Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Σκέψεις

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Ταξιδιωτικό της Παναγιώτας Π. Λάμπρη

Στο φαράγγι του Γούμερου, (5-4-2014)

 

            Η απόφαση για την πεζοπορία μας στο φαράγγι του Γούμερου Ηλείας, για το οποίο είχαμε πάρει μια ιδέα από την πασίγνωστη και ενδιαφέρουσα εκπομπή «Μένουμε Ελλάδα» της άλλοτε κρατικής τηλεόρασης, ελήφθη χωρίς πολλούς ενδοιασμούς, όταν μάθαμε πως την οργανώνει η Οικολογική Κίνηση Πάτρας, γνωστή στην πόλη και για τις εκδρομές της.

      Έτσι, μετά από ετοιμασίες που επιβάλλει μια πεζοπορία, να ’μαστε το πρωί της τελευταίας Κυριακής του πρώτου μήνα της άνοιξης στην πλατεία Τριών Συμμάχων, όπου ήταν η ορισμένη συνάντηση πριν την αναχώρηση. Μετά τις τυπικές διαδικασίες που είναι απαραίτητες στις ομαδικές εκδρομές, τα δυο λεωφορεία που μετέφεραν τους συμμετέχοντες έβαλαν μπρος στις μηχανές και κινήσαμε.

      Άγνωστοι μέσα σε αγνώστους καθόμασταν στις θέσεις μας και ακούγαμε μουσική, ψιλοκουβεντιάζαμε ή ρίχναμε ματιές μέσα κι έξω απ’ το λεωφορείο. Μέχρι που διαβήκαμε τμήμα του δρυόδασους της Φολόης και  βγήκαμε από την εθνική οδό στρίβοντας δεξιά με κατεύθυνση το χωριό Γούμερο, η διαδρομή, την οποία προσφάτως είχαμε κάνει κατά την ημερήσια απόδρασή μας στο Λειβάρτζι, δεν μας κινούσε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Μόνη αλλαγή στο τοπίο, τα κλαδιά των δρυών που τα φουσκωμένα μάτια τους, ανοιγμένα εδώ κι εκεί, μηνούσαν πως σε λίγες μέρες το γυμνό από φύλλα δάσος θα πρασίνιζε προσφέροντας ιδιαίτερη ομορφιά και παχύφυλλο ίσκιο.

      Από την στιγμή, λοιπόν, που στρίψαμε για το χωριό του προορισμού μας, μέχρι που φτάσαμε, η φύση εξακολουθεί να προσφέρει απλόχερα χρωματισμούς και εικόνες με κυρίαρχη την παρουσία του Πηνειού ποταμού, του οποίου τα γαλάζια νερά κινούνται ελεύθερα στο επικλινές έδαφος πριν φυλακιστούν στην τεχνητή λίμνη που αενάως τα αναμένει για να γεμίζει τα αδηφάγα σπλάχνα της και να χαρίζει με την σειρά της ζωή στον ηλειακό κάμπο. Αυτό το ποτάμι, που πηγάζει απ’ τον  Ερύμανθο, συντροφεύει την μοναξιά του διηγούμενο ιστορίες παλιές σαν εκείνη  που τα νερά του μαζί με ’κείνα του Αλφειού καθάρισαν την κόπρο του Αυγεία φέρνοντας σε αίσιο τέλος τον πέμπτο άθλο του Ηρακλή!

      Λουσμένο στο φως του πρωινού μας καλωσορίζει το Γούμερο, το οποίο χτισμένο σε υψόμετρο εξακοσίων μέτρων στο μέσον μικρού οροπεδίου φαίνεται απλωμένο λες νωχελικά σε μια πλαγιά που η  απόληξή της είναι ένας ιδιαίτερης μορφολογίας τεράστιος πέτρινος όγκος. Ευρισκόμενο βορειοανατολικά του Πύργου, της πρωτεύουσας του νομού Ηλείας, στον οποίο ανήκει, έχει σπίτια χτισμένα σχετικά κοντά το ένα στ’ άλλο και στο κέντρο του χωριού κάνουν αισθητή την παρουσία τους  τα αναγκαία για την συνεύρεση των χωριανών καφενεία. Στην φιλόξενη γωνιά ενός απ’ αυτά σταθήκαμε για λίγο απολαμβάνοντας τον καφέ μας πριν αρχίσουμε την δύσκολη, όπως αποδείχθηκε, πεζοπορία μας.

      Κατά τις έντεκα η ομάδα μας, που αριθμούσε κάπου ογδόντα πέντε άτομα με μεγάλη ηλικιακή διαβάθμιση, ξεκίνησε ανεβαίνοντας έναν δρόμο που ήταν χαραγμένος ανάμεσα σε  σπίτια, σε λουλουδιασμένες αυλές και κήπους. Σε κάποιο σημείο αυτής της ανάβασης μια κυρία μας πληροφόρησε δείχνοντάς μας παρακείμενο σημείο πως εκεί υπήρχε φρούριο -δεν γνώριζε ποιας εποχής- του οποίου πέτρες χρησιμοποίησαν παλιότερα οι κάτοικοι ως οικοδομικό υλικό για την ανοικοδόμηση των κατοικιών τους!

      Σ’ αυτό το άκουσμα, η σκέψη πήγε σε πληροφορίες που, μετά από πλοήγηση σε αρκετές ιστοσελίδες, είχα για τον τόπο. Ο συντάκτης του λήμματος Γούμερο Ηλείας της Βικιπαίδειας γράφει σ’ ένα σημείο χωρίς παραπομπή πως «Το Γούμερο είναι χτισμένο στο μέρος, όπου κατά την αρχαιότητα σύμφωνα με το Στράβωνα  βρισκόταν το Αλήσυον ή Αλησαίον, μία από τις οκτώ σημαντικότερες πόλεις της περιοχής  Πισατίδος».

      Ο Στράβων (Στράβων, 8.3.10.14-25) πράγματι αναφέρει τα τοπωνύμια αυτά, με άλλη ορθογραφία, λέγοντας πως παλιά η πόλη λέγονταν Ἀλείσιονκαι στην εποχή του Ἀλεσιαῖον, πως βρίσκονταν «ἐπὶ τῆς ὀρεινῆς ὁδοῦ τῆς ἐξ Ἤλιδος εἰς Ὀλυμπίαν», πως πιο παλιά ανήκε στην περιοχή της Πισάτιδος και πως κάποιοι έδειχναν και ποτάμι που λεγόταν Ἀλείσιος. Ενδιαφέρον έχει πως ο γεωγράφος παραθέτει και στίχους του Ομήρου (Ιλιάδα, Λ 756-758), όπου ο ποιητής αναφέρει τον λόφο του Αλείσιου καθώς και τον Ωλένιο γκρεμό! 

      Με σκέψεις που αφορούσαν  στην ταύτιση αρχαίων τοπωνυμίων με συγκαιρινά  μας  φτάσαμε στο τέρμα του σύντομου ανήφορου, ο οποίος μας οδήγησε σε σημείο της νοτιοδυτικής πλευράς του χωριού, η οποία καταλήγει σ’ έναν απότομο και δυσθεώρητο γκρεμό. Τα απότομα βράχια από πέτρωμα που θυμίζει τα Μετέωρα προκαλούν δέος! Η θέα τους κόβει την ανάσα! Κάτω χαμηλά τα χωράφια που απλώνονται κλιμακωτά στην κατωφέρεια πριν το φαράγγι μαγεύουν με την εικόνα τους, η οποία συμπληρώνεται με ανοιξιάτικη ομίχλη στον ορίζοντα, η οποία καλύπτει κάπως την εύφορη πεδιάδα της Ηλείας και κρύβει την θάλασσα του Ιονίου και την Ζάκυνθο που νανουρίζεται φιλόξενα στα νερά του.

      Λίγο αγνάντεμα, μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες κι η πορεία μπήκε πάλι στον ρυθμό της. Διανύσαμε μερικές δεκάδες μέτρα σε ευθεία έχοντας δεξιά μας τον μεγάλο γκρεμό κι αριστερά, σε αρκετό ύψος, βράχια ίδιας μορφολογίας. Ο ντόπιος οδηγός μας βεβαίωσε ότι όλα αυτά προέκυψαν από γεωλογικές διεργασίες πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, οι οποίες οδήγησαν και στην δημιουργία του φαραγγιού, στο οποίο κατευθυνόμασταν και πως τα κοχύλια που είναι ενσωματωμένα σε διάφορα σημεία των πετρωμάτων δηλώνουν πως κάποτε η θάλασσα έφτανε ως εκεί!

   Μπορεί, αλλά, όταν γίνονται έντονες γεωλογικές διεργασίες δεν είναι λίγες οι φορές που θαλασσινοί τόποι μετακινούνται σε απίθανα σημεία της επιφάνειας της γης. Από τις μετακινήσεις γεωλογικών πλακών, για παράδειγμα, πολλά υποθαλάσσια ή πεδινά σημεία έγιναν βουνά! Αν για το ιδιαίτερο τοπίο του Γούμερου, το οποίο δεν απέχει πολύ απ’ την θάλασσα υπάρχει η προαναφερθείσα ερμηνεία, τι μπορεί να πει κανείς για τους θαλάσσιους οργανισμούς που συναντά κανείς στα Ιμαλάια σε ύψος μεγαλύτερο από τρεις χιλιάδες μέτρα, όπου η μετακίνηση γεωλογικών πλακών, η οποία δεν έπαψε ποτέ να συμβαίνει, προκάλεσε την παράξενη αρχικά διαπίστωση πως θαλασσινά όντα έζησαν κάποτε εκεί ψηλά! 

      Με ενδιαφέρον για όσα ακούγαμε και την φύση να μας καλεί να απολαύσουμε τα ανοιξιάτικα χρώματά της αρχίσαμε την κατωφερή πορεία, η οποία σε πολλά σημεία είχε πολύ μεγάλη κλήση. Τα πόδια μας αντιστέκονται στα γλιστρήματα και τα γόνατά μας πιέζονται. Πολύ νωρίς διαπιστώνουμε πως τα διάσπαρτα στους βράχους κοχύλια είναι σε κάθε βήμα μπροστά μας στο έδαφος. Ολόκληρα ή σπασμένα, θα ήταν όπως αποδείχθηκε μόνιμα κάτω απ’ τα πόδια μας καθ’ όλη την διαδρομή.

      Στα κτήματα που απλώνονται σε ακανόνιστες βαθμίδες εκατέρωθεν του δρόμου -σε κάποια ήταν κι οι καλλιεργητές παρόντες- έθαλλαν πολλών ειδών καλλιέργειες. Δεν έλειπαν, βέβαια, και ’κείνα που το νιόσκαφο λεπτό και αργιλώδες έδαφός τους έδινε την δική του χρωματική νότα.

      Σκόρπιες κουβέντες και σχόλια μας φέρνουν πιο κοντά με  συνοδοιπόρους μας.      

      Σ’ ένα γύρισμα του δρόμου, η ομάδα οδηγήθηκε σ’ ένα καταπράσινο από νιο χορτάρι κτήμα, για να δει τις αρχαιότερες(;) ελιές της Ελλάδας, που απ’ τα κλαδιά τους στεφανώνονταν οι Ολυμπιονίκες, όπως έσπευσε να μας ενημερώσει ο οδηγός μας! Αυτή η πληροφορία δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται και τόσο στην πραγματικότητα και, μάλλον, έχει να κάνει με την ανάγκη των ανθρώπων να αναφέρουν πως κάτι πολύ σπουδαίο γίνονταν στον τόπο τους κατά το μακρινό παρελθόν. Χωρίς, βέβαια, να υπάρχει πρόθεση να στερηθεί ο τόπος τους μύθους του, είναι γεγονός πως ο Παυσανίας, για τον κότινο από τον οποίο φτιάχνονταν τα στεφάνια των νικητών στους Ολυμπιακούς αγώνες, αναφέρει πως αποκαλούνταν «ἐλαία Καλλιστέφανος»  και βρίσκονταν στον χώρο της Ολυμπίας (Παυσανίας, 5.15.3.4-6)! 

      Ούτως ή άλλως, από τις εν λόγω ελιές, δίπλα στις οποίες υπήρχε, όπως φαίνεται σε φωτογραφία πριν τις φωτιές του 2007, πινακίδα που έγραφε «ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΙΕΣ», κάτι που λόγω της ηλικίας και του μεγέθους τους δεν αμφισβητείται, έχουν απομείνει δυο καμένοι κορμοί, ο ένας πιο μεγάλος, που στην ρίζα του έχει φυτρώσει καινούργιος βλαστός. Στέκουν εκεί ως μάρτυρες της ανθρώπινης αμέλειας ή, μάλλον, της εσκεμμένης και  κακώς εννοούμενης παρέμβασης του ανθρώπου στο περιβάλλον που οδήγησε σε ανεκδιήγητη καταστροφή, της οποίας τα σημάδια, παρά την φανερή αναγέννηση της φύσης, δεν μπορούν να κρυφτούν. 

      Με την μνήμη να αναθυμάται έντονα την κόλαση εκείνων των πυρκαγιών και την φύση σε κάθε βήμα μας να μιλά για την δύναμή της ν’ αναγεννιέται απ’ την τέφρα βεβαιώνοντας την Ηρακλείτεια διατύπωση για την αέναη ροή των πάντων φτάσαμε σ’ ένα πλάτωμα, όπου σταθήκαμε να πάρουμε μια ανάσα.

      Σε μια άκρη υπήρχε προσκυνητάρι της αγίας Ζώνης και στο αντικρινό  ύψωμα ένα χάλασμα πρόβαλε μέσα στην βλάστηση, για το οποίο ένας συνοδοιπόρος με βεβαίωσε πως δεν έχει κάποια αρχαιολογική αξία, αφού πρόκειται για ερειπωμένο μεν, αλλά νεότερο κτίσμα. Κάτω στο φαράγγι που σε λίγο θα διαβαίναμε τεράστιοι όρθιοι καμένοι κορμοί κωνοφόρων δέντρων, και όχι μόνο, πλήγωναν το τοπίο και την ψυχή μας!

      Την μικρή ανάπαυλα ακολούθησε η είσοδός μας στο φαράγγι. Αφού βαδίσαμε σε λιθόστρωτο κατωφερές μονοπάτι, το οποίο είχε αποκοπεί στο κάτω μέρος, αντικρίσαμε την ιερά μονή Ασκητή σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο τεράστιους βράχους που το άνοιγμά τους θύμιζε ισοσκελές τρίγωνο. Εκεί, στην βάση αυτού του φυσικού τριγώνου ήταν θεμελιωμένη η μονή.

      Προχωρήσαμε στο εσωτερικό κι είδαμε, εκτός από τα απομεινάρια της μονής, το άνοιγμα των βράχων απ’ όπου εισβάλλει φως και θάλλει η φύση. Ο ξεναγός μας, ειδοποιώντας πως θα πει ό,τι γνωρίζει χωρίς διάθεση να κρύψει την αλήθεια, ανέφερε πως στον χώρο δεν έχει γίνει ανασκαφή, πως τελευταία έδειξαν ενδιαφέρον γι’ αυτό το θέμα ο μητροπολίτης Ηλείας και η αρχαιολογική υπηρεσία, έσκαψαν λίγο -εξ ου και η ακατάστατη εικόνα της μονής-, πως πιστεύεται ότι εκεί υπήρχε μαντείο, στο οποίο πήγαιναν οι αθλητές που θα έπαιρναν μέρος στους  Ολυμπιακούς αγώνες! Άλλωστε, εμείς δεν είχαμε την θρησκεία που έχουμε, αυτή μας την έφεραν από αλλού, πρόσθεσε θυμόσοφα.

      Όσο για την μονή, που απομεινάρια της είχαμε μπροστά μας, πρόσθεσε πως πρέπει να ιδρύθηκε γύρω στα 1200 και πως ονομάστηκε Μονή Ασκητή, διότι, όπως μεταφέρει η παράδοση από γενιά σε γενιά, εκεί ζούσε ένας ασκητής, ο οποίος κάποια μέρα που βγήκε σε αναζήτηση τροφής και μάζευε κάτω από μια άγρια αχλαδιά φρούτα που είχαν πέσει, ντόπιοι κυνηγοί τον πέρασαν για αγριογούρουνο και τον τουφέκισαν! Τραυματισμένος, κατευθύνθηκε στην κρύπτη του, ενώ οι κυνηγοί που τον ακολούθησαν βρέθηκαν στο σημείο, όπου υπήρχε και μια εικόνα της Παναγίας και γι’ αυτό χτίστηκε στο σημείο η μονή, η οποία όμως πήρε τ’ όνομά της προς τιμήν του φονευθέντος ασκητή! Οι στάλες που πέφτουν από τα βράχια είναι τα δάκρυά του και το νερό που τρέχει δίπλα μας είναι το αίμα του! Και τα δυο μπορείτε να τα πιείτε, πρόσθεσε, είναι αγίασμα! 

      Αγιασμένοι και μυρωμένοι από την ατμόσφαιρα της μονής, αναχωρήσαμε για την επίπονη διάσχιση του φαραγγιού, η οποία διήρκεσε πάνω από τρεις ώρες. Κατά μήκος του έρρεε μικρός ποταμός, ή μάλλον, χείμαρρος, ο οποίος αυτή την εποχή είχε ικανή ποσότητα υδάτων, τα οποία εκβάλλουν στον Ενιπέα, παραπόταμο του Αλφειού, όπως με πληροφόρησε κάποιος συνοδοιπόρος.

      Το πέρασμα του χωρίς όνομα για μας χειμάρρου -ίσως οι ντόπιοι κάπως να το ’χουν βαφτισμένο- έγινε ακροπατώντας σε πέτρες που προεξείχαν των νερών ή σ’ άλλες που τοποθετούσαν εδώ κι εκεί κάποιοι περιπατητές ή περπατώντας κατά διαστήματα σε μικρά μονοπάτια κοντά στην όχθη του, και φυσικά, δεν έλειψαν τα ολισθήματα, τα τσαλαβουτήματα ή οι  πτώσεις ορισμένων από μας στα νερά! Τα βήματά μας, παρόλα αυτά, χαίρονταν την εμπειρία να πατούν άλλοτε σε νερά, άλλοτε σε πέτρες κι άλλοτε σε έδαφος που η αμμώδης υφή του παραλία και καλοκαίρι τους θύμιζε!

      Και πάνω σε πεσμένους και ξερούς κορμούς δέντρων αναγκαζόμασταν να πατάμε συχνά πυκνά, που οι περισσότεροι μαρτυρούσαν πως πριν λίγα χρόνια στόλιζαν το τοπίο με τους θαλερούς κλώνους που στηρίζονταν πάνω τους, απορφανισμένοι τώρα πια από κάθε ικμάδα ζωής, πλην εκείνης που παρασιτικά αναπτύσσονταν πάνω τους.

      Εκτός από τους πεσμένους μέσα στο ρεύμα του χειμάρρου κορμούς, υπήρχαν κι εκείνοι που στέκονταν ακόμα αγέρωχοι πάνω απ’ αυτό και που για να τους διαβούμε κάναμε μικρές ή μεγάλες επικύψεις. Τις λίγες φορές, μάλιστα, που στεκόμασταν ν’ ανασάνουμε για λίγο και να παρατηρήσουμε το επιβλητικό τοπίο που μας περιέβαλε, νιώθαμε απέραντη θλίψη βλέποντας τεράστιους καμένους και πεσμένους στις πλαγιές του φαραγγιού κορμούς να μοιάζουν λες με νεκρούς που για κάποιο λόγο είχαν μείνει άταφοι και ακέραιοι, για να θυμίζουν διδακτικά τον άδικο χαμό τους ή κάποιους άλλους που μέσα στην αναγεννημένη απ’ τις φωτιές φύση γεύονταν λίγη απ’ αυτό που δόξα της ζωής λένε οι άνθρωποι.

      Όσο για τις πέτρινες υπώρειες του φαραγγιού, έτσι όπως οι φυσικές δυνάμεις τις έχουνε σμιλέψει, θαυμαστές κι απρόσιτες, στέκονται όρθιες,  γυμνές στο μεγαλύτερό τους τμήμα, ως μόνα στολίδια έχοντας κοχύλια προϊστορικά και κάποια φυτά που αιώνες τώρα με τόλμη, πεισματικά λες, βιώνουν εκεί, έτοιμες πάντα να δεχθούν με ευαρέσκεια τον θαυμασμό κάθε διαβάτη. Μόνο στα χαμηλά σημεία, εκεί που άλλοτε έθαλλε πλούσιο δάσος, τώρα δέντρα πολλά που ξεπερνούν το μπόι μας, δίνουν το στίγμα της ζωής που πάλλει εκεί κι αναζητά τον σεβασμό του ανθρώπου.

      Με τα μάτια και την ψυχή μας πλέρια από εικόνες και συναισθήματα φτάσαμε στο έβγα του φαραγγιού, όπου η άκρη ενός πλατώματος φυτεμένου με αμπέλι, ολόασπρου από τις μαργαρίτες που μέσα του θρασομανούσαν, ειδυλλιακό τοπίο, μας ανέμενε γι’ ανάπαυση. Μόνο, που  κράτησε λίγο! Πολύς δρόμος απέμενε ακόμα!  Πολύς, κι ανηφορικός!

   Τώρα, είχαμε πια και την βεβαιότητα πως η διαδρομή του φαραγγιού διαρκούσε πάνω από τρεις ώρες -τις είχαμε άλλωστε διανύσει- και πως αυτό που αναφέρεται στις διάφορες ιστοσελίδες σχετικά με τον χρόνο διέλευσής του είναι χωρίς άλλο αληθές, αλλά αφορά μόνο αυτό καθαυτό το φαράγγι, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η πεζοπορία που απαιτείται από το χωριό μέχρι την μονή Ασκητή και απ’ το τέλος του φαραγγιού μέχρι την επιστροφή πάλι στο χωριό! 

   Περπατούσαμε ήδη πάνω από τέσσερις ώρες. Κατάκοποι, συνεχίσαμε να προχωρούμε… Όσο προχωρούσαμε στον δρόμο, που σε πολλά σημεία η ανωφέρεια έκοβε τα κουρασμένα μας πόδια, νιώθαμε έντονη στο κορμί μας την κάψα του ήλιου, από την οποία μας προστάτευε ικανοποιητικά μέχρι πρότινος η σκιά του φαραγγιού. Η ομορφιά της ανοιξιάτικης φύσης δεν ήταν ικανή πλέον να απαλύνει την κόπωσή μας και κάθε που αντικρίζαμε το δυσθεώρητο ύψος, στο οποίο έπρεπε να φτάσουμε μετά από μια διαδρομή με απίστευτη ανωφέρεια, νιώθαμε πως αναβαίνουμε τον Γολγοθά της ζωής μας!

   Κάποιοι, παραιτημένοι απ’ την κούραση, εγκατέλειψαν αναμένοντας κάποιο μεταφορικό μέσο να τους απαλλάξει απ’ τον πρόσθετο κι ίσως μη δυνάμενοι να αντέξουν μόχθο. Ανάμεσά τους κι ο σύντροφός μου. Μη γνωρίζοντας, τι μεταφορικό μέσο θα ’ρθει από το χωριό, συνέχισα να προχωρώ…

   Σε κάποιο σημείο ένας ντόπιος μου έδειξε ακριβώς το σημείο στο οποίο έπρεπε να φτάσω, το οποίο απείχε από κει που ήμουν τρία χιλιόμετρα! Ακόμα τρία ανηφορικά χιλιόμετρα! Με το νερό να μου έχει τελειώσει, αφού είχα προσφέρει σε κάποια συνοδοιπόρο λίγο από το υστέρημά μου, ένιωθα να λυγίζω, αλλά καθώς δεν είχα άλλη επιλογή συνέχισα να βαδίζω…

   Εκεί που προχωρούσα άκουσα μέσα από έναν βράχο ήχο νερού. Έσκυψα, αναμέρισα λίγα χόρτα απ’ αυτά που φύτρωναν εκεί και μάζεψα αρκετές στάλες στο μπουκάλι μου, αρκετές για να με ξεδιψάσουν, αλλά και να με φτάσουν σώα στην κορυφή! Το αναπάντεχο δώρο, που φαίνεται έλαβα ως αντίχαρη για την προσφορά που είχα κάνει πριν λίγο, με έκανε να νιώσω για άλλη μια φορά, αν και ποτέ δεν την ξεχνώ, την αξία των μικρών αυτονόητων πραγμάτων!

   Με δροσισμένο το στεγνό πριν λίγο στόμα μου έφτασα στην κορυφή με πλέρια από αγαλλίαση την ψυχή μου πως και τούτη η επίπονη, αλλά ενδιαφέρουσα περιπέτεια των έξι ωρών έφτασε στο τέλος! Το μόνο, που εξακολουθούσε να με βασανίζει, ήταν το να φτάσει σώος και αβλαβής, επιβιβασμένος στην καρότσα ενός ιδιαίτερα ασταθούς γεωργικού μηχανήματος, ο σύντροφός μου, και φυσικά, οι συνεπιβαίνοντες, κάτι που συνέβη κιόλας μέχρι να φτάσω στην θέση που ήταν σταθμευμένα τα λεωφορεία που μας μετέφεραν.

  Λίγο μετά σήμανε η ώρα της επιστροφής, η οποία είχε μια μικρή στάση για φαγητό στην θέση Χάνι Πανόπουλου. Απολαύσαμε αναπάντεχης νοστιμιάς εδέσματα κι οι πιο κεφάτοι τραγούδησαν κλείνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια μέρα γεμάτη εκπλήξεις και πρωτόφαντες εμπειρίες.

   Στο λεωφορείο, μέχρι την άφιξή μας στην Πάτρα, σχεδιάζονταν ήδη η επόμενη εξόρμηση στην φύση…