Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Σκέψεις

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Άρθρο της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

«Συλλήψεις τριών κιλών κάνναβης»!... (17-8-2009)

 

Δημοσιεύτηκε: Εφημερίδα «Ηχώ» της Άρτας, 20-8-09 & «ClickNews», 24-08-09

 

Εδώ και καιρό, ως μη όφειλε, σχεδόν κάθε φορά που ανοίγουμε τους τηλεοπτικούς δέκτες για να ενημερωθούμε ή  για να ψυχαγωγηθούμε, γινόμαστε όλο και συχνότερα αποδέκτες μιας ίσως χωρίς προηγούμενο κακοποίησης της γλώσσας. Τόσης κακοποίησης που, αν είχαμε περίσσεια χρόνου, θα συγκεντρώναμε πλείστους όσους σολοικισμούς και βαρβαρισμούς, οι οποίοι όχι μόνο «διανθίζουν» το λόγο πολλών τηλεοπτικών «αστέρων», αλλά αποτελούν πλέον τόσο κοινό τόπο, που θα μπορούσαμε με κάποια δόση υπερβολής να πούμε πως σε λίγο καιρό πολλοί από μας θα καταβάλουμε ίσως προσπάθεια, για να κατανοήσουμε περί τίνος ακριβώς μας ομιλούν.

      Συχνά μάλιστα, εκτός από τη θυμηδία που προκαλούν, μας κάνουν να νιώθουμε πως οπωσδήποτε πολλοί όχι μόνο δεν γνωρίζουν βασικούς κανόνες  της γραμματικής και του συντακτικού, αλλά αγνοούν πως η κακή χρήση αυτών των κανόνων στερεί  από τη γλώσσα μας ένα ιδιαίτερο γνώρισμά της, την ευφωνία, από την οποία κυρίως προκύπτουν η μουσικότητα και ο ηδυαπόηχός της και εν τέλει ένα μεγάλο μέρος της γοητείας της. Είναι πιθανό, βέβαια, κάποιους να μην τους «αγγίζει» αυτή η γοητεία. Επειδή όμως η ενημέρωση είναι κοινωνικό αγαθό δεν μπορεί να μην τους αφορά το πώς αναγράφονται οι υπότιτλοι ή πώς διατυπώνονται τα λεγόμενα στους τηλεοπτικούς δέκτες. Διότι άλλο είναι να λες ή να γράφεις «έγιναν συλλήψεις τριών κιλών κάνναβης» κι άλλο «έγιναν συλλήψεις για κατοχή και διακίνηση τριών κιλών κάνναβης», άλλο είναι να λες ή να γράφεις «του ανατρεπόντος προέδρου» κι άλλο «του ανατραπέντος προέδρου»,  άλλο πάλι είναι να λες ή να γράφεις  «χαρακτηρίζουν την έκθεση πλήρης» ή «η εκπαίδευση χαρακτηρίζεται επαρκή» κι άλλο «χαρακτηρίζουν την έκθεση πλήρη» ή «η εκπαίδευση χαρακτηρίζεται επαρκής» και πάει λέγοντας.

      Όσον αφορά τώρα τους λόγους που οδηγούν κάθε φορά στην «κακοποίηση» της γλώσσας δεν είναι του παρόντος να τους αναπτύξουμε· επειδή όμως η γλώσσα δεν είναι απλά και μόνο ένα μέσο για να επικοινωνούμε, αλλά σηματοδοτεί πολλά περισσότερα, οφείλουμε, αν μη τι άλλο, να της «φερόμαστε» με περισσότερο σεβασμό. Αναλογιζόμενοι μάλιστα, όσα διδασκόμασταν στα μαθητικά θρανία στο μάθημα της Λογικής, ότι δηλαδή η Σκέψη και ο Λόγος έχουν άμεση συνάφεια, φοβόμαστε μήπως τα «φτωχά» εκφραστικά μέσα «φανερώνουν» στο εξής και «φτωχά» διανοήματα.

      Ίσως, μάλιστα, είναι καιρός να «ξαναδιαβάσουμε»!... Να «ξαναδιαβάσουμε» τη γλώσσα μας στη διαχρονικότητά της, από τον Όμηρο μέχρι τη λαλιά της γιαγιάς στα χωριά μας, και, αν τα καταφέρουμε, να νιώσουμε βαθιά στην ψυχή μας πως με τις περισσότερες από τις λέξεις που καθημερινά χρησιμοποιούμε δεν μιλούμε μόνο από κεφαλιού μας, αλλά μιλούμε κουβαλώντας τη λαλιά και τη σκέψη χιλιάδων προγόνων. Και δεν χρειάζεται να κόβουμε κάποια -ν- ή κάποια -ς- στο τέλος των λέξεων, να κακοποιούμε ή να καταργούμε γραμματικούς τύπους νομίζοντας πως έτσι ομιλούμε καλύτερα τη «δημοτική». Γιατί η αληθινή δημοτική γλώσσα τολμά και χρησιμοποιεί με την ίδια ευκολία ομηρικές λέξεις και λέξεις από τις ντοπιολαλιές της πατρίδας μας, αφού το πλήθος αυτών των λέξεων αποτελούν χωρίς άλλο μιας άλλης μορφής γοητεία της πανάρχαιας γλώσσας μας.

      Και κλείνοντας εδώ σκέψεις που γεννήθηκαν με αφορμή τον τίτλο «Συλλήψεις τριών κιλών κάνναβης» σε δελτίο ειδήσεων μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού της περιφέρειας, θαρρώ πως δεν θα μπορούσα να βρω πιο ταιριαστό επίλογο από τα ακόλουθα λόγια του Γιώργου Σεφέρη:

      «Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… Για να κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα μιλούμε, ανασαίνουμε, και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκονται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά στον εαυτό σας. Αλλά για να κάνετε αυτή τη δουλειά, για να επιδοθείτε σ’ αυτή την εσωτερική προσήλωση, θα σας βοηθήσουν οι άνθρωποι του καιρού σας, που με τον καλύτερο τρόπο μπόρεσαν να εκφραστούν στην ελληνική γλώσσα…» (Γ. Σεφέρης, Δοκιμές Α', σ. 177-178, εκδ. Ίκαρος 1974).