Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Απάνθισμα

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Διήγημα της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

Στην κρήνη της Συκιάς, (14-12-2019)

 

    Το 2020, το διήγημα «Στην κρήνη της Συκιάς» (ψευδώνυμο: Τερψιχόρη) διακρίθηκε με έπαινο στον Γ' Πανελλήνιο Λογοτεχνικό

Διαγωνισμό των «Πνευματικών Οριζόντων Λεμεσού».

 

   Είχε φθινοπωριάσει για τα καλά! Ο ήλιος είχε μετατοπιστεί πιο νότια στον ανατολικό ορίζοντα, ενώ τα πρωινά και τα δειλινά απέπνεαν δροσιά, η οποία έφθανε  αναζωογονητική στα πνευμόνια των ξωμάχων, αλλά και όλων εκείνων, που, εκτιμώντας την αξία της, άνοιγαν τα παράθυρα να μπει στο σπίτι η αύρα της, ενώ δεν παρέλειπαν να βγουν έξω, να περπατήσουν και να βεβαιωθούν για τη σημασία των φαινομενικά μικρών στιγμών της ζωής.

   Αυτό έκανε εδώ και αρκετά χρόνια κι ο κυρ - Ανέστης. Πλέον, είχε περάσει το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, αλλά μόνο σε περίπτωση επιδείνωσης του καιρού ή κάποιου άλλου έκτακτου γεγονότος δεν έκανε τον πρωινό του περίπατο. Ειδικά, αφότου έχασε τη συμβία και, λίγα χρόνια μετά, τη μοναχοκόρη του, η καθημερινή του πεζοπορία, μικρή ή μεγαλύτερη, έμοιαζε με ιερή διαδρομή, στην οποία, λες, μάταια τις αναζητούσε!

 

   Εκείνο το πρωινό στις αρχές Νοεμβρίου, σαν να ψήλωσε ο νους του, σκέφτηκε να περπατήσει σ’ έναν δρόμο, τον οποίο είχε χρόνια να διαβεί. Θέλησε να πάει ως την κρήνη της Συκιάς, που βρισκόταν στο πάνω μέρος του χωριού. Δύσκολο το εγχείρημα! Όχι τόσο για την απόσταση, αλλά διότι η διαδρομή στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν ανηφορική.

   Όταν, λοιπόν, πήρε το ανηφόρι, συνάντησε και καλημέρισε τον Σπύρο.

   – Για πού το ’βαλες, κυρ - Ανέστη;  

   – Να, είπα να περπατήσω ως τη βρύση της Συκιάς! Έχω χρόνια να πάω ως εκεί και την πεθύμησα! 

   – Καλά θα κάνεις, αλλά ο δρόμος έχει ανηφοριές! Θα κουραστείς! 

   – Νιώθω καλά σήμερα! Θα πάω σιγά σιγά! Έχω και το μπαστουνάκι μου! Πιστεύω πως θα τα καταφέρω!

   – Εντάξει, εντάξει! Αφού το θέλεις τόσο πολύ! Θα σε περιμένω! Όταν επιστρέψεις, θα πιούμε μαζί καφεδάκι!

   – Ευχαριστώ πολύ, παιδί μου! Να ’σαι καλά, μια άλλη φορά!

   – Όπως θέλεις! Καλό δρόμο να ’χεις!

 

   Ο πρεσβύτης προχωρούσε αργά και προσεκτικά στον ανωφερή δρόμο στηριζόμενος στη βακτηρία του, την οποία ο ίδιος είχε πελεκήσει από ξύλο μουριάς, για να ’ναι αλαφριά, όπως έλεγε. Πόσο μάλλον, που στην αρχή της αυτή η οδική αρτηρία του χωριού είχε ιδιαίτερα μεγάλη κλήση, κάτι που κιόλας του ’δινε κουράγιο, αφού θα τη διένυε στην αρχή της οδοιπορίας του.

   Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, βέβαια, σταματούσε, για να πάρει ανάσα, για να παρατηρεί τον πέριξ χώρο, αλλά και για να ατενίζει τον ορίζοντα! Σταμάτησε κοντά στο σημείο, όπου βρισκόταν παλιότερα μεγάλος λάκκος συγκέντρωσης νερού για το πότισμα των χωραφιών, που πλήθος σχετικές μνήμες του ανακάλεσε, αλλά και πιο πάνω, πολλές φορές διέκοπτε την πορεία του, για να χαρεί τα υπέροχα χρώματα του φθινοπώρου, για να χαζέψει τα φύλλα των φυλλοβόλων δέντρων, τα οποία, έχοντας κάνει τον κύκλο της ζωής τους, αποκολλούνταν ένα μετά το άλλο και, γενόμενα φτερά στο ελαφρύ αεράκι, που από το βουνό κατέβαινε, χόρευαν τον επιθανάτιο χορό τους, ώσπου στη μάνα γη να επιστρέψουν! Και στο παρόδιο προσκυνητάρι στάθηκε. Ακούμπησε στον τοίχο του τη βακτηρία του, έβγαλε το καπέλο του και το πέρασε κάτω από τη μασχάλη, έκανε τον σταυρό του κι άναψε το καντήλι, ενώ η μνήμη στις γυναίκες της ζωής του νοσταλγικά αναγύριζε! Μόλις τέλεψε την απόδοση τιμής στο θείον, συνέχισε την πορεία του, κάνοντας ακόμα μία στάση στη Βρυσούλα, τη μικρή νερομάνα, για να πιεί νεράκι! Έσκυψε με ιερότητα στην κάνουλα της πηγής, ξέπλυνε τα χέρια του, ένωσε τις παλάμες του και τις γέμισε τρεις τέσσερις φορές με νερό, το οποίο απολαυστικά κατάπιε δροσίζοντας τον μέσα κόσμο του! Κατόπιν, κάθισε για λίγο σ’ ένα ευμέγεθες λιθάρι να αναλάβει δυνάμεις και ξανακίνησε. Τα κοτσύφια, τα σπουργίτια, οι τρυποφράχτες,…, κάποιο ορνίθι, που διαλαλούσε τα γεννητούρια του, καθώς και τα νερά, που κατηφόριζαν στην παρακείμενη ρεματιά, διατάρασσαν ευχάριστα την εκκωφαντική κατά τα άλλα ησυχία.

 

   Όταν έφτασε στην κρήνη της Συκιάς, η οποία πολύ είχε αλλάξει στη ρύμη του χρόνου, καθώς την αρχέγονη νερομάνα, που πήγαζε από σπηλιά στα ριζά του θεόρατου πέτρινου όγκου, τη διαδέχθηκε όμορφη λιθόχτιστη κρήνη με υπόστεγο, πεζούλια και αυλάκι, το οποίο οδηγούσε το νερό σε παρακείμενη δεξαμενή, και που η σημερινή μορφή της, υποταγμένη στις ανάγκες και την αισθητική άλλων καιρών,  καμία από τις προηγούμενες δεν θύμιζε, ένα κύμα ανακούφισης κατέκλυσε τα σωθικά του! Σχεδόν, ένιωσε περήφανος, που κατάφερε να φτάσει ως εκεί! Κάθισε σ’ ένα πεζούλι, ακούμπησε τη βακτηρία δίπλα του, σκούπισε μ’ ένα μαντίλι τον ιδρώτα του προσώπου του και μόνος, καθώς ήταν, αφέθηκε στον ήχο του τρεχούμενου νερού, το οποίο σαν μιας μορφής μουρμουρητό έμοιαζε!

   Κι εκεί, με συντροφιά τη μοναξιά και τους ήχους της φύσης, σχεδόν ανεπαίσθητα, ο νους του μάκρυνε από το παρόν και το είναι του κατακλύστηκε από αναμνήσεις!

   Ήτανε γιορτή των Θεοφανείων! Έτσι, του φάνηκε. Η θεία λειτουργία είχε τελειώσει στον ναό της Αγίας Παρασκευής κι ενώ έκανε κρύο και το τοπίο ήταν καλυμμένο από λεπτό μανδύα φρέσκου χιονιού, έφθανε στην πηγή η ιερή πομπή, στην οποία πρωτοστατούσαν τα παιδιά, που κρατούσαν τα εξαπτέρυγα, ο ιερέας και οι ψαλτάδες, ενώ ακολουθούσαν όλοι όσοι είχαν εκκλησιαστεί, μικροί και μεγάλοι, προκειμένου να μετάσχουν στην τελετή αγιασμού των υδάτων. Μόλις έφτασε κι ο τελευταίος και όλοι είχαν πάρει θέση γύρω από την ιερή συντροφιά, η οποία στεκόταν πέριξ μιας μεγάλης πέτρας, που χρησιμοποιείτο ως ιερή τράπεζα, επεκράτησε απόλυτη σιγή, ενώ το σκηνικό ερχόταν από χρόνο μακρινό, καθώς θύμιζε αρχέγονες θρησκευτικές τελετές, οι οποίες γινόντουσαν στην είσοδο ή στο εσωτερικό σπηλαίων! Ώσπου… Η δωρική φωνή του ιερέα, ο οποίος άρχισε να ψάλλει το «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε,…», διέρρηξε τη σιωπή, ενώ σύσσωμη η ομήγυρη μετείχε στην ψαλμωδία, δημιουργώντας ατμόσφαιρα μαγική! Κι όταν ολοκληρώθηκε η τελετή, όλοι έσπευσαν ν’ αγιαστούν, να γεμίσουν τα μικρά αγγειά, που είχαν μαζί τους, με αγιασμένο νερό, με το οποίο θα ράντιζαν το σπίτι, τους αχυρώνες, τα ζωντανά, τους αγρούς τους, ενώ από τις ευχές, τους ασπασμούς και τη χαρά της γιορτής, μια ευφρόσυνη χλαλοή απλωνόταν γύρω.

 

   – Κυρ - Ανέστη, κυρ - Ανέστη!

   Αυτό ήταν το κάλεσμα, το οποίο έφτασε από τον παρακείμενο δημόσιο δρόμο και διέκοψε τις ονειροπόλες αναμνήσεις του γέρου, ενώ η φωνή συνέχισε:

   – Καλημέρα, κυρ - Ανέστη! Είσαι καλά; Τι κάνεις εδώ μόνος σου;      

   Εκείνος έστρεψε το βλέμμα του - είχε ήδη αναγνωρίσει τη φωνή - και είδε τον γιο του γείτονά του, του Δήμου, ο οποίος είχε κιόλας σβήσει τη μηχανή του αυτοκινήτου του και κινείτο προς το σημείο, όπου καθόταν.

   – Καλώς τον! Καλημέρα, παιδί μου! Καλά είμαι, τουλάχιστον για την ώρα! Να, είχα χρόνια ν’ ανέβω μέχρι τη βρύση της Συκιάς, το έκανα σήμερα, και με συνεπήραν οι αναμνήσεις! Βλέπεις, ακόμα και τ’ άψυχα, με τα οποία έχεις συνδεθεί κάποτε, έχουν πάντα κάτι να σου θυμίσουν και να σου μολογήσουν. Κι εμένα τούτη η νερομάνα μου ξύπνησε πολλές θύμησες! 

   – Το ξέρω, το ξέρω! Αλλά σήκω, τώρα! Θα σε πάω εγώ στο σπίτι! Άλλωστε, θα ’χεις κουραστεί με τόσο δρόμο, που έκανες! Θα ’ναι δύσκολο να επιστρέψεις με τα πόδια!    

   – Αχ! παιδί μου, ο δρόμος δεν είναι μακρύς! Τα πόδια μου κοντύνανε!

   – Εντάξει, εντάξει! Έλα, δος μου το χέρι σου και πάμε σιγά σιγά!    

   Ο γέροντας κι ο νεαρός, καθώς βάδιζαν σε αργό ρυθμό προς το αυτοκίνητο, θύμιζαν αρχετυπικές μορφές πατέρα και γιου, που από τα βάθη των αιώνων έρχονταν! Μόλις έφτασαν, ο νέος τον βοήθησε να καθίσει και, μόλις κίνησαν, τον ρώτησε: 

   – Τι θύμησες σου ’φερε η κρήνη της Συκιάς, παππούλη;           

   – Μμμμ! Να! ανάμεσα σ’ άλλα, τον αγιασμό των υδάτων, που κάποτε γινόταν εδώ! Ήταν τόσο ιδιαίτερη αυτή η γιορτή κοντά στη φύση! Θύμιζε γιορτές των προγόνων μας!

   – Αλήθεια; Για πες μου!

   – Ναι, παιδί μου! Θα πεις, ίσως, πως εκείνοι δεν ήταν χριστιανοί και δεν γίνεται να είχαν παρόμοιες γιορτές με μας! Το ξέρω, μοιάζει παράξενο, αλλά διάβαζα κάπου - γνωρίζεις ότι πολλές ώρες της μοναξιάς μου τις περνώ διαβάζοντας - πως συνήθιζαν, εκτός από τους ναούς, να λατρεύουν κάποιους από τους θεούς τους σε σπήλαια! Να, όπως κι εμείς ερχόμασταν στη νερομάνα, όπου με συνάντησες, και κάναμε τον αγιασμό των υδάτων! Αλλά και ο ίδιος ο αγιασμός από την αρχαιότητα έρχεται!

   – Τι λες, κυρ - Ανέστη! Πρώτη φορά τ’ ακούω αυτό!

   – Δεν πειράζει, γιε μου! Ο άνθρωπος, όσο ζει, μαθαίνει! Όπως κι εγώ! Που λες, στην αρχαία Αθήνα υπήρχε μια γιορτή, η οποία λεγόταν των Πλυντηρίων! Μία από τις εκδηλώσεις της ήταν η πομπή από τον Παρθενώνα προς τη θάλασσα, όπου γινόταν τελετουργικό πλύσιμο του αγάλματος της θεάς Αθηνάς Πολιάδος στα νερά του Φαλήρου από τις Πραξιεργίδες ιέρειες, οι οποίες ήσαν ταγμένες να ετοιμάζουν το άγαλμα της θεάς για το λουτρό! Το έγδυναν από τα ενδύματα και τα κοσμήματα, το κάλυπταν με πέπλο και, μετά το λουτρό, το στόλιζαν πάλι, όπως πριν! Μάλιστα, υπάρχουν μέρη στην πατρίδα μας, όπου πλένουν τις εικόνες, όπως ακριβώς οι αρχαίοι πρόγονοί μας έπλεναν το άγαλμα της Αθηνάς! Δεν είναι συγκινητικό! Σήμερα, εκεί στην κρήνη της Συκιάς, όταν με συνεπήραν οι αναμνήσεις, είδα μπροστά μου μια παρόμοια πομπή και τελετουργία, αλλά για διαφορετικό θεό, τον δικό μας Θεό!               

   Ο Κωνσταντίνος, έτσι ήταν το όνομα του νέου, έμεινε ενεός με όσα άκουγε! Είχαν από ώρα φτάσει έξω από το σπίτι του κυρ - Ανέστη, αλλά δεν τον αποβίβασε από το αυτοκίνητο, παρά αφού ολοκλήρωσε την αφήγησή του. Ήταν τόσο ενδιαφέροντα και πρωτόγνωρα όσα άκουγε κι ένιωθε πως του άνοιγαν έναν καινούργιο δρόμο για να βλέπει τον αγιασμό των υδάτων! Τον πιο ορθό τρόπο, καθώς διαπίστωνε πως μόνο οι θεοί άλλαξαν στη ρύμη των καιρών, ενώ οι πιστοί διέσωσαν τα αρχαία θρησκευτικά νόμιμα προσαρμόζοντάς τα στη νέα τους θρησκεία! Κι αυτό δεν ήταν μόνο γοητευτικό, αλλά σημαντικό στην ουσία του!     

 

   – Έλα, σοφέ μου γέρο, κατέβα να σε πάω μέχρι την είσοδο του σπιτιού σου!

   – Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου, σ’ ευχαριστώ! Όλα τα καλά του Θεού να ’χεις!

   – Εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ! Να ’ξερες πόσο σημαντική είναι αυτή η μέρα για μένα! Να ’σαι καλά, παππούλη! Θα περάσω κάποια στιγμή να τα ξαναπούμε!

   – Να περάσεις, να περάσεις! Θα χαρώ να σε δω!

   Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια τους. Ο Κωνσταντίνος του άνοιξε την πόρτα, έσκυψε και του φίλησε ευλαβικά το χέρι και τον αποχαιρέτησε. Την επομένη το πρωί χτύπησε πένθιμα η καμπάνα της Αγίας Παρασκευής! Ο κυρ - Ανέστης είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια!