Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Απάνθισμα

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Διήγημα της Παναγιώτας Π. Λάμπρη: 

Ήταν η δεύτερη φορά…

 

Δημοσιεύτηκε: Περιοδικό «ΕΝΕΚΕΝ», στο αφιέρωμα «Η Άρτα της ψυχής μας», Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2011, Θεσσαλονίκη, τ. 22ο, σ. 139-143

& "Η Άρτα των λογοτεχνών και των περιηγητών - Από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας", Εκδόσεις Διαπολιτισμός, Πάτρα 2013, σ. 167-171

 

"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
                                                           

Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Bίος, E'

Ήταν η δεύτερη φορά που κατέβαινε στην πόλη η μικρή Φωτεινή. Δύσκολο το ταξίδι της καθόδου απ’ το χωριό της που ήταν σκαρφαλωμένο στις υπώρειες του Ξηροβουνίου ως την πρωτεύουσα του νομού, την Άρτα, την αρτυμή του κόσμου, όπως συνήθιζε να τη λέει ο παππούς της. Οι συνεχείς στροφές του δρόμου, ίδιο πελώριο φίδι σαν κι αυτά που άκουγε στα παραμύθια, σέρνονταν στις πλαγιές του βουνού που κι αυτουνών, όσο προχωρούσε το ταξίδι, τόσο και φαίνονταν πιο ευδιάκριτα τα πόδια τους που βουτούσαν τις άκρες τους στα γαλαζοπράσινα νερά του ποταμού Αράχθου που κι εκείνος φιδοσέρνονταν στη μεγάλη κοιλάδα. Κι ο δρόμος, κακοτράχαλος, ταρακουνούσε το παλιό λεωφορείο, τον καρνάβαλο*, ταρακουνούσε και τα σωθικά της Φωτεινούλας.

      Όταν κατέβηκε απ’ τον καρνάβαλο κρατώντας σφιχτά το ροζιασμένο χέρι του πατέρα της ένιωσε πως, αν γινόταν, δεν θα ξανανέβαινε σ’ αυτό το όχημα, αφού, αν και ο προορισμός του ταξιδιού, τη γέμιζε με πολλές προσδοκίες, αυτό το όχημα το έκανε να μοιάζει με ηράκλειο άθλο. Κι αυτό, γιατί τα σωθικά της άμαθα καθώς ήταν στα συνεχή σκαμπανεβάσματα που αναγκάζονταν να κάνει το λεωφορείο πάνω στο ανώμαλο οδόστρωμα, εκτός από τη συνεχή ναυτία που της προκαλούσαν, μερικές φορές θαρρούσε πως το πνεύμα της θα την άφηνε μεσοστρατίς.

      Αλλά δεν την άφησε! Λίγα λεπτά αργότερα κρατούσε στα δυο της χέρια ένα ροδοψημένο σταφιδόψωμο που η γλυκιά του γεύση ήταν ικανή όχι μόνο να γλυκάνει το στόμα αλλά ολόκληρο το είναι της και ως δια μαγείας να την κάνει να ξεχάσει τα βάσανα του ταξιδιού κι ακόμα περισσότερα.

      Με ανανεωμένες τις δυνάμεις της, με το ροδαλό χρώμα να έχει επιστρέψει στα τρυφερά μάγουλά της που ταίριαζαν λες απόλυτα και φωτίζονταν από τις ροζ αποχρώσεις του φορέματος που πρόσφατα της είχε ράψει η μητέρα της, εκεί που πριν λίγο δεν έβγαζε άχνα, άρχισε να κελαηδάει σαν πρωτόφαντο πουλί και να σχολιάζει κάθε τι παράξενο που έβλεπε.

      -Τήρα, πατέρα! Γιατί εκειό του πιδάκι κάθιτι στ’ν άκρ’ στου δρόμου μι απλωμένου του χέρ’;

      -Κοίτα αυτήν τ’ χουντρή τ’ γκυρία π’ π’λάει καραμέλις!

      -Α! Τι όμουρφα πιγνίδια έχει αυτήν η βιτρίνα!

      -Αχ! Έλα, πάμι να δούμι εκείνου του όμουρφου του φόριμα π’ φουράει ικείν’ η ξανθιά κούκλα!

      -Μα τι πουλλά βιβλία έχει αυτήν η βιτρίνα, πατέρα! Αχ, να ’χα μιρικά μι πουλλές ζουγραφιές κι παραμύθια!

      Η Φωτεινούλα όλα τα παρατηρούσε κι ο πατέρας της απαντούσε και σχολίαζε ανάλογα. Είχαν διανύσει σχεδόν το μισό κεντρικό δρόμο της πόλης, την οδό Σκουφά, κι εκείνη θαύμαζε και σχολίαζε, αλλά τίποτα δεν ζητούσε. Η συμβουλή της μητέρας της το προηγούμενο απόγευμα είχε τυπωθεί καλά στο μυαλό της:

     -Στ’ μπόλη π’ θα πάτι, κόρη μ’, ένας είνι ου σκουπός! Θα πάτι στου γιατρό για να ιξιτάσ’ τα δουντάκια σ’, τίπουτις άλλου…

      Αυτό το «τίπουτις άλλου» της μάνας της, ηχούσε σαν απαγορευτική ηχώ κάθε που η καρδιά της μικρής κόρης λάγγευε για κάτι. «Τίπουτις άλλου»! Ούτε ζαχαρωτά, ούτε παιχνίδια, ούτε όμορφα ρούχα και παπούτσια, ούτε... Αυτά μπορούσε να τα χαζεύει και να τα λιγουρεύεται!

      Και τα χάζευε και τα λιγουρευόταν και προσδοκούσε πως μέχρι να ’ρθει η ώρα να πάρουν το δρόμο της επιστροφής κάποια δεκάρα ή εικοσάρα θα διέθετε ο πατέρας και θα της αγόραζε για να γευτεί ένα γλειφιτζούρι ή λίγες καραμέλες. Μπορεί να της αγόραζε και περισσότερα, για να τα πάει ως δώρο στα αδέλφια, στη μανούλα και φυσικά στη γιαγιά της που ήξερε πόσο πολύ της άρεσε να γυροφέρνει μέσα στο νωδό στόμα της καραμελίτσες και άλλα γλυκίσματα!

      Μ’ αυτές τις παρήγορες σκέψεις περνούσε μπροστά από τις τζαμωτές προθήκες των καταστημάτων, οι οποίες εναλλασσόμενες σε μέγεθος και περιεχόμενο σχεδόν τη ζάλιζαν και μπέρδευαν τις σκέψεις της, παρήγορες ή μη. Κι εκεί που ακολουθούσε, σχεδόν ασθμαίνοντας και αδιαμαρτύρητα τα μεγάλα βήματα του πατέρα της, πρόβαλαν μπροστά της εικόνες που σκίασαν όλα όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή την είχαν θαμπώσει.

      Στο βάθος του δρόμου, εκεί, απέναντι από την είσοδο του ναού του αι-Γιώργη,  δυο αρκούδες! Μια μεγάλη και μια μικρή. Και δίπλα τους ένας άνθρωπος. Τι γύρευαν στ’  αλήθεια οι αρκούδες καταμεσής σχεδόν στην πόλη;

      Μετά την πρώτη έκπληξη και την καθησύχαση του πατέρα της πως δεν πρόκειται να τις κάνουν κακό οι αρκούδες, αφού είναι δεμένες, προχώρησαν σιγά - σιγά προς το μέρος τους, για να δουν από κοντά την παράταιρη παρέα των αρκούδων και του «συνοδού» τους!

      Το μυαλό της, αν και τα μάτια της είχαν καρφωθεί στις εικόνες που εναλλάσσονταν μπροστά της, ξεστράτισε για λίγο και θυμήθηκε την ιστορία που της είχε αφηγηθεί ο παππούς της για μια αρκούδα που πριν χρόνια είχε φτάσει έξω από το χωριό κι έφαγε το μέλι από ένα κουβέλι* λίγο πριν το τρυγήσουν. Τότε είχε λυπηθεί για το γεγονός, μια και είχε αδυναμία στο να τρώει φέτες ψωμιού με φρέσκο βούτυρο περιχυμένες με μέλι, αλλά έδειχνε και κατανόηση που ένα ζώο που ποτέ δεν είχε δει μπροστά της είχε τα ίδια γούστα με ’κείνη!

      Η εικόνα που πριν λίγο αντίκρισε η Φωτεινούλα στο βάθος του δρόμου όλο και μεγάλωνε, έτσι καθώς εκείνη κι ο πατέρας της κατευθύνονταν προς τα κει κι από την αντίθετη μεριά το ίδιο έκαναν τα ζώα κι ο αθίγγανος· φαινόταν καθαρά πια πως ήταν αθίγγανος αυτός που τα συνόδευε. Το μικρό κορίτσι με τη βεβαιότητα πως καθόλου δεν κινδυνεύει από τα σκλαβωμένα ζώα, όπως διαπίστωσε και ιδίοις όμμασι μετά από λίγο, χαλάρωσε το κράτημα του χεριού της κι έμεινε να παρατηρεί με περισσή σχολαστικότητα τις πρωτόφαντες εικόνες.

      Οι αρκούδες, η μια μεγάλη, θα ’ταν η μάνα, κι η άλλη μικρή, θα ’ταν το παιδί της, προχωρούσαν αργά, λες κι ήταν κουρασμένες από μακρύ δρόμο. Στο λαιμό τους είχαν κρεμασμένα φανταχτερά χαϊμαλιά με πλεχτές πολύχρωμες χάντρες και στη μέση μια μεγάλη αβασκαντήρα! Μόλις ο γύφτος είδε πως συγκεντρώνονταν κόσμος, άρχισε να παίζει το ντέφι του και να τραβάει τις αλυσίδες με τις οποίες είχε δεμένες τις αρκούδες, για να καταλάβουν εκείνες πως είχε έρθει η ώρα να δώσουν χορευτική παράσταση.

      Το θέαμα, όσο κι αν ήταν απωθητικό για τα παιδικά μάτια, άλλο τόσο ήταν και ελκυστικό, λες και το αθώο βλέμμα ήθελε να χορτάσει από τόσο νωρίς την απονιά και τη βιαιότητα του κόσμου!

      -Μα, γιατί του κάν’ αυτό, ψέλλισε, η Φωτεινούλα, όταν είδε πως ο αθίγγανος δεν έδειχνε κανένα έλεος και τραβούσε και ξανατραβούσε τις αλυσίδες καλώντας τα υποταγμένα ζώα να χορέψουν για να διασκεδάσουν το φιλοθεάμον κοινό! Μα, γιατί;

      Ο πατέρας βλέποντας την ταραχή της προσπάθησε να την πείσει πως πρέπει να απομακρυνθούν, αλλά εκείνη τίποτα.

      -Έλα, κόρη μ’, πάμι να φύγουμι! Θα χάσουμι του ραντεβού μι του γιατρό, προσποιήθηκε, εκείνος.

      -Δεν π’ράζ’, πατέρα. Δεν π’ράζ’. Ας περιμέν’ ου γιατρός! Άσι μι να δου!

      Η μικρή δεν μπορούσε να απομακρυνθεί, δεν ήθελε να απομακρυνθεί. Το αρκουδάκι που χοροπηδούσε δίπλα στη μαμά του και προσπαθούσε να τη μιμηθεί, της ράγιζε την καρδιά. Πού να ’ξερε πως αυτές οι αβέβαιες μιμικές κινήσεις του προοιώνιζαν μια ζωή πόνου και σκλαβιάς! Εκείνο δεν το γνώριζε, αλλά το μικρό κορίτσι το διέκρινε στα πονεμένα μάτια της μάνας του που, για να το προστατέψει, προσπαθούσε να ανταποκριθεί στα βίαια μουσικά καλέσματα του γύφτου.

      Χωρίς να το καταλάβει η Φωτεινούλα, τόσο την είχαν συνεπάρει τα συναισθήματα, κρατώντας το οδηγητικό χέρι του πατέρα της διέσχισε μαζί του το συγκεντρωμένο πλήθος και τον ακολούθησε στο ιατρείο που ήταν και ο βασικός σκοπός του ταξιδιού. Μετά από τόσο πόνο που αντίκρισε, η καρέκλα του οδοντιάτρου καθόλου δεν τη φόβιζε, τόσο που απόρησε ο γιατρός με την ωριμότητα του παιδιού. Μέσα σε λίγα λεπτά, είχε νιώσει στο έπακρο τον πόνο κι έγινε άλλος άνθρωπος! Το μυαλό της δεν μπορούσε να ξεμακρύνει από το πονεμένο βλέμμα της μαμάς αρκούδας κι απ’ το αθώο, ανύποπτο βλέμμα του παιδιού της.

      Στο δρόμο της επιστροφής, πάλι μέσω της οδού Σκουφά, για να πάνε στη στάση του λεωφορείου, τίποτα πια δεν της κινούσε το ενδιαφέρον της ούτε τη συγκινούσε. Όλα της φάνταζαν μικρά και ασήμαντα. Δεν επιζητούσε καμιά απόλαυση για τον εαυτό της, ούτε σκεφτόταν τα μικρά δωράκια που πρωτύτερα επιθυμούσε για τα αδέλφια, τη μανούλα και τη γιαγιά της. Κι όταν ο πατέρας της που δεν είχε ξεχάσει την πρωινή διαδρομή στην ίδια οδό τη ρώτησε:

      - Θέλει’ς ν’ αγουράσουμι κατιτί, κόρη μ’;

      Όχι, του έκανε εκείνη μ’  ένα νεύμα και έσφιξε περισσότερο το χέρι του.

      Ένιωθε τόση ασφάλεια και ζεστασιά δίπλα του που όλα τ’ άλλα της φάνταζαν γήινα και μικρά. Και τα δώρα τι τα ’θελε; Όλοι θα τα ξεχνούσαν, όταν εκείνη θα τους διηγούνταν όσα είδε, όσα άκουσε και όσα σκέφτηκε στο δεύτερο ταξίδι της στην πόλη!

      Όλα αυτά σκέφτονταν η Φωτεινή στο ταξίδι της επιστροφής. Κι ο καρνάβαλος δεν της ενοχλούσε πια τα σωθικά και σχεδόν άρχισε  να εξοικειώνεται μαζί του και να χαίρεται που το ταξίδι, έστω και κάτω απ’  αυτές τις συνθήκες, τις είχε δείξει καινούργια πράγματα και τις είχε ανοίξει καινούργιες χαραματιές για να θεάται τα πράγματα του κόσμου και να αφουγκράζεται και να μυείται στα μυστήρια της ζωής!…

*καρνάβαλος, ο ονομασία των πρώτων λεωφορείων που έφτασαν στα χωριά της επαρχίας

*κουβέλι, το κυψέλη φτιαγμένη από κουφωμένο κορμό δέντρου

http://ipirotikovima.gr/2012/04/09/h-arta-tis-psichis-mas/