Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Σκέψεις

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Διήγημα της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

Η Λάμπρω, (20-11-2018)

 

Δημοσιεύτηκε: Προσωπική σελίδα μου στο fb, 5-1-2020.

Κυπριακή Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2020, Ετήσια Λογοτεχνική Έκδοση του Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων Ελλάδος (Ε.Π.Ο.Κ.), τ. 6ος, Αθήνα 2021, σ. 163.

 

   Χαράματα σηκώθηκε από την κλίνη της και κείνο το κρύο πρωινό του Γενάρη η Λάμπρω. Τίποτα το παράδοξο, βέβαια, για τον άντρα της και, φυσικά, για τα παιδιά της, τα οποία κοιμόντουσαν αμέριμνα στα ζεστά κλινοσκεπάσματα, που με δυσκολία τα αποχωρίζονταν τις παγωμένες μέρες του χειμώνα. Το σπίτι τους, άλλωστε, είχε ως μοναδική πηγή θερμότητας την παραστιά, η οποία βρισκόταν στο άλλο δωμάτιο, το χειμωνιάτικο, όπως το λέγανε, και εξέπεμπε στοιχειώδη θαλπωρή στον χώρο, όπου περνούσε η οικογένεια μεγάλο μέρος του χρόνου και δεχόταν τους επισκέπτες.

   Βέβαια, για κείνη ούτε το κρύο ούτε η ζέστη ήταν λόγοι, για να χαρίσει στον εαυτό της την πολυτέλεια ν’ απολαύσει λίγη εωθινή ανεμελιά, αφού οι χρείες της οικογένειας ακόμα και τις γιορτινές μέρες την καλούσαν. Ήταν, λες, συντονισμένη μ’ αυτές και δεν φειδόταν κόπων, προκειμένου να είναι όλα και για όλους έτοιμα στην ώρα τους.

   Έτσι, κι εκείνη τη μέρα, η Λάμπρω διάβηκε πουρνό πουρνό τη θύρα του σπιτιού της μπουμπουλωμένη* με το κεφαλομάντηλό της και πήγε στον στάβλο να φροντίσει τα ζωντανά τους. Μόλις τέλεψε, επέστρεψε και πιάστηκε με το συγύριο του χειμωνιάτικου δωματίου. Μάζεψε και τις στάχτες της γωνιάς και τις φύλαξε σ’ έναν τενεκέ, για να τις πετάξει άλλη στιγμή στον κήπο, αφού αυτές, ειδικά, των γιορτινών ημερών, θεωρούνται καλό λιπαντικό, αλλά και υλικό αποτροπαϊκό για κάθε κακό, που μπορεί να πλήξει τη σοδειά. Κατόπιν, τοποθέτησε προσανάμματα και ξύλα στο κέντρο της παραστιάς κι έσπρωξε επιτήδεια από κάτω τους ζώπυρα κάρβουνα, τα οποία είχαν απομείνει σχεδόν αδρανή όλη τη νύχτα στη χόβολη κι εκείνη, μαθημένη από παιδί, τα ’χε ξεχωρίσει και τα ’χε κρατήσει γι’ αυτό τον σκοπό, όταν μάζωνε τις στάχτες.

   Για το πρωινό ετοίμασε τσάι και φέτες ψωμιού πασπαλισμένες με ζάχαρη, πάνω στις οποίες θα πρόσθετε ο καθένας όσες στάλες νερού ήθελε. Το λιτό πρωινό δεν είχε να κάνει γιορτιάτικα με την ανεπάρκεια τροφής, αλλά με τη μέρα, που είχε ξημερώσει, και το ημερολόγιο έγραφε 5 Ιανουαρίου. Ήταν παραμονή των Θεοφανείων, δηλαδή, και γιορτή του Σταυρού, που σήμαινε πως, μετά την ευωχία των γιορτών, οι οποίες προηγήθηκαν, θα τηρείτο αυστηρή νηστεία με αλάδωτο φαΐ!

 

   Κατά τις οκτώ, αφού όλα ήταν έτοιμα, άρχισε το προσκλητήριο των παιδιών, μια κι ο Θεοφάνης, ο άντρας της, βρισκόταν από ώρα κοντά της και τη συνέδραμε σ’ ό,τι μπορούσε. 

   – Ξυπνήστε, παιδάκια μου, ξυπνήστε! Πρέπει να ετοιμαστείτε! Σε λίγο θα περάσει ο παπάς με τον Ιορδάνη*! 

   – Αμέσως, μανούλα, αμέσως, είπαν με μια φωνή και πετάχτηκαν από τα κρεβάτια τους.       

   Σε λίγο ήταν έτοιμα. Κάθισαν γύρω από την τάβλα, κοντά στο παραγώνι, κι απόλαυσαν το ζεστό τσάι, τις φέτες με ζάχαρη, καθώς και λίγα ξερά σύκα, ενώ η αναμμένη φωτιά αντιφέγγιζε στα πρόσωπά τους. Τα παιδιά, ο Ιωάννης, η Αλεξάνδρα και ο Αντωνάκης, χορτασμένα, μάζεψαν την τάβλα, κάθισαν γύρω από τη γωνιά κι ανέμεναν την άφιξη του παπά. Ενώ χάζευαν τη φωτιά και τα δαχτυλιδάκια του καπνού της, λέγοντας ιστορίες, που αφορούσαν στην περσινή παραμονή των Θεοφανείων, χτύπος ακούστηκε στη θύρα. Ο Αντωνάκης πετάχτηκε από το σκαμνάκι του, έτρεξε και την άνοιξε χωρίς χρονοτριβή. Μπροστά του στεκόταν θεόρατος ο παπά Κώστας με το θυμιατό, τον σταυρό και την αγιαστούρα από δεντρολίβανο στο χέρι, ενώ δίπλα του ήταν το παπαδοπαίδι, ο Νικόλας, κρατώντας ένα κατσαρόλι με χερούλι, το οποίο είχε μέσα νερό. 

   – Καλημέρα, Αντωνάκη, χρόνια πολλά, είπε ο παπάς. Η μαμά σου, ο μπαμπάς σου, δεν είναι εδώ;

   – Εδώ είναι, απάντησε χαμογελαστός ο μικρός, ενώ από μέσα έφτασε πρόσχαρη η φωνή της μητέρας του.

   – Εδώ είμαστε, παπά Κώστα, καλημέρα και χρόνια πολλά, έλα, πέρασε μέσα να μας αγιάσεις!       

   – Καλημέρα, Λάμπρω, χρόνια πολλά και καλά, να χαίρεσαι ό,τι αγαπάς! Χρόνια πολλά σε όλους!     

   – Επίσης, παππούλη, επίσης! Να ’σαι καλά να μας έρχεσαι κάθε χρόνο τέτοια μέρα!

   – Αμήν, τέκνο μου, αμήν!  

   Οι ευχές ανταλλάσσονταν ευφρόσυνα ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, τον λειτουργό του Υψίστου και τον Νικόλα κι όλοι πήραν τη δέουσα θέση στο χειμωνιάτικο δωμάτιο, προκειμένου να μετάσχουν στον αγιασμό. Η οικογένεια, μάλιστα, ασυναίσθητα, σχεδόν, σχημάτισε ημικύκλιο απέναντι από τον ιερέα και τον βοηθό του.

   Η μέρα ήταν συννεφιασμένη – χιονιάς προμηνυόταν – και η ατμόσφαιρα στο ημίφως και την ησυχία του δωματίου είχε γίνει υποβλητική. Οι μόνοι ήχοι που ακουγόντουσαν ήταν οι ιερές μελωδίες και το τριζοβόλημα της φωτιάς, ενώ το λιβάνι μεθούσε τις αισθήσεις με το άρωμά του. Ώσπου, το «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε…», τους συνήγειρε και το έψαλλαν μελωδικά με τον ιερέα, ο οποίος με την αγιαστούρα έριχνε σταυρωτά αγιασμένο νερό στον χώρο και μετά στον καθένα ξεχωριστά, τείνοντάς τους τον σταυρό, για να τον ασπαστούν, και ευχόμενος τα δέοντα.

   Μόλις ολοκληρώθηκε η τελετή, ανταλλάχτηκαν πάλι ευχές κι όλοι κατευόδωσαν την ιερή συντροφιά, ρίχνοντας μέσα στο κατσαρόλι κέρματα για το καλό, αφού ο ιερέας δεν δεχόταν αμοιβή, αλλά σύμφωνα με τη συνήθεια εκείνη τη μέρα γύριζε για χρόνια από σπίτι σε σπίτι και αγίαζε έμψυχα και άψυχα, πριν τον μεγάλο αγιασμό της επόμενης μέρας.  

 

   Τα χρόνια διάβηκαν και η Λάμπρω, υπερήλικη πια, με τον σύντροφό της να ’χει φύγει από τη ζωή και τα παιδιά να ’ναι ταξιδεμένα, μάταια ανέμενε κάθε χρόνο τον καινούργιο ιερέα του χωριού να διαβεί τη θύρα της και ν’ αγιάσει εκείνη και το σπιτικό της. Θλιβόταν πολύ κι ένιωθε πως, τόσο αυτό, όσο κι άλλα από τα έθιμα του χωριού της χάνονταν στη ρύμη των καιρών. Οι άνθρωποι απομάκρυναν από τη ζωή τους έναν μετά τον άλλον τους δεσμούς με το παρελθόν και τους προγόνους τους και η ίδια ποθούσε, σχεδόν παρακαλούσε, να ’ρθει η ώρα να πεθάνει, για να μη βλέπει την κατάντια, όπως έλεγε. Κι ο Θεός τη λυπήθηκε, φαίνεται, και την πήρε από τη ζωή μια παραμονή Θεοφανείων, την ώρα που περίμενε να χτυπήσει η θύρα της και να μπει ο ιερέας με τον Ιορδάνη!  

 

* μπουμπουλωμένη με τυλιγμένο πολύ καλά το κεφάλι της, έτσι που μόνο τα μάτια της ή και η μύτη και τα χείλη της να φαίνονται  

** θα περάσει ο παπάς με τον Ιορδάνη θα περάσει ο παπάς και, κάνοντας κατ’ οίκον αγιασμό, θα αναπαραστήσει μ’ έναν τρόπο τη βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη

 

Σημείωση: Το διήγημα εστάλη μαζί με γιορτινές ευχές και σχολιάστηκε:

Λαμπρινή Στάμου: Να 'ξερες πόσο νοσταλγικά με ταξίδεψες με το διήγημά σου! Σ’ ευχαριστώ! Να είσαι καλά και να μας θυμίζεις όμορφες ξεχασμένες εικόνες, που για μας που τις ζήσαμε είναι αποκούμπι σ’ αυτόν τον αφιλόξενο κόσμο που ζούμε!

Άννα Φωτιάδου - Μίθυμη: Ωραίο το διήγημα! Σ' ευχαριστώ!

Αικατερίνη Λάμπρη: Διάβασα το διήγημα. Πολύ ωραίο!

Νίκος Παπακωνσταντόπουλος: Πολύ νοσταλγικό και συγκινητικό το διήγημά σου και με πολλά λαογραφικά στοιχεία! Σ’ ευχαριστώ πολύ που με ταξίδεψες σε «κοινούς» - γνώριμους τόπους και χρόνια, κι ας απέχουν οι ιδιαίτερες πατρίδες μας «παρασάγκας»!

Γεωργία Τάτση: Το διήγημά σου μου ζέστανε την καρδιά. Παπαδιαμαντικό.

Λιλή Καμπρή: Όσον αφορά στο διήγημα, τι να πω; Με εξέπληξες ευχάριστα για μιαν ακόμη φορά. Εξαιρετικό!!! Ομορφες μνήμες, που μόνο συγκίνηση και νοσταλγία μας κομίζουν! Σε ευχαριστώ που υπάρχεις και αφιερώνεις από τον χρόνο σου, για να διατηρείς αυτές τις παραδόσεις ζωντανές στην μνήμη μας. Ο Θεός να σε 'χει καλά και για πολλά - πολλά χρόνια να προσφέρεις αφειδώλευτα τα λογοτεχνικά σου χαρίσματα σε όλους, όσοι δεν θέλουν να λησμονήσουν τις ρίζες τους.

Πέτρος Μυλωνάς: Η γραφίδα σου έχει ένα άρωμα Παπαδιαμάντη, μόνο που το θέατρο δράσης δεν είναι η Σκιάθος, αλλά τα δικά μας κακοτράχαλα πεζούλια.

Παναγιώτης Χαλούλος: Διάβασα μόλις το διήγημά σου, που μου θύμισε πάλι τα παιδικά μου χρόνια!

Κατερίνα Σχισμένου: Τι υπέροχο δώρο...

Θεώνη Στούμπου: Ωραίο το διήγημα, αλλά στενάχωρο το τέλος!

Ειρήνη Μπόμπολη: Διάβασα το διήγημά σου. Ανάγλυφα συναισθήματα  άλλων εποχών και η πικρή αλήθεια ότι όλα φεύγουν και χάνονται. Το θλιβερό είναι ότι χάνονται ανεπαίσθητα και ξαφνικά, εκεί που νομίζεις ότι υπάρχει ακόμα καιρός...

Κώστας Μαργώνης: Η "Λάμπρω" είναι το καλύτερο δώρο των Χριστουγέννων.

Σταύρος Ιντζεγιάννης: Διάβασα το διήγημά σου. Όπως πάντα ...πρώτη. Σε καμαρώνω και σε ζηλεύω.

Ελένη Καρανίκα: Πολύ ωραίο το διήγημά σου, όπως όλα, αλλά στενοχωρήθηκα!

Δημήτρης Παπανικολάου: Αν δεν διάβαζα το διήγημά σου, δώρο ακριβό τούτες τις Άγιες Ημέρες, δεν θα σου έγραφα. Μόλις το διάβασα και σ' ευχαριστώ για την γλυκιά αναπόληση, που μου έδωσες με τη λιτή και δωρική γραφή σου. Εμείς που τα ζήσαμε, τα αναπολούμε, όπως η ηρωίδα του διηγήματός σου. Αλλοτινά και ευτυχισμένα, θα έλεγα, χρόνια, καθώς όλα αυτά λειτουργούσαν ως αντίδοτο στη στέρηση των καιρών. Σήμερα, που δεν υπάρχει στέρηση, αλλά η λοινωνία ασθενεί, ποιο αντίδοτο θα βρεθεί να γιάνει τις πληγές και τον "πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων", παραφράζοντας εδώ τον Καρυωτάκη.

Κώστας Κοτζιούλας: Ευχαριστούμε για το πραγματικά πάρα πολύ ωραίο ηθογραφικό σας.

 

Σχόλια από την ανάρτηση του διηγήματος στο fb, 5-1-2020:

Φωτεινή Βεντίστα: Καλημέρα Γιώτα. Χρόνια Πολλά. Να είσαι καλά που μας θυμίζεις έθιμα παλαιότερων χρόνων.Αυτό με τον ιερέα που σαν σήμερα περνούσε από τα σπίτια και έκανε αγιασμό, για να είμαι ειλικρινής το είχα ξεχάσει. Εχω μία απορία. Τι είναι η παραστιά; Δεν το έχω ξανακούσει.

Απάντηση:  Καλημέρα, Φωτεινή, και χρόνια πολλά! Σ' ευχαριστώ πολύ! Η παραστιά είναι η γωνιά, το σημείο στο οποίο ανάβουμε τη φωτιά.

Ευαγγελία Κολιομάρου: Γιώτα μου, Καλημέρα και Χρόνια πολλά για σημερινή γιορτή του Σταυρού!!!!! Συγχαρητήρια για τον εκπληκτικό τρόπο που γράφεις!!! Είναι συναρπαστικό!!!! Χ

Απάντηση:  Καλημέρα, Ευαγγελία μου. Χρόνια πολλά και καλά! Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!

Δημήτρης Σκαναβής: Καλημέρα κα Λάμπρη. Το ιστορικό περαστικό που μας εξιστόρησες με συγκίνησε πολύ βαθιά και το έζησα τα παιδικά μου χρόνια που ήταν χωριό η έξω Αγυιά. Κρίμα στη σύγχρονη εποχή που σπανίζει αυτό το έθιμο της ορθοδοξίας μας. Σε ευχαριστούμε για το κόπο σου. Χρόνια πολλά με υγεία!!

Απάντηση: Καλημέρα σας! Χρόνια πολλά, με υγεία και κάθε άλλο καλό! Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας!

Νόπη Γραικούση: Congrats!

Απάντηση: Ευχαριστώ πολύ, Νοπη μου! Χρόνια πολλά!

Παναγιώτης Χαλούλος: Καλημέρα, χρόνια πολλά! Ωραίο το διήγημά σου, Παναγιώτα! Θυμάμαι πως το έχω ξαναδιαβάσει. Από μικρό παιδί εντύπωση μου έκανε η συνήθεια που περιγράφεις: "...ρίχνοντας μέσα στο κατσαρόλι κέρματα για το καλό..." και αναλογιζόμουν πώς έριχναν κέρματα μέσα στο νερό, με το οποίο άγιαζε ο παπάς! Δεν εθεωρείτο αγιασμένο, αγιασμός; Δεν ήταν μία βεβήλωση;... Ο ιερέας της ενορίας συνεχίζει το έθιμο, περνά από τα σπίτια, και όχι απλώς ραντίζει, αλλά κυριολεκτικά καταβρέχει, πλημμυρίζει δάπεδα και αντικείμενα του σπιτιού!...

Απάντηση: Καλημέρα, Παναγιώτη! Χρόνια πολλά και καλά! Το έθιμο της ρίψης χρημάτων νομίζω πως, πέραν της συνήθειας που και σήμερα υπάρχει σε δημόσιες κρήνες, συντριβάνια ναών κ.λ., σχετίζεται με το ότι παλιότερα οι ιερείς δεν είχαν κρατική αμοιβή, οπότε αμείβονταν σε είδος από τους ενορίτες (καλαμπόκι, εν προκειμένω χρηματικό φιλοδώρημα, κ.λπ.). Όσο για το διήγημα, το έχεις διαβάσει, διότι σου το είχα στείλει προ καιρού. Σε χαιρετώ.

Π. Χαλούλος: Συμφωνώ, μόνο που το χρηματικό φιλοδώρημα δεν θα έπρεπε να αποδέχονται οι ιερείς να το ρίχνουν μέσα στον αγιασμό. Εκτός αν έτσι ...καθιερώνεται (καθαγιάζεται) η αμοιβή!

Απάντηση: Τι να σου πω, Παναγιώτη! Προσπάθησα να δώσω μια ερμηνεία, χωρίς να σημαίνει πως είναι και η αλήθεια. Απ' ό,τι θυμάμαι ο ιερέας, που κατά την παιδική μου ηλικία τηρούσε το έθιμο, αρνούνταν ευγενικά αυτό το φιλοδώρημα, αλλά οι νοικυρές του έριχναν έναν μικρό οβολό στο κατσαρολάκι, εκδηλώνοντας την ευχαρίστησή τους, που είχε φτάσει ως τα φτωχικά τους να τα ευλογήσει! Βέβαια, αν θελήσουμε να δούμε βαθύτερα το θέμα θα φτάσουμε και σε κείνη την απόφανση του Κρέοντα προς τον Τειρεσία για τη φιλοχρηματία των ιερέων και άλλα πολλά! Έρρωσο!

Λαμπρινή Παπαβασιλείου: Καλημέρα, Γιώτα μου, ο έξοχος τρόπος γραφής σου ζωντανεύει ήθη και έθιμα, θύμησες από διηγήσεις και βιώματα παλιότερων εποχών και νιώθω συγκίνηση όταν διαβάζω τα κείμενα σου.Χρονια πολλά για τις ημέρες πάντα άξια στο έργο σου!

Απάντηση: Καλημέρα, Λαμπρινή μου! Σ' ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια! Χαίρομαι, όσο κι αν μοιάζει αντιφατικό, που σε συγκινούν τα κείμενά μου! Να είσαι καλά!

Πέπη Γιάννου: Πολύ ωραία και αβίαστη γραφή με τόνους από Παπαδιαμάντη, δοσμένη όμως με το δικό σου φυσικό τρόπο. Καλή χρόνια, Γιώτα μου, με ωραία γραψίματα!

Απάντηση: Καλημέρα, Πέπη μου! Χρόνια πολλά και ευτυχισμένη χρονιά! Σ' ευχαριστώ πολύ για τις κρίσεις σου! Να είσαι καλά! 

Νάνσυ Παπαζώη: Πολυ ωραίο το διήγημά σου Γιωτα!!!Ευχαριστούμε!!!Χρόνια πολλά και Καλή χρονιά με υγεία!!!

Απάντηση: Ευχαριστώ πολύ, Νάνσυ μου! Χρόνια πολλά και ευτυχισμένη χρονιά σου εύχομαι!

Αριστοτέλης Αράπης:  Όμορφο διήγημα Παναγιώτα... Αν και καταθλιπτικό... Χρόνια πολλά και καλή χρονιά!

Απάντηση: Ευχαριστώ πολύ, Αριστοτέλη! Και η θλίψη μέρος της ζωής μας είναι! Να είσαι καλά!

Βάσω Κίτσου:  Καλή Χρονια και Χρόνια Πολλά, Γιωτα μου... Ωραίο το διήγημα σου με τη λιτή, αλλά συνάμα μεστή και περιεκτική γραφή σου. Να είσαι πάντα καλά.

Απάντηση: Επίσης, Βάσω μου! Κάθε καλό σας εύχομαι! Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια! 

Νίκος Παπακωνσταντόπουλος: Καλησπέρα, Γιώτα! Τί άλλο θα μπορούσα να πω από "ΤΕΛΕΙΟ"!!! Έντονες αναμνήσεις και μεγάλα και δυνατά συναισθήματα από τις συνήθειες και τα έθιμα, που η γενιά μας πλουσιοπάροχα βίωσε στα παιδικά της χρόνια! Και προσωπικά θυμάμαι, πως όσο γλυκός να ήταν ο ύπνος το πρωί κάτω από τα χοντρά-χειμωνιάτικα σκεπάσματα, το πρωινό της παραμονής, της "Πρωτάγιασης", όπως τη λέμε εμείς, εκείνη την ημέρα σηκωνόμαστε από τα χαράματα, γιατί η αναμονή του παπά ήταν μεγάλο γεγονός! Όσο κι αν μα πονάει ο επίλογος, όμως, είναι πραγματικότητα, γι' αυτό και μας πονάει περισσότερο! Και βέβαια, πέρα από τα "χρόνια πολλά" θα σου ευχηθώ από καρδιάς για τη σημερινή μέρα, θα σου ευχηθώ και καλή έκδοση!

Απάντηση: Καλημέρα, Νίκο. Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια, αλλά και για τις ευχές σου! Πράγματι, όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά για μας, μας στηρίζουν, μας εμπνέουν και μας διδάσκουν δια βίου. Η σπουδαιότητα τους, όμως, δεν είναι μόνο προσωπική, αλλά συλλογική. Να είσαι καλά και η νέα χρονιά να είναι για σένα και τους αγαπημένους σου ευτυχισμένη!

Κωνσταντίνος Τσαχρέλιας: Ευχαριστούμε πολύ Γιώτα για τα ΦΩΤΑ σου!

Απάντηση: Καλημέρα, Κώστα. Εγώ ευχαριστώ! Κάθε καλό σου εύχομαι!