα όμως και τα καθήκοντα ταύτα των αρματωλών εποίκιλλον κατά διαφόρους τόπους, συνδεόμενα προς τα πρόσωπα, προς τας περιστάσεις και ιδίως προς τα παλαιά τοπικά έθιμα.

Εκ παραδόσεων και εκ τίνων εγγράφων δύναται οπωσδήποτε να καθορισθή εν γενικαίς ιδίως, αλλ' ενίοτε και εν μερικαίς γραμμαίς, η παράδοξος αυτή αρματωλική εξουσία. Αλλά και εξ ενός εγγράφου διαμερίσματός τινος της Στερεάς Ελλάδος, γραφέντος κατά τας πρώτας ημέρας του Αγώνος και περιέχοντος περιορισμούς τινάς των δικαιωμάτων του Καπετάνιου και των παλληκαριών του, δύναται να συμπεράνη τις και περί τινων διατηρηθέντων δικαιωμάτων, αλλ’ ιδίως να κατανοήση το μέγεθος της αρματωλικής ισχύος.

Το βιλαέτι λοιπόν —οι Έλληνες κάτοικοι του δηλ.— εζήτησε διά του εγγράφου αυτού από τον καπετάνιον:

«α'. Να τραβήξουν αυτός και τα παλικάρια του χέρι από ντουάνες (τελωνεία δηλ,) από αλικές, από δεκατιές, από λιβάδια, από βιβάρια (ιχθυοτροφεία δηλ.) από μύλους· μόνον όποιος θελήση από τους στρατιώτας να το παίρνη ινικάντο (εν δημοπρασία) με χωρίς φοβερίσματα του αλλουνού.

β'. Κρίσεις να μη μπορεί να κάμη κανένας από τον ταϊφάν (το στρατιωτικόν σώμα του καπετάνιου) εις κάθε χωρίον.

γ'. Από εθνικά πράγματα να μην ανακατώνεται κανείς από τον ταϊφάν.

δ'. Ημείς λέγουν οι κάτοικοι εις το έγγραφόν —έχομεν να διωρίσωμεν προεστούς, οι οποίοι να ακούγονται εις τον καπετάνιο και τον ταϊφάν.

ε'. Από όσα ζητεί η Διοίκησις εθνικά λιβαδιάτικα, ντουγάνης και άλλα εισοδήματα, να απερνούν από το χέρι των διωρισμένων προεστών και οι προεστοί ας ακούωνται με την διοίκησιν. Από τα άνωθι εισοδήματα είναι εις χρέος οι Προεστοί να αποκρίνονται τους λουφέδες (αντιμισθίας) του Καπετάνου μας και να εξοικονομούν εις όσα κάμνουν χρεία και ας ακούωνται με την διοίκησιν. Τα κόλια (περιπολίαι) να λείψουν, να μην περιέρχωνται εις τα χωρία, μόνον όθεν έχει να στείλη ο Καπετάνος δι’ υπόθεσίν του να πάγουν με τεσχερέν (διαβατήριον.)

Όταν έλθη ο καιρός να έβγουν τα εισοδήματα εις το ινκάντο, είναι ελεύθερος όποιος στρατιώτης, να βάλη και να πάρη με το παζάρι του.»

 

* * *

 

Τα επισημότερα αρματωλίκια ήσαν τα κληρονομικά. Ένα είδος μικροδυναστείας.

Μετά πόσης δε στοργής, όταν απέθνησκεν ένας καπετάνιος και άφινεν ανήλικον παιδί, το επρόσεχαν τα παλληκάρια του, το εκαμάρωναν, το εμεγάλωναν, έως ότου να φθάση εις την ηλικίαν, που θα ακουσθή από τα χέρια του η βροντή του πατρικού τουφεκιού, που θα λάμψη εις τα χέρια του η αστραπή της προγονικής πάλλας.

Έχομεν υπ’ όψιν ημών τρία έγγραφα κανονικής ενεργείας προς εγκαθίδρυσιν αρματωλού. Ταύτα αναφέρονται εις ενέργειαν του διασήμου

«Πεχλεβάν Ιμπραήμ Μπαμπά πασσά, ελέω Θεού Βεζύρη και ηγεμώνος τον Σαντζακίου Ναυπάκτου και Κάρλελι.»

Επαινεί ο πασσάς ούτος τας αρετάς του κλέφτη, τον προσκαλεί να έλθη παρ’ αυτώ αφόβως και να λάβη τιμητικά δώρα, του αναθέτει το αρματωλίκι με όλα τα δοσίματα και με την φορολογίαν των καλυβών, εις βάρος της οποίας θα έχη μόνον τα έξοδα της φιλοξενίας, και με το καθήκον να επαγρυπνή «διά την ησυχίαν και το ραχατλήκι όλων των φακίρ-φουκαράδων» ως χαρακτηρίζει τους Έλληνας. Προσδιορίζει τον αριθμόν και τον μισθόν των παλληκαριών του, και τω συνιστά να ακούη καμμιά φορά και την γνώμην των προκρίτων της δικαιοδοσίας του· κυρίως δε, να φυλάττη «βουνά και κάμπους» από τα κακοποιά στοιχεία.

Τα αυτά αναγγέλλει και εις τους κατοίκους και προκρίτους, οι οποίοι πάλιν δι' εγγράφου των αναγνωρίζουν τον καπετάνιον των και τα δικαιώματά του.

Ο Πασσάς ούτος είχεν αποσταλή εναντίον του Αλή Πασσά. Ήτο άλλοτε περιώνυμος παλαιστής, παρέτασσε δε εις τους τίτλους του και το παλαιόν του επάγγελμα του Μπεχλιβάνη, το οποίον, φαίνεται, ότι τον είχε κυρίως αναδείξη.

Αλλά δεν θα είναι άδικος ο κόπος να τα αναγνώσετε τα τρία αυτά χαρακτηριστικά και περίεργα έγγραφα:

 

Ο Πασσάς προς τον αρματωλόν.

«Πεχλεβάν Ιμπραήμ Μπαμπά Πασσάς, Ελέω Θεού Βεζύρης και Ηγεμών του Σαντζακίου Ναυπάκτου και Κάρλελι.

«Περιπόθητέ με καπητάν Δημήτρη-μακρύ, μετά τον χαιρετισμόν μας, σε φανερώνομεν, επειδή από πολλούς ηκούσαμεν την αξιότητά σου και παλληκαριά σου, και το πιστόν ιταατλήκι ραγιάδικον, όπου έχεις εις τον πολυχρόνιόν μας Βασιλέα, σε επαινέσαμεν δι' αυτά τα καλά σου προτερήματα, διά τούτο σε γράφομεν να έλθης ευθύς, λαμβάνοντας το παρόν μας μπουγιουρδί διά να τιμήσωμεν με χαρίσματα βασιλικά και με δώρα και χιλιάτικα αυθεντικά (καθώς και άλλοι πολλοί καπηταναραίοι τίμιοι και άξιοι τα αξιώθηκαν μποκοβαλαίοι, μπαστικαίοι, λάμπρος σουλιώτης, διβουνιώτης, μίτζης (;) κοντογιαννόπουλος) και άλλοι πολλοί και άξιοι καπηταναραίοι καθημερινώς μας έρχονται και τους τιμούμεν με χιλιάτικα και με καπητανάτα και με ψωμιά, τα ίδια θέλει κάμομεν και εις εσένα, ερχόμενος προς ημάς και τελείως μην υποπτεύσης· αλλ’ έρχου με την καρδιά ανοικτή, και θέλει γίνεις καπητάνος Βασιλικός και αυθεντικός, και με ψωμί, και θεόθεν υγίαινε.

1820

Ιουλίου 26

Ναύπακτος».

 

Εις την κάτω γωνίαν του εγγράφου και πλαγίως υπάρχει διά του αυτού χαρακτήρας γραφής το εξής σημείωμα: «τούτην την ώραν μας ήλθεν είδησις ότι όσα ασκέρια ήτον εις τα Τρίκκαλα του Αλή πασσά, όλα έδωκαν ράι εις τον Μαχμούτ πασσά».

Ο αυτός Πεχλεβάν πασσάς προς τους προκρίτους ανακοινοί τα εξής:

«Πεχλεβάν Ιμπραήμ Μπαμπά Πασσάς, Ελέω Θεού Βεζύρης και Ηγεμών του Σαντζακίου Ναυπάκτου και Καρλελίου.

 

Περιπόθητοί μας προεστότες και επίλοιποι ραγιάδες όλων των χωρίων άνω και κάτω ζυγού και χάσια, μετά τον χαιρετισμόν μας, σας φανερώνομεν, επειδή και το κραταιόν Δοβλέτι μάς ενεπιστεύθη το παρόν μανσούπι Ναυπάκτου και Κάρλελι, να επαγρυπνώμεν διά την ησυχίαν και ραχατλήκι όλου του φακήρ φουκαρά οπού να μη καταπατήται από ζορμπάδες και κλέπτας και διά να δοθούν τα παρόμοια νιζάμια όλου του μανσουπχιού μας, χρεία από πιστούς και αξίους καπηταναραίους, όπου να φυλάγουν όλους τους τόπους βουνά και κάμπους. Διό εκλέξαντες κι ημείς κατά τα ικράρι σας τον Καπετάν Δημήτρην-μακρύν, και τον εδιορίσαμεν διά καπητάνον του καζά σας, άνω και κάτω ζυγού και χάσια χωρία, εμβαίνωντας μέσα κατά το έκπαλαι, φυλάγωντας όλα τα βουνά και κάμπους όπου να μη καταπατώνται οι ραγιάδες από τους ζορμπάδες και κλέπτας, γυρίζοντας με αρματωλούς ρωμαίους. Διά τούτο σας προστάζομεν να τον εγνωρίζητε διά καπητάνον σας προσφέροντές του την πρέπουσαν τιμήν, δίδοντές του τους συνηθισμένους λουφέδες του, και όσα άλλα έκπαλαι καπητάν αντέτια του, χωρίς να τον στερήσητε το παραμικρόν, είσθε και υπόχρεοι χρείας τυχούσης να τον δίδητε (ίτα)άτι(;) και από ανθρώπους αξίους απ’ όλα τα χωρία σας, χωρίς να τον αντιτείνητε. Προσέτι και συ εδικέ μας καπητάν Δημήτρη σε παραγγέλομεν ότι είσαι υπόχρεως να φυλάγης επιμελώς και με μεγάλην προσοχήν επαγριπνών ημερονυκτίως διά την ησυχίαν όλων των ραγιάδων όπου σε τους εμπιστεύθημεν, αυτό το κόλι να το φυλάγης ως την κόρην των οφθαλμών σου. Ακόμη να ήσαι και σύμφωνος με την γνώμην, και εις το ιταάτι των διορισμένων μας προεστότων του καζά. Ποιήσατε ουν καθώς σας προστάζομεν και μη αλλέως εξ αποφάσεως, και έσητε θεόθεν υγιαίνοντες.

1820

Αυγούστου 22

Βραχώρι».

 

Ιδού τέλος και το κείμενον της αναγνωρίσεως του Αρματωλού παρά των προεστώτων.

«Ημείς οι υποκάτωθεν γεγραμμένοι, δίδωμεν την παρούσαν μας ομολογίαν του καπετάν Δημήτρη-μακρή· ότι με την θέλησιν όλλων των ραγιάδων του αναχαές ζυγού απάνου και κάτου· οπού με το υψηλόν μπουγιουδή του υψιλοτάτου μπαμπά πασά εφέντη μας διορίσθη καπετάνος μας εις τον αναχαέμας.

»Έχωμεν να του δίδωμεν τον κάθε έκαστον χρόνον διά νεφέρια τριάντα, γρό. 1080: ήτοι χίλια ογδοήντα και έχει να αγρικάτε το κάθε νεφέρι προς γρό. 3: τρία τον κάθε μίναν. Προσέτι έχει να πέρνη και τα ξενιάτικα και καλυβιάτικα κατά την παλαιάν συνήθειαν και είναι εις χρέος οπού να, φυλάγη τον αναχαέν από κάθε κακούς ανθρώπους· και δια κάθε μαντάν οπού ήθελεν ακολουθήση εις κάθε χωριόν με την ερώτισήν μας εις αυτόν τον τρόπον να διορθώνεται, και ώσα άλλα παλαιά αντέτια ήτον έχει να τα πέρνη, έξω από τα αντέτια των γρυβέων· και είναι εις χρέος οπού να απερνά με τους ραγιάδαις καλλά τώσον αυτός, ωσάν και όποιον διορίσει κοληντζήν του· και του εδώσαμεν το παρόν, εις ένδειξιν και ο θεός βοηθός: 1820: αυγούστου 22: αναχαές ζυγός.»

Ο στρατός του φοβερού Μπεχλιβάν Πασσά απετελείτο από απαισίας ορδάς που εχάραξαν με καταστροφάς την πορείαν των. Διαταχθείς λοιπόν ο πασσάς ούτος του Ρουχτσουκίου, ο διά το γήρας του προσωνυμούμενος και Μπαμπάς, να καταλάβη το σαντζάκι Ναυπάκτου και Κάρλελι, ευθύς ως κατέλαβε την Ναύπακτον, απέστειλε προς τον κλέφτην Μακρήν το έγγραφον, το οποίον ήδη ανεγνώσαμεν.

Και τα τρία δε αυτά έγγραφα σχετικώς εις καλήν ελληνικήν γλώσσαν συντεταγμένα, εγράφησαν από τον περίφημον εκ Σιατίστης γραμματικόν του Πασά, τον Νικόλαον Λασπάν, όστις κατώρθωσε να είναι γραμματεύς του Μπεχλεβάν Μπαμπά Πασσά τούτου και συγχρόνως μέλος της Φιλικής Εταιρείας!...

 

* * *

 

Αλλά και δι’ απλής αλληλογραφίας, μεταξύ του Τούρκου Διοικητού και του Κλέφτη, καθωρίζοντο τα πάντα, όταν ο Τούρκος ήτο πανίσχυρος.

Ο Αλή πασσάς π.χ. —και έχομεν υπ' όψιν ημών τινά σχετικά ανέκδοτα κείμενα— περιορίζεται απλώς εις το να στέλλη σημείωμα προς τον κλέφτην διά του οποίου να τω αναγγέλλη ότι δίδει εις αυτόν το καπετανάτον, καθώς το είχε από τον πατέρα του και από τον πάππον του, και με τα ίδια σύνορα, και με τας ιδίας απολαυάς, κατά την παλαιάν συνήθειαν.

Υπάρχουν και παραδείγματα αρματωλών διορισθέντων μόνον από τους προεστώτας, της Τουρκικής εξουσίας επικυρούσης απλώς τον διορισμόν. Εις εξαιρετικάς μάλιστα περιστάσεις καθίστατο περιττή και η επικύρωσις αύτη.

Υπάρχουν παραδείγματα αρπαγής ενός αρματωλικίου παρ' ενός αρματωλού από τας χείρας άλλου, νικωμένου κατόπιν συγκρούσεως ή αποδιωκομένου διά της βίας.

Υπάρχουν παραδείγματα κλεφτών που απέσπασαν αρματωλικόν διορισμόν παρά των Τούρκων διά της βίας:

 

Μπρε Τούρκοι κάμετε καλά

γιατί σας καίμε τα χωριά.

Γρήγορα τ' αρματωλίκι,

τι σας πέφτουμε σα λύκοι

 

λέγει το χαρακτηριστικόν άσμα.

Υπάρχουν τέλος παραδείγματα κλεφτών που ανεκηρύχθηοαν αρματωλοί... μόνοι των.

 

* * *

 

Προσεπαθήσαμεν ούτω δι’ ολίγων και ατελών γραμμών να αναπαραστήσωμεν τον βίον των σκλάβων των πόλεων και των κοιλάδων κατά τους αιώνας της Τουρκοκρατίας, και την ελευθέραν ζωήν των παλληκαριών των βουνών και των κυμάτων, ήτις αποτελεί μίαν συνεχή αντίδρασιν και διαμαρτυρίαν που κατέληξεν εις ένα θρίαμβον.

Και είναι μεν αληθές, ότι εξ αιτίας των κλεφτών υπέφεραν πολλάκις τα πάνδεινα οι άοπλοι πληθυσμοί, οι ειρηνικοί κάτοικοι των πεδιάδων. Είναι αληθές ότι αν δεν υπήρχον οι κλέφτες δεν θα είχον εις ποίους κυρίως να στηριχθούν και ποίους πρώτους να εξεγείρουν οι εκάστοτε υποκινούντες επαναστάσεις, όπως υποβοηθήσουν τους σκοπούς των και εγκαταλείψουν κατόπιν τους ατυχείς δούλους εις την εκδίκησιν των κυρίων των. Διά τούτο σύγχρονοι τότε χρονογράφοι και ιστορικοί ακόμη, αναθεματίζουν την κλεφτουριά. Αλλ’ ευρέθη και η μεγάλη διάνοια του Καποδιστρίου, η οποία έκτοτε διείδεν, ότι από τους κλέφτες και τους κουρσάρους θ' αναπηδήσουν μια μέρα οι πρώτοι ελευθερωταί του Γένους.

Αν εξηκολούθει η συμβιβαστική ζωή, που κάπου-κάπου παρουσίαζε και σχετικήν τινά ακμήν —πολύ εξυμνουμένην— με την διέλευσιν του χρόνου οι κατακτηταί θα μας διοχέτευαν τον Ανατολισμόν των ολόκληρον, οι αυθένται θα έμενον πάντοτε αυθένται, οι δούλοι θα εγίνοντο εθελόδουλοι, και θα ζούσαν εκείνοι καλά και μεις καλλίτερα.

Γνωστόν είναι το ανέκδοτον του καλού εκείνου νοικοκύρη μιας πόλεως που του έδωσαν κατά την Επανάστασιν ένα τουφέκι κι αυτού με δώδεκα φυσέκια. Σε κάμποσην ώρα, παρουσιάσθη καταϊδρωμένος εις τον αρχηγόν του και του έδωσε δύο φυσέκια οπίσω, λέγοντάς του: «Πάρτα, καπετάνιε μου, αυτά μου περίσσεψαν. Δε χωρεί άλλα το ντουφέκι μου.»

Τα άλλα δέκα τα είχε βάλη όλα μέσα στο τουφέκι του, το ένα μετά το άλλο, πολύ κοπιάσας διά τούτο.

Γνωστόν είναι επίσης και το ανέκδοτον του άλλου εκείνου νοικοκύρη που του έδωσαν μια γεμάτη κουμπούρα να την ρίξη. Ετέντωσ' εκείνος τότε το χέρι του και έμειν’ ακίνητος.

— Εμπρός του φωνάζουν. Δος της φωτιά!...

Και εκείνος απαντά, απορών:

— Δεν πέφτει ατή της!;

Παραβάλετε τώρα τους δυο αυτούς καλούς νοικοκυραίους με τα κλεφτόπουλα, που με το βόλι των περνούσαν δακτυλίδι, διά να εννοήσετε τι θα πη παλικάρι του βουνού, και τι ραγιάς του κάμπου.

Μέρος Β'.

[Τα χρονικά σημεία της σπουδαιοτέρας δράσεως των κλεφτών, των αρματωλών και τινων κουρσάρων — βιογραφικά επεισόδια των επισημοτέρων εξ αυτών.]

Από της Αλώσεως, μέχρι της περίφημου ναυμαχίας η οποία φέρει της Ναυπάκτου το όνομα (μέχρι του 1571 δηλαδή), πολλάκις και πολλαχού εξηγέρθησαν οι υποδουλωθέντες Έλληνες, κατά της Τουρκικής δυναστείας, γενόμενοι ως επί το πολύ θύματα υστεροβούλων βλέψεων, ξένων φιλοδοξιών και συμφερόντων.

Αι εξεγέρσεις αύται απεπνίγησαν πάντοτε μέσα εις Ελληνικόν αίμα, κατεκαλύφθησαν πάντοτε από Ελληνικά ερείπια.

Μεταξύ των άλλων ωμοτήτων τας οποίας υπέστησαν τότε οι Έλληνες ήτο και η διχοτόμησις· και είναι γνωστή η τραγικωτάτη σκηνή, καθ' ην ταύρος τις αγρίως μυκώμενος έτρεξε και διά των κεράτων του εσήκωσε το μισόν σώμα ενός θύματος και επήγε και το ήνωσε με τα άλλο μισόν που ήτο κάπου αλλού πεταγμένον!...

Κατά το διάστημα των εκατόν είκοσι περίπου τούτων ετών ηγέρθησαν, ηγωνίσθησαν, εμαρτύρησαν και κατέπεσαν υπέροχοι ελληνικαί κορυφαί, αι οποίαι ουδέποτε έλλειψαν, ουδέποτε έπαυσαν να κινώνται εις την γλυκείαν της ελευθερίας πνοήν.

Και αι Βυζαντινοί παραδόσεις και η φραγκική κυριαρχία και η Βενετική κατοχή εδημιούργησαν στρατιωτικόν βίον και πολεμικά γένη, επαυξήσαντα την εκ της φυσικής γενναιότητος της φυλής αίγλην, γενναιότητος αποθαυμασθείσης και εις πολλάς Ευρωπαϊκάς χώρας, όπου οι Έλληνες στρατιώται, μισθοφορούντες, απετέλουν το ιδεώδες πάσης πολεμικής αρετής.

 

* * *

 

Εν τούτοις, ως αρματωλόν, ως κλέφτην, υπό την μεταγενεστέραν σημασίαν, ένα κυρίως κατά τους χρόνους αυτούς αναγνωρίζομεν.

Διότι ούτε ο σωματάρχης, ούτε ο αρχηγός στάσεως ή επαναστάσεως, ούτε ο μισθοφόρος πολεμιστής δύναται να χαρακτηρισθή ως κλέφτης, αν δεν παρουσιάζη ο βίος του συνεχή κατά της τυραννίας πάλην, συστηματικήν κατά της τυραννίας αντίδρασιν.

Και τοιούτος πρώτος είναι ο Κορκόντυλος Κλαδάς.

Αυτόν θεωρούμεν ως αρχηγέτην των κατόπιν αρματωλών και κλεφτών, αλλά και των κουρσάρων... διότι ήτο και τα τρία.

Οι Κλαδάδες παλαιάν πατρίδα λέγεται ότι είχον την Ήπειρον και φαίνεται τούτο βέβαιον.

Κατόπιν εγκατεστάθησαν εις την Πελοπόννησον. Διά τούτο ιστορικά τινα έγγραφα, τον Κορκόντυλον τον θέλουν εκ Κορώνης.

Εν τούτοις κατά τους χρόνους της δράσεώς του θεωρείται Λακεδαιμόνιος.

Επί κεφαλής Σπαρτιατικού σώματος μάχεται κατά των Τούρκων ολίγον μετά την Άλωσιν. Καταπνιγείσης της στάσεώς του καταφεύγει εις την Μάνην.

Ο αγών του ωφελεί τους Βενετούς και τον αναγνωρίζουν αρματωλόν.

Κατόπιν οι Βενετοί και οι Τούρκοι συμβιβάζονται. Ο Κλαδάς τους είναι όχι μόνον άχρηστος πλέον, αλλά και επίφοβος, αφού έχει ελληνικά και μόνον ελληνικά ιδεώδη.

Τον καταδιώκουν τώρα και Τούρκοι και Βενετοί. Αλλ' αυτός εξακολουθεί να μάχεται και να νικά. Και οι μεν Τούρκοι προσπαθούν να τον εξοντώσουν, οι δε Βενετοί διακηρύττουν ότι καταβάλλουν 10 χιλιάδες φλωρία αμοιβήν διά την σύλληψίν του. Συγχρόνως φυλακίζουν και την οικογένειάν του.

Τότε ο Κλαδάς —τω 1481— κατορθώνει και καταφεύγει εις τον φίλον του Βασιλέα της Νεαπόλεως, υπέρ του οποίου και ειργάσθη κατόπιν.

Εκεί καταρτίζει σώμα, επιβαίνει πλοίων καταδρομικών και αποβαίνει εις Αυλώνα, εξεγείρων τους κατοίκους ιδίως της Χειμάρρας.

Τότε συμφιλιούται και μετά των Βενετών κατορθώνων ως φαίνεται, να ελευθερώση και την οικογένειάν του.

Κατόπιν επιστρέφει εις την Πελοπόννησον και συνεχίζει τον κατά των Τούρκων αγώνα — ηττηθείς όμως εις άνισον μάχην συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από τους Τούρκους, οι οποίοι τον γδέρνουν ζωντανόν.

Η οικογένειά του σώζεται μέχρι της σήμερον εις Κεφαλληνίαν· όπως συμβαίνει δε με τους ευτυχήσαντας να πατήσουν τα Επτανησιακά χώματα, οι Κλαδάδες ετιτλοφορήθησαν Κόμητες, αλλά συγχρόνως διετήρησαν και τα οικογενειακά των έγγραφα, τινά των οποίων και εξεδόθησαν.

 

* * *

 

Η συμφορά των Τούρκων εις την Ναυμαχίαν της Ναυπάκτου, ανεπτέρωσε πάλιν τας ελπίδας των Ελλήνων. Καταστρώνονται νέα σχέδια και ακούονται με ηδονικήν προσοχήν, υποσχέσεις και επαγγελίαι.

Δι’ ημάς η ναυμαχία αύτη παρουσιάζει επικρατεστέραν την θλιβεράν αυτής όψιν, διότι επολέμησαν Έλληνες εναντίον Ελλήνων.

25.000 Έλληνες ναύται φαίνεται ότι ήσαν εις τον καταστραφέντα Τουρκικόν στόλον και 5.000 εις τον εκ των νικησάντων Βενετικόν.

 

* * *

 

Κατά τους αμέσως επομένους χρόνους διάφοροι εξεγέρσεις σημειούνται εις την Στερεάν εν γένει και την Πελοπόννησον, ιδίως δε εις την Μάνην και τας νήσους.

Αι εξεγέρσεις αύται η μία μετά την άλλην κατεπνίγησαν πάσαι.

Εις μόνην την ατυχή Μακεδονίαν και τας νήσους εσφάγησαν υπέρ τας 30.000 Ελλήνων, Αρχιερείς δε, εκάησαν επί της πυράς.

Κατ’ αυτούς τους χρόνους, εάν πιστεύσωμεν το Χρονικόν, εις ατυχή επίθεσιν κατά των Σαλώνων, φονεύονται διά παρασπονδίας 80 διαλεκτοί κλέφτες και σώζεται μόνος ο περίφημος Βουνοχωρίτης Αρματωλός Μήτρος Λυκοθανάσης.

Κατά τους ίδιους χρόνους διέλαμψαν: ο αρματωλός, Βονίτσης και Λούρου Θεόδωρος Μπούας Γρίβας και οι Ηπειρώται αρματωλοί: Πούλιος Δράκος και Μαλάμος οι οποίοι και εφονεύθησαν τότε.

Τον Μαλάμον προσεκάλεσαν οι Τούρκοι, υποσχόμενοι τιμάς και αρματωλίκια. Και επήγαινε να δηλώση υποταγήν μετά των προκρίτων του τόπου.

Ένα κακόν όνειρον όμως τον προειδοποίησεν, ότι πρόκειται περί του συνήθους Τουρκικού δόλου και επροτίμησε να μείνη, να αγωνισθή και ν’ αποθάνη κλέφτης.

Το όνειρον αυτό διέσωσεν η λαϊκή Μούσα:

 

Οι γέροντες πάνε μπροστά και πίσω ο Μαλάμος

Στο δρόμο που επήγαιναν, στο δρόμο που πηγαίνουν,

Μαλάμος κοντοστέκεται και στους γερόντους λέει:

— Για σταματάτε, γέροντες, κάτι να σας ρωτήσω.

Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμώμουν

το δαμασκί μου το σπαθί πως ράγισε στη μέση,

και το μακρύ ντουφέκι μου δεν έτρωγε μπαρούτι.

To όνειρό μου, γέροντες, είναι κακό σημάδι.

για τούτο σας σταμάτησα να πάτε στο καλό σας,

κι εγώ τραβάω για τα βουνά, για τα παληά λημέρια.

 

Τον Θεόδωρον Μπούαν, αφήσαμεν τελευταίον.

Συμπλακείς αυτός μετά πολυαρίθμου Τουρκικού στρατού και πολλάς λαβών πληγάς κατώρθωσε να ωχυρωθή κάπου και εζήτησε την επικουρίαν του αδελφού του. Αυτός όμως, ερχόμενος μετά των παλληκαριών του εις βοήθειάν του, εφονεύθη εις τινα μάχην.

Ο Θεόδωρος εσώθη. Κατέφυγε δε μετά πολλάς περιπετείας εις Ιθάκην, όπου και απέθανεν εκ των πληγών του.

Τότε το αρματωλίκι του το παρεχώρησαν οι Τούρκοι εις τον εκ Βάλτου Τριμπούκην Συντεκνιώτην.

Αλλά το αρματωλίκι αυτό είχε πολλάς περιπέτειας.

Ανεκτήθη από τους Μπουαίους. Τους εκδίωξε δε πάλιν ο Συντεκνιώτης.

Καλογερεύει ο Μπούας ούτος· ο υιός του ανακτά το αρματωλίκι και ο υιός του και τούτου μένει αρκετόν χρόνον.

Η άλλη γενιά τον διώκει κατόπιν.

Επέρχεται τότε συμβιβασμός.

Τώρα παρεμβάλλεται τρίτος απαιτητής, αλλά και αυτή η επιπλοκή εξομαλύνεται δι' επιγαμίας.

Φονεύεται όμως ο τελευταίος καπετάνιος του Αρματωλικίου αυτού και αφίνει δύο μικρά παιδάκια.

Αναγνωρίζεται ο μικρός Δράκος Γρίβας αρματωλός υπό τριμελή κηδεμονίαν.

Εις κηδεμών σφετερίζεται τα δικαιώματα του ανηλίκου.

Τα παλικάρια αρπάζουν τον μικρόν και τον εξασφαλίζουν εις την Λευκάδα, και εκείθεν εις Κέρκυραν και πάλιν εις την Ιθάκην.

Ενηλικιούται ο Δράκος· αναγνωρίζεται αρματωλός, εκβάλλεται πάλιν από τον κηδεμόνα και πάλιν ανακτά την αρχήν υποστηριζόμενος τώρα από τους Μαυρομματαίους, ένας των οποίων πληρώνει με την ζωήν του την υποστήριξιν ταύτην. Αλλά παρεμβαίνει τέλος ο περίφημος Αλή Πασσάς και δηλητηριάζει τον Δράκον Γρίβαν.

Εν τούτοις, οι επί δύο και επέκεινα αιώνας αλληλοτρογόμενοι αυτοί αρματωλοί, δεν έπαυσαν πολεμούντες διαρκώς και κατά των Τούρκων.

 

* * *

 

Μετά τα επακολουθήσαντα την Ναυμαχίαν του 1571 δεινά, άτινα δι’ ολίγων εχαρακτηρίσαμεν, σταματώμεν προ των γεγονότων του έτους 1612.

Δεν είναι τώρα μόνον οι Βενετοί, που δημιουργούν ταραχάς και εξεγέρσεις, είναι και ο Μέγας Δουξ της Τοσκάνης και οι Ιππόται της Μάλτας (πολλοί εσφάγησαν και εξ αιτίας των· αι δε κεφαλαί των αρχηγών κατά το σύνηθες, εστάλησαν εις την Κωνσταντινούπολιν), είναι και ο Βασιλεύς της Νεαπόλεως.

Εις αυτούς προστίθεται τώρα και ο Δουξ του Νεβέρ, αξιών κληρονομικά δικαιώματα επί του θρόνου των Παλαιολόγων.

Απεσταλμένοι του διατρέχουν την Ελλάδα εξεγείροντες τους άνδρας των όπλων. Ο Δουξ είχεν ανακαλύψει ότι εις τας οικογενειακάς του παραδόσεις υπήρχον και αξιώσεις επί του Βυζαντινού θρόνου.

Πρώτα-πρώτα εθεώρησε καλόν να αλλάξη το όνομά του και να μετονομασθή Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς Π α λ α ι ο λ ό γ ο ς. Κατόπιν δε ήρχισε να έρχεται εις συνεννόησιν με διαφόρους Έλληνας προκρίτους, ιδίως της Μάνης.

Πυρετώδης αλληλογραφία διεξήχθη τότε... έγραφε, έγραφε... (Αν εζούσε ακόμη θα έγραφε).

Οι αρματωλοί, οι κλέφτες, οι πρόκριτοι, οι αρχιερείς, ήσαν μεμυημένοι εις το κίνημα, το οποίον αυτήν την φοράν εφαίνετο ότι θα έφερε σοβαρά αποτελέσματα.

Το πολεμικόν σχέδιον κατεστρώθη.

Διάφοροι αγύρται, και Έλληνες και ξένοι —και Μαύροι ακόμη— κατάφορτοι ψευδών τίτλων, εξεμεταλλεύοντο την αθωότητα του Ελληνικού λαού, τον οποίον η άδικος και ανυπόφορος σκλαβιά είχε καταστήσει εύπιστον, δραττόμενον και του ευτελεστάτου των αθυρμάτων, ωσάν να επρόκειτο περί σωσιβίου.

Αληθή σταυροφορίαν υπεκίνησεν ο Δουξ εις την Ευρώπην.

Δεν εβράδυνεν όμως να έλθη και ο κατήφορος.

Διάφοροι επιθυμίαι διά την Πελοπόννησον και την Μακεδονίαν ακόμη αφυπνίζονται και, κοντά στάλλα, πυρκαϊά καταστρέφει τον στολίσκον του Δουκός.

Το μελετώμενον κίνημα ναυαγεί.

 

* * *

 

Ο Επίσκοπος Τρίκκης όμως, δεν ακούει από αυτά! Και υψώνει την σημαίαν της αποστασίας, είτε από τας επαγγελίας του Δουκός αφυπνισθείς, είτε από τας προηγουμένας των Ιπποτών, είτε των Βενετών..., όλα λέγονται.

Ο Διονύσιος ήτο φιλόπατρις, παράτολμος, λόγιος —φιλόσοφος μάλιστα.

Οι εχθροί του τον εχαρακτήρισαν ως μωρόν, αιμοχαρή, αστρολόγον και λεκανομάντην.

Τέλος πάντων, ό,τι και αν ήτο, επείσθη ότι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου.

Τίθεται επί κεφαλής αλλοφρονούντος πλήθους, λαμπαδηφορούντος, αλαλάζοντος και κραυγάζοντος «Κύριε ελέησον!»

Η θεόπνευστος αυτή στρατιά εισβάλλει ακράτητος μίαν νύκτα και προσβάλλει αυτά τα Ιωάννινα.

Μόλις κατώρθωσε να σωθή ο πασσάς, πηδήσας ολόγυμνος από το παράθυρόν του.

Όπου φύγη, φύγη οι Τούρκοι.

Δεν παρέρχεται πολύς όμως χρόνος, αντιλαμβάνονται περί τίνος πρόκειται και διασκορπίζουν τους επαναστάτας. Πολλοί από αυτούς συλλαμβάνονται, αρκετοί βασανίζονται και ο αρχιστράτηγος Διονύσιος, συλληφθείς εντός ενός σπηλαίου που κατέφυγε, γ δ έ ρ ν ε τ α ι ζ ω ν τ α ν ό ς και το δέρμα του παραγεμίζεται με άχυρα και αποστέλλεται εις την Κωνσταντινούπολιν, αφού περιφέρεται πρώτον εν αγρίω θριάμβω από πόλεως εις πόλιν.

Από περιέργειαν —λέγουν οι χρονογράφοι— εσηκώθη και ο Σουλτάνος να ίδη το θέαμα, επληρώθη δε ούτω η προφητεία του Διονυσίου, διακηρύξαντος ότι «έμελλε να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, όπου και αυτός ο Σουλτάνος θα τον προσηκωθή».

Τότε ο δεινοπαθήσας εξ αίτιας του λαός από φιλόσοφον τον μετωνόμασε Σ κ υ λ ό σ ο φ ο ν και ως τοιούτος παρέμεινεν εις την Ιστορίαν.

Το περίεργον είναι ότι τότε εμαρτύρησε — καίτοι εχθρός άσπονδος του Διονυσίου— και ο αρχιεπίσκοπος Φαναρίου Σεραφείμ ο θαυματουργός, τον οποίον καθηγίασεν η Εκκλησία.

Ένα δημοτικόν άσμα, περιγράφει λεπτομερώς το μαρτύριόν του και αρχίζει διά των εξής στίχων:

 

«Σε κυπαρίσσινο κλαρί τον κρέμασαν τον δόλιο,

και το κλαρί ξεράθηκε, μα το δενδρί ανθίζει.

Του ρίξαν το κεφάλι του μ' άλλων κλεφτών κεφάλια.

 

* * *

 

Κατόπιν των γεγονότων τούτων, διαρκούντος του Κρητικού πολέμου (μεταξύ Βενετών και Τούρκων) άλλαι πάλιν επαναστάσεις εκρήγνυνται, τη υποκινήσει των Βενετών.

Κατ’ αυτάς διέλαμψεν ο ηρωισμός των Μανιατών, επηκολούθησε δε όλεθρος των κατοίκων διαφόρων νήσων ιδίως.

Και τώρα εισερχόμεθα εις τα Μοροζινιακά του 1684, τα οποία κατέληξαν εις την δημιουργίαν του Βασιλείου του Μωρέως, μέχρι του έτους 1715, ότε η Πελοπόννησος πάλιν περιήλθεν εις τας χείρας των Τούρκων.

Και πεδίον μεν των Τουρκοβενετικών πολέμων των χρόνων αυτών ήτο η Πελοπόννησος· δεν ήτο δυνατόν όμως τα γεγονότα ταύτα να μη έχουν τον αντίκτυπόν των και εις την Στερεάν.

Η Ακαρνανία ιδίως, η Ευρυτανία και η Χειμάρρα εξεγέρθησαν και αιματοκυλίσθησαν.

Οι αγώνες των αρματωλών και των κλεφτών εστρέφοντο υπέρ των Βενετών και κατά των Τούρκων. Υπήρξαν όμως και οι αντιφρονούντες και θεωρούντες τους Βενετούς επιφοβωτέρους εχθρούς.

Ούτως έχομεν ήδη δύο αντιμετώπους ομάδας —της μιας προΐσταται ο φοβερός Λιμπεράκης και της άλλης προΐστανται πολλοί αρματωλοί, ονομαστότεροι των οποίων είναι ο Αγγελής Σουμίλας, ο Πάνος Μεϊντάνης, ο Λιβίνης, ο Σπαθογιάννης, ο Κούρμας και «το μικρό Χορμόπουλο»,.

Η τότε λαϊκή Μούσα τραγουδεί και τον Μόσχον και Χρήστον Βαλαώραν και τον Ζακύνθιον Κουρσάρον Μανέτταν.

Είπομεν Λιμπεράκης! Αλλά δεν είναι δυνατόν να καθορίσωμεν τι σημαίνει Λ ι β έ ρ ι ο ς Γ ε ρ α κ ά ρ η ς και κοινώς Λιμπεράκης δι' ολίγων — ούτε διά πολλών ίσως.

Ήτο γόνος παλαιάς οικογενείας. Το πρώτον εμφανίζεται πολεμών τους Τούρκους ως κουρσάρος — συλλαμβάνεται και ρίπτεται εις τα κάτεργα. Του αρπάζουν την ερωμένην του. Ελευθερόνεται διά να πολεμήση τους Βενετούς και να εκδικηθή τους εχθρούς του. Εκπαπρίζονται αυτοί. Εξεγείρονται οι Μανιάται κατά των Τούρκων —παρασύρεται και αυτός. Πάλιν κουρσάρος ο Λιμπεράκης, αλλά και πάλιν συλλαμβάνεται και φυλακίζεται εις την Κωνσταντινούπολινν εις τας φοβεράς ειρκτάς του ναυστάθμου.

Λαμβάνουν όμως πάλιν την ανάγκην του, τον αποφυλακίζουν και τον ανακηρύττουν μάλιστα και ηγεμόνα της Μάνης. Νυμφεύεται τότε εις την Κωνσταντινούπολιν περικαλλή αριστοκράτιδα και κατόπιν φεύγει. Μάχεται κατά των Βενετών εις την Πελοπόννησον και εις την Στερεάν. Σώζεται μάλιστα και επιστολή του, ως Μπέη της Μάνης, προς τους εις Αίγιναν και Σαλαμίνα καταφυγόντας Αθηναίους, μετά την επιδρομήν των Βενετών τω 1687, φόβω των αντεκδικήσεων των Τούρκων.

Οι Βενετοί αρχίζουν τώρα να του κρυφομιλούν, ενώ συγχρόνως προσπαθούν να διασπάσουν τους υπέρ της εθνικής ιδέας μαχομένους αρματωλούς και κλέφτας της Στερεάς. Συγχρόνως αποπειρώνται να δηλητηριάσουν τον Λιμπεράκην· αποτυγχάνουν όμως και με απορίαν των πολλήν μανθάνουν ότι αυτός νυμφεύεται και πάλιν εις την Στερεά, και ότι σχηματίζει αντιβενετικόν κόμμα.

Τότε όμως —ενώ εξηκολούθουν αι διαπραγματεύσεις προς συμφιλίωσιν μετά των Βενετών— νικάται εις σύγκρουσιν μετά των αντιφρονούντων, και τέλος πείθεται να κλίνη υπέρ των Βενετών.

Αλλ’ ασθενεί και αποθνήσκει.

Κατ’ άλλας όμως πληροφορίας λαμβάνει μέρος εις την λεηλασίαν της Άρτας, συλλαμβάνεται παρά των Βενετών και ρίπτεται εις τας ειρκτάς όπου και αποθνήσκει.

Ένα ανέκδοτον φέρεται χαρακτηριστόν του αίματος των Λιμπεράκηδων.

Κόρη τις της οικογενείας του είχε λάβη σύζυγον, όχι καθ' υπερβολήν πολεμοχαρή.

Κατά τας τότε εξεγέρσεις ευρισκόμενος ούτος μακράν της οικίας του έστειλεν ένα κοπέλλι προς την σύζυγόν του, παραγγέλλων εις αυτήν να εύρη και να του στείλη τα όπλα του.

Και αυτή λέγει εις το αυτό κοπέλλι:

— Πήγαινε, πες του ανδρός μου, να έρθει γρήγορα να φυλάξη τα γίδια και να κρατήση το παιδί, κι εγώ ξέρω πού είναι τ’ άρματά του.

 

* * *

 

Διά δε τους αρματωλούς Σουμίλαν, Μεϊντάνην και το Χορμόπουλο, φέρεται ότι συνελήφθησαν ποτέ ως βιαιοπραγήσαντες κατά Βενετών και ριφθέντες εντός γαλέρας μετεφέροντο δέσμιοι εις Βενετίαν.

Κατά τον διάπλουν όμως πειρατική Αλγερινή φούστα επετέθη κατά της γαλέρας —ο πλοίαρχος ήτον έτοιμος να παραδοθή. Τότε οι αρματωλοί λέγουν εις τον πλοίαρχον να λύση τα δεσμά των, να τους δώση και τα όπλα των και θα ιδή το αποτέλεσμα.

Τούτο και έγεινε. Η φούστα πλησιάζει διά να καταλάβη την γαλέραν. Τότε οι αρματωλοί πηδούν μέσα και φονεύουν τους πειρατάς.

Με αυτόν τον τρόπον ανέκτησαν την ελευθερίων των.

Κατά τους αγώνας τούτους προς επικράτησιν των Βενετών εις την Πελοπόννησον, τη βοηθεία και κλεφτών της Στερεάς, συνέβησαν πολλά έκτροπα και ιδίως λαφυραγωγίαι. Εχαρακτηρίσθη δε δι’ αυτό η χρονική εκείνη περίοδος ως «ο καιρός της αλαμπάντας».

Επήλθε τέλος ειρήνη μεταξύ Τούρκων και Βενετών και η Πελοπόννησος παρεχωρήθη εις τους Βενετούς, εξακολουθούντων των Τούρκων, ως πάντοτε, να κατέχουν την Στερεάν.

Ούτως εδημιουργήθη, ως είπομεν, το Βασίλειον του Μωρέως, του οποίου η ζωή υπήρξε βραχυτάτη, διότι τω 1715 πάλιν η Πελοπόννησος επανέρχεται εις τας χείρας των Τούρκων.

 

* * *

 

Από του 1715 λοιπόν μέχρι του 1770, ότε επέρχονται άλλα φοβερώτερα δεινά, ηχεί νέον εγερτήριον σάλπισμα, βόρειον τούτο.

Διά τας νέας δηλ. φιλοδοξίας και βλέψεις ταύτας, και διά τους επακολουθήσαντας νέους πολέμους, εθεωρήθη πάλιν απαραίτητος η δημιουργία ανωμαλιών και εξεγέρσεων εις τας Ελληνικάς χώρας.

Ηκούσθη λοιπόν η φωνή του Μεγάλου Πέτρου και της Τζαρίνας Άννης, προδρόμων της Μεγάλης Αικατερίνης, ήτις μετέφερε τον Αγώνα κατά των Τούρκων εις αυτάς τας Ελληνικάς θαλάσσας.

Εις τους χρόνους αυτούς φαίνεται ότι αναφέρεται και το πασίγνωστον λαϊκόν τραγούδι του οποίου η επωδός είναι:

 

ραγιάδες-ραγιάδες!....

ακόμη, αυτή την άνοιξι, αυτό το καλοκαίρι

όσο που νάρθη ο Μόσχοβος να φέρη το σεφέρι.

 

Κατά τους χρόνους αυτούς σημειούνται δύο μεγάλαι εξεγέρσεις, η του 1730, εν Αιτωλία και Ακαρνανία, και η του 1750 και ολίγον κατόπιν ίσως, εν Δωρίδι.

Συνεπεία των εξεγέρσεων αυτών διενεργείται συστηματική και διά μεγάλων δυνάμεων καταδίωξις των κλεφτών.

Μεθ' όλα ταύτα όμως πλήθος κλεφτών και αρματωλών αναδεικνύονται κατά τους χρόνους αυτούς. Υπερέχουν δε ο Βλαχαρμάτας, ο Μηλιώνης, ο Βουνοχωρίτης, οι Τσεκουραίοι, ο Ντράλιος.

Εξ αυτών άλλοι εφονεύθησαν εις τας μάχας, άλλοι εις ενέδρας, άλλοι απέθανον εκ των πληγών, και άλλοι διά δόλου συνελήφθησαν και υπέστησαν μαρτυρικόν θάνατον.

Συγχρόνως διαλάμπει η κλεφτουριά και εις την Πελοπόννησον.

Και εκεί αναθαρρήσαντες διατρέχουν την χερσόννησον «με ανοιχτά μπαϊράκια».

Αλλά και εκεί πάλιν διενεργείται συστηματική κατά των κλεφτών καταδίωξις και τότε καταφεύγουν εξ αυτών άλλοι εις τα απρόσιτα βουνά των, άλλοι εις την Επτάνησον, και τινες συλλαμβανόμενοι διά δόλου μαρτυρούσι.

Τότε αναφαίνονται διάσημοι Κλέφτες: ο Μαντάς, και ο Δήμος Μπότσικας, ο προπάππος του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη· δηλαδή εις τον υιόν του Μπότσικα τούτου Ιωάννην απεδόθη κατά πρώτον το νέον επώνυμον· ο Αλέξης Ντάρας ο Περίβολος.

Μετ' αυτούς ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης, ο Βιλίγγητος, και πλήθος άλλων.

Επίσης εις την Στερεάν αγωνίζονται ο Συντεκνιώτης, ο Χονδραμάρας, ο Παλαιόπουλος ο γερο-Μπουκουβάλας, ο Χρόνης, ο Ζήδρος και πολλοί άλλοι.

 

* * *

 

Ερχόμεθα τώρα εις τα γεγονότα τα οποία χαρακτηρίζονται κοινώς διά του ονόματος: Ορλωφικά.

Η κυρία δράσις ευρίσκεται εις την Πελοπόννησον, η οποία υπέστη και τας συνεπείας επί τοσούτον, ώστε να ονομάζεται πλέον: «κατακαϋμένος Μωριάς».

Τον Φεβρουάριον του 1770 ενεφανίσθη ο Ρωσσικός στόλος.

Έσπευσαν τότε να επαναστατήσουν, κατά τα προσυμφωνηθέντα, η Μεσσηνία, η Λακωνία, η Αρκαδία, η Αχαΐα, η Κορινθία και διάφορα άλλα μέρη της χερσονήσου, πριν επέλθη μάλιστα τελεία συνεννόησις μετά των κλεφτών και των μαχίμων εν γένει ανδρών.

Επηκολούθησαν τότε καταδιώξεις και σφαγαί, συγχρόνως δε απεφασίσθη υπό της Πύλης όπως διά της επιδρομής πολυπληθών στιφών Τουρκαλβανών εξοντωθή ο Ελληνισμός της Πελοπονήσου.

Οι εισβαλόντες τότε υπερβαίνουν εν όλω τας 30.000· μερικοί μάλιστα αναβιβάζουν τους επιδρομείς Τουρκαλβανούς 60 χιλιάδας!

Τι συνέβη εις την Πελοπόννησον δεν περιγράφεται.

Τι καταπιέσεις, τι λεηλασία και τι φόνοι... τελεία εξόντωσις.

Οι κάτοικοι φεύγουν προς τα όρη, κρύπτονται εις τας Μονάς, αλλά και εκεί καταδιώκονται· εκπορθούνται αι ωχυρωμέναι Μοναί και κατακαίονται!...

Η λαϊκή ποίησις θαυμασίως δι' ενός διστίχου της χαρακτηρίζει την κατάστασιν:

 

«αφίνει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα,

χωρίζει και το ανδρόγυνο μια μέρα ανταμωμένο....

 

Οι κλέφτες λοιπόν εις ενέργειαν. Πότε δυο εδώ, πότε πέντε εκεί, πότε δέκα... διαρκώς ολιγοστεύουν οι Τουρκαλβανοί!

Εξ άλλου ο αριθμός των κλεφτών αυξάνει, διότι πλήθος παλληκαριών, από τα ορεινά χωριά ιδίως, τους ακολουθούν.

Ήλθε δ’ επιτέλους ο χρόνος, κατά τον οποίον ο αριθμός των επιδρομέων ηλαττώθη εις 12.000.

Οι κλέφτες υπελογίζοντο τότε εις 5000.

Πολλά ονόματα των ηρωικών αυτών προμάχων του Ελληνισμού διέσωσαν οι χρονογράφοι, μεταξύ των οποίων υπερέχουν οι Κολοκοτρωναίοι, οι Πλαπουταίοι, και οι μεγαλόσωμοι Πετιμεζάδες.

Υπεράνω δε πάντων υψούνται οι φοβεροί φίλοι και σύμμαχοι: Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης και Παναγιώτης Βενετσανάκης.

Εις τους οχυρωτάτους πύργους του Παναγιώταρου καθ’ εκάστην μετεφέροντο αιχμάλωτοι Τουρκαλβανοί, αφοπλιζόμενοι και ελαφρυνόμενοι από τα λάφυρα που είχον αποταμιεύση εις τα κεμέρια των.

Πλήθος εξ αυτών εφόνευσαν οι δύο τρομεροί αυτοί κλέφτες.

Τότε συνέβη ο ομηρικός αγών του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη και του φοβερού Τουρκαλβανού Μετζ-Αράπη, φονευθέντος παρ' αυτού.

Και απαθανατίζει ο λαός το γεγονός άδων:

 

«Καλά 'σουν Μέτσο στα βουνά, καλά και στην Ακράτα

τήθελες και κατέβηκες στον κάμπο τ' Άι-Γεώργη;

 

Οι υπολειφθέντες Τουρκαλβανοί εγκατεστάθησαν μονιμώτερον· συνεκρότησαν διάφορα σώματα επιδρομικά, και μη έχοντες τίποτε άλλο πλέον ν' αρπάξουν από τους χριστιανούς, τα έβαλαν και με τους εντοπίους Τούρκους.

Τα επί εννέα συνεχή έτη δεινοπαθήματα των Ελλήνων την Πελοπόννησο δεν συνεκίνησαν ποσώς την Πύλην· όταν όμως ήρχισαν και οι Τούρκοι να διαμαρτύρωνται και να φωνάζουν κατά των επιδρομέων, απεφασίσθη ν' αποσταλή στρατός όπως τους αποδιώξη.

Κατέπλευσε λοιπόν η υπό τον Καπετάν-Πασσά αρμάδα με στρατόν εξ επτά χιλιάδων ανδρών.

Δια τον Καπετάν πασσάν αυτόν ανέκδοτοι πληροφορίαι ασφαλείς βεβαιούσιν ότι ήτο εν κρυπτώ χριστιανός, είχε δε την Αγίαν κάραν του Προδρόμου εις την Ναυαρχίδα του και ακοίμητον δι’ αυτήν λυχνίαν.

Ο Καπετάν Πασσάς λοιπόν το πρώτον διάβημα εις το όποιον προέβη ήτο να συνεννοηθή μετά των κορυφαίων κλεφτών, τους οποίους προσεκάλεσε και ετίμησε δια δώρων.

Μόνος ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης δεν προσήλθε, εν τούτοις ο Καπετάν-Πασσάς απέστειλε και προς αυτόν τιμητικόν μανδύαν και δώρα διά τα παλληκάρια του.

Απέστειλε δε και εγγράφους διαταγάς προς τους κλέφτας πολύ χαρακτηριστικάς.

Ιδού μία εξ αυτών:

«Σας διορίζομεν να σκοτώνετε χωρίς φόβον τους ζορμπάδες. Είναι δικά σας όλα τα πράγματά των. Να μας φέρνετε μονάχα τα κεφάλια των. Σας συγχωρούμεν όσα καμπαέτια εκάματε και δεν εκάματε.»

Ήρχισε λοιπόν τότε από διαφόρους διευθύνσεις, ο εξοντωτικός κατά των Τουρκαλβανών πόλεμος.

Τα ανέκδοτα Απομνημονεύματα του Κονδάκη, σημειώνουν τα εξής περί της δράσεως του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, όστις ήτο επί κεφαλής του μεγαλυτέρου σώματος:

«Φθάσας προ της Τριπολιτζάς (ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης) έστειλεν είδησιν των Αλβανών να έβγουν εις προσκύνησίν του. Οι δε, θανατώσαντες τον αποσταλέντα (έγειναν αφορμή, ώστε) θυμωθείς έδωκε πάραυτα σημεία του πολέμου, εκαβαλλίκευσε μίαν φοράδα και ώρμησεν εις την πόλιν της Τριπολιτζάς με το μισδράνι εις τας χείρας. H δε Τριπολιτζά ήτον απεριτείχιστος όλως διόλου. Ένας λοιπόν Αχλαδοκαμπίτης σημαιοφόρος πρώτος έστησε την σημαίαν του εις το σαράγιον. Οι δε Αλβανοί βλέποντες την βοήν ετράπησαν αμέσως εις φυγήν. Τότε ήτο τρομερόν πράγμα, να βλέπη τις, τους τόσον τρομερούς Αλβανούς να σφάζονται, χωρίς να στρέφουν το πρόσωπον να ίδωσι».

Οφείλομεν να σημειώσωμεν ότι η έδρα του Βαλή της Πελοποννήσου ήτο ακόμη τότε εις Ναύπλιον από δε του 1785 και εξής μετετέθη εις Τριπολιτζάν, ήτις και ετειχίσθη τω 1786.

Εις αυτάς τας δυτυχίας προσετέθη και η πανώλης της Πελοποννήσου αναφανείσα τω 1790 και διαρκέσασα μέχρι του 1792.

Το αποτέλεσμα των εναντίον των Τουρκαλβανών επιθέσεων των κλεφτών ήτο το έξης:

Από 12 χιλιάδες πού ήσαν κατώρθωσαν, περισωθέντες, να φθάσουν εις την Στερεάν μόλις 700!...

Τότε εσχηματίσθη από τας Τουρκικάς αρχάς και η περιώνυμος πυραμίς από τα κεφάλια των φονευθέντων, τα οποία προσεκόλλησαν και έκτισαν με ασβέστην.

Εις δε την κορυφήν της πυραμίδος ετέθη πλαξ επί της οποίας εχαράχθη επιγραφή δηλούσα, ότι θα τιμωρηθή διά θανάτου, όστις τολμήση να εγγίση το τρόπαιον!....

Αλλ’ αν ήσαν 700 οι φυγάδες Τουρκαλβανοί, έσυραν μαζί των 2.000 περίπου γυναικόπαιδα Ελλήνων της Πελοποννήσου, γυμνά και οιμώζοντα!...

Τα ήθελον δια να τα πωλήσουν ως σκλάβους, διά να τα χρησιμοποιήσουν εις τας εργασίας των, ίσως και δια να ελευθερώσουν κατόπιν τινά εξ αυτών δια λύτρων!...

Αλλά δεν χωρατεύουν και οι κλέφτες της Ρούμελης!.... Επετέθησαν εναντίον των, τους διεσκόρπισαν και ελευθέρωσαν τους αιχμαλώτους.

Το όνομα του κλέφτη Τόσκα εξυμνείται κυρίως δια το κατόρθωμα τούτο.

 

* * *

 

Διαρκουσών των εν Πελοποννήσω εξεγέρσεων και των κατόπιν συμφορών, μη νομίζετε ότι έμεινεν ήσυχος και η Στερεά, κατηχηθείσα και αυτή δια καταλλήλων πρακτόρων.

Και αναφέρεται σειρά ολόκληρος αρματωλών και κλεφτών, υμνηθέντων από την λαϊκήν Μούσαν.

Μεταξύ αυτών εξέχουν, ο: Σταθάς Γεροδήμος και ο Λαχούρης.

Ο Βάλτος, η Βόνιτσα, το Ξερόμερον, το Αγγελόκαστρον, το Μεσολόγγι, τα Κράβαρα, το Λοιδορίκι, η Παρνασσίς ολόκληρος, η Λιβαδιά, η Μεγαρίς αυτή, ευρίσκονται εις αναστάτωσιν.

Κατ' αυτούς τους χρόνους και ο Άγιος Κοσμάς συλληφθείς καθ’ οδόν απηγχονίσθη πλησίον του Βερατίου και το σώμα του ερρίφθη εις τον ποταμόν. Αναγνωρισθέν όμως παρά χωρικών εκ της αίγλης, ήτις κατά τον θρύλον ανεδίδετο, από το σώμα του αυτό, ανεσύρθη και ετάφη πανηγυρικώς.

Επακολουθούσι πάλιν καταστροφαί και δηώσεις.

Πολλοί αρματωλοί και κλέφτες της Ρούμελης φονεύονται τότε. Ο Λαχούρης πίπτει. Των Γριβαίων τα κόκκαλα άταφα μείναντα, ονοματίζουν την ιστορικήν τοποθεσίαν.

Ο Μητρομάρας της Μεγαρίδος πυρπολεί τα Μέγαρα και οι κάτοικοι καταφεύγουν εις την Σαλαμίνα.

Αλλά και εις τας νήσους και εις την Κρήτην και εις τηv Επτάνησον εξεγείρονται!.... Και πού δεν ανετινάχθησαν ως από ληθάργου αφυπνιζόμενοι, εις το επαγωγόν της ελευθερίας σάλπισμα!...

Επανερχόμεθα εις την Πελοπόννησον.

Ο πρώτος μετά τα γεγονότα αυτά Βαλής της Πελοποννήσου ήτο άνθρωπος θεότρελλος.

Έκαμνεν ό,τι ήθελε και ιδίως εκρεμούσεν οποίον ήθελε.

Και η γενική κατάστασις αλλά και αυτός συνετέλεσεν ώστε να μη ησυχάσουν οι κλέφτες και ιδίως ο Κολοκοτρώνης και ο Παναγιώταρος, τρομοκρατούντες ήδη την Πελοπόννησον.

Κατ' αυτών εστράφη τώρα η Τουρκική εξουσία.

Και φθάνει πάλιν ο Καπετάν Πασσάς και αποβιβάζει 12.000 άνδρας και δια την γενικήν ειρήνευσιν της χώρας, αλλά κυρίως όπως εξοντώση τους δύο αρχικλέφτες.

Πολιορκούνται ούτοι εις τους Πύργους του Παναγιώταρου υπό πολυαρίθμου στρατού.

Αμύνονται με τα παλληκάρια των και δεκατίζουν τους εχθρούς. Βλέποντες όμως το αδύνατον της περαιτέρω αντιστάσεως, κάμνουν το περίφημον γιουρούσι με το σπαθί μόνον στο χέρι.

Κακόρθωσαν δε να διασπάσουν τους πολιορκητάς.

Τότε οι πύργοι των επυρπολήθησαν. Συνελήφθησαν τα δύο παιδιά του Παναγιώταρου, τα οποία αποσταλέντα εις την Κωνσταντινούπολιν ετούρκευσαν.

Επίσης συνελήφθησαν και δυο παιδιά του Κολοκοτρώνη. Εξ αυτών όμως, το ένα μεν κατόρθωσε και το ήρπασεν από την Ναυαρχίδα Υδραίος πλοίαρχος, το δε άλλο, αιχμαλωτισθέν από εντόπιον Τούρκον, εξηγοράσθη βραδύτερον.

Ο Παναγιώταρος εφονεύθη ευθύς κατόπιν, επίσης και ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, συλληφθείς δια παρασπονδίας, κατεσφάγη.

Η σύζυγος του Κολοκοτρώνη με το μικρό της παιδί κατώρθωσε να δραπέτευση. Και το μικρό αυτό παιδάκι της είναι ο κατόπιν Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Εις τα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης γράφει δια τον Παναγιώταρον τα εξής: «ήτο νέος Γίγαντας, μαύρα μαλλιά, σόι άνθρωπος, άσπρος. 37-38 χρόνων».

Τον γέρο-πατέρα του Παναγιώταρου τον συνέλαβον και τον ωδήγησαν εις την Ναυαρχίδα, ο δε Καπετάν-Πασάς τον εκρέμασεν εις το κατάρτι. Ο Κολοκοτρώνης όμως λέγει «ότι του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια και τον εκατράμωσαν».

Ημπορεί όμως αφού του έκαμαν αυτά κατόπιν και να τον εκρέμασαν, όπως άλλοτε και τον πάππον του Κολοκοτρώνη Ιωάννην.

 

* * *

 

Η αποτυχία των κινημάτων του 1770 και εξής και τα επακολουθήσαντα δεινά, αντί να αποθαρρύνουν εδημιούργησαν νέας ελπίδας, κατ' απήχησιν των από του Βορρά νέων κηρυγμάτων

Τα νέα διαβήματα ταύτα του Βορρά εφάνησαν τώρα σοβαρώτερα.

Δεν εννοούμεν βεβαίως το απονεμηθέν εις τον δευτερότοκον Μέγαν Δούκα, ισοδύναμον προς τίτλον, όνομα του Κωνσταντίνου, ούτε την πυρετώδη παρ' αυτού εκμάθησιν της Νέας Ελληνικής.

Οι Έλληνες δια καταλλήλων αποστόλων καλούνται πάλιν εις αποστασίαν. Εις την Στερεάν ευθύς εξ αρχής οι Κλέφτες προχωρούν εν θριάμβω, νικούν δε και αυτόν τον Πασσάν των Ιωαννίνων.

Η νέα όμως Ρωσσοτουρκική σύγκρουσις δι' ημάς δύναται να ονομασθή «ναυτικός Αγών κατά των Τούρκων του Λάμπρου Κατσώνη», του φοβερού αυτού κουρσάρου, όστις τώρα διοικεί στόλον ολόκληρον κατασκευασθέντα δαπάνη Ελλήνων κεφαλαιούχων και επαυξηθέντα διά των κυριευθέντων εχθρικών πλοίων.

Η κυρίως δράσις του Κατσώνη άρχεται από του έτους 1780. Αλλά τα κατ’ αυτών θέλομεν αναπτύξη άλλοτε, καθότι πρόκειται περί των ναυτικών δυνάμεων του Έθνους. Και έχουν μεν γραφή πολλά περί αυτού, ελπίζομεν όμως ότι θα δυνηθώμεν να προσθέσωμεν και τα πορίσματα νεωτέρων τινών ερευνών μας.

Δικαιούμεθα δε να χαρακτηρίσωμεν τα τότε γεγονότα ως πόλεμον του Κατσώνη κατά των Τούρκων, αφού όταν ανηγγέλθη εις αυτόν επισήμως η συναφθείσα ειρήνη μεταξύ των διαμαχομένων, απήντησεν ούτος:

— Αν η Αικατερίνη έκλεισεν ειρήνην με τους Τούρκους, ο Κατσώνης έχει πόλεμον!...

Ο Κατσώνης δεν ηρκέσθη εις την δήλωσίν του αυτήν, αλλ’ εδημοσίευσε τω 1792 και διαμαρτύρηση, εν τη οποία εκθέτων τους αγώνας του, αναπτύσσει και τας εκδουλεύσεις τας οποίας προσέφεραν οι Έλληνες προς την Ρωσσίαν:

«Οι Έλληνες, λέγει, οι οποίοι με το αίμα των έβαψαν τας Ρωσσικάς σημαίας, ποτέ δεν θα παύσουν πολεμούντες τους Τούρκους, αν δεν λάβουν τα δίκαια που τους ανήκουν».

Ο Κατσώνης έκαμε οχυρωματικά τινα έργα και εις το Ταίναρον, κατά τινα δε περιηγητήν ανεκήρυξεν εαυτόν και Βασιλέα της Σπάρτης.

Εκεί εγκατέστησε τότε και τον Ανδρίτσον Βερούσην.

Αλλά πού ευρέθη εκεί ο Ανδρίτσος Βερούσης αυτός, ο πατήρ του ατυχούς «στρατηγού των Ελλήνων» Οδυσσέως; Είχε παραλάβη αυτόν ο Κατσώνης εις τον στόλον του μαζί με 500 κλέφτες.

Μετά την καταστροφήν του στόλου του Κατσώνη απεβιβάσθη ο Βερούσης με τα παλικάρια του εις την Λακωνικήν παραλίαν, έχων την υποστήριξιν και του ακμάζοντος τότε Πρωτοκλέφτη Ζαχαριά.

 

* * *

 

Δια τον Ζαχαριάν αυτόν, παρέχουν επαρκή βιογραφικά στοιχεία, και περιηγηταί, και ιστορικοί και βιογράφοι, και ιστοριοδίφαι. Εκτενή βιογραφίαν του εξεδώκαμεν προ τίνων ετών και ημείς, περισωθείσαν εις τους απογόνους αυτού και συνταχθείσαν παρ’ αγνώστου επί τη βάσει ιστορικών επισήμων εγγράφων και τινος εκτενεστάτου ποιήματος άτινα είχον παραδοθή ποτε εις τον Καποδίστριαν και μέχρι τούδε αγνοείται η τύχη των. Μεταξύ αυτών φαίνεται ότι θα ήτο και η μετά του Μεγάλου Ναπολέοντος περί απελευθερώσεως της Πελοποννήσου από τους Τούρκους αλληλογραφία.

Κατά την βιογραφίαν του αυτήν εγεννήθη τω 1759, εφονεύθη δε από ένα κουμπάρον του παραπεισθέντα ότι εκτελεί εθνωφελή πράξιν και ότι θα έχη ως αμοιβήν του το αξίωμα του Μπέη.

Εις την βιογραφίαν του ταύτην, ποιητική αδεία, αναβιβάζονται εις δεκατρείς οι φονείς του θανατώσαντες αυτόν διά της συμπυροκροτήσεως 13 τρομπονιών. Μετά την εκτέλεσιν του φόνου του έφεραν προς τον πασσάν την κεφαλήν του Ζαχαριά, αλλ' ο πασσάς διέταξε και εκρέμασαν και τους 13.

Άλλοι όμως, ασχοληθέντες με τα τοπικά γεγονότα των μερών εκείνων, ισχυρίζονται, ότι τον Ζαχαριά εφόνευσε με το πιστόλι του μόνος ο κουμπάρος του την στιγμήν που εισήρχετο εις την οικίαν του κουμπάρου του αυτού και ότι τα ίχνη της σφαίρας σώζονται ακόμη· ότι δε ο λόγος του φόνου δεν είναι η δωροδοκία προς τούτο, ως ισχυρίζονται άλλοι.

Ευτυχώς τα πολύτιμα ανέκδοτα Απομνημονεύματα του Κονδάκη αφιερώνουν ικανάς σελίδας δια τον Ζαχαριάν, αι οποίαι φέρουν αναμφισβήτητα στοιχεία ακριβείας.

Κατά τον Κονδάκην, ο Ζαχαριάς εγεννήθη τω 1766 —ώστε αν έζη κατά τον Αγώνα θα ήτο ετών 55— εφονεύθη δε την 20 Ιουλίου του 1804 εις ηλικίαν ετών 38.

Και τότε μεν οι μετ' ολίγον καταστραφέντες Κλέφτες της Πελοποννήσου εστερήθησαν της κεφαλής αυτών, αλλά και κατά τον αγώνα η Πατρίς εστερήθη αληθούς στρατηλάτου.

O Κονδάκης αναγράφων τα μεγάλα του προτερήματα, σημειοί και τα ελαττώματά του· ήτο δηλ. οινοπότης και θηλυμανής. Μεθ’ εαυτού είχε πάντοτε και την ερωμένην του κατά τα τελευταία του έτη την ωραίαν Ειρήνην, η οποία ήτο συγγενής του κουμπάρου του. Την προσβολήν αυτήν της οικογενειακής τιμής του κουμπάρου του φαίνεται ότι εξεμεταλλεύθησαν κυρίως οι προσωπικοί του Ζαχαριά εχθροί και οι φθονούντες πάσαν υπεροχήν και την βάσιν αυτήν ενισχύσαντες και δι’ υποσχέσεων, παρέπεισαν αυτόν να προβή εις το έγκλημα.

Ο Ζαχαριάς, όστις με 100 συνήθως παλικάρια διέσχιζε την χερσόνησον με ανοικτόν το υπερήφανόν του μπαϊράκι, έφερε και εις τα έγγραφά του και εις το δακτυλίδι του ακόμη τον τίτλον του Αρχιστρατήγου της Πελοποννήσου.

Κατά τον Κονδάκην ο Ζαχαριάς ήτον «ακτημονέστατος» —είναι η λέξις του— δηλ. ανώτερος χρημάτων. Τα πάντα εμοίραζεν εις τους στρατιώτας του και παρ' αυτών εν ανάγκη εδανείζετο. Ήτο σταθερός προς τους φίλους του και επιεικής προς τους προσερχομένους εις αυτόν εχθρούς του. Δεν επολεμούσε μόνον τους εχθρούς της Πατρίδος αλλά και εδίκαζε τους εις αυτόν προσφεύγοντας και μάλιστα, με τον Αρμενόπουλον.

Ο Ναπολέων φαίνεται, ότι τον έλαβε πολύ υπ' όψιν και Γαλλικόν πολεμικόν πλοίον έφερεν όπλα και πολεμεφόδια δι' αυτόν προωρισμένα, το οποίον κυρίως συνετέλεσεν ώστε οι εχθροί του να εκμανώσιν εναντίον του.

Κατά τον Κονδάκην τον Ζαχαριάν δεν τον εφόνευσε ιδιοχείρως ο κουμπάρος του, αλλά τρεις οπλοφόροι με τρομπόνια οι οποίοι τον επυροβόλησαν συγχρόνως.

Την κεφαλήν του έστειλαν εις την Τριπολιτζάν. Κατόπιν ο κουμπάρος του επεσκέφθη μόνος και επισήμως τον Σερεμέτ-Μπέην, όστις διέταξεν ευθύς και του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια του.

Την περιγραφήν του Ζαχαριά οφείλομεν επίσης εις τον Κονδάκην.

«Ήτο ταχύπους, είχεν εύστροφον σώμα, ανάστημα μέτριον, μέσην λιανήν, πρόσωπον στρογγυλόν και εύμορφον, όμματα μαύρα και εις το δεξιόν οφρύδι μίαν λαβωματιάν η οποία του έκαμε μεγάλην ωραιότητα. Τα μαλλιά του ήσαν μαύρα και σγουρά, είχε φωνήν μεγάλην γλυκείαν και βροντώδη, είχε πνεύμα οξύτατον.»[4]

 

* * *

 

Όταν υπεδέχθη ο Ζαχαριάς, τον Ανδρίτσον, του έκαμε γεύμα, σώζεται δε πολύ χαρακτηριστική παράδοσις περί του γεύματος τούτου.

Ενώ έτρωγον, πολυάριθμοι εχθροί επήρχοντο από όλας τας διευθύνσεις εναντίον του Ζαχαριά.

Το πρωτοπαλλήκαρον ειδοποίησε κρυφά τον Ζαχαριάν περί τούτου· αυτός κάτι του απήντησε και εξηκολούθησε το γεύμα.

Ήλθε και το δεύτερον, ήλθε και το τρίτον μήνυμα.

Και λέγει το χρονικόν:

«Είπε τότε ο Ζαχαριάς στον Ανδρίτσο: Εσύ αδερφοποιτέ μη σαλέψης από 'δω, αλλά κάτσε να ιδής και την δική μου την παλληκαριά».

Τι αστραπή ήτον αυτή και τι ούρλιασμα!...

Όσοι Τούρκοι εγλύτωσαν εκρύφθησαν εις το δάσος.

Τότε αντήλλαξαν μεταξύ των οι δυο αρχικλέφτες τιμητικά δώρα![5]

 

* * *

 

Ο Ανδρίτσος με τα παλικάρια του επεχείρησε κατόπιν την ως Ξενωφόντειον χαρακτηρισθείσαν πορείαν· μαχόμενος δηλ. διαρκώς επί τεσσαράκοντα ημερονύκτια κατά των πανταχόθεν επιτιθεμένων εναντίον του εχθρών, κατώρθωσε να φθάση εις την Στερεάν.

Πολυτίμους πληροφορίας παρέχει ημίν και περί του αγώνος του Ανδρίτσου Βερούση εις τα Απομνημονεύματά του ο Κονδάκης, προσθέτων συγκινητικόν και άγνωστον άλλοθεν επεισόδιον δι' ένα εκ των συντρόφων του Βερούση, τον περίφημον Καραχάλιον. Και διηγείται ούτος τα έξης:

«Κατά το 1796 εμβήκεν εις Πελοπόννησον, ο Ανδρίτσος Ρουμελιώτης με τριακοσίους, μετερχόμενος κατά θάλασσαν την πειρατείαν, και κυνηγηθείς ευγήκεν εις το Έλος, τον οποίον εσυνώδευσεν ο καπετάν Ζαχαριάς δια να τον εκβάλη εις την Στερεάν Ελλάδα ασφαλώς, το οποίον και εξετέλεσε δια μέσου της Πελοποννήσου. Επολέμησαν... με φθοράν των Τούρκων. Φθάσαντες εις Βοστίτσαν εμβαρκαρίσθησαν, ο δε Ζαχαριάς επέστρεψεν εις τα ίδιά του.»

«Από αποτυχία έμεινεν έξω εκ της συνοδείας του Ανδρίτζου ένας περίφημος άνδρας, λεγόμενος Καραχάλιος, με τεσσαράκοντα συντρόφους, τους οποίους όλους απατήσαντες, έπιασαν ζώντας και τους έφεραν εις Τριπολιτζάν, και αφού απεφάσισαν να τους θανατώσουν, τους παρεκάλεσεν ο Καραχάλιος να τον αφήσουν ύστερον από όλους. Και όταν απεκεφάλιζαν τους άλλους, δια πέντε ημέρας, αυτός ίστατο έμπροσθεν και τραγουδώντας εμψύχωνε τους αδελφούς του.

Κακόν τέλος όμως ανέμενε και τον ηρωικόν Ανδρίτσον Βερούσην.

Καταφυγών εις την Επτάνησον παρεδόθη υπό των Βενετών προς τους Τούρκους. Απαχθείς τότε δέσμιος εις Κωνσταντινούπολιν, ερρίφθη εις τας φοβερός ειρκτάς του Ναυστάθμου και εκεί εφονεύθη τις οίδε διά ποίων βασάνων.

Δια τον θάνατον του Ανδρίτζου κλαίει η λαϊκή Μούσα:

 

Κλάψετε χώρες και χωριά, γυναίκες κι άντρες όλοι,

για τον Αντρίτζο κλάψετε τον πρώτο καπετάνιο,

που ήταν στη Θήβα αρματωλός, στην Αταλάντη κλέφτης,

που ήταν και μες τη Λειβαδιά πύργος θεμελιωμένος.

Η Βενετιά τον πρόδωσε στα Τούρκικα τα χέρια...

 

Του Ανδρίτσου περιεσώθη και η εικών με πλήρη την ενδυμασίαν ωπλισμένου κλέφτη!

Δεν ήτον άνθρωπος αυτός ήτον δράκος!

Μετά τον θάνατον και του Ζαχαριά αναφαίνεται εις την Πελοπόννησον άλλη πολυπληθής σειρά κλεφτών, τινών εκ των οποίων περιεσώθησαν τα ονόματα.

Εξ αυτών τινές διέλαμψαν και κατά τον Αγώνα, ως π.χ. ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οι Πετιμεζάδες, ο Νικηταράς, ο Κεφάλας και άλλοι.

Μη λησμονώμεν ότι και αυτούς θερμαίνει τώρα η Ελληνική Μασσαλιώτις, ο θούριος του Ρήγα.

Κατά το έτος 1805 προς το 1806 υφίστανται μεγάλην καταστροφήν, εξόντωσιν δύναταί τις να είπη, οι κλέφτες της Πελοποννήσου.

Η Πύλη λαμβάνει έκτακτα και καλώς μελετημένα μέτρα.

Πιέζει αφ’ ενός τον Πατριάρχην να αφορίση συνοδικώς τους κλέφτες και τους οποσδήποτε βοηθούντας αυτούς, διατάσσεται δε συγχρόνως ο Βαλής του Μωριά να προβή εις γενικήν καταδίωξιν των.

Προσκαλούνται τότε οι Αρχιερείς και οι προύχοντες εις την Τριπολιτσάν και εκεί ανακοινούται εις αυτούς το αφοριστικόν του Πατριάρχου και το φερμάνι του Σουλτάνου.

Ο Βαλής καθιστά τους συνελθόντας προσωπικώς υπευθύνους διά την τυχόν μη συμμετοχήν των εις τα επίσημα ταύτα μέτρα.

Και εκστρατεύει ο Κεχαγιάμπεης, έπεται δε πλήθος σκλάβων φορτωμένων με κρεμάλες, με βαριές, με τσιγκέλια και με επιδεικτικώς χρωματισμένα παλούκια και σούβλες.

Εν όλη δε τη αγρία αυτή κωμικότητι προχωρεί ο στρατός της καταδιώξεως.

Φεύγουν τότε οι κλέφτες και άλλοι σφάζονται εις την Μάνην και άλλοι εις την Επτάνησον.

Κατά την πανωλεθρίαν ταύτην των κλεφτών (600 μόνον επίσημοι μνημονεύονται ως εξοντωθέντες) πριεσώθη αποδράς εις Μάνην και εκείθεν εις Ζάκυνθον ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετά τεσσάρων άλλων. Εκεί συνήντησεν ούτος τον Αναγνωσταράν, τον Νικηταράν, τους Πετιμεζαίους και άλλους τινάς καταταχθείς και αυτός όπως και εκείνοι εις τους Ελληνικούς λόχους των Ιονίων νήσων.

Αλλά δεν έπαθαν μόνον οι κλέφτες τότε. Πλήθος αθώων ανθρώπων κατεδιώχθησαν και υπέστησαν τα πάνδεινα επί τη καταγγελία ότι υπέθαλπον δήθεν τους κλέφτες.

Όλα τα προσωπικά πάθη εύρον τότε στάδιον ελευθέρας ενεργείας.

Εις την Πελοπόννησον ημπορεί να ειπή κανείς ότι, από τούδε λήγει η ακμή αν μη και όλως η ύπαρξις των κλεφτών.

Και διά τα εν τη Πελοποννήσω γεγονότα ταύτα, παρέχει πολύτιμους πληροφορίας εις τα Απομνημονεύματά του ο αείμνηστος αγωνιστής Κονδάκης.

Η σχετική περικοπή έχει ως εξής:

«... Εστάλη (από τον Σουλτάνον) σφοδρόν διάταγμα μυστικόν, Πασιά όντος του Οσουμάν-Πασιά, ομοίως και Συνοδικά καθ’ όλας τας Επαρχίας, τα οποία εκοινοποιήθησαν καθ’ όλα τα χωρία συγχρόνως και ανεγνώσθησαν συγχρόνως διά μίαν ημέραν καθ' όλας τας εκκλησίας και καθ’ όλα τα τζαμία, και εκινήθησαν διά μίαν ημέραν πανταχού, έκαστον χωρίον να περιπολεύση εις την περιφέρειάν του. Ο δε Κεχαγιάς του Οσουμάν-Πασιά εστράτευσεν διά την Μεγαλούπολιν και Μεσσηνίαν, έχων φορτία παλούκια διά τους κλέπτας και κλεπταπαδόχους, ώστε κατήντησεν ο πατήρ να συλλαμβάνει τον υιόν και να τον παραδίδη. Τοιουτοτρόπως απωλέσθησαν οι λησταί άπαντες, παρεκτός του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος κατέφυγε με εξ μόνον εις Μάνην εις τον Δ. Μούρτζινον, ο οποίος τον εφύλαξεν και τον διεύθυνεν εις Ζάκυνθον με τους συν αυτώ.»

 

* * *

 

Εις την Στερεάν πάλιν διεξάγει ο Αλή Πασάς δολιώτατον εξοντωτικόν πόλεμον κατά των κλεφτών, τους οποίους, άλλοτε εφελκύει και τους μεταχειρίζεται ως όργανα των σκοπών του, πείθων αυτούς ως συνήθως, ότι εργάζεται κατά των Τούρκων και υπέρ του Γένους των Ελλήνων, άλλοτε προκαλεί μεταξύ των εμφυλίους ρήξεις, και άλλοτε τους εξαφανίζει διά ποικίλων μεθόδων, μετά τας εν Σουλίω μάλιστα επιτυχίας του.

Τότε και ο περίφημος αρματωλός Παλαιόπουλος μετηνάστευσεν εις Κωνσταντινούπολιν.

Αλλά και η τότε θέσις του Αλή απέναντι των Ελλήνων και της Πύλης, και η θέσις των Ελλήνων απέναντι των Τούρκων και του Αλή, διά τας ποικιλίας που παρουσιάζει εις τας λεπτομερείας, είναι αντικείμενα ιδίας μελέτης.

Κατά τους χρόνους αυτούς ακμάζουν, ο Κατσαντώνης και οι δύο αδελφοί του Χασιώτης και Λεπενιώτης, ο Γεώργιος Θώμος, ο Δίπλας, ο Βλαχάβας, ο Νικοτσάρας, ο Γιάννης του Σταθά, ο Έξαρχος Λάζος, τα παιδιά του Μπουκουβάλα, ο Τζοβάρας και πλήθος άλλο αρματωλών και κλεφτών, οι οποίοι είχαν την ευτυχίαν να τους ψάλη η λαϊκή Μούσα.

Ένας από αυτούς, ο Τζοβάρας, φονευθείς δι’ ενέδρας, ηυτύχησε να εμπνεύση τον άγνωστον ποιητήν του λαού εις το να δημιουργήση ωραίον άσμα, περιγράφον τον φόνον του. Αυτό αρχίζει ως εξής:

 

Βαρκούλα εκατέβαινε του Λούρου το ποτάμι·

τα ρέμματα ροβόλαγαν και η βαρκούλα τρέχει.

Καταμεσής του ποταμού, στον πόρο του Τζοβάρα,

τα ρέμματα ροβόλαγαν και η βαρκούλα εστάθη

γιατί δεξιά του ποταμού σ' ένα δενδρί μεγάλο

ένα πουλί, μαύρο πουλί, σαν απ’ ανθρώπου στόμα

στριγγιά φωνήν εξέβγαλε, κι οι λόγγοι αχολογούσαν...

 

Το πουλί αυτό αγγέλλει, ότι τον Τζοβάρα εδολοφόνησαν Τούρκοι, τους οποίους περιφρονητικώς χαρακτηρίζει ως «νυχτοπαλληκαράδες!...»

Ενώ δε εις την Στερεάν διεξήγετο παρά του Αλή πασσά ο εξοντωτικός κατά των κλεφτών ούτος πόλεμος, εις την Πελοπόννησον συνέβησαν τα εξής:

Παυθέντος του εξολοθρεύσαντος τους εκεί κλέφτες Βαλή Οσμάν πασσά ονομαζομένου, τω 1806, διωρίσθη προσωρινώς ο Ναυπλιώτης Αγά πασσάς, αλλά ταχέως ανέλαβε την αρχήν ο υιός του Αλή πασσά, ο περιβόητος Βελής, εισελθών εις Τριπολιτζάν, κατά τας ασφαλείς ανεκδότους ημών πληροφορίας, την 15 Μαρτίου 1807.

Ο πονηρότατος, εύστροφος και φιλήδονος αυτός υιός του πατρός του, προσεπάθησε να ελκύση την εμπιστοσύνην των προκρίτων της Πελοποννήσου, όπως υποβοηθήση τα μεγαλειώδη πατρικά του σχέδια.

Ως εκ των περιποιήσεών του όμως προς τους Έλληνας προκρίτους έγεινε μισητός εις τους Τούρκους, τους οποίους ενίοτε μάλιστα και κατεδίωξεν.

Ούτοι όμως, ωφεληθέντες ιδίως της απουσίας του, κατά την μετάβασίν του μετά του πατρός του εις τον κατά των Ρώσσων πόλεμον της Τουρκίας, ήρχισαν τας εναντίον ταυ ενεργείας. Κατορθώσαντες δε να εγερθή γενική κατακραυγή, εναντίον του, επέτυχον την αντικατάστασίν του τω 1812, δι’ ενός άλλου Βαλή, απαισίου Χριστιανομάχου.

Αυτός θεωρεί εαυτόν ως εντεταλμένον την ανόρθωσιν του γοήτρου δήθεν της Τουρκικής εξουσίας, και κατά πρώτον απαγχονίζει εις το Διοικητήριον τον συνετόν, νοήμονα και ευπαίδευτον προύχοντα Βοστίτζης Σωτηράκην Λόντον, πατέρα του κατά τον Αγώνα Στρατηγού Ανδρέου Λόντου, όστις και τον διαδέχεται κατόπιν εις την τοπικήν διοίκησιν της Βοστίτζης μετά της περιοχής της.

Δεν βραδύνουν όμως να αρχίσουν τα προανακρούσματα του Αγώνος δια των ενεργειών της Φιλικής Εταιρείας.

Αλλ’ εις πολλά σημεία του Ελληνικού η εργασία αύτη των Φιλικών καταπροδίδεται ή καταφωράται.

Λαμβάνονται τότε έκτακτα μέτρα παρά της Πύλης, και εις την Πελοπόννησον αποστέλλεται ο φοβερός και νοήμων Χουρσίτ.

Ευτυχώς επέρχεται η αποστασία του Αλή-Πασσά, πολύ συντελέσαντος εις τούτο του Αποστόλου της Φιλικής Εταιρείας Ιωάννου Παπαρρηγοπούλου. O Χουρσίτ εκστρατεύει κατά του Αλή, τον ακολουθεί μετ' ολίγον και ο διορισθείς διάδοχός του εν Πελοποννήσω Κιοσέ πασσάς και τον αντικαθιστά ο Καϋμακάμης Σαλήχ Αγάς, ο οποίος όμως δεν είναι δημιουργημένος από το αυτό μέταλλον.

Αυτός χαρακτηρίζεται ως νέος τετυφωμένος, ανόητος, αναιδής και φιλοχρήματος. Δεν τον έφθαναν αυτά τα προτερήματα, αλλ' ερωτεύθη, κατ' ασφαλείς ανεκδότους πληροφορίας, μίαν περικαλεστάτην χανούμ, εκ του χαρεμίου του Κιοσέ, ένα αληθινόν άστρον της Ανατολής. Πού πλέον μυαλό να σκεφθή τι του εμαγείρευαν οι Μωραίται!

Επί τέλους κάτι κατορθώνει να αντιληφθή. Προβαίνει εις μέτρα τινά, αλλ' η Επανάστασις ευρίσκεται επί θύραις πλέον, χωρίς να εννοήση πρωτίστως ο Καϋμακάμης το πώς.

Εδώ περατούμεν τα της Πελοπονήσου.

Επανερχόμεθα τώρα εις την Στερεάν:

Ο Αλής εσκέφθη να καταλάβη την Λευκάδα, την οποίαν θεωρεί και δικαίως ως ασφαλές καταφύγιον των κλεφτών, προσθέτων ούτω, κατά τας ελπίδας του, και ένα ακόμη πολύτιμον λίθον εις το καλπάκι του.

Παρεσκευάσθη λοιπόν προς τούτο κατά ξηράν και κατά θάλασσαν. Εύρεν όμως απροσδοκήτως ισχυράν αντίστασιν από τους συσσωματωθέντας εκεί κλέφτες, 80 εν όλω, από τους Σουλιώτας, από 4 Ελληνικούς λόχους των Ιονίων νήσων, από την Ρωσσικήν φρουράν και από ικανούς εκ των κατοίκων ακόμη. Και ούτω το σχέδιον του Αλή αποτυγχάνει.

Εκεί ήτο τότε ο Κατσαντώνης και ο Κίτσος Μπότσαρης με τα παλικάρια των, ο Σκυλοδήμος, ο Κούμπαρης, ο Δημήτριος Καραΐσκος, ο Γεώργιος Νικολού (ο Βαρνακιώτης δηλαδή) και άλλοι. Αλλά και ποίος άλλος νομίζετε: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ως κουρσάρος!....

Φθάνει τότε εις την Λευκάδα ο Καποδίστριας με έκτακτον αποστολήν της Ρωσσικής Κυβερνήσεως, όπως δι’ εκθέσεώς του περιγράψη τα συμβάντα, προτείνη δε και λάβη τα κατάλληλα διά το μέλλον μέτρα.

Ο Καποδίστριας προ παντός διέγνωσε την αξίαν και την χρησιμότητα των Κλεφτών και των Σουλιωτών και διά τον παρόντα αγώνα και διά πάσαν εξέγερσιν του Γένους.

Και εν αυτώ δε τω επισήμω υπομνήματί του της 6 Αυγούστου 1807 ανομολογεί τας μεγάλας υπηρεσίας, ας ούτοι προσέφερον.

Ο Καποδίστριας τότε συνωμίλησε με τους εις Λευκάδα κλέφτες και Σουλιώτες, προσεκάλεσε δ' εκεί και άλλους π.χ. τον Φώτον Τζαβέλλαν, τον Νότην Μπότσαρην, τον Δράκον Γρίβαν, τον Καλόγερον, τον Δαγκλήν, τον Χορμόβαν και λοιπούς.

Εις την Λευκάδα έφθασεν ο Καποδίστριας την 15 Μαΐου 1807, αφού δε συνεννοήθη μετά πάντων και εσχημάτισε γνώμην περί των ληπτέων μέτρων, παρέθεσεν υπαίθριον γεύμα εις τους εκεί αρματωλούς, τους κλέφτες και τους Σουλιώτες, εις ποιητικήν θέσιν„ κάτω από υψηλόν και πυκνόν δένδρον.

Και το γεύμα και τους άνδρας περιγράφει ο Καποδίστριας ενθουσιωδώς εις την επίσημον έκθεσιν περί ης είπομεv, ως και εις τας επιστολάς του. Ομιλεί δε και δια τους χορούς και τα κλέφτικα άσματά των.

Εις το γεύμα αυτό, κατ’ ασφαλή παράδοσιν, ο Καποδίστριας υψώσας το ποτήρι του προσεφώνησε τους κλέφτες και τους Σουλιώτες, ως μέλλοντας πολεμάρχους διά την Ανάστασιν του Ελληνικού Γένους.

Τι έγινε τότε δεν περιγράφεται.

Ο Κατσαντώνης εβόησε:

«Ορκισθήτε παιδιά!»

Άστραψαν τότε τα σπαθιά, υψωθέντα προς τον Ουρανόν και ο όρκος εδόθη.

Δεν παρήλθε πολύς χρόνος και ο Κατσαντώνης πολεμών κατά του Αλή και ασθενήσας συνελήφθη εις το καταφύγιόν του· υπέστη δε μαρτυρικόν θάνατον σφυροκοπηθείς, ως και ο αδελφός του Χασιώτης.

Κατά τους χρόνους αυτούς, πλην των άνω, ήκμαζον οι κλέφτες Καζαβέρνης, Τζαχείλας, οι Λαζαίοι, ο Μπιζιώτης, ο Σύρος, ο Ρομφέης, ο Γώγος, ο Κουταλίδας, ο Ζάκας, ο Χορμόβας, ο Λεβεντογιάννης και πολλοί άλλοι. Ιδίως δε ο περιβόητος Νικοτσάρας, ούτινος η δράσις συνδέεται με τα εξής γεγονότα.

Ο διάσημος δηλ. Σέρβος Καραγεώργης ζητεί, κατά το έτος τούτο 1807, την βοήθειαν των κλεφτών υπέρ του αγώνος του προς απελευθέρωσιν της πατρίδος του.

Συνέρχονται τότε εις το Καρπενήσι οι ονομαστώτεροι των κλεφτών και αποφασίζεται να καταρτισθή προς βοήθειαν των Σέρβων σώμα από 500 κλεφτόπουλα, επί κεφαλής των οποίων τίθεται ο Νικοτσάρας.

Και αρχίζει η πολεμική πορεία. Εισβάλουν εις την Μακεδονίαν, ο δε πασσάς της Θεσσαλονίκης πείθεται, ότι αποστέλονται παρά του Αλή-Πασσά προς βοήθειαν των Τούρκων κατά των Ρώσσων.

Και προχωρεί ο Νικοτσάρας προτιμήσας την δια Σερρών οδόν.

Αλλ’ εννοείται πλέον ο αληθής σκοπός της εκστρατείας αυτής και καταδιώκεται ο Νικοτσάρας από πολυπληθές σώμα.

Κατορθώνει όμως να έλθη εις το Νευροκόπι. Εκεί άλλο σώμα του αφαιρεί πάσαν ελπίδα και αποφασίζει να επιστρέψη.

Φθάνει εις την Ζίχνα, την οποίαν καταλαμβάνει, τους δε ηρωισμούς του ψάλλει η λαϊκή Μούσα τότε.

Δύο ημερονύκτια πολεμούν και την τρίτην ανοίγουν δρόμον με τα σπαθιά των και ορμούν προς το Όρφανον. Εκεί είχε δοθή υπόσχεσις ότι θα τους αναμένουν Ρωσσικά πλοία. Αλλά τα πλοία δεν ήσαν. Οπισθοχωρούν τότε πάλιν μαχόμενοι. Και τραγουδεί ο λαός:

 

Τρεις μέρες κάνουν πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,

χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς να κλείσουν μάτι...

Το δρόμο επήραν σύνταχα κι έφτασαν στο γιοφύρι,

κι ο Νίκος με το δαμασκί τον άλυσσο του κόβει...

Φεύγουν οι Τούρκοι σαν τραγιά, πίσω το Πράβι αφίνουν…

 

Από τα παλικάρια του Νικοτσάρα έχουν μείνη τώρα τα μισά. Εις νέαν έφοδον χάνονται τα περισσότερα και από αυτά, και μόλις 50 σώζονται εις το Άγιον Όρος.

Τότε ο Νικοστάρας από αρματωλός γίνεται κουρσάρος.

Ώπλισεν ένα πλοίον, κυριεύσας δε με αυτό άλλα δύο κατήρτισε στολίσκον. Εις τα δύο εκ των τριών πλοίων του έταξε κυβερνήτας τον Λάζον και τον Μπιζιώτην.

Εφεξής η δράσις του Νικοτσάρα συνδέεται μετά της δράσεως του μεγάλου θαλασσομάχου Έλληνος του Γιάννη του Σταθά.

Ατυχώς ο Νικοτσάρας απωλέσθη πολύ ταχέως.

Αποβιβασθείς δηλ. κάπου επυροβολήθη εξ ενέδρας και επληγώθη θανασίμως, απέθανε δε εν Σκύρω εις ηλικίαν ετών 36 μόλις.

Ας είπωμεν τώρα τινά περί του Σταθά.

Εις την ιστορικήν Συνέλευσιν των αρματωλών, εις το Μοναστήρι της Παναγιάς, επί του Ολύμπου, είχον παρευρεθή ο Παπαθύμιος Βλαχάβας, ο Γιάννης του Σταθά, ο Καζαβέρης, ο Νικοτσάρας και άλλοι εκ των τότε επισημοτέρων πολεμιστών. Η σύσκεψις κατόπιν επανελήφθη εις την Σκίαθον.

 

* * *

 

Επιτρέψατε μοι μίαν παρέκβασιν.

Η συγκρότησις Συνελεύσεων και η λήψις αποφάσεων διά της υπογραφής συνυποσχετικών παρά των αρματωλών και πρωτοκλεφτών, είναι τι πολλάκις γενόμενον καθ' όλους τους αιώνας του υποδούλου βίου.

Και κατ’ αυτόν ακόμη τον Αγώνα και πολύ κατόπιν εις τα σκλαβωμένα μέρη οι αρματωλοί και οι πρωτοκλέφτες, που έφερον πλέον γενικώς το όνομα των καπενανέων και οπλαρχηγών, προέβαινον εις συσκέψεις, συνερχόμενοι εις ωρισμένα μέρη, ή υπογράφοντες συνυποσχετικά, των οποίων τινά περισωθέντα εξεδόθησαν ήδη, μένουν δε και άλλα ανέκδοτα.

Επί τη ευκαιρία αυτή ανακοινούμεν ενταύθα τρία περιεργότατα τοιαύτα έγγραφα φέρονται και τας σφραγίδας των συνελθόντων και συνενωθέντων.

Το παλαιότερον εκ των δύο αυτών εγγράφων του Αγώνος, το συνυποσχετικόν, είναι του έτους 1823 (της 26 Αυγούστου). Εγράφη εις Σκίαθον διά χειρός αρκετά ευπαιδεύτου ανδρός και υπεγράφη εκεί, παρά εννέα επισημοτάτων καπετανέων του Ολύμπου και άλλων τινών μερών. Αδελφοποιούνται ενόρκως ούτοι διά του συνυποσχετικού αυτού προς καταπολέμησιν διαφόρων καταχρήσεων και προς ανόρθωσιν τινών ανωμαλιών, εν γένει δε προς εξυπηρέτησιν του ιερού Αγώνος. Αναγνωρίζουν αρχηγόν των τον Καρατάσσον, ορισθέντα παρά της Διοικήσεως ως Στρατηγόν των αρμάτων, και υπόσχονται να υπακούουν εις τας διαταγάς αυτού τε και του Μινίστρου Περραιβού.

Το δεύτερον έγγραφον εγράφη και υπεγράφη εν Ολύμπω την 3 Νοεμβρίου 1827, εις την Μονήν του Αγίου Διονυσίου, υπό πολλών καπετανέων, παρά τα ονόματα των πλείστων των οποίων είναι αποτυπωμένοι και αι χαρακτηριστικώταται σφραγίδες των· εγράφη δε τούτο διά χειρός ενός εκ των καπετανέων αυτών, δηλ. αντεγράφη επί τη βάσει κάποιου προτύπου, διότι αι μεν φράσεις καταδεικνύουν άνθρωπον εγγράμματον, αι δε ανορθογραφίαι και ο τρόπος της συνθέσεως των φράσεων άνθρωπον αγραμματώτατον.

Είναι δε το έγραφον τούτο πρόσκλησις των οπλαρχηγών του Ολύμπου προς τον «συμπολίτην και συνάδελφόν των» Χριστόφορον Περραιβόν εις πολεμικήν σύμπραξιν.

Το πολυτιμότατον αυτό μνημείον, συντομώτατον ον, έχει ως εξής:

«Προς τον περιπόθητον αδελφόν και συμπολίτην μας κύριον Χριστόφορον Περραιβόν, από ψυχής ασπαζόμενοι.

Ε ξ ο χ ώ τ α τ ε,

Ο παρών καιρός μας καλεί προς ένωσιν και ταχείαν συνενέργειαν εναντίον του εχθρού. Ημείς ταύτα πάντα κρίναvτες και παραδειγματισθέντες από την ματαίαν παραδρομήν του τοσούτου καιρού, συνενώθημεν και εκάμαμεν τον όρκον, να αποθάνωμεν υπέρ Πατρίδος και των δικαιωμάτων μας. Και καθώς χρειάζεται η πολυχειρία εις τα παρόμοια, ούτως είναι αναγκαία και η συνδρομή των φρονίμων συμπατριωτών μας. Όθεν και συμφώνως σας καλούμεν προς τον κοινόν τούτον αγώνα, ως ένα των καλών πατριωτών και εμπειροπόλεμον, και παρακινούντες σας να ταχύνετε τον ερχομόν σας με όσους δυνηθήτε συντρόφους στρατιώτας χωρίς τινά δισταγμόν, και συναγωνιζόμενοι ομού και συμπράττοντες να ωφεληθώμεν τον παρόντα καιρόν, όπου αι τρεις φιλάνθρωποι Μεγάλαι Ευρωπαϊκαί Δυνάμεις υπερασπίζονται τα δικαιώματά μας, προς υπεράσπισιν και ημείς της κοινής και ιδίας μας Πατρίδος.

Υγιαίνετε.

Οι συμπολίται και συνάδελφοι σας οπλαρχηγοί Ολύμπιοι.

Εκ του Στρατοπέδου, του κατά την Μονήν του Αγίου Διονυσίου εν Ολύμπω, τη 3 Νοεμβρίου 1827.» (Έπονται αι υπογραφαί των παρόντων και αι σφραγίδες των πλείστων εξ αυτών).

Παραπλεύρως δε είναι γεγραμμένα διά της χειρός του οπλαρχηγού Διαμαντή Νικολάου τα εξής:

«Αδελφέ. Ανταποκρίσου με όλους τους συμπατριώτας μας. Όσοι αγαπήσουν ας έλθουν να συναγωνισθώμεν όλοι μαζί, διότι εβαρέθηκα εις τους λάκκους και σπηλές να κατοικώ ωσάν τους λύκους. Διαμαντής.»

Το δε τρίτον, τέλος και αυτό των Καπετανέων του Ολύμπου, απεστάλη εξ Ολύμπου προς τον Δημήτριον Υψηλάντην την 12 Οκτωβρίου του 1828. Είναι δε τούτο απάντησις εις πρόσκλησίν του, όπως προσέλθωσιν αρωγοί εις τον κοινόν Αγώνα.

Διεκτραγωδούν ούτοι τα δεινοπαθήματα των κατοίκων των μερών εκείνων, όλως ανυπεράσπιστοι, προβάλλοντες τον λόγον τούτον, ως δικαίως κρατούντα αυτούς εκεί. Διακηρύττουν ότι πάντοτε έμειναν πάντες «εις α ετάχθησαν», επιδείξαντες αμείωτον αγάπην και αφοσίωσιν προς την Μεγάλην Πατρίδα.

Τα έγγραφον τούτο είναι σαφέστατον, ειλικρινέστατον και ωραία αληθώς γραμμένον. Εν αυτώ γίνεται λόγος περί της καταστροφής, δια πυρκαϊών ιδίως, του Ολύμπου και της σεπτής και αρχαίας Μονής του Αγίου Διονυσίου.

 

* * *

 

Ας επανέλθωμεν εις την ευθείαν.

Κατά την σύσκεψιν των αρματολών εις το Μοναστήρι της Παναγιάς επί του Ολύμπου, ως είπομεν, κατά το έτος 1808, ληφθεισών υπ’ όψιν των δυσχερειών, ας επαρουσίαζεν ο κατά ξηράν αγών, απεφασίσθη και κατηρτίσθη στόλος από πολλά πλοία. Διηρέθησαν αυτά εις επτά μοίρας. Προσήλθε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με το πλοίον τον.

Τα πλοία αυτά ήσαν μαύρα. Λέγουν ότι και τα πανιά των ήσαν μαύρα και αυτοί δε οι Κυβερνήται των —τουλάχιστον διά τον Σταθά είναι βέβαιον— λέγουν ότι φορούσαν κατάμαυρα.

Μερικά ονόματα των πλοίων αυτών είναι γνωστά:

«Άσπρη θάλασσα, Βάλτος, Κασσάνδρα, Μωριάς, Όλυμπος, Ρούμελη, Σκιάθος».

Αρχηγός του στόλου γίνεται ο Σταθάς και υπαρχηγός ο Νικοτσάρας.

Αι λεπτομέρειαι της ιστορίας του καταδρομικού αυτού στόλου ανήκουν εις άλλο θέμα. Η σημαία των ήτο κυανόλευκος, όπως η σημερινή μας η ναυτική.

Τότε εις τας νήσους, και ιδίως εις τας Βορείους Σποράδας επεδαψιλεύθησαν προνόμια διά να μη υποθάλπουν οι νησιώται τους κλέφτες και τους κουρσάρους.

Εις τους τότε χρόνους λέγουν ότι αναφέρεται και το παροιμιώδες:

«Στη Σκιάθο και στη Σκόπελο ποτέ Κατής δεν κρένει.»

Συγχρόνως διετάχθη ο Αλής να παύση καταδιώκων τους κλέφτες, ως εξαναγκάζων αυτούς ούτω να μεταβάλλωνται εις κουρσάρους.

Ο Αλής όμως δεν εννοούσε να αλλάξη τακτικήν· απόδειξες η διά δόλου σύλληψις και ο απαίσιος βασανισμός του Παπαθύμιου Βλαχάβα.

Επανελθών δηλ. ο Βλαχάβας εις την Στερεάν είχε συγκεντρώση πολυπληθές σώμα, συνεννοηθείς δε και με άλλους αρματωλούς και κλέφτες προς σύγχρονον εξέγερσιν κατά του Αλή, ήρχισε τας εχθροπραξίας.

Ατυχώς δεν επετεύχθη ο συγχρονισμός του κινήματος και ηναγκάσθη ο Βλαχάβας να υποχωρήση και να φύγη εις τας νήσους, όπου διά σειράς δολιοτήτων παρεπείσθη να προσέλθη εις τον Αλή, όστις επεθύμει δήθεν να λησμονηθή το παρελθόν και να συνεργασθή μετ’ αυτού διά γενικωτέρας φύσεως ενεργείας.

Προσήλθε λοιπόν ο Βλαχάβας και τότε, αφού υπεβλήθη εις φρικώδη βασανιστήρια, τα οποία περιγράφουν οι Περιηγηταί, διεμελίσθη εις τέσσαρα και ανηρτήθη ανά εν μέρος του σώματός του, εις τέσσαρα σημεία της πόλεως των Ιωαννίνων.

 

* * *

 

Ευρισκόμεθα τώρα εις τα πρόθυρα του Αγώνος.

Έρχεται η σειρά νέων αρματωλών και κλεφτών, δηλ. του Μακρή, του Δυοβουνιώτη, του Πανωριά, του Διάκου, του Καραϊσκάκη, του Οδυσσέως Ανδρίτσου, του Μπούσγου, του Στουρνάρη, του Σκαλτσοδήμου, του Κοντογιάννη, των νεωτέρων Γριβαίων, του Γιολδάση, του Κατσικογιάννη, του πρωτοπαλλήκαρου του Οδυσσέως Γιάννη Γκούρα και λοιπών.

Αγωνίζονται και αυτοί και πολλοί άλλοι σύγχρονοί των, πότε μόνοι, πότε συνηνωμένοι, πότε εκγυμναζόμενοι εις το στρατόπεδον του Αλή, και πότε αποστάται και πολέμιοί του.

Οι τελευταίοι ούτοι κλέφτες της Ρούμελης, όπως και οι περισωθέντες κλέφτες του Μωριά και οι κουρσάροι των νήσων, τα πρωτοπαλλήκαρα, τα παλληκάρια και αυτά τα μικρά κλεφτόπουλα και ναυτόπουλα ακόμη, γίνονται τώρα οι Στρατηγοί και οι οπλαρχηγοί, γίνονται οι ναυμάχοι και οι πυρποληταί του Αγώνος.

Η αντίδρασις γίνεται τώρα δράσις και αι αλυσσίδες των σκλάβων αρχίζουν να σπάζουν μία, μία...

Εις τα σχολεία αυτά λοιπόν των βουνών και των κυμάτων εδιδάχθη από των πρώτων της Αλώσεως χρόνων η Ελληνική ψυχή πώς να μάχεται και πώς να νικά.

Εις τα σχολεία αυτά των βουνών και των κυμάτων εδιδάχθησαν της Πατρίδος οι πρόμαχοι πώς ν' αποθνήσκουν «πειθόμενοι τοις ρήμασιν εκείνων».

 

ΤΕΛΟΣ


Σημειώσεις

 

[1] Σημείωση δική μου: Για το συγκεκριμένο θέμα δες Παναγής Σκουζές «Χρονικό της Σκλαβωμένης Αθήνας»

[2] Ιδίως υπό του κ. Ν. Α. Αγγελίδου εν τη μονογραφία αυτού, «Η Ελληνική σημαία από της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερον (Αθήναι 1909)». Εις τον περί σημαιών φάκελλον ημών υπάρχει και σημείωμα κάτι προσθέτον εις την ιστορίαν των ιστορικών σημαιών μας, το οποίον δεν θεωρούμεν άσκοπον να παραθέσωμεν.

Τον αριθ. 8711 του ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Βιβλιοθήκης κατέχει τεύχος χάρτινον γεγραμμένον κατά τα έτη της βασιλείας του Όθωνος και φέρον την επιγραφήν Ιστορική Έκθεσις. Πραγματεύεται δε το τεύχος τούτο περί του βίου και της δράσεως του εκ Σόλου των Καλαβρύτων αγωνιστού Νικολάου Χ. Σολιώτου.

Εις την σελίδα 5 του τεύχους, όπου γίνεται λόγος περί τινος επιθέσεως του Σολιώτου τούτου κατά Τουρκαλβανών αφιχθέντων εκ της Στερεάς εις Ακράταν και διευθυνομένων εις Τριπολιτσάν, σημειούνται και τα εξής:

«Ο Ν. Σολιώτης παρέλαβε μεθ' εαυτού τριακοσίους εκ του τμήματος των Χασίων με σημαίαν, αναπεπταμένην» (α).

Το (α) είναι παραπεμπτικόν εις το τέλος του τεύχους (σ. 23) ένθα αναγράφονται τα εξής:

«Η πρώτη υψωθείσα σημαία έφερεν άνωθεν Σταυρόν, με γραμμάς κάτωθεν αυτού 16, κατά το σύνθημα της Εταιρίας των Φιλικών και με επιγραφήν «ή ελευθερία ή θάνατος.» Κατόπιν δε ο Ν. Σολιώτης έλαβε προσφερθείσαν αυτό παρά της Μονής Αγίας Λαύρας την χρυσοκέντητον επί των Αυτοκρατόρων Χριστιανών σημαίαν της Μονής, φέρουσαν εξ ενός μέρους την Ανάστασιν και ετέρωθεν τον Άγιον Γεώργιον. Σώζονται δε ως παρακατατεθείσαι μετά τον Αγώνα παρά του κ. Σολιώτου εις την ρηθείσαν Μονήν αμφότεραι αύται αι σημαίαι.»

[3] Εις τον κ. Γ. Ζησίου αναγράφονται τα της αρματωλικής ενδυμασίας εις Λόγον αυτού «απαγγελθέντα την 26 Μαρτίου 1889 εν τη εταιρία των Φίλων του Λαού» και εκδοθέντα εις τα πρακτικά της εταιρίας το 1889 (επίμετρον Βον)

Επίσης εις την «Εβδομάδα» (τόμ. Στ. 1889 τεύχος 14 και 15.).

[4] Τα ανέκδοτα Απομνημονεύματα του Κονδάκη, των οποίων ευγενώς επετράπη ημίν η μελέτη και η χρήσις, φέρουν την ιδιόρυθμον επιγραφήν, αλλ’ όχι και αδικαιολόγητον:

«Υπομνήματα αναγκαιότατα, αξιόπιστα και αξιοσημείωτα προς γνώσιν των απογόνων του υποφαινομένου, οι οποίοι εντέλλονται να τα έχωσιν ως οδηγόν και να εξακολουθώσι την σειράν των σημειώσεων των κατά καιρούς συμβαινόντων. Την α’ Μαρτίου 1820. Εν Αγίω Πέτρω. Αναγνώστης Κονδάκης.»

Ο Ιωάννης (Αναγνώστης) Αθανασίου Κονδάκης, εγεννήθη εν Αγίω Πέτρω την 8 Μαρτίου 1782, ενυμφεύθη την 20 Απριλίου 1796 —τοv ενύμφευσαν δηλαδή οι γονείς του— και απέθανεν εν Αθήναις την 24 Φεβρουαρίου 1851, βουλευτής διατελών τότε. Τρεις ημέρας μετά τον γάμον του ανεχώρησεν, όπως εξακολουθήση τας σπουδάς του. Όταν, μεθ’ ικανόν χρόνον, κατώρθωσαν να τον πείσουν να επανέλθη εις την οικογενειακήν εστίαν, διέμηνεν εις Άγιον Πέτρον δύο μόνον έτη και έφυγε πάλιν κρυφίως, μεταβάς εις Βυτίναν προς εξακολούθησιν των σπουδών του, διότι ο προς τα γράμματα έρως του ήτο το επικρατέστερον εις αυτόν τότε αίσθημα. Τέλος επείσθη, μεταβάσης εκεί και της μητρός του να επανέλθη οριστικώς, όταν εδόθη αυτώ υπόσχεσις, ότι θα μετακληθή διδάσκαλος εις Άγιον Πέτρον.

Καθ’ όλον τον Αγώνα και κατόπιν διέλαμψεν η φιλοπατρία και η εντιμότης του χαρακτήρας του Κονδάκη.

Τα Απομνημονεύματά του είναι πυκνώτατα γραμμένα χωρίς κανέν περιθώριον να μένη εις ένα μικρόν καταστιχάκι με δέρμα κανελλί.

Κάποτε το επεσκέφθησαν και οι σήτες χωρίς να επιφέρουν ευτυχώς εις αυτό ουσιώδη καταστροφήν.

Εις το καταστιχάκι όμως αυτό περικλείονται αληθείς θησαυροί πληροφωριών. Συνεβουλεύσαμεν όπως εκδοθή το κείμενον μόνον, όπως είναι, ιερόν πράγματι μνημείον, αι πολύτιμοι δε πληροφορίαι, ας έχει περισυλέξη ο αξιότιμος εγγονός του, κ. Ι. Κονδάκης, πολιτευτής και πρώην Νομάρχης, να τεθώσιν εις το τέλος και εις την εισαγωγήν.

Εις τα Απομνημονεύματα αυτά πλην των συγχρόνων του γεγονότων περιέχονται εξ ασφαλών παραδόσεων και πληροφορίαι από των αρχών του 16ου αιώνος, εν αις και η περί του συνοικισμού του Αγίου Πέτρου. Προς τούτοις ικαναί οικογενειακαί του πληροφορίαι, ποικίλα ανέκδοτα και χαρακτηρισμοί προσώπων και γεγονότων προ του Αγώνος, κατ' αυτόν και κατόπιν μέχρι της αφίξεως του Βασιλέως Όθωνος.

[5] Εις το υπ' αριθμόν 8702 χειρόγραφον της Εθν. Βιβλιοθήκης το περιέχον τον παρ' ημών εκδοθέντα βίον του Ζαχαριά, σημειούνται τα εξής,

«Κατάλογος των Συντρόφων του Ζαχαριά και Καπετανέων Μωρέως και Μάνης και τινες της Ρούμελης,

α'. Ο Μαντζάρης από Τριπολιτζά, χωρίον Πιαλί της Μαντινείας.

β'. Οι Πετμεζάδες από Καλάβρυτα, χωρίον Σουδενά Αχαΐας.

γ'. Ο Ζαχαριάς από Μιστρά, χωρίον Μπαρμπίτζα της Λακεδαίμονος.

δ' Οι Κολοκοτρωναίοι από Καρύταινα, χωρίον Λιμποβίση.

ε'. Μέλιοι από Αρκαδιά, χωρίον Φιλιατρά.

στ'. Γεώργος από Αετόν, χωρίον Κοντοβούνια της Αρκαδιάς.

ζ'. Αν. Σαμπαζιώτης από Μεγαλόπολιν χωρίον Σαμπάζικα,

η'. Ν. Τουρκολέκας από Λεοντάρι χωρίον Σαμπάζικα.

θ'. Σταματέλος από Λεοντάρι, χωρίον Σαμπάζικα.

ι'. Κεφάλας από Λεοντάρι, χωρίον Σαμπάζικα.

ια'. Αθ. Καράμπελας από Αγ. Πέτρον, Δἐρβεια Μαντινείας.

ιβ'. Μαντάς από Άγιον Πέτρον Βούρβουρα Κυνουρίας.

ιγ'. Καλιαντζής από Άγ. Πετρον Τζάκονας Σίτινα Κυνουρία.

ιδ' Πέτ. Κουνουπιώτης Τζάκωνας Κουνουπιώτης Λακεδαίμων.

ιε'. Μακρυγιάννης από Μοναστηράκι, Λάλα.

ιστ'. Νικολόπουλα, Πηγαδιώτες, Λογκάστρα Μάνη Λακεδαίμων.

ιζ'. Μαρτζίλιος Μπαρμπιτζιώτης, Λακεδαίμων.

ιη'. Καπετανιάνοι Πετροβούνι, Μάνης, Μικρή.

ιθ', Παναγιωταραίοι Καστάνια, Μάνης, Ανατολική.

κ'. Οσμάν Μπουλούμπασης Αργυρόκαστρον.

κα'. Πετροπέτροβας Αρκαδιά, Ψάρι.

κβ'. Μουσάς Μπεράτι.

κγ'. Κουλοσπύρος Αρκουδόρευμα Καρύταινα.

κδ'. Δημ. Ατέσης Ύδρα.

κε'. Μιχαλιός (Κρης) Σφακιά.

κστ'. Γρηγοράκης Μάνη, Λαγιάτης.

κζ'. Κυτρινιάρης Μάνη, Σκαρδαμούλα.

κη'. Καπετάν Παναγιωτάκης Μάνη Πετροβούνι, Αλμυρό.

κθ'. Γεώργ. Σχίζας Άργος (μέσα από τ' Άργος).

λ'. Τζιαπάρας Χέλι.

λα'. Μητρομάρας Χέλι Καρύταινας.

λβ'. Ντελιγεώργης Γαστούνη, Αλή Τζελεπή, υιός του Γιαννιά.

λγ'. Τζελογιάννης Κάτω Ναχαγιές Καστρί (Ερμιόνης).

Επίσης εις τα Απομνημονεύματα του Κονδάκη υπάρχει σημείωμά τι φέρov την επιγραφήν: «Οι κλέπται της Πελοποννήσου οι «ονομαστώτεροι» μεθ' ο τα επόμενα:

«Ο Παναγιώταρος, ο οποίος πολεμών εχάθη εις την Μεγάλην Καστάνιαν, ο Αντωνάκης Αγιοπετρίτης, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, ο Μαντζάρης, ο Ζαχαρίας Βαρμπιτζώτης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο παλαιός Μαντάς από Βρούστια, ο Κουλομεντζίνιος Βαρβιτζώτης, ο Γιαννιός Πατρέος, ο Αθανάσιος Πετιμεζάς, ο Κόλιας Πλαπούτας και ο ανεψιός του Θανάσης, ο Δημήτριος Καλιοντζής Σιτενιώτης».

 

 


© Γιάννης Παπαθανασίου