Ανδρέας Ιωάννου Κασσέτας

 

Τα δέντρα που αγάπησε
 

 

 

 

 

 

 

 

 


Τα βρίσκει μπροστά του από τότε που γεννήθηκε, εκείνα ακίνητα να περιμένουν το βλέμμα του, στου Φιλοπάππου, σε αθηναϊκά πεζοδρόμια, σε κείνο το δάσος  της Ροδόπης που τότε επισκέφτηκε, στην πλατεία Μαβίλη, σε μακρινές ρεματιές της Εύβοιας, στο Πεδίον του Άρεως , στο Άλσος Παγκρατίου, σε κήπους της Εδέμ, στην Unter den Linden του Βερολίνου, στην ενδοχώρα της Αγγλίας που τον δίδαξε ότι υπάρχουν και Lilacs, πασχαλιές δηλαδή που είναι δέντρα και όχι σαν τους θάμνους που υπήρχαν στις αναμνήσεις του.

Η Μεσοποταμία των παιδικών του αναμνήσεων. Γεννήθηκε και μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο ποτάμια, και τα δύο με ονόματα πανάρχαια ελληνικά,  εκείνος πολύ πιο κοντά στον Ιλισσό αλλά ο Κηφισσός πάντα υπήρχε και το ήξερε. Το αρχικό του «έξω» Σύμπαν είχε πεζοδρόμια με μουριές, ελιές και νεραντζιές, Δημοτικό σχολείο στην οδό Βεΐκου και πάνω από όλα , πιο κοντά δηλαδή στον ουρανό, Φιλοπάππου, λόφος μαγικός  με μεγάλο πρωταγωνιστή το πεύκο.

Τα δέντρα που αγάπησε. Όλα τους ακίνητα, τα περισσότερα φυλλοβόλα, λίγα από τα αειθαλή ομολόγησε  ότι τον συγκινούν , την εποχή που είχε πια ξεθαρρέψει και μπορούσε να λέει «οι ευκάλυπτοι  μου αρέσουν πολύ λιγότερο από τις καστανιές και τις μουριές που με συνεπαίρνουν»

Τα φυλλοβόλλα που αγάπησε. Τραβούν το βλέμμα του σε κάθε εποχή,  άλλα τον Μαρτιοαπρίλιο τότε δηλαδή που - για το δικό του βόρειο ημισφαίριο – ανθίζουν,   για να ξανανθίσουν ακριβώς ένα χρόνο μετά,  του ασκούν μία ιδιαίτερη σαγήνη,  ενώ οι μουριές  και οι λεύκες τον σαγηνεύουν την εποχή που θα βγάλουν τα πρώτα νεογέννητα φύλλα τους για να γδυθούν και πάλι σε προχωρημένο φθινόπωρο.

 

Και ο κάθε φορά έρωτας συνδέθηκε με την ΟΡΑΣΗ κατά κύριο λόγο και με την ΟΣΦΡΗΣΗ κατά δεύτερο.  Αυτό δεν συμβαίνει βέβαια με την αρμπαρόριζα και με τη λουίζα που δεν είναι δέντρα αλλά τον τρελαίνουν με τα μηνύματα που στέλνουν στη δική του την Όσφρηση, όπως τότε με τη λεμονιά του πεζοδρομίου της Ηλιούπολης που έκοψε το φυλλαράκι, το τσάκισε,  «άκουσε» τη μελωδία οσμής και «ταξίδεψε».  

Τα φυλλοβόλλα που αγάπησε . Τα κοιτάζει, τα ξανακοιτάζει, τα τραβάει φωτογραφία σε διάφορες πόζες, καθένα τους κι ένα διαφορετικό σύμπλεγμα με κορμό – κυτταρίνης και λιγνίνης – με κλαδιά χωρίς φύλλα τον Δεκέμβριο και με φύλλα νεογέννητα κάπου τον Μάρτιο αλλά και με άνθη ενίοτε και με καρπούς.

Τον γοητεύει αυτή η ανάπτυξη,  το να  πρωτοεμφανίζονται  μικρά κι ύστερα να ψηλώνουν και να ψηλώνουν, από τις φιστικιές και τις ροδιές -που φθάνουν λίγο πιο πάνω από εκείνον -  μέχρι τις φλαμουριές του Βερολίνου, τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου  και τους ευκάλυπτους,  που η κορυφή τους είναι πολλά μέτρα πάνω από το κεφάλι του, «κυπαρισσάκι αψηλό το παλικάρι π’ αγαπώ» έλεγε ένα του Χατζιδάκι στα χρόνια της αθωότητας.

Τον γοητεύει αυτή η αργή διαδρομή από το έδαφος προς τον ουρανό,  μια απόλυτη αυθάδεια στη μητριά βαρύτητα, «αρνητικός γεωτροπισμός»  έγραφαν τα σχολικά βιβλία της αρχαιότητας, και το όρθιο ή γερμένο κορμί τους, αν ξέρεις ανάγνωση και το διαβάσεις θα μάθεις και την ηλικία του, ο κορμός, κέντρο της ύπαρξης,   όρθιος και εντυπωσιακά κατακόρυφος, στους φοίνικες, στις λεύκες που τις λένε καβάκια και στις ακακίες,   σε κάποιες μουριές αλλά και σε μερικά  πεύκα να δημιουργεί μια γωνία με την αόρατη ένταση του βαρυτικού πεδίου και με την επιλογή του στο να αναζητά φως ,  ενώ πάλι σε μερικές  βερικοκιές να καμπυλώνεται με μια χάρη που σε κάνει να θέλεις να τον  ζωγραφίσεις.

Κι ακόμα.  Του είναι αδύνατον να κρύψει την αδυναμία του για το ξύλο και για το χαρτί.  Μια ενδόμυχη ροπή προς το ξύλινο και όχι προς το μεταλλικό,  η ξύλινη εκείνη οροφή στο σπίτι της  Ραψάνης έχει διατηρηθεί αναλλοίωτα γοητευτική στο δικό του μέσα σύμπαν,  αλλά και μια ιδιαίτερη τρυφερότητα για το υλικό «χαρτί» .  Και έχει καταλάβει ότι αν ρωτήσεις είτε το ηχείο της κιθάρας, είτε το τραπέζι που τώρα γράφεις, είτε το βιολί που δεν έμαθες,  είτε την πόρτα που κλείνει πίσω σου, τις σανίδες του πατώματος, τη βάρκα που δεν έχεις,  το οποιοδήποτε καίκι,  το οποιοδήποτε βαρέλι για κρασί, τα βιβλία της βιβλιοθήκης, την ίδια τη βιβλιοθήκη,  το ράφι του εκτυπωτή και τον καναπέ, το χαρτί τουαλέτας, την αφίσα στον τοίχο,  το κρεβάτι σου,  όλα θα σου πουν ότι μέσα στις αναμνήσεις τους τα υπάρχει ένα σφεντάμι, μια οξιά, μία ακακία, μία λεύκα, μια κερασιά, μια βελανιδιά, ένα έλατο. 

Κι ακόμα εκτός από το ξύλο και το χαρτί με το οποίο οι άνθρωποι έχουν οικοδομήσει ένα σοβαρό κομμάτι από τον πολιτισμό μας,  τα δέντρα σε κάθε περιοχή της γήινης Βιόσφαιρας είναι και το αναπνευστικό της σύστημα. Και αυτό το ξέρει πολύ καλά.

 

«Μην καταστρέφετε το πράσινο. Αγαπάτε τα δέντρα.»
Καθώς τ’ αγαπάνε τα πουλιά και η άνοιξη.
 Δέντρα που πέρασαν ξυστά  μες τα ταξίδια σας,
και τα υλοτόμησε  το κοφτερό σας πέρασμα.
                                                                                                    Κική Δημουλά

 

 

 

Στην πρώτη πεντάδα οι βασικές αδυναμίες του

 

η Μουριά   η Βερικοκιά   η Καστανιά   η Ροδιά  το Πλατάνι

η Μουριά              

                          

Τότε στο Δημοτικό της μεγάλης πόλης, όλα τα δέντρα τα έλεγε «δέντρα». Τα πρώτα που έμαθε πώς έχουν δικό τους όνομα ήταν τα πλατύφυλλα της οδού Φαλήρου, καθένα τους γυμνό αρκετούς μήνες με φύλλα νεογέννητα κάθε Απρίλιο και μια ευλογημένη σκιά για κάθε καλοκαίρι. Καθένα τους ήταν για όλους τους Κουκακιώτες μία μουριά . Ήταν και οι ένα σωρό μουριές στα πεζοδρόμια της Βασιλίσσης Σοφίας και σε μια εντυπωσιακή συνέλευση εκεί στην πλατεία με το όνομα του ποιητή, Λορέντζου Μαβίλη, όλες τους όμως «μουριές χωρίς μούρα» και όχι σαν εκείνες που συνάντησε αργότερα στην Άνδρο στο δρόμο για το Κόρθι, έκοψε τα γινωμένα και βέβαια λερώθηκε από τα βυσινί και τα βαθυκόκκινα.  Οι ελληνίδες μουριές, σε κάθε πλατεία χωριού και ειδικά στον Μοριά, οι μουριές του Μοριά – ήταν τότε που για πρώτη φορά αναρωτήθηκε εάν το βυζαντινό όνομα της Πελοποννήσου έχει σχέση με τη «μορέα» - και αρκετά πιο μακριά στη νήσο Λέσβο μία από τις διασημότερες ελληνίδες μουριές, εκείνη στη Σκάλα Συκαμνιάς, η μουριά του Μυριβήλη , απέναντι από τη Παναγιά τη γοργόνα  .

Μεγάλωσε μαζί της και μια από τις θεωρίες του ήταν ότι η Μουριά υπήρχε πάντα στην πόλη της Αθήνας, ότι υπήρχε δηλαδή και την εποχή του Αριστοφάνη. Η απάντηση ήρθε πολύ αργότερα και ήταν διαφορετική. Η πανάρχαια «γιαγιά» κάθε μουριάς είναι Κινέζα και η μουριά ήταν άγνωστη μέχρι τον 6ο μετά Χριστόν αιώνα, τότε που κάποιοι βυζαντινοί μοναχοί τη μετέφεραν από την Κίνα. Γι αυτό και η Πελοπόννησος,  κατά  την Αρχαιότητα,  δεν  θα μπορούσε να λέγεται «Μοριάς».

Immagine:Morus-alba.jpg
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


οι αγγγλόφωνοι τη λένε Mulberry, για τους Γερμανούς είναι  Die Maulbeeren ,

και για τους Γάλλους   Le Mûrier

στη γλώσσα των βιολόγων είναι ένα πλάσμα με το όνομα Morus nigra 

 

Bild:Illustration Morus nigra0.jpg
 

 

 

 


.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

η βερικοκιά
 


         

Η βερικοκιά του γείτονα, πάνω από τη λεωφόρο Καλαμακίου. Κάθε δεύτερη εβδομάδα του Μάρτη, εκείνη  πανέμορφη έχει ανάψει τα λευκοβυσινί φώτα, σχεδόν προκαλεί με την εμφάνισή της, λευκά πέταλα και το σέπαλο μωβ,  κι αυτός την αντικρίζει κάθε πρωί που ξεκινά για τη δουλειά την κοιτάζει στα μάτια και του φτιάχνει τη διάθεση. Κι δεν είναι μόνο όταν είναι ανθισμένη. Του αρέσει το πλατύ φύλλο της, ο κορμός που δεν είναι ίσιος κι εκείνος τον βλέπει σαν ένα «νάζι» της φύσης  αλλά και κατά τα τέλη του Μάη με τα γινωμένα βερίκοκα είναι και πάλι στις ομορφιές της.  Η προγιαγιά βερικοκιά ήρθε κάποτε  από την ανατολή. Οι Τούρκοι, οι Ιρανοί και οι Ιταλοί έχουν σήμερα τη  μεγαλύτερη παραγωγή καρπών στον κόσμο.  

Image:Apricots.jpg
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


στη γλώσσα των βιολόγων η  βερικοκιά είναι  ένα πλάσμα με το όνομα  Prunus armeniaca 

οι αγγγλόφωνοι τη λένε Apricot tree, για τους γερμανόφωνους είναι  Die Aprikose και για τους γαλλόφωνους  Labricotier

η Καστανιά     

        

Άργησε να συναντηθεί μαζί της,  βλέπεις δεν υπάρχουν καστανιές στη μεγάλη πόλη που εκείνος μεγάλωσε με τον Υμηττό,  τον Λυκαβηττό και τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Κάστανα έτρωγε και του άρεσαν ειδικά τους

Image:Châtaignier 120807 1.jpg Image:Chestnut.jpg
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


χειμώνες από τους πλανόδιους καστανάδες αλλά το δέντρο δεν μπορούσε να το φανταστεί. 

Για καστανιές άκουγε αλλά καστανιά αληθινή άργησε να συναντήσει. Πέρασαν  χρόνια για να συναντηθεί

επιτέλους μαζί της και όχι για μία μόνο φορά.  Στην Αγιάσο, στο Πήλιο, στο υψόμετρο της Ελάτης, στον Άγιο Νικόλαο Ευρυτανίας , στις πλαγιές του Κίσσαβου, στην ορεινή Ναυπακτία, στα καστανοδάση της νοτιοδυτικής Κρήτης, στον Ταΰγετο, στο δάσος Πολυδέντρι στο Μαυροβούνι Λάρισας, στη Χαλκιδική στις πλαγιές του Χολομώντα .  Κι έμαθε ότι πρόκειται για πλάσματα που ζουν πολύ περισσότερο από τους ανθρώπους. Στο Καστανόφυτο της Καστοριάς θα τις συναντήσεις αιωνόβιες.

Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι και το κορίτσι φίλημα πρωί και μεσημέρι  τραγουδά η ρουμελιώτικη  παράδοση

στη γλώσσα των βιολόγων η καστανιά είναι ένα πλάσμα με το όνομα Castanea sativa

οι αγγγλόφωνοι τη λένε Sweet Chestnut , για τους γερμανόφωνους είναι  Die Edelkastanie και για τους γαλλόφωνους  Le châtaignier

 

 

η Ροδιά
 


          

    

Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη

στολίδι της αυγής μου

 Νίκος Γκάτσος

 

Μπορείς να κλείσεις μαζί της ραντεβού στην οδό Θησέως, θα σε περιμένει ακόμα κι αν αργήσεις, σε έναν από τους λίγους κήπους που απέμειναν στο Παλαιό Φάληρο και στο Καλαμάκι. Γιατί αυτή δεν είναι «μία του πεζοδρομίου» σαν τις νεραντζιές .  Καλύτερα βέβαια η συνάντηση να γίνει σε μήνα Ιούνιο ή και πιο προχωρημένο καλοκαίρι γιατί εκείνη έξι μήνες τον χρόνο εντελώς απαρατήρητη,  τους άλλους έξι μαγνητίζει τα βλέμματα με το Image:Granada, Spain location.pngχρώμα και την ομορφιά που εκπέμπουν τα άνθη και τα ρόδια της. Ο καρπός της αγαπήθηκε από όλους τους λαούς που δοκίμασαν να τη φυτέψουν . Οι αγγγλόφωνοι τη λένε pomegranate , για τους γερμανόφωνους είναι  Der Granatapfel  ,  για τους γαλλόφωνους 

La grenade,  στα ισπανικά το ρόδι το λένε  Granada . Οι Άραβες Μαυριτανοί έφεραν τη ροδιά στην Ευρώπη και η θεμελιωμένη τον 10ο αιώνα Γρανάδα  της Ανδαλουσίας πήρε από τον καρπό το όνομα της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Image:Pomegranate02 edit.jpg
 

 

 

 

 

 

 


στη γλώσσα των βιολόγων η ροδιά είναι ένα πλάσμα με το όνομα Punica granatum  

Το Ιράν, η Τουρκία, το Ισραήλ, ο Λίβανος, η Αίγυπτος, η Τυνησία, η Ισπανία είναι οι χώρες που παράγουν τα περισσότερα ρόδια  

 

ο Πλάτανος
 

 


Στην Απείραθο της Νάξου, στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας, στην Κω, στη Ζάκυνθο, στη Θάσο, στην Καρδίτσα, στην Καβάλα, σε ρεματιές,  σε ποταμιές, σε πλατείες, η Ελλάδα είναι γεμάτη με πλατάνια, το πιο διάσημο ίσως φυλλοβόλο της ελληνίδας γης. Και όχι μόνο η Ελλάδα. Κάθε πόλη της Ευρώπης που έχει στα σπλάχνα της νερά, έχει να επιδείξει και πανύψηλα πλατάνια με ονόματα που ποικίλλουν Plane Tree, Die Platanen, Le  Platane commun.  Κι ανάμεσά τους  ορισμένα σε κάποια σεβάσμια ηλικία, φαίνεται κι από το φάρδος  του κορμού. Γιατί τα πλατάνια γερνούν πολύ πιο αργά από τους ανθρώπους τόσο που αν έκαναν γενέθλια, η ευχή δεν θα ήταν  «να τα εκατοστίσεις» . Πλάτανος δύο αιώνων δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο  και στην Κω ο πλάτανος του Ιπποκράτη θεωρείται ότι έχει από καιρό κλείσει τα 2000 χρόνια . Το πλατανόφυλλο, είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ανάμεσα στα διάφορα φύλλα των δέντρων έτσι που και για τους σφένδαμνους να νομίζουν μερικοί πως είναι πλατάνια και στη σημαία του Καναδά να βλέπουν πλατανόφυλλο.

Εικόνα:Platano2.JPGИзображение:PlantanusAcerifoliaLeaf2.jpg

οι αγγγλόφωνοι τον λένε Plane Tree,    για τους γερμανόφωνους είναι Die Platanen και για τους γαλλόφωνους Le  Platane commun

στη γλώσσα των βιολόγων  είναι ένα πλάσμα με το όνομα Platanus

 

 

 

 

η  δεύτερη πεντάδα

η Καρυδιά    η  Κερασιά   η Κουτσουπιά   η Αχλαδιά   η Φιλύρα