Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Απάνθισμα

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Διήγημα της Παναγιώτας Π. Λάμπρη: 

Θα ’ρθει η μέρα…

Βραβεύτηκε από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών με τον 1ο έπαινο, Δεκέμβριος 2011 (Ψευδώνυμο: Μέδουσα)

 

Δημοσιεύτηκε: Περιοδικό "Λογοτεχνική Δημιουργία", τ. 180, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2012, σ. 52-56

«Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου

 έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω».

Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική

   Στη «σκιά» της Ακρόπολης γεννήθηκε και πέρασε τη ζωή του ο μπάρμπα Δήμος. Δημοσθένης ήταν τ’ όνομά του, αλλά από μικρό τον φώναζαν Δήμο. Στα γεράματά του δεν θυμόταν ακριβώς τη μέρα που άρχισε ν’ ακούει σαν μία τις λέξεις μπάρμπας και Δήμος. Την είχαν μάλιστα συνηθίσει τόσο πολύ οι δικοί του αυτή τη λεκτική «συνύπαρξη» που την πρόφεραν λες κι αγνοούσαν το βαφτιστικό του όνομα. Ακόμα κι ο ίδιος, όταν κάποιος άγνωστος τον ρωτούσε για τ’ όνομά του, έλεγε πως τον λένε Μπαρμπαδήμο! Έτσι, ο Δημοσθένης, που ως παιδί «έγινε» Δήμος, άκουγε στη δύση του βίου του μόνο σ’ ένα όνομα και συστήνονταν μόνο μ’ αυτό· Μπαρμπαδήμος. 

      Ο Μπαρμπαδήμος καμάρωνε από μικρός που ο νουνός του του ’χε δώσει το όνομα εκείνου του ξακουστού αρχαίου ρήτορα, του Δημοσθένη, υπακούοντας σε μια συνήθεια της οικογένειάς του, που κρατούσε άγνωστο για ποιους λόγους και από πότε,  σύμφωνα με την οποία τα παιδιά που θα βαπτίζονταν θα έπαιρναν όνομα αρχαίο ελληνικό! Θυμόταν μάλιστα πως ο πατέρας του διηγούνταν διάφορες, ευτράπελες συχνά ιστορίες, που αναφέρονταν σε ιερείς που αρνούνταν να βαπτίσουν τα παιδιά, όταν οι νονοί επέμεναν να τους δώσουν ονόματα που θύμιζαν τους «παγανιστές» προγόνους. Αυτές τις ιστορίες τις επαναλάμβανε ο ίδιος στα παιδιά και τα εγγόνια του κι έτσι η οικογενειακή παράδοση έδενε λες σαν ένας μυστικός ομφάλιος λώρος όλες τις γενιές που στις φλέβες τους κυλούσε το ίδιο αίμα.

      Αυτής της πατροπαράδοτης συνήθειας γίνονταν κοινωνοί τα παιδιά από πολύ νωρίς  και υπήρχαν πολλοί λόγοι που συνηγορούσαν σ’ αυτό. Λίγο το «κοινό» αίμα, λίγο τα ονόματά τους που τα περισσότερα διέφεραν συνήθως απ’ αυτά των γειτόνων, λίγο που τα παιδιά αυτά μεγάλωναν στην καρδιά της άλλοτε κραταιάς Αθήνας κι έπαιζαν τα πρώτα τους παιχνίδια μια ανάσα απ’ τις αρχαίες κολόνες, λίγο που στα παραμύθια τους ο βασιλιάς λέγονταν Κέκροπας ή Κόδρος κι η κακή μάγισσα Μέδουσα, λίγο που κάθε πρωί αντίκριζαν το ναό της Παλλάδας να λάμπει στο φως του ήλιου, λίγο που… Ήταν στ’ αλήθεια πάρα πολλοί οι δεσμοί μ’ εκείνο το μακρινό παρελθόν. Τόσοι πολλοί που δεν άφηναν περιθώρια, ούτε για αλλαγή της συνήθειας, ούτε για λήθη.

      Παιδί ήταν ο Δήμος, όταν μια μέρα, λίγο πριν το 1912, τον κάλεσε ο πατέρας του κοντά του. Καθισμένος ο ίδιος πάνω σ’ ένα καλοπελεκημένο «θρονί», κάθισε κι εκείνον πάνω στους στιβαρούς μηρούς του, άπλωσε τα γερά μπράτσα του, τον έκλεισε στην αγκαλιά του και δεν έλεγε τίποτα. Η σιωπή ήταν πιο εύγλωττη από ποτέ και το σύμπλεγμα των αγαπημένων κορμιών, θύμιζε χωρίς άλλο δημιουργία του Πραξιτέλη ή του Λύσιππου!...

      Σε λίγο, με μια κίνηση που θαρρούσες πως ο πατέρας δεν θέλει να «χαλάσει» εκείνη τη μυσταγωγία, αναδεύτηκε λίγο, οι ροζιασμένες παλάμες του άγγιξαν με τρυφερότητα τα ξανθά μαλλιά του αγοριού και τα χείλη του φίλησαν με απέραντη  στοργή τα ροδαλά μάγουλά του. Σ’ αυτή τη ζεστή αγκαλιά και με ήρεμη φωνή που θύμιζε μητρικό νανούρισμα του αφηγήθηκε για πολλοστή φορά τ’ αγαπημένο του «παραμύθι», το οποίο, αν και σχεδόν το γνώριζε απέξω, δεν χόρταινε να τ’ ακούει απ’ τα χείλη του πατέρα του ο Δήμος. Το παραμύθι αναφέρονταν στη γνωστή διαμάχη των δυο θεών, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, οι οποίοι διεκδικούσαν ο καθένας για λογαριασμό του την προστασία της πόλης που μετά την επικράτηση της θεάς πήρε το όνομά της κι ονομάστηκε Αθήναι!

      Ο πατέρας γνώριζε την αγάπη του Δήμου για τους αρχαίους μύθους, αφού ο ίδιος του την είχε εμφυσήσει, και γι’ άλλη μια φορά με το μύθο της Αθηνάς και του Ποσειδώνα τον κρατούσε δέσμιο της γοητείας της αφήγησής του! Μόλις την τελείωσε και χωρίς χρονοβόρα διακοπή, τον κάθισε σ’ ένα σκαμνάκι απέναντί του, τον κοίταξε ίσια στα μάτια κι άρχισε να του διηγείται μια ιστορία που δεν του την είχε ματαπεί.  

       -Δήμο μου, είπε ο πατέρας. Σ’ αυτή την πόλη που είδαμε το πρώτο φως, εσύ, εγώ, ο παππούς κι άλλοι πρόγονοί μας, κάποτε, σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, γεννήθηκε ένας πολύ σπουδαίος πολιτισμός. Τόσο σπουδαίος που ακόμα ακτινοβολεί και «διδάσκει» τους ανθρώπους στα πέρατα της οικουμένης! Κι ο αιώνας που τον «γέννησε» ονομάστηκε «χρυσός»!...

      -«Χρυσός»! έκανε με έκπληξη ο Δήμος. Γιατί, πατέρα, τον είπαν «χρυσό»;

      -Τον είπαν «χρυσό», παιδί μου, γιατί η Αθήνα έγινε τότε ισχυρή και πλούσια πόλη κι οι κάτοικοί της δημιούργησαν αυτόν τον πολιτισμό που όμοιός του δεν είχε δημιουργηθεί πρωτύτερα. Οι άνθρωποι εκείνα τα χρόνια ένιωσαν δικαιολογημένα πολύ περήφανοι για τις νίκες τους κατά των Περσών! Αυτές οι νίκες απέναντι σ’ έναν τόσο δυνατό εχθρό τους έδωσαν φτερά, τους έκαναν να αισθανθούν πως μετά απ’ αυτές όλα μπορούσαν να τα καταφέρουν… Σκέψου, Δήμο μου! Δεν είναι στ’ αλήθεια πολύ σημαντικό να ’χει κανείς την ευτυχία να ζήσει σε μια εποχή που όλα γύρω του αποπνέουν αισιοδοξία και τον καλούν να εξωτερικεύσει κάθε τι δημιουργικό που έχει στην ψυχή και το πνεύμα του; Ε, τέτοια ήταν εκείνη η εποχή! Και «γέννησε» αυτή η εποχή πολλά σπουδαία μυαλά... Φιλόσοφοι, πολιτικοί, ιστορικοί, ποιητές, ρήτορες, μαθηματικοί, γλύπτες, ζωγράφοι, αρχιτέκτονες,… έζησαν τότε κι άφησαν πολύ σημαντικά έργα, τα οποία αποτελούν ακόμα και στις μέρες μας ακαταμάχητα σημεία αναφοράς για επιστήμονες, καλλιτέχνες και πολιτικούς!... Α, και κάτι ακόμα! Πώς, λες, Δήμο, ότι ονομάζονταν ο πολιτικός που κυβέρνησε την Αθήνα εκείνο τον καιρό; Δεν σου το ’χω πει άλλη φορά, αλλά καυχιέμαι πως ήταν συνονόματός μου· τον έλεγαν Περικλή!

      Ο πατέρας αφηγούνταν κι ο Δήμος, κάθε που παραξενεύονταν ή ξαφνιάζονταν με κάτι, τον διέκοπτε και τον ρωτούσε. Τον είχε συναρπάσει αυτή η αληθινή ιστορία των προγόνων. Και μολονότι όλη η αφήγηση αναφέρονταν σε μια Αθήνα που δεν θύμιζε σε πολλά αυτή στην οποία ζούσε η οικογένειά του, εν τούτοις εκείνος άρχισε να νιώθει μια πρωτόγνωρη περηφάνια που, μέσα στο «μικρό» του μυαλό, του υπαγόρευε πως όλο αυτό το αλλοτινό κλέος θα μπορούσε να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του, όπως εκείνο το πουλί, ο φοίνικας!... 

      Όταν μάλιστα η ιστόρηση έφτασε σ’ όλα εκείνα τα μνημεία που σώζονταν από ’κείνο τον καιρό, που μερικά μάλιστα τα αντίκριζαν κάθε μέρα απ’ το φτωχικό τους, τόσο και μεγάλωνε το ενδιαφέρον του. Τα συναισθήματά του εναλλάσσονταν και μια παράξενη ένταση τάραζε τα σωθικά του. Με τίποτα δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό του όλα εκείνα που αφηγούνταν ο πατέρας του για την «περιπέτεια» των μνημείων του Ιερού Βράχου. Τις καταστροφές, τις συλήσεις, τις κλοπές... Όταν μάλιστα άκουσε για την ιερόσυλη πράξη του Έλγιν, σκοτείνιασε το βλέμμα του. Το αθώο παιδικό πρόσωπο αντάριασε λες και κάποιος του άρπαξε και του κατάστρεψε αγαπημένο παιχνίδι! Με μιας ένιωσε πως μεγάλωσε! «Άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του» που λέει κι ο ποιητής... Σηκώθηκε όρθιος και με πεισμωμένα λόγια ρώταγε, ρώταγε, ρώταγε… 

      -Γιατί, πατέρα; Γιατί, τα έκλεψε; Γιατί τον άφησαν να τα κλέψει;

      -Και πού τα πήγε όλα αυτά πατέρα;

      -Γιατί μας τα πήρε, αφού ήταν των δικών μας προγόνων;

      -Γιατί έκλεψε την ιστορία μας;

      -Θα μας τα ξαναδώσει πίσω κάποια μέρα, πατέρα;

      Ο Περικλής έμεινε εμβρόντητος. Ποτέ πρωτύτερα δεν είχε σκεφτεί πως μια ιστορία που αφορούσε τα «άψυχα» μάρμαρα θα συγκλόνιζε τόσο μια παιδική ψυχή! Παρόλα αυτά έπρεπε ν’ απαντήσει και να την «παρηγορήσει». Να μιλήσει για τα δύσκολα χρόνια που ζούσε η πατρίδα τότε που έγινε η κλοπή. Να πει παραδείγματα, να αφηγηθεί ιστορία!... Να μιλήσει για τα πολλά αρχαία «μάρμαρα» που είναι «σπαρμένα» σε διάφορα μέρη της γης αδιάψευστοι μάρτυρες της εκεί ελληνικής παρουσίας κι άλλα πολλά. Να μιλήσει, γιατί όχι, και για τη σχετική ιστορία που αναφέρει ο Μακρυγιάννης, η οποία αποδεικνύει πως, όσο κι αν ήταν ζοφερά εκείνα τα χρόνια της σκλαβιάς, υπήρχαν άνθρωποι που γνώριζαν και υπεράσπιζαν την αξία τους.

      -Άκου, Δημάκη μου! Έτσι τον αποκαλούσε πάντα ο πατέρας το Δήμο, όταν ήθελε να διώξει παιδικούς φόβους και να απαλύνει πληγές. Θα σου πω μια ιστορία που αναφέρει στα γραφτά του ο μεγάλος αγωνιστής της επανάστασης του 1821, ο Μακρυγιάννης. Αναφέρει, λοιπόν, πως, μια μέρα, κάποιοι στρατιώτες του, που απ’ ότι φαίνεται δεν γνώριζαν την αξία των αρχαίων αγαλμάτων, «παζάρευαν»  να πουλήσουν δυο σε κάτι Ευρωπαίους για χίλια τάλαρα… Εκείνος, μόλις το αντιλήφθηκε, τους ορμήνεψε με αυστηρό ύφος πως αυτά ακόμα κι αν τους δίνανε δέκα χιλιάδες τάλαρα, δεν θα ’πρεπε να τα πουλήσουν!... Ήταν πατρογονική τους κληρονομιά! «Γι’ αυτά είχαν πολεμήσει»!... Έτσι, τους είπε, και σταμάτησε η αγοραπωλησία! Αλλά τι να κάνεις, που υπάρχουν άνθρωποι σ’ αυτή τη γη που κλέβουν για να έχουν και που δεν καταλαβαίνουν καμιά άλλη αξία, παρεκτός από την επιβολή με κάθε τρόπο της δύναμής τους και την με οιοδήποτε τρόπο απόκτηση χρημάτων… Κάτι τέτοιοι ήταν οι κλέφτες κι οι συνεργάτες τους που άρπαξαν την πατρογονική μας κληρονομιά!... Αλλά, πρόσεχε αυτό που θα σου πω. Κανένας, όσο κι αν το θέλει, δεν μπορεί να κλέψει την ιστορία! Την ιστορία τη δημιουργούν οι άνθρωποι, όπου γης, κι αυτή στο εξής μιλάει για τους δημιουργούς της! Κι όσα «μάρμαρα» κατά πώς μου ’μαθε ο δάσκαλος στο σχολείο έχουν αρπάξει και τα εκθέτουν στα σύγχρονα μουσεία τους βεβαιώνουν πως οι χώρες που τα «κατέχουν» δεν τα δημιούργησαν κιόλας, αλλά οι ιστορικές συγκυρίες συνέβαλαν ώστε να τα ’χουνε στις προθήκες τους και να τα χαίρονται, όπως ο κλέφτης αραδιάζει τα ξένα πλούτη και καμαρώνει γι’ αυτά λες και τα ’φτιαξε με τον ιδρώτα του! Και να θυμάσαι, Δημάκη, και ποτέ να μην το ξεχάσεις. Πιστεύω πως θα ’ρθει η μέρα που κάποιοι άνθρωποι θα καταλάβουν πως δεν αξίζει να καμαρώνουν με τα ξένα «στολίδια» και θα τα δώσουν πίσω. Θα χρειαστεί βέβαια κι εμείς να τους το θυμίζουμε και να τα διεκδικούμε. Κι εγώ, μπορεί να μην ζήσω να δω αυτή τη μέρα κι αυτή τη δικαίωση, αλλά εσύ κι η γενιά σου κι οι επόμενες γενιές, μην ξεχάσετε το χρέος. Μην καταδεχτείτε να το λησμονήσετε! Μην καταδεχθείτε να λησμονήσετε!...

      Κι ο Δήμος δεν αφέθηκε να λησμονήσει! Άλλωστε, από τις αφηγήσεις που άκουγε ως παιδί, αυτή την ξεχώριζε και καθώς μεγάλωνε και μάθαινε διάφορα στο σχολείο όλο και του φάνταζε σαν το πιο σπουδαίο «μάθημα» ιστορίας που άκουσε ποτέ. Δεν ήταν μόνο που είχε συγκλονίσει και «σημαδέψει» την αμάθητη από τέτοια ψυχή του, ήταν που ο πατέρας του λίγες μέρες μετά έφυγε για τον πόλεμο...

      Ένα πρωινό, δυο μήνες από τότε που φώλιασε στην αγκαλιά του και δεν ήθελε να βγει από κει, λες και νογούσε πως αυτή θα ήταν και η τελευταία, ήρθε στο σπίτι ένας κύριος που φορούσε στολή, μίλησε χαμηλόφωνα για λίγο με τη μητέρα του κι έφυγε. Εκείνη, με σκυμμένο το κεφάλι, σφιγμένο το στόμα και με δάκρυα στα μάτια κατευθύνθηκε αμέσως στο δωμάτιό της. Μόλις βγήκε, φορούσε μαύρα ρούχα και μαύρο κεφαλομάντηλο. Ο Δήμος την κοίταξε και δεν ρώτησε τίποτα. Είχε καταλάβει. Ο πατέρας έκανε αυτό που είχαν κάνει κι οι πρόγονοι στο Μαραθώνα, στις Θερμοπύλες, στη Σαλαμίνα,… και δεν γύρισε.        

      Μπροστά σε κόσμο δεν θρήνησε ποτέ γι’ αυτή τη σημαντική απώλεια της ζωής του ο Δήμος. Κάθε που κάθονταν όμως μόνος κι έφερνε με κινηματογραφική λεπτομέρεια στο μυαλό του εκείνον τον ανεπανάληπτο  διάλογο με τον πατέρα του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια να μην σβηστεί απ’ τη μνήμη του ούτε η ακριβής συνέχεια της ιστορίας ούτε ο ήχος της φωνής εκείνου και συχνά του ξέφευγαν απ’ τα μάτια μικροί κόμποι δακρύων. Είχε κάνει άλλωστε μια ιδιότυπη συμφωνία με τον εαυτό του. Αυτά τα δύο, η ιστορία και ο ήχος της φωνής, ο ήχος της φωνής και η ιστορία, θα του υπαγορεύουν δια βίου το ιερό χρέος και θα αποτελούν τα ακριβά φυλαχτά που θα τα κρατά στην ψυχή και στο μυαλό του ως ακριβή παρακαταθήκη. Θα τα κρατά, όχι εγωιστικά σαν το φιλάργυρο, αλλά με τη δική του φωνή, όταν θα μεγάλωνε, θα τα «δίδασκε» με τη σειρά του στα παιδιά, κι αν έδινε ο Θεός, και στα εγγόνια του... 

      Με τέτοια όνειρα και με τέτοιες σκέψεις μεγάλωσε ο Δήμος. Ενενηκοντούτης τώρα πια και γνωστός στους περισσότερους ως Μπαρμπαδήμος έκανε τον απολογισμό της ζωής του και κατέληγε πως δεν πρόδωσε εκείνες τις παιδικές δεσμεύσεις! Στα παιδιά και στα εγγόνια του, συνέχισε να δίνει αρχαία ελληνικά ονόματα κι αντί για τα συνήθη παραμύθια τους αφηγούνταν όλες εκείνες τις ιστορίες που θυμόταν απ’ τον πατέρα του από τον οποίο καμάρωνε πως κληρονόμησε την ιδιαίτερη γοητεία της αφήγησης που μαγνήτιζε μικρούς και μεγάλους!... 

      Και δεν είναι μόνο που αφηγούνταν. Ο Μπαρμπαδήμος, όσο γερνούσε κι έβλεπε ότι παρά τις προσπάθειες που γίνονταν κατά καιρούς το θέμα της επιστροφής των «μαρμάρων» έμενε σε εκκρεμότητα, τόσο και ανήγαγε την υπόθεση αυτή σε προσωπική λες κι αυτός είχε το βάρος όλης της ευθύνης, όχι μόνο για να μην ξεχαστεί, αλλά και ή δυνατόν, όσο ζει, να δει τουλάχιστον να επιστρέφουν τα όμορφα γλυπτά του Παρθενώνα! Αυτόν το ναό άλλωστε, αν και τον είχαν βαφτίσει χριστιανό, αλλά με αρχαιοελληνικό όνομα, τον ένιωθε περισσότερο από κάθε άλλον της πόλης που ζούσε σαν κάτι πολύ δικό του. Ο λόγος ήταν πως, όταν λίγες μέρες μετά το θάνατο του πατέρα του ανέβηκε για να παίξει ανάμεσα στις αρχαίες κολόνες, σκέφτηκε πως κι εκείνος ήταν το ίδιο απορφανισμένος μ’ αυτόν, αφού του είχαν κλέψει πολλά απ’ τα «στολίδια» του! Με μόνη διαφορά. Αυτός δεν θα ξανάβλεπε τον πατέρα του! Ο όμορφος ναός όμως; Είχε ελπίδες πως κάποιοι κάποτε θα έπαιρναν «εκδίκηση» για τα όνειρα του μικρού Δήμου, και όχι μόνο, που τώρα βρίσκονταν στη δύση του βίου του και θα επέστρεφαν τα κλεμμένα στον ιδιοκτήτη τους…   

      Ένα βράδυ, καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, κι ενώ παρακολουθούσε τα νέα στην TV άκουσε την εκφωνήτρια να λέει: «Σήμερα το πρωί, ώρα…, ετέθη ο θεμέλιος λίθος του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Το Μουσείο θα στεγάσει κάθε αντικείμενο που έχει βρεθεί πάνω στον ιερό βράχο της Ακρόπολης…»!!! Στο άκουσμα της είδησης, ο Μπαρμπαδήμος ένιωσε ένα παράξενο βουητό στο κεφάλι και μέσα σε χρόνο που δεν τον αντιλήφθηκε πόσος ήταν, έχασε τις αισθήσεις του. Λίγο μετά βρέθηκε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και τριγυρισμένος απ’ τα παιδιά και τα εγγόνια του που όλο ανησυχία τον ρωτούσαν:

      -Τι έπαθες, πατέρα; Πώς νιώθεις;

      -Παππού, μη μας αφήσεις!  Άκουσες τι είπαν στις ειδήσεις;

      -Μην ανησυχείτε, παιδιά μου, απάντησε εκείνος. Καλά είμαι! Άκουσα και τα καλά νέα. Σήμερα άκουσα τα σπουδαιότερα νέα της ζωής μου! Να είστε καλά και να μην λησμονήσετε το χρέος. Σήμερα έγινε το πρώτο βήμα, αύριο θα γίνει το δεύτερο, το τρίτο και μέσα σ’ αυτό το λαμπρό, όπως το φαντάζομαι κτίριο, το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, θα φιλοξενηθούν τα ξενιτεμένα μας «μάρμαρα»! Και ποτέ να μην λησμονήσετε, σας ορκίζω να μην το λησμονήσετε, πως κανένας δεν μπορεί να σου «κλέψει» την ιστορία, αρκεί, όπως λέει κι εκείνος ο μεγάλος ποιητής, να ’χεις «ανοιχτά και ξάγρυπνα τα μάτια της ψυχής σου»!... Θα ’ρθει η μέρα, παιδιά μου! Τώρα είμαι βέβαιος πως…

      Ο Μπαρμπαδήμος δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση. Έγειρε το κεφάλι, έκλεισε τα μάτια κι ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα χαράχθηκε στα χείλη του· το τελευταίο. Όλοι κατάλαβαν τι ήθελε να πει. Ο μικρός συνονόματος εγγονός του, ο Δημοσθένης – αυτόν τον φώναζαν με ολόκληρο το όνομα – πλησίασε στο αυτί του και κάτι ψιθύρισε. Κανείς δεν άκουσε, τι. Τι νόημα θα ’χε άλλωστε; Μετά, με μεγάλο σεβασμό, χούφτωσε μες τα μικρά του χέρια το δεξί χέρι του παππού που ακόμα ήταν ζεστό, το φίλησε και βγήκε απ’ την κάμαρη  λέγοντας με φωνή που πνίγονταν σε λυγμό:

      -Θα ’ρθει η μέρα, παππού! Θα ’ρθει…

 

ΑΠΟΝΟΜΗ ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Α’ βραβείο ποίησης στον Ηπειρώτη Δημήτρη Γ. Τριάντο με το «Αντίδωρο»

Α’ έπαινος διηγήματος στην Ηπειρώτισσα φιλόλογο Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Ειδικά βραβεία στους Ηλία Βρατσίστα και Δημ. Δερδελή

http://www.maxitisartas.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=979:politismos&catid=4:politismos&Itemid=7