ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


 

Τα διηγήματα που ακολουθούν πρωτοδημοσιεύτηκαν σε ψηφιακή μορφή στον ιστοχώρο του Ν. Σαραντάκου.

Πληροφορίες για τον Γιάννη Βλαχογιάννης εδώ

 

 


 

Η κυρα-Πανώρια, η χήρα του μακαρίτη του Σπύρου Θιοφίλη, κάθονταν μαζί με την κόρη της, την όμορφη Μέλπω, στην Απάνου γειτονιά, στη μέση του στενού δρόμου, που κουλουριάζεται στον ανήφορο, λιθοχτισμένος από τον τούρκικο καιρό. Εκεί είχαν, ανάμεσα σε δύο αρχοντόσπιτα, το μικρό κάτασπρο σπιτάκι, το μόνο που τους άφησε, μαζί μ’ ένα παλιάμπελο, ο γερο-Σπύρος, αφού πάλεψε όλη τη ζωή του. Κι ήταν αυτά, το σπίτι και τ’ αμπέλι, το μόνο αντιστύλι και καταφύγιο στα δυο αδύνατα κορμιά, που είχαν μείνει έρημα στον κόσμο, χωρίς φως και χωρίς ίσκιο. Κι ήταν, το ταπεινό σπιτάκι και τ’ αμπέλι το φτωχικό, η μόνη ελπίδα κι η προίκα η λιγοστή της Μέλπως, της παινεμένης. Καλά είναι τα πλούτη, τ’ άσπρα τα πολλά, τα σπίτια και τ’ αμπέλια, για όσους τα ’χουν. Είναι ποθητά σε μάνα, όποια έχει κόρη μονάκριβη κι αγαπημένη και φλέγεται να της εύρει γαμπρόν άξιο για την τύχη και τη ζωή, που σ’ όνειρο χρυσό της πλάθει η ψυχή της. Πώς ήθελε κι η κυρα-Πανώρια, η άξια χήρα, να ’χει φλουριά πολλές χιλιάδες, να ’χει χτήματα πολλά, να ’χει τα προικιά στοίβους μέσα στο σπίτι, για να τα δώσει όλα στη Μέλπω της, τη γλυκιά παρηγοριά της και περηφάνια!

Δεν ήταν όμως κι αυτό το πράγμα άξιο να φέρει σ’ απελπισιά την κυρα-Πανώρια. Και ποια μάνα, θα πεις, χάνει ποτέ την ελπίδα για την καλή τύχη του παιδιού της; Πολλές φορές εκεί που χτένιζε τη Μέλπω και της άπλωνε στις πλάτες τα μαλλιά, τα κατάμαυρα, που γυάλιζαν με κάτι βαθιές αναλαμπές σαν τα γεράνια φτερά της πάπιας, της έλεγε η κυρα-Πανώρια μ’ αγάπη·

- Έγνοια σ’, καλή μ’, κι ο θεός δε θα σ’ αφήσει έτσι. Εσύ να είσαι καλά, κι η μοίρα σ’ θα ’ρθει μοναχή της να σ’ εύρει.

Ναι, μανούλα, έλεγε κι η Μέλπω η πονηρή, που έμπαινε  στα λόγια της μάνας της· έχει ο θεός και για μένα. Μοναχά εσύ να είσαι καλά, μανούλα.

Η κυρα-Πανώρια έριχνε την ελπίδα της στο θεό, δε σταύρωνε όμως κι αυτή τα χέρια να περιμένει ό,τι της πέσει από τον ουρανό. Ήταν φτωχή, κι αυτό δεν είναι ντροπή, παρά είν’ ανάγκη, κι η ανάγκη δεν είναι ντροπή. Ήταν χήρα· ο θεός αφού θέλησε και πήρε τον άντρα της, θα την είχε σ’ οργή, αν την έβλεπε να πέφτει κι αυτή του θανάτου, πριν της έρθει η ώρα. Είχε και της Μέλπως την τρυφερή και μεγάλη έγνοια, κι ήταν αυτή πια και μάνα της και πατέρας της, κι έπρεπε για πολλά να σκεφτεί και να φροντίσει.

Έπειτα, κοντά σ’ αυτά, δεν είχε γεννηθεί τέτοια η κυρα-Πανώρια, η τετραπέρατη, δεν ήταν σαν τις πλιότερες γυναίκες του κόσμου, να μην μπορεί να κρατήσει νοικοκυριό μοναχή της, αφού έλαβε την κακοτυχιά να χάσει το στήριγμα του αντρός της. Ήταν γυναίκα έξυπνη, άξια μ’ ό,τι να καταπιαστεί, πρόθυμη όλα να τα κάμει, γελαστή, καλόβολη να τρέξει εδώ κι εκεί, να πάει σε χαρά, να βρεθεί σε λύπη, να μην ειπεί όχι σε κάθε κάλεσμα, σε κάθε ανάγκη που της είχαν.

Συχνά λοιπόν έβλεπες την κυρα-Πανώρια, τη χήρα, να γυρίζει τα στενά ψηλή, μαυροφόρα, στέρεη κι όχι πολύ νια, μα όχι και γριά ακόμα, και να χαιρετάει σε κάθε παράθυρο και πόρτα. Δεν ήταν άνθρωπος σ’ όλη την πόλη, που να μη γνωρίζει την κυρα-Πανώρια. Όταν φαίνονταν όμως καμιά φορά μαζί με τη Μέλπω, και διάβαιναν οι δυο το μεσανό δρόμο, τον πιο πλατύ, για να παν στο σπίτι ενώ γύριζαν το βράδυ από τ’ αμπέλι, τότε έλαμπε ο δρόμος, αναστέναζαν τα μαγαζιά, βόγκαε ο τόπος όλος.

- Περνάει η χήρα με την κόρη της!

Περνούσε η κυρα-Πανώρια βλέποντας εδώ κι εκεί, όπως πάντα, και χαιρετώντας, περνούσε κι η όμορφη Μέλπω κοιτάζοντας χαμηλά, λίγο πιο μπρος από τα βήματά της, κοιτάζοντας μ’ εκείνα τα μάτια τα μεγάλα κι ισκιερά, που νόμιζες, καθώς ήταν κατεβασμένα, πως κρυφοθωρούσαν με συλλογισμό στα πλάγια. Περνούσε μ’ εκείνο το ψηλόλιγνο κορμί, σκυμμένο λίγο, με τον αλαφρό ρυθμό στο βάδισμά της, με τη σκεφτική ντροπή στο πρόσωπο, το μελαχρινό και λυπημένο, και με τα κοράκινα μαλλιά, τις παχιές πλεξίδες, μακριές ως κάτου από τη μέση, που φάνταζαν σα δεντρογαλιές, σαν πελατίκια, που ήθελαν, έλεγες, να πνίξουν παλικάρια, που ζητούσαν, θαρρούσες, κόσμον όλο να χαλάσουν!

Έφτανε να τις ιδείς μαζί, τη μια στο πλευρό της άλλης, για να καταλάβεις αμέσως ότι δεν έμοιαζαν σε τίποτα, μάνα και θυγατέρα, μεταξύ τους. Δεν έμοιαζαν στα γνωρίσματα του κορμιού· η μια ήταν, η μάνα, χοντρή, βαριά, με σείσιμο ζωηρό, παλικαρίσιο, με περπάτημα αντρικό, με πλάτες ανοιχτές, μ’ ώμους γιομάτους, με στήθια και με μάγουλα φουσκωτά. Η άλλη, η κόρη, ήταν λυγερή, ανάλαφρη σα να ’χε φτερά, με κίνημα σιγαλό και δειλιασμένο, με κούφιο βήμα, που έλεγες δεν άγγιζε το χώμα· με κορμί αδύνατο, με πρόσωπο αχαμνό, με δέρμα χλωμό και χνουδωτό σα ροδάκινο από τη μεριά που δεν το βλέπει ο ήλιος. Δεν έμοιαζαν και στην καρδιά συνατές τους οι δυο γυναίκες. Η πρώτη ήταν ανέγνοιαστη, αλλά και παραδομένη σε ξένες έγνοιες, ελεύτερη, πολύλογη και πολλές φορές γλωσσού, επιδέξια ν’ ανάβει έχτρες, να δένει φιλιές, να ξεγυμνώνει ντροπές και πομπές να σκεπάζει. Ενώ η άλλη, η Μέλπω η μαυρομάτα και μελαχρινή, ήταν η ανάποδη θωριά της μάνας της· κρυφή, λιγόλογη, μαζωμένη, γιομάτη ντροπή, συλλογή κι υποκρισιά. Μ’ ένα λόγο η μια έμοιαζε ρέμα, που χύνεται αφρισμένο από τη βροχή για να ξεθυμάνει σε λίγο, κι η άλλη ποτάμι βαθύ και σιγαλό, που δεν ξέρεις μέσα του τι κρύβει και τι κατεβάζει.

Ας είχαν όμως, μάνα και θυγατέρα, αυτές τις διαφορές, κι ας ήταν οι δυο ανόμοιαστες πλασμένες· αυτό δεν έσβηνε την αγάπη τους, ούτε μπορούσε τη σύμφωνη κι αρμονική ζωή τους να ταράξει. Μάλιστα έκανε πιο ταιριαστή τη συντροφιά τους, κι έδενε σφιχτότερα της μάνας την καρδιά, που ξεχείλιζε από λόγια κι από χάδια, με την καρδιά της κόρης, που δείχνονταν μόνο στα μάτια κρυφή σα φοβισμένη.

Μέλπω, έλεγε η κυρα-Πανώρια και κολλούσαν τα χείλη της. Όπου κι αν ήταν, όποτε κι αν τύχαινε, δεν έπαυε να προφέρνει με περηφάνια τ’ όνομα της Μέλπως. Η Μελπομένη μ’ έκαμε τούτο, η Μελπομένη μ’ έκαμε κείνο, έλεγε. Η Μελπομένη μ’ είπε αυτό. Η Μελπομένη μ’ ράβει, κεντάει, υφαίνει στον αργαλειό. Η Μελπομένη μ’ στήνει τα προικιά της. Η Μέλπω μ’, ζωή να ’χει, όλα τα ξέρει! Όταν πάλι άκουε να την ’παινούν, άνοιγε η καρδιά της κυρα-Πανώριας. Και ποιος τολμούσε, θα πεις, να την ψέξει, τη Μέλπω, και να πει κακό γι’ αυτή, που αν το μάθαινε η χήρα, δε θα ’βρισκε τόπο να κρυφτεί από την κοφτερή της γλώσσα;

- Η δική μ’ η κόρη! έκανε, άμα στέκονταν σε καμιά ξένη πόρτα κι άνοιγε κουβέντα η κυρα-Πανώρια. Κανένας δεν είν’ άξιος να πει κακό, γιατί γυρίζει και πέφτει στο κεφάλι τ’!... Εγώ που γελάω όσα θωρώ αλλού, δε θέλω να τα ’βρω στο σπίτι μ’. Κάλλιο έχω να τη θάψω ζωντανή!... Ξέρω γω την αναθροφή που της έδωκα… Η δική μ’ η κόρη είν’ αθέρας, και δεν την πιάνουν όσα κι αν της λαλήσει ο φτόνος!

Αφού γύριζε στο σπίτι, έλεγε με την ίδια ορμή στη Μέλπω·

- Τήρα καλά, κακομοίρα, γιατί φίδια που σ’ έφαγαν! Βλέπεις πώς αγωνίζομαι για σένα, θέλω και συ να μη δώσεις αιτία ν’ ακούσω λόγο…

- Μα γιατί μ’ τα λες αυτά, μανούλα; σου ’φταιξα τίποτα και κάνεις έτσι;

Και σήκωνε τα μάτια με παράπονο, έτοιμη να κλάψει η Μέλπω.

Τότε την αγκάλιαζε η μάνα της μ’ αγάπη, τη φιλούσε στα μάτια και στα φρύδια και της έλεγε·

- Όχι, καλή μ’ εγώ δεν έχω με σένα τίποτα… Ας λέω ’γω. Μη με συνερίζεσαι γιατί θυμώνω καμιά φορά.

Κι άρχιζε πάλι τις καυχησιές και την κακολογιά του κόσμου.

Μ’ όλες όμως αυτές τις συμβουλές, μ’ όλες τις παράλογες φοβέρες και τους εύκολους θυμούς της, η κυρα-Πανώρια είχε τόση αγάπη στη Μέλπω και τόση περήφανη και μεγάλη γνώμη γι’ αυτή, που δε θα πίστευε ποτέ κακό, κι αν το ’βλεπε η ίδια με τα μάτια της.

 

Το σωστό ήταν, αυτό που γνώριζε κι όλος ο κόσμος, πως η Μέλπω δεν είχε δώσει ως τότε την παραμικρή αφορμή ν’ ακουστεί σε τίποτα τ’ όνομά της. Κάθε γειτόνισσα κι αν ήθελε να πει κακό, κι αν γύρευε ψεγάδια να βρει, δεν μπορούσε παρά να μαρτυρήσει της Μέλπως τη φρονιμάδα.

Όλη τη μέρα της η Μέλπω περνούσε κλεισμένη στο σπίτι, πιασμένη με δουλειά πάντα. Δρόμους και γειτονιές δεν ήξερε χωρίς τη συντροφιά της μάνας της. Μιλήματα σιγανά και χτυπητά γέλια με τις άλλες γειτονοπούλες δεν έβανε στο νου της. Γλυκόλογα και κρυφές ματιές με τα παλικάρια ουδέ στ’ όνειρό της. Άντρας περαστικός ή νιος συχνός διαβάτης δεν την είχε ιδεί ποτέ να προβαίνει στο παράθυρο. Μπορεί να περνούσε από το δρόμο της καμιά παρέα, μπορεί ν’ ακούονταν σιμά στη χαμηλή πόρτα της κανένα γλήγορο βιαστικό τραγούδι· γλήγορο και βιαστικό, γιατί η κυρα-Πανώρια δε χωράτευε. Μπορεί να φτερούγιαζε ως τ’ αυτιά της Μέλπως κανένας φλογισμένος στεναγμός, που έχυνε όποια καρδιά πονούσε για τα δικά της ή γι’ άλλα γλυκά μάτια. Η Μέλπω ποτέ δεν είχε δείξει αν ένιωθε πως κλαίει κανείς γι’ αυτή, πως χάνονται πολλοί για τη δική της αγάπη.

Τελευταία κάποιοι λόγοι άρχισαν να τρέχουν από στόμα σε στόμα, πρώτα να φέρνουν το γύρο της γειτονιάς κι ύστερα ν’ απλώνονται ως τις τέσσερις άκρες της χώρας. Ήταν όμως λόγοι για έπαινο της Μέλπως κι όχι για κακό ειπωμένοι. Λόγοι για συμπεθεριές και λόγοι για γάμους. Λόγοι που έδειχναν, πως η κυρα-Πανώρια προξένευε την κόρη της, τη μοσκοθρεμμένη, αλλά βασανισμένη από την ορφάνια. Κι είχ’ έρθει η ώρα της όμορφης Μέλπως, αυτό το ’λεγε κι όλος ο κόσμος. Η Μέλπω ήταν σαν τριαντάφυλλο τρυφερό, που πρωτάνοιγε τα δροσερά φύλλα του στο φως και στη θέρμη του ήλιου. Τρεις, τέσσερις προξενιές ακούστηκαν η μια κοντά στην άλλη, προξενιές για τη Μέλπω κι από γαμπρούς καλούς κι άξιους της Μέλπως. Η κυρα-Πανώρια όμως (αυτό φάνηκε παράξενο) έδιωξε και τις τρεις με περηφάνια. Κι όταν μαθεύτηκε στη γειτονιά κι έλαβαν την τόλμη να τη ρωτήσουν, η κυρα-Πανώρια είπε·

- Δεν την έχω ακόμα για δόσιμο την κόρη μ’.

Αυτός ο λόγος όμως δεν έφτασε να χορτάσει την αχόρταστη επιθυμιά του κόσμου. Οι γειτόνισσες, και μάλιστα όσες είχαν κόρες της παντρειάς, το ’καμαν ζήτημα χωρίς τέλος στις κουβέντες τους.

- Ακούς εκεί, έλεγαν, να διώξει τέτοια προξενιά, που κι άλλες νύφες με τετράψηλα τα προικιά και με χιλιάδες μετρημένες στο χέρι, θα την είχαν καύχημα και τιμή τους; Και τι; Είναι καλύτερο το σπίτι του Θιοφίλη από του Χολέβα, που δεν καταδέχτηκε η κυρα-Πανώρια να του δώσει την κόρη της; Κι ο γιος του Λαγαρού δεν ήταν καλός τάχα για τη Μέλπω; Κι ο Νίκος ο Μαλάμος δεν της άρεσε; Και τι ’ναι αυτή τάχα, δε μ’ λες; Η κυρα-Πανώρια! Κι η θυγατέρα της ένα γυμνό κορμί, που δεν έχει στον ήλιο μοίρα!

- Πάρα πολύ μεγάλη όφρυδα σήκωσε, έλεγε άλλη, και δε μ’ αρέσ’ ολότελα. Δεν κοίταζε η κακομοίρα να σκεπάσει τ’ ορφανό, τώρα που ηύρε, παρά γυρεύει μεγαλεία. Αντί να δοξάσει το θεό, πο’ ‘στειλε στην πόρτα της τέτοια τύχη, αυτή ακόμα περσότερο το παίρνει απάνου της και καμαρώνει.

- Ναι, αλλά όποιος κοιτάζει ψηλά, γλήγορα χαμηλώνει· αυτός που το είπε, κάτι ήξερε.

- Δεν είν’ απ’ αυτό, πο’ ’στειλε πίσω και τις τρεις προξενιές η κυρα-Πανώρια· είπε άλλη, η Κατέρω, η μισότριβη κι ανύπαντρη ακόμα, με τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά και τη μεγάλη γλώσσα (ήταν αυτή από την Πέρα γειτονιά, κι έτυχε διαβατική να λάβει μέρος στη λογοκοπιά τους). Δε φταίει, που λέτε, η κυρα-Πανώρια· φταίει η Μέλπω. Αυτή δε θέλησε να πάρει κανένα, γιατί αγαπάει κάποιον…

- Ποιον;

- Αγαπάει το Γιώργα το Σκοτίδα.

- Αγαπάει το Γιώργα το Σκοτίδα! Η Μέλπω αγαπάει το Γιώργα το Σκοτίδα!

Έπεσε αυτός ο λόγος ξαφνικός ανάμεσα στις γλωσσοκοπάνες. Όχι πως δεν ήταν άξιος, μαθέ, ο Γιώργας να πάρει τη Μέλπω (τι μας ήταν στα τελευταία κι αυτή η Μέλπω;). Ίσα ίσα, ήταν άξιος και παράξιος για τη χάρη της. Καλό παιδί. Περήφανο κι όμορφο παλικάρι. Καρδιά ασημένια. Φτωχός, θα πεις; Χωρίς έργο ταχτικό; Ναι, αλλά είχε γερά τα χέρια και πάντα έβρισκε δουλειά. Πότε πήγαινε με τα καΐκια, πότε άνοιγε ταβέρνα και πουλούσε κρασί, κι είχε τρόπο να βγάνει το ψωμί του και να διατηράει το σπίτι του. Ακόμα, είχε δεν είχε δουλειά, τον έβλεπες πάντα γελαστόν, ανοιχτόκαρδον, με το τραγούδι αχώριστο σύντροφό του. Στο τραγούδι μάλιστα δεν του παράβγαινε άλλος. Λοιπόν δεν ήταν τ’ όνομα του Γιώργα που έκαμε τις καλές γυναίκες να ξεφωνίσουν. Τους φάνηκε ντροπή αυτές να μην ξέρουν ως τώρα τίποτα για τέτοι’ αγάπη, και να ’ρθει άλλη από την Πέρα γειτονιά ν’ ανοίξει τα κοιμισμένα μάτια τους, που δεν έβλεπαν ό,τι γίνονταν εμπρός τους. Κι αν δεν είχαν κανένα σημάδι για να κρίνουν αν ήταν αληθινά τα λόγια της Κατέρως, όμως δεν άργησαν χωρίς πολύ κόπο να τα πιστέψουν.

 

Αυτές τις μέρες, ένα πρωί, σηκώθηκε η κυρα-Πανώρια και ’τοιμάστηκε να πάει στ’ αμπέλι. Πριν κινήσει όμως, κάθισε κοντά στη γωνιά, στο στρώμα, έβαλε και τη Μέλπω εμπρός της να καθίσει και της έλυσε τις δυο πλεξίδες να τη χτενίσει, πριν φύγει. Χύθηκαν κύματα της Μέλπως τα μαλλιά και σκέπασαν τους ώμους και το πρόσωπό της. Η κυρα-Πανώρια έμεινε λίγη ώρα βλέποντας ακίνητη, θαμπωμένη από τέτοια πανέμορφη γλυκιά εικόνα, κι άξαφνα έσκυψε και φίλησε τη Μέλπω στο μάγουλο, ανάμεσα στ’ απλωτά μαλλιά της. Ύστερα έπιασε το χτένι κι άρχισε αργά κι απαλά να τη χτενίζει. Και κάθε κίνημα του χτενιού συνόδευαν σα νανούρισμα τα μητρικά λόγια της κυρα-Πανώριας, γιομάτα χάδια και καμάρι. Ανέβαινε και κατέβαινε το χτένι από την κορφή ως κάτου, και κάποτ’ έκανε να φαντάζουν χρυσόκλωνα γαϊτάνια τα μαλλιά της Μέλπως, κάποτε σύρματ’ αργυρά, κάποτε φίδια κουλουριαστά ή απολυμένα. Η Μέλπω με μάγουλα κόκκινα, σκεπασμέν’ από των μαλλιών την πυκνή σκέπη, με μάτι’ ανήσυχα κι αστραφτερά μέσ’ απ’ αυτό το χαριτωμένο δίχτυ, ακροάζονταν προσεχτικά της μάνας της τα λόγια, κι ας μην έδειχνε, μένοντας ακίνητη με τις πλάτες σ’ αυτή γυρισμένες. Κάτι είχε καταλάβει η Μέλπω λίγες μέρες τώρα κι άρχιζε να την τρώει κρυφός φόβος. Τρανό κακό πρόσμενε να της έρθει.

Αφού την αποχτένισε και της έπλεξε σε δυο σφιχτές πλεξίδες τ’ ανυπόταχτα μαλλιά και τη φίλησε τελευταία για πληρωμή του κόπου της, η κυρα-Πανώρια τύλιξ’ ένα κομμάτι μαύρο ψωμί στη μαύρη ποδιά της, πήρε ένα μικρό γυναίκειο κλαδευτήρι κι έφυγε για τ’ αμπέλι. Αλλά τα λόγια της τ’ αμφίβολα και σκεφτικά, η όψη της που πρόδινε το νου σκοτισμένον μ’ έγνοιες πιο σοβαρές από του αμπελιού την έγνοια, όλα της κυρα-Πανώριας τα φερσίματα την έκαναν να φαίνεται πως για κάποιον άλλο δύσκολο και μυστικό σκοπό ξεκινούσε.

 

Σαν έμεινε η Μέλπω μοναχή και σφάλισε από μέσα την πόρτα, στάθηκε μια στιγμή ορθή, με τα μάτια στυλωμένα ενάντια και τολμηρά στη φωτιά, τη φτωχή κι άψυχη πρωινή φωτιά, που έφεγγε θαμπή στης γωνιάς την άκρη. Κάποια συλλογή και κάποια τόλμη έδειχναν εκείνα τα γλυκά μεγάλα μάτια. Θαρρούσες η παράξενη φλόγα τους κι η ταραχή πως αναρωτούσαν και ’ξέταζαν την άλλη φλόγα, την ταπεινή και νυσταγμένη. Πήγε κοντά ύστερα, πάντα σκεφτική, γονάτισε απάνου στης γωνιάς τον ανυψωμένο γύρο κι άρχισε ν’ ανασκαλεύει, ψάχνοντας μέσα στη στάχτη, σα να ζητούσ’ εκεί να ’βρει ό,τι έκρυβε στο νου της. Όξω ήταν ημέρα γλυκιά και καλοκαιρινή, κι η Μέλπω συμμάζευε ακόμα τη φωτιά, κι έβανε ξύλα, και φυσούσε μ’ αναμμένα μάγουλα, και φυσούσε άσκοπα να τη δυναμώσει. Κι αφού την ξάναψε και την έκαμε να λαμπαδιάσει, έμεινε κοντά της πολλή ώρα λησμονημένη γονατιστή, βλέποντας τ’ αλαφρά φτερουγιάσματα της φλόγας.

Το μεσημέρι σαν έφαγε πρόχειρα, στο γόνα πάνου, λίγο ψωμί μ’ ελιές (γιατί ποτέ δεν ήθελε να στρώσει τραπέζι άμα έλειπε η μάνα της), πήρε η Μέλπω το πλέξιμό της μέσα στο μικρό κανίστρι και βγήκε στην αυλή. Έβλεπε αυτή κατά τον πίσω δόμο, το στενόν κι έρημο, που περνούσε ανάμεσα σε μαντρωμένα περιβόλια από λεμονιές και πορτοκαλιές. Εκεί εύρισκε λίγη άνεση κι αναπνοή η Μέλπω από τη στενοχώρια και τη μοναξιά του σπιτιού. Εκεί στην αυλίτσα με τ’ άνθη τα λιγοστά, όσα χωρούσε, και με την άσαρκη στραβόλαιμη κορομηλιά, κι εκεί από κάτου στην κορομηλιά καθισμένη, περνούσε η Μέλπω τις θερμές προσήλιες ώρες του χειμώνα κάτου από τα γυμνά κι αδύνατα κλωνάρια της, και τις δροσερές δειλινίσες ώρες του καλοκαιριού στον ίσκιο της τον αλαφρόν και αριοπλεγμένο.

Έβαλε το καλαθάκι κοντά στην κορομηλιά. Το χαμηλό ξύλινο σκαμνί την περίμενε, όπως πάντα, στου δέντρου τη ρίζα. Εκεί συνήθιζε να κάθεται, έχοντας τον κορμό του δέντρου κατά τον ήλιο, κι έπλεκε ακίνητη με τα γόνατα σμιχτά, τυλιγμένο το πρόσωπο σα γριά μ’ ένα βαθύ μαντίλι, ακουμπισμένη στο δέντρο, άλαλη κι ατραγούδητη πάντα.

Γύρω της βασίλευε ατάραχη γαλήνη. Σπάνιο ήταν ν’ ακουστεί κανένα βροντερό βήμα στο μικρόν έρημο δρόμο. Ήταν όμως κάποιο βήμα που το ’νιωθε από μακριά η Μέλπω, βήμα γλήγορο κι αλαφρό, σα λαγού που διάβαινε από την κρυφή πορειά του. Αυτό αντηχούσε ποθητό στην καρδιά της Μέλπως, με χτύπους γοργούς και δυνατούς, σιγαλό και προφυλαγμένο. Όταν από πέτρα σε πέτρα πλησίαζε ή έφευγε κατά την άλλη πλευρά του δρόμου, ήταν άτυχος γνώριμος κι αγαπημένος, που έφερνε αντάμα του, ή έπαιρνε μαζί με την καρδιά της Μέλπως το νιο που αυτή αγαπούσε.

Εκεί, στην αυλή, φύτρωσε κι αναστήθη, μακριά και χωριστά από ξένο μάτι, της Μέλπως η αγάπη. Κι από το δρόμο τον έρημον και μικρό λάβαινε τη δροσιά της, ως να μεγαλώσει και να ξεπεταχτεί δεντρί ψηλόκορμο και βαθιά ριζωμένο. Από το δρόμο τον έρημον και μικρόν καρτερούσε τη μόνη αγνή θροφή της, τις φωτεινές ματιές, τα γοργά διανέματα, τα φτερωτά λόγια, τα χαμόγελα και τα φιλιά τα πεταχτά στον αέρα. Κι αν από κάτου στη σκέπη του σκοταδιού άνοιξε ποτέ της αυλής η παλιά πόρτα, που έτριζε στου λιωμένους αρμούς της, αυτό ποιος μπορεί να το μαρτυρήσει; Ξέρει η αγάπη τέχνες να μαλακώνει του σιδέρου το θυμό, να νικάει το ψήλωμα του τοίχου, ν’ αποκοιμίζει τη φυλακή του σκύλου. Ας μολογήσει η μικρή αυλή όσα είχε ακούσει ή όσα είδε, ας ειπεί ο δρόμος ο ήσυχος όσα είχε ακροαστεί, ας μουρμουρίσουν οι λεμονιές, που προβάλλουν από τους τοίχους τις πλούσιες και βαριές κορφές τους, όσα είχαν εκείθε αγναντέψει· ας φανερώσει κι η γριά κορομηλιά όσα μυστικά, αγνώριμα κι αμολόγητα, έκρυψε από κάτου στα μισόξερα κλαδιά της.

Είχε αρκετήν ώρα η Μέλπω που γύριζε ανήσυχη στην αυλή, φεύγοντας εδώ κι εκεί σαν πεταλούδα. Εύρισκε κάποια αφορμή πάντα, για να μην καθίσει, όπως έκανε άλλες φορές, στην συνηθισμένη θέση της. Δεν είχε πια γνώμη για πλεξίματα και για ετοιμασίες των φτωχικών προικιών της. Έτσι βρέθηκε κοντά στην αυλόπορτα τη στιγμή που ακούστηκε να σιμώνει ο ανυπόμονος άγγελος, το βήμα του καλού της. Σε λίγο στάθηκε μπρος στην πόρτα· ήταν ο Γιώργας. Η αδύνατη σανίδα χώριζε τις δυο διψασμένες αγκαλιές, που ποθούσαν η μια την άλλη, κι οι χαραμάδες άφηναν να περνάει η ανήσυχη φλόγα των ματιών τους. Η φωνή τους έφτανε βραχνιασμένη και τρεμουλιαστή.

- Μέλπω, κάτι άκουσα να λέει ο κόσμος… Αλήθεια, ήρθαν προξενιές;

- Τώρα το μαθαίνω από σένα… Κάτι είχα καταλάβει από τα λόγια της μάνας… Γιώργα…

- … δική μου, Μέλπω;

- Δική σου.

- Για πάντα, στη ζωή και στο θάνατο;

- Ναι.

Αυτό το ναι το είπε σταθερά με φωνή βγαλμένη από τα βάθη η Μέλπω. Έπειτα, τίποτ’ άλλο. Δυο αχτίνες των ματιών αστραφτερές περασμένες από το χάραμα της πόρτας, κι ο Γιώργας ακολούθησε το δρόμο του κατά ’πάνου με το ίδιο αλαφρό, κλεμμένο βάδισμα. Ακούονταν αυτό σιγά να φεύγει πέρα, κι έσβησε στη στροφή του δρόμου. Τότε κάθισε κι η Μέλπω στη δουλειά της. Όμως ο νους της έτρεχε αλλού. Έκαμε πως ήθελε να πλέξει, έπειτα σηκώθηκε, πάντα με τα φρύδια σμιχτά, δείχνοντας το νου συλλογισμένον, και μπήκε στο σπίτι.

 

Ενώ η Μέλπω έτρεχε σ’ ανήσυχων λογισμών πέλαγο, που δυο ενάντιοι άνεμοι, ο φόβος κι η αγάπη το φυσούσαν, η κυρα-Πανώρια ακολουθούσε να παίζει το κρυφτό πολλές ακόμα μέρες και να βασανίζει την κόρη της με τα δίμορφα νοητικά της λόγια ή με την άλυτη σιωπή της, που χειρότερα τρόμαζε την καημένη Μέλπω. Τι έκρυβε τάχα με τόση επιμονή, τι μυστικές δουλειές ετοίμαζε η μάνα της, που άμα έβγαιναν στο φως, σ’ αυτή θα ξεσπούσαν; Όταν κάθε πρωί, ταχτικά, τη βοηθούσε η Μέλπω να ετοιμαστεί για τ’ αμπέλι (εκείνο το παλιάμπελο, που δεν άξιζε δα και τόσες σκοτούρες), πολέμαε να σμίξει τη ματιά της, που στρέφονταν εδώ κι εκεί και μόνο απάνου σ’ αυτή δε σταματούσε. Γύρευε απελπισμένη να βρει μια μικρή σπίθα, που να τη φωτίσει. Και λάχτιζε η δόλια της καρδιά, σαν άξαφνα έπιανε τη μάνα της παράξενα να την κρυφοκοιτάζει.

Ένα πρωί έκαμε καρδιά η Μέλπω και τη ρώτησε:

- Δε βαρέθηκες πλια, μανούλα, μ’ αυτό τ’ αμπέλι; Κάθε μέρα, χειμώνα καιρό, τι ζητάς εκεί πέρα; Δεν το μουτζώνεις κι αυτό και την προκοπή του;

- Μην το καταριέσαι, καλή μ’ γιατί αυτό μοναχό σ’ άφηκε ο πατέρας σ’ ο μακαρίτης. Έχεις τίποτ’ άλλα χτήματα, μαθέ, που το καταφρονάς έτσι;

- Μα γιατί δε με παίρνεις και μένα, κάλλιο, μαζί σ’ μανούλα, όπως άλλα χρόνια έκανες;

- Δεν είσαι συ για τ’ αμπέλι… Να κάθεσαι να κοιτάς το σπίτι και τη δουλειά σ’… Έγνοια σ’, ξέρω γω τι λέω… Δε σ’ έχω για τ’ αμπέλι… Τώρα όμως έχεις τέτοια όρεξη, πονηρή. Σαν αποχτήσεις και συ αμπέλια και χωράφια, και γίνεις κυρά μεγάλη, τότε δε θα καταδέχεσαι ούτε να πηγαίνεις να τα βλέπεις.

Πώς την έτρωγαν τη Μέλπω αυτά τ’ αποσκεπασμένα λόγια! Φλέγονταν να ’ρθει η μέρα που θ’ άνοιγε το στόμα η μάνα της και θα τη γλίτωνε απ’ αυτή την τυραννία. Αλλά και παρακαλούσε θερμά να μη σώσει ποτέ αυτή η σκοτεινιασμένη μέρα.

Μια φορά, στις πολλές όσες της δόθηκαν αφορμές, κάποι’ αχτίνα έσκισε την καταχνιά του νου της. Δεν ήταν πολύς καιρός (η Μέλπω στοχάζονταν πως αυτό το πράμα βασούσε αφόντας άρχισαν τα κρυφόλογα της μάνας της), δεν ήταν παρά δυο βδομάδες από τότε που ο κυρ-Λεωνίδας ο Λιανός, ο γείτονας, είχε πυκνώσει τους δρόμους του από την πόρτα κοντά της Μέλπως. Το σπίτι του ήταν λίγο πιο πάνου από το δικό της, κι έπρεπε αληθινά να περάσει από κει. Όμως κοντά στο συχνοπέρασμα, το βήμα του το βροντερό, ο ξερόβηχας που κάποιο νόημα είχε, το καλησπέρισμα με τρανή φωνή σ’ όποιο διαβάτη απαντούσε απ’ όξω στην πόρτα της (με φωνή και με τρόπο που δηλούσαν· εσένα χαιρετάω), αυτά όλα δεν ήταν της τύχης. Έπειτα, όταν συχνά ετοιμάζονταν για τα χτήματά του, ο κυρ-Λεωνίδας σέλωνε τ’ άλογο και φορούσε ο ίδιος τα γιορτινά, σα να πήγαινε σε πανηγύρι. Και στο γυρισμό του δεν κατέβαινε, όπως άλλον καιρό, πριν αρχίσει ο ανήφορος, αλλά χτυπούσε τ’ άλογο να σκαρφαλώσει τρέχοντας το λιθοστρωμένο δρόμο. Δεν ήταν αυτά σημάδια, τάχα, πως ο κυρ Λεωνίδας ο Λιανός είχε αλλάξει παράξενα την καθημερινή ζωή του;

Η κυρα-Πανώρια λοιπόν είχε κινήσει εκείνο το πρωί για τ’ αμπέλι κι η Μέλπω ήταν μοναχή στο σπίτι. Άξαφνα χτύπησε η πόρτα, κι ως να σηκωθεί ν’ ανοίξει η ίδια, παρουσιάζεται ο κυρ-Λεωνίδας στολισμένος σα γαμπρός.

- Εδώ είν’ η μάνα σ’, Μέλπω;

- Τώρ’ άμα βγήκε να πάει στ’ αμπέλι, κυρ-Νίδα.

- Μπα; (έκανε τάχα πως δεν ήξερε). Θα τη φτάσω στο δρόμο… Μοναχή σ’ είσαι, Μέλπω; (και την έβλεπε κατάματα).

- Μοναχή μ’. (Με ποιον θέλει τάχα να ’μαι, ο κουρούνης; έλεγε από μέσα της η Μέλπω.)

- Δεν είμαστε γειτόνοι μονάχα, βλέπς… έχομε και τ’ αμπέλια μας σύνορο… δεν είν’ έτσι; και γέλασε ο κυρ-Λεωνίδας χωρίς αφορμή.

- Τι χασκογελάει, τρομάρα τ’; συλλογίζονταν η Μέλπω.

Αργότερα, τη δεύτερη φορά, θυμήθηκε κι αυτά τα λόγια του κυρ-Λεωνίδα μαζί με τ’ άλλα περασμένα καμώματά του. Νύχτωνε· στο δρόμο απλώνονταν πυκνό το σκοτάδι. Η κυρα-Πανώρια ήταν στην αυλή. Δεν είχαν ανάψει ακόμα το λυχνάρι, κι η Μέλπω κάθονταν μέσα σκεφτική, μοναχή της. Κάποιος χτύπησε στην πόρτα σιγά. Πήγε ν’ ανοίξει η Μέλπω, νομίζοντας πως ήταν καμιά γειτόνισσα. Κι άξαφνα βρέθηκε πάλι μπρος στον κυρ-Λεωνίδα.

- Καλησπέρα… συ ’σαι, Μέλπω;

- Καλησπέρα, κυρ-Νίδα (η Μέλπω ένιωθε την αναπνοή του στο πρόσωπό της).

- Η μάνα σ’ είναι δω; (κι ήρθε σιμότερα).

- Είναι στην αυλή, να της φωνάξω…

- Όχι, δεν πειράζει (και την κράτησε από το χέρι. Το ’συρε η Μέλπω δυνατά μ’ ανατριχίλα σ’ όλο το κορμί της, σα να την άγγιξε φίδι· αλλά ο κυρ-Λεωνίδας δεν το παρατούσε). Μοναχά να της πει να μη στείλει αργάτες στ’ αμπέλι, γιατί θα στείλω γω… Ακούς;… καληνύχτα, Μέλπω (κόμπιασε, ήθελε να της πει κανέναν άλλο λόγο, αλλά δεν εύρισκε· αναστέναξε, είπε πάλι καληνύχτα κι έφυγε).

Η Μέλπω έμειν’ εκεί άσειστη από την ταραχή της και την τρομάρα. Κόντεψε να της στραγγαλίσει το χέρι ο κυρ-Λεωνίδας. Σε μια στιγμή πέρασαν από το νου της όλα της μάνας της και του κυρ-Λεωνίδα τα λόγια, κι ένας παράξενος συλλογισμός πρόβαλ’ εμπρός της τότε.

- Μην τύχει και μου τον τοιμάζει για γαμπρό η μάνα μ’ αυτόν;

Η κυρα-Πανώρια εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο σπίτι.

- Ποιος ήταν, Μέλπω; τη ρώτησε.

- Ο Νίδας ο Λιανός (που να του πέσει το χέρι, Παναγίτσα μ’!)

- Μπα, τι σου είπε;

- (Να του πει παπάς στ’ αυτί! η Μέλπω δεν αποκρίνονταν αμέσως στη μάνα της.) Να, μου είπε να μη στείλεις αργάτες, γιατί θα στείλει αυτός… Από δω και πέρα ο κυρ-Λεωνίδας θα καλλιεργάει τ’ αμπέλι μας, μάνα;

- Γιατί, δε σ’ αρέσει;

- Δε μ’ αρέσει, βέβαια!

- Πώς μιλάς έτσι, μωρή; Πρώτη φορά σ’ ακούω να βγάζεις αυτή τη γλώσσα!

- Μα τι θα πει ο κόσμος, μάνα, σα μάθει πως ο κυρ-Νίδας πληρώνει για να σκάψουν τ’ αμπέλι μας;

- Ας πει ό,τι θέλει! Εσένα να μη σε μέλει· να τηράς εσύ τη δουλειά σ’ και να μην ανακατεύεσαι… Πώς τον έχεις τάχα τον κυρ-Λεωνίδα;

Κι άρχισε να τον στολίζει με χίλιους δυο επαίνους. Ο πρώτος νοικοκύρης του τόπου. Κι αυτός ο ίδιος δεν ξέρει τι έχει· σπίτια, μαγαζιά, αμπελοχώραφα…

- Ας τα χαίρεται.

- … Καλός άνθρωπος, όσο παίρνει φρόνιμος· κοιτάζει τη δουλειά του. Κι είν’ ένα κορμί. Αύριο μεθαύριο πεθαίνει η γριά μάνα του. Κι όποια έχει την τύχη να τον πάρει, θα είν’ αρχόντισσα και θα χαίρεται τα καλά του κόσμου!

- Ας τα χαίρεται.

Η κυρα-Πανώρια δεν απόσταινε ν’ αρμαθιάζει τις χάρες του κυρ-Νίδα. Δεν έπαψε, κι όταν έτρωγαν το φτωχικό δείπνο τους, να τον ζωγραφίζει με χρώματα χρυσά, κι όταν έστρωναν να κοιμηθούν αγκαλιά οι δυο τους, μάνα και κόρη, ακόμα τον φόρτωνε με στολίδια. Η Μέλπω έκανε πως δεν άκουε. Όμως σαν έχανε την υπομονή, πετούσε κανένα λόγο τολμηρό, γιομάτον πείσμα. Δεν ήταν απόψε στα καλά της, αυτό το ’βλεπε κι η μάνα της. Δεν ήταν η ίδια Μέλπω, η ήμερη σαν αρνί, που γνώριζε. Η κυρα-Πανώρια όμως, ενώ άλλη φορά δε συχωρούσε στη Μέλπω τον παραμικρό λόγο να της γυρίσει, φαίνονταν πολύ μαλακή απόψε και της μιλούσε, της Μέλπως, μ’ αγάπη και καλοσύνη. Κι αυτός ο τρόπος αντί να την ησυχάσει και να βγάλει πάσαν υποψία από το νου της, χειρότερα φόβιζε τη Μέλπω, χειρότερα κι από το θυμό της μάνας της.

 

Η κυρα-Πανώρια είχε κρυφή χαρά απόψε. Ο λόγος του κυρ-Λεωνίδα του Λιανού, που της παράγγειλε με τη Μέλπω, έδειχνε πως τον είχε βάλει πια στα δίχτυα της. Τόσες ημέρες τον κυνηγούσε με πονηριά, και δεν του έδινε καιρό να πάρει αναπνοή και να συλλογιστεί ξάστερα τι να κάμει. Πριν τον αφήσει από τη μια μεριά, τον άρπαζε από την άλλη. Είτε τον εύρισκε, το συχνότερο, στ’ αμπέλι του το μεγάλο, που συνόρευε με το δικό της το μικρό, κι εκεί από τον έναν όχτο ως τον άλλον, κι ενώ τους χώριζε το διάπλατο χαντάκι, άνοιγε τρανή λογοκοπιά μαζί του, είτε φύλαε να τον απαντήσει στο δρόμο μόνον, όταν πήγαινε κατά τα χτήματά του, το ίδιο νόημα και τον ίδιο σκοπό είχαν τα κρύφια λόγια της πάντα. Πως ο κυρ-Λεωνίδας είναι ακόμα νιος, πως κι αν χάρηκε τον κόσμο στα μικρά του χρόνια, κι αν γλέντησε, κι αν ξεφάντωσε, τώρα πρέπει να σκεφτεί με τα σωστά του να πάρει έναν άνθρωπο καλό, για να του κρατάει το σπίτι. Τι; Σκοπεύει ν’ αφήσει να χαρούν άλλοι τα καλά του; Πρέπει ακόμα να κάμει και παιδιά, να μη σβήσει τ’ όνομά του.

Ο κυρ-Λεωνίδας στην αρχή έπαιρνε με το γέλιο τα λόγια της κυρα-Πανώριας. Ύστερα όμως του άρεσαν, και συλλογίζονταν ποια τάχα να ήταν εκείνη, που του προξένευε η κυρα-Πανώρια. Δεν επήγε στη Μέλπω καθόλου ο νους του. Δε φαντάζονταν πως η κυρα-Πανώρια έκανε η ίδια, την προξενήτρα της κόρης της.

Τη ρώτησε λοιπόν, με το χαμόγελο πάντα.

- Καλά, και δε μας λες, κυρα-Πανώρια, ποια μας θέλει εμάς; Γεράσαμε τώρα πλια!

- Τι λες, κυρ-Νίδα μ’; Όχι να ρωτάς ποια σε θέλει, αλλά ποια θέλεις εσύ να λες.

- Καλά, του λόγου σ’ τι λες; Έχεις καμιά στο νου σ’;

- Να σ’ δώσω τη Μέλπω μ’.

Ξαφνίστηκε ο κυρ-Λεωνίδας. Έμεινε ν’ ακούσει τα παινέματα της για τη Μέλπω, κι έφυγε βιαστικός χωρίς να της απολογηθεί.

- Δε μ’ δίνεις απόκριση;

Του φώναξε από κοντά, καθώς έφευγε ανάμεσα στα κλήματα ο κυρ-Λεωνίδας.

- Έχω δουλειά τώρα, θα σκολάσω τ’ς αργάτες.

Όμως το δόλωμα είχε πέσει σε καλό μέρος, κι ο κυρ-Λεωνίδας πιάστηκε στ’ αγκίστρι. Όταν την άλλη μέρα αντάμωσε πάλι την κυρα-Πανώρια, της είπε για να γλιτώσει από το φόρτωμά της.

- Άλλη φορά τα λέμε, κυρα-Πανώρια, άλλη φορά.

Την τρίτη φορά, ύστερ’ από τρεις ημέρες, της φώναξε βιαστικός·

- Θα σ’ πω, θα σ’ πω, κυρα-Πανώρια.

Και τώρα, ενώ κόντευε η κυρα-Πανώρια να χάσει κάθε ελπίδα, έρχεται ο κυρ-Λεωνίδας μόνος του στο φτωχικό της και της λέει να μη στείλει αργάτες στ’ αμπέλι, γιατί θα στείλει αυτός, λέει.

Λοιπόν είχε άδικο να χαίρεται η  κυρα-Πανώρια; Τι άλλο σήμαιναν τα λόγια του κυρ-Λεωνίδα, παρά πως δε θα ’χει να φροντίζει αυτή πια για τίποτα, πως το παλιάμπελο, όχι δα και πολύ ποθητό το ίδιο, ήταν δικό του και μ’ ένα λόγο πως δέχονταν να πάρει τη Μέλπω; Έβλεπε η κυρα-Πανώρια πως δε θ’ αργούσε να βγει αληθινός ο μυστικός της πόθος. Δεν ήταν όμως ακόμα καιρός να δείξει τη χαρά της. Έπρεπε να καταφέρει και τη Μέλπω στο σκοπό της. Αυτό δεν το είχε συλλογιστεί στην αρχή, ούτε και τώρα το πήρε στα σπουδαία. Ποτέ δε φαντάζονταν πως η Μέλπω, η κόρη της, που την είχε αναθρέψει με τόση αυστηρή φροντίδα, ήθελε εναντιωθεί στο θέλημα της μάνας της. Αυτό δε θα το χωρούσε ποτέ ο νους της κυράς Πανώριας.

Γι’ αυτό και στ’ αποψινά λόγια της Μέλπως δεν έδωσε μεγάλη προσοχή. Ένα κορίτσι φρόνιμο, έλεγε, πρώτα θα κάνει πως δε θέλει, θα πεισμώσει τάχα, κι ύστερα θα πει το ναι με τρόπο. Κι έβλεπε τη Μέλπω πονηρά, και συλλλογίζονταν με περηφάνια πως η Μέλπως της δεν ήταν από κείνα τα κορίτσια, όσα τρελαίνονται πότε να ’ρθει η ώρα που θα παντρευτούν.

- Σου είπε άλλο τίποτα ο κυρ-Νίδας;

Ρώτησε άξαφνα τη Μέλπω η κυρα-Πανώρια, ύστερα από λίγο.

- Με παρασκότισες απόψε με το Νίδα σ’! είπε μ’ αυθάδεια η Μέλπω.  Τόσες ώρες σ’ ακούω να τον φορτώνεις μ’ όλων τω λογιών τα ξόμπλια. Να με ξιπάσεις θάρρεψες;

- Άμποτε να σου τον έδιναν, και θα τον έπαιρνες τρέχοντας, πονηρή.

Δε βάσταξε πια η Μέλπω τα δάκρυα. Όμως της κυρα-Πανώριας η υπομονή απόψε δεν είχε όρια. Δεν αρπάχτηκε κι αυτή τη φορά. Έκαμε καρδιά μεγάλη. Με λόγια χαϊδευτικά πλάγιασε τη Μέλπω στην αγκαλιά της, τη φίλησε πολλές φορές, και την έκαμε να πάψει το παράπονο και τα δάκρυα, που έσταζαν σιγαλά στο προσκέφαλό της. Κι αποκοιμήθηκαν αργά, βλέποντας η μια όνειρα χρυσά γύρω της να χορεύουν και να ψέλνουν κι η άλλη φαντάσματα σκιαχτερά να περιπετούν βουβά στο κεφάλι της, μαύρα όρνια με τη μορφή του κυρ-Λεωνίδα.

 

Την άλλη μέρα δεν επήγε η κυρα-Πανώρια στ’ αμπέλι. Ξύπνησε πρωί, νωρίτερ’ από κάθε άλλη φορά κι άναψε τη φωτιά μοναχή της. Ακόμα δεν είχε φέξει καλά, κι ήταν θολό σκοτάδι μέσα στο σπίτι. Σηκώθηκε κι η Μέλπω με βαριά καρδιά και κάθισε αντίκρυ στη μάνα της αμίλητη.

Τότε η κυρα-Πανώρια χωρίς χαμόγελα πια, χωρίς σκοτεινά λόγια είπε στη Μέλπω ξάστερα, πως ο κυρ-Λεωνίδας ο Λιανός είναι καλός και θα τον πάρει άντρα.

Η μαύρη Μέλπω κι αν το περίμενε ώρα την ώρα αυτό το βόλι, δεν έλπιζε πως θα της έρχονταν τόσο άξαφνο. Άφησε τη θέση της κοντά στη φωτιά κι έπεσε στο πάτωμα· έριξε τη λευκή σκέπη, που συνήθιζε να φορεί στον ύπνο της για να μη της μπλέκονται τα μαλλιά, κι απόλυσε τις δυο πλεξίδες κάτου· χτύπαε τα γόνατα, κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε με παράπονο και σπαραγμό, ενώ τα δάκρυά της, πικρά δάκρυα, κατέβαιναν βρύσες δίκρουνες από τα μάτια της.

- Όχι, μανούλα, δεν τον θέλω! Δεν τον θέλω, δεν τον θέλω, μανούλα!

Η κυρα-Πανώρια ήρθε κοντά της, τη σήκωσε και την έβαλε στο σεντούκι να καθίσει. Κάθισε κι αυτή στο πλάγι της, την επήρε με το γλυκό, με το ήμερο. Της είπε ότι πρέπει μάλιστα να χαίρεται, αντί να κλαίει, για το καλό που της έστειλε η χρυσή της μοίρα. Πρέπει να το ’χει καύχημα γιατί θα πάρει τέτοιον άντρα, που θα την κοιτάζει στα μάτια, μη της λείψει τίποτα, που θα την κρατεί στα χέρια, μην αγγίξει το χώμα. Να καμαρώνει πρέπει που θα ’μπει νύφη σε τέτοιο σπίτι αρχοντικό και θα ’ναι τρανή κυρά, και θα κάμει να σκάσουν οι οχτροί της.

Η Μέλπω δεν αποκρίνονταν σ’ αυτές τις συμβουλές της μάνας της. Αφού στείρεψαν τα δάκρυά της, δεν έκανε άλλο, καθώς έμειν’ όλη την ημέρα καθισμένη μ’ απελπισιά και να κρατεί τα χέρια άσειστα, στηριγμένα στα γόνατά της. Δε φαίνονταν ν’ ακούει τα λόγια που αράδιαζε η μάνα της, ακούραστη κι αυτή, σκυφτή ή γονατιστή εμπρός στην κόρη της. Η μόνη βουβή απολογιά της Μέλπως ήταν το θλιβερό ανέβασμα και κατέβασμα του κεφαλιού πάντα. Τα μάτια της, άλλη φορά τόσο γιομάτα δροσιά και γλύκα, έβλεπαν στεγνά κι άγρια, στον αντικρινό τοίχο καρφωμένα. Τα μαλλιά της, αχτένιστα, είχαν λυθεί κι απλώνονταν στο πρόσωπό της, ενώ αυτή δεν είχε νου να τα παραμερίσει. Έμεινε νηστική όλη την ημέρα. Η κυρα-Πανώρια δεν μπόρεσε μ’ όλες τις παρακάλεσες να την κάμει να καθίσει στο τραπέζι.

Ως το βράδυ κράτησε αυτή η ιστορία· η κυρα-Πανώρια να παρακαλεί κι η Μέλπω να μην ακούει τίποτα. Σαν έσωσε πια τα γλυκόλογα, που μπόρεσε να βρει με την πονηριά της, η κυρα-Πανώρια της μίλησε τότε με θυμό, ελπίζοντας πως θα ’χουν καλύτερο τέλος τ’ αυστηρά της λόγια.

- Ντροπή σ’ λίγο, της είπε, να κάνεις έτσι και να μη θέλεις ν’ ακούσεις τη μάνα σ! Το κακό σ’ θέλω τάχα, δε μ’ λες; Εγώ που βασανίστηκα να σε φέρω σ’ αυτή την ηλικία, δια να ιδώ λίγη χαρά, για να κάμω και σένα να με καλοψυχάς, άμα πεθάνω, αντί να με καταριέσαι; Τι ελπίζεις τάχα, δε μ’ λες, να βρεις καλύτερα; Ή έχεις τη μεγάλη προίκα, για να μπορείς να περιμένεις; Μια φορά ανοίγει η μοίρα τ’ ανθρώπου, καψερή, κι άμα δεν έχει μάτια να τη δει, μένει στραβός όλη τη ζωή του… Έλα, παράτησε αυτά τα καμώματα και μην πικραίνεις και μένα, π’ αγωνίζομαι για το καλό σ’.

Η Μέλπω δεν έδωκε κανένα σημάδι πως είχε ακούσει.  Αγρίεψε τότε η κυρα-Πανώρια, κι άρχισε να τη δέρνει.

- Σκότωσε με, μανούλα, δεν τον παίρνω!

- Θα τον πάρεις, σκρόφα ή θα σε θάψω ζωντανή!

Και τη χτυπούσε με τα βαριά της χέρια σκληρά στ’ αδύνατο κορμί της τη μαύρη Μέλπω, χωρίς όμως και να την κάμει με το ξύλο ν’ αλλάξει την αγύριστή της γνώμη.

- Πες το ναι, μωρή σκύλα, θα σε σκοτώσω! της έλεγε.

- Όχι, μανούλα, σκότωσέ με, ό,τι θέλεις κάμε με, παρά να το πω! απαντούσ’ εκείνη με πείσμα.

 

Τον ίδιο καιρό η γειτονιά της κυρα-Πανώριας κάτι άρχισε να βλέπει, κάτι ν’ ακούει, κάτι ακόμα να μαντεύει. Από ένα μέρος τα συχνά περάσματα του κυρ-Λεωνίδα, οι πάρωρές του λεβεντιές, το σείσιμο και το λύγισμά του, κι απ’ άλλο της κυρα-Πανώριας η αλλιώτικη όψη και τα λόγια τα παράξενα έκαναν τις γειτόνισσες να ’χουν άγρυπνο το νου τους νύχτα και μέρα. Κάποιο μάτι πρόφτασε τον κυρ-Λεωνίδα να μπαίνει βράδυ στης κυρα-Πανώριας μυστικά το σπίτι. Το πρωί απλώθηκε λόγος, πως ο Λεωνίδας ο Λιανός τα ’μπλεξε με τη χήρα την Πανώρια του συχωρεμένου του Σπύρου Θιοφίλη (μαύρε Θιοφίλη, τι σου μέλλονταν!) κι άρχισε να μπαινοβγαίνει στο σπίτι της.

- Θυμήθηκε τα παλιά της νιότης του ο κυρ-Νίδας, είπε μια γειτόνισσα.

- Βρε την ψευτοκαλόγρια, ακούς εκεί; έλεγε άλλη. Αυτό το παράδειγμα θα δώσει στην κόρη της, που την έχει για παντρειά; Δεν καρτέραε να βγάλει αυτή την έγνοια πρώτα; Όχι άλλο, θε μ’! Τι έχουν να ιδούν ακόμα τα μάτια μας!

Κάποιο δεύτερο μάτι πονηρό είδε, ψέματα ή αληθινά, και την κυρα-Πανώρια να μπαίνει στο σπίτι του Λιανού. Ύστερ’ ακούστηκε κι αυτός ο λόγος ο παράξενος, που θόλωσε τα νερά κι έκαμε όσους σκοτίζονταν για ξένες φροντίδες να τα χάσουν.

- Η κυρα-Πανώρια δέρνει την κόρη της μέρα νύχτα. Άκουσαν τη Μέλπω να κλαίει και τη μάνα της να φωνάζει και να τη βρίζει.

- Μωρ’ αλήθεια λες; Αυτό δα θα ήταν από τ’ ανόλπιστα! Γι’ αυτό τον μπάζει, λες, στο σπίτι της τον κυρ-Λεωνίδα η μαυροχήρα; Να τον ’τοιμάζει για τη Μέλπω;

- Αμ’ τι θάρρεψες; Αυτή είναι τετραπέρατη και θα τα καταφέρει. Θα τον τυλίξει στα δίχτυα της το Νίδα, μ’ όλη την πονηριά του. Να το ιδείς, και να μου το θυμάσαι.

- Λες να θέλει να σκλαβώσει τη θυγατέρα της, κορίτσι δεκαοχτώ χρονών, μ’ ένα μεσόκοπο πενηντάρη;

- Ο Νίδας ο Λιανός δεν είν’ από κείνους που πιάνοντ’ εύκολα. Αυτό το παιχνίδι θέλησαν να του το παίξουν κι άλλες, σαν ήταν νιος, αλλά τις άφησε ύστερα έρημες… Τα ίδια δεν έκαμε και στη Μαρία του Ράφτη; Μπήκε πρώτα στο σπίτι της, την αρρεβώνιασε και την άφησε τρία χρόνια να περιμένει με την ελπίδα, ως που πέθανε, η κακομοίρα, μαραμένη κι αποζήτητη απ’ άλλον άντρα. Και τώρα στα γεράματα θ’ αποφασίσει, λες, ο Νίδας; Δεν το παραπιστεύω.

- Αλίμονο της μαύρης της Μέλπως μοναχά, να λες.

Κι ενώ γίνονταν αυτά, ο Γιώργας δεν ήξερε ακόμα τίποτα. Όπως έκανε, άμα έρχονταν ο χειμώνας και δεν είχε δουλειά η θάλασσα, πουλούσε και τώρα κρασί στην Πέρα γειτονιά, σε μια μικρή παράμερη ταβέρνα, που σύχναζαν οι ναυτικοί, όταν γύριζαν από τα ταξίδια με την τσέπη γιομάτη, ή άμα τους έπιανε φτώχεια από την άθελην ή θεληματική αργή ζωή τους. Γι’ αυτό ήταν ημέρες που δεν είχε καιρό να καθίσει ο Γιώργας, κι ήταν άλλες πάλι που δεν έριχνε δεκάρα στο συρτάρι του. Σ’ αυτές τις ημέρες τις φτωχές, καθώς και στις πλούσιες τις άλλες, του κρατούσαν συντροφιά οι δυο αχώριστοί του φίλοι, οι φίλοι της καρδιάς και της κανάτας, ο Νικολάρας ο ανοιχτόκαρδος κι αντρειωμένος, κι ο Μήτσος ο μικρόσωμος κι αγριωπός. Κάθε πρωί, εμπρός από το μεσημέρι, και κάθε απόγιομα μαζεύονταν οι τρεις στη μικρή σκεπασμένη αυλή της ταβέρνας και το ’στρωναν στο ξεφάντωμα. Τελευταία μάλιστα το είχαν παρακάμει. Δεν άφηναν τη γειτονιά σε ησυχία κάθε μέρα. Έλεγε ο Νικολάρας τους βροντερούς μανέδες του, που νόμιζες πως του τραγουδούσε με τον κόρνο του καϊκιού του, κι ο Μήτσος έπαιζε τον ταμπουρά, που μόλις γίνονταν ακουστός ανάμεσα στην άγρια φωνάρα του πρώτου. Όμως περισσότερο κι από τους δυο δεν κουράζονταν ο Γιώργας ν’ αραδιάζει τα γλυκά τραγούδια με την ψιλή παθητική φωνή του. Δεν έκλεινε το στόμα του ολημέρα. Κελαδούσε, γέλαε, αναστέναζε με το τραγούδι, σαν πουλί κλεισμένο στο κλουβί, που άμα μυριστεί το καλοκαίρι, ποθεί να πετάξει πέρα στα κλαδιά και στα λουλούδια. Ο κόσμος απορούσε με το σεβδά του. Κι οι δυο φίλοι του άμα τον έβλεπαν να ’χει τέτοιον καημό, δεν είχαν τι να πιστέψουν, αν και μαγεύονταν από τη μουσική του.

Εκεί ένα πρωί, στη μικρή αυλή της ταβέρνας, έκαναν συντροφιά οι δυο φίλοι στο Γιώργα, που γλυκολαλούσε πρωινός και νηστικός ακόμα. Στο δρόμο διάβαινε η Κατέρω, η μισότριβη κι ανύπαντρη, με τα κόκκινα μαλλιά, κι άμα τους είδε από τη μισανοιχτή πόρτα της αυλής, στάθηκε ν’ ακούσει το τραγούδι, που έλεγε εκείνη τη στιγμή ο Γιώργας·

Εμείς τα δυο αγαπιόμαστε,

κι όπου ζηλεύει ας σκάσει,

της πικροδάφνης το νερό

ας πιει να του περάσει!

Ο Νικολάρας καθώς ήταν διάσκελα στο σκαμνί καθισμένος κι ακουμπούσε τον αγκώνα του στο τραπέζι, της φώναξε της Κατέρως·

- Καλώς τα μάτια σ’ τα δυο! Έλα μέσα, χρυσό μ’!

- Έλα να σε κεράσομε, Κατέρω, της είπε ο Μήτσος.

- Εγώ μοναχά απ’ τον ταβερνιάρη δέχομαι κέρασμα, και μοναχά μ’ αυτόν θα χτυπήσω το ποτήρι!

Και στάθηκε η Κατέρω σιμά στην πόρτα. Της έφερε ο Γιώργας γιομάτο ένα ποτήρι κρασί, βαστώντας κι αυτός το δικό του. Πριν πει, αναστέναξε η Κατέρω, κι έβλεπε το Γιώργα στα μάτια.

- Εδώ λαλούν αηδόνια κι άλλού κλαιν κούκοι, είπε.

Ο Γιώργας δεν κατάλαβε τα λόγια της. Έσμιξε το ποτήρι με το δικό της κι έπιε γελαστός.

Αφού το κατέβασε ως το πάτο, πήρε όψη σοβαρή η Κατέρω κι είπε σιγά στο Γιώργα·

- Μαύρο φίδι που σ’ έφαγε, κακόμοιρε. Εσύ γλεντάς εδώ με την παρέα σου σ’ την προκομμένη κι άλλος κοιτάζει να σου βγάλει το μάτι!

- Και ποιος είναι αυτός, Κατέρω;

- Ο Λιανός ο Νίδας.

- Ε, τι κάνει;

- Μαύρε και σκότεινε! δεν ξέρεις πως θα πάρει τη Μέλπω; Πού είσαι, τρομάρα σ’, πού ζεις, πού κοιμάσαι, πού ’νειρεύεσαι;

Λύγισε ο Γιώργας σα να τον ηύρε κατάστηθα μεγάλη πέτρα. Μπήκε μέσα, άφησε τα ποτήρια στο τραπέζι κι έφυγε από την άλλη πόρτα, χωρίς να πει τίποτα στους συντρόφους του.

Το ίδιο βράδυ, παρακάτου από το σπίτι της, η κυρα-Πανώρια είχε μαζέψει πολλές γειτόνισσες και λογοκοπούσε.

- Ακούτε σεις, έλεγε κι έδερνε με τις παλάμες τα χοντρά μηριά της, ακούτε ντροπή να ’ρθει η γρια-Φώτω του Σκοτίδα να μου φέρει προξενιά απ’ τον ανιψιό της το Γιώργα για τη Μέλπω μ’, την κόρη τη δική μ’! Δεν την αφήνω ανύπαντρη όσο ζει καλύτερα, παρά να της δώσω τέτοιον άντρα!

- Μα ο Γιώργας είναι καλό παιδί, κυρα-Πανώρια, τόλμησε να της πει μια γειτόνισσα.

- Ας είναι ό,τι θέλει! Δεν την έχω γω την κόρη μ’ για τα μούτρα τ’!

- Και τι της είπες της Φώτως, κυρα-Πανώρια;

- Δε λες, πώς δεν την έριξα όξω απ’ την πόρτα; Την άφησα, θαρρείς, πολλή ώρα να μου παινεύει τον ανιψιό της; «Καλός είναι, κυρά μ’, ο ανεψιός σ, της είπα, αλλά δεν είναι για μένα· δε μου χρειάζεται. Να τον χαίρεσαι η αφεντιά σ’ που τον έχεις ανιψιό, σύρε στο καλό, ξεφορτώσου με!» Κι έφυγε σα βρεμένη γάτα. Αμ τι νόμιζε;

- Μα, κυρα-Πανώρια, ο κόσμος λέει…

- Τι;

- Πως η κόρη σ’ τον θέλει, το Γιώργα, τον αγαπάει… Αυτό δεν το λέμε μεις, το είπε…

- Ποιος;

- Η Κατέρω.

- Η δική μ’ η κόρη θέλει το Γιώργα; Η Μελπομένη μ’ τον αγαπάει είπες; Κάλλιο να ’κοβες τη γλώσσα σ’ παρά πο ’βγαλες τέτοιο λόγο και συ και κείνη η μισοκλαδιά, η γλωσσοκοπάνα!

Και της ρίχνεται μανισμένη με τις βρισιές και τις φοβέρες εκείνης που μιλούσε έτσι, που την έκαμε να μετανιώσει χίλιες φορές για την τόλμη που έλαβε να γυρίσει αντίλογο της κυρα-Πανώριας. Λίγο έλειψε μάλιστα να φάει και ξύλο.

Αυτός ο λόγος όμως την είχε δαγκάσει στην καρδιά την κυρα-Πανώρια. Γι’ αυτό λοιπόν, τάχα, δεν ήθελε με τέτοια επιμονή τον κυρ-Λεωνίδα η Μέλπω; Γι’ αυτό έστειλε την προξενιά κι ο Γιώργας; Έβραζε από το θυμό της, καθώς γύριζε στο σπίτι. Την ίδια στιγμή που άνοιγε με βρόντο την πόρτα, έμπαινε κι η Μέλπω στην αυλή. Της χύθηκε η κυρα-Πανώρια σα θηριό. Τη στρίμωξε στην αγκωνή και της είπε·

- Τι έκανες στην αυλή τέτοια ώρα, μωρή;

- Τίποτα, μανούλα…

- Τι είναι αυτά που λέει ο κόσμος όξω για σένα;

- Τι λέει;

- Πως αγαπάς το Γιώργα το Σκοτίδα. Αλήθεια είναι; Δε μιλάς, μωρή φόνισσα;

Κι αφού δεν απαντούσε, την αρπάζει αμέσως από τα μαλλιά, της τινάζει πολλές φορές το κεφάλι στον τοίχο, τη σέρνει έπειτα στο πάτωμα κι αρχίζει άσπλαχνα, τυφλά να τη χτυπάει.

- Θα σε τελειώσω, της έλεγε, απόψε!

- Μανούλα, τα μαλλιά μ’!

- Θα σε φάω με τα δόντια μ’!

- Τα μαλλάκια μ’, μανούλα!

- Μίλησε, μωρή, τον αγαπάς, αλήθεια;

- Όχι, ψέματα, μανούλα! Σε γέλασαν!

- Θα τον πάρεις το Λεωνίδα ή όχι;

- Ναι.

Ξεψυχισμένη από τον αγώνα η κυρα-Πανώρια, απλώθηκε κι αυτή κάτου κι άρχισε να κλαίει. Κι η Μέλπω είχε τραβηχτεί στην άκρη αγριωπή, αναμαλλιασμένη, βλέποντας σαν τρελή ολόγυρά της.

- Αυτά περίμενα γω από σένα, θυγατέρα μ’; Αλίμονο μου της μαύρης! Τι ανάθρεψα η δόλια τόσα χρόνια, παιδί η φίδι στην αγκαλιά μ’;

Κι ενώ φώναζε και θρηνολογούσε, ακούστηκε κάποιος να χτυπάει στην πόρτα. Πήδησε ορθή και πήγε ν’ ανοίξει η κυρα-Πανώρια, σφουγγίζοντας τα δάκρυα με την ποδιά της. Ήταν ο Λεωνίδας ο Λιανός.

- Κόπιασε μέσα, κυρ-Νίδα…

- Όχι, ευχαριστώ, δε θέλω, είπε σιγά. Άκουσε, κυρα-Πανώρια, να σ’ πω. Μ’ έπιασε απόψε ο Γιώργας του Σκοτίδα και με φοβέρισε. Καθώς έμαθα όξω, αυτός θέλει τη Μέλπω, κι η Μέλπω πάλι, δεν ξέρω… Κάποιος λόγος τρέχει… αλλά δεν πιστεύω…

Η κυρα-Πανώρια ήταν έτοιμη να πέσει νεκρή, καθώς άκουε τον κυρ-Λεωνίδα να της μιλεί έτσι. Έτρεμαν τα γόνατά της. Μαχαίρια φαρμακερά την τρυπούσαν. Πήρε ο κυρ-Λεωνίδας την αναπνοή του κι είπε πάλι με πιο χαμηλή φωνή·

- Γι’ αυτό, τα μάτια σ’ τέσσερα… μη μας αρπάξουν το κορίτσι. Να μην την αφήνεις να κάνει βήμα όμως απ’ το σπίτι… να μη τη χάνεις απ’ τα μάτια σ’… Και να κάνομε τ’ αρρεβωνίσα γλήγορα, αν θέλεις…

- Όποτε θέλεις η αφεντιά σ’, κυρ-Νίδα μ’, όποτε πεις!

- Καλά, τα λέμε, καληνύχτα.

- Κόπιασε στο καλό, κυρ-Νίδα μ’! Στην ευκή του θεού!

Χάθηκε πάλι στο σκοτάδι, όπως ήρθε. Κι η κυρα-Πανώρια είχε μεγάλη επιθυμιά να τρέξει κοντά του να τον αγκαλιαστεί και να τον φιλήσει από τη χαρά της. Κι άμα τον έχασε από τα μάτια της στη στροφή του δρόμου, κλείνει την πόρτα με βρόντο δυνατόν και ρίχνεται στο σπίτι μέσα κι αδράζει τη Μέλπω στην αγκαλιά της και τη σφίγγει λαχταριστά και τη φιλεί αχόρταγα στα βρεμένα μάγουλά της, ενώ η άμοιρη Μέλπω άφηνε το μισάψυχο κορμί της να παραδέρνει άνεργο στα χοντρά χαϊδέματα της μάνας της.

 

Την άλλη μέρα ακούστηκε για βέβαιο, πως ο Λεωνίδας ο Λιανός αρραβωνιάζεται τη Μέλπω της Πανώριας, της χήρας του Σπύρου Θιοφίλη. Δε γίνονταν άλλος άπαυτος, άσβηστος λόγος παρ’ αυτόν στη χώρα. Πολλοί δεν ήθελαν να το πιστέψουν ακόμα, κι ας είχαν ακούσει από μέρες να κρυφολογιέται τέτοιο αταίριαστο συνοικέσιο. Άλλοι κατηγορούσαν τον κυρ-Λεωνίδα γιατί θέλησε να πάρει γυναίκα ένα κοριτσάκι, που θα το ’λεγε παιδί του, αν φρόντιζε να παντρευτεί στον καιρό του. Κι άλλοι ζηλεύοντας την κυρα-Πανώρια, έλεγαν πως καλύτερα να τον έπαιρνε αυτή τον κυρ-Λεωνίδα, που είχε και τα χρόνια ίσα μ’ αυτόν, κοντά σιμά, παρά να τον δώσει στην κόρη της.

Η κυρα-Πανώρια άστραφτε από τη χαρά της τώρα. Δεν είχε ανάγκη πια να κρύβεται από κανέναν, κι έλυσε τη γλώσσα της ελεύτερη, κι έλεγ’ έλεγε ακούραστη όπου σταματούσε. Ποιον είχε φόβο, αφού πέτυχαν τα σκέδιά της; Ας τα μάθαιναν όλα, για να τυφλωθούν από τη ζήλεια τους όσοι δεν την έβλεπαν με γλυκό μάτι. Ας πέθαιναν από τη λύπη τους όλοι οι φτονεροί, που έχουν για κακό δικό τους το καλό του άλλου!

Ο κυρ-Λεωνίδας πάλι δεν κρατιόταν κι αυτός, αφού πήρε μια φορά τον κατήφορο. Ξανάνιωσε, έλεγες. Έγινε παλικάρι ερωτιάρικο, γιομάτο χαρά και λάμψη. Γύριζε στους δρόμους μ’ ένα βήμα πεταχτό, σαν αλαφροπάτητο κατσίκι, που ο κόσμος τον έβλεπε και γελούσε. Αυτός όμως πιστεύοντας πως θαύμαζαν τη νιότη και τα κάλλη του, καμάρωνε πιο πολύ ακόμα. Έστριβε απάνου το μουστάκι, κυμάτιζε τη φουστανέλα την κοντή, που δεν ταίριαζε στα χρόνια του, έριχνε πίσω τιναχτά τη χοντρή φούντα του φεσιού του κι έβλεπε τολμηρά τις γυναίκες, κι έβλεπε περήφανα τους άντρες· και χαιρέτιζε δω και σταματούσε να μιλήσει εκεί, και προχωρούσε να πει ένα λόγο πάρα πέρα.

- Και πότε με το καλό, κυρ-Νίδα, ο γάμος;

- Πρώτα τ’ αρρεβωνίσα, κι έχει ο θεός.

Όταν έμαθε ο κόσμος πως την Κυριακή, την πρώτη Κυριακή που έφτανε, θα γίνονταν οι αρραβώνες, είπαν·

- Μωρ’ αυτός έπεσε κατακέφαλα σ’ αυτό το γάμο! Έμειν’ ελεύτερος τόσα χρόνια, και τώρα δε βλέπει πότε να ’ρθει η ώρα, που θα βάλει το στεφάνι. Μεγάλον πόνο του κόλλησε η θυγατέρα της Πανώριας! Σε καλό να του βγει!

Πολλοί έλεγαν πως αυτά τα κάνει ο κυρ-Λεωνίδας για να πειράξει το Γιώργα, που τον είχε πιάσει δυο φορές την ίδια μέρα, την προχτεσινή, και τον φοβέρισε.

- Να τραβήξεις χέρι, του είπε ο Γιώργας, αφού τον έκραξε παράμερα· το καλό που σ’ θέλω…

Ο κυρ-Λεωνίδας δεν καταδέχτηκε να του απαντήσει. Το ίδιο βράδυ όμως τον αντάμωσε πάλι και του είπε φανερά ο Γιώργας, για να τ’ ακούσουν κι άλλοι·

- Μην ξεχάσεις το λόγο, που σου είπα.

- Τράβα, βρε παλιόπαιδο, απάντησε με περιφρόνηση ο κυρ-Λεωνίδας.

- Αν αγαπάς τη ζωή σ’ να μην κάμει αλλιώς! κι ακουμπούσε ο Γιώργας τη γροθιά στη μέση του, και στέκονταν άσειστος εμπρός του.

- Ό,τι σου περάσει να μου κάνεις.

- Θα πεθάνεις!

Δεν κρατήθηκε ο κυρ-Λεωνίδας. Σήκωσε το ραβδί να τον χτυπήσει, αλλά ο Νικολάρας, ο φίλος του Γιώργα, που έτυχ’ εκεί, του πήρε το ξύλο με μια στροφή από το χέρι. Και τότε τους χώρισαν.

Αυτή την προσβολή όμως δεν μπορούσε να τη χωνέψει ο κυρ-Λεωνίδας. Ήθελε να κάμει το Γιώργα να λυσσάξει. Ανάγκασε την κυρα-Πανώρια να τα ετοιμάσει όλα ως την Κυριακή, για να γίνουν οι αρραβώνες. Και δεν ευχαριστήθηκε σ’ αυτό μοναχά.

Παλιά συνήθεια είναι, συνήθεια που κρατεί από χρόνι’ αμέτρητα και που όλος ο κόσμος τη φυλάει, να γίνονται οι αρραβώνες μυστικοί, χωρίς καλεσμένους και χορούς, χωρίς όργανα και τραγούδια. Οι αρραβώνες μυστικοί κι οι γάμοι ολοφάνεροι μ’ όλα τα σημάδια τ’ ακόλουθα της χαράς, όσα συνηθίζονται και γίνονται πιστά, για να ζήσει τ’ αντρόγυνο ευτυχισμένο. Και δεν είναι απλή συνήθεια, και συνήθεια της τύχης, παρά έχει και κάποιο λόγο της ανάγκης. Γιατί αν ο γάμος είναι νόμος του θεού και δένει με το στεφάνι άλυτα όσους το φορέσουν, ο αρραβώνας είναι λόγος, που δίνεται καμιά φορά με το στόμα μόνο και παίρνετ’ εύκολα πίσω. Και τότε γελάει ο κόσμος και περιπαίζει.

Ο κυρ-Λεωνίδας ο Λιανός δε θέλησε ν’ ακούσει τίποτ’ απ’ αυτά. Και μαζί του συμφώνησε γοργά κι η κυρα-Πανώρια. Φανεροί, περίλαμπροι να γίνουν οι αρραβώνες! Ποιος έβανε στο νου του κακό, αφού οι γάμοι δε θ’ αργούσαν πλιότερο από μήνα ν’ ακολουθήσουν; Έστειλαν καλέσματα, γαρούφαλλα και κουφέτα στο μαντήλι και κάλεσαν απ’ όνομα της νύφης κόσμο πολύν και κάλεσαν όλη τη γειτονιά και κάλεσαν πολλούς κι από την άλλη πόλη. Παπάς, για το καλύτερο, άλλαξε τα δαχτυλίδια. Ντουφέκια έπεσαν εκείνη τη στιγμή. Βιολιά και λαούτα έπαιξαν όλη την ημέρα, μεγάλα τραπέζια μεσημέρι βράδυ στρώθηκαν, χοροί και τραγούδι’ αντήχησαν ως την αυγή. Ο γαμπρός έλαμπε στην κάτασπρη φορεσιά του. Η κυρα-Πανώρια, κι αν δε θέλησε να βγάλει τα μαύρα, όμως ασπροβολούσε μέσα στη χαρά της. Ο γαμπρός χόρεψε μπροστινός σαν είκοσι χρονώ λεβέντης. Έβαλαν με το στανιό και την κυρα-Πανώρια να χορέψει. Η Μέλπω έσυρε το χορό και στους δυο. Χόρεψε κι η ίδια μπροστά με το ντροπαλό, καμαρωτό της βήμα.

Οι καλεσμένοι απορούσαν ξεχωριστά με τη Μέλπω. Δεν ήξεραν τι να πουν με το θάρρος της. Ήταν να λυπάται κανείς, αν συλλογίζονταν όσα πέρασε τρεις ημέρες πικρές, ως να πει το ναι. Όμως αυτή τώρα δε φαίνονταν ολότελα λυπημένη. Έδινε το χέρι, μαραμένο, σ’ όσους την εύχονταν, χαμογελούσε με τα χλωμά της χείλη, αποκρίνονταν μ’ αδύνατη φωνή, οδηγούσε το χορό και τα ’κανε όλα σωστά, όσα πρέπει να κάμει μια νύφη. Κανένας δεν έβαλε υποψία. Όλοι είδαν με τα μάτια τους, πως δεν ήταν αληθινά τα λόγια του κόσμου.

- Είδες αρρεβωνίσα! έλεγαν όλοι, άμα έφευγαν από το σπίτι της κυρα-Πανώριας· φαντάσου τι έχει να γίνει στους γάμους!

Πιο πολύ όμως απόρησε ο κόσμος με το Γιώργα, την ίδια μέρα που γίνονταν η χαρά της Μέλπως. Ενώ είχε καιρό ν’ ακουστεί το τραγούδι του στην Πέρα γειτονιά, δεν έπαψε τότε μερόνυχτο να γιομίζει τον αέρα με τους γλυκούς ηχούς του. Ποτέ δεν τον είχαν ακούσει κι οι σύντροφοί του να τραγουδάει τόσο νόστιμα. Είχε βγάλει καινούργιους σκοπούς, παράξενες μελωδίες. Κι ενώ εκείνοι χωρίς όρεξη και με καρδιά κλαμένη τον βοηθούσαν, θύμωνε ο Γιώργας και τους έλεγε να πίνουν, να γελούν, να τον ακολουθούν πρόθυμοι στο τραγούδι. Μέθυσαν στο τέλος αληθινά κι οι τρεις εκείνη την ημέρα. Ύστερα το ’ριξαν πρώτη φορά και στο χορό.

Διάβηκε απ’ όξω κι η Κατέρω. Στάθηκε μακριά να βλέπει το ξεφάντωμα του Γιώργα. Δεν τόλμησε ν’ ανοίξει κουβέντα μαζί του, γιατί ένοιωθε τη λύπη του. Κι έλεγε, πριν φύγει, με το νου της·

- Μαύρε Γιώργα! Το ’παθες ό,τι έλεγα! Σου την άρπαξε ο Λιανός τη Μέλπω! Σου ’καψε και σένα την καρδιά. Γλέντησε τώρα τον πόνο σου. Μαύρε Γιώργα!

 

Είχε περάσει πια η σκοτούρα της πρώτης χαράς κι άρχιζε η άλλη της μεγάλης. Η κυρα-Πανώρια δεν εύρισκε ολημέρα ησυχία. Γύριζε μέσα στο σπίτι καταπιασμένη με χίλιες δουλειές και χίλιες έγνοιες. Όσο για τη Μέλπω πια η μάνα της δεν είχε αφορμή να σκοτίζεται και να θυμώνει. Μέλπω και Μελπομένη μ’ την πήγαινε κάθε ώρα και στιγμή. Τη φόρτωνε χάδια, τη χόρταινε γλυκόλογα και φιλιά. Την καμάρωνε και δεν απόσταινε να την καμαρώνει. Σκορπούσε στα πλούσια μαύρα της μαλλιά ευκές αμέτρητες κι αληθινές, βγαλμένες από την καρδιά της.

Και τη νύχτα ακόμα, ενώ εργάζονταν η κυρα-Πανώρια, δεν έπαυε να την οδηγεί πώς πρέπει να φέρνεται άμα γίνει νύφη, για να μη την αναγελούν όποιοι γυρεύουν πάντα σε κάθε νύφη να βρίσκουν ψεγάδιασμα. Τέτοια της έλεγε κι εκείνη τη βραδιά, ενώ κάτι έραβε η κυρα-Πανώρια, έχοντας αντίκρυ της τη Μέλπω αμίλητη. Είχαν φάει απ’ αρκετήν ώρα, και νυχτέρευαν και ζεσταίνονταν, καθισμένες κοντά στη φωτιά. Όξω κρατούσε γαλήνη πέρα πέρα. Ο καιρός φαίνονταν σα να γύριζε χιονιάς. Φλόγα μεγάλη από χοντρό πρινάρι τριζοβολούσε στη γωνιά. Η κυρα-Πανώρια, σκυμμένη στη δουλειά της, μιλούσε με ήσυχη και ιλαρή φωνή, ενώ της Μέλπως ο νους ήταν αλλού, μακριά από τα λόγια της μάνα της. Σήκωνε η κυρα-Πανώρια κάποτε τα μάτια και την έβλεπε με προσοχή.

Ήταν παράξενη και νευρική απόψε η Μέλπω· έκανε σα να φοβόνταν κι από τον ίσκιο της. Η φλόγα δεν έπαυε ακόμα να σφυρίζει.

- Άκου, μανούλα, τραγουδάει η φωτιά, είπ’ άξαφνα η Μέλπω κι έτρεμε η φωνή της.

- Κάποιος μιλεί για μας, καλή μ’, άμποτε να μας καλολογάει.

Κρότος ξερός, σα να χτυπούσε κανείς πέτρα μ’ άλλη πέτρα, ήρθε από το δρόμο.

Τη Μέλπω την έπιασε ανατριχίλα τότε, κι έσφιξε τον έν’ αγκώνα και τον άλλο στα πλευρά της.

- Κρυώνω, μανούλα, είπε.

Και σηκώθηκε από τη φωτιά και κάθισε στο σεντούκι.

- Τι φεύγεις μακριά, σαν κρυώνεις, δεν έρχεσαι πιο κοντά να ζεσταθείς; Τι κάθεσαι αυτού πέρα; Έλα σιμά στη μάνα σ’!

Στο πλάγι της Μέλπως ήταν ένα πλεχτό μάλλινο σάλι. Το πήρε, το ’ριξε στους ώμους της και το ’δεσε μπρος στο στήθος.

- Διψάω, μανούλα, είπε πάλι η Μέλπω.

- Δεν πίνεις νεράκι, παιδί μ’; εκεί είναι το κανάτι. Τι έχεις απόψε και κάνεις έτσι; Πιε κι έλα κοντά μ’.

Σηκώθηκε πάλι η Μέλπω και πήγε κατά την πόρτα, που έφερνε στην αυλή. Κι η μάνα της έραβε ήσυχη και σήκωνε τα μάτια κάποτε να τη βλέπει. Έκαμε η Μέλπω πως βάνει τ’ αγγειό στο στόμα, χωρίς να πιει. Τα δόντια της έτριζαν· το κανάτι έτρεμε στα χέρια της. Έμεινε μια στιγμή ακίνητη. Κάποιος ξερός κρότος ακούστηκε απ’ όξω και δεύτερη φορά.

- Φοβάμαι, μανούλα, είπε η Μέλπω· έκλεισες τις πόρτες;

- Τις έκλεισα από νωρίς. Έλα τώρα, μάτια μ’, κάτσε κοντά μ’.

Έσκυψε η Μέλπω να ιδεί αν είναι κλειδωμένη η πόρτα, την άνοιξε και πήδησε στην αυλή.

- Μέλπω!

Φωνάζει η κυρα-Πανώρια. Κράζει δυνατότερα. Σηκώνεται και πάει στην πόρτα.

- Μέλπω!

Προβαίνει τρομασμένη στην αυλή. Μέλπω. Σκοτάδι πυκνό, ερημιά, γαλήνη και κανένας δεν της αποκρίνονταν. Αστραπή έφεξε μέσα στο νου της.

- Μέλπω, παιδί μ’! Μου την πήραν, λαχτάρα μ’!

Βάζει φωνές σπαραχτικές· τρέχει στην αυλόπορτα. Τη βρίσκει ανοιχτή· σκοτάδι κι ερημιά ολούθε. Κατά πού να τρέξει, η απελπισμένη; Γυρίζει πίσω σαν τρελή και βγαίνει στον άλλο δρόμο.

- Λεωνίδα! σκούζει μ’ όλη τη δύναμή της.

Αφού είχε την τελευταία δύναμη να σηκώσει και το ξύλο της αυλόπορτας, η Μέλπω έπεσε, σβημένη από την τρομάρα στα χέρια του Γιώργα, που την πρόσμενε. Την ίδια στιγμή ακούστηκαν οι φωνές της κυρα-Πανώριας, που την καλούσαν.

Ο Νικολάρας ήταν κι αυτός εκεί, στο πλάγι του Γιώργα. Κι ο Μήτσος τότ’ έφτανε από τον άλλο δρόμο, αφού έδωσε το σύνθημα της Μέλπως.

- Ας κάνομε γλήγορα!

Είπε ο Νικολάρας. Και σκύβει και σηκώνει τη Μέλπω στην αγκαλιά του, αλαφρή σα φτερό.

- Έλα δω, πουλακίδα μ’, μη φοβάσαι ολότελα· εμείς είμαστε δω. Κι ο Γιώργας, να, κοντά σ’.

Η Μέλπω έδεσε τα χέρια γύρω στο χοντρό λαιμό του Νικολάρα. Τ’ άγρια μουστάκια του της αγκύλωναν το μάγουλο. Η βαριά αναπνοή του μύριζε κρασί και καπνό. Της έρχονταν να ξεψυχήσει. Όμως άφηνε μ’ εμπιστοσύνη να τη φέρνει ο Νικολάρας. Επήραν έτσι τον ανήφορο, στη μέση αυτός με τη Μέλπω, εμπρός ο Γιώργας κι ο Μήτσος από πίσω. Αφού έφτασαν στην αγκωνή του δρόμου, εκεί που σμίγει με τον άλλο τον πλατύτερο, βήμα βιαστικό ακούστηκε να ’ρχεται από πέρα. Ο Γιώργας έβαλε τους άλλους εμπρός κι έπιασε τον τοίχο.

- Τραβάτε σεις, είπε.

- Στον τόπο!

Βρόντησε μια φωνή. Ήταν ο κυρ-Λεωνίδας. Είχε ακούσει την κυρα-Πανώρια κι έτρεξε. Αφού γνώρισε ο Γιώργας τη φωνή του, τράβηξε το μαχαίρι και του ’πεσε απάνου. Τον κυνήγησε από κοντά, τον επήγε κάμποσο δρόμο κυνηγώντας, τον έφτασε απ’ όξω στην πόρτα του σπιτιού του, και τη στιγμή που κατέβαζε μ’ ορμή το μαχαίρι, χύθηκε εκείνος στην αυλή κι έπεσε βαρύς απίστομα στις πλάκες, ενώ του Γιώργα το μαχαίρι έσκιζε την πόρτα με πληγή βαθιά και μεγάλη.

Κανένας δε βρέθηκε να συμπαθήσει την κυρα-Πανώρια, όταν δέρνονταν άφαντη και μαλλιοτραβιόνταν πολλές ημέρες ύστερ’ απ’ αυτό το χτύπημα, που βαρύ της ήρθε στο κεφάλι. Κανένας δε βρέθηκε να λυπηθεί το Λεωνίδα το Λιανό για την ντροπή που έπαθε, χειρότερη κι από το θάνατο. Αφού τα ’θελε καλά τα ’παθε, είπαν όλοι, Ας μη ζητούσε γάμους ανάποδους στην ηλικία του. Μοιρολογούσε απαρηγόρητα η κυρα-Πανώρια, μοναχή κι έρημη στο σπίτι, χτυπούσε το κεφάλι του ανωφέλητα κι ο κυρ-Λεωνίδας. Νύχτα έφευγε για το αμπέλι και νύχτα γύριζε. Η κυρα-Πανώρια όμως ουδ’ αποφάσιζε να βγάλει στον κόσμο το πρόσωπό της.

Ένα βράδυ ο κυρ-Λεωνίδας ανέβαινε με βήμα κρυφό το δρόμο του, πεζός. Η κυρα-Πανώρια τον καλησπέρισε δειλά πίσω από το μισανοιχτό παράθυρό της.

- Δεν έχω καμιά κουβέντα, της είπε ξερά ο κυρ-Λεωνίδας.

- Η κόρη μ’ είναι δική σ’ πάντα, αφού στην έδωκα μια φορά.

- Χάρισμά σ’!

Το ίδιο βράδυ σηκώθηκε η κυρα-Πανώρια και πήγε να βρει την κόρη της. Την ηύρε κρυμμένη στην ερωτική της φωλιά μαζί με τον καλό της, έδωσε την ευκή στους αγαπημένους, έκαμε κρυφά τους γάμους και την αυγή έφερε τη νιόνυφη με το Γιώργα νιόγαμπρο στο σπίτι. Κι άφησε τον κόσμο να λέει ό,τι θέλει.

 

Γενάρης 1896

 

 

αρχή

 



 

Τα δυο γεροντάκια ο παππούς ο ενενηντάρης και η κυρα-μάνα ακόμα πιο τρανή στα χρόνια, λούφαζαν, καθώς πάντα, στην  ισόγεια κάμαρη κατά την πίσω αυλή. Και προς το δρόμο, μέσ’ το πλατύστενο το μαγερειό, με το γυμνό του πάτο ολόλευκο από τ’ ασβεστοχυλίσματα, στον τοίχο την παραμονή γιορτής, θροΐζαν, κι αλώνιζαν με τις γλώσσες οι αγγόνες και οι αγγονίτσες, όχι λιγοστές, εφτά με το συμπάθειο, θυγατέρες του Λια του Καστελιώτη, με τις προίκες έτοιμες, μια χιλιάδα τάλαρα η καθεμιά, και με τα προικιά στο γιούκο είτε και στον αργαλειό.

Στην πίσω αυλή, του Λια η γυναίκα κάτι καταγίνεται, σκυμμένη εκεί στα λιγοστά λαχανικά. Ησυχία είναι τριγύρω, και στο στενοδρόμι αυτό το πισινό μόνο κανένα σιγανό ναύτη περπάτημα τέτοιαν ώρα ακούγεται σέρνοντας από το σπίτι στο λιμάνι.

Κοντεύει μεσημέρι, και του Λια η γυναίκα, ενώ βοτανίζει εκεί, άξαφνα ένα ξάφνισμα τη συναρπάζει. Από το τρίξιμο της σκάλας που φέρνει στ’ απάνου πατώματα, γύρισε να δει –και τί είδε ; Το γέρο τον παππού –που δεν σπάραζε ποτέ απ’ την κάμαρη του, χρόνια τώρα, μαζί με τη γριά∙ και σωριασμένος στο παραγώνι, νόμιζες ζητούσε θερμασιά χειμώνα καλοκαίρι– τώρα, να, με τα τέσσερα τον είδε εκεί συρτά, σκαρφαλωτά στη σκάλα να προβαίνει.

- Χριστός κι η  Παναγιά, πού πάει ;

Ήταν από τα πιο παράξενα. Χρόνια είχε να φανεί ο γέρος στο απάνου πάτωμα, το ίδιο κι η γριά του. Όπου ο ύπνος εκεί και το φαΐ τους κι όλα χώρια από τ’ άλλο σπίτι. Από τότες που ’χανε χάσει το πρώτο τους παιδί με το καράβι του γέρου χτίσμα, εκεί που αρμένιζε και πάλευε μ’ ανθρώπους και στοιχειά, από τότε κλειστήκανε τα γεροντάκια, κατάδικα σε φυλακή. Και δεν ήτανε απ’ αυτό μονάχα, ήτανε και τα βαρειά τα γηρατειά. Κι απ’ τη μικρή  την κάμαρη δεν το κουνούσαν πια. Κι ο Λιας ο γιος τους, δευτερόκλαδος αυτός κι όμοια άξιος με τον άλλο έφτεισε καράβι δεύτερο, πήρε γυναίκα, ανάστησε παιδιά –όλα θηλυκά τα βλοημένα, ας έχουνε καλή ζωή – πήγε κι ήρθε στο νησί, έστρωσε τραπέζια, κι έστησε τραγούδια, κι έκαμε χαρές και χαροκόπια, μα τα γεροντάκια δεν τα κατάφερε ποτέ να βγουν από το καμαράκι.

Εδώ και λίγες μέρες είχε γυρίσει απ’ άλλο ταξίδι πάλι ο Λιας έφαγε κ’ ήπιε σπίτι με τους φίλους, μα είχε πάψει πια να γυρεύει και καλά να καταφέρει τους γέρους του γονιούς να ξεκολλήσουν από την τρύπα τους. Και τώρα να το, ξαφνικά, το γεροντάκι, ακάλεστο, βγήκε από την τρύπα του και πήρε δρόμο. Πού, και πώς ;

Τον έτρεμε του Λια η γυναίκα το γέρο πεθερό από μικρή νυφούλα. Γιατ’ ήταν αυστηρός, σαν παλιός ναυτικός ο ίδιος, και δεν έπαιρνε από λόγια. Και εκείνη δεν έβγαλε φωνή αν και φοβήθηκε το γεροντάκι μην πέσει και τσακιστεί απ’ τη σκάλα. Κι έμεινε από πίσω του να τον κοιτάζει ορθή, βαστώντας κάτι σαλατικά στα χέρια. Έτσι τον άφησε ως απάνου ν’ ανεβεί, κι ύστερα να κάμει την παλιόπορτα να σειστεί από τα τρανταχτά τινάγματα, ως που ήρθε από μέσα κάποιος να του ανοίξει.

Αφού τον άφησε και μπήκε, έτρεξε η γυναίκα το γύρω του σπιτιού και βγήκε στην άλλη τη μπροστινήν αυλή, κι εκεί από το χαμηλό του μαγερειού παράθυρο είπε το χαμπέρι το τρανό στις θυγατέρες της.

Σύγκαιρα αυτές με τ’ άκουσμα, δείξανε την ίδια πιθυμιά στα μάτια, και θα τρέχαν τώρα από τις σκάλες από τις πόρτες, απ’ τις χαραμάδες, που άφηνε το πάτωμα, να κρυφοδούνε και να κρυφακούσουν, αν της μάνας η στεγνή ματιά κι η όψη η σοβαρή δεν τις αντίκοβε. Και μείναν εκεί όλες, βουβές και ξαφνισμένες σαν όρνιθες που μαντεύουν κάπου τριγύρω το γεράκι.

Απ’ την μικρή την κάμαρα η κυρά-μάνα κάτι ακουγότανε σα ν’ αναδεύει, κάτι σα να κράζει μουγγωτά.

-Γέρο … ε γέρο, που είσαι λέω

Έφτανε η μιλιά της ως των γυναικών τ’ αφτιά.

Η γριά απογύρευε το τρυφερό της ταίρι. Είχε ξαφνιστεί κι αυτή από τ’ απίστευτο το κάμωμά του, που τον έχασε από το πλευρό της.

Στην πόρτα είχ’ έρθει και του άνοιξε, και βρέθηκε μπροστά του ο γιος του ο Λιας. Αυτός ο αλύγιστος θαλασσινός, που τ’ άτρομο το μάτι του ήξερε ν’ αντισταθεί σε κάθε φόβου απάντημα, έδειξε τρόμο τώρα κι έδειξε λαχτάρισμα∙ κι ο νους του, μαθημένος πάντα απ’ των κιντύνων τις φοβέρες, πήγε αμέσως, τάχα, σε κάποια συφορά που πλάκωνε το σπίτι. Ήτανε και του άλλου καραβιού το χάσιμο αντάμα με τον αδερφό μου, ακόμα όχι πολύ παλιό …

- Τι είναι πατέρα; έκραξε δυνατά. Κανά κακό χαμπέρι;

Εκείνος άλαλος τον έσπρωξε με το ’να χέρι θέλοντας να περάσει. Και τότε, πίσω από του γιου του το κορμί, που του ’φραζε την όψη, διάπλατη η σάλα ανοίχτηκε, κι ο γέρος είδε … Στρωμένοι καταγής στο πάτωμα, τριάντα ναυτικοί, άντρες απ’ το δικό τους το καράβι κι άλλοι, σε δυο σειρές αραδιαστοί, όπως σε φαγοπότι, δένανε φουσέκια.

Στάθηκε ο γέρος. Έδειξε σαν τότε να αποξύπνησε, και σα να ονειριαζόταν ως την ώρα∙ το γιο του κοίταξε με μάτια τεντωμένα κόκκινα κι ωμά απ’ τα χρόνια τα πολύπαθα κ’ είπε αυτά τα λόγια μονάχα με θυμό.

-Παιδί μου Λια τι πράματα είν’ αυτά;

-Για το καράβι πατέρα, πατέρα, είπε ο Λιας λιγόλογος με σεβασμό παιδιού κι όχι άντρα όπως αυτός … Κιντυνέψαμε τώρα στο γυρισμό … μας πέσαν οι Αλτζερίνοι, μα ο καιρός ήτανε δικός μας. Και τώρα το ταξίδι μας θα είναι πιο μακρυνό∙ είμαστε για τη Μπαρτσελόνα κι έχουμε ανάγκη από μεγάλη τοιμασιά και στο δρόμο ποιος ξέρει τί μας βρίσκει …

- Τίνος τα λες αυτά παιδί μου Λια ; είπε ο γέρος πάλι. Είναι για ταξίδι όλα τα μπαρούτια αυτά, είναι, για ταξίδι ; Άλλα πράματα είν’ αυτά.

- Βλέπεις πατέρα είμαστε και κομματιασμένοι στο νησί … Έχουμε οχτρούς … το ντουφέκι τοιμάζεται ν’ ανάψει πάλι …

- Τίνος τα λες αυτά παιδί μου Λια ; Και δεν το ξέρω ’γω πως φιλιωθήκατε όλοι και πως έδεσες το σπίτι μας στενά με τους παλιούς οχτρούς μας ; Αλλάξατε και λόγια για συμπεθεριά … μα ας είναι καλά η μικρή αγγόνα που ’ρχεται και τα μαρτυράει όλα της γριάς ..

- Όχι πατέρα, δεν είναι απ’ αυτό …

- Με γελάς και κρύβεσαι από μένα. Αυτά δεν είναι πράματα καλά, παιδί μου Λια …

- Μη κλαις, πατέρα …

- Κυβέρνα το κεφάλι σου. Έχεις εφτά παιδιά ! Μη λησμονάς  το πώς τ’ απόχτησες αυτό το που ’χεις τώρα, το καράβι … Θα χαλάσεις το σπίτι σου, παιδί μου Λια θα πας κι εσύ χαμένος μ’ εμάς όλους …

- Πατέρα ησύχασε, είπα ! Μην κλαις … αφού το θέλεις, αφού το θέλεις, δεν το κρύβω, ναι … Όλα τα δίνω, και παιδιά και σπίτι – φτάνει να δούμε λευτεριά …

- Αχ, αχ, παιδί μου, Λια με φάγανε τα φίδια … το κατάλαβα. Άκουσα από κει που κείτομαι … είπα∙ «τί θέλουν τ’ ανεβάσματα, τα σύρε-κι έλα σπίτι».

- Μην κλαις  … σου το ’πα τώρα∙ όλα είναι έτοιμα ! Θα το σηκώσουμε, πατέρα, για την πατρίδα όλα θα τα ρίξουμε στη θάλασσα … Ας πάνε και κορίτσια και προικιά τους κι όλο το σόι σύρριζα – για την πατρίδα !

Χοντρά δάκρυα κυλούν αυλάκια ανάμεσα από τα σκαμμένα μάγουλα του γέρου. Μα τώρα η όψη του χαμογελάει∙ έχει αυτός άξαφνα γαληνέψει. Κοιτάζει τους ανθρώπους που σκυφτοί δουλεύουν, και κάνουνε πως δεν ακούν. Σκουντά ένανε με το πόδι χαμογελαστά :

- Εσύ, βρε ζουλάπι, κάνεις σαν τον κουφό αστακό ε; Μαναβέλα που σου χρειάζεται, ζουλάπι! Έλεγα κι εγώ … Βρε, εμένα σεις θα με γελάσετε, ζουλάπια ; Ας είναι να ’χετε την ευκή μου … κι εσύ, παιδί μου Λια νάχεις την ευκή μου !

Του φιλεί ο Λιας το χέρι. Οι άλλοι σηκωτοί, και σκύβουν το κεφάλι και περνούνε με τα χέρια σταυρωτά στα στήθια, και φιλούν κι αυτοί ..

Σαν παλληκάρι ο γέρος βγαίνει από την άλλη τώρα, την μεγάλη πόρτα, και κατεβαίνει ανάλαφρα σα να ξανάνιωσε. Σε λίγο βρίσκεται από την αυλή στο μαγερειό. Οι γυναίκες βάζουν όλες μια φωνή ξαφνιασμένη τάχα, με χαρά μεγάλη γιομάτη για τον ξένο που φανίστηκε :

- Μπα καλώς τον τόν παππού ! Μπα καλώς μας ώρισες ! φωνάζουν τα κορίτσια.

- Σωπάτε σεις, ζουλάπια! λέει ο γέρος τάχα θυμωμένος∙ μα εσύ βρε νύφη κρύβεσαι κι εσύ; … Τί στέκεστ’ έτσι όλοι σας σαν χάνοι … Κάνετε τον κουτό ε; Μαναβέλα!

- Τι παππού, δεν ξέρουμε τίποτα οι κακομοίρες … λέει η πιο μεγάλη αγγόνα με πονηρό χαμόγελο.

- Οι κακομοίρες ε; Αμή το καζάνι με το ρύζι και το κριάς στο πλάι απ’ τη φωτιά; Δεν καταλαβαίνω ’γω, ε; Μαναβέλα!

Απότομα γυρίζει κι από κει, και φεύγει. Της κυρα μάνας η κλάψα η άπαυτη φτάνει από το καμαράκι. Και της αποκρίνεται τώρα άλλη βροντερή φωνή : ..

- Γέρο πού ήσουνα; Τι γίνηκες;

- Εδώ ήμουνα, μ’ έχασες; Κοίταξε μη με χάσεις ζάχαρη μου … πού ήμουνα – δική μου δουλειά! Εσύ να μην ανακατεύεσαι! Να κοιτάζεις αυτού τη γωνιά σου και τη στάχτη σου… Εγώ ξέρω πού ήμουνα! Δεν έχω λόγο να δώσω στις γυναίκες ! Χίλιες φορές σου το κοπανάω να μην ανακατεύεσαι στον αντρώνε τις δουλειές! Να μάθεις να σωπαίνεις. Να κάνεις λίγο τον κουφό .. είσαι κουφή που είσαι ! Έλα τώρα, σήκω, θα φάμε μαζί με τους άλλους … Έχουμε ξένους σπίτι μας!

 

 

αρχή

 



 

 Γύριζα κουρασμένος από μακρυνόν περίπατο. Βραδιά ανοιξιάτικη. Άρχιζε πια να σκοτεινιάζει. Δυο τρεις διαβάτες καματάρηδες συντρόφευαν το γυρισμό μου. Λίγο όξω από την πόλη, παράμερα του δρόμου, ακούσαμε πυροβολισμό. Πηδήσαμε το χαντάκι και τρέξαμε κατά τον κρότο. Μες τα χαμόκλαδα, ένας άνθρωπος ήταν πεσμένος και κρατούσε ακόμα στο χέρι το πιστόλι. Τον ανασηκώσαμε· πνοή δεν είχε· τα μάτια του κλεισμένα· κατάλευκο το πρόσωπό του. Και το αίμα βρύση από το στόμα του.

Ως που ν’ αποφασίσωμε, φάνηκε να προβαίνει από το δάσος ένας αγριάνθρωπος, γνωστός αλήτης στα περίχωρα· άστεγος, γυμνός και πάντα πεινασμένος. Ήρθε κοντά μας και μας κοίταζε όλους έναν έναν. Έσκυψε ύστερα και ξέτασε το πρόσωπο του σκοτωμένου. Άνοιξε το στήθος του και τον ακροάστηκε. Έπειτα με κίνημα βουβό μας έδειξε μια τρύπα μόλις φανερή στ΄αριστερό μέρος. Σηκώθηκε κι είπε:

- Πέθανε. Ποιος τονέ γνώριζε;

Κανένας δεν αποκρίθηκε.

- Παλληκάρι δεκοχτώ χρονών και πέθανε. Ακούτ΄ εκεί: Τι νιάτα! Και τι ομορφιά! Και πήγε να σκοτωθεί, ο παλαβός. Άμυαλος καλύτερα.

Στο χέρι του βαστούσε ο ζητιάνος το πιστόλι και τόπαιζε κατά το νεκρό, σα να τονέ φοβέριζε.

- Καλά, δε φοβήθηκες το θάνατο, παιδί μου, του έλεγε, δε ντράπηκες τα χρόνια σου; Και τώρα, θα λυπάσαι περισσότερο. Κακόμοιρε, ο ζωντανός όσο κι αν πονεί γιατρεύεται. Ο πόνος του νεκρού, αυτός είν΄ο πιο μεγάλος! Κι΄ ο αγιάτρευτος. Δυστυχία σου! Κι εμάς μη μας ρωτάς. Λίγο μας νοιάζει ο θάνατός σου. Πέθανες και σε ξεχάσαμε.

Ο αλήτης άρχισε να παραλογάει. Του πήρα το πιστόλι από τα χέρια.

-Και τώρα τι καθόμαστε; είπα. Μπορεί να ζει ο δυστυχισμένος. Πιάστε να τονέ σηκώσομε. Να τον πάμε στη χώρα.

-Σταθήτε· φώναξε ο αλήτης. Αυτοί που σκοτώνονται αφήνουν κι ένα γράμμα που ξεμολογιώνται. Να τον ψάξομε, να μάθομε την αιτία του σκοτωμού του.

Και πριν τον εμποδίσω, έχωσε τα χέρια στις τσέπες του νεκρού κι έβγαλε ένα χαρτί. Του τ΄ άρπαξα και το ’βαλα πάλι στη θέση του.

Αφού πήραν το λείψανο έμεινα εγώ πίσω και ο αλήτης.

-Τι θα καταλαβαίνεις να μάθαινες το μυστικό; του είπα.

-Δεν πειράζει κι αν δεν το ’μαθα. Ήταν ολότελα κουτό αυτό το παλιόπαιδο. Στη τσέπη του ηύρα τι νομίζεις; Μια κι ογδόντα! Όσο είχε αυτά τα ψιλά μπορούσε να μην πεθάνει. Και δεν το ’καμε.

Και μέτρησε μπροστά μου με χαρά τ΄ απόχτημά του.

-Πώς είχες την τόλμη να πάρεις τα λεφτά! του είπα με θυμό.

-Είναι δικά μου τώρα. Δεν τα θέλει πιά.

-Εσύ τι δουλειά κάνεις;

-Ζω.

Κι έφυγε αργά κατά το δάσος.

 

Το κείμενο ψηφιοποιήθηκε δια χειρός Κώστα Μ.

 

 

αρχή

 



 

Όταν την Κυριακή τ’ απόγεμα ο «διάσημος καραγκιοζοπαίχτης» Φούλιας έφτασε στον παράμερο τον καφενέ με το ξύλινο θεατράκι, γνωστά και τα δυο με τ’ όνομα «Η Ωραία Συνάντηση», σκοτείνιαζε πια στην αυλή· όμως ακόμα δεν είχαν ανάψει τα μεγάλα φανάρια του πετρέλαιου, που αστράφταν απ’ την πάστρα, όπως γυάλιζε κι όλος ο καφενές, όξω και μέσα. Και το θέατρο το σανιδοφραγμένο, εκεί κολλητά, ήταν έτοιμο κι αυτό, καθάριο και καταβρεμένο, να δεχτεί τον κόσμο στην παράσταση του «Κατσαντώνη». Η σκηνή του μοναχά, η παλιοπαράγκα μ’ άλλους λόγους, έμενε σκοτεινή, κατάκλειστη απ’ το περασμένο βράδυ, μόλο που μέσα ο χάρτινος θίασος του Φούλια ήταν έτοιμος κάθε στιγμή ν’ αρχίσει του «Κατσαντώνη» τη συνέχεια, καθώς ήταν αραδιασμένος στα τεντωμένα σκοινιά από το Βρακάκια, του Φούλια τον αχώριστο βοηθό, σαν κατάδικοι κρεμασμένοι στην κρεμάλα τους.

Στην «Ωραία Συνάντηση», όπως και σε κάθε θέατρο καραγκιοζαίικο, παίζονταν κάθε Σάββατο και Κυριακή για τον πολύ λαό έργα ηρωικά που πιάναν τα δύο βράδια, ως τα μεσάνυχτα και πέρα. Ένα απ’ αυτά τα «ηρωικά» έργα ήτανε κι ο «λήσταρχος Γκρης», όνομα παράξενο στις ιστορίες των ληστών, μα ήτανε κι ο «Κατσαντώνης» ο περήφανος.

Έτσι λοιπόν ο Φούλιας, αφού κάθισε στη συνηθισμένη θέση του, έρριζα στον τοίχο του καφενέ, έπιασε βαρύς το ναργιλέ που του ’φερε το παιδί, και τον απίθωσε με προσοχή κοντά του· κι αφού ρούφηξε βαθιά πολλές φορές μονοπνοής, έφτασε ύστερα κι ο καφές, «πολλά ολίγη ζάχαρη, μισό καϊμάκι». Κι ήτανε πάντα σκουντουφλός ο Φούλιας τέτοιαν ώρα, γιατί αργούσε να ξυπνήσει, κι ερχόταν ίσα από το σπίτι χωρίς ν’ αγγίξει ούτε φαΐ, για το βράδυ, και, το χειρότερο, ούτε μια σταλαματιά κρασί. Γιατί όσο από φαγοπότι, μοναχά το μεσημέρι ο Φούλιας «του ’δινε και καταλάβαινε», κι ύστερα έπεφτε ξερός στον ύπνο – αφού δε χόρταινε τον ύπνο το νυχτερινό – και ξυπνούσε με χαλασμένο κέφι, και σκουντούφλιαζε, και μάλωνε μ’ όποιον του τύχαινε μπροστά του, και τέλος χρειαζότανε δυο ναργιλέδες και καφέδες τρεις, παρακαλώ, με λίγη ζάχαρη, ψιλό καϊμάκι, ως που να ξενερώσει, ως που να ξεθολώσει ο νους του, κι ως που να διώξει το μαχμουρλίκι τ’ ανατολικό από πάνου του. Τέλος η ώρα της παράστασης, όσο ήτανε κοντά, τον έβρισκε το Φούλια έτοιμο, στα συγκαλά του, ν’ αρχίσει τη δουλειά.

Και τώρα αυτή η στιγμή η επίσημη δεν αργούσε πια. Ο Φούλιας είχε αποκαπνίσει, και ξεβράχνιαζε φτύνοντας δυνατά, κι άρχισε κάπως να μιλάει και να μιλιέται με τα παιδιά του καφενέ ή με το Βρακάκια, που στεκότανε με σεβασμό μπροστά του.

Ο ιδιοχτήτης της «Ωραίας Συνάντησης», ο Κονταργύρης ο στριμμένος, ο κυρ Ανδρέας δα με τ’ όνομα, μεγάλος και τρανός της συνοικίας διασκεδαστής, έλειπε σπίτι για φαΐ. Και γύριζε πιωμένος πάντα, τούτος πάλι, ο κυρ Ανδρέας· κι ήταν όλο φωνές και μάλωμα με τα παιδιά του καφενέ, και με τους μάγκες που δουλεύανε χάρισμα, φτάνει μοναχά να βλέπαν την παράσταση, ή το πολύ τα πιο φτωχά, όσα δε θέλανε να ’χουνε σπίτι και γονιούς, παίρνανε δυο τρεις δεκάρες απ’ τον κυρ Ανδρέα για ψωμί, κι όσο για το τσιγάρο –γόπες!

Κυριακή είπαμε, κι ο κόσμος άρχισε να πλακώνει. Τραβούσε πολύ η παράσταση, μάλιστα τα παιδιά, του λαού εργατικά παιδιά, που ψοφάγανε για του Κατσαντώνη την παλικαριά και του Μπαρμπαγιώργου τα τερτίπια τα πολεμικά. Έβλεπες λοιπόν εκεί και φτάναν από κάθε μαχαλά τα χασαπάκια και τα μαναβάκια, τα λογής κοπής μαστοράκια, κι οι μαστόροι, κι οι κάθε εργατικοί με τις γυναίκες τους και τα μικρά τους, και φτάναν εκειπέρα με φωνές και ταραχή, ανυπόμονοι μη χάσουν την παράσταση, ενώ αυτή μισή ώρα ακόμα ήθελε ν’ αρχίσει. Και μόλις φτάναν, όλοι πέφτανε σε μια βαθιά σιωπή, σε σεβασμό βαθύτερο. Γιατί το θέατρο το καραγκιοζαίικο, νιώθει κανείς, χωρίς άλλος να του το ξηγήσει, πως θέλει μεγάλη προσοχή, άμα είναι σπουδαία παράσταση, όχι δηλαδή τ’ αστεία μοναχά του Καραγκιόζη, και το ξύλο του Ντερβέναγα, και τα παθήματα του σιόρ Διονύσιου, και τ’ άλλα κωμικά, που ο κάθε μάγκας, πα’ να πει το κάθε αλάνι – όπως τώρα τα φωνάζουνε αυτά του δρόμου τα στολίδια –, τα ξέρει απόξω κι ανακατωτά και μπορεί να σου τα ξαναπεί νεράκι.

Σ’ αυτή του «σεβαστού» κοινού την προθυμία βάνανε Φούλιας και Κονταργύρης όλα τους τα δυνατά για να φανούνε άξιοι. Τι τα θέλετε όμως· τουτηδώ η βραδιά άρχιζε άσκημα· κακά ήταν τα σημάδια της. Ο Κονταργύρης ήτανε πολύ «βρεμένος», κι ήταν έτοιμος ν’ αρπαχτεί με το παραμικρό, και μια ώρα να μαλώνει. Ο Φούλιας πάλι ήτανε «στεγνός», κι έλεγε πολλά η ανορεξιά κι η αμιλησιά του. Τέλος δεν τα πηγαίνανε πολύ καλά οι δυο τους, εδώ και κάμποσες μέρες. Κι είχανε το λόγο τους.

- Ακόμα, ρε Θανάση, είπε ο κυρ Αντρέας, δεν πήγες στην παλιοπαράγκα; Ούτε τα φώτα έχεις ανάψει… Εσείς, ρε (στα παιδιά), τι καθέστε και κοιτάζετε; Γιατί  δε σηκώνετε τα φώτα της πλατέας; Πού ’ν’ οι μουζικάντηδες; Γιατί δεν τους λέτε, ρε, ν’ αρχίζουν; Αυτοί δεν το ξέρουν το καθήκο τους;

- Λείπει ο Μπεντιβόλιας! είπε ένα παιδί. Οι άλλοι δε μπορούνε ν’ αρχίσουνε χωρίς την κλαμπαδόρα…

- Ν’ αρχίσουν όπως μπορούνε, ρε, σύρε πες τους… Ρε Θανάση, δεν ακούς; Δεν πας να κοιτάξεις την παράγκα σου;

- Εσύ έρχεσαι φαγωμένος, κι εγώ είμαι αφάγωτος… και θα ’μαι ως τις δυο από τα

μεσάνυχτα. Το λοιπόν, πώς μπορεί να συνεννοηθεί ένας νηστικός μ’ ένα χορτάτο; είπε βαρύς ο Φούλιας. Άσε με εμένα, ξέρω γω τη δουλειά μου… Βρε, δεν έχω το κλειδί μαζί μου!

Είπε ο Φούλιας, και σηκώθηκε, και ψαχνόταν αμίλητος.

- Δε σου τα λέω γω; είπε ο κυρ Αντρέας. Τι καθέστε σεις, ρε, και κοιτάζετε; Στο διάολο, τι κοιτάζετε; Τώρα τι κάνουμε, ρε Θανάση; Το σπίτι σου είναι μακριά· όσο να τρέξει το παιδί –πού είσαι, ρε Δημοσθένη; Να σπάσουμε την πόρτα, λέω, καλύτερα.

- Ας τρέξει ένα παιδί! είπε ο Φούλιας. Πώς να σπάσουμε την πόρτα; Ύστερα ν’ αφήσω τα πράγματα στην παλιοπαράγκα μ’ ανοιχτή την πόρτα; Ας πάει ένα παιδί!

- Μπαίνουμε από την ποδιά, είπε μια φωνή παιδιού που στεκόταν πίσω από τ’ άλλα τα παιδιά.

Ο Φούλιας γύρισε απότομα και κοίταξε. Ήταν ο Τσιμπλής ο μάγκας, που ’κανε θελήματα στο θέατρο, βοηθός του βοηθού, μ’ άλλα λόγια του Βρακάκια.

- Ποιος σε ρώτησε σένα, ρε κερατόσπορε; είπε ο Φούλιας· κοίταξε το μπαγάσα, μου πήρετην κουβέντα από το στόμα… Ναι, μπορούμε ν’ ανοίξουμε την ποδιά… όμως ας πάει κι ο Δημοσθένης! Δε μπορούμε να μπαινοβγαίνουμε από την ποδιά μπροστά στον κόσμο!

- Τρέχα, Δημοσθένη! φώναξε ο κυρ Αντρέας κατά το Δημοσθένη που ’τρεχε.

Ο κυρ Αντρέας, πειραγμένος, είχε τραβηχτεί μέσα στον καφενέ, κι ο Φούλιας είχε διώξει πια από πάνω του το μαχμουρλίκι, και μιλούσε στα παιδιά του καφενέ, όμως η ματιά του γύριζε με τρόπο κατά τα δικά του τα παιδιά, τους καραγκιοζοβοηθούς να πούμε, που στεκόταν πιο μακριά και περιμένανε τις προσταγές του.

Ήταν ο μικρός Τσιμπλής εκεί, κι ο πιο μεγάλος ο Βρακάκιας. Ζύγωνε όμως κι η ώρα της δουλειάς, κι ο Φούλιας είχε σηκωθεί κι ορθός αγόρευε.

- Ρε παιδί μου, έλεγε, άμα σ’ έριξε η μοίρα σ’ αυτή τη δουλειά την άτιμη, κι έχεις λίγο συνείδηση, και θέλεις να κάνεις τον καραγκιοζοπαίχτη, στα σοβαρά δηλαδή, όχι να κοροϊδεύεσαι με το κοινό, τότε… με βλέπεις εμένα που κάθουμαι κειπέρα και φουμέρνω; Νομίζεις πως φουμέρνω, δηλαδή; Το κεφάλι μου το ξέρει. Όσο και να θυμάσαι απόξω τα λόγια που θα πεις, όσο και να πιτηδεύεσαι και μπορείς να τα καταφέρνεις – και τα μπαλώνεις άμα τύχει μια περίσταση, τύχει και τα χάσεις, δηλαδή –, τότε, αν τύχει και τα χάσεις, τα ’χασες, φασκέλωσέ τα, δεν τα μπαλώνεις ύστερα! Τότε, δηλαδή, «κόφ’ το, ρε κρύε!». Άμα ακούσεις αυτή τη φωνή, χάθηκες, θα τα χάσεις χειρότερα! Εγώ δεν είμαι, δηλαδή, από κεινούς που τα χάνουν εύκολα, ούτε θα μου πει ο άλλος «κοφ’ το», αλλά, ρε παιδιά, μα τη Βαγγελίστρα, τίποτ’ άλλο δε φοβήθηκα στον κόσμο, παρά μοναχά εκείνο τ’ άτιμο, το «κοφ’ το» δηλαδή. Τότε πρέπει να ’χεις έτοιμη κι εσύ μιαν απάντηση, να κόψεις το «κοφ’ το» δηλαδή, ειδεμή χάθηκες, έσβησες! Τέλος, τι να σας τα λέω, πρέπει ο καλλιτέχνης ο καραγκιοζοπαίχτης να μελετάει το μέρος του – πα’ να πει, όλα τα μέρη που ’χει να παίξει, κι όχι να περιμένει από την έμπνεψη. Γιατί τότε, δηλαδή, άλλον Καραγκιόζη θέλεις να παίξεις κι άλλον παίζεις, άλλο Χατζηαβάτη, κι άλλο Διονύσιο, και το κοινό άλλη παράσταση ξέρει κι άλλη βλέπει. Δεν είναι, δηλαδή, όπως σε άλλα θέατρα· εκεί πρέπει να βάνεις και δικά σου λόγια, άμα βλέπεις κι ο συγγραφέας είναι σαχλός. Εδώ… σαχλαμάρες απαγορεύονται· ό,τι έχεις να πεις, θα το πεις σα μαθητούδι που λέει το μάθημα! Δε λέω, αν τύχει κι έχεις τίποτα δικό σου, μπορείς να το βάνεις… πώς όμως θα το κάμεις αυτό; Ιδού η Ρόδο, ιδού και το ρόπαλο. Εδώ σου λέει ο άλλος είναι τέχνη, όχι σαχλαμάρες. Αλλιώς – «κόφ’ το» μοναχός σου, για να μη σου το κόψει το κοινό.

Τα παιδιά του καφενέ γελάσανε, κι ο Φούλιας έκλεισε πονηρά το μάτι, δείχνοντας με τρόπο πως τα λέει αυτά για να τ’ ακούσουν οι βοηθοί του. Ύστερα γύρισε και κατά τους βοηθούς του κι είπε:

- Για σε τα λέω, πεθερά, για να τ’ ακούει η νύφη… Πού είναι, ρε, ο Αποφόρης;   

- Δε φάνηκε ακόμα, μάστορη! είπε ο Τσιμπλής με ζήλο πάλι.

- Ποιος σε ρωτάει εσένα, ρε μπαγάσα; είπε ο Φούλιας· πάλι εσύ μπροστά μου;… Εσείς ρε οι άλλοι δε μιλάτε;

Τα παιδιά κατεβάσανε τα μάτια με σεβασμό παραπανιστό, γεμάτα υποκρισία.

- Εσύ, ρε Βρακάκια, θα με βοηθήσεις απόψε μοναχός σου; Δεν αξίζεις τίποτα! Έλα,

τραβάτε κατά την παράγκα!

Και τοιμάστηκε να κινάει κι ο Φούλιας, κατά την παράγκα, μα γύρισε απότομα κατά τα παιδιά του καφενέ, κι έδειξε τους μάγκες.

-   Να, απ’ αυτούς βγαίνουν οι καραγκιοζοπαίχτες! είπε σοβαρά. Ετούτοι δω όμως δεν αξίζουν τίποτα! Ο άλλος, ο Αποφόρης, δηλαδή, αυτός θα γίνει «διάσημος» – καλύτερος κι από τον εαυτό μου! Πώς το λένε, να!    

Η αλήθεια είναι πως από τα δυο παιδιά, ο Βρακάκιας είχε πιο μεγάλη πείρα· ήξερε απόξω τις παραστάσεις· μάντευε του μάστορη το νόημα· πρόφταινε να του περνάει στο χέρι την κάθε φιγούρα που χρειαζόταν ίσα ίσα τη στιγμή που ’πρεπε. Ο άλλος όμως, ο Αποφόρης, ήτανε σπάνιος στην τέχνη να μιμείται τις διάφορες φωνές, και μάλιστα τη φωνή του Καραγκιόζη περίφημα την έκανε. Νόμιζες πως ο ίδιος ο μάστορης, ο Φούλιας, ήταν που μιλούσε, άμα τύχαινε μονάχο το παιδί μες στην παράγκα κι «έκανε» τα πρόσωπα, μιλώντας μοναχό του. Τ’ άκουγε ο μάστορης καμιά φορά, κι απορούσε με την τέχνη του. Γι’ αυτό και τ’ αγαπούσε το παιδί, και δεν έκρυβε την προτίμηση που ’χε από τον κακομοίρη το Βρακάκια. Τούτος πάλι ζούλευε κρυφά τον Αποφόρη, γιατί ό,τι κι αν έκανε, ποτέ δε μπορούσε να «κανοποιήσει» το μάστορή του. Ο Τσιμπλής πάλι, ο πιο μικρός κι ο πονηρότερος, αυτός είχε φίλο πιστό τον Αποφόρη, μα τον είχε και προστάτη από τις φάπες του Βρακάκια, που ξεθύμαινε ο άθλιος στον αδύνατο, γιατί ήξερε πως τον Αποφόρη ο μάστορης δε θ’ άφηνε ποτέ κανείς να τον πειράξει στο παραμικρό. Τέλος, τα τρία μαγκάκια τρωγόνταν αναμεταξύ τους, μόλο που ο άλλος ο χορός των ξυπόλυτων, που πολεμούσανε να δουν από τις χαραμάδες την παράσταση, μακαρίζανε τους τρεις αυτούς για την τύχη που ’χανε να μπαίνουν και να βγαίνουνε στα ιερά και στ’ άγια της παλιοπαράγκας. Παρακαλούσαν κι οι ξυπόλυτοι τον κυρ Αντρέα να τους δίνει καμιά δουλειά, για ν’ αποχτήσουν το δικαίωμα να μπαίνουμε, μα πού; Όσο βαστούσε η παράσταση, φύλαγε με τη ματσούκα ο κυρ Αντρέας γύρω γύρω από τα παλιοσάνιδα, και καθώς ήτανε σκυμμένα τα παιδιά, με τα μάτια στις χαραμάδες κολλημένα, την τρώγανε ξαφνικά την ξυλιά στα πισινά. Κι αυτό βαστούσε κάθε βράδυ· ερχότανε καμιά φορά και χωροφύλακας. Τέλος είχανε πόλεμο τα παιδιά με τον Κονταργύρη, και του σπάζαν τα σανίδια, και γυρεύανε να του κάνουν πάντα το κακό, μα πώς; Δεν τους περνούσε. Με το Φούλια όμως τίποτα δεν είχανε. Τονε θεωρούσαν ίσο και Θεό.

 

Τα φώτα του θεάτρου ήταν αναμμένα, κι ο κόσμος αρκετός, είχανε συναχτεί, και περιμέναν ήσυχα σα να βρισκόντανε στην εκκλησιά κι ήτανε ν’ αρχίσει η λειτουργία. Φάνηκε ο Φούλιας σοβαρός να περνάει ανάμεσα στα ξύλινα θρανιά, κι ανάμεσα στου σεβασμού τα ψίθυρα· ο Βρακάκιας ερχόταν από πίσω του. Να τος όμως ο Τσιμπλής τρεχάτος, παρουσιάζεται μπροστά στο Φούλια.

- Μάστορη…, του λέει μισόπνοος.

- Τι ’ναι ρε; προφταίνει και τονε ρωτάει με θυμό ο Βρακάκιας.

Ζήλεψε γιατ’ είπε μάστορη το Φούλια, που αυτός μονάχος είχε αυτό το δικαίωμα, το ιερό και πολυτίμητο.

- Η ποδιά είν’ ανοιχτή! είπε το παιδί κοιτάζοντας το Φούλια μες στα μάτια. Τη βρήκα ξηλωμένη…

- Τι λες ρε; είπε ο Φούλιας άγριος· ποιος την ξήλωσε;

- Δεν ξέρω, μάστορη, είπε το παιδάκι τρέμοντας· είδα που την τίναζε ο αγέρας, κι έτρεξα να σου το πω.

- Τρέχω να δω! είπε ο Βρακάκιας πρόθυμος.

- Στάσου, ρε, πάμε μαζί! είπ’ ο Φούλιας με χαμηλή φωνή κι ανήσυχη.

Ποδιά είναι ο τεντωμένος μουσαμάς που σκεπάζει το κάτω μέρος της σκηνής, ζωγραφισμένος με σκηνές ηρωικές, κι έτσι κρατεί τον τόπο μιας αυλαίας ακίνητης, που δε σηκώνεται ποτέ ούτε πέφτει. Ήβρανε την ποδιά λοιπόν ξεκάρφωτη, σκύψανε και μπήκαν από κει, σαν κλέφτες, στην παράγκα. Το φως απ’ τα φανάρια τ’ αναμμένα της αυλής, που τα κατεβάζαν άμα θ’ άρχιζε η παράσταση, περνούσε το λευκό πανί, τον καραγκιόζ μπερντέ, λιχνιζότανε χλωμόλευκο και φώτιζε τα μέσα της παράγκας.

- Μας πήραν τις φιγούρες! φώναξε ο Τσιμπλής, πρώτος πάλι και πρόθυμος.

- Χάθηκα! είπε ο Φούλιας πιάνοντας τα μαλλιά του μ’ ένα κίνημα, κι έψαχνε τριγύρω στα διπλά σκοινιά τα τεντωμένα σα να μην πίστευε τα μάτια του.

Ο Βρακάκιας έτρεξε στον κυρ Αντρέα, χωρίς κανένας να του παραγγείλει, και τον έφερε κι αυτόν εκεί μπροστά στη συφορά. Έγινε τότε ένα κακό μεγάλο, φωνές, βρισιές, φοβέρες μεταξύ Φούλια και Κονταργύρη. Ο κόσμος μαζεύτηκε γύρω στην παράγκα ανήσυχος να μάθει. Πάει η «συνέχεια» του Κατσαντώνη… Όσο για φιγούρες σαν του Καραγκιόζη και του Μπαρμπαγιώργου, κι άλλες παρόμοιες, είχε η παλιοκασέλα – σα να λέμε, της χάρτινης παρέας το παλάτι –, είχε διπλές και τρίδιπλες να προμηθέψει· άλλον όμως Κατσαντώνη, άλλον Κώστα Λεπενιώτη, και τ’ άλλα παλικάρια, και το Μάνθο το γραμματικό, και τον ίδιο τον Αλή, όλα προσώπατα σημαντικά και φουστανελοφόρα, με χρωματιστά γελέκια και μεϊντάνια, με πουτούρια και σαρίκια, φέσια κι άρματα φανταχτερά, που θέλανε καιρό και τέχνη να κοπούνε στο χαρτόνι, και κολληθούνε, στολιστούνε μ’ άλλα διάφανα χρωματιστά χαρτιά για να θαμπώνει το κοινό η φορεσιά τους η πολύχρωμη – τέχνη τέλος που κανένας άλλος δεν τον έφτανε το Φούλια –, τέτοιες φιγούρες δεν υπήρχαν άλλες στην κασέλα, ήτανε μοναδικές, όσο να πεις αξίζανε, τέλος το καύκημα κι η περηφάνια του Φούλια του «διάσημου».

- Τι είν’ αυτό το κακό που ’παθα; είπε ο κυρ Αντρέας πέφτοντας σε μια καρέκλα απάνου.

Του κυρ Αντρέα ο πόνος νόμιζε κανείς ήτανε προσβολή βαριά στο Φούλια.

- Εσύ δεν έπαθες τίποτα! είπε ψυχρά ο Φούλιας· εγώ έπαθα ό,τι έπαθα. Τέτοιες φιγούρες, δεν έπρεπε να ’χω μπιστοσύνη στην παράγκα… Όσο να τις φκιάσω, ξέρω γω τι τράβηξα.

- Εκείνο που ξέρω γω, είπε ο κυρ Αντρέας ξανάβοντας, είναι πως πρέπει να ’χουμε απόψε «Κατσαντώνη», τίποτ’ άλλο γω δεν ξέρω… Κάμε όπως μπορείς… Το λάθος είναι δικό σου!

-    Σώπα, πάψε, μας ακούνε! είπε ο Φούλιας, πιο πολύ φοβισμένος παρά θυμωμένος· το κοινό θα γυρέψει πίσω τα λεφτά του… άμα θυμώσει μάλιστα, τα κάνει όλα κεραμιδαριό! Το κατάστημα δικό σου είναι… Σώπα, είπα! θα μας ακούσουν απόξω πως μαλώνουμε… Σύρε συ στον πάγκο σου, κι άφησ’ εμένα… «Συνέχεια» δεν έχει, βγάλ’ το από το νου σου… Τράβα, είπα, στο τεζάχι σου, κοίτα τα σιτήρια σου! Για να κάμω άλλες φιγούρες, θέλω δέκα μέρες, και να δω αν θα τις καταφέρω σαν τις πρώτες! Μην κοιτάς, εκείνες ήταν, σπάνια πράματα, τις έκαμα στις ώρες μου, στα κέφια μου… Εσύ δεν καταλαβαίνεις.

Έπεσε απάνου στην παλιοκασέλα, μ’ ένα βόγκημα σα να του σκοτώσαν τον πατέρα.

- Δεν τ’ αφήνεις αυτά, ρε… καλλιτέχνη! είπε ο κυρ Αντρέας φουρκισμένος, και ρίχτηκε να βγει όξω βιαστικός, για να μη γίνουν τα χειρότερα.

- Τόσο νιώθεις, τόσο λες! του ’ριξε ο Φούλιας από πίσω την απάντηση. Δεν πας να

μαλώσεις με το ναργιλέ σου, λέω γω. Αυτός βαστάει τις διοτροπίες σου.

Κι αλήθεια, ο κυρ Αντρέας ο Κονταργύρης πήγε ίσια και τα ’βαλε με τον ταμπή· τώρα ήβρε να θυμηθεί πως δεν του ’χε κάμει το ναργιλέ σέρτικο καθώς τον έπινε. Έτοιμος όμως κι ο ταμπής να του αντιλέξει, έτοιμος κι ο κυρ Αντρέας να μην του το επιτρέψει, του λέει να φύγει αύριο, χωρίς άλλο· γυρίζει ο ταμπής, του απαντάει θα φύγει τώρα, αμέσως. Τέλος είδανε και πάθαν ως που να τους χωρίσουν οι πελάτες οι ταχτικοί του καφενέ, που καθισμένοι αράδα, έρριζα στον τοίχο, κάθε βράδυ ρουφάν το ναργιλέ, ακούνε λίγο Καραγκιόζη, ακούνε και κανέναν αμανέ, ακούνε και κανένα Κλέφτικο, βλέπουνε τον κόσμο να περνάει για το θέατρο με μάτι θολωμένο, ακολουθούν και το τι γίνεται τριγύρω στο τεζάχι με μάτι πονηρό. Τέλος, μέγας είσαι Κύριε, τι βραδιά καραγκιοζαίικη είναι τουτηδωνά.

 

Αφού άδειασε ο κυρ Αντρέας την παράγκα από την παρουσία του, έφτασε κι ο Δημοσθένης με το κλειδί κι άνοιξε την πόρτα. Γύρισε τότε ο Φούλιας και κοιτάχτηκε καλά με το Βρακάκια.

- Ποιος το ’καμε αυτό, ρ’ Αντώνη; είπε ο Φούλιας μ’ ένα σπαραγμό στη φωνή του.

Για να μιλήσει στο Βρακάκια με τ’ αληθινό του τ’ όνομα, κι όχι με το παρατσούκλι του, θα πει πως ήτανε σοβαρή η περίσταση. Το κατάλαβε, και το ’ξερε μονάχος του ο Βρακάκιας. Η ταραχή του γράφτηκε στο πρόσωπο του κακομοίρη.

- Δεν ξέρω, μάστορη, είπε και τρεμόσβηνε η φωνή του.

- Ποιος το ’καμε αυτό, ρ’ Αντώνη…ρε Βρακάκια! ξαναρώτησε με παράπονο μαζί και κατηγόρια ο Φούλιας, σα να ’θελε να ρίξει την αιτία στο παιδί.

- Δεν ξέρω, μάστορη! είπε το παιδί με σπαραγμό, σα να φοβότανε μην ήταν ένοχο το ίδιο… Έτσι, να μου χυθούν τα μάτια, μάστορη, δεν ξέρω!

Ήταν έτοιμο να κλάψει· φοβότανε μη χάσει τ’ αξίωμα

- … Έτσι, μα τα κόκαλα της μάνας μου… να χάσω τ’ αδρεφάκι μου, που το ’χω ένα, δεν ξέρω…

Ο Φούλιας πρώτη φορά άκουγε πως είχε κι αδερφάκι το παιδί· φαντάστηκε πως θα ’τανε κι αυτό κανένα μορτάκι σαν ετούτο, και γέλασε από μέσα του για τους όρκους του παιδιού. Πίστεψε όμως τους όρκους του.

- Ποιον υποψιάζεσαι; ρώτησε ο Φούλιας μαλακότερα. 

Του Βρακάκια ο νους πήγαινε κάθε στιγμή στον Αποφόρη, και τα μάτια μιλούσαν έξυπνα, μα φοβότανε να ξεστομίσει τ’ όνομά του. Είχανε μεγάλη ζήλια οι δυο τους μεταξύ, κι αυτό το ’ξερε καλά ο μάστορης· ίσα ίσα μαλώνανε για την εύνοιά του.

- Δε μιλάς, ρε; είπε ο Φούλιας με φοβέρισμα.

- Δυο μπαίνουνε στην παράγκα, μάστορη, είπε τρέμοντας το παιδί· εγώ…

- Κι ο Αποφόρης, ε; ακούστηκε από πίσω μια φωνή· αλλού να τα πουλάς αυτά, Βρακάκια!

Ήταν ο Τσιμπλής που μίλησε έτσι. Στεκότανε κοντά στην πόρτα, και κρυφάκουγε έτοιμος να πεταχτεί έξω. Τούτος πάλι, ο Τσιμπλής, όσο αγαπούσε τον Αποφόρη, τόσο μισούσε το Βρακάκια.

-   Τσακίσου όξω, ρε παλιορουφιάνε! φώναξε ο Φούλιας μανιασμένος. (Το παιδί τσακίστηκε.) Ποιος τονε ρώτησε τον άτιμο… Λες αυτός να το ’καμε, ρ’ Αντώνη;   

- Αυτός τα πήρε, αυτός!

- Γιατί; ρώτησε ο Φούλιας μ’ απορία.

- Δεν τον έδειρε προχτές το βράδυ ο κυρ Αντρέας, γιατί μπήκε από μέσα στο τεζάχι, την ώρα που ’λειψε αυτός μια στιγμή;

- Και πως μπήκε στο τεζάχι, ρε, τι του ’φταιξα γω; Αν ήθελε να κάμει κακό στον

Κονταργύρη, τι έχω να κάμω γω στην υπόθεση; Λέγε, ρε!

- Δεν είπα γω πως έφταιγες, μάστορη… άλλος έφταιγε!

- Ποιος έφταιγε, ρε, μίλα ξάστερα, μη σου ανάψω στο κεφάλι όλη την κασέλα την

καραγκιοζαίικη.

Κι ο Φούλιας σήκωσε στο χέρι το σκέπασμα το ξεκάρφωτο.

- Ο Κονταργύρης έφταιγε, σου το ’πα, μάστορη…

- Να σου πάρει ο διάολος τον Κονταργύρη… Εσύ, ρε, έφταιγες, που μ’ έκανες και θύμωσα με το παιδί! Όλο εσύ το κακόβανες σ’ εμένα. Τ’ αρνιέσαι, ρε, τ’ αρνιέσαι; Όλο βρισίδι και μαλώματα είχες μαζί του. Το βρήκες αθώο το παιδί, είδες που δε μιλάει, και το κυνηγάς. Κάθε τόσο και: «Μάστορη, ο Αποφόρης έκαμε το και το». Θέλεις να το διώξω απ’ την παράγκα και κοιτάς με δολιότη να του φας το μάτι. Δε σου βαστάει να βγεις στα φανερά, να μαλώσεις, να δαρθείς· ξέρεις πως θα τις φας. Ξέρεις, άμα θυμώσει, γίνεται θερίο. Όσο κάνει υπομονή, το βασανίζεις σαν το Γιούδα, άμα αγριέψει, συμμαζεύεσαι, γιατί σου την τινάζει την προβιά, ας είναι και μικρότερος.

- Εμένα; είπε ο Βρακάκιας πειραγμένος.

- Εσένα, αμέ ποιον, εμένα, ρε;

Εκείνη τη στιγμή ο Τσιμπλής μισάνοιξε την πόρτα.

- Ο Αποφόρης, μάστορη, είπε, ψες το βράδυ ήταν από πίσω στην παράγκα και

κρυφοκοίταζε στις χαραμάδες· ήτανε με την παρέα του, τ’ άλλα τα παιδιά. Ψες το βράδυ τονε χτύπησε ο Κονταργύρης, και του ’πε να μην ξαναπατήσει δω…

- Του ’πε τέτοια κουβέντα, ρε, του παιδιού; Γιατί δε μου το ’λεγες; είπε ο Φούλιας σα να τονε πρόσβαλε κανείς βαθιά.

- Δεν ήθελα να σε βάλω να μαλώνεις, μάστορη, είπε ο φρόνιμος Τσιμπλής.

- Εσύ, ρε σιγαλό ποτάμι, ρε σουπιά, που θολώνεις τα νερά, γιατί δε μου το ’λεγες;

Ο Βρακάκιας έριξε κάτου το κεφάλι μοχτηρά και σώπαινε.

- Αυτός είναι κόμμα με τον κυρ Αντρέα! είπε ο Τσιμπλής δείχνοντας το Βρακάκια με την πιο μεγάλη καταφρόνεση.

- Καλά, είπε με σκοτεινή ματιά ο Φούλιας, θα λογαριαστούμε.

- Το ’καμε να ξεδικηθεί τον κυρ Αντρέα που τον έδειρε! έριξε πάλι στη μέση το λόγο του ο Τσιμπλής.

- Πήγαινε όξω, στο διάολο! είπε ο Φούλιας, ξεθυμαίνοντας τώρα στον Τσιμπλή. Κοίταξε καλά, ρε, να μη σου βγει καμιά κουβέντα στ’ άλλα τα παιδιά, πως τάχατες (αυτό το τόνισε πολύ) έκλεψε ο Αποφόρης τις φιγούρες – δε θα ξαναπατήσεις εδωμέσα, ούτε συ, ούτε άλλος κανένας (κοιτάζοντας άγρια το Βρακάκια), καταλάβατε; Δε θέλω ν’ ακουστεί τίποτα στην αλαναρία, την ευγενέστατη παρέα σας… όχι πως μου κλέψαν τις παλιοφιγούρες (τις καταφρονούσε τάχα), και θα με κοροϊδεύουν, αλλά βάνω κάτου το κεφάλι μου πως την κλεψά δεν την έκανε ο Αποφόρης… Άλλος είν’ ο κλέφτης, θα τον πιάσω γω, στου φιδιού το κέρατο να κρυφτεί, θα τον πιάσω!… Έλα, πάρε πόδι, κύριε Τσιμπλή… όχι στάσου να βοηθήσεις, κι αν σου αρέσει εσένα κι αλλουνού, μαρτυράτε τίποτα… Άμα μάθουν απόξω οι άλλοι οι ευέλπιδες πως με κλέψαν, θα τους ανοίξει κι αυτωνών η όρεξη, και θα μου ρημάξουν τις φιγούρες… Ελάτε τώρα, γλήγορα! Βγάλτε τον Πασά, το Σελίμη, το Μεχμέτη, θα παίξουμε τον «Καραγκιόζη φούρναρη»! Διόρθωσε το λυχνάρι, ρε, σένα το λέω, ρε Τσιμπλή, όχι αυτό, τ’ άλλο, τύφλα! Δώσε μου εσύ τον Καραγκιόζη… Βάρα το κουδούνι να σωπήσει η μουσική… Έτοιμοι;

 

Ο κόσμος έξω τίποτε δεν είχε νιώσει απ’ αυτό το δράμα το παρασκηνιακό. Περίμενε πρώτα το χορό του ξύλου που χορεύει ο Καραγκιόζης με το Χατζηαβάτη δέρνοντας, ύστερα τον καβγά του Μπαρμπαγιώργου με το Βεληγκέκα, όπου ο φουστανελάς πληρώνει στον Αρβανίτη όσο ξύλο έδινε, τόσους αιώνες, στους αθώους χριστιανούς, κι ύστερα τέλος τη «Συνέχεια». Μα να και βγαίνει ο Καραγκιόζης στο μπερντέ μονόπλευρος, όπως τον καταδίκασε κι αυτόν και τους συντρόφους η κακή τους μοίρα, βγαίνει σκυφτός και κακομοίρης δείχνοντας πάντα το ένα μάτι κι αυτό στραβό, και λέει στο κοινό:

- Αξιότιμοι κύριοι, απόψε μπήκαν κλέφτες στο μαντρί, κλέψανε το λαγιαρνί… Απόψε ο Κατσαντώνης πήρε τον Κώστα και τα παλικάρια τους και παν, και πάνε…

Εδώ έκοψε το λόγο του ο Καραγκιόζης, έσκυψε το ξερό κεφάλι του, κι έκανε πως γυρεύει κάτι γύρω στα ποδάρια του.

- Τι λες, ρε, είπε ένα χασαπάκι απόξω· τι, δηλαδή, δε σε καταλαβαίνομε!

- Δεν έχει απόψε Συνέχεια; ακούστηκε άλλη βραχνή φωνή.

Στην πλατεία γίνηκε κάποια κίνηση· ξεφωνητά σκόρπια τιναζόνταν από μια στην άλλη άκρη, κι αρχίζανε και φοβερίσματα με χαμηλή φωνή. Όλοι ανησυχούσανε για τη Συνέχεια. Ο Καραγκιόζης τότε ανησύχησε κι αυτός. Άφησε λοιπόν τα χωρατά στην άκρη, και με φωνή που ’τρεμε, και με τόνο σοβαρό, που δεν του ταίριαζε, και τον παράστηνε γελοίο από κωμικό, άρχισε να λέει, πάντα μονόπλευρος, όπως ήτανε της μοίρας του, μα τώρα θα ’λεγε κανείς σκοπίμως το ’κανε, γιατί δεν ήθελε ν’ αντικρίσει το κοινό κατάματα απ’ το φόβο του.

- Λέω, δηλαδή (κι έσκυβε πάλι σαν το ζούδιο που σκαλίζει μες στο χώμα), πως κάποιος άτιμος μάς χάλασε τις φιγούρες, μπήκε στην παράγκα και τις έσκισε… Λοιπόν απόψε δεν έχει Συνέχεια, μα έχει άλλη παράσταση, ωραία και κωμική, που θα γελάσει το παρδαλό κατσίκι. Παρακαλώ να μας συχωρήσει το σεβαστό κοινό… Ως την Κυριακή όμως θα κάμουμε άλλες φιγούρες, άλλον Κατσαντώνη, άλλο Λεπενιώτη, άλλο Μάνθο, και η παράσταση θα γίνει τέτοια… που δε ματάγινε άλλη! Κατά το παρόν, αν αγαπάτε, μείνετε απόψε να γελάσετε, και την άλλη Κυριακή θα κλάψετε… με την ησυχία σας! Λοιπόν, υπομονή λιγάκι… Πρώτα τα γέλια κι ύστερα τα κλάματα… Πρώτα έπρεπε να μπουν τα κλάματα, μα τι να κάνομε, το λάθος δεν είναι δικό μας, είν’ αλλουνού… Ουφ, έσκασα!

Ο Καραγκιόζης από το κακό του είχε λησμονήσει τη φωνή του, μες στην ταραχή του, και μιλούσε με… του Φούλια τη φωνή. Κι ύστερα έμεινε βουβός, ξερός, μονόπλευρος και ψόφιος, κολλημένος στο πανί.

- Να μας δώσετε πίσω τα λεφτά μας! Εμείς ήρθαμε για τη Συνέχεια, όχι για τίποτ’ άλλο!

Ο Φούλιας είχε βγει από την παράγκα, και στεκόταν ο ίδιος πια μπρος στο κοινό.

- Κάτι λάθος… τέλος κάτι δυστύχημα, είπε (και χαμογέλασε μ’ άνοστο μορφασμό),

συνέβηκε στο θίασό μας… Οι καλύτερες φιγούρες χαλαστήκανε… Ανεξάρτητο της θέλησής μας… Αν αγαπάτε, μείνετε στην παράσταση, αν δεν αγαπάτε, θα πάρετε πίσω τα λεφτά σας. Θα παίξουμε «Ο Καραγκιόζης φούρναρης».

- Όχι, ο «Καραγκιόζης βασιλιάς» να παίξεις! είπε μια φωνή απότομη.

- Γιατί δε λες πως σου κλέψαν τις φιγούρες; ακούστηκε η φωνή του κυρ Αντρέα πίσω από τον κόσμο, προς την αμπατή του μικρού θεάτρου· ε, γιατί δεν το μαρτυράς; Γιατί να κρυβόμαστε από τ’ αξιότιμο κοινό;

-   Πες το λοιπόν η αφεντιά σου, που το ξέρεις καλύτερα από μένα! είπε ο Φούλιας θυμωμένος, και χώθηκε πάλι στην παράγκα.

Οι θεατές είχανε στραβώσει τα κεφάλια τους πίσω, κατά τον Κονταργύρη, που έβγανε το λόγο του.

- Βλέπετε, κύριοι, κάποιος καλός άνθρωπος ήθελε να μου χαλάσει το μαγαζί μου… Ας είναι καλά η καλοσύνη του! Βλέπετε, πήρε μονάχα τις φιγούρες της παράστασης του Κατσαντώνη. Τι θα τα κάμει τα παλιόχαρτα; Η κακία του μοναχά. Φιγούρες να κάμουμε καλύτερες, κι η παράσταση της άλλης Κυριακής κόσμο έχει να χαλάσει… Ε, κύριε Καραγκιόζη, έλα να το πεις κι εσύ, να βεβαιώσεις τ’ αξιότιμο κοινό… Ε, Καραγκιόζη; (μιλιά ο Καραγκιόζης). Αν πάλι… όπως αγαπάτε, κύριοι!

Το κοινό στράβωνε μπρος και πίσω τα κεφάλια θέλοντας πότε να βλέπει το ρήτορα τον αποπισινό, πότε περιμένοντας τον Καραγκιόζη ν’ αγορέψει.

- Θα μείνουμε! είπανε πολλοί. «Ο Καραγκιόζης βασιλιάς»… όχι, «Ο Καραγκιόζης

φούρναρης»! Όχι, ναι!

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο φούρνος στο πανί να παίρνει τη θέση στη γωνιά την αντικρινή από του Καραγκιόζη την καλύβα. Τι να την κάνεις όμως εκείνη την παράσταση· όλα της άνοστα κι ανόρεχτα. Νερόβραστα χωρατά του Καραγκιόζη, σαχλές οι πονηριές του Χατζηαβάτη, κρύος ο φούρνος με το φούρναρη, κρύα και τα φαγιά τους.

 

Στο τέλος της πρώτης πράξης γλίστρησε ο Φούλιας από τη παράγκα και παρουσιάστηκε στον καφενέ· δίσκο δε θέλησε, ούτε και τόλμησε να βγάλει· θα μάζευε καρπαζιές αντί δεκάρες. Ο κυρ Αντρέας, άμα τον είδε, άναψε:

- Για μένα το ’κανε, το κερατένιο, το αφιλότιμο. Δε θα το πιάσω, πού θα μου πάει;

- Πώς το ’καμε για σένα, και δεν το ’καμε για μένα; είπε παγερά βλέποντας τον κυρ

Αντρέα καταφρονετικά.

- Για να με ζημιώσει! είπε ο κυρ Αντρέας.

- Εγώ, το λοιπόν, δε ζημιώνουμαι; είπε ο Φούλιας ρίχνοντας τα χέρια του στη μέση σα να του ’χανε κάνει καμιά προσβολή.

- Καθένας κοιτάζει τη δική του τη ζημιά! κι έβλεπε ο κυρ Αντρέας αλλού, σα να ’θελε να δείξει πως είχε κι άλλες έννοιες στο κεφάλι του.

- Κοίταξε λοιπόν τη δική σου τη ζημιά, κι εγώ κοιτάζω τη δική μου… κι έτσι ωραία θα περάσουμε!

- Τα χωρατά σου να τα φυλάς καλύτερα για την παράστασή σου!

Και ο κυρ Αντρέας τον κοίταζε κατάματα. Ο Φούλιας μισόκλεινε τα μάτια και τον κοίταζε κι αυτός.

- Μήπως σε ζημιώνω με τα χωρατά μου; Βλέπεις, σε ζημίωσα και στα σπουδαία ως τώρα.  Το συρτάρι σου, βλέπεις, βροντάει.

- Και δε με ζημίωσες; είπε ο κυρ Αντρέας μ’ έξαψη κι αυτός. Αν φύλαγες την

παλιοπαράγκα, δε θα σε κλέβανε.

- Παλιοπαράγκα να μη λες το δικό μου θέατρο…  Αν παίζω γω, είμαι καλλιτέχνης, αν το βρίζω γω το θέατρό μου, το κάνω από ένα … ετσιθέλω καλλιτεχνικό!

- Δεν είσαι άξιος να το φυλάξεις…

- Τώρα που το ’παθα, δίνω κι εγώ όσες θέλω συβουλές στον εαυτό μου, μα οι ξένες

συβουλές δε μου χρειάζονται.

- Αφού μαζεύεις εκεί μέσα όλους τους μόρτηδες του δρόμου…

- Τώρα θα πάω να βρω τίποτα μόρτηδες του καλού κόσμου για να κάμω τη δουλειά μου!

- Λοιπόν ένας απ’ αυτούς τους τίμιους μόρτηδές σου σ’ έκλεψε, να!

Κι ο κυρ Αντρέας γελούσε μ’ όλη την κακία του.

- Μην προσβέλνεις τα παιδιά, είπε ο Φούλιας με ύφος σοβαρόπρεπο, ρίχνοντας κάτου τη φωνή του. Αυτά τα παιδιά που βλέπεις είναι πιο τίμια κι από… μένα! Κι εγώ έκανα το μόρτη, κύριε Κονταργύρη, πρι να φτάσω εδώ που ’φτασα! Μην προσβέλνεις τα παιδιά!

- Να προσβάλω λοιπόν εσένα; Εσύ τα πήρες; Πες μου, να σε προσβάλω; είπε ο

Κονταργύρης γελώντας δυνατά.

- Εγώ δεν προσβέλνομαι… Δεν είμ’ από κεινούς που προσβέλνονται εύκολα! Μπορείς όσο θέλεις να προσβέλνεις… εγώ δεν προσβέλνομαι! τελείωσε ιλαρά ο Φούλιας τη θεωρία του περί προσβολής.

Τα παιδιά του καφενέ μόλις κρατούσανε τα γέλια.

- Τι γελάτε, ρε; είπε ο Φούλιας τώρα παίρνοντας θυμό. Θέλετε δηλαδή να σας δείξω πως παίρνω γω την προσβολή; Κακό δικό σας θα ’ναι… θυμώνω άγαρμπα, και δε μ’ αρέσει!

- Και δε μας λες ποιος την έκανε την κλεψιά; ρώτησε ένα από τα παιδιά.

- Θέλετε να ’μαι λικρινής; είπε ο Φούλιας χαμηλόφωνα. Την κλεψιά την έκανε άνθρωπος που… διαφερότανε για την παράγκα… την πονούσε μάλιστα! Καλά που δεν την έγδυσε όλη … από φιλία! Πώς το καταλαβαίνω; Μπήκε, και δεν έσκισε την ποδιά, την ξεκάρφωσε με τέχνη, πήρε αυτό που χρειαζότανε, μα το παλιορολόγι, κρεμασμένο στο καρφί, δεν το καταδέχτηκε… Από φιλία, σας είπα!

- Βλέπεις; είπε ο κυρ Αντρέας που κρυφάκουγε· μόρτης ήταν απ’ αυτούς που συμμαζεύεις και σε βοηθάνε χάρισμα! Δεν παίρνεις ένα παιδί τίμιο, με πληρωμή.

- Πληρώνεις η αφεντιά σου, είπε μ’ ορμή ο Φούλιας, να πάρω έναν εύελπι – από το

παναπιστήμιο; Δεν πληρώνεις! Και τάχα, δε συμμαζεύεις η αφεντιά σου μόρτηδες στον καφενέ σου; Ποιος καταβρέχει, ποιος σκουπίζει, ποιος μαζεύει, ποιος απλώνει τα τραπέζια –χάρισμα; Όχι, θα μου πεις εμένα «χάρισμα»!

- Θανάση, δε μιλάς καλά! είπε ο κυρ Αντρέας τώρα σοβαρά.

- Όχι, εσύ μιλάς καλύτερα!

Ο κόσμος που βγήκε από το θέατρο να καπνίσει και να πιει, μαζεύτηκε τριγύρω κι ακολουθούσε την καινούρια αυτή παράσταση «χάρισμα». Οι μουζικάντηδες όμως εκείνη τη στιγμή είχανε πάψει κι ο Θανάσης έπρεπε ν’ αρχίσει.

- Πες τους να παίξουν κι άλλο κομμάτι, ρε! πρόσταξε ένα παιδί. Μιλάω καλά, καλύτερα από σένα (άρχισε να μιλεί ο Φούλιας ησυχότερα βλέποντας τον κυρ Αντρέα ν’ αγριεύει), και θα σου πω κι ένα άλλο τώρα: Κυνηγάς με το ξύλο και με το χωροφύλακα, κάθε βράδυ, τα μορτάκια, για να μη βλέπουν απ’ τις χαραμάδες, λέει… σάματις έχουνε λεφτά να πληρώνουνε… Τι σου κάνουνε τα έρημα, ρε… κυρ Αντρέα, δεν τα λυπάσαι, τα έρημα (τα μάτια του δακρύζαν, έτρεμε η φωνή του), ενώ, ξέρεις, παλαβώνουνε για Καραγκιόζη… Άλλο κακό δεν κάνουνε, χώνουν το μάτι σε καμιά χαραμάδα και κοιτάνε, πέφτουνε της κοιλιάς για να κοιτάζουνε, σηκώνονται στα νύχια, κάνουν ό,τι μπορούνε, όμως τα παλιοσάνιδα τα φυλάνε, δεν τα ρίχνουν, ένα κοίταγμα μονάχα κάνουν. Είναι, δηλαδή, τόσο ακριβό ένα κοίταγμα; Ασ’ τα να κοιτάζουν, έτσι για ψυχικό, τα έρημα… Κι εγώ μόρτης έκανα, κι εγώ παλάβωνα για Καραγκιόζη, κι εγώ όλη μέρα δούλευα στους καφενέδες, τι έκανα για να βλέπω χάρισμα. Για το μορτάκι, το δούλεμα χάρισμα δε λογαριάζεται, το κοίταμα χάρισμα, αυτό είναι το σπουδαίο! Έτσι που λες, η αφεντιά σου (τάχα πως δεν τα ’λεγε στον κυρ Αντρέα). Αν δε μ’ αφήνανε να μπω, τότε εγώ –στις χαραμάδες! Και κανένας δεν κόταγε να με κυνηγήσει με το ξύλο και με το χωροφύλακα, γιατί του ξεκόλλαγα τα παλιοσάνιδα. Προχτές κάποιος, χωρίς λόγο, τσάκισε στο ξύλο τον έρημο τον Αποφόρη, που δουλεύει και στον καφενέ – χάρισμα –, δουλεύει και σ’ εμένα… δε θέλω δηλαδή να πω χάρισμα, είναι δική μου δουλειά τι παίρνει το παιδί! Ξύλο λοιπόν τον Αποφόρη! Τι του ’καμε, ε, τι του ’καμε, ο κακομοίρης, ο έρημος ο Αποφόρης;

Δακρύζανε πάλι τα μάτια του, μα συλλογιζότανε μαζί ο Φούλιας πως έκαμε κακά να ξαναθυμίσει στον κυρ Αντρέα του Αποφόρη τ’ όνομα. Ανησύχησε για το παιδί, μην το στείλει ο κυρ Αντρέας στην κατώγα.

- Λοιπόν, αυτός έκαμε την κλεψιά ο Αποφόρης σου! είπε ο κυρ Αντρέας άγριος, αφού συλλογίστηκε. Σύρε τώρα στην παράσταση, κι αύριο σου διορθώνω τ’ αποφόρια του.

- Το παιδί δε θα το πειράξεις, ούτε τρίχα! είπε ο Φούλιας αποφασιστικά.

- Σύρε στο διάολο!

- Δεν πάω, έχω παράσταση! είπε ο Φούλιας φιλοσοφικά· τι να σου κάμω, μια διακοπή φτάνει για ένα βράδυ, δυο πέφτουνε πολλές, προσβολή δική μου θα ’ναι, όλοι θα πουν ο Φούλιας φταίει, εσένα τι σε μέλει;

- Δε χαθήκαν οι καραγκιοζοπαίχτες.

- Α, όλα κι όλα, κύριε Κονταργύρη! Τώρα με προσβέλνεις… Θέλεις να πάψω τώρα, θέλεις αύριο; Όπως αγαπάς.

- Όπως αγαπάς εσύ!

- Όχι, εσύ… Α, έτσι δε θα τελειώσουμε· πάω στην παράστασή μου, και σ’ αφήνω ν’

αποφασίσεις ίσαμε αύριο. Εγώ πήρα τη δική μου –γι’ απόψε! Αύριο, βλέπουμε…

 

- Ρε Τσιμπλή, είπε ο Φούλιας μπαίνοντας στην παράγκα· μην κοιτάς που σε μαλώνω, ρε, καμιά φορά. Έτσι κι εγώ έτρωγα ξύλο, κακομοίρη, απ’ το μάστορή μου το Μίμαρο… Έφαγα ξύλο όσο να βάλω γνώση, ξύλο με το καντάρι, ως που να γίνω –τι να γίνω; Δώσ’ μου φάσκελα! Λοιπόν, άκουσε δω: Τώρα που θ’ αρχίσω να παίζω, να βγεις εσύ να φέρνεις γύρα τα σανίδια απόξω. Αν δεις τον Αποφόρη να κρυφοκοιτάζει, να του πεις –κοίτα, με το καλό! –, να του πεις πως τονε θέλω, να ’ρθει μέσα να του πεις.

Στο δεύτερο διάλειμμα γύρισε ο Τσιμπλής κι είπε πως δεν τονε βρήκε τον Αποφόρη. Στο τρίτο διάλειμμα, τα ίδια.

- Είναι πρώτη βραδιά που λείπει απ’ τα σανίδια, μάστορη! είπε ο Βρακάκιας. Εγώ και ψες τη νύχτα τονε βρήκα κει, στα σανίδια, του ζήτησα μάλιστα κι ένα τσιγάρο, για να δω αν έχει λεφτά από τότε που τον έδειρε ο κυρ Ανδρέας και του ’πε να μην ξαναπατήσει δω.

- Γιατί δεν ήθελε, το παιδί, να κάνει άλλη δουλειά από της παράγκας! είπε ο Τσιμπλής.

- Από τότε που ’φυγε, κάθε βράδυ εκεί τον έβρισκα, στο διάλειμμα, να κρυφοκοιτάζει. Απόψε μοναχά δεν…, τελείωσε ο Βρακάκιας.

- Αυτό το παιδί έχει φιλότιμο… Αυτό πήρε τις φιγούρες! Αν τις έπαιρνε κανένας κλέφτης, λωποδύτης, δηλαδή ταχτικός της «δουλειάς»… ρε μπούφο (στο Βρακάκια:) δε θα ’ρχότανε στα σανίδια κάθε βράδυ; Δε θα το ’κανε, για να δείχνει πως είναι ξένος από το κακό που ’κανε; Οι άλλοι μόρτηδες δεν είναι κει, ρε, κάθε βράδυ; (Στον Τσιμπλή:) Εκεί είναι, πες το, ντε, κι εσύ! Αυτός όμως που πήρε τις φιγούρες είναι πρωτόβγαλτος, βέρτζινος, δεν είναι κλέφτης, λωποδύτης… Ντράπηκε, μπορεί και να μετάνιωσε, γι’ αυτό δεν ήρθε… Να μου κόβεις το κεφάλι, αυτός είναι! (Μ’ άγρια φωνή:) Κοιτάτε καλά, ρε σεις, μην πείτε κανένα λόγο στον Αντρέα τον Κονταργύρη, πως δηλαδή εγώ το υποψιάζομαι το παιδί, κοιτάτε καλά, σας είπα! Έχει διώξιμο και στους δυο.

- Έννοια σου, μάστορη, εγώ δε θα πω τίποτα! είπε ο Τσιμπλής πρόθυμος, και κοίταζε με το ’να μάτι το Βρακάκια που σώπαινε.

- Κοίταξε συ, ρε Τσιμπλιάρη, να μάθεις πού κάθεται, ή θα τονε βρεις σε κανέναν άλλο Καραγκιόζη, το κόβω το κεφάλι μου! Κάτι ξέρω γω… Κάτι καταλαβαίνω, απ’ τον εαυτό μου! Να τον πάρεις λοιπόν από κοντά, να τονε φέρεις γύρα με την πονηριά σου, κοίτα καλά, σε θέλω, ειδεμή δε θα ξαναπατήσεις στην παράγκα! Αύριο βράδυ να μου φέρεις απάντηση. Εσύ, ρε Βρακάκια, δε θέλω ν’ ανακατευτείς στην υπόθεση, δεν το χωνεύεις το παιδί… Τι λέω γω; Δεν αφήνεις άνθρωπο να πατήσει στην παράγκα! Άμα δεις κανένα παιδί να καταλαβαίνει Καραγκιόζη καλύτερα από σένανε, σου ’ρχεται να φας το συκώτι σου. Έλα τώρα, τράβα έξω! Φέρε συ, ρε, το Σελίμη… Όχι το Μεμέτη, ρε στραβέ! Πήγαινε όξω, ρε Τσιμπλή, τι σου ’πα εγώ; Στην παράσταση δε θέλω να ’ναι άλλος εδωμέσα!

 

Αφού έκλεψε τις φιγούρες απ’ το θεατράκι της «Ωραίας Συνάντησης», νύχτα, ύστερ’ από την παράσταση – κι η αλήθεια είναι πως την κλεψιά την έκαμε έτσι, σε βρασμό, πριν του περάσει ο πόνος απ’ το ξύλο –, ο Αποφόρης δεν πήγε στης μάνας του το σπίτι να κοιμηθεί· μα είχε κι άλλο σπίτι ο Αποφόρης. Κάθε οικόπεδο, κάθε γιαπί, κάθε ρημάδι, ξένο αν ήτανε, ήτανε και δικό του. Πάλι, ξένο ήτανε της μάνας του το σπίτι, ας ήταν και δικό του. Ξένα ήταν και τα ρούχα που φορούσε, κι ήτανε δικά του. Στη μάνα του κοντά δεν έβρισκε άλλο τίποτα παρά κατάρες και βρισιές. Ξενοδουλεύτρα, έβρισκε τον τρόπο να τον κονομάει λίγα παλιόρουχα, για να μην τονε βλέπει ολότελα γυμνό, μα τίποτ’ άλλο δεν την ένοιαζε για το παιδί, ούτε για το ψωμί του ακόμα, από τότε που απελπίστηκε πως ο Αποφόρης δε θα «γίνει άνθρωπος».

- Από μένα τίποτα μην περιμένεις! του το ’κοψε μια και καλή.

Είχε όμως ο Αποφόρης και κάπου αλλού καταφυγή· είχε τη θεια του τη Μαρίτσα, του μακαρίτη του πατέρα του την αδερφή, κι αυτή το πονούσε κάπως το παιδί και το συμμάζευε, και πήγαινε ξεπίτηδες συχνά στη μάνα του για να τη μαλώνει και να της χτυπάει την ασπλαχνιά της μπροστά στη γειτονιά. Η μάνα του Αποφόρη έκανε πως δεν την ακούει, και δεν έβγαζε μιλιά. Είχε πάρει την απόφασή της η γυναίκα, πως είχε βγάλει απ’ την καρδιά το παιδί της, μα ίσως το ’κανε ξεπίτηδες, γυναίκα αποφασιστική, να κάμει και τη θεια, μα και τον Αποφόρη, να πάρουνε κι αυτοί τη δική τους την απόφαση, και να ξεκόψουν απ’ το σπίτι της κι από τα βάσανά της.

Εκεί, στη γριά θεια του τη Μαρίτσα, ο Αποφόρης συλλογίστηκε να πάει να κρύψει τον κλεμμένο θησαυρό του. Το σπίτι έπεφτε στην παρακάτου γειτονιά, σ’ ένα ακρινό σοκάκι, και κανένας, συλλογιότανε, δε θα το ’ξερε να πάει εκεί και να τον ξετρυπώσει τον κλεφτάκο. Έτσι συλλογιότανε ο Αποφόρης.

Καλοκαίρι αφού ήταν, η Μαρίτσα τονε βρήκε το πρωί βαθιά κοιμάμενο τον Αποφόρη στην αυλή, κοντά στον τοίχο. Ο ήλιος έπεφτε στα μάτια του, έσταζε ίδρωτα το πρόσωπό του, μύγες πράσινες πετούσαν και βουίζανε τριγύρω του· η Μαρίτσα τον τραβούσε από το χέρι και τον έκραζε, μα τίποτα. Είχε αργήσει ν’ αποκοιμηθεί ο κλεφτάκος απ’ τη συλλογή του και την ταραχή που του αγρίεψε το νου. Πολύ πια περασμένα τα μεσάνυχτα, κι ο Αποφόρης αγρυπνούσε ακόμα στο σκοτάδι, νοτισμένο, θα ’λεγες, από των αστεριών τ’ αχνό το φως. Με τα τρεμουλιαστά του χέρια ανάδευε τις χάρτινες φιγούρες, τις αράδιαζε στον τοίχο ορθές , έτοιμες να σωριαστούνε καταγής παράλυτες, τις έβανε να περιπατήσουνε και να κινήσουν τα ξεκλείδωτά τους, μα του κάκου. Η μοίρα τους αληθινή ήτανε να ζουν όχι μια ζωή περπατητική, παρά, σωστότερα, μια κρεμαστή ζωή. Γιατί η δύναμη που τα κινούσε δεν ήτανε κρυμμένη στα λυτά τους πόδια-χέρια, παρά κρεμόταν απ’ το θέλημα του τεχνίτη που τους έδινε ζωή.

Έπαιξε κάμποσο ο Αποφόρης έτσι στα μουγκά και στο σκοτάδι, μα χωρίς όρεξη πολλή, παράξενο και τούτο… Ενώ βαθύτατη ήταν η χαρά του, ενώ του λάχτιζε τα σπλάχνα ο φόβος ο γλυκός που δίνει το παράνομο τ’ απόχτημα, τα χέρια του κρυώνανε, και χάναν την τρεμούλα που είχαν όταν πρωτοπιάσαν τις φιγούρες και τις σφίξανε σαν κάτι άπιαστο κι ατίμητο. Αχ, και πόσο πάντα λαχταρούσε, πόσο παρακαλιόταν και καιγότανε να μη λείπει από του Καραγκιόζη τις παράστασες… Θυμήθηκε, όταν πρωτοβρέθηκε μπροστά σ’ αυτό το θάμα, νιόφερτος στη χώρα αυτός, τι θάμπωμα και τι μεθύσι, ακόμα και τι φόβος μυστικός τον πλάκωσε όταν αντίκρισε τους Ίσκιους απάνου στο πανί σαν παράξενα άλλου κόσμου ζώα ν’ αναδεύονται. Κι ενώ έβλεπε, κι ενώ απορούσε, ο νους του, πονηρός ευτύς, χωρίς άλλου παιδιού βοήθεια, θέλησε να μπει στης ύπαρξής τους το κρυφό· τι ήταν οι Ίσκιοι, πώς κουνιόνταν και μιλούσανε και ζούσαν. Δειλό χωριατόπουλο, δεν τόλμησε στην παράγκα να ζυγώσει· ήταν εκεί πολλά παιδιά, κι ο νεόφερτος ο Μήτσος ήταν δειλός, σαν ξένος. Μα τόλμησε σιγά και κρυφοκοίταξε απ’ τις χαραμάδες, και γλυκάθηκε. Έτσι, κάθε βράδυ, έφευγε απ’ το σπίτι, και ξέκοβε από το σχολείο, κι από κάθε λογής δουλειά, και πού τον έβρισκες, στον Καραγκιόζη το μικρό το Μήτσο, μέρα ή νύχτα. Έδεσε πια γνωριμιές μ’ όλο τον κόσμο τον καραγκιοζαίικο, το ζωντανό ή τον άψυχο, και δούλευε γι’ αυτόνε με μια συφωνία μοναχά, να μπαίνει στην παράσταση. Κι οι άνθρωποι, σκληροί, ήβρανε το σφυγμό του και τονε φορτώνανε δουλειά και ξύλο· άλλο κέρδος δεν απόλαψε απ’ αυτούς παρά το παρατσούκλι του, ίσως και καμιά δεκάρα κάποτε. Έκανε αυτός υπομονή, κέρδισε του Φούλια τη μπιστοσύνη, τέλος, για μεγάλη πληρωμή του, αξιώθηκε να μπει στην παράγκα και να δουλεύει εκεί. Τότε όλα του ξηγηθήκανε τα μυστικά, μα κι άλλα περισσότερα. Γλήγορα είχε γίνει και στ’ άλλα τα παιδιά για ό,τι απόβλεπε του μικρού θεάτρου τα μυστήρια μυστικά, τους πιδέξιους χειρισμούς, τους νόμους και τους τρόπους, κι όλα[1]. Τίποτα δεν ήταν που δεν το ’γραψε στο νου του ταχτικά και για πάντα αλησμόνητα. Κινήματα και λόγια του κάθε χάρτινου ήρωα τα ξεστήθισε φαρσί. Μες σ’ όλα τα παιδιά, ήταν ο αμίμητος της φωνής του Καραγκιόζη μιμητής. Το ’ξερε πως αυτό ήταν το πιο δύσκολο, και το κήρυττε στα μαθητούδια του, που χάσκανε μπροστά του. Άμα δεν «κάνεις» τον Καραγκιόζη, χάνεις τα κόπια σου… Ορίστε, έκανε τώρα και το «μάστορη»! Έκανε κριτική και για τους άλλους καραγκιοζοπαίχτες. Γιατί σύχναζε και στ’ άλλα θέατρα της λογής αυτής, κι απ’ όλους τους θιασάρχηδες έφτασε ν’ αγαπήσει και ν’ αφοσιωθεί στο Φούλια. Και ξακολουθούσε να διδάσκει τη μαρίδα:

-    Κανένας δεν κάνει τον Καραγκιόζη σαν το Φούλια, όμως όλοι τους να μαζωχτούνε δε θα καταφέρουν ένα Μπαρμπαγιώργο, όπως τονε καταφέρνει αυτός. Όμως το σιόρ Διονύσιο τον καταφέρνει καλύτερα ο Φλώρος· αυτός κάνει και Κεφαλλονίτη και Κορφιάτη· σ’ αυτό δε μπορεί άλλος κανένας τίποτα! Τι τα θέλεις όμως αυτά τα προσώπατα, άμα έχεις Καραγκιόζη, Μπαρμπαγιώργο και Ντερβέναγα καλό;

Κι άρχιζε να παίζει το Ντερβέναγα, ενώ τ’ άλλα τα παιδιά λιγωνόνταν από θαμασμό, μα κι από ζήλια. Πω να το λέει, πω να το κάνει, πω να το βροντάει στα βιλαέτια, πω να το πατάει σαν το γάτα… Γι’ αυτό το λόγο δεν τονε χώνευε ο Βρακάκιας, μα τονε θάμαζε ο Τσιμπλής, πιστός του μαθητής, και διαλαλητής του στα χαρίσματα τα καραγκιοζοπαιχτικά.

Αυτά νειρευόταν ο Αποφόρης, και μ’ αγάπη έφερνε στο νου του τον Τσιμπλή, ενώ τα χάρτινα ανθρωπάκια είχανε πάρει αλλόκοτη ζωή μες στ’ όνειρό του, και παίζαν και χορεύανε μονάχα τους, κάνοντας τον Αποφόρη ν’ απορεί, και να σπάζει το κεφάλι του να βρει την εξήγηση –μες στ’ όνειρό του, δηλαδή –, ενώ αυτός ως τώρα πίστευε τον εαυτό του αλάθευτο στην τέχνη. Έτσι τον ήβρε το πρωί σε μια υπνοφαντασιά πεσμένο, με τη χάρτινη παρέα του τριγύρω ξαπλωμένη. Τέλος τονε ξύπνησε η γρια-Μαρίτσα τραβώντας και σκουντώντας. Νόμισε στην αρχή πως ήτανε η θεια Παύλαινα του Μπαρμπαγιώργου με τη στρίγκλικη φωνή, και παρά λίγο να της αποκριθεί με τη φωνή του Μπαρμπαγιώργου.

- Ξύπνα, βρε, σε φάγαν οι μύγες, βρε! Πού ’ναι το σπίτι σου, η μάνα σου η προκομμένη; Τι ρούχα είν’ αυτά, πώς τα κατάντησες, βρε; Πού γυρίζεις μέρες-νύχτες χωρίς να με συλλογιστείς και μένα λίγο; Σήκου, σήκου! Έλα να νιφτείς, που θα ’χεις βδομάδες να βάλεις νερό στα μούτρα σου… Δεν ακούς, βρε, δεν ξύπνησες ακόμα; Πού είσαι, βρε;

- Εδώ είμαι… Θεια, εσύ ’σαι;

Σηκώθηκε, τανύστηκε. Δεν είχε ’ρθει ακόμα καλά στον εαυτό του. Βαθιά βαθιά ένιωθε ένα βάρος στην καρδιά, κάτι σαν από λύπη που τον άγγιξε, σαν από φοβέρα κάποια που ήταν έτοιμη να τον πλακώσει.

- Τι είν’ αυτά τα χαρτιά; ρώτησε η θεια του. Κακομοίρη, αυτά θα σου φάνε το κεφάλι!

- Τίποτα, είπε ο Αποφόρης.

Τότε θυμήθηκε την κλεψιά· κάτι από μέσα του τον άρπαξε, τον τίναξε άξαφνα. Έσκυψε, έκαμε πως τίναζε τα ρούχα του, κι είδε στο χώμα τις φιγούρες ξαπλωμένες, μισές τσαλακωμένες απ’ το ίδιο το κορμί του, μες στον ύπνο του.

- Τώρα ν’ άνοιγε η πόρτα και να ’μπαινε η αστυνομία…, είπε μέσα του.

Γλήγορα μάζεψε τις φιγούρες, και τράβηξε να βγει από την αυλή.

-    Πού πας, βρε; φώναξε η θεια-Μαρίτσα. Μείνε να μου φυλάξεις το σπίτι, θα λείψω, έχω ανάγκη! Πάρε ψωμί από το ντουλάπι, καθάρισε τα ρούχα σου! Τι νύχια είν’ αυτά, τι χέρια, τι μαλλιά; Πώς κατάντησες έτσι, βρε παιδάκι μου, βρε Μήτσο μου, πώς κατάντησες έτσι; Εσύ είσαι ο Μήτσος, του αδερφού μου το παιδί; Αχ, Παναγιά μου, αχ, Χριστέ μου, πώς μπορώ και βλέπω γω τέτοιο παιδί δικό μου ανιψίδι;

Έκλαιγε η θεια-Μαρίτσα και χτυπιότανε στα γόνατα. Σκοτεινή ήταν η όψη του Αποφόρη – θα ’θελε η γη ν’ άνοιγε και να τον καταπιεί· έσκυβε όσο μπορούσε το κεφάλι, για να κρύψει, έτσι πίστευε, τη ντροπή του. Μαχαίρι του ήτανε μες στην καρδιά της θειας του οι κλάψες… Πώς θα ’θελε κι αυτός να κλάψει και να χτυπηθεί… Πώς θα ξαλάφρωνε η καρδιά του να βρισκόταν κάποιος εκειπέρα να του δώσει ένα αγριόξυλο, που θα το δεχότανε σαν της αυγής δροσιά στο παλιοτόμαρό του, ξύλο χειρότερο από κείνο που δεχότανε στον καφενέ και στην παράγκα… Μα πού, η θεια-Μαρίτσα ποτέ δε σήκωσε το χέρι απάνω του.

Χλωμός κι αδύνατος από την πείνα και την κακοπέραση, άπλυτος, έβλεπε τα πόδια του κατάμαυρα καθώς κοιτούσε κάτου. Άλλο συλλογιζόταν τώρα, κι αυτό θα προτιμούσε να πεθάνει παρά της θειας του να το πει.

Όμως με το κλάμα γρήγορα ξαλάφρωσε η θεια-Μαρίτσα την καρδιά της. Αφού παρηγόρησε και το παιδί με τα καλά της λόγια και του ’πε να πλυθεί, να φάει, να βάλει γνώση, του ’πε δουλειά να βρει, του ’δωσε και λεφτά να κουρευτεί, του ’δειξε πού να κρύψει το κλειδί πριν φύγει, τον άφησε η καλή γυναίκα νοικοκύρη κι έφυγε.

 

Μπήκε στο σπίτι, κι έφαγε ξερό ψωμί· σιγά, άρχισε να νιώθει κάποιο ξαλάφρωμα, κάποια αλαφρή διάθεση, και τέλος γύρισε στον εαυτό του. Για μια στιγμή θέλησε να βγει πάλι στην αυλή, στο δρόμο, μα κρατήθηκε. Πάλι, θα μένει να φυλάει της θειας το σπίτι ως που να γυρίσει; Ναι, μα πού να πήγαινε; Στ’ άλλα τα παιδιά… Τώρα πια όλα θα ξέραν την κλεψιά· δε θα μπορούσε να κρυφτεί, κάποιο απ’ αυτά θα τον έβρισκε στο δρόμο, θα του ’ριχνε την προσβολή… Τότε θα μάλωνε.

- Εγώ κλέφτης δεν είμαι… Γιατί το ’καμα;

Έτρεξε στην αυλή να γυρέψει τις φιγούρες. Κοίταξε γύρω του.

- Πού τις έβαλα… Εδωνά τις είχα· α, όχι, τις είχα πάρει μέσα· ναι, τις έριξα πάνου στο τραπέζι… ωρέ, τι κάνω γω; Αν έρθει κανένας και με πιάσει… δε με μέλει για τον εαυτό μου… της θεια-Μαρίτσας η ντροπή, αυτό είναι που φοβάμαι.

Άρπαξε στο χέρι τον Κατσαντώνη, τον κοίταξε καλά καλά, σα να τον πρωτογνώριζε· άρχισε να τον παίζει ανόρεχτα, και τον πέταξε μακριά. Έπιασε το Βεληγκέκα, τον Τσούφη, το Μάνθο, δοκίμασε να κάμει του καθενού το μίλημα, δεν το κατάφερε πρώτη φορά. Θύμωσε παράξενα.

    -    Εσύ ’σαι, ρε, είπε, τινάζοντας στον αγέρα σαν κουρέλι τον Πασά, εσύ ’σαι που θα πιάσεις τον Κατσαντώνη και θα τον κρεμάσεις;  – στη Συνέχεια δηλαδή –, αυτός σ’ έπιασε και σου χάρισε τη ζωή –στην πρώτη παράσταση του Σαββάτου. Γιατί, ρε, γιατί θα τον κρεμάσεις… Στο διάολο, ρε, όλοι σας είσαστε αγίνωτοι, τσαγκοί! (Χαμογέλασε στον Πασά:) «Αφέντη πασά (με τη φωνή του Καραγκιόζη), μη με σκοτώσεις τον κακομοίρη, έτσι να χιλιάσουν τα πεθαμένα σου και να συχωρεθούν τα ζωντανά σου!» 

Τώρα κι η φωνή του Καραγκιόζη του φάνηκε αγίνωτη, τσαγκή κι αυτή. Έκοψε το παιγνίδι, κάθισε βαρύς. Οι φιγούρες, σκορπισμένες γύρω, του φανήκανε σαν παλιοκούρελα. Κάτι σαν αναγούλα ένιωθε να του ανεβαίνει στο λαιμό· είχε φάει κι όλο τα ψωμί, νηστικός καθώς ήταν απ’ το περασμένο μεσημέρι. Συμμάζεψε τις φιγούρες και κατέβηκε στο υπόγειο. Εκεί η δροσιά του ’κανε καλό. Έμεινε πολύ συλλογισμένος. Ύστερα με προσοχή άρχισε να κοιτάζει γύρω του.

- Να, σ’ αυτό το παραθυράκι θα καρφώσω το πανί που θα μου δώσει η θεια μου· ύστερα εγώ θα παίζω από μέσα, και τα παιδιά θα κοιτάν απόξω στην αυλή… Κανένας δε θα μπαίνει στο υπόγειο… όχι σαν το Φούλια, χάρες δεν έχει· ο Βρακάκιας θα φάει κλοτσιές να ’ρθει… Ας είναι, ο κακομοίρης ο Τσιμπλής θα μπαίνει. – «Θα βοηθάς κιόλα, ρε μαγκούφη, όχι να μαθαίνεις την τέχνη χάρισμα! (Ύστερα, με τη φωνή του Φούλια:) Ορίστε, κύριοι, απόψε έχουμε ωραία παράσταση, ο Καραγκιόζης φούρναρης!» Ναι, να την περιμένετε αυτήνη την παράσταση. (Σώπησε για λίγο κι άρχισε πάλι να μιλεί.)

- Τώρα πρέπει να βρω πανί, πρέπει να βρω χαρτόνια να φκιάσω τις φιγούρες όπως ξέρω γω… Θ’ αγοράσω με τα λεφτά που μου ’δωσε η θεια να κουρευτώ· χρειάζομαι και λυχνάρια, και τόσα άλλα… Βρε, τι κάθουμαι γω και παραμιλάω; Αν με κατάγγειλε ο Κονταργύρης στην αστυνομία, μου φαίνεται σ’ άλλη κατώγα απόψε θα νυχτώσεις, Αποφόρη…

Γύρισε κι είδε με την πιο μεγάλη καταφρόνια τις φιγούρες.

- Και τι διάολο τους ήθελα γω αυτούς όλους τους φουστανελάδες, ο Μπαρμπαγιώργος μου ’φτανε, Καραγκιόζη έφκιανα και μοναχός μου, Χατζηαβάτη έφκιανα… Αν τις βρουν αυτές τις φιγούρες στα χέρια μου… Ξέρεις τι λέω γω, ρε Αποφόρη;

Τις άρπαξε και τις έχωσε στον κόρφο του, μισοσπασμένες. Στο πλάι της αυλής ήτανε μια μάντρα έρημη, κλεισμένη, γεμάτη τσουκνίδες. Σκαρφάλωσε τον τοίχο, κι έμεινε, με την κοιλιά πεσμένος να κοιτάζει μέσα και να συλλογιέται. Πήδησε πάλι κάτω, έβγαλε τις φιγούρες και τις κοίταξε, κάθισε καταγής, κι άρχισε να τις παίζει ανάμεσα στα πόδια του, και να τις βάνει σ’ ένα άσκημο τρελοχορό, σα να ’θελε να τις ταπεινώσει, να τις βρίσει, και σα να καταλαβαίναν το θυμό του και τις προσβολές. Τις παρατούσε πάλι, έστηνε τ’ αυτί κατά το δρόμο, πρόβαινε και κοίταζε σαν το ζουλάπι, κι έμπαινε, και ξαπλωνόταν πάλι· ανόρεχτος, με την καρδιά γεμάτη σιχαμάρα και στις φιγούρες και στον εαυτό του, είχε τα μάτια στυλωμένα αντίκρυ στο κενό. Ως το μεσημέρι έτσι παράδειρε· πλανήθηκε πολλές φορές μέσα κι όξω, βαρέθηκε θανάσιμα γιατί δεν είχε τι να κάμει, τέλος έπεσε στον ύπνο. Ξύπνησε κάποτε. Η θεια του φτάνοντας τον ήβρε ντυμένο, χτενισμένο, ταπεινό και πρόθυμο, και ντροπαλό, και κάπως ευχαριστημένον απ’ τον εαυτό του.

- Θεια, είπε, δε θα ξαναπάω στους Καραγκιόζηδες. Θα κοιτάξω να βρω καμιά δουλειά.

- Μπράβο, παιδί μου, μπράβο σου! Τι τα ’καμες εκείνα τα παλιόχαρτα; Πέταξέ τα πια, παιδί μου!

- Τα ξέσκισα, θεια…

Η αλήθεια, τα ’χε πετάξει μες στη μάντρα, στις τσουκνίδες· έτσι, νόμιζε, γλίτωσε από την αστυνομία.

- Φοβάμαι κείνον τον Τσιμπλή… αυτός ξέρει το σπίτι… α, όχι, δε θα μαρτυρήσει… Βρε, τι λέω, γω; Αφού είδε η θεια μου τις φιγούρες, θα με μαρτυρήσει η ίδια, ψέματα δε θα πει… Και με τι μούτρα θα σταθώ μπροστά της άμα ’ρθούνε να με πιάσουν… Να παίρνεις πόδι, Αποφόρη! Άμα θελήσουνε να σε γραπώσουνε, πρέπει να σε βρουν αλλού, όχι στης θειας Μαρίτσας. Δρόμο λοιπόν!

Τράβηξε ίσα για της μάνας του το σπίτι. Της έκαμε τον υποταχτικό, αμίλητος κατάπιε τις βρισιές της. Του ’πε να φύγει αυτή από το σπίτι, μα δεν έφυγε· του ’πε να πάει σε θελήματα και πήγε· του ’ριξε ένα κομμάτι ψωμί, το πήρε και το μάσησε, χωρίς να το πετάξει στο σκυλί κι αυτός, όπως το ’κανε άμα θύμωνε. Όλα τα βάσταξε, όλα τα παράβλεψε, μ’ ένα σκοπό. Άμα θα τονε γυρεύανε, να τονε βρίσκαν όχι στης θειας του, μα στης μάνας του. Κι εκεί, άμα θα ψάχνανε, τίποτα δε θα βρίσκανε. Ας τονε παίρνανε και φυλακή, μα οι φιγούρες –αυτές κοιμόντανε μες στις τσουκνίδες… Ούτε ο διάολος δε θα τις έβρισκε.

 

Τ’ άλλο βράδυ, αργά όπως πάντα, έφτασε σειστός, καμαρωτός, ο Φούλιας στην «Ωραία Συνάντηση». Είχ’ έτοιμο το σκέδιό του, μα δύσκολα έκρυβε το στοχασμό του μέσα από τη ματιά του. Είχε αρχίσει συνεννόηση σοβαρή με τον καφετζή της «Ξοχικής Συνάντησης», κι είχε φτάσει σε συφωνία θετική. Ήθελε να δώσει ένα μάθημα στον Κονταργύρη, και να τον κάμει ποτέ του να μην το ξεχάσει. Έλπιζε όμως πάντα πως ο Κονταργύρης θα μετάνιωνε και θα ’πεφτε στα πόδια του. Τα παιγνίδια αυτά τα συμφεροντολογικά τα ’χε ξεσκολίσει ο Κονταργύρης, όπως κάθε καφετζής που ’χει να κάμει με καραγκιοζοπαίχτες. Λοιπόν κι ο κυρ Αντρέας, μόλο που ήταν ανήσυχος, τονε χαιρέτισε ψυχρά κι αδιάφορα, κι ύστερα τονε ξέχασε. Ο Φούλιας τότε, αράθυμος, πειράχτηκε· άρχισε να προδίνεται και να θυμώνει. Ο κυρ Αντρέας γύρισε και τον κοίταξε, σα να κορόιδευε κι αυτόν και το θυμό του. Ο Φούλιας, έτοιμος να πιάσει το ναργιλέ με προσοχή σα να ’τανε να πιάσει τ’ άγια, έκαμε ένα κίνημα, και σκόρπισε το ναργιλέ, που το παιδί του τον ετοίμαζε τόση ώρα. Σηκώθηκε και τράβηξε για την παράγκα. Ο κυρ Αντρέας σώπησε σα φρόνιμος, και σήκωσε το ναργιλέ μονάχος απ’ το χώμα. Είχε ανάγκη ο κυρ Αντρέας να κερδίσει καιρό, μα δε μποδίστηκε να στείλει ένα ζευγάρι φάσκελα στο Φούλια στα μουγκά από πίσω του.

Το θέατρο ήταν έρημο κι αφώτιστο. Οι δυο μάγκες, ο Βρακάκιας κι ο Τσιμπλής, ήτανε πεσμένοι προύμυτα πάνω στα θρανία τα μπροστινά, που ήτανε βαλμένα επίτηδες για τα παιδιά για να μη σπάνε τις καρέκλες, και καθώς περνούσε ο μάστορης, τινάχτηκαν άξαφνα μπροστά του κρύβοντας με τρόπο τ’ αποτσίγαρα στις φούχτες τους.

- Τι κάνετε δω, ρε; είπε ο μάστορης.

- Θα φύγουμε, μάστορη…

- Πού θα πάτε, ρε; Γιατί θα φύγετε;

- Θα σκολάσουμε, δε μένουμε δωπέρα!

- Μωρέ σπουδαία παραίτηση! Πού στο διάολο θα πάτε; Θέλετε να με φοβερίξετε; Ποιος σας πείραξε;

- Μας σκοτώσανε στο ξύλο! είπε ο μικρός Τσιμπλής. Πες τα συ, ρε Βρακάκια!

- Το πρωί, είπε ο Βρακάκιας, κει που κοιμόμαστε με τον Τσιμπλή πίσω από την παράγκα, ήρθε ο κυρ νωματάρχης ο Λευτέρης και μας έπιασε, μας πήγε στο σταθμό και μας έριξε στην κατώγα. Ύστερα ήρθε ο άλλος ο κυρ νωματάρχης ο Ταξιάρχης κι άρχισε να μας ανακρένει πως πήραμε τάχα τις φιγούρες. «–Εμείς δεν τις πήραμε, κυρ νωματάρχη, είμαστε αθώοι… Τη δική μας τη δουλειά θα χαλάσουμε; Εμείς περιμένουμε καμιά δεκάρα… –Τίποτα (μας λέει) τις φιγούρες, τις φιγούρες!». Ύστερα μας παράδωσε στον πρώτο, κείνον που μας έπιασε. Ύστερα άρχισε αυτός να μας δέρνει με το σκοινί.

- Μας σκότωσε, μας μαύρισε το τομάρι! είπε ο Τσιμπλής με παράπονο μισοκακόμοιρο.

- Καλά να σας κάμει! είπε ο Φούλιας μεγαλόπρεπα· πήγαινε όξω, ρε, που ’ρθες σ’εμένα να κλαφτείς!

Ο κοκομοίρης ο Τσιμπλής βουβάθηκε, έξυνε το τομάρι του, ζάρωνε στην άκρη, έκανε πως ήθελε να γλιτώσει από του μάστορή του τάχα τη ματιά. Όσες φορές ο Φούλιας τον απόπαιρνε –και το ’κανε για να τον κρατάει σ’ υπακοή, για να δουλεύει πρόθυμα, και μάλιστα να του χρωστάει και χάρη –, ο Αποφόρης  έπεφτε σε μαύρη απελπισιά για το θυμό του μάστορή του, τάχα. Και τούτος πάλι, ο μάστορης, ενώ τα ’ξερε καλά τα «μόρτικα», κολακεύονταν και μαλάκωνε λίγο το θυμό του. Τέλος κι οι δυο τους παίζανε καλά το μέρος τους αυτό. Μα ο Φούλιας τώρα είχε θυμώσει στα καλά, όχι βέβαια με τα παιδιά. Τα κοίταζε και τα πονούσε, τα έρημα.

- Ποιος τους έβαλε, ρε; είπε με συμπάθεια. Ποιος σας κατάγγειλε στην αστυνομία;

Ο Τσιμπλής σώπαινε, και περίμενε πάλι το Βρακάκια να μιλήσει, μα τούτος, με σκοπό, ξέφευγε το ρώτημα. Έπειτα, ποιος άλλος απ’ τον Κονταργύρη έκαμε το κακό;

- Δεν έπιασ’ εμάς μονάχα ο κυρ νωματάρχης ο Λευτέρης! είπε ο Βρακάκιας τώρα θαρρετά. Όλη την ημέρα σήμερα δεν έκανε άλλο με τους χωροφυλάκους παρά να κυνηγάει τα παιδιά. Ένα ένα παιδί που το ’πιανε, του ’δινε ξύλο με το σκοινί! Τα σπίτια γύρω σηκωθήκανε στο πόδι από τα κλάματα, τα βογκητά. Μαζευτήκαν οι γυναίκες και φωνάξαν: «Τι σας κάνουν τα παιδιά του κόσμου και τα δέρνετε; Δικά σας είναι τα παιδιά του κόσμου; Δεν τα ορίζουν οι γονέοι τους; Σ’ αυτούς να πάτε!».

- Σ’ αυτό πετύχαν! είπε ο Φούλιας. Λέγε παρακάτου, ρε άνοστε!

- Ο κυρ Αντρέας τον έβαλε και μας τάραξε στο ξύλο! είπε με θάρρος ο Τσιμπλής.

- Ποιος σε ρώτησε γι’ αυτό, ρε;… Λέγε, Βρακάκια, βρέθηκε τίποτα;

- Τι δηλαδή, μάστορη;

- Φιγούρες, τι άλλο, ρε κοπρίτη;

- Τίποτα! φώναξε ο Τσιμπλής πρόθυμος πάλι.

- Μπα πανάθεμα το κόκαλό σου! είπε ο μάστορης απελπισμένος. Δε θα σκάσεις, ρε, δε θα βγάλεις τον αγκλέορα; Δε σου ’πα να πηγαίνεις όξω;… Έλα δω, ρε, το πίστεψες; Όλο κάνεις πως φεύγεις, κι όλο δω μου βρίσκεσαι, άτιμε! Λέγε, ρε Βρακάκια, είδες πουθενά τον Αποφόρη;

- Ξέρω γω το σπίτι του, μάστορη! φώναξε ο Τσιμπλής και μετάνιωσε πικρά, γιατί την έφαγε τη σφοντυλιά.

- Ποιος σε ρώτησε πάλι εσένα, ρε μαγκούφη; Πάντα θα μου κόβεις την κουβέντα;… Έλα δω, σε θέλω τώρα!

Ο κακομοίρης ο Τσιμπλής είχε κινήσει πια στ’ αλήθεια να φεύγει. Ο Φούλιας γύρισε τώρα κατά το Βρακάκια:

- Άκου δω, ρε Αντώνη, του ’πε, σύρε στον καφενέ να μου φέρεις ένα ναργιλέ, κι α δε σου δώσουνε, να ’ρθεις να μου το πεις για να σκολάμε απόψε…Άκου δω, και να του πεις εκεινού του κυρ Αντρέα του Κονταργύρη πως δεν είναι τόση ανάγκη να βάνει την αστυνομία να δέρνει τα καψόπαιδα.

- Μας μαυρίσανε στο ξύλο! έβαλε πάλι ο Τσιμπλής το λόγο του.

- Να, πάρε κι άλλο για να ξεμαυρίσεις! είπε ο Φούλιας, και του ’δωσε δυο τρεις κατεβατές.

Μα ο Τσιμπλής έσκυψε και τις γλίτωσε· και μετάνιωσε την ίδια στιγμή να μη σταθεί να τις φάει για να «κανοποιήσει» το μάστορη. Ο Φούλιας κοίταξε ξεθύμωτος τώρα τον Τσιμπλή, και με το στανιό έκρυβε τα γέλια. Ο Τσιμπλής όμως έκανε τον κουτό, πως δεν καταλάβαινε τάχα του μάστορη τη φιλική διάθεση προς το υποκείμενό του.

- Αυτό το παιδί κάτι θα γίνει… τετραπέρατο! έλεγε ο Φούλιας μέσα του.

Ύστερα, δυνατότερα:

- Άκουσες, βρε Βρακάκια; Να του πεις να μην ξοδιάζεται… σε ξύλο για να βρει τον

κλέφτη… Άμα θέλω, τονε βρίσκω γω –τονε βρήκα κιόλα, να του πεις!

- Ποιος είναι, μάστορη; ρώτησε ο Βρακάκιας αθώα τάχα, μα ύπουλα.

- Άι στο διάολο, και να μην ανακατεύεσαι κι εσύ κι εκείνος στις δουλειές μου! Οι φιγούρες δικές μου ήταν, όχι αλλουνού, έτσι να του πεις.

Τράβηξε ο Βρακάκιας όξω απ’ την παράγκα. Γύρισε τότε ο Φούλιας κατά τον Τσιμπλή.

- Έλα δω, ρε, μη φεύγεις εσύ… Πώς σε λένε τ’ όνομά σου, δε σε ρώτησα ποτέ, λέγε μου, πώς σε λένε; Έλα μέσα ντε!

- Σαράντης, είπε ο Τσιμπλής.

- Τι έκαμες γι’ αυτό που σου ’πα; Μίλα σιγά.

- Δεν τονε βρήκα ακόμα, μάστορη· πήγα στο σπίτι του σήμερα, πήγα τρεις φορές ως το μεσημέρι, τ’ απόγεμα πήγα στης θειας του, μα είχε φύγει. Το βράδυ κοιμήθηκε στην αυλή της θειας του, κι έφυγε τ’ απόγιομα· θα τονε βρω, έννοια σου, μάστορη, κάπου θα τον πετύχω.

-   Απόψε να κοιτάξεις πάλι γύρω στις σανίδες, κι άμα τονε βρεις, να ’ρθεις να μου το πεις. Ήθελε να γδικηθεί τον Κονταργύρη, μ’ εμένα τίποτα δεν είχε το παιδί… Το χτύπησα ποτέ μου, ρε Σαράντη; λέγε…

- Όχι, όχι, ποτέ! είπε ο Σαράντης, και θυμόταν τις δικές του χαστουκιές, πριν από λίγο.

- Από τότε δεν ξαναφάνηκε… Από το φιλότιμό του το ’καμε!

- Αυτό το παιδί, μάστορη, είπε ο Σαράντης ο Τσιμπλής με ζήλο παραπανιστό που ’κανε τα άτια του να φέγγουνε στο μισοσκόταδο (είχαν ανάψει τα φανάρια της αυλής), αν έκλεψε τις φιγούρες, το ’καμε… θα γίνει καραγκιοζοπαίχτης!

- Τόσο μικρός… ρε χαζοπούλι, τρελάθηκες εσύ ή αυτός;

- Δε λέω τώρα, μάστορη… Παίζει τον Καραγκιόζη και το Χατζηαβάτη και το Ντερβέναγα … να, καλύτερα από καραγκιοζοπαίχτης.

     Ως που να καταλάβει τι είπε, ο Σαράντης ο Τσιμπλής, την έφαγε τη χαστουκιά, και γελάσανε και οι δυο μαζί. Ήτανε πια φίλοι.

- Μονάχα το Μπαρμπαγιώργο δεν τον καταφέρνει· όλη μέρα, τώρα τελευταία, μ’ αυτό καταγίνεται. Τ’ άλλα τα παιδιά μαζευόμαστε και χάσκουμε να τον ακούμε.

- Ώστε, έτσι λες, ε; Και δεν τις έσκισε τις φιγούρες, λες, όχι, δεν τις έσκισε;

- Όχι! είπε ο Τσιμπλής, βέβαιος σα να μιλούσε για τον εαυτό του.

Ο Φούλιας ήτανε συγκινημένος και περήφανος μαζί και για τον Αποφόρη και για τον Τσιμπλή. Τον κοίταζε τον τελευταίο με καμάρι σα να τους κοίταζε και τους δυο μαζί…

- Κι οι δυο τους καραγκιοζοπαίχτες θα γίνουνε… θα με περάσουν! έλεγε από μέσα του.

- Αυτός να σκίσει τις φιγούρες, τι λες, μάστορη; είπε ο Τσιμπλής παίρνοντας κατήφορο· αυτός ολημέρα κόβει χαρτόνι, πελεκάει ξύλα, φιγούρες φκιάνει, αλλά δε μπορεί ακόμα να τις καταφέρει όλες τέλεια, πέφτει όξω στους φουστανελάδες… Βλέπεις, η αφεντιά σου, μάστορη, έχεις δική σου τέχνη, κάνεις τον κάθε φουστανελά να ξεχωρίζει από τον άλλο· κάνεις να φαίνονται κι οι φουστανέλες τους αλλιώτικες, οι φέρμελες γαλάζιες, κόκκινες, το ίδιο και τα φέσια. Δε μπορεί ο Αποφόρης να σε φτάσει.

- Να ’σαι καλά, μεγάλη η καλοσύνη σου, κύριε Τσιμπλή…

- Την αλήθεια λέω, μάστορη! είπε ο Τσιμπλής περασπίζοντας τον εαυτό του. Το ξέρω γω καλά!

- Κι εγώ σου το γνωρίζω… να, πάρε αυτό το παράσημο για χάρη…

Και του κόλλησε την απαλάμη ολάνοιχτη στα μούτρα του Τσιμπλή. Ήθελε ο Φούλιας να ρωτήσει το παιδί ακόμα πώς «το ’ξερε καλά», μα ήθελε πάλι να μην ξεπέσει ως εκεί, να μιλάει ίσος με ίσο μ’ ένα παλιόπαιδο. Πόσα πράματα δεν του θυμίζανε τα λόγια του Τσιμπλή… Τέτοιο θυμόταν και τον εαυτό του άμα δεν ξεκολλούσε από το θέατρο του «διασήμου καραγκιοζοπαίχτη» Μίμαρου. Σ’ αυτόν έμαθε την τέχνη και την πείνα και το ξύλο ως που να ξεσκολίσει από τα χέρια τέτοιου διάσημου δασκάλου: Ήτανε φιλάργυρος, μεθούσε κιόλα, είχε κι άλλα καλά εκείνος ο μακαρίτης.

- Έτσι μαθαίνεται αυτή η δουλειά, έλεγε με τον εαυτό του· με βάσανα, μ’ αγρύπνιες, ως που να μάθεις να φκαριστάς τ’ αξιότιμο κοινό – όρσε! κι έδειξε τις δυο παλάμες του, πίσω από την αυλαία την αφώτιστη, κατά το κοινό που δεν είχε συναχτεί ακόμα.

- Τι είπες, μάστορη; ρώτησε ο Τσιμπλής, ακούοντας το ξεφώνημα του Φούλια.

- Εσένα θα σε μπάσω στην παράγκα, να βοηθάς.

- Καλά, μάστορη! είπε ο Τσιμπλής ήσυχα, βέβαιος από πρωτύτερα πως είχε πια πετύχει το σκοπό του.

- Μοναχά, να κάμεις εκείνο που σου ’πα, να τονε βρεις.

- Καλά, μάστορη, είπε ο Τσιμπλής ακόμη πιο πολύ ήσυχος.

- Πες του, μη φοβηθεί, να ’ρθει, πες του… Έλα, αρχίζουμε. Φέρε δω το Ντερβέναγα!

- Πάρε, μάστορη! είπε ο Τσιμπλής έτοιμος στα χρέη του, που, το ’ξερε καλά, τα ’χε

κερδίσει με την τσαχπινιά του.

Εκείνη τη στιγμή ο Βρακάκιας έφτασε τρεχάλα, μα σταμάτησε και κοίταξε και δεν πίστευε τα μάτια του· ο Τσιμπλής είχε πάρει τη θέση του, και κανείς από τους άλλους δυο δεν πρόσεξε τη σημαντική παρουσία.

 

Κατά τις τρεις τ’ απόγεμα, την άλλη μέρα, έφτασε ο Τσιμπλής στου Φούλια το σπίτι με κομμένην αναπνοή.

- Μάστορη, ο Αποφόρης είναι στης μάνας του το σπίτι… εκεί είναι μάστορη!

- Τον είδες με τα μάτια σου;

- Τον είδα…όχι, τον άκουσα να μιλάει με τη μάνα του.

- Σ’ είδε εσένα το παιδί;

- Όχι, δε μ’ είδε! Δεν του φανερώθηκα γω· είπα καλύτερα να ’ρθω να σου το πω. Αν θες πάλι, ξαναπηγαίνω και του λέω… μπορεί όμως να φύγει τότε, να κρυφτεί… Ξέρω και το σπίτι της θειας του,  α θες, να σου το δείξω!

- Άντε να χαθείς, τι να το κάνω το σπίτι της θειας του; Κάθεσαι και μωρολογάς για θειάδες. Πήγαιν’ όξω, και καρτέρα με όσο να νιφτώ!

- Μπορεί να ’χει κρυμμένες εκειπέρα τις φιγούρες. Αυτός, αν τις πήρε, δε θα τις έκρυψε στης μάνας του το σπίτι…

- Ποιος σου το ’πε, ρε, πως αυτός πήρε τις φιγούρες;

- Η αφεντιά σου, μάστορη.

- Στάσου να σου δείξω για την αφεντιά μου!

Άρπαξε το ξύλο να χτυπήσει το παιδί, κι αυτό το κίνημα τον έκαμε να ξετινάξει από πάνω του τη νύστα και ν’ αρχίσει να ντύνεται. Ο Τσιμπλής τον περίμενε απόξω, και τραβήξανε· θα πηγαίνανε λίγο μακριά. Ο Φούλιας, στο δρόμο του, δε μιλούσε καθόλου κατά το παιδί, παρά τα ’λεγε με τον εαυτό του.

- Γίνεται τιμιότερο παιδί απ’ αυτό; Αν ήτανε λωποδύτης, θα βάραγε το ρολόι, όχι φιγούρες. Ποτέ δεν έλειψε μια τρίχα απ’ την παλιοπαράγκα. Όχι, πήρε, σου λέει, τις φιγούρες! (Στον Τσιμπλή:) Αυτό, ρε, από διοτροπία το ’καμε! Άφησε που το δείρανε κιόλα, το παιδί… Εσύ, ρε, λέγε μου, τι θα ’κανες α σε βαράγανε… Δε θα ’κλεβες; Τι θα ’κανες; Μίλα καλά!

- Όχι, μάστορη, είπε δειλά ο Τσιμπλής.

- Τότε, σου λέω, αφού το κρύβεις, θα ’κλεβες! Θ’ άφηνες να σε βαράνε χάρισμα; Λέγε, τι θα ’κανες;

Ο Τσιμπλής συλλογιζόταν πως και τώρα τονε βαρούσε ο Φούλιας, μα δε συλλογίστηκε κλεψιά για εκδίκηση. Τέλος αποκρίθηκε μ’ απόφαση:

- Όχι, μάστορη, δε θ’ άφηνα να με βαράνε, θα σηκωνόμουνα και θα ’φευγα.

- Άντε να χαθείς, ψοφίμι! Ήθελα να σ’ είχα στην παράγκα, να σε χειροτονήσω, να ’βλεπα θα ’φευγες, τι θα ’κανες.

- Θα ’φευγα… όχι μάστορη, δε θα ’φευγα… Να εδώ είναι, στο υπόγειο, άκου τη φωνή του, παρασταίνει, άκου, τον Καραγκιόζη κάνει!

Η φωνή του Αποφόρη ανέβαινε απ’ το παραθυράκι ξάστερα.

- Άλλος τον καλό ψωμά… Καλημέρα σας, καλημέρα, καλημέρα μέρα-μέρα. Προσκυνώ, αφέντη πασά, τι αγαπάει η αφεντιά σου; - Τι έχεις μες στον φούρνο; (η φωνή του πασά ερχότανε βαριά). - Έχω, πασά μου, μία γαλοπούλα, έχω… - Στείλε τη στο σαράι· τι άλλο έχεις; - Έχω ένα ταψί ντομάτες γεμιστές! – Στείλε τες κι αυτές στο σαράι· τι άλλο έχεις; - Τι θα τα κάμεις, πασά μου, όλα αυτά τα φαγιά; (Δυνατότερα:) Είναι ξένα τα φαγιά, εγώ είμαι ένας φτωχός φούρναρης… θα με λυσσάξουνε στο ξύλο! – Σκασμός, γκιαούρ!

Ο Φούλιας άκουγε με προσοχή σα να βρισκότανε σε λειτουργία, και μουρμούριζε:

- Φίνα καταφέρνει τη φωνή του Καραγκιόζη… Ο Πασάς θέλει πιο χοντρή φωνή… Το άτιμο, τεχνίτης που θα γίνει…

Η φωνή του Αποφόρη δεν έπαυε μες στο υπόγειο.

- Ρε Καραγκιόζη (ήταν ο Χατζηαβάτης που μιλούσε τώρα), απόψε είδα ένα όνειρο, είδα πως μέτραγα λεφτά… Λεφτά, λεφτά, πολλά λεφτά… Όλο τάλαρα! – Κι εγώ τι έκανα; (ρωτούσε ο Καραγκιόζης) μέτραγα γω; - Εσύ κοίταζες. - Δε σου γύρευα λεφτά; - Δε γύρευες, εγώ σου ’δινα μοναχός μου. - Κι εγώ τα ’παιρνα, ε, τα ’παιρνα;

- Φίνα κάνει το Χατζηαβάτη, τ’ άτιμο! είπε ο Φούλιας.

- Να ’μουνα βασιλιάς (έλεγε ο Καραγκιόζης στ’ όνειρό του). - Τι λέει αυτός ο ψαράς,

Σελίμη; (ρωτούσε ο Σουλτάνος). - Νειρεύεται, πολυχρονεμένε πατισάχ. - Φαίνεται φτωχός άνθρωπος… πάρτε τον και ντύστε τόνε βασιλιά, πριν ξυπνήσει.

    -    Κάνει τον «Ευτυχή ψαρά»… Καλά τον καταφέρνει… Αυτό το παιδί θα πάει μπροστά στην τέχνη, φτάνει να ’χει υπομονή, έλεγε ο Φούλιας.

- Καλημέρα, Καραγκιόζη μου! -Καλώς το Χατζηαβάτη μου, καλώς τη μαλαγάνα! – Έχω μια ιδέα, Καραγκιόζη, να κάνουμε τον έμπορα· ν’ αγοράσουμε λεμόνια και να τα πουλάμε… Θα βγάλουμε λεφτά! - Θα βγάλουμε λεφτά; Πόσο θα τ’ αγοράζουμε; - Μια πεντάρα τρία. - Πόσο θα τα πουλάμε; - Μια πεντάρα ένα, μια πεντάρα δύο, κατά το λεμόνι. - Όχι, θα τα πουλάμε μια πεντάρα πέντε! - Μα θα ζημιωνόμαστε, Καραγκιόζη! - Ε, αυτά έχει το εμπόριο!

- Ο «Καραγκιόζης έμπορας»! είπε με θαμασμό ο Φούλιας· περίφημα κάνει τις φωνές… το κερατένιο!

- Μεγάλε προφήτη (φώναζε ο Αποφόρης), μεγάλο τ’ όνομά σου, γαλανά τα μάτια σου, μακριά η ουρά σου! (Τώρα ο Αποφόρης έπαιζε σκηνές ανάκατες.) -Πατέλα, πατέλα. -Τι είναι, παιδάκι μου; -Δώσε μου μια πεντάλα! -Τι θα την κάμεις, παιδάκι μου; -Θα την πάλω κρεμμύδια! -Πάλι τις λιχουδιές άρχισες, παιδάκι μου;

Ακούστηκε ακόμα και η κατραπακιά που έδινε ο Καραγκιόζης στον προκομμένο γιο του. Ο Τσιμπλής κοίταζε το μάστορη στα μάτια μ’ άλαλο θαμασμό για την προκοπή του Αποφόρη.

- Τον ακούς, ρε; Βλέπεις τι παιδί είν’ αυτό; Κοίταξε να του μοιάσεις, κακομοίρη!

- Θα παρασταίνει με τις κλεμμένες φιγούρες! είπε ο Τσιμπλής ζηλιάρικα.

- Ρε μαγκούφη, δεν καταλαβαίνεις; Παίζει, ρε, γυμνάζεται, μιλάει με τον εαυτό του… τι να της κάμει τις φιγούρες; Σκύψε στο παραθυράκι, μίλα του, θα δεις· έχει φιγούρες; Βάνω το κεφάλι μου! Βήξε μου ύστερα, εγώ δε θέλω να φανώ, να το προσβάλω το παιδί –στάσου, ντε, μια στιγμή· εγώ θα φύγω τώρα, να κάμεις εκείνο που σου ’πα, να του πεις να ’ρθει, με το καλό, ρε! Το χρειάζομαι αυτό το παιδί, θα του παραδώσω την τέχνη μου μια μέρα! (Ο Τσιμπλής τον κοίταζε παράξενα). Αμέ, σ’ εσένα, ρε ψοφίμι, θα την παραδώσω; Δεν αξίζεις ακόμα τίποτα!

Ο Τσιμπλής άρχισε ψιλή κουβέντα με τον Αποφόρη, κι έβηξε δυο τρεις φορές, να δείξει πως ο Αποφόρης δεν έπαιζε με τις φιγούρες. Μα ο Φούλιας είχε πάρει δρόμο, κι ήτανε μακριά.

 

Το ίδιο βράδυ, ο Φούλιας έφτασε στον καφενέ κάπως πιο ήμερος· είχε κλείσει τη συμφωνία, με τον άλλον, και δεν είχε τα χτεσινά του μούτρα. Είπε την καλησπέρα με φωνή γεμάτη, όλη ειρωνεία και πρόκληση. Ο Κονταργύρης όμως τα ’χε μάθει κι αυτός, κι η δική του καλησπέρα ήτανε μισή κι ακόμα λιγότερη. Είχε στείλει το Βρακάκια να κατασκοπέψει, κι είδε αυτός εκεί, στην «Ξοχική Συνάντηση», σκαψίματα, βαψίματα και τέτοια. Αφού λοιπόν οι δυο εχτροί αλλάξανε μια ξερή μοναχά καλησπέρα, αρχίσανε να κάνουν τον αδιάφορο πιάνοντας ψιλή κουβέντα μ’ άλλους εκεί τριγυρινούς, και τ’ άλλα τα συνηθισμένα. Αλήθεια όμως έσκαζε ο κυρ Αντρέας απ’ τη φούρκα του, κι ο άλλος πάλι το ’ξερε και χαιρότανε.

- Σ’ αυτούς τους διάσημους καραγκιοζοπαίχτες, έλεγε ο κυρ Αντρέας σιγά σε κάτι φίλους από κείνους που ακούνε μοναχά και δε μιλάνε, γιατί στ’ όνομά τους αποκρίνεται ταχτικά το γουργουρητό του ναργιλέ, σ’ αυτούς, το λοιπόν, πρέπει να φέρνεσαι τόσο πολύ αγριότερα, όσο αυτοί θέλουνε να τους παραχαϊδεύεις. Με τις παραξενιές τους, και με τις απαιτήσεις που ’χουνε κάθε τόσο και λιγάκι, γυρεύουνε να τιμάς το επάγγελμά τους – σπουδαίο, δα, επάγγελμα – κι ο κόσμος να τους έχει σε μεγάλη υπόληψη. Όλα τα κατακαθίσματα της κοινωνίας καραγκιοζοπαίχτες γίνουνται… Αν δε βαστάς κι εσύ, ο καταστηματάρχης δηλαδή, τ’ αξιόπρεπο της θέσης σου, σε παίρνουνε και στο καραγκιοζλίκι.

Ήτανε λοιπόν ανήσυχη η στιγμή· στον αγέρα μύριζε μπαρούτι. Όπου, καθώς έσκυψε ο Φούλιας να διορθώσει το λουλά του ναργιλέ, και γύρισε να κάμει ένα κάπως πικρόχολο παράπονο κατά τον ταμπή, άρπαξε η ματιά του το Βρακάκια να βοηθάει, φορώντας και ποδιά, τριγύρω στο τεζάχι.

- Τι κάνεις αυτού μέσα, ρε; Σου ’χω δώσει το κλειδί να συγυρίσεις την παράγκα. Τι έκαμες;

- Όχι! είπε απότομα ο Βρακάκιας.

Μ’ απορία τον κοίταξε ο Φούλιας.

- Πού είναι ο Τσιμπλής;

- Δεν ξέρω!

Κι ο Βρακάκιας δεν είχε σκοπό να δώσει άλλην απόκριση. Τινάχτηκε ορθός ο Φούλιας, και προχώρησε δυο βήματα· ο λουλάς, το μαρκούτσι παρατεντώθηκε, κι ο ναργιλές κουνήθηκε να πέσει. Ο Φούλιας ξέχασε και την αδιαφορία που ’χε πάρει για να φουρκίζει τον Κονταργύρη, κι όλα, έτοιμος ν’ αρπάξει το παιδί από το γιακά. Ίσα ίσα όμως ο κυρ Αντρέας τότε τον αντίκοψε.

- Άφησε κάτου το παιδί! είπε ψυχρά ο κυρ Αντρέας. Έχει δουλειά, εγώ το ’βαλα.

- Το παιδί δουλεύει εμένα! Είναι δικό μου το παιδί!

- Από σήμερα όχι, θα βοηθάει στον καφενέ! Πάρε άλλο, δε χαθήκαν τα παιδιά του κόσμου!

- Μήπως άφησες και κανένα; είπε ο Φούλιας ασυγκράτητος. Όλα τα ’στειλες στη φυλακή!

Τα σπάσανε στο ξύλο οι σταυρωτήδες… Και γιατί; Για την υπόθεση! Τι σε κόφτει εσένα, ρ’ αδερφέ, α μου κλέψαν εμένα τις φιγούρες;

- Με κόφτει και με παρακόφτει… Τέλος πάντων, αυτό είναι!

- Τέλος πάντων, είναι κι άλλο! είπε ο Φούλιας ρίχνοντας απ’ την καρέκλα το μαρκούτσι, κι έτοιμος στο ’να πόδι να τραβάει.

- Το άλλο είναι πως από την Κυριακή χωρίζουμε το μαντρί μας! είπε ο κυρ Αντρέας

ψυχρός, μα κιόλα ανήσυχος.

- Όχι από την Κυριακή, είναι πολύ γλήγορα… απ’ απόψε! είπε ο Φούλιας, και ξεκίνησε, κάνοντας τον κωμικά περήφανο, να φεύγει.

- Απόψε θα παίξεις… Η συφωνία είναι να μου το πεις μια βδομάδα πρωτύτερα. Έχουμε και μαρτύρους!

- Τι να τους κάνεις τους μαρτύρους, φτάνω γω! Θέλεις να παίξω απόψε, μάλιστα! Θέλεις να παίξω κι αύριο, αυτό θα το δούμε… αύριο. Στείλε, κατά το παρόν, τον κύριο Βρακάκια να βοηθήσει, και βλέπουμε αύριο…

- Ως την Κυριακή θα παίξεις! είπε ο κυρ Αντρέας μ’ έξαψη· χρωστάω στον κόσμο τη Συνέχεια του Κατσαντώνη! Από Δευτέρα θα σκολάσεις.

- Αν χρωστάς εσύ, πλέρωσε! είπε ο Φούλιας, στρίβοντας τη μέση μόρτικα για να κοιτάξει ψυχρά τον καφετζή. Αν δεν έπαιξα ίσαμε τώρα τη Συνέχεια… η συνέχεια παίχτηκε στην αστυνομία, απ’ τους σταυρωτήδες… Άντε να τη γυρεύεις απ’ αυτούς! Τι άλλο; Είπες, τη Δευτέρα να σκολάσω; Τη Δευτέρα οι ανθρώποι πιάνουνε δουλειά, δε σκολάνε!

- Άι στο διάολο, παλαβέ! φοβέριζε ο κυρ Αντρέας, έτοιμος να φτάσει και στα χέρια.

- Απόψε… πάω! είπε ο Φούλιας, ακόμα πιο πολύ ψυχρός. Αύριο δεν πάω!

Και τράβηξε για την παράγκα.

 

Άνοιξε μόνος του. Ο Βρακάκιας αργούσε, κι ο Φούλιας, μες στη φούρκα του, ήταν έτοιμος να κόψει στην πλάτη την κασέλα και να παίρνει δρόμο από την πίσω τη μεριά.

- Πού στο διάλο πήγε κι εκείνος ο…

- Εδώ είμαι, μάστορη! ακούστηκε του Τσιμπλή η φωνή, που κοιτότανε σε μιαν άκρη της παράγκας κι είχε ανασηκωθεί τρίβοντας τα μάτια του.

- Κοιμάσαι, ρε τουρκόπιστε, κι εγώ χάνομαι δωπέρα; Σήκω, άναψε ένα φως!

Άρχισε ο Τσιμπλής να ψαχουλεύει, κι ο διάλογος δεν κόπηκε.

- Τι σου ’πα γω να κάμεις; Το ’δες το παιδί;

-    Τον είδα, μάστορη… μόλις έφυγες, άνοιξα την πόρτα και κατέβηκα στο υπόγειο. «Τι κάνεις εδώ, ρε Μήτσο, του λέω, μοναχός σου μιλάς, τον Καραγκιόζη παρασταίνεις; Χάλασε ο κόσμος όξω από δική σου αιτία, και δεν ξέρεις τίποτα;». Κατέβασε τα μάτια και δε μίλησε· ύστερα άνοιξε το στόμα του: «Τι κάνει ο μάστορης; με ρώτησε. -Καλά είναι, όλο ρωτάει για σένα… Γιατί, ρε Μήτσο, δεν ξαναφάνηκες στην παράγκα; -Δε χωνεύω το Βρακάκια… - Άφησέ τον το Βρακάκια, τώρα· τ’ άλλα δεν τα ’μαθες; -Τι; -Να, κλέψαν τις φιγούρες του μάστορη!

- Ποιος τις έκλεψε; -Ξέρω γω, πολλά λένε… Οι σταυρωτήδες πιάσαν όλα τα παιδιά, και τα μαυρίσανε στο ξύλο… πιάσανε κι εμένα, το Βρακάκια, δεν αφήσανε παιδί· ύστερα μας απολύκαν… Αλλά ξύλο, ρε Μήτσο, ξύλο, ξύλο τρικούβερτο…»

- Για το ξύλο το δικό σου κάθεσαι και μου μιλάς, ρε κερ…, ή θέλεις να σου δώσω κι άλλο; είπε ο Φούλιας με θυμό.

- Το λοιπόν, είχε γίνει κίτρινος, κερί. «Ποιος τις πήρε, ρε Σαράντη; -Ξέρω γω ποιος τις πήρε;… -Ρε Μήτσο (γυρίζω και του λέω), θέλεις να σου μιλήσω καθαρά, ν’ αφήσω στη μπάντα τις υποκρισίες; Τις φιγούρες ποιος τις πήρε; Σ’ εμένα κάνεις τον κρυφό; Εγώ σ’ έχω φίλο, ρε, πες μου την αλήθεια… Τις φιγούρες τις πήρες εσύ, να».

- Έκαμες στο παιδί τέτοια προσβολή; είπε ο Φούλιας μανιασμένος. Δε σου ’πα γω να μην προσβάλεις το παιδί;

Δυο τρία χαστούκια αστράψανε στου Τσιμπλή τα μάγουλα.

- Άφησε να σου μιλήσω πρώτα, μάστορη, κι ύστερα δείρε με, σκότωσέ με, ό,τι θέλεις κάμε με.

Κι έκλαιγε ο κακομοίρης ο Τσιμπλής απαρηγόρητος.

- «Τις πήρε εσύ, του λέω, τις φιγούρες, μη μου κάνεις τον αθώο… Δεν το ’καμες για το μάστορη, αυτός ξέρεις πόσο σ’ αγαπάει…»

- Του το ’πες αυτό; ρώτησε ο Φούλιας με συγκίνηση.

- Του το ’πα, να μου βγουν τα μάτια, μάστορη! «Τώρα ό,τι γίνηκε, γίνηκε, να φέρεις τις φιγούρες, να τις πάω γω στο μάστορη· θα του πω πως τις βρήκα πίσω από την παράγκα πεταμένες… Εκείνος που τις έκλεψε, μετάνιωσε και τις έριξε πίσω από την παράγκα… Ο μάστορης δε θα μάθει τίποτα! -Μου τ’ ορκίζεσαι πως δε θα μάθει; Ντρέπομαι πολύ το μάστορη… Αν το μάθει, δε θα ξαναφανώ μπροστά του πια…».

- Σου το ’πε έτσι, ρε;

- Μου το ’πε, να στραβωθώ! Του λέω: «Πού τις έχεις κρύψει; -Ξέρεις, μου λέει, στης θειας  μου το σπίτι κολλητά είναι μια κλεισμένη μάντρα· εκεί τις έχω πεταμένες… Δε θα με μαρτυρήσεις, ρε Τσιμπλή, τ’ ορκίζεσαι; -Τ’ ορκίζομαι!» του λέω.

- Τι όρκο του ’κανες, ρε παλιάνθρωπε;

- Στην ψυχή της μάνας μου! είπε ο Τσιμπλής παράξενα γελώντας, ενώ στέγνωνε τα μάτια του από τα δάκρυα με τα βρώμικα τα χέρια του.

- Ύστερα τι έκαμες;

- Σηκώθηκα και πήγα, και πήδησα στη μάντρα, και τις βρήκα μέσα στις τσουκνίδες. Μη ρωτάς τι τράβηξα, γεμίσανε τα πόδια μου πληγές απ’ τις τσουκνίδες…

- Πού ’ν’ τες οι φιγούρες; ρώτησε ο Φούλιας άγριος.

Βγήκε όξω το παιδί, και τις έφερε σε μια στιγμή. Στο μεταξύ ο Φούλιας άναβε τα φώτα της σκηνής. Πήρε στα χέρια τέλος τις φιγούρες, τις μέτρησε ψυχρά, και τις πέταξε σε μιαν άκρη αδιάφορα. Φουρκισμένος ήτανε… γιατί βρεθήκαν οι φιγούρες. Κι ο Τσιμπλής έλπιζε βραβεία τώρα για το κατόρθωμά του.

- Λέγε παρακάτου γλήγορα, άτιμε! Τι άλλο έχεις να μου πεις;

Κι ο Φούλιας όλο αγρίευε χειρότερα.

- Είπα, ψέλλισε ο Τσιμπλής τρέμοντας, είπα στον Αποφόρη πως θα γυρίσω το βράδυ, να τον πάρω να ’ρθούμε μαζί… να μη φοβάται… Του ’πα πως μας περιμένεις.

- Το ’πες αυτό;

- Το ’πα, μάστορη… μα τον Άγιο Παντελεήμονα!

- Άσ’ τα αυτά τώρα τα καμώματα, τι του ’πες και τι σου ’πε: Ορκίστηκες να μην το

μαρτυρήσεις το παιδί σ’ εμένα; Λέγε, ναι ή όχι;

- Ναι, μάστορη…, είπε ο Τσιμπλής με δισταγμό.

Ένα χαστούκι δυνατό, που του ’ρθε στο κεφάλι, το περίμενε, και μακάρι να ’ταν αυτό μοναχά, συλλογίστηκε ο Τσιμπλής μόλις το δέχτηκε στην κόκα του.

- Κι ήρθες εδώ να το προδώσεις, ρε προδότη, άτιμε! Αφού σου άνοιξε την καρδιά του το παιδί, και σου ’πε ένα μυστήριο… σου ’πε για μια κλεψιά που ’καμε, ήρθες εσύ να το μαρτυρήσεις, ε; Τι φίλος του είσαι συ; Είσαι χειρότερος… κι απ’ το Βρακάκια!

- Το ’καμα για… την αφεντιά σου, κυρ μάστορη, μη βαράς άλλο…

Και να ξύλο, να του κακομοίρη του Τσιμπλή.

- Άκου δω, ρε άτιμε, μην τύχει και μάθει το παιδί πως το μαρτύρησες σ’ εμένα – σ’ έφαγα!  Ο άνθρωπος για μια υπόληψη ζει στην κοινωνία… Κοίταξε καλά μη μάθει ο Κονταργύρης τίποτα, πως δηλαδή ο Αποφόρης πήρε τις φιγούρες, χάθηκες από τον κόσμο! Να το ξέρεις, ρε!… Εγώ ήμουνα χειρότερος κλέφτης απ’ τον Αποφόρη… Όποιος θέλει να γίνει καραγκιοζοπαίχτης, πρέπει κι από κλέφτης να περάσει, κι άλλα κακά να δοκιμάσει… και το ξύλο γενναία να το χορτάσει, που να μη χωράει άλλο η πλάτη του!

-    Εγώ ό,τι έκαμα το ’καμα για το καλό σου, μάστορη, είπε ο Τσιμπλής, κάνοντας πως δε μπορούσε ακόμα να κρατήσει τα κλάματα.

- Ρε βλάκα, έχω ανάγκη γω από σένα να μάθω ποιος τις πήρε τις φιγούρες; Εγώ, ρε, αν παρασταίνω κάθε βράδυ τις κλεψιές και τις ατιμίες του Καραγκιόζη, νομίζεις πως τις σπούδασα στη Ριζάρειο, ρε; Εγώ και τη μέρα και τη νύχτα γίνουμαι ό,τι θες… φτάνει να θέλω, δηλαδή· γίνομαι και κλέφτης, και νοικοκύρης, και τίμιος βαγαπόντης κι άτιμος αρχιμανδρίτης… Και περιμένω από σένα να μάθω ποιος πήρε τις φιγούρες; Εγώ απ’ την πρώτη στιγμή το κατάλαβα, γιατί όμως εσύ να φερθείς έτσι; Έλα, σήκω να φύγεις από δω! Πήγαιν’ όξω, δεν ακούς;

Έκλαιγε σπαραχτικά ο Τσιμπλής, και πιανόταν από το θυρόφυλλο για να μη φύγει. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Βρακάκιας.

- Είν’ ώρα ν’ αρχίσεις! είπε στο Φούλια απότομα.

- Κόπιασε μέσα, κύριε αντιμούτσουνε…

Και τον άρπαξε.

-    Αυτός είν’ ο προδότης, μάστορη! φώναξε ο Τσιμπλής κρατώντας τ’ αναφιλητά του, και γυρεύοντας ξαλάφρωμα στου άλλου το κακό, χωρίς να βάλει και στο νου του πως ήτανε δεύτερη προδοσιά αυτή που ’κανε.

- Τι προδότης; είπε ο Φούλιας κρατώντας το Βρακάκια γερά από το μανίκι.

- Αυτός πρόδωσε τον Αποφόρη… και τον έπιασε η αστυνομία!

- Μίλα καλά, ρε, είπε ο Φούλιας σιγότερα· τον έπιασε η αστυνομία τον Αποφόρη; Γιατί τόση ώρα δεν το λες;

- Μήπως μ’ άφησες τον κακομοίρη να μιλήσω… Μ’ άρχισες στο ξύλο προκαταβολή… Δεν άφησες να σου ξεμολογηθώ το φταίξιμό μου, και να μ’ έδερνες… αν είχα φταίξιμο…

- Θα σε ξαναρχίσω, μίλα γλήγορα!

- Πήγε αυτός, ο Βρακάκιας, κι έδειξε στον κυρ Αντρέα το σπίτι του Αποφόρη· ύστερα ο κυρ Αντρέας με την αστυνομία τον πιάσανε και τον κουβαλήσανε στη σκοτεινή. Απόψε που πήγα να τον πάρω, μου τα μολόγησε όλα η μάνα του… Αυτή δεν είναι μάνα, έλεγε πως έκανε κάποια τρανή κλεψιά το παιδί της, κι όλο το ’βριζε, σα να μην το ’χει παιδί…

- Εσένα η μάνα σου σ’ αγάπαγε; Ορίστε μούτρο να τον αγαπάνε! είπε ο Φούλιας.

- Εγώ ούτε ξέρω αν είχα μάνα…

- Τι σε γέννησε, ρε, κότα σε γέννησε σένα;

- Μήτε αυτό ξέρω…

Και ξυνότανε ο Τσιμπλής μισοκακόμοιρα.

- Τελείωνε, μου ’φαγες το συκώτι! φώναξε ο Φούλιας.

- Τώρα τον έχουνε στο τμήμα, τίποτ’ άλλο· να απ’ αυτόνε τον προδότη!

Γυρίζει τότε ο Φούλιας κατά το Βρακάκια και σου τον αρπάζει· όχι φάπες, όχι χαστουκιές, μα ξύλο στα γερά. Κλάματα ακουστήκανε, βρισιές, βλαστήμιες. Το παιδί έκραζε τον κυρ Αντρέα… να τος, έφτασε και τούτος στη στιγμή. Το θέατρο σηκώθηκε στο πόδι. Πλήθος κόσμος συνάχτηκε στην πόρτα της παράγκας, και σπρωχνότανε ποιος να πρωτοδεί.

- Τι βαράς το παιδί; ζήτησε λόγο ο Κονταργύρης.

Ο Φούλιας αποκρίθηκε με το ύφος του το κοροϊδευτικό που σκύλιαζε τον κυρ Αντρέα:

- Η αφεντιά σου πήγες να νεργήσεις σήμερα έρευνα στο σπίτι του…πώς τονε λένε, του Αποφόρη;

- Μάλιστα. Γιατί βαράς το παιδί, σε ρωτάω!

- Και γιατί νέργησες έρευνα;… Για το παιδί δεν έχω να σου δώσω λόγο… Γιατί νέργησες έρευνα; Για τις φιγούρες;

- Ναι, για τις φιγούρες! Ποιος σου ’δωσε το δικαίωμα να χτυπήσεις το παιδί;

- Οι φιγούρες είν’ εδώ!… Το παιδί, σε μένανε δουλεύει το παιδί! Οι φιγούρες, να τες! Τις βλέπεις με τα μάτια σου; Είχα κάμει λάθος, είχανε παραπέσει πίσω απ’ την παλιοκασέλα, και νόμισα πως μου τις κλέψανε… Να ο Κατσαντώνης, να ο Κώστας, να ο Μάνθος, να ούλη η παρέα η φουστανελάδικη… Λαβαίνω την τιμή να σου την παρουσιάσω… Δε λείπει ούτε φούντα από τσαρούχι!

- Τις έκρυψες εσύ, και το λες μοναχός σου τώρα! Θέλησες να μου χαλάσεις τη δουλειά… Το ’καμες ξεπίτηδες!

- Μάλιστα, ξεπίτηδες, αφού το θέλεις έτσι! είπε ο Φούλιας, έτοιμος για τον καβγά, που δεν άργησε.

Πλακώσαν τα παιδιά του καφενέ και τον ρημάξανε στο ξύλο, αυτόν και το βοηθό του τον Τσιμπλή. Κι αυτόν τον έδερνε ο Βρακάκιας. Μπήκε ο κόσμος στη μέση και τους χώριζε. Γέλια γινόνταν ανάμεσα στο βρισοκόπι που ο Φούλιας άνοιξε το στόμα του και κατέβαζε. Ήρθε τέλος η αστυνομία, κι ανάμεσα στη σύχυση τη γενική, άρχισε να τον τραβάει το Φούλια να τον πάει μέσα. Αυτός όμως δεν είχε σκοπό ν’ αντισταθεί, κι αμέσως μέρεψε και γλυκάθηκε, μάλιστα χρωστούσε χάρη που τονε βγάλαν απ’ αυτή τη δύσκολη περίσταση, που δεν ήξερε κι ο ίδιος πώς θα ξεμπέρδευε, και φοβότανε μην αναγκαστεί να φτάσει και στα σίδερα για να γλιτώσει από άλλο ξύλο. Γιατί πρώτο απ’ όλα στη ζωή του ο Φούλιας φοβήθηκε το ξύλο, ίσως γιατί το ’χε παραδοκιμάσει από παιδί.

Εκεί που τον τραβούσανε σαν κουρέλι οι αστυνομικοί, ο Φούλιας μια στιγμή μονάχα πρόβαλε αντίσταση.

- Σε περικαλώ, κύριε νωματάρχη, είπε! Μη με τραβάς έτσι σε περικαλώ! Άσε με να σου μιλήσω! Τα λόγια δεν τρώνε άνθρωπο… Το λοιπόν εγώ σ’ αυτό το μέρος δε θα ξαναγυρίσω… να με κάμεις άγιο! Το λοιπόν, να πάρω και την παρέα μου.

- Ποια παρέα; Τράβα μέσα, είπα!

- Μη σκουντάς… Είμαι διαφεντής του θεάτρου… έχω και το θίασό μου!

- Ποιο θίασο, αυτόν εδώ το μόρτη; Να ’ρθει μέσα κι αυτός!

- Μέσα κι ο Τσιμπλής, μέσα! φώναξαν τα παιδιά τριγύρω.

- Το παιδί κοντά στο νου που θα ’ρθει μαζί μου… αλλά θα πάρω και την κασέλα με τις φιγούρες.

- Μέσα κι οι φιγούρες, μέσα! φώναξε ο κόσμος γύρω

- Μέσα κι οι φιγούρες, μάλιστα, αξιότιμο κοινό! Η παράσταση διακόφτεται… χωρίς ν’ αρχίσει! Από αύριο σας παρακαλώ, αρχίζω νέα παράσταση…

- Στο κρατητήριο! φώναξε ο κυρ Ανδρέας.

- Στην «Ξοχική Συνάντηση»… Όποιος αγαπάει να μας τιμήσει, να λάβει τον κόπο να παραβρεθεί! Το Σάββατο και την Κυριακή έχουμε τον «Κατσαντώνη» με Συνέχεια και χωρίς διακοπή… Κι εσύ, ρε κύριε Βρακάκια, σε παύω και να μην ξαναφανείς μπροστά μου!

- Δεν έχει ανάγκη! είπε ο κυρ Αντρέας περήφανος.

Ο Τσιμπλής είχε κόψει την κασέλα στην πλάτη και τραβούσανε για το σταθμό. Κι ακολουθούσαν από πίσω τα παιδιά.

- Μέσα κι οι φιγούρες!

- Καλά, ρε μπάσταρδοι, γύριζε ο Φούλιας και τους έλεγε, έχετε και σεις παράπονο; Τη διασκέδασή σας την είχατε χάρισμα, ρε μπάσταρδοι, αυτό είναι το κακό που σας έκαμα; Ξίδι να σας γίνουνε τα γέλια που κάματε ξαιτίας μου, μπάσταρδοι!

- Φεύγα συ με την κασέλα! είπε ο νωματάρχης στον Τσιμπλή.

- Θέλεις να φύγει το παιδί, κυρ νωματάρχη; είπε ο Φούλιας ταπεινά. Όπως αγαπάς, όμως η κασέλα είναι δική μου, δεν την έκλεψα, ίσα ίσα και κλεμμένος είμαι, και δαρμένος, και φυλακισμένος… όμως θα πάει μέσα κι η κασέλα! Έχει μέσα τις φιγούρες, δε μπορώ να κάμω γω χωρίς αυτές, ούτε αυτές χωρίς εμένα… Πρέπει να μεθέξουμε σ’ όλα τα περιστατικά μαζί! Ένας θίασος είμαστε… Να ’ρθούνε μέσα κι οι φιγούρες, μην τις κλέψει κανένας απ’ αυτούς τους μπαστάρδους βαλμένος από τον Κονταργύρη τον καλοθελητή… Τούτο δω το παιδί που βλέπεις, δεν έχει σπίτι, το έρημο, να φυλάξει τις φιγούρες.

-    Ας έρθουν κι οι φιγούρες μέσα! είπε σοβαρά κι αγέλαστα ο νωματάρχης, αφού συλλογίστηκε ίσως κανένα άρθρο του νόμου περί προφυλάκισης και δε συμμαζεύεται.

- Μπορώ να πω ένα λόγο στο παιδί;… Άκου δω, ρε Σαράντη, να πας εκεί που ξέρεις, κατάλαβες, και να πεις πως αύριο, χωρίς άλλο, θ’ ανταμώσουμε, να πεις, εκεί που ξέρετε… Αύριο θα βγω το χωρίς άλλο, φόνο δεν έκανα, και σας περιμένω στην «Ξοχική Συνάντηση».

 

Άμα βρέθηκε ο Φούλιας στο σκοτάδι της κατώγας, πήρε μια πνοή βαθιά, μα η πνιγερή βρώμα του ’φραξε τα ρουθούνια. Στάθηκε ακίνητος, έστησε γύρω αυτιά και μάτια να ξεχωρίσει τίποτα, μα δεν τα κατάφερε.

- Πώς ξεσυνήθισα από το σκοτάδι… Μήτε βλέπω, μήτε ακούω… Μύτη έχω μοναχά… Μωρέ ψυχή ζωντανή δε βρίσκεται δωμέσα; φώναξε δυνατά.

- Συ ’σαι, μάστορη;

Μια τρεμουλιαστή παιδιάστικη φωνή μόλις ακούστηκε, και κάποιο σώμα αναταράχτηκε. Κάποιος σηκώθηκε απ’ το πάτωμα. Ο Φούλιας είδε μέρα τότε μες στ’ ανταριασμένο του μυαλό.

- Συ ’σαι, ρε! φώναξε με δυνατή παράτονη φωνή.

- Εγώ, μάστορη! ακούστηκε ο Μήτσος να μιλεί κοντά του με σιγαλή φωνή. Μη φωνάζεις, μάστορη, απαγορεύονται οι μιλιές τη νύχτα.

- Συ ’σαι, ρε παιδάκι μου, είπε ο Φούλιας με κλαψερή φωνή· τι κάνεις, ρ’ Αποφόρη; Έτσι το λοιπόν, έτσι με παράτησες; Αυτή ’ναι η φιλία μας, το λοιπόν;

Τότε ξέσπασε σε κλάμα το παιδί. Γυρεύοντας ψηλαφητά, έπιασε ο Φούλιας το κεφάλι του παιδιού, και τ’ αγκάλιασε. Χρόνια είχε ο κακομοίρης ο Αποφόρης να νιώσει αγάπης άγγισμα κι από την ίδια του τη μάνα.

Αφού πέρασε της ψυχής τους η πρώτη θαλασσοταραχή, καθίσανε κι οι δυο κατάχαμα, με τα κορμιά στον τοίχο ακουμπισμένα, κι αρχίσανε μια σιγαλινή, μια συμπαθητική μιλιά γιομάτη μπιστοσύνη, και τέλος, αφού είπαν ό,τι είχανε να πούνε για τα τελευταία τους βάσανα, το πώς βρεθήκανε στη φυλακή, και τ’ άλλα ιστορικά τους –ο Φούλιας φυλάχτηκε να δείξει πως το γνώριζε κλέφτη το παιδί –, τέλος κουραστήκαν και σωπήσανε. ΄Υστερ’ αφού καπνίσανε δυο τρία τσιγάρα αμίλητοι, πήρε το λόγο ο Φούλιας, κι άρχισε να λέει, και να μη σώνει. Και δεν άνοιξε πια το στόμα ο Αποφόρης να αντικόψει το μάστορή του, νυσταγμένος ο ίδιος πιο πολύ απ’ την κουραστική αυτή ψαλμωδία του.

- Τι να σου πω, ρε Μήτσο, φασκέλωσ’ την αυτή την τέχνη μας… Άτιμη τέχνη, έχει πολλά βάσανα… Ξέρεις τι μαρτύρια έχει; Δεν τα φαντάζεσαι, γιατί είσ’ άγουρος ακόμα. Ας είναι όμως, έχει και τις χάρες της. Πώς να σου πω, δε μπορώ να σου παραστήσω, είναι τέχνη με διοτροπίες, με νεύρα, με τσακίσματα… Μα σε κανοποιεί… Καταλαβαίνεις μέσα σου πως κάνεις ένα πράμα που δε μπορεί άλλος να το κάμει… Γίνεσαι περήφανος με τον εαυτό σου. Οι άλλοι σε κοιτάζουν, σε πειράζουνε, σε κοροϊδεύουνε, μα σε ζηλεύουν το περισσότερο! Εσύ λες με τον εαυτό σου: «Μάλιστα, ρε άτιμοι, είμαι καραγκιοζοπαίχτης – και γι’ αυτό με ζηλεύετε, γιατί είμ’ ανώτερός σας!». Απόξω πρέπει να φυλάς το σοβαρό σου, να ’σαι αξιόπρεπος, πώς το λένε, να μη σου παίρνει ο άλλος τον αγέρα. Ο άλλος είναι γιατρός, είναι δικηγόρος, μπακάλης, καφετζής – έχει τη θέση του, που λένε. Λοιπόν κι εσύ πρέπει να φυλάς τη δική σου! Δε σου τη δίνει η κοινωνία; Την παίρνεις μοναχός σου! Την έχεις μέσα σου! Δε σ’ εχτιμάνε; Φτάνει να χτιμάς εσύ τον εαυτό σου! Θέλουνε καμιά φορά να σε κάνουνε κορόιδο; Α, όλα κι όλα, βάρα! Δε σημαίνει αν τις φας κι εσύ, φτάνει να δίνεις! Στο πανί από πίσω, τότε μάλιστα, μπορείς να κοροϊδεύεις – και να κοροϊδεύεσαι… Στην κοινωνία όμως να βαστάς το περήφανό σου, για να μην τρως και καρπαζιές στο ύστερο… Α, όλα κι όλα, όχι καρπαζιές, γιατί σου τρώω το συκώτι! Άτιμη κοινωνία!

Με βλέπεις εμένα τώρα φυλακή; Είναι γιατί περασπίστηκα τα παιδιά, το Βρακάκια τον άτιμο, τον Τσιμπλή, όλα τα παιδιά. «- Γιατί πήρανε πέντε παλιόχαρτα, τους λέω, θα τα σπάστε στο ξύλο; - Κατηγοριώνται για κλεψιά, μου λένε. - Μας χαλάσανε τη δουλειά! φώναζε ο Κονταργύρης. - Σας χάλασαν τη δουλειά; Σταθείτε να σας χαλάσω γω τη δουλειά καλύτερα!» Έγινε καβγάς· πήραν εμένα μέσα… Βλέπεις, οι σταυρωτήδες… το κολόκουρο δε λείπει… Ο Κονταργύρης έχει μαγαζί, έχει θέση στην κοινωνία… Εγώ είμαι καραγκιοζοπαίχτης· δεν έχω μαγαζί άλλο απ’ την παλιοκασέλα… Δεν έχω περάσπιση στην κοινωνία… Η συντροφιά μου, που με πιστηρίζει, είν’ άψυχη, δε μπορεί να με βοηθήσει… και το ξύλο το ’φαγα όλο μοναχός μου! (Για λίγο έμεινε αμίλητος). Τι κάθομαι και λέω γω; Χωρίς αυτή τη συντροφιά, βγάναμε μεις το ψωμί μας; Το λοιπόν, η αλήθεια είναι πως την αγαπάω γω αυτή την παλιοσυντροφιά… Άμα έχασα κείνες τις φιγούρες, μου φάνηκε πως μου σκοτώσανε τον αδρεφό μου, ας είν’ και μακαρίτης. Δε μ’ αρέσει να φτιάνω καινούριες φιγούρες, γιατί με τον καιρό τις συνηθάω, και με γνωρίζουνε… Άμα πιάνω στα χέρια μια παλιά φιγούρα, μ’ έχεις δει πώς κάνω – δεν είναι χαρτόνι αυτό που κρατάω, είν’ άνθρωπος, έχει ψυχή, καρδιά, είναι Καραγκιόζης, είναι Μπαρμπαγιώργος, είναι ό,τι διάολο θέλεις, μα χαρτόνι δεν είναι! Άμα με πιάνει κι αυτός στα χέρια του, είδες πώς μ’ αλλάζει, μου ρουφάει το αίμα του, μου λιώνει το μυαλό μου, με κάνει άλλον άνθρωπο… με κάνει Καραγκιόζη, Μπαρμπαγιώργο, κι ό,τι θέλεις. Όσο βαστάει η παράσταση, θυμώνω, δέρνω, βλαστημάω τα παιδιά, κατεβάζω καντήλια, καντηλήθρες· ύστερα, γίνουμαι κουρέλι, φτώμα, ψυχή δεν έχω μέσα μου, καρδιά δεν έχω… Όπως οι φιγούρες πέφτουνε στην παλιοκασέλα χωρίς να ’χουνε ζωή μέσα τους, έτσι κι εγώ είμαι ψόφιος, άψυχος, γίνουμαι κι εγώ μια παλιοφιγούρα… Τότε μου ’ρχεται όρεξη να πιω κρασί, να πιω, να πιω… ας είναι, φυλάγουμαι όσο μπορώ, πάω και ψοφολογάω. Την άλλη μέρα σηκώνουμαι άρρωστος, θέλω ώρες για να ’ρθω στον εαυτό μου.

Αυτά τα καλά έχει η τέχνη μας… Άτιμη, π…… τέχνη… Σ’ αυτήν έχω δώσει το αίμα της καρδιάς μου· δε φόρεσα βρακί καινούριο από παιδί· δε γλυκάθηκε τ’ αχείλι μου· δεν είδα καλή μέρα… Πού να σ’ τα μολογάω όλα μου τα βάσανα με το μεθύστακα το Μίμαρο… Αυτός ήταν ο δάσκαλός μου· δε λέω, έμαθα πολλά απ’ αυτόν, τράβηξα όμως ξύλο και βρισίδι… Θα το πιστέψεις πως, παιδί πράμα, και με ζήλευε; Με κατάτρεχε, δε μ’ άφηνε να πιάνω τις φιγούρες… Εγώ έκανα τον κουτό, ως που έμαθα την τέχνη, και την έκαμα δική μου. Όπου μια μέρα μ’ έχασε. «Το ’μαθες, του λένε· στον καφενέ του Καλυβιώτη, εκείνος ο κάλφας σου ο Αρεφούλιας έστησε Καραγκιόζη, απόψε είναι η πρώτη…». Ο Μίμαρος γέλασε. «Δε θα κάμει τίποτα!» είπε. ήρθε όμως στην παράσταση κι έφυγε φαρμακωμένος. «Ρε, το μπάσταρδο, πού τα ’μαθε όλα αυτά, σ’ εμένα τα ’μαθε;» Είχα βάλει εγώ ανθρώπους και τον άκουγαν εκεί που μίλαγε με την παρέα του. Τέλος έφυγε φαρμακωμένος, δε μου ξαναμίλησε.

Ύστερα ακολούθησα το δρόμο μου. Ποτέ μου δε ζηλοφτόνεσα άθρωπο· τόσα παιδιά περάσαν απ’ τα χέρια μου, μαθητάδες μου, δικά μου πλάσματα, γενήκαν καραγκιοζοπαίχτες. Με γεια τους, με χαρά τους, είπα· και τους βόηθησα και με λεφτά, όσο μπόρεσα. Όλοι τους φερθήκαν αχάριστοι, αλλά δεν πειράζει· τέτοιος είν’ ο άνθρωπος. Στην τέχνη δε με φτάσανε! Εγώ την τελειοποίησα· εγώ ήβρα τα χρώματα στα ρούχα, έκαμα το σαράι του Πασά όπως το βλέπεις σήμερα, παλάτι φανταχτερό που δε ματαγίνηκε άλλο, τέλος εγώ… ανακάλυψα το Μπαρμπαγιώργο! Πρωτύτερα δηλαδή δεν ύπαρχε Μπαρμπαγιώργος στη σκηνή των Καραγκιόζηδων· βασίλευε ο Ντερβέναγας· έδερνε, τσάκιζε κόκαλα. «Ρε, είπα με τον εαυτό μου, αυτός δηλαδή, όλο και θα δέρνει όλο τον κόσμο… ο παλιαρβανίτης, δηλαδή, αιωνίως και τουμπανίως θα κυριαρχεί; Τούρκος κι Αρβανίτης πέρασε πια η δόξα τους… γιατί λοιπόν το ξύλο;». Ε, ρε, Θεούλη μου, το τι γίνηκε κείνη τη βραδιά, άμα πρωτοβγήκε ο Μπαρμπαγιώργος με τις φουστανέλες του, με τα μεϊντανογέλεκά του, με τ’ άρματά του, και σου τον άρπαξε το Βεληγκέκα – πάει, χάλασε το θέατρο! Τρελάθηκε ο κόσμος, ρε παιδάκι μου! Τι τα θέλεις όμως… Πήρανε κι οι άλλοι καραγκιοζοπαίχτες το Μπαρμπαγιώργο… Κανένας τους δε μ’ έφτασε, ούτε θα με φτάσει! Το Μπαρμπαγιώργο εγώ τον έβγαλα από την ψυχή μου, καλύτερα να πω, τον κουβάλησα από το χωριό μου, την πατρίδα μου! Ο Μπαρμπαγιώργος είναι Ρουμελιώτης, ρε, κι άμα δεν ξέρεις από Ρούμελη, Μπαρμπαγιώργο δεν καταλαβαίνεις.

Δεν έχω και τσιγάρο, να πάρει η ευκή του διαόλου… Εσένα δε σου γυρεύω, δε θα ’χεις κι εσύ, έχεις; Αλήθεια, θυμήθηκα τη μάνα σου πρωτύτερα… Εκείνο το παιδί ο Τσιμπλής πολύ σ’ αγαπάει, να τον αγαπάς κι εσύ· θα τον πάρομε να μας βοηθάει… εσύ θα είσαι το δεξί μου χέρι από δω και πέρα· εσύ θα διευτύνεις την παράγκα, κι όσο για τα λεφτά – τα λεφτά θα τα μοιραζόμαστε, ό,τι βγάνουμε, μαζί θα τρώμε, θα σου δίνω να πηγαίνεις και στη μάνα σου. Ξέρω πως δε σ’ αγαπάει… θέλει να της πας λεφτά. Έτσι ήταν κι η δική μου μάνα… πού να σ’ τα μολογάω τώρα. Τι ώρα να ’ναι; Θα ’ναι δυο…

Ήμουνα κι εγώ, που λες, μάγκας σαν εσένα, έτσι μας λέγανε τότε. Σπίτι δεν έμεινα, όλο στους δρόμους γύριζα· τράβηξα ξυπολισιά, πείνα και ξύλο – ξύλο! Όλοι με βαράγανε, χωρίς λόγο. Χωρίς λόγο! Πήγαινα στη μάνα μου να παραπονεθώ, ξύλο κι εκείνη. Αρεφούλια με λέγανε τ’ άλλα τα παιδιά, γιατί όλους τους παρακαλούσα, ήμουνα και τσεβδός! «Μη με βαράς, αρεφούλη μου, να ζεις, τι σου ’καμα; Μη με βαράς». Μου κόλλησαν το Αρεφούλια. Ήταν ένα παιδί, άτιμο παιδί, μεγαλύτερό μου· όλο μ’ έδερνε. «Τι γίνεσαι, Αρεφούλια;» – δώσ’ του. «Μη με βαράς, να ζήσεις, αρεφούλια μου, τι σου ’καμα» – δώσ’ του πάλι, το άτιμο! «Εσύ μου ’καμες εμένα τίποτα, Αρεφούλια; Ποιος σου ’πε πως μου ’καμες εμένα τίποτα;» – ξύλο. Ήτανε μεγαλύτερό μου… ύστερα μεγάλωσα κι εγώ, και τον έκαμα κι αυτόνε και τους άλλους… μη ρωτάς. Έβγαλα το ξύλο με τον τόκο. Καβγάδες, γλέντια… άλλαξα χίλιες τέχνες, με κατηγορήσανε για κλεψιές, με πιάσανε για λωποδύτη, έφαγα φυλακή… Τελευταία, πού καταστάλαξα, νομίζεις; Δεν το καταλαβαίνεις – το κατάλαβες! Γίνηκα καραγκιοζοπαίχτης. Από Αρεφούλιας μάγκας, μπίρμπος, μόρτης, αλανιάρης – διάσημος καραγκιοζοπαίχτης Φούλιας!   

Τι λες εκεί… Σπουδαία τα λάχανα… Και να μην έχεις μια δεκάρα στην τσέπη και καπνό σπυρί – όρσε μες στην τέχνη σου, λοιπόν! Βαρέθηκα, ρε Μήτσο… Άκου δω· έχω μια ιδέα· θα σ’ αφήσω σένα γλήγορα στον τόπο μου… άκου δω… Κοιμάσαι, ρε, δεν ακούς, ρε μπάσταρδε, κι εγώ μιλάω με τους τοίχους;  – Όρσε λοιπόν κι εσύ!

 

Έπεσε και κοιμήθηκε. Το πρωί ήρθε ο αστυνόμος και τους απόλυσε. Απόξω τους περίμενε ο Τσιμπλής και πήρε την κασέλα. Και τραβήξανε κι οι τρεις τους για την «Ξοχική Συνάντηση».

   

     9 Μαγιού 1917

 

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό «Νέα Εστία», τομ. 34, τεύχη 386(1-7-43), 387(15-7-43) και 389(15-8-43).

Σε βιβλίο εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1990 από τον εκδοτικό οίκο Χειρόγραφα, με φιλολογική επιμέλεια της Μάρθας Θωμαΐδου  και τυπογραφική του Μάρκου Μέσκου.

 

Μερικές σπάνιες λέξεις

 

κλαμπαδόρα = κλαρίνο

κολόκουρο = χρηματική ή άλλου είδος παροχή για δωροδοκία

μεϊντάνι = γελέκο με μανίκια ή κρεμαστό μανίκι

μπίρμπος = πονηρός

πουτούρι = παντελόνι στενό κάτω και φαρδύ επάνω

Φούλιας = κάτω από το όνομα αυτό κρύβεται ο Γιάννης Ρούλιας, που καταγόταν απ’ τον Κραβασαρά (σημερινή Αμφιλοχία)

 

Το κείμενο ψηφιοποιήθηκε δια χειρός Μ.Μ.

 

 

αρχή