Αργύριος Γ. Καραλιόλιος            

ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ – (ΠΙΚΡΙΒΕΝΙΤΣΑ)

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πριν από δεκατέσσερα χρόνια περίπου άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά με την καταγραφή της ιστορίας του χωριού μου, γιατί πίστευα και πιστεύω πως:

1. Πραγματικός πατριώτης είναι αυτός που αγαπά πρώτα απ’ όλα τον τόπο (χωριό ή πόλη) που γεννήθηκε και μεγάλωσε αυτός και οι πρόγονοί του.

2. Όταν γνωρίζουμε από πού ξεκινήσαμε και πού βρισκόμαστε, μόνο τότε είμαστε σίγουροι για το πού πάμε.

3. Έχω την εντύπωση πως όλοι εμείς οι εκπαιδευτικοί αν θέλουμε πραγματικά οι προσπάθειές μας στο σχολειό να έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα, τότε είναι ανάγκη να ηγηθούμε μιας προσπάθειας για το ανέβασμα του πολιτιστικού επιπέδου της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα.

4. Επίσης σαν εκπαιδευτικός έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως είναι πολύ σημαντικό, παιδαγωγικά ορθότερο και αποτελεσματικότερο οι μαθητές και γενικά οι νέοι να διδάσκονται πρώτα απ’ όλα την ιστορία του τόπου που γεννήθηκαν και ζούνε, γι’ αυτό και αποφάσισα να πάρω αυτήν την πρωτοβουλία για την καταγραφή της ιστορίας του χωριού μου.

Οι δυσκολίες σ’ αυτήν την προσπάθεια ήταν πάρα πολλές. Η πιο μεγάλη ήταν η έλλειψη γραπτών πηγών. Σχεδόν κανείς μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί με την καταγραφή της ιστορίας του χωριού (υπάρχει μια πληροφορία πως ο Τούλιας Γεώργιος, καθηγητής θεολόγος, είχε γράψει κάτι σχετικό, αλλά παρ’ όλες τις προσπάθειές μου δεν βρέθηκε τίποτα). Επίσης λίγα πράγματα είχε γράψει και ο Αθανάσιος Δόγκας, τα οποία βρήκα και αξιοποίησα. Και αυτή η δυσκολία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη γιατί πάρα πολλά έγγραφα ή άλλα γραπτά μνημεία καταστράφηκαν, κατά την καταστροφή από πυρκαγιά του ναού του Αγίου Δημητρίου το 1936 (από ατύχημα) και από τους Γερμανούς το 1944 που κάψανε το Κοινοτικό Κατάστημα, το Σχολείο και σχεδόν όλα τα σπίτια του χωριού.

Έτσι λοιπόν έπρεπε, και έτσι έκανα, να προσπαθήσω να βρω γραπτά μνημεία ή άλλα στοιχεία σε βιβλιοθήκες ή αρχεία άλλων γειτονικών χωριών ή πόλεων. Δυστυχώς όμως και αυτή η προσπάθεια δεν απέδωσε τα επιθυμητά αποτελέσματα, γιατί και η ευρύτερη περιοχή του Νομού Γρεβενών από ιστορικές πηγές και έρευνες είναι από τις φτωχότερες στο πανελλήνιο. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που αναφέρει ο Ταλιαδούρης στο βιβλίο του που ασχολείται με τα Γρεβενά. «Ο ερευνητής της ιστορίας των Γρεβενών μοιάζει με εκείνον που αγωνίζεται να βρει ψήγματα χρυσού σε ρέμα ποταμού…»

Το δεύτερο που έκανα ήταν να συγκεντρώσω στοιχεία από προσωπικές μαρτυρίες, παραδόσεις, θρύλους, αφηγήσεις κάποιων περιστατικών, όπως επίσης και κάποια τραγούδια, έθιμα κλπ. Παρ’ όλη την καχυποψία και τον φόβο των αφηγητών (μερικοί ζήτησαν να μην αναφέρω το όνομά τους), κατάφερα να συγκεντρώσω αρκετά τέτοια στοιχεία. Αυτός όμως ο τρόπος ενέχει τον κίνδυνο της αλλοίωσης και λόγω του χρόνου και λόγω της προσθήκης προσωπικών ή υποκειμενικών αντιλήψεων και στοιχείων. Γι’ αυτό τα στοιχεία αυτά χρειάζονται διασταύρωση και επιβεβαίωση. Σ’ αυτό βοήθησε τα μέγιστα η συζήτηση – διάλεξη που οργάνωσε το 1997 ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού, του οποίου έχω την τιμή να είμαι πρόεδρος, με θέμα την ιστορία του χωριού. Εκεί είχαν την ευκαιρία οι γεροντότεροι να καταθέσουν και να επιβεβαιώσουν κάποιες πληροφορίες, και οι νεότεροι να μάθουν για την ιστορία του χωριού τους.

Τελειώνοντας αυτή την εισαγωγή θέλω να σημειώσω πως παρ’ όλη την προσπάθεια όλων αυτών των χρόνων, αισθάνομαι πως σίγουρα θα υπάρχουν κενά, ελλείψεις και αδύνατα σημεία σ’ αυτή μου την εργασία. Κενά και ελλείψεις όμως που μπορούν να συμπληρωθούν στο μέλλον ή από εμένα ή από οποιονδήποτε άλλον θελήσει να ασχοληθεί. Τουλάχιστον ο επόμενος δε θα ξεκινήσει από το μηδέν. Μ’ αυτό τον τρόπο συμβάλω κι εγώ στην προσπάθεια να καταγραφεί η ιστορία του χωριού μου, των Γρεβενών και ευρύτερα της Δυτικής Μακεδονίας.

 

ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΒΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Το χωριό Αμυγδαλιές είναι χτισμένο στις πλαγιές μιας λοφοσειράς σε υψόμετρο 850 μέτρων περίπου, 12 χιλ. βορειοδυτικά της πόλης των Γρεβενών.

Το φυσικό περιβάλλον της περιοχής γύρω απ’ το χωριό χαρακτηρίζεται

από τα παρακάτω στοιχεία που ενδεχόμενα επέδρασαν στην όλη εξέλιξη στην περιοχή.

Το κύριο χαρακτηριστικό του τοπίου είναι οι πολλοί λόφοι. Ο Κουτσόραχος με 992 υψόμετρο είναι το ψηλότερο σημείο του χωριού και δεσπόζει επιβλητικός στην γύρο περιοχή. Μπορεί κανείς από την κορυφή του Κουτσόραχου να βλέπει ανατολικά ως τον Όλυμπο, δυτικά ως τον Πεντάλοφο, βόρεια ως το Βίτσι και νότια μέχρι την Πίνδο.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους λόφους είναι καλυμμένοι από μικρά και μεγάλα δάση βελανιδιάς. Ειδικά προς τα δυτικά όπου βρίσκεται το μεγάλο δάσος του Παληογλά.

Παλαιότερα υπήρχαν πολύ περισσότερα δάση βελανιδιάς. Εκτός της ανατολικής πλευράς, όλες οι υπόλοιπες εκτάσεις γύρω από το χωριό ήταν καλυμμένες με δάση βελανιδιάς. Οι ανάγκες όμως για δημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων και η ανεξέλεγκτη υλοτομία (για καυσόξυλα και κτίσιμο σπιτιών) ήταν οι κύριες αιτίες της μείωσης των δασωμένων εκτάσεων. Ο Τσέρος, το γημεράδι, το φαρδοκλάδι είναι τα τρία είδη βελανιδιάς που υπάρχουν στην περιοχή. Ειδικά το γημεράδι είναι αιωνόβιο, γίνεται τεραστίων διαστάσεων και σημαδεύει μια περιοχή, γιατί φαίνεται από πολλά χιλιόμετρα μακριά. Τέτοια δέντρα υπάρχουν και σήμερα στον Άγιο Αθανάσιο, στην Αγία Βαρβάρα, στην Παναγιά, στην Αγία Παρασκευή, στον Απόστολο και σε άλλα υψώματα, καθώς και λίγα σε καλλιεργήσιμα χωράφια. Εξυπηρετούσαν τοπογραφικά τους βοσκούς για να βλέπουν από μακριά τους δρόμους των κοπαδιών, παρείχαν άφθονο βαλάνι, τροφή των ζώων το φθινόπωρο και το χειμώνα παλιότερα. Το γημεράδι το χρησιμοποιούσαν συνήθως για το υλικό οικοδομών (γριντιές, ζωνάρια, παλούκια) στις κατασκευές σπιτιών, αχυρώνων μαντριών κλπ.

Προς τα ανατολικά και μέσα ή λίγο έξω από το χωριό, υπήρχε ένα άλλο δάσος από αμυγδαλιές, όχι σαν τις σημερινές, εκείνες ήταν πολύ ψηλές και με χοντρό κορμό. Γράφει ο Χρήστος Ενισλείδης που επισκέφτηκε το χωριό το 1930: «Γύρω-γύρω έχει αμπέλια και οπωροφόρα δέντρα μεταξύ των οποίων προεξάρχει η αμυγδαλιά. Εντεύθεν και το νεώτερόν της επωνύμιον Αμυγδαλαία, Αμυγδαλιές».

Σήμερα θα ‘λεγα τη θέση των αμυγδαλιών την έχει πάρει ένα άλλο οπωροφόρο δέντρο, η κερασιά. Οι πρώτες εμβολιασμένες κερασιές φυτεύτηκαν στο χωριό πριν περίπου 40 χρόνια. Τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια εξ αιτίας κάποιων πριμοδοτήσεων της Ε.Ο.Κ. οι χωριανοί άρχισαν μαζικό φύτεμα κερασιών. Σ’ αυτό βοήθησε πολύ και ο γεωπόνος της Διεύθυνσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Νομαρχίας Γρεβενών κ. Τζήμος Δημήτριος.

Έτσι σήμερα υπολογίζεται πως έχουν φυτευτεί περίπου 15.000 κερασιές, άλλες πρώιμες και άλλες όψιμες. Υπάρχουν επίσης πολλά αμπέλια, (σχεδόν όλοι οι χωριανοί έχουν 1 ή 2 περίπου στρέμματα), περιβόλια με καρυδιές και άλλα οπωροφόρα δέντρα όπως αχλαδιές, μηλιές, κορομηλιές, βερικοκιές, συκιές, μουριές, κυδωνιές, φουντουκιές, κ.ά.

Στο χωριό μας είναι φυτεμένες οι παρακάτω ποικιλίες κερασιών:

Ναπολεόν είναι το ξανθοκόκκινο τραγανό, σκληρό και ανθεκτικό κεράσι, πολύ νόστιμο και γλυκό στη γεύση, ειδικά όταν είναι πολύ ώριμο (επικονιαστής στο Τραγανό). 500 δέντρα.

Πικαρό Μπουρλά. Πρώιμη ποικιλία . Ωριμάζει από 10 – 25 Μαΐου. Είναι πολύ γλυκό και νόστιμο κεράσι. 6.000 δέντρα.

Τραγανό. Είναι όψιμη ποικιλία. Ωριμάζει τον Ιούνιο και είναι ίσως το πιο νόστιμο κεράσι. 4.000 δέντρα.

Πικαρό Βαν:Ωριμάζει στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ πρώιμης και όψιμης παραγωγής. (επικονιαστής στο Πικαρό Μπουρλά)1.000 δέντρα.

Χάρτι Τζαν . Είναι όψιμη ποικιλία. (επικονιαστής στο Πικαρό Μπουρλά) 500 δέντρα.

Μπακιρτσέικα. Η ποικιλία αυτή φυτεύτηκε πρόσφατα.(500 δέντρα)

Βασιλειάδη. Κι αυτή η ποικιλία φυτεύτηκε πρόσφατα.(500 δέντρα)

Φερουβία. Κι αυτή η ποικιλία φυτεύτηκα πρόσφατα. .(500 δέντρα)

Σύνολο περίπου 13.500 δέντρα ή 500 στρέμματα. Η παραγωγή όταν η χρονιά είναι καλή μπορεί να φτάσει και τους 500 τόνους κεράσια.

Πριν λίγες δεκαετίες όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του χωριού ήταν γεωργοί. Φυσικά μπορεί να ασκούσαν και άλλο επάγγελμα, αλλά σχεδόν όλοι τους καλλιεργούσαν και λίγα στρέμματα χωράφια. Η καλλιέργεια των χωραφιών γινόταν με τα ζώα το όργωμα (βόδια, άλογα, μουλάρια) και με τα χέρια η σπορά και ο θέρος. Το όργωμα γινόταν με τα βόδια ή με τα άλογα και το ξύλινο αλέτρι (ξυλάλετρο). Η σπορά γινόταν με τα χέρια. Γέμιζαν τον τορβά (τσαντίλα) με σπόρο και το ‘ριχναν στο χωράφι με το χέρι. Το ίδιο γινόταν και με το λίπασμα τα τελευταία χρόνια (παλιότερα δεν υπήρχε λίπασμα). Μετά ακολουθούσε το σβάρνισμα πάλι με τα ζώα. Ο θέρος το μήνα Ιούλιο συνήθως, γινόταν πάλι με τα χέρια. Το δρεπάνι και η παλαμαριά (ξύλινο «γάντι» που το φορούσαν στο χέρι) ήταν τα βασικά εργαλεία του θέρου. Με το χερόβολο (γινόταν από βρίζα) δένονταν τα δεμάτια για να μεταφερθούν στα αλώνια. Αλώνια στο χωριό υπήρχαν πολλά. Στη μέση ο στέντζερος, όπου δένανε τα ζώα (γαϊδούρια ή άλογα) για να αλωνίσουν το γέννημα. Ακολουθούσε το λίχνισμα (όταν φυσούσε αέρας) και μετά το δερμόνισμα (σε μεγάλο κόσκινο) για να φυλαχτεί τελικά η παραγωγή στα ξύλινα αμπάρια που είχαν όλα τα σπίτια.

Φωτ.

(«Αλώνι» οικογένειας κ.Γάτου Δημήτριου)

Στη δεκαετία 1960 -1970 το αλώνισμα γινόταν από την «πατόζα». Οι χωριανοί συγκέντρωναν τα γεννήματα στο Παλιοκλήσι στην Αγία Βαρβάρα, στους Αγίους Ανάργυρους και αλλού και εκεί πήγαινε η «πατόζα» για να τα αλωνίσει. Όταν έφευγε άφηνε πίσω της μικρούς λόφους από άχυρο όπου παίζανε τα παιδιά του χωριού.

Φωτ.

( Ο Βασίλειος Ε. Ζεμπίλης κουβαλάει άχυρο από την Αγία Βαρβάρα που άφησε πίσω της η «πατόζα»)

Σιτάρι, κριθάρι, ταΐ (βρώμη), σίκαλη, βρίζα, ρόδι, ρεβίθι, καλαμπόκι, καραμποτσάκι, καλλιεργούσαν οι πρόγονοί μας και βέβαια η σοδειά ήταν πάντα πολύ μικρή.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του τόπου είναι οι πολλές πηγές και πολλά μικρά και μεγάλα ρέματα.

Τριάντα έξι πηγές το λιγότερο υπάρχουν στο χωριό και στις δεκαπέντε απ’ αυτές έχουν χτιστεί βρύσες. Οι πολλές βρύσες και τα πολλά ρέματα όπως ο Πράσινος, η Βίγλα, του Πανάρ ο Λάκκος που το χειμώνα έχουν πολύ νερό, ενώ το καλοκαίρι σχεδόν στερεύουν, έπαιξαν σίγουρα σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα της περιοχής.

Το κλίμα είναι ηπειρωτικό, δηλαδή πολύ ψυχροί χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια. Το χειμώνα πέφτουν πολλές βροχές και πολλά χιόνια που το ύψος τους φτάνει και το ένα μέτρο πολλές φορές, ενώ η θερμοκρασία πέφτει πολλές φορές κάτω από το μηδέν. Το καλοκαίρι όμως δεν βρέχει σχεδόν καθόλου, υπάρχει ξηρασία. Οι μεγαλύτεροι λένε πως παλαιότερα έπεφτε πολύ περισσότερο χιόνι που το ύψος του έφτανε μέχρι και τα δύο μέτρα. Αυτό ήταν που ανάγκαζε τους βοσκούς τους χειμώνες να φεύγουν για να πάνε στα χειμαδιά. Συνήθως πήγαιναν στη Χαλκιδική. Αργότερα θα σταματήσει αυτό, αλλά οι βοσκοί (ή όσοι είχαν πρόβατα) αναγκάζονταν να συγκεντρώνουν το καλοκαίρι την τροφή των ζώων για το χειμώνα. Έτσι λοιπόν θα αρχίσουν να μαζεύουν κλαδιά βελανιδιάς σε «γκουγκούμια» (αυτά γίνονταν στα δάση) ή σε «κλαδαριές» δίπλα στα σπίτια τους (βλέπε την παρακάτω φωτογραφία.), που μαζί με το ξερό τριφύλλι που μάζευαν την άνοιξη και το καλοκαίρι και το κριθάρι αποτελούσαν τη χειμωνιάτικη τροφή των γιδοπροβάτων, που λόγω του καιρού ήταν συνέχεια κλεισμένα μέσα, (παλιότερα μάζευαν και βελανίδια).

Φωτ.

(«Κλαδαριά» του Χρήστου Δ. Λιάκα)

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΠΡΩΤΕΣ    ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ    ΑΡΧΕΣ - ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

Οι    Αμυγδαλιές  είναι  κτισμένες    στην  περιοχή   της   αρχαίας  Ελιμείας. Η  ευρύτερη   περιοχή   έχει   κατοικηθεί   από  την   αρχαιότητα,  το  μαρτυρούν   αυτό   τα  πολλά  αρχαία  ευρήματα. Δεν  μπορεί να  προσδιοριστεί    ακριβώς  το   πότε   κατοικήθηκε   για  πρώτη   φορά   η  περιοχή. Σίγουρα  όμως  στα χρόνια  του  Μεγάλου   Αλεξάνδρου  η  περιοχή  ήταν   κατοικημένη  από  Μακεδόνες  στην   καταγωγή  κατοίκους. Για  την  προστασία  αυτών  των  κατοίκων  αλλά  και   του  κράτους  των  Μακεδόνων   ο  Μέγας Αλέξανδρος  έχτισε  βορειοδυτικά  του  χωριού  Δασάκι  (Παλιοκόπρα) και  σε  απόσταση 5 χιλ. περίπου  από  τις  Αμυγδαλιές  το  κάστρο  του   Παληογλά,  το  ένα  από  τα   τέσσερα  τέτοια  κάστρα  που  υπήρχαν  στο  Νόμο  Γρεβενών. Ήταν  ένα  μεγάλο  κάστρο (τα  ερείπιά  του  φαίνονται  ακόμα)  μέσα  στο  οποίο  κλείνονταν  οι  κάτοικοι  μαζί  με  το   στρατό  για   να   προφυλαχτούν   από  τις  επιθέσεις   των  εχθρών. Μάλιστα  υπήρχαν  και  υπόγειες  σήραγγες  που  οδηγούσαν  πολλές   δεκάδες  μέτρα   μακριά  σε  κάποιο ρέμα, σαν  έξοδοι  διαφυγής  ή   για   προμήθεια  νερού   ή   για   αιφνιδιασμό  του   εχθρού, όταν το κάστρο ήταν πολιορκημένο.

Βέβαια  στο  παρελθόν   υπήρχαν   στην    περιοχή  διάσπαρτοι  πολλοί  οικισμοί   οι  οποίοι  εγκαταλείφθηκαν  από  τους   κατοίκους  τους  ή   καταστράφηκαν. Οι  περισσότεροι  οικισμοί απ’ αυτούς  το πιθανότερο  είναι  να   καταστράφηκαν  διαδοχικά από  επιθέσεις  εχθρών,  Ρωμαίων,  Σλάβων  ή  Τουρκαλβανών,  οι   κάτοικοι  τους   όμως  δεν   απομακρύνονταν από  την  περιοχή. Κρύβονταν   στα   δάση  κατά  τη  διάρκεια  της   επιδρομής  ή  στο  Κάστρο  του   Παληογλά   και  όταν  ο  εχθρός  αποσυρόταν  έβγαιναν  και   με   τις   πέτρες  των   κατεστραμμένων  σπιτιών  τους   ξανάχτιζαν   τον   οικισμό  σε   διαφορετικό  χώρο.

Σ’ όλη αυτή  την  περίοδο  δεν  υπάρχουν  στοιχεία για  ερχομό  αποίκων   στην  περιοχή. Μόνο  στα    χρόνια  της   Τουρκοκρατίας  και  ιδιαίτερα  στα  χρόνια  του  Αλή  Πασά  ήρθαν   στο   χωριό  κάποιες  οικογένειες  από  την   ήπειρο, Καστοριά    και   Στερεά   Ελλάδα. Ήταν   όμως  όλοι  τους   Έλληνες.

Από  το  Πριμέτι   της   βορείου  Ηπείρου   ήρθαν   οι   οικογένειες : Λιάμπα (Τσίγκα) και Οικονόμου. (Μαρτυρία Βασίλειου Βακουφτσή). Ο Λιάμπας Η. Θωμάς όμως υποστηρίζει ότι η οικογένεια Λιάμπα (Τσίγκα), ήρθε από το Σούλι ή από το Μέτσοβο.

Από   την   Ήπειρο  πιθανόν  να   ήρθαν  οι  οικογένειες  Λιάκα   και   Βάγια.

Από  τα   Κιούρκα  της  Αττικής  η  οικογένεια   Κιούρκα (Τσιφτσής).  (Τσιφτσής=εργάτης  στα  κτήματα   του   Αλή  Πασά).

Από   το  Παλιοκριμίνι  της   Καστοριάς  η   οικογένεια  Σκέντου.

Από τον Έλατο Γρεβενών η οικογένεια Δροβατζήκα. (Παλιότερα λεγόταν και γραφόταν Ντοβρατζήκα, ο Τζήκας από τη Ντόβραν, παλιό όνομα του χωριού Έλατος).

Από τα Κριθαράκια Γρεβενών η οικογένεια Κριθαριώτη.

Τα αίτια και ο χρόνος της ίδρυσης του χωριού στη σημερινή θέση είναι αδιευκρίνιστα. Το πιθανότερο είναι να οδηγήθηκαν σ’ αυτή τη θέση εξ αιτίας των συνεχών – διαδοχικών καταστροφών των προηγούμενων οικισμών. Δεν απομακρύνονταν πολύ από τον κατεστραμμένο οικισμό, για να έχουν κοντά τις πρώτες ύλες (από τα ερείπια του προηγούμενου οικισμού) για την οικοδόμηση των σπιτιών τους. Επίσης σημαντικό ρόλο στην επιλογή της θέσης, σίγουρα έπαιξαν οι πολλές πηγές και ρέματα, που εξασφάλιζαν το νερό για τους ίδιους και τα ζώα τους, η πλούσια βλάστηση της περιοχής, κυρίως σε βελανιδιές και κέδρους, που εξασφάλιζαν τροφή για τα γιδοπρόβατα, ξύλα για το χειμώνα και οικοδομικά υλικά (γριντιές, πόρτες, παράθυρα, έπιπλα κλπ). Και τέλος ένας πολύ σημαντικός λόγος είναι η ασφάλεια που εξασφάλιζε από επιδρομές των Τουρκαλβανών. (Όπως γράφει ο Φραγκίσκος Μπουκεβίλ «… οι χωριανοί συνηθίζουν να χτίζουν τα σπίτια τους απάνω σε ψηλώματα, κοντά σε πηγές και πρώτ’ απ’ όλα μακριά από τους πολυσύχναστους δρόμους που θα μπορούσαν να δώσουν αφορμή στην επίσκεψη Τούρκων που είναι πάντοτε δυσάρεστη»).                                   

Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Πικριβενίτσα ή Πικροβενίτσα ή Πεκρεβενίτσα ή Πικρεβενίτσα με πιθανότερη την πρώτη εκδοχή, δηλαδή Πικριβενίτσα. (Ο Σπύρος  Αραβαντινός στο βιβλίο του για τον Αλή Πασά και στον κατάλογο των τσιφλικιών του το αναφέρει σαν Πικροβένιτζα).

Το πότε δόθηκε το όνομα αυτό στο χωριό είναι άγνωστο. Ο δάσκαλος  Δημήτρης Γκαραβέλης γράφει στην εφημερίδα «Εθνική Αντίσταση» το Μάρτιο  του 1983, πως το όνομα Πικρεβενίτσα δόθηκε το 1479, αλλά μάλλον πρόκειται για  λάθος (ίσως τυπογραφικό) γιατί παρακάτω αναφέρει  πως η ονομασία δόθηκε στα    χρόνια του Αλή Πασά, δηλαδή περίπου το 1800 (ίσως το 1479 να ήταν 1794). Οι εκδοχές για το πώς δόθηκε το όνομα Πικριβενίτσα στο χωριό είναι τρεις:

1) Η πρώτη εκδοχή και η πιο αξιόπιστη είναι αυτή που λέει πως ήταν κάποτε (άγνωστο πότε) μια καπετάνισσα Νίτσα που είχε δυο γιους κλέφτες που πολεμούσαν τους Τούρκους. Σε κάποια μάχη σκοτώθηκαν και οι δυο γιοι της Νίτσας. Όταν οι υπόλοιποι συμπολεμιστές γύρισαν στο χωριό η Νίτσα τους ρώτησε που είναι οι γιοι της και τότε αυτοί της είπαν: « Πικρά χαμπέρια Νίτσα» και απ’ αυτά τα λόγια ονομάστηκε το χωριό Πικριβενίτσα.

Μια παραλλαγή αυτής της εκδοχής, αλλά με πολλές αντιφάσεις και ανακρίβειες, γράφει ο Δ. Γκαραβέλης στην εφημερίδα «Εθνική Αντίσταση».

Γράφει, ο Δ. Γκαραβέλης, πως το όνομα Πικρεβενίτσα δόθηκε στο χωριό το 1479 (1794;) από το όνομα της όμορφης και περήφανης καπετάνισσας Νίτσας, που ήταν γυναίκα του καπετάν Βασιλάκη, συνεργάτη του Αντώνη Κατσαντώνη της Ηπείρου, που είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Ο Αλή Πασάς δεν μπορούσε να «χωνέψει» πως η Πικριβενίτσα ήταν ανεξάρτητη από την κηδεμονία του και έστειλε ισχυρά αποσπάσματα Τουρκαλβανών για να εξοντώσουν τον καπετάν Βασιλάκη και τα παλικάρια του.

Πραγματικά τους στήσανε ενέδρα σε μια τοποθεσία κοντά στα σύνορα με το Ελεύθερο, σκότωσαν πολλούς από τους άντρες του Καπετάν-Βασιλάκη και τον ίδιο. Η τοποθεσία αυτή ακόμα και σήμερα λέγεται «Βίγλα» ή «Βασιλάκη». Την ίδια εποχή οι Τούρκοι συλλαμβάνουν τη γυναίκα του Κατσαντώνη και τον ανιψιό του καθώς και τη Νίτσα, γυναίκα του καπετάν-Βασιλάκη. Τη Νίτσα τη δέσανε στην τοποθεσία «Μεσοχώρι» όπου τη βασανίσανε για αρκετές μέρες για να υποκύψει, ενώ δεν της δίνανε νερό.

Η Νίτσα όχι μόνο δεν  υπέκυψε αλλά έφτυσε κατάμουτρα τον Αλή Πασά και οι Τουρκαλβανοί την εκτέλεσαν αμέσως. Προς τιμήν της οι χωριανοί φτιάξανε μια βρύση στον τόπο της εκτέλεσης και ονόμασαν το χωριό Πικριβενίτσα.

Όπως όμως έγραψα και προηγούμενα αυτά που υποστηρίζει ο Δ. Γκαραβέλης έχουν πολλές ανακρίβειες και αντιφάσεις. Η πρώτη ανακρίβεια είναι η χρονολογία (1479). Πώς είναι δυνατόν να θυμάται κάποιος αυτή τη χρονολογία; Αλλά και το σημαντικότερο είναι πως όλα τα άλλα που αναφέρει περί Αλή Πασά θα συνέβαιναν πάνω από 300 χρόνια αργότερα. (Εκτός και αν βέβαια το 1479 είναι τυπογραφικό λάθος και το σωστό είναι 1794).

Επίσης πρέπει να παραθέσω και την προφορική μαρτυρία του κ. Βασιλείου Βακουφτσή που υποστηρίζει ακόμα πως ο καπετάν-Βασιλάκης καταγόταν από τους Μαυραναίους Γρεβενών. Ήταν άγαμος και έζησε πολύ αργότερα από τη Νίτσα (γύρω στα 1800).

2) Η δεύτερη εκδοχή είναι αυτή του κ. Αθανασίου Δόγκα που λέει πως το χωριό παλιά λεγόταν Βηνίτσα. Κάποτε όμως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι κλέφτες σκότωσαν τον γιο του Κοτζαμπάση του χωριού.  Μετά απ’ αυτό ο Κοτσαμπάσης μαζί με τη γυναίκα του εγκατέλειψαν το χωριό και για να εκδικηθούν τους χωριανούς ζήτησαν από τους Τούρκους να το λένε στο εξής Πικριβηνίτσα.   

3) Και η Τρίτη εκδοχή είναι αυτή που αναφέρει ο κ. Χρήστος Ενισλείδης στο βιβλίο του  «Η Πίνδος και τα χωριά της». Υποστηρίζει   ο κ.  Ενισλείδης πως το όνομα Πικριβενίτσα προέρχεται από τις λέξεις  Πικρ=πολύς  και Εβέν=ανήφορος, δηλαδή πολύς ανήφορος. Επειδή η διαδρομή από τα Γρεβενά μέχρι το χωριό είναι μια μεγάλη ανηφόρα.

Υπάρχουν και μερικές άλλες παραλλαγές της εκδοχής  της Νίτσας , αλλά  δεν τις θεωρώ τόσο αξιόπιστες. Η προσωπική μου γνώμη είναι πως η πρώτη εκδοχή είναι η πιο αξιόπιστη και αυτή είναι η πιο πλατιά αποδεκτή. Αυτή δηλαδή που λέει πως από τα «πικρά χαμπέρια» για το θάνατο των δυο γιων της Νίτσας πήρε το όνομα Πικριβενίτσα το χωριό.

Πάρα πολύ σημαντικά νέα στοιχεία, σχετικά με την ιστορία του χωριού μας και την προέλευση της ονομασίας του (Πικριβενίτσα) ήρθαν στο φως, μετά από ανάρτηση στο fb του Σάκη Πέτρου (3/11/2015), στοιχείων που δημοσίευσε ο Κώστας Καμπουρίδης  δρ. ιστορίας του Α.Π.Θ., προϊστάμενος στα Γ.Α.Κ.-Αρχεία Κοζάνης, σε συνέδριο στην Κοζάνη. Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα σε στοιχεία των Τούρκων του 1564 το χωριό μας ονομαζόταν Pokrovnic (Πόκροβνιτς) που από μια έρευνα που έκανα στο διαδίκτυο pokrovnica σημαίνει   ινδική φράουλα ή αγροφράουλα ή στα Σέρβικα Καλυπτρίδες (; θήκες). Πάντως με το ίδιο όνομα Pokrovnic υπάρχουν χωριά στη Βουλγαρία και Αυστρία -  Ουγγαρία http://www.itsallrelative.info/getperson.php?personID=I40614&tree=default . Επίσης στην ίδια ανάρτηση υπάρχει πίνακας που φαίνονται οι οικισμοί των Γρεβενών και οι οικογένειες που φορολογούνται τα έτη  1564 και 1579 (Hane-οικογένειες, Mucerred-χήρες,Total Hane-σύνολο οικογενειών, Annuuity(hasil)-φορολογική απόδοση σε άσπρα) 1 τουρκική λίρα 100 γρόσια,1γρόσι 40 παράδες, 1 παράς 3 άσπρα. Στον πίνακα αυτό βλέπουμε ότι το χωριό μας (Pokrovnic) έχει το 1564   63 οικογένειες που φορολογούνται, ενώ το 1579 έχει 179 (μεγάλη αύξηση!). Περισσότερα, αργότερα... Όλους τους πίνακες μπορείτε να τους δείτε εδώ... ..1,  ...2...3....4,  ....6....7.....8,

 ...9, ...10, ...11...12

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

Η ευρύτερη περιοχή είχε κατοικηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων. Αυτό μαρτυρούν τα αρχαία ευρήματα, οι παραδόσεις και μύθοι, το γλωσσικό ιδίωμα, τα τοπωνύμια κλπ.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσω πως σε αρκετές περιοχές στα όρια του χωριού (τουλάχιστον έξι) υπάρχουν σημάδια που μαρτυρούν πωs εκεί στο παρελθόν υπήρχε κάποιος οικισμός. Αυτές οι περιοχές είναι: Αγία Μαρίνα (Παλιοκκλήσι), Τσιούκα Λάζαρη και Άγιος Αθανάσιος, Τσαρκοβίτσα, Κερασιά, Γαύρος, Λεφτοκαριά, Παλιόσπιτα (Μεσοχώρι).

Φωτ.

(Στη φωτογραφία φαίνεται τμήμα της κεφαλής αγάλματος που βρέθηκε στην περιοχή του Ναού του Αγίου Δημητρίου)

Το γεγονός αυτό σημαίνει πως ή υπήρχαν πολλοί οικισμοί ταυτόχρονα (κυρίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας) με πιο παλιό αυτόν της Αγίας Μαρίνας, οι οποίοι καταστράφηκαν στον ίδιο χρόνο, περίπου τον 14ο αιώνα, τότε που ο Βαγιαζίτ Ιλντερίμ ή Κεραυνός κατέστρεψε και την Ανασέλιτσα (Νεάπολη), ή αργότερα από τον Μουράτ το Β΄ (Φραγκίσκος Μπουκεβίλ «Ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία»), στα πλαίσια μιας γενικότερης εκκαθάρισης της περιοχής από το χριστιανικό πληθυσμό. Το πιο πιθανό είναι οι οικισμοί της Αγίας Μαρίνας και της Τσιούκας Λάζαρη να καταστράφηκαν κατά τον 14ο ή 15ο αιώνα γιατί δεν αναφέρονται στους κώδικες της Μονής της Ζάβορδας (1692), ενώ οι άλλοι οικισμοί αναφέρονται.

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑΝΑ-ΠΑΛΙΟΚΚΛΗΣΙ

Είναι ο αρχαιότερος οικισμός της περιοχής. Η τοποθεσία βρίσκεται γύρω στα 500 μέτρα Νότια του χωριού. Στα ριζά του υψώματος της Αγίας Μαρίνας σώζονται πέτρινα θεμέλια από ορθογώνιο κτίριο (διαστάσεων 6μ. Χ 10μ.). Στη θέση αυτή (όπως γράφει ο Δ. Σαμσάρης «Ιστορική γεωγραφία της Ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας») υπήρχε αρχαίος ναός της Αφροδίτης, που στη θέση του χτίστηκε ο ναός της Αγίας Μαρίνας. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει επειδή το 1928 μέχρι το 1935 περίπου , σε ανασκαφές που έγιναν από το δάσκαλο Ιωάννη Πολίτη και τον καθηγητή Γεώργιο Τούλια, βρέθηκε κορμός αγάλματος (Ρωμαϊκών χρόνων) της Αφροδίτης, κιονόκρανα, δυο κομμάτια από μαρμάρινες πλάκες (διαστάσεων 0,70μ. Χ 0,70μ. μήκος και 0,30μ. πάχος), πωρόπλινθοι, θραύσματα από κεραμίδια και όστρακα Ρωμαϊκών χρόνων.

Για την τοποθεσία αυτή υπάρχει ο εξής θρύλος: Κάτω από τα δυο μάρμαρα υπάρχει θαμμένος θησαυρός που τον φυλάνε φίδια – δράκοντες.

Φωτ.

( Οι δυο μαρμάρινες πλάκες στο Παλιοκλήσι)

Μια παραλλαγή του θρύλου λέει πως κάτω από τα δυο μάρμαρα είναι θαμμένα δυο βαρέλια, το ένα είναι γεμάτο φλουριά και το άλλο γεμάτο φίδια.

Πάντως οι κάτοικοι του χωριού που έχουν κτήματα στην περιοχή, υποστηρίζουν πως βρήκαν πέτρινα θεμέλια κτισμάτων με συνδετικό υλικό που παλιά το ονόμαζαν «κουρασάν» (Ρωμαϊκών χρόνων). Επίσης έχουν βρεθεί πέτρινοι τάφοι, ένα χρυσό κόσμημα κεφαλής, αγγεία με στάχτη (πιθανολογείται πως είναι τέφρα νεκρών αρχαίων Μακεδόνων) κλπ.

Σίγουρο πάντως είναι πως στην περιοχή γινόταν (της Αγίας Μαρίνας) η μεγαλύτερη εμποροζωοπανήγυρη της περιοχής. Ο οικισμός αυτός καταστράφηκε με ειδική εντολή του Σουλτάνου, γράφει ο Δ. Γκαραβέλης. Το πιθανότερο είναι να καταστράφηκε τον 15 αιώνα από το Μουράτ το Β΄ και οι κάτοικοί του να έφυγαν για τους διπλανούς οικισμούς, η δε εμποροζωοπανήγυρη μεταφέρθηκε έκτοτε στο Τσοτύλι, όπου και γίνεται μέχρι σήμερα.

ΤΣΙΟΥΚΑ ΛΑΖΑΡΗ

   Η τοποθεσία αυτή βρίσκεται δύο χιλιόμετρα περίπου ΝΑ του χωριού, κοντά  στα   σύνορα   με   το   Σύδενδρο. Προφορική παράδοση λέει πως ονομάστηκε   έτσι επειδή    στην τοποθεσία αυτή συναντήθηκαν και συγκρούστηκαν οι    «Λαζαρίνες» της Πικρεβενίτσας και του Συδένδρου (Τριβένι). Ακολούθησε    συμπλοκή   των  νέων η οποία κατέληξε σε μάχη για το ποια «Λαζαρίνα» θα    επικρατήσει.

Κοντά στους πρόποδες του ανατολικού υψώματος είχε αποκαλυφθεί στο παρελθόν (γράφει ο Δ. Σαμσάρης) συστάδα  κιβωτιόσχημων τάφων κατασκευασμένων με πέτρινες πλάκες. Στη δυτική πλευρά του και σε μια έκταση 50 περίπου στρεμμάτων, παρατηρείται πλήθος από θραύσματα κεραμίδων στέγης και όστρακα αγγείων Ρωμαϊκής εποχής, ενώ στην επίπεδη κορυφή του έκτασης 3 περίπου στρεμμάτων, όπου σήμερα βρίσκεται το εξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου, σώζονται πέτρινα θεμέλια οικοδομημάτων και σωροί από πελεκημένες πέτρες.

Ο Δ. Σαμσάρης υποστηρίζει πως στο ύψωμα του Αγίου Αθανασίου θα ήταν χτισμένη η ακρόπολη του οικισμού και δεν αποκλείει στη δασώδη έκταση να σώζονται και ερείπια από  τον περίβολο του τείχους της. Είναι άγνωστο το πώς, πότε και γιατί εγκαταλείφθηκε ή καταστράφηκε αυτός ο οικισμός. Το πιθανότερο είναι να καταστράφηκε μαζί με τον οικισμό της Αγίας Μαρίνας.

Φωτ.

(Ο Άγιος Αθανάσιος)

Η παράδοση αναφέρει πως γύρω στα 1500-1600 κάποιος Κούτσικας από την Πικρεβενίτσα εργαζόταν στα Τρίκαλα και επιστρέφοντας στο χωριό του έπρεπε να περάσει από τον Βενέτικο ποταμό του Ελευθεροχωρίου. Ενώ ετοιμαζόταν να περάσει από τον ποταμό βρέθηκε ξαφνικά μπροστά του ένας γέροντας, ο οποίος τον παρακάλεσε να τον περάσει στην απέναντι όχθη.   

Πράγματι  ο Κούτσικας  δέχτηκε,  τον  πήρε   στους  ώμους  του  και  καθώς  μπήκε  στο  νερό,  ενώ  το  βάθος  και  η  ορμή  του  νερού  ήταν  μεγάλη,  τώρα σαν  από  θαύμα  η  ορμή  λιγόστεψε  και  το  νερό  έφθανε  ως  τους  αστραγάλους. Αφού  πέρασαν  το  ποτάμι  χωρίς  κανένα  πρόβλημα  και  συζητώντας  στο  δρόμο,  έφθασαν  έξω  από  τα  Γρεβενά,  όπου  ο  γέροντας  ξαφνικά  εξαφανίστηκε. Ο  Κούτσικας  πέρασε  την  πόλη  και  βγαίνοντας  έξω  από  τα  Γρεβενά  είδε  ξαφνικά  πάλι  μπροστά  του  τον  γέροντα. Καθώς  περπατούσαν  ο  γέροντας  έσκυβε  κατά   διαστήματα  και  μάζευε  πετραδάκια. Στην  ερώτηση  του  Κούτσικα  «Τι  τα  ήθελε  τα  πετραδάκια   και  τα   μαζεύει;» Ο  γέροντας  του  απάντησε:  «Κάνε  υπομονή  και  θα  δεις».  Όταν  έφτασαν  κοντά   στο   λόφο  όπου  υπάρχει  σήμερα  το  εξωκλήσι  του  Αγίου  Αθανασίου,   ο  γέροντας  εξέφρασε   την  επιθυμία  να  επισκεφθούν   το  λόφο.  Πράγματι  ανέβηκαν  πάνω  και  τότε  ο  γέροντας  του  φανέρωσε  ότι  ήταν  ο  Άγιος  Αθανάσιος. Αμέσως   μετά  άρχισε  να  σκορπά  τα  πετραδάκια  δεξιά   και  αριστερά   και  αυτά  όπου  έπεφταν  γινόταν  δέντρα. Την  ίδια  στιγμή  ο  Άγιος    εξέφρασε  την  επιθυμία  να  χτίσει  ο Κούτσικας στο  σημείο  εκείνο,  ανάμεσα  στα  δέντρα , μια  εκκλησία   στο  όνομα  του.  Και  αφού  υποσχέθηκε  ότι  θα στέλνει  μια  φόρα  το  χρόνο,  την  ημέρα  που  θα  γιορτάζεται  η  μνήμη  του  (στις  2  Μαΐου) ένα  ελάφι  σαν  θυσία που θα το ψήνουν και θα το τρώνε όλοι οι πανηγυριώτες,  εξαφανίστηκε.

Και  έτσι  έγινε .  Ο  Κούτσικας  με  τη  βοήθεια  των  συχωριανών   του  έχτισε  την  εκκλησία  και  λένε  πως  κάθε  φορά  στις  2  Μαΐου στο  πανηγύρι  του  ναού  ερχόταν  ένα  ελάφι,  οι  χωριανοί  το  έσφαζαν , το  έψηναν  και  το  έτρωγαν.  Όμως  μια  φορά  άργησε  να  έρθει  και  καθώς   ήταν  κουρασμένο  και  λαχανιασμένο,  θυσιάστηκε   αμέσως,  χωρίς  να  το   αφήσουν  να   ξεκουραστεί.   Και  από  τότε   δεν   ξαναεμφανίστηκε. 

Με  την  πάροδο  τον  χρόνων  συνεχίστηκε   κάθε  2  Μαΐου,  μέσα  στην  καταπράσινη άνοιξη,  να  γίνεται  το  πανηγύρι  του  χωριού,  με  τη  συμμετοχή  όλων  των  κατοίκων  που  κατέφταναν  στο  εξωκλήσι  καβάλα  σε  στολισμένα  άλογα  με  βυζαντινή  μεγαλοπρέπεια.  Την  ημέρα  εκείνη,  μετά  τη  δοξολογία  γινόταν   μια  μικρή   υπαίθρια  εμποροπανήγυρη  πραματευτάδων,   καθώς  και  αγώνας   άλματος    τριπλούν  μεταξύ   των  νέων,  που  συνεχίζεται  μέχρι  και  σήμερα,   όπως  συνεχίζει  ως  σήμερα  η  οικογένεια  του  Κούτσικα   να  χαρίζει  ένα  αρνί  ή  κατσίκι  (στη  θέση  του  ελαφιού).  Παλιά  το  αρνί  ή  κατσίκι  το  έψηναν  και  το  έτρωγαν,  ενώ   σήμερα  κληρώνεται  σε  λαχειοφόρο  αγορά  από  την  Εκκλησιαστική  Επιτροπή .

Ο ναός του Αγίου Αθανασίου, που    όπως  είπαμε   χτίστηκε   περίπου το 1500, αναπαλαιώθηκε φροντίδα των  κατοίκων   του    χωριού   το   1988, ιερατεύοντος  του εφημέριου Ευθύμιου Καραπούλιου. Στην κόγχη του ιερού υπάρχει    σε αγιογραφία η   Πλατυτέρα   με τους   Τρεις    Ιεράρχες και  τον Άγιο Αθανάσιο, που πρέπει να φιλοτεχνήθηκε περίπου το 1600. 

            

ΚΕΡΑΣΙΑ-ΓΑΥΡΟΣ-ΛΕΥΤΟΚΑΡΙΑ

Στα δυτικά του χωριού και σε απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων βρίσκονται οι τοποθεσίες ΚΕΡΑΣΙΑ – ΛΕΦΤΟΚΑΡΙΑ και ΓΑΥΡΟΣ. Σ’ αυτές τις περιοχές υπάρχουν θραύσματα κεραμίδων και αγγείων καθώς και πελεκημένες πέτρες που μαρτυρούν την ύπαρξη οικισμών, κάτι που δηλώνει και η προφορική παράδοση.

Εγώ προσωπικά πιστεύω πως εδώ βρισκόταν το χωριό Λεφτοκαριά που αναφέρουν οι Κώδικες της Μονής Ζάβορδας και που ακόμα δεν έχει επίσημα εξακριβωθεί που βρισκόταν.

 

ΤΣΑΡΚΟΒΙΤΣΑ

      Βρίσκεται Βορειοανατολικά του χωριού στα σύνορα με το Ελεύθερο. Και σ’ αυτή την περιοχή υπάρχουν σημάδια οικισμού. Εξάλλου αυτό αναφέρεται και στους Κώδικες της Μονής της Ζάβορδας.

Ο οικισμός αυτός μαζί με τον οικισμό της Λεφτοκαριά (Γαύρος – Κερασιά) πρέπει να εγκαταλείφθηκαν λόγο του φόβου των επιδρομών των Τουρκαλβανών ή καταστράφηκαν απ’ τους Τουρκαλβανούς γύρω στο 1700. Αυτό φαίνεται από τη φθίνουσα πληθυσμιακή τάση που εμφανίζουν οι δύο αυτοί οικισμοί στις δύο απογραφές της Ιεράς Μονής της Ζάβορδας.

Έτσι ενώ στην πρώτη απογραφή η Λεφτοκαριά εμφανίζεται να έχει 12 χριστιανικές οικογένειες, στη δεύτερη έχει μόνο μία, ενώ η Τσαρκοβίτσα από 5 χριστιανικές οικογένειες που έχει στην πρώτη απογραφή, στη δεύτερη δεν έχει καμία.

Οι κάτοικοι αυτών των οικισμών το πιο πιθανό είναι να έφυγαν για την Πικριβενίτσα που το 1692 εμφανίζεται να έχει στην πρώτη απογραφή 7 και στη δεύτερη 11 χριστιανικές οικογένειες.

Σύμφωνα με κάποιες προφορικές μαρτυρίες στην ευρύτερη περιοχή υπήρχε σανατόριο ή νοσοκομείο ή κάποιο μεγάλο σχολείο.

 

ΠΙΚΡΙΒΕΝΙΤΣΑ

      Είναι άγνωστο το πότε κατοικήθηκε για πρώτη φορά η Πικριβενίτσα. Το πιο πιθανό είναι να υπήρχε εδώ μικρός οικισμός από πάρα πολύ παλιά. Το μεγαλύτερο κομμάτι του χωριού όμως βρισκόταν βόρεια του σημερινού χωριού στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Παλιόσπιτα (από το Σιόποτο μέχρι την Αγία Κυριακή). Η Πικριβενίτσα αύξησε τον πληθυσμό της μετά το 1700 και ιδιαίτερα  στα χρόνια του Αλή Πασά. Τότε ήρθαν στο χωριό πολλές οικογένειες από την Ήπειρο, Στερεά Ελλάδα και από άλλα χωριά του Νομού Γρεβενών. Αυτές οι μετακινήσεις εκείνη την περίοδο έγιναν για τους παρακάτω λόγους:

1. Στα μικρά χωριά στα βόρεια υπήρχε ο κίνδυνος των επιδρομών των Τουρκαλβανών , γι’ αυτό οι κάτοικοί τους έφευγαν νοτιότερα για πιο μεγάλη ασφάλεια και σιγουριά, να κατοικήσουν σε πιο μεγάλα χωριά.

2. Υπήρχε νόμος επί Τουρκοκρατίας ότι όποια οικογένεια με χρέη εγκατεστηνόταν σε άλλη περιοχή, άλλο Βιλαέτι*, ίσως άλλο Καζά*, απαλλασσόταν από τα χρέη.

3. Εξαιτίας των επαναστατικών γεγονότων του 1821 και μετά, άλλοι Έλληνες διώχτηκαν – εκτοπίστηκαν από τους Τούρκους ή έφυγαν από μόνοι τους για να γλιτώσουν τη ζωή τους.

4. Ήταν τακτική του Αλή Πασά να εκτοπίζει οικογένειες που παρουσίαζαν επαναστατική δράση.

Έτσι η Πικριβενίτσα έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κεφαλοχώρια της περιοχής. Τούρκικες οικογένειες ή Βαλαάδες δεν πρέπει να εγκαταστάθηκαν στο χωριό. Βέβαια εκεί που σήμερα είναι το Δημοτικό Σχολείο χτίστηκε, άγνωστο πότε, η Κούλια. Στις αποθήκες της Κούλιας συγκεντρωνόταν οι φόροι (σε είδος φυσικά – σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι κ.τ.λ.), ενώ χρησίμευε και σαν κατοικία για τον Μπέη ή την Τούρκικη φρουρά. Μαρτυρίες που να υποστηρίζουν πως έμεινε μόνιμα ο μπέης στο χωριό, δεν υπάρχουν, εκτός αυτής του κ. Αθανασίου Δόγκα για το Μπέη που του σκότωσαν το γιο του και έφυγε δίνοντας εντολή να λένε το χωριό από Βηνίτσα – Πικριβενίτσα.

Υπάρχει όμως από προφορική παράδοση πληροφορία για ύπαρξη Τούρκικης φρουράς, που μάλλον επισκεπτόταν περιστασιακά το χωριό. Η παράδοση αυτή λέει: Παντρευόταν κάποτε (άγνωστο πότε ) κάποιος Τρίλιας από το χωριό και έπαιρνε γυναίκα από το Κουντσκιότ (Ελεύθερο). Την Κυριακή πρωί ξεκίνησαν από την Πικριβενίτσα να πάνε στο Κουντσκιότ να πάρουν τη νύφη. Στην επιστροφή στην είσοδο της Πικριβενίτσας συνάντησαν  την Τούρκικη φρουρά και σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να κατεβούν απ' τ' άλογα και να προσκυνήσουν τους Τούρκους στρατιώτες. Ο Τρίλιας όμως δεν κατέβηκε κάνοντας πως δεν ξέρει και όταν οι Τούρκοι αγρίεψαν, αυτός και τα μπρατίμια τράβηξαν τα όπλα και τους σκότωσαν. Στην ίδια περιοχή τους έθαψαν και από τότε μέχρι σήμερα η περιοχή ονομάζεται Τουρκομνήματα ή Τουρκομνημόρια.

Αργότερα ο Αλή Πασάς αγόρασε το χωριό με το εξής τέχνασμα: Σύμφωνα με την μαρτυρία του κ. Βασιλείου Βακουφτσή, ο Αλή Πασάς έστειλε από το Πριμέτι (πατρίδα του Αλή Πασά) την οικογένεια του Δήμου Οικονόμου να εγκατασταθεί στην Πικριβενίτσα με σκοπό να γίνει κάποτε Κοτσάμπασης  και να του πουλήσει το χωριό. Πράγματι ο Δήμος Οικονόμου (ο ανιψιός του ήταν αρχιγραμματέας του Αλή Πασά), που ήταν πολύ πονηρός και φιλόδοξος αλλά και με ιδιαίτερες ικανότητες, κατάφερε να γίνει Κοτσάμπασης του χωριού. Όμως όσο διάστημα ήταν Κοτσάμπασης του χωριού, σκόπιμα, δεν απέδιδε τους προβλεπόμενους φόρους στον Αλή Πασά (κατόπιν βέβαια συνεννόησης με τον Αλή Πασά), με απώτερο σκοπό να πολλαπλασιαστούν οι οφειλόμενοι φόροι και να αναγκαστούν οι κάτοικοι του χωριού να υπογράψουν την πώληση του χωριού στον Αλή Πασά. Οι χωριανοί όμως υποψιάστηκαν πως κάτι συμβαίνει και αποφάσισαν να στείλουν μια αντιπροσωπεία στον Αλή Πασά να αναφέρει το τι συμβαίνει. Επέλεξαν έτσι δώδεκα γερούς και έξυπνους χωριανούς οι οποίοι ξεκίνησαν για τα Γιάννενα. Ο γερο-Δήμος (έτσι ονόμαζαν οι χωριανοί το Δήμο Οικονόμου), που αντιλήφθηκε τι συμβαίνει ειδοποίησε τον Αλή Πασά πριν φτάσουν εκεί οι δώδεκα Πικριβεντσιώτες. Έτσι ο Αλή Πασάς συνέλαβε τους δώδεκα και αφού τους πήρε τα καλαμάρια, τους έκλεισε στη φυλακή στα  Γιάννενα  με σκοπό να τους έχει ομήρους, εκβιάζοντας τους υπόλοιπους Πικριβεντσιώτες να υπογράψουν για την πώληση του χωριού. Οι Πικριβεντσιώτες όμως ήταν ανένδοτοι και το σίγουρο ήταν πως ο Αλή Πασάς θα σκότωνε τους δώδεκα ομήρους που είχε. Όμως ένας από τους δώδεκα είχε και δεύτερο καλαμάρι κρυμμένο. Και μ’ αυτό έγραψε γράμμα στους χωριανούς και το έστειλε κρυφά, ζητώντας τους να υπογράψουν την πώληση του χωριού γιατί ο Αλή Πασάς σίγουρα θα τους σκότωνε. Έτσι μόνο πείστηκαν οι Πικριβεντσιώτες και υπέγραψαν την πώληση του χωριού. Από τότε έμεινε και το ρητό «Δώδεκα Πικριβεντσιώτες - δεκατρία καλαμάρια», που δείχνει την εξυπνάδα και προνοητικότητα των κατοίκων του χωριού. Επίσης από τότε τους βγήκε και το παρατσούκλι «Καλαμαράδες».

Μια παραλλαγή της ιστορίας αυτής, την οποία υποστηρίζει ο κ. Αθανάσιος Δόγκας και την οποία αποδέχονται και γνωρίζουν οι περισσότεροι χωριανοί, αναφέρει πως ο γερο-Δήμος (που η καταγωγή του ήταν από τη Βασιλική Τρικάλων) σαν Κοτσάμπασης του χωριού, υπέγραψε την πώληση του χωριού στον Αλή Πασά. Όταν οι χωριανοί το έμαθαν αυτό, άρχισαν να συγκεντρώνουν χρήματα με σκοπό να εξαγοράσουν το χωριό. Όταν κατάφεραν να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ποσό, έστειλαν δώδεκα χωριανούς στα Γιάννενα στον Αλή Πασά. Ο Αλή Πασάς όμως τους πήρε τα χρήματα και τους έριξε όλους φυλακή, αφού πρώτα τους πήρε τα καλαμάρια. Και θα τους σκότωνε αν με το δέκατο τρίτο καλαμάρι, που έχει κρυμμένο κάποιος απ’ όλους, δεν έστελναν γράμμα στους χωριανούς να τους ειδοποιήσουν για να τους ελευθερώσουν. Έτσι οι χωριανοί συγκέντρωσαν χρήματα και αφού παρακάλεσαν τον Αλή Πασά, οι δώδεκα απελευθερώθηκαν.

Μια άλλη παραλλαγή αναφέρει πως οι Πικριβεντσιώτες της Κων/πολης συγκέντρωσαν χρήματα για το σκοπό αυτό και παρακάλεσαν το Σουλτάνο να παρέμβει για την απελευθέρωση των δώδεκα συχωριανών τους. Ο κ. Γκαραβέλης, επιπλέον γράφει πως οι δώδεκα απελευθερώθηκαν με  πρωτοβουλία της Φιλικής Εταιρίας της οποίας ήταν μέλος ο αρχιγραμματέας του Αλή Πασά.

Πάντως το μόνο σίγουρο είναι πως το χωριό έμεινε στην κατοχή του Αλή Πασά (δηλαδή δεν ξαναγοράστηκε από τους χωριανούς), γιατί όπως θα αναφέρω αναλυτικά παρακάτω οι Πικριβεντσιώτες θα αναγκαστούν να αγοράσουν το χωριό από το Ελληνικό Δημόσιο (!) το έτος 1920. Επίσης σίγουρο είναι πως έκτοτε ο γερο – Δήμος αντιμετώπισε τη χλεύη, την αντιπάθεια και τις κατάρες των χωριανών. Κάτι που φαίνεται και από το τραγούδι :

Ο Ντελεδήμος το σκυλί

στη ρίζα μιας αμυγδαλιάς

βαριά αναστενάζει.

Ο Ντελεδήμος δεν ημπορεί

και πάει να πεθάνει

στης Νίτσας το λημέρι.

(Δ.Γκαραβέλης).

Όλες αυτές οι παραδόσεις που αναφέρθηκαν προηγούμενα μαρτυρούν πως οι Πικριβεντσιώτες αντιστάθηκαν στους Τουρκαλβανούς κατακτητές και προσπάθησαν να διατηρήσουν ανόθευτη τη θρησκεία, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα τους, καθώς και την αξιοπρέπεια τους.

Και στα επόμενα χρόνια μέχρι την απελευθέρωση της Μακεδονίας το  1912,  οι Πικριβεντσιώτες συνέχισαν τον αγώνα τους αυτόν ενάντια στους Τουρκαλβανούς και τους Βουλγάρους Κομιτατζήδες αργότερα.

Αυτό φαίνεται και από τον αγώνα εναντίον των Τούρκων που έκαναν οι Αμυγδαλιώτες παρακάτω:

1) Καπετάν Βασιλάκης

Πρέπει να έζησε περίπου από το 1750 –1800. Καταγόταν από την Πικριβενίτσα ή από τους Μαυραναίους. Ανεξάρτητα όμως από την καταγωγή πρέπει να έζησε στην Πικριβενίτσα και να έδρασε στην ευρύτερη περιοχή. Ήταν συνεργάτης του θρυλικού Κατσαντώνη και αποτελούσε το φόβο και τρόμο των Τούρκων της περιοχής. Γι’ αυτό οι Τούρκοι τον καταδίωκαν παντού, αλλά δεν μπορούσαν να τον πιάσουν. Για να τον τιμωρήσουν σκότωσαν πρώτα τα δυο του παιδιά, που κι αυτά πολεμούσαν μαζί του τους Τούρκους και στη συνέχεια τη γυναίκα του τη θρυλική καπετάνισσα «Νίτσα», απ’ την οποία πήρε πιθανότατα και το όνομά του το χωριό μας. Τελικά μετά από πάρα πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες οι Τούρκοι κατάφεραν με προδοσία να περικυκλώσουν τον Καπετάν Βασιλάκη με τα παλικάρια του στην τοποθεσία «Βίγλα». (Πριν τη μάχη στην τοποθεσία Βίγλα  οι  Τουρκαλβανοί  βασάνισαν τον Ιερέα του χωριού Αθανάσιο Τζήκα  για να προδώσει το μέρος που κρυβόταν  ο  καπετάν-Βασιλάκης, αλλά εκείνος δεν υπέκυψε). Στη μάχη που ακολούθησε νίκησαν οι Τούρκοι και σκοτώθηκε ο Καπετάν Βασιλάκης. Μάλιστα πρέπει να θάφτηκε εκεί στην ίδια τοποθεσία, γιατί όπως υποστηρίζει ο κ. Βασίλειος Βακουφτσής αργότερα βρήκαν εκεί τα οστά του.

 

2) Ο Γεώργιος Δήλμας του Δημητρίου  (Λάιος).

Φωτ.

(Σύμφωνα με τον Κων/νο Δήλμα, όρθιος τέταρτος από αριστερά στη φωτογραφία είναι ο Γεώργιος Δήλμας του Δημητρίου ή Λάιος)

Έζησε στα μέσα του 19ου αιώνα.  Ήταν βοσκός στο επάγγελμα. Είχε στρούγκα στην Αγία Βαρβάρα και μαντρί στη Χαρούμπα.

Σύμφωνα με μαρτυρίες ήταν ψυχοπαίδι (παραγιός) και συνεργάτης του Καπετάν-Αρκούδα από τη Σαμαρίνα και πολέμησε στο πλευρό του τους τούρκους κατακτητές. Μάλιστα, σύμφωνα με προφορική του Κων/νου Γ. Δήλμα, στη μάχη που έγινε στο Δίλοφο Ιωαννίνων στην οποία σκοτώθηκε ο Καπετάν Αρκούδας, ήταν και ο Γιώργος Δήλμας (Λάιος) και για να γλυτώσει κρύφτηκε μέσα στο "καρούτι" του νερόμυλου. Στην προσπάθειά του αυτή όμως τραυματίστηκε βαριά.  

Οι Τούρκοι τον κυνήγησαν και ένα βράδυ περικύκλωσαν το διώροφο σπίτι στο μαντρί του στη Χαρούμπα (σύνορα Αμυγδαλιές - Ροδιά). Έβαλαν  φωτιά  στο σπίτι, αλλά εκείνος κατάφερε να ξεφύγει πηδώντας από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου σ’ ένα δέντρο που ήταν δίπλα.

Επίσης σύμφωνα με μια προφορική μαρτυρία ο Λάιος κάποτε ενοχλήθηκε και προσβλήθηκε βάναυσα από έναν Αλβανό αγροφύλακα που τον έλεγαν Μέττο. Ο Λάιος δεν το ξέχασε και τον τιμώρησε. Έτσι του έστησε ενέδρα και αφού τον κυνήγησε, τον έπιασε, τον κρέμασε ανάποδα και τον έγδαρε ζωντανό δίπλα σε μια βρύση. Από τότε η βρύση πήρε το όνομα Μέττος και ονομάζεται έτσι μέχρι σήμερα.

Ο Γεώργιος Δήλμας (Λάιος) σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κων/νου Γ. Δήλμα υπήρξε και Μακεδονομάχος.

Είχε όμως άδοξο τέλος. Κάποτε του επιτέθηκε ένας λυσσασμένος λύκος. Ήταν όμως τέτοιο παλικάρι που κατάφερε να πνίξει το λύκο με τα χέρια  του. Όμως  ο λύκος δυστυχώς τον είχε δαγκώσει και έτσι λίγο αργότερα πέθανε σε ηλικία περίπου  35  ετών. Πρέπει να έζησε μεταξύ  1850 – 1900 περίπου. Πάντως μέχρι πρόσφατα υπήρχε το τεράστιο γιαταγάνι του με την ασημιά κεντημένη λαβή και το όπλο του τύπου «Μαρτίνι». 

Βέβαια  η ελληνική vikipedia (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9B%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82) αναφέρει ότι "Ο Γεώργιος Λεπιντάτος, αναλογιζόμενος την κατάσταση, αποφάσισε να επιχειρήσει έξοδο, κατά την οποία πυροβολήθηκε ο ψυχογιός του, Γεώργιος Δημητρίου Δήλμας από τις Αμυγδαλιές Γρεβενών. Τότε, ο καπετάν Αρκούδας τον πήρε στην πλάτη και προχώρησε προς παρακείμενο γεφύρι, αλλά στην πορεία ο Γεώργιος Δήλμας ξεψύχησε. Στη συνέχεια ο καπετάν Αρκούδας έδωσε να εντολή να χωριστούν οι άνδρες. Οι τρεις πήγαν προς τις πηγές του ποταμού, ενώ ο Γεώργιος Λεπιντάτος με άλλους δυο άνδρες προχώρησαν προς τη ροή του ρέματος. Το μέρος όμως ήταν ανοικτό και οι Τούρκοι τον πυροβόλησαν στο κεφάλι ενώ πλησίαζε προς το χωριό Κουκούλι, κοντά στο πέτρινο γεφύρι στην τοποθεσία Σκούρτη.[1][2]

Η σορός του Γεώργιου Λεπιντάτου, καθώς και του ψυχογιού του, Γεώργιου Δήλμα μεταφέρθηκε από τους Τούρκους στο Δίλοφο και στη συνέχεια στα Ιωάννινα. Τις παρέλαβε ο Μητροπολίτης και τάφηκαν στην αυλή της Αγίας Μαρίνας."

3) Ο Καπετάν-Τάτσιος  (Αναστάσιος Μητσιόπουλος 1872-1935).

Ήταν Κλέφτης και αργότερα Μακεδονομάχος, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων του χωριού  (μέχρι πρόσφατα υπήρχε και το γιαταγάνι του).

Λίγο έξω από το συνοικισμό της Αγίας Τριάδας σκότωσε έναν Τούρκο που τον έλεγαν Ντόκο. Από τότε η περιοχή ονομάζεται Ντόκος. Εκείνο το διάστημα ο Καπετάν- Τάτσιος  ήταν αγροφύλακας.

Το πιο μεγάλο του κατόρθωμα που καθόρισε και τη μετέπειτα ζωή του, ήταν το ότι άνοιξε την Κούλια  του χωριού. Έτσι όλοι οι χωριανοί μπήκαν μέσα και πήρε ο καθένας ότι έβρισκε από τα γεννήματα που είχαν συγκεντρώσει οι Τούρκοι εκεί από τους φόρους. Αν και ο ίδιος δεν πρόλαβε να πάρει τίποτε αντιμετώπισε όλη την οργή των Τούρκων. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό και να γίνει Κλέφτης.

Οι Τούρκοι μη μπορώντας να πιάσουν τον ίδιο, ξέσπασαν στη γυναίκα του, την οποία βασάνισαν και έκλεισαν φυλακή.

Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων ο Τάτσιος συμμετείχε και στον Μακεδονικό Αγώνα. Αλλά και μετά την απελευθέρωση συνέχισε να είναι ανυπότακτος και δημιουργούσε πρόβλημα στις αρχές. Στα γεγονότα του 1918 τάχτηκε με το μέρος των φιλοβασιλικών και πολέμησε ώστε με το γιαταγάνι του έσφαξε τρεις Μαροκινούς – Γάλλους (μαύρους) που πολεμούσαν στο πλευρό του Βενιζέλου.  (Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία οι Μαροκινοί – Γάλλοι που έσφαξε ήταν επτά). Μετά την επικράτηση των φιλο-Βενιζελικών επειδή οι αρχές δεν μπορούσαν να πιάσουν τον ίδιο ξέσπασαν στον Μιχάλη Ξάνθα (Πρόεδρο του χωριού), στον Γεώργιο  Ξάνθα   (Γούλα) και στον Χρήστο Παπαζήση (Τσαρκατζή). Τους βασάνισαν απάνθρωπα, για να μαρτυρήσουν πού κρυβόταν ο  Τάτσιος, αλλά εκείνοι δεν υπέκυψαν. Ήταν τόσο φρικτά τα βασανιστήρια (μέχρι και μέγγενη τους έκαναν), που για να τους σώσουν τη ζωή τους έβαλαν μετά οι δικοί τους μέσα σε τομάρια από πρόβατο (ιατρική μέθοδος της εποχής). Δεν έφτανε όμως αυτό, ήθελαν και να τους εξορίσουν.

Ο Τάτσιος μόλις τα έμαθε αυτό αποφάσισε να παραδοθεί. Έτσι και έγινε. Παραδόθηκε στην αστυνομία των Γρεβενών  (φοβόταν πως αν πήγαινα στην αστυνομία του Αγίου Γεωργίου, θα τον σκότωναν) και αυτοί με τη σειρά τους τον μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη για να τον κλείσουν στις φυλακές του Γεντί-Κουλέ, άγνωστο για πόσο χρόνο. (Πληροφορίες  κ.  Βασιλείου Ξάνθα).

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί εδώ είναι πως η Πολιτεία αντί να αναγνωρίσει και επιβραβεύσει τους αγώνες του Καπετάν-Τάτσιου, τον τιμώρησε φυλακίζοντας τον. Δεν γράφηκε ούτε καν στην επετηρίδα των Μακεδονομάχων.

4) Ο Καπετάν-Χορμόβας (Βασίλειος Γκίλιας 1880-1950)

Φωτ.

O Βασίλειος Γκίλιας, σύμφωνα με πληροφορίες των απογόνων του, από μικρός βγήκε στο βουνό (18 χρονών περίπου) και εντάχθηκε σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία στην ομάδα του Παύλου Μελά, με το ψευδώνυμο Χορμόβας. Συμμετείχε σε αρκετές μάχες εναντίον των Κομιτατζήδων στην περιοχή Καστοριά – Λεχόβου. Μετά όμως από έρευνα και από τη μελέτη των στοιχείων που αναγράφονται στο πίσω μέρος της παρακάτω φωτογραφίας, αλλά και των στοιχείων που δημοσίευσε ο Χρήστος Δ. Βήττος σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» και των στοιχείων που παραθέτει ο Αθανάσιος Γ. Κακαφίκας «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ»), συμπεραίνω ότι:

Φωτ.

(Μακεδονομάχοι. Ο Βασίλειος Γκίλιας είναι τέταρτος από δεξιά, με το σταυρό. Πίσω από τη φωτογραφία είναι γραμμένα τέσσερα ονόματα μεταξύ των οποίων του Βασίλειου Γκίλια και του Νικόλαου Τσολάκη)

Με βάση αυτή τη φωτογραφία και αν πράγματι ο Βασίλης Γκίλιας ανήκε στην ομάδα του Καπετάν – Νικόλαου Τσολάκη, τότε θα πρέπει να πήρε μέρος στις μάχες του Ρακόβου, στις μάχες που έγιναν στα χωριά Γραδένιστα και Γράδο εναντίον του κομιτατζή Ναούμ, στη μάχη στο χωριό Βατιχώρι (Μπρένιστα) όπου διέλυσαν τη συμμορία του Μήτρου Βλάχου. (Αθανασίου Γ. Κακαφίκα «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣΓΡΕΒΕΝΩΝ»)

Σε μία μάλιστα απ’ αυτές  τις μάχες καθώς έσκυψε να δει έναν νεκρό συμπολεμιστή του, του έπεσε η ταυτότητα.  Το αποτέλεσμα ήταν βλέποντας πάνω στο νεκρό την ταυτότητά του, να δηλώσουν εκείνον για νεκρό. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα και έφτασε στο χωριό και στους δικούς του. Έτσι του έκαναν κηδεία και αργότερα και μνημόσυνο. 

Φωτ.

( Μακεδονομάχοι. Ο Βασίλειος Γκίλιας είναι όρθιος δεύτερος από δεξιά, ενώ σύμφωνα με μαρτυρία του Κων/νου Δήλμα, όρθιος τέταρτος από αριστερά είναι ο Δήλμας Γώργιος ή «Λάιος»)

 

Μετά από λίγες μέρες ο Βασίλης Γκίλιας με την ομάδα του ήρθε στο χωριό για να πάρει τρόφιμα. Αφού ενημέρωσε τους δικούς του ότι είναι ζωντανός, πήγε στον Πρόεδρο του χωριού Γούλα Κιούρκα  για να πάρει τρόφιμα και τον ρώτησε «αν έχουν κάποιον στο βουνό να πολεμάει τους Κομιτατζήδες», (ο Πρόεδρος δεν τον γνώρισε μετά από τόσα χρόνια που έλειπε, εξάλλου ήξερε πως είχε σκοτωθεί). «Έχουμε και εμείς ένα χαμένο κορμί»,απάντησε ο  Πρόεδρος. «Αν τον δεις τον γνωρίζεις;» ξαναρώτησε ο Γκίλιας. «Πώς δεν τον γνωρίζω»,είπε ο Πρόεδρος. Και τότε ο Βασίλειος Γκίλιας του είπε ότι είναι εκείνος. Όταν κατάλαβε ο Πρόεδρος ότι είχε μπροστά του το Βασίλειο Γκίλια, από το φόβο του, λέγεται ότι έπαθε συγκοπή και πέθανε. 

Μετά την απελευθέρωση η Πολιτεία αναγνώρισε την προσφορά του και τον βράβευσε στις  13-07-1933 απονέμοντας του το Μετάλλιο του Μακεδονικού Αγώνα. Επίσης ανεγράφη και στην Επετηρίδα των Μακεδονομάχων με  α/α 154.

 Όμως παρ’ ότι αναγνωρίστηκε σαν Μακεδονομάχος, εντούτοις για άγνωστους λόγους δεν αναφέρεται πουθενά σ’  όλα τα βιβλία που έχουν γραφεί για τον Μακεδονικό Αγώνα στην περιφέρεια του Νομού Γρεβενών και που έχω διαβάσει. Είναι πιστεύω αυτή μια αδικία που πρέπει να διορθωθεί. 

Στην εφημερίδα «ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» την Παρασκευή 18 Ιουλίου 2004, σε άρθρο του ο κ. Χρήστος Δ. Βήττος με τίτλο: «ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ: ΤΑ ΓΡΕΒΕΝΑ ΥΠΟ ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ», γράφει:

Από τα βουνά που βρίσκονταν, απαντώντας σε ανακοινωθέν του Πρακτορείου «Ραδιό» της Θεσσαλονίκης, το οποίο δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες της εποχής, αναφέρουν λακωνικά και με σαφήνεια, όσα υπέστησαν, ως εξής:

«Με μεγάλην μας έκπληξιν ανεγνώσαμεν εις τας εφημερίδας, το ανακοινωθέν του «Ραδιό» το διαψεύδον ότι οι Γάλλοι προβαίνουσιν εις βιαιοπραγίας εν τη ουδετέρα ζώνη των Ελλήνων.

Καταγόμεθα εκ χωρίων υπαχθέντων εν τη ζώνη ταύτην και καταφύγωμεν εις τα Μακεδονικά βουνά φρικτώντες προ των παντός είδους αποτροπαίων εγκλημάτων των διαπραχθέντων κατά μικρών παιδιών, γερόντων και ιδία γυναικών.

Του ενός εξ ημών τη θυγατέρα ήρπασεν ο Γάλλος διοικητής Γρεβενών κ. Χούγη και την κατέστησεν παλλακίδα του, ως άλλος Αλή Πασάς. Του Βασιλείου Γκίλια συνελήφθη  η σύζυγος και κρατείται ακόμη στας φυλακάς, η οικία του δε διηρπάγη και ηρημώθη. Του Ευαγγέλου Ντόνα εκ Βαντσικού  η γυνή εδάρη τόσον υπό των ευγενών «προστατών», ώστε εξέπνευσε. Του Στυλιανού Γκούμα, του Αναστασίου Παναγιώτου,  του Αλέξανδρου Νταϊνά, του Μήτρου Λιάκουρη αι οικογένειαι εβασανίσθησαν, δι’ όσων φοβερών βασάνων δύναται ανθρώπινος νους να φαντασθή.

Ητιμάσθησαν, εδάρησαν, εφυλακίσθησαν, τινές δε κατορθώσασαι να διαφύγουσι πλανώνται απέλπιδες εις τα όρη.

Αυτά όλα ημπορεί να μας τα διαψεύση το νεκραναστηθέν Ραδιό;

Εις ημάς τους κακοποιηθέντας και συγγενείς των βιασθεισών γυναικών, απωλέσαντας παν ό,τι είχομεν, δεν απομένει άλλο ή η εκδίκησις. Δι’ αυτήν εις ουδένα έχομεν να δώσωμεν λόγον, εθεωρήσαμεν όμως καθήκον μας να προβώμεν εις την δήλωσιν ταύτην όπως αποστομόσωμεν τας διαψεύσεις των προδοτών της πατρίδος.

Από τα βουνά της Μακεδονίας

Ευάγγελος Ντονόπουλος εκ Βαντσικού

Στυλιανός Λαγκούσης εκ Στηζιαχίου

Βασίλειος Γκίλιας εκ Πικριβενίτσας

Μάρκος Μαρκόπουλος εκ Κοντσικιώτι

Αναστάσιος Παναγιώτου εκ Πικριβενίτσης»

 

Τέλος κάποιος Πικριβιντσιώτης που λεγόταν Τρίλιας (ή μήπως Τούλιας;) με τους άντρες του (μπράτμοι), σκότωσαν όλους τους άντρες της Τούρκικης φρουράς λίγο έξω από το χωριό και στη συνέχεια βγήκαν στο βουνό κλέφτες. Πιο συγκεκριμένα ο Τρίλιας παντρευόταν και καθώς επέστρεφε από το Ελεύθερο απ’ όπου καταγόταν η νύφη, λίγο έξω από το χωριό τους σταμάτησαν οι Τούρκοι και τους ζήτησαν να τους προσκυνήσουν. Ο Τρίλιας όμως με τα «μπρατίμια» του, επιτέθηκαν στους Τούρκους, τους έσφαξαν και τους    έθαψαν στο σημείο που έγινε η μάχη και η περιοχή από τότε μέχρι και σήμερα ονομάζεται «Τουρκομνήματα».

 

 

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το  1912  η ζωή των κατοίκων του χωριού άρχισε να καλυτερεύει. Όλοι οι κάτοικοι αφοσιώθηκαν στις δουλειές τους. Όπως φαίνεται από τον Εκλογικό Κατάλογο του  1914, οι περισσότεροι Πικριβεντσιώτες ήταν στο επάγγελμά τους γεωργοί, κτίστες (περίφημοι πετράδες), εργάτες οικοδομών και βοσκοί. Μερικοί κάτοικοι του χωριού εκείνο το χρονικό διάστημα έφυγαν και πήγαν για να εργαστούνε στην Κωνσταντινούπολη.

 

 

ΑΛΛΑΓΗ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Το 1918 με το  Β.Δ. 19-12-1918, αλλάζει η ονομασία του χωριού και από Πικριβενίτσα γίνεται Αμυγδαλέαι (Αμυγδαλιές).

Φωτ.

(Αντίγραφο των Φ.Ε.Κ. της μετονομασίας του χωριού)

Όνομα που προφανώς δόθηκε από τις πολλές αμυγδαλιές που είχε τότε το χωριό. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα.  Η γη τους που πουλήθηκε από το γερο-Δήμο στον Αλή Πασά και που αγωνίστηκαν να την ελευθερώσουν, πέρασε από χέρια του Τούρκικου Δημοσίου, στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες  των  χωριανών το Κράτος ήταν ανένδοτο. Οι Αμυγδαλιώτες έπρεπε να αγοράσουν τη γη τους αυτή τη φορά από το Ελληνικό Δημόσιο.

Έτσι λοιπόν έφτιαξαν συνεταιρισμό, εξέλεξαν  4  αντιπροσώπους τους: 1)Χριστόδουλος Γ. Καραλιόλιος, 2]  Γεώργιος Ξάθης  (Ξάνθας), 3] Στέργιος Παπαθανασίου και 4] Κωνσταντίνος  Γ. Ζουμπούλης (Ζεμπίλης;), οι οποίοι έπρεπε να μεταβούν στην Κοζάνη να υπογράψουν το συμβόλαιο αγοράς του Ιμλιακίου (=δημόσια έκταση) Πικριβενίστας. Το συμβόλαιο προέβλεπε να πληρώσουν (90.000) δρχ. για την εξαγορά του Ιμλιακίου, δίνοντας  (30.000) δρχ. προκαταβολή και τα υπόλοιπα σε πέντε δόσεις των (12.000) δρχ. τα έτη 1912,  1922,  1923,  1924,  και 1925. Το έτος  1934 διαμορφώθηκε ο κατάλογος των μπασταινούχων  (=αυτών που είχαν τη νομή και κατοχή) .

Στη Μικρασιατικό πόλεμο συμμετείχαν 21 Αμυγδαλιώτες που πολέμησαν με θάρρος και αυτοθυσία. Απ’  αυτούς σκοτώθηκαν έξι και τραυματίστηκαν τρεις, οι παρακάτω :

Βακουφτσής Θωμάς, σκοτώθηκε κάπου στη Μικρά Ασία.

Γελαδάρας Βάϊος.

Γελαδάρας Βασίλειος, σκοτώθηκε στη Σαμψούντα της Μ. Α.

Γελαδάρας Δημήτριος (αδερφός του Βασιλείου), σκοτώθηκε στη Σαμψούντα της Μ.Α.

Γιαννούλας Θωμάς.

Δεινόπαπας Βελησάριος.

Δεινόπαπας Δημήτριος, τραυματίστηκε.

Δεινόπαπας Παναγιώτης (Λοχίας),τραυματίστηκε.

Καρέτσας Γεώργιος.

Λιάκας Ευθύμιος.

Λιάμπας Γεώργιος.

Λιάμπας  Ευθύμιος  (αδερφός του  Γεωργίου,  Λοχίας)

Λιάμπας  Θωμάς, σκοτώθηκε στη  Μ.Α.

Παπαλιούρας  Γεώργιος, τραυματίστηκε

Παπατζήκας  Αριστείδης

Σκάκας Ηλίας.

Σίνης Μανθέας

Σκέντος Χρήστος.

Στεργιόπουλος Αθανάσιος, σκοτώθηκε στη Μ.Α

Τάρης Αθανάσιος (σύμφωνα με πληροφορία του Τάρη Ευθύμιου)

Τζιούτζιας Αχιλλέας, σκοτώθηκε στη Μ.Α.

Τσιάμας Ευθύμιος

     (Στοιχεία από τον κ. Μιχάλη Γελαδάρα)

Μετά τη Μικρασιατικά καταστροφή, στα επόμενα χρόνια, οι Αμυγδαλιές αναπτύχθηκαν περισσότερο και οικονομικά και πληθυσμιακά. Σ’ αυτό το διάστημα χτίστηκαν στο χωριό πολλά μεγάλα διώροφα ή και τριώροφα πέτρινα σπίτια, από χτίστες του χωριού, που ήταν περίφημοι περιζήτητοι τεχνίτες ειδικά στο σκάλισμα της πέτρας. Πολλά από τα χρήματα για το χτίσιμο αυτών των σπιτιών τα έφερναν οι Αμυγδαλιώτες που είχαν μεταναστεύσει στην Κωνσταντινούπολη και Θεσσαλονίκη όπου εργάζονταν.

Φωτ.

(Αμυγδαλιώτες στην Κωνσταντινούπολη)

Αυτή την ανάπτυξη όμως και την ευημερία θα τη σταματήσει ο  Β’  Παγκόσμιος  Πόλεμος. Στις  28 Οκτωβρίου  1940 οι Αμυγδαλιώτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις δουλειές τους και να πάνε να πολεμήσουν τους κατακτητές. Πολέμησαν ηρωικά και τέσσερις απ’ αυτούς σκοτώθηκαν, οι:

1) Κων/νος Κουταλής του Χρήστου, (ορεινό χειρουργείο Ζερβάσκας 11-01-1941)

2) Νικόλαος Λιάκας του Αντρέα, (Λεσκοβίκι 4-12-1940)

3) Σταύρος Παπαζήσης του Σωτηρίου, (Αμυγδαλιές 01-08-1941) και

4) Μιχαήλ Παπαθανασίου του Στεργίου, (χάθηκε στο Δισπηλιό Καστοριάς).

Φωτ.

(Αμυγδαλιώτες στρατιώτες το 1940)

 

Μετά την ήττα των Ελληνικών δυνάμεων από τους Γερμανούς, ακολούθησε η τριπλή κατοχή της πατρίδας μας από Ιταλούς, Γερμανούς και Βουλγάρους. Η περιοχή των Γρεβενών ήταν υπό την ευθύνη των Ιταλών κατακτητών. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα Ιταλοί στρατιώτες εγκαταστάθηκαν και στο χωριό μας.

Οι  Αμυγδαλιώτες δεν άντεχαν να έχουν τους Ιταλούς κατακτητές πάνω από το κεφάλι τους και να τους καταπιέζουν. Συχνές ήταν οι αντιδικίες και τα επεισόδια μαζί τους. Γι’ αυτό από τότε που ιδρύθηκαν οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις πολλοί χωριανοί πήραν ενεργό μέρος σ’ αυτές.

Στην οργάνωση του ΕΑΜ Αμυγδαλεών  συμμετείχαν οι:

Κουταλής Ιωάννης, υπεύθυνος του ΕΑΜ.

Μπαμπανάτσας Ζήσης, Γραμματέας της ΚΟΒ του ΚΚΕ.

Δεινόπαπας Παναγιώτης, Φρούραρχος.

Γελαδάρα Ουρανία, Επιτροπή Αλληλεγγύης.

Δεινόπαπα Κλεοπάτρα, Επιτροπή Αλληλεγγύης.

Κούτσικα Όλγα του Θεοχάρη, Επιτροπή Αλληλεγγύης.

Λιάκα Σοφία, Επιτροπή Αλληλεγγύης.

Σίνη Ευδοξία του Αχιλλέα, Επιτροπή Αλληλεγγύης.

Γελαδάρας Ευθύμιος, Επιμελητεία Τροφοδοσίας Ανταρτών.

Καρέτσα Δέσπω, Επιμελητεία Τροφοδοσίας Ανταρτών.

Καρέτσας Γεώργιος, Επιμελητεία Τροφοδοσίας Ανταρτών.

Μπαμπανάτσας Ανδρέας, Επιμελητεία Τροφοδοσίας Ανταρτών.

Σίνης Ιωάννης, Επιμελητεία Τροφοδοσίας Ανταρτών.

Γελαδάρας Κων/νος, Μέλος Λαϊκού Δικαστηρίου.

Παπαζήσης Ιωάννης, Μέλος Λαϊκού Δικαστηρίου.

Παπαζήσης Χρήστος, Μέλος Λαϊκού Δικαστηρίου.

Παπαλιούρας Γεώργιος, Μέλος Λαϊκού Δικαστηρίου.

Παπαζήκα Όλγα, Μέλος Λαϊκού Δικαστηρίου.

Πατσιαρίκας Γρηγόριος, Μέλος Λαϊκού Δικαστηρίου.

Δεινόπαπας Γεώργιος, Γραμματέας ΕΠΟΝ.

(Στοιχεία Μιχάλη Γελαδάρα και ΠΕΑΕΑ Ν. Γρεβενών).

(Δεν υπάρχουν στοιχεία για ύπαρξη άλλης αντιστασιακής οργάνωσης).

                  

  Στον ΕΛΑΣ συμμετείχαν οι:

Γελαδάρας Μιχαήλ.

Γκέκας Νικόλαος.

Δεινόπαπας Γεώργιος.

Δεινόπαπας Κων/νος.

Δήμου Χριστόφορος.

Ζεμπίλης Βασίλειος του Ανδρέα.

Ζεμπίλης Βασίλειος του Θεοχάρη.

Ζεμπίλης Στέργιος του Θεοχάρη.

Καραλιόλιος Γρηγόριος.

Καρέτσος Αγαθάγγελος.

Καρέτσος Αθανάσιος.

Καρέτσος Δημήτριος.

Καρέτσος Ιωάννης.

Κιούρκας Αθανάσιος.

Κουταλής Κων/νος.

Λιάκας Βασίλειος.

Λιάκας Ευάγγελος.

Λιάμπας Θωμάς.

Ντάλλας Νικόλαος.

Ντινόπαπας Νικόλαος.

Ντινόπαπας Στέργιος.

Παλούκας Δημήτριος.

Παπαευθυμίου Φώτιος.

Παπαζήσης Βασίλειος.

Παπαζήσης Χρήστος.

Παπατζήκας Ανδρέας.

Ρότσικας Ανδρέας.

Ρότσικας Κων/νος.

Σίνης Αχιλλέας.

Σίνης Κων/νος.

Τσιάμας Σαράντης.

     (Στοιχεία κ. Μιχαήλ Γελαδάρα και ΠΕΑΕΑ  Ν Γρεβενών).

Ήταν τόσο μεγάλη η αντιστασιακή δράση στην ευρύτερη περιοχή του Ν. Γρεβενών, που δεν άργησε να ‘ρθει η ώρα της λευτεριάς. Έτσι στις 25 Mαρτίου 1943 οι αντάρτικες δυνάμεις παρέλασαν στα ελεύθερα Γρεβενά. Για να γίνει όμως αυτό χρειάστηκε ο αγώνας των δυνάμεων της αντίστασης, που γινόταν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Και φυσικά αγώνας χωρίς θυσίες δεν υπάρχει. Έτσι και σ’ αυτόν τον αντιφασιστικό αγώνα οι Αμυγδαλιώτες  πότισαν με το αίμα τους τη γη που ήθελαν να ελευθερώσουν.

Σ’ αυτόν τον αγώνα έδωσαν τη ζωή τους 5 Αμυγδαλιώτες μαχητές του ΕΛΛΑΣ οι:

1) Βασίλειος Ζεμπίλης του Θεοχάρη. Σκοτώθηκε στις 5-5-1943 στην Ανθούσα Βοΐου (στη θέση Προφήτης Ηλίας) σε μάχη κατά των Γερμανών. Ήταν Λοχίας του ΕΛΑΣ.

2) Κων/νος Κουταλής του Ιωάννη. Σκοτώθηκε  στο  Σούρμαβο  Πτολεμαΐδας από Γερμανοτσολιάδες (΄Ελληνες  συνεργάτες  των  Γερμανών). Ήταν  Λοχίας  του ΕΛΑΣ.

3) Θωμάς Λιάμπας   του Στεργίου, σκοτώθηκε τον Ιούλιο του 1944 στο Τσοτύλι σε μάχη κατά των Γερμανών.

4) Θωμάς Λιάμπας του Σωτηρίου. Σκοτώθηκε σε ενέδρα των Γερμανών στον ποταμό Αλιάκμονα (στο Βόιο).

5) Νικόλαος Ντάλας του Θωμά. Σκοτώθηκε το 1944 στην Αραβησσό του νομού Πέλλας

  Την απελευθέρωση των Γρεβενών και γενικά τη δράση των αντιστασιακών δυνάμεων, θα θελήσουν να εκδικηθούν λίγο αργότερα οι Γερμανοί κατακτητές μαζί με τους Έλληνες συνεργάτες τους (Παοτζήδες) του Μιχάλαγα. Έτσι τον Ιούλιο του 1944 καταφθάνουν με ισχυρές δυνάμεις στο Νομό Γρεβενών και παραδίνουν στις φλόγες και την καταστροφή ότι βρίσκουν μπροστά τους. (Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «Steinadler = Σταυραετός») ∆ιοικητής των στρατευµάτων του 8ου Συντάγµατος SS, που αποτελούσαν την Οµάδα «Ανατολή», ήταν ο Αντισυνταγµατάρχης Χέλµουτ Ντέρνερ. Η προέλαση της οµάδας αυτής προς τα Γρεβενά, όπως άλλωστε συνέβη και µε τα στρατεύµατα των άλλων τριών οµάδων, συνοδεύτηκε από πυρπολήσεις χωριών και εκτελέσεις αµάχων.

  Την Πέμπτη 7 Ιουλίου 1944 ξημερώνει μια «μαύρη» μέρα για το χωριό μας. Οι Γερμανοί καταφθάνουν στο σχεδόν έρημο από κατοίκους χωριό και αμέσως αρχίζουν να καίνε σπίτια και αποθήκες. Κάψανε τα περισσότερα σπίτια και αποθήκες του χωριού και μαζί το Σχολείο και το Κοινοτικό Κατάστημα. Σύμφωνα με κάποιες προφορικές μαρτυρίες, μόνο δέκα περίπου σπίτια του χωριού δεν κάηκαν και να σημειώσουμε επίσης ότι τα σπίτια που κάηκαν, αλλά και αυτά που δεν κάηκαν, είχαν πολύ καλύτερη δόμηση και αρχιτεκτονική, από αυτά που χτίστηκαν μετά και που θυμόμαστε οι μεγαλύτεροι και που γκρεμίστηκαν μετά το σεισμό του 1995.  Μαζί κάψανε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους και τρεις χωριανούς, τους:

1)            Αικατερίνη σύζυγος Ζήση Ευθυμίου Ζεμπίλη 6/7/44 και ώρα 12.00,

2)            Ευδοκία σύζυγος Ανδρέα Λιάκα 7/7/44 και ώρα 11.00

3)            Πέτρος Νικολάου  Λιάκας 7/7/44 και ώρα 11.00 (ήταν παράλυτος)

 Λίγο έξω από το χωριό σκότωσαν και τους:

1)            Μαρία σύζυγος Ηλία Λιάκα (Παλιοκκλήσι 7/7/44),

2)            Βασιλική χήρα Παναγιώτη Δροβατζήκα (Τσιπουκαρά 7/7/44 και ώρα 11.00),

3)            Δημήτριος Μπαχτσεβάνος 11/7/44 και ώρα 12.00,

4)            Κυριάκος Οικονόμου 18/7/44,

5)            Στεριανή χήρα Αθανασίου Σαμαρά 7/7/44 και ώρα 11.00.

(Στοιχεία από Μιχαήλ Γελαδάρα, ΠΕΑΕΑ Γρεβενών,  Γενικά Αρχεία του Κράτους Ν. Κοζάνης και Ληξιαρχείο Δήμου Γρεβενών)

Εδώ μπορείτε να δείτε τις 7 από τις 8 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου.

Όμως η ώρα της λευτεριάς ήταν κοντά. Λίγους μήνες αργότερα η Ελλάδα θα ελευθερωνόταν από τους κατακτητές. Δεν θα προλάβει όμως να χαρεί, γιατί αμέσως ξεσπάει ο φοβερός Εμφύλιος Πόλεμος.  Πολλοί Αμυγδαλιώτες πήραν μέρος σ’ αυτόν τον πόλεμο και από τις δύο μεριές.

 

Φωτ.

( Χωριανοί μας που συμμετείχαν στις Μ.Α.Υ.)

Με την Ελληνική Χωροφυλακή και τους ΜΑΥ (Μονάδες Αμύνης Υπαίθρου), πολέμησαν οι:

Γκάρας Κων/νος, ΜΑΥ.

Δεινόπαπας Φώτιος, ΜΑΥ.

Δήλμας  Γρηγόριος, ΜΑΥ.

Δροβατζήκας Νικόλαος, Χωροφύλακας

Ζεμπίλης Ιωάννης, ΜΑΥ.

Καραγιάννης Νικόλαος, ΜΑΥ.

Καραλιόλιος Ιωάννης, Χωροφύλακας

Καραλιόλιος Νικόλαος, Χωροφύλακας

Καρέτσας Ευθύμιος, ΜΑΥ.

Κριθαριώτης Θωμάς, ΜΑΥ.

Μητσιόπουλος Δημήτριος, ΜΑΥ.

Ντάλλας Κων/νος, ΜΑΥ.

Ντινόπαπας Στέργιος, ΜΑΥ.

Ξάνθας Παναγιώτης, ΜΑΥ.

Παπαζήσης Ιωάννης, ΜΑΥ.

Παπαλιούρας Νικόλαος, ΜΑΥ.

Σίνης Κων/νος, ΜΑΥ.

Σκάκας Σωκράτης, Χωροφύλακας

Τούλιας Χρήστος, ΜΑΥ.

Τσούπας Γεώργιος, ΜΑΥ

  Επίσης και οι παρακάτω, που σκοτώθηκαν στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου:

Ασπροκαμπίτης Γρηγόριος του Νικολάου. Ήταν χωροφύλακας και σκοτώθηκε στη Ροδιά.

Γάτος Αθανάσιος. Ήταν ΜΑΥ και σκοτώθηκε στη θέση Ροδιώτικο.

Δροβατζήκας Δημήτριος του Νικολάου. Ήταν ΜΑΥ και σκοτώθηκε στο Σειρήνι.

Ζεμπίλης Ευθύμιος του Ζήση. Ήταν ΜΑΥ και σκοτώθηκε στη θέση Παναγιά.

Κιούρκας Στέργιος του Ευαγγέλου. Ήταν στρατιώτης και σκοτώθηκε στην Κοζάνη.

Κιούρκας Βασίλειος του Ευαγγέλου. Ήταν ΜΑΥ και σκοτώθηκε στην Αγία Τριάδα, 11-12-1948.

Λιάκας Θωμάς του Φωτίου. Ήταν στρατιώτης και σκοτώθηκε στο Κιλκίς.

Λιάκας Σαράντης του Ζήση. Ήταν ΜΑΥ και σκοτώθηκε στον Άγιο Γεώργιο από νάρκη.

Μπουρέλλας Αθανάσιος του Χρήστου. Ήταν στρατιώτης και σκοτώθηκε στα Τρίκαλα.

Παπαζήσης Δημήτριος του Νικολάου. Ήταν ΜΑΥ και σκοτώθηκε μαζί με τον Ζεμπίλη Ευθύμιο.

Τάρης Μανθέας του Ευθυμίου. Ήταν στρατιώτης και σκοτώθηκε στη Δεσκάτη.

Τούλιας Ηλίας του Βασιλείου. Ήταν ΜΑΥ και σκοτώθηκε στη θέση Εφτά Λάκκοι από βομβαρδισμό Εγγλέζικων αεροπλάνων.

Στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) συμμετείχαν οι:

Δεινόπαπα Βικτώρια (σύζυγος του Βασιλείου Δεινόπαπα).

Δεινόπαπα Βασιλική του Γρηγορίου.

Δεινόπαπα Ελισσάβετ του Γρηγορίου.

Δεινόπαπα Ζήσω του Δημητρίου.

Δεινόπαπας Βασίλειος του Γρηγορίου.

Δεινόπαπας Γεώργιος του Δημητρίου.

Δεινόπαπας Στέργιος, Λοχαγός ΔΣΕ.

Ζεμπίλης Ιωάννης του Θεοχάρη.

Ζεμπίλης Στέργιος του Θεοχάρη.

Καραγιάννη Ελευθερία.

Καραλιόλιος Μιχαήλ.

Καρέτσα Βασιλική του Αθανασίου.

Καρέτσα Ελπινίκη του Δημητρίου.

Καρέτσας Βασίλειος του Δημητρίου.

Καρέτσας Ιωάννης του Δημητρίου.

Καρέτσας Λάμπρος του Αθανασίου.

Κιούρκα Θεοπίστη.

Λιάμπα Δήμητρα.

Λιάμπας Ανδρέας.

Μπαμπανάτσας Αθανάσιος.

Μπαμπανάτσας Ευθύμιος.

Καραλιόλιου -Τζιώρτζογλου Κατίνα.

Επίσης και οι είκοσι ένας (22) νεκροί του ΔΣΕ οι:

Γελαδάρας Φώτιος του Βάιου. Σκοτώθηκε στα Ισιώματα Πηγαδίτσας.

Γκάρας Γεώργιος του Ανδρέα.

Δεινόπαπας Γρηγόριος του Βασιλείου.

Δεινόπαπας Δημήτριος του Βασιλείου. Σκοτώθηκε στα Αηδόνια.

Δεινόπαπας Περικλής (του Δημητρίου).

Δεινόπαπας Σπύρος του Δημητρίου.

Ζεμπίλης Αθανάσιος του Θεοχάρη. Σκοτώθηκε στη Δεσκάτη.

Ζεμπίλης Αντώνιος του Θεοχάρη. Σκοτώθηκε στο Δίστρατο Ιωαννίνων.

Ζεμπίλης Βάιος του Ανδρέα.

Ζεμπίλης Θωμάς του Θεοχάρη. Πέθανε από τις κακουχίες στο Πευκόφυτο Γράμμου.

Ζεμπίλης Στέργιος του Ανδρέα.

Καραγιάννης Κων/νος του Ευαγγέλου. Σκοτώθηκε το έτος 1947.

Καραλιόλιου Θεοδώρα σύζυγος Πέτρου. Ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου το 1947 από τους παρακρατικούς Βαζουραίους.

Καρέτσας Αθανάσιος του Λάμπρου. Το Μάη 1947 εκτελέστηκε μετά από απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου Κοζάνης.

Καρέτσας Δημήτριος του Ευθυμίου. Πέθανε από τις κακουχίες στο Γράμμο.

Λιάμπας Μιλτιάδης του Γεωργίου. Σκοτώθηκε στην τοποθεσία Μουργκάνη Ιωαννίνων.

Μπαμπανάτσας Αθανάσιος του Ιωάννη. Σκοτώθηκε στο Μπούρινο Κοζάνης.

Ντινόπαπας Δημήτριος του Νικολάου.

Ντινόπαπας Νικόλαος του Ευθυμίου. Σκοτώθηκε το1947 στο Γράμμο.

Σίνης Βάιος του Ανδρέα.

Τσιάμας Στέργιος του Κοσμά.

(Όλα τα στοιχεία είναι του Μ. Γελαδάρα και της ΠΕΑΕΑ Ν. Γρεβενών).

Στα χρόνια του εμφύλιου το χωριό έπαθε μεγάλες καταστροφές. Για ένα μεγάλο διάστημα οι κάτοικοί του το εγκατέλειψαν και άλλοι έφυγαν στο βουνό με τις δυνάμεις του Δ.Σ.Ε και οι υπόλοιποι πήγαν στα Γρεβενά. Το διάστημα αυτό το πυροβολικό του στρατού τις περισσότερες φορές και μερικές φορές η αεροπορία, βομβάρδισαν το χωριό γκρεμίζοντας πολλά σπίτια. Ιδιαίτερα βομβαρδίστηκαν οι θέσεις του Δ.Σ.Ε. στο Κουτσόραχο και την γύρω περιοχή.

Οι κάτοικοι του χωριού που στα χρόνια του εμφυλίου κατοικούσαν στα Γρεβενά, μόλις τελείωσε ο Εμφύλιος, επέστρεψαν στο χωριό. Το ίδιο έκανα και όσοι (λίγοι) από τους μαχητές του Δ.Σ.Ε που δεν πήραν το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς. Με την επιστροφή τους αμέσως έπρεπε να φτιάξουν τα σπίτια τους που είχαν κάψει οι Γερμανοί. Και αυτό έκαναν. Τα ξανάχτισαν. Ο χρόνος όμως τους πίεζε, έπρεπε ως το χειμώνα να βάλουν και τα κεραμίδια.

Φωτ.

(Φωτογραφία από το χτίσιμο του σπιτιού του κ. Γάτου)

Έτσι λοιπόν τα σπίτια που φτιάχνουν τώρα είναι σπίτια ανάγκης, δεν έχουν καμία σχέση με τα μεγαλοπρεπή σπίτια του μεσοπολέμου που είχαν κάψει οι Γερμανοί. Τα σπίτια τους τώρα είναι μικρά. Ένα ημιυπόγειο, επειδή το έδαφος είναι επικλινές, και ένας όροφος που αποτελούνταν από δυο δωμάτια (νοντάδες) και μια σάλα. Οι διαστάσεις του σπιτιού ήταν 4,50 μέτρα Χ 11 μέτρα περίπου. Το δε ύψος του ημιυπόγειου 1,80 μέτρα περίπου και του ορόφου γύρω στα 2,20 μέτρα.

Οι τοίχοι ήταν πέτρινοι και το συνδετικό υλικό  λάσπη από χώμα. Στις γωνίες ήταν τα πελεκημένα αγκωνάρια (από τα παλιά καμένα σπίτια) και οι υπόλοιποι τοίχοι από ακανόνιστες απελέκητες πέτρες. Ο τοίχος χτιζόταν διπλός, μέσα έξω πέτρες και στη μέση το γέμιζαν με μικρές πέτρες (μόλια) και λάσπη από χώμα. Στους τοίχους αντί για σινάζια βάζανε ξύλινα ζωνάρια. Η σκεπή με τις γριντιές και τα σανίδια, φτιαγμένα από τους ντόπιους ξυλουργούς. Τα «τούρκικα» κεραμίδια ήταν και αυτά φτιαγμένα από ντόπιους κεραμοποιούς όπως και τα συμπαγή τούβλα με τα οποία έχτιζαν συνήθως τα χωρίσματα.

Φωτ.

(Το σπίτι του κ. Γελαδάρα Ζήση)

Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, η φτώχεια και η μιζέρια κυριαρχούσε παντού. Εξαιτίας της φτώχιας αλλά και των μετεμφυλιακών διώξεων, πολλοί αναγκάστηκαν να φύγουν για τις μεγάλες πόλεις, προς εξασφάλιση μιας καλύτερης ζωής ή ανωνυμίας. Επίσης πολλοί είχαν φύγει νωρίτερα, για να γλιτώσουν τη ζωή τους, στις Σοσιαλιστικές χώρες. Έτσι το χωριό αρχίζει να έχει μια φθίνουσα πληθυσμιακή πορεία. Τη δεκαετία 1960 αυτή η φθίνουσα πορεία θα γίνει μεγαλύτερη εξαιτίας της μεγάλης μετανάστευσης, κυρίως προς τη Γερμανία. Την ίδια περίοδο πολλοί νέοι και νέες του χωριού πάνε στον κάμπο για να δουλέψουν στα βαμβάκια.

Έτσι ενώ ο πληθυσμός του χωριού ήταν:  το 1900 ΠΙΚΡΟΒΕΝΙΤΣΑ - PIKROVENICA 484 χριστιανοί Έλληνες, το 1913 (655) κάτοικοι, το 1920 (697) κάτοικοι, το 1928 (838) κάτοικοι (Αμυγδαλίες- Πικριβενίτσα 754 και Λόχμη- Βίτσι 84), το 1940 (1131) κάτοικοι, το 1951 (1016) κάτοικοι, το 1961 (1009) κάτοικοι, το 1971 (726) κάτοικοι, το 1981 (843), το 1991 (793), το 2001 (770) κάτοικοι και το 2011 (500) κάτοικοι (μαζί με τη Λόχμη που είχε 22 και την Αγία Τριάδα που είχε32).

Σήμερα ο πληθυσμός των μόνιμων κατοίκων του χωριού είναι περίπου (500) κάτοικοι και στο μέλλον όλα δείχνουν, πως θα συνεχιστεί αυτή η φθίνουσα πληθυσμιακή πορεία  του χωριού. Ιδιαίτερα αυτή η ανησυχία ενισχύθηκε μετά και από την κατάργηση των Κοινοτήτων με το Ν.2539/1997 (Σχέδιο Καποδίστριας) και στη συνέχεια με το Ν. 3852/2010 (Καλλικράτης).

Φωτ.

(Πολλοί Αμυγδαλιώτες τη δεκαετία του 1960 πήγαιναν στον κάμπο του Νομού Ημαθίας για να εργαστούν στα βαμπάκια.)

Μετά από  την πολύ σωστή επισήμανση του Γιώργου Τσούπα (Ν. Ιωνία-Ν. Μαγνησίας) συμπληρώνουμε και τη συμμετοχή του Τσούπα Κωνσταντίνου του Γεωργίου και της Δήμητρας, το γένος Ντινόπαπα. Μόνιμος Επιλοχίας του Πεζικού τότε, στον πόλεμο της Κορέας το 1953. Ήταν ο μόνος από το χωριό μας που στάλθηκε και πολέμησε στην ΚΟΡΕΑ. Στις 4/11/2011 ημέρα Παρασκευή σε εκδήλωση που έγινε στην Πρεσβεία της Ν. Κορέας στην Αθήνα, η Δημοκρατία της Ν. Κορέας τίμησε τον Κωνσταντίνο Τσούπα με το Παράσημο του Πρεσβευτή της Ειρήνης.

Επίσης μετά από  την πολύ σωστή επισήμανση του Γιώργου Τσούπα (Ν. Ιωνία-Ν. Μαγνησίας) συμπληρώνουμε και τη συμμετοχή δύο τουλάχιστον Χωριανών που πολέμησαν και τραυματίστηκαν στην Μάχη της Κύπρου 1974. Υπηρετούσαν τότε στην ΕΛΔΥΚ. Ο ένας είναι ο Συνταγματάρχης ε.α τώρα, υπολοχαγός τότε ΤΣΟΥΠΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ του ΓΕΩΡΓΙΟΥ και ο άλλος είναι ο στρατιώτης ΖΕΜΠΙΛΗΣ ΦΩΤΗΣ ( ο οποίος πριν χρόνια σκοτώθηκε σε ατύχημα) .Και οι δύο Παρασημοφορήθηκαν από την πολιτεία το 2008.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εδώ νομίζω πως ολοκληρώθηκε μια πρώτη προσπάθεια καταγραφής των υπαρχόντων στοιχείων γύρω από την ιστορία του χωριού μου. Πριν κλείσω θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά όλους εκείνους που με βοήθησαν ποικιλοτρόπως στην εργασία μου αυτή και ιδιαίτερα τους:

Βακουφτσή Βασίλειο πρώην Πρόεδρο της Κοινότητας

Γελαδάρα Μιχαήλ

Γιαννούλα Σταυρούλα

Γκίλια Δημήτριο

Δήλμα Ευθύμιο

Δόγκα Αθανάσιο

Δροβατζήκα Ευάγγελο του Χρήστου

Καραλιόλιο Γεώργιο του Αχιλλέα

Καραλιόλιο Νικόλαο πρώην Γραμματέα της Κοινότητας

Καραλιόλιο Παναγιώτη

Καραλιόλιου Μακεδονία του Γρηγόριου

Καραλιόλιου Μακεδονία του Αργύριου

Καραμήτρο Βασίλειο

Καραμήτρο Μιχαήλ

Καραμήτρου Αικατερίνη

Καραμήτρο Ιωάννη

Καραπούλιο Ευθύμιο, Ιερέα του χωριού

Κουταλή Μαρίνα

Κριθαριώτη Αθανασία

Κριθαριώτη Διονύσιο

Λιάκα Χρήστο του Στεργίου, Δάσκαλο του χωριού

Λιάμπα Στέργιο, Δάσκαλο

Νέστορα Αθηνά

Νέστορα Βασίλειο

Ξάνθα Βασίλειο

Παπαλιούρα Ιφιγένεια

Σιγάλα Στέργιο, Μητροπολίτη Γρεβενών

Στεργιόπουλου Αναστασία

Στεργιόπουλο Β. Κων/νο

Σίγουρα όλη αυτή η προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας του χωριού ήταν κουραστική. Δεν γνωρίζω αν η εργασία αυτή είναι αξιόλογη. Ξέρω όμως σίγουρα σ’ όλο το χωριό και όχι μόνο, συζητιούνται από πολλούς, αρκετές πλευρές αυτής της ιστορίας. Αυτή η συζήτηση είναι ένα κέρδος. Μέσα όμως από αυτή τη συζήτηση μπορεί να προκύψει ένα μεγαλύτερο κέρδος. Γιατί πιστεύω πως όποιος γνωρίζει από πού ξεκίνησε, είναι σίγουρος για το που πηγαίνει.

 

Αρχική