Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Σκέψεις

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Άρθρο της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

Εις μνήμην... (21-3-2012)

 

Αναρτήθηκε: http://ipirotikovima.gr/2012/03/24/is-mnimin/

 

Την ερχόμενη Κυριακή θα γιορτάσουμε για άλλη μια φορά την επέτειο της Εθνικής παλιγγενεσίας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, η εθνική κυριαρχία της χώρας υπό αμφισβήτηση ή παντελώς παραδομένη, οι ζωές  πολλών πολιτών ρημαγμένες και τα πρόσωπά τους κατηφή με διαγραμμένη τη ματαίωση των προσδοκιών στο πρόσωπό τους. Και η προτροπή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς τους μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου στην Πνύκα «Εἰς ἐσᾶς μένει νά ἰσάσετε καί νά στολίσετε τόν τόπο, ὁποῦ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε...», μετέωρη· σχεδόν λησμονημένη. 

      Και η μνήμη περισσότερο ή λιγότερο ισχυρή διεκδικεί το μεράδι της για κείνη την εποχή, για κείνα τα γεγονότα και για τους πατριώτες που τα σήκωσαν στις καρδιές και στους ώμους τους. Προφανώς, όλοι εκείνοι οι άνθρωποι δεν είχαν γεννηθεί με το άστρο του ήρωα, ήταν άνθρωποι σαν κι εμάς, μόνο που μέσα στις υφιστάμενες συνθήκες ξεπέρασαν τους εαυτούς τους προσφέροντας τα πάντα για την ελευθερία του Έθνους περιορίζοντας στο ελάχιστο τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και τούτο το τελευταίο είναι γεγονός πως δεν το κατάφεραν όλοι.

      Χρειάζεται εσωτερική δύναμη, αποφασιστικότητα και πίστη στο ιδανικό της ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας, για να δράσεις και να έχεις αποτέλεσμα, ειδάλλως δέχεσαι ως προτιμότερη την «ασφαλή» υποδούλωση από την επικίνδυνη και ριψοκίνδυνη διεκδίκηση της ελευθερίας.

      Εις μνήμην όλων των επωνύμων και ανωνύμων αγωνιστών εκείνης της εποχής και ως ελάχιστο δείγμα οφειλής στους αγώνες τους παραθέτουμε εδώ λίγα από τα γραφόμενα στα «Απομνημονεύματα» του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, τα οποία συνιστούν και μια μικρή απόδειξη για το πόσο «αγαστή» ήταν η σχέση των υποδούλων με τους κατακτητές, όπως προσπαθούν κάποιοι να μας πείσουν…    

      Αναφέρει, λοιπόν, μεταξύ άλλων ο Κολοκοτρώνης («Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη» έκδ. 1η, Ἀθήνῃσιν1846, σ. 196, 207, 210-211, 224): «[…] Ἐγώ ὄντας ἐβγῆκα εἰς τόν ἅγ. Γεώργιον, ἔγραψα γράμματα εἰς τόν Γενναῖον καί εἰς τόν Κολλιόπουλον, ὁποῦ ἦτον συνταγμένοι, καί ἐπετάχθηκαν εἰς τό Λιβάρτζι, τήν ἐπαρχία τήν προσκυνημένη (Καλαβρύτων), καί τούς διέταττα: τζεκοῦρι καί φωτιά εἰς τούς προσκυνημένους· καί ἔτσι ἐπέρασαν εἰς τό Λιβάρτζι. Τότε ἔστειλεν ὁ Μπραΐμης καταπατητάδες νά ἰδῇ ποῦ εἶμαι καί τί ἀσκέρι ἔχω, καί ἔδοσε ἑνός ῥωμιοῦ τριακόσια μπαρμπούτια, διά νά μάθῃ ποῦ εἶμαι καί νά μοῦ ῥιχθῇ ἐπάνω, καί ἐγώ τόν ἔπιασα καί ἔστειλα εἰς τήν δημοσιά καί τόν ἐκρέμασα, εἰς τά Καλάβρυτα, δύο ὥραις ἀπ' ἔξω· τόν ἐκρέμασα μέ ἕνα χαρτί ποῦ ἔλεγε τό φταίξιμό του «προδότης τοῦ Ἔθνους» καί τούς ἄλλους τούς δύω τούς ἔστειλα εἰς τό Μοναστῆρι, εἰς τό Μέγα Σπήλαιον, διότι δέν ἦτο βεβαιωμένοι προδόταις […]» 

      «[…] Αυτό ὁποῦ μᾶς φοβερίζεις (ενν. τον Ιμπραήμ), νά μᾶς κόψῃς καί κάψῃς τά καρποφόρα δέντρα μας, δέν εἶναι τῆς πολεμικῆς ἔργον, διατί τά ἄψυχα δένδρα δέν ἐναντιόνονται εἰς κανένα· μόνον οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ ἐναντιόνονται ἔχουνε στρατεύματα καί σκλαβόνεις· καί ἔτσι εἶναι τό δίκαιον τοῦ πολέμου· μέ τούς ἀνθρώπους καί ὄχι τά ἄψυχα δένδρα· ὄχι τά κλαριά νά μᾶς κόψῃς, ὄχι τά δένδρα, ὄχι τά σπήτια ’ποῦ μᾶς ἔκαψες, μόνον πέτρα ἀπάνω στήν πέτρα νά μή μείνῃ, ἡμεῖς δέν προσκυνοῦμε· τί τά δένδρα μας ἄν τά κόψῃς καί τά κάψῃς, τήν γῆν δέν θέλει τήν σηκώσης καί ἡ ἴδια ἡ γῆς ποῦ τά ἔθρεψε, αὐτή ἡ ἴδια γῆ μένει δική μας καί τά ματακάνει. Μόνον ἕνας Ἕλληνας νά μείνῃ πάντα θά πολεμοῦμε καί μήν ἐλπίζῃς πῶς τήν γῆν μας θά τήν κάμῃς δική σου· βγάλτο ἀπό τό νοῦ σου. [ …] ». 

      «[…] μόνο εἰς τό προσκύνημα ἐφοβήθηκα·  ἡ  Ῥούμελη ἦτον ὅλη προσκυνημένη, ἡ Ἀθῆνα πεσμένη, τά ῥουμελιώτικα στρατεύματα διαλυμένα· μόνον ἡ Πελοπόννησος ἦτον μεινεμένη μέ τά δύο νησιά Ὕδρα καί Σπέτζαις ὁποῦ εἶχαν δύναμιν. Ὁ Κιουταχῆς εἶχε πάρει προσκυνοχάρτια· ἐπάσχιζε νά πάρῃ καί ὁ Ἰμπραΐμης διά νά στείλῃ εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, καί ὅταν ἤ ὁ Μινίστρος τῆς Ἀγγλίας ἤ ἄλλης δυνάμεως ἐμεσίτευαν εἰς τόν Σουλτάνον διά τήν Ἑλλάδα, νά τούς ἀποκριθῇ, ποία Ἑλλάδα; ἡ Ἑλλάς εἶναι προσκυνημένη, νά τά προσκυνοχάρτια τους· ἐκτός ἀπό μερικοί κακοί ἄνθρωποι, ἰδού οἱ ἄλλοι ἐπροσκύνησαν· τότε αἱ δυνάμεις δέν εἶχαν τίποτε νά ἀποκριθοῦν, καί ἡμεῖς ἐχανόμεθα· […] Εἰς τά 1826 ἀρχίνησα διά νά θαῥῥύνω τόν κόσμο, καί ἔφτιασα τά σπίτια ἀπέξω ἀπό τό κάστρο καί πύργο, καί ὁ κόσμος ἔλεγε ὅτι ἄν ὁ Κολοκοτρώνης δέν ηὔξευρε ὅτι θά ἐλευθερωθοῦμε δέν ἔκτιζε σπήτια, οὔτε ἔβαζε ἀμπέλια σ’ ἔθνική γῆ. Καί διά νά ἰδῇ ὁ κόσμος αὐτόν, ὅτι ἔκανε σπήτια, ἐμψυχόνετο ὁ κόσμος, ἐλάμβανε ἐλπίδαις, καί ἔτζι τούς ἐνθάῥῥυνα. […]».

      «[…] Ἀπό τήν τυραννίαν τῶν τούρκων καί ἀπό τήν δοξομανίαν ἀρχήνησαν οἱ Ἕλληνες καί ἐγένονταν Τοῦρκοι καί ὡς ἐτούρκιζαν ἐκεῖνοι, ἐλέγετο καί ὁ τόπος τούρκικος. Καί οἱ Ἕλληνες ἀπό τά βαρύτατα δοσίματα τῶν τούρκων τοῦς ὑποχρέοναν καί ἔπερναν τόν τόπον τους καί τούς ἄφηκαν σκλάβους· τούς ’πῆραν ὅλον τόν τόπον μέ δυναστείαν· εὑρίσκετο ἕνας τρίτος τόπος ἑλληνικός, τά βουνά· καί ὁ ὀμφαλός τῆς Πελοποννήσου, ὁ κάμπος, ἔγεινε τούρκικος, καί ἄν εἶχε μείνουν ἀκόμη οἱ τοῦρκοι, βέβαια δέν εὑρίσκετο σπιθαμή γῆ ἰδιόκτητος, διατί οἱ τοῦρκοι τό κυρίευαν· διατί οἱ ἕλληνες τόμου ἐτούρκιζαν εἶχαν τήν ἡσυχίαν τους καί ὅσοι ἦταν χριστιανοί πάντα τούς ἀδικοῦσαν, καί ἄν ἦτον κανένα ἔθνος ἄλλο, ἤθελε τουρκίσουν ὅλοι, μόνον ἦτον σκληρογνώμονες, διατί οὔτε ὁρκώθηκαν ποτέ νά τόν γνωρίσουν βασιλέα, οὔτε ἐπροσκύνησαν ὅλοι, διότι εἶχαν τήν Σπάρτη ἀπάνω  εἰς την Πελοπόννησο, και δεν τα ἔδωκε ποτέ τά ἅρματά της, και τότενες εἶχαν καταφύγιον και οἱ ἕλληνες, λεγόμενοι κλέφταις, και ἐτρώγονταν με τους τούρκους ἀπάνω εἰς την Πελοπόννησον […]».