Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Σκέψεις

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Άρθρο της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

Ρέκβιεμ, (25-6-2008) 

 

Δημοσιεύτηκε: Εφημερίδα «Αμβρακία», 30-6-08

Την οργή των νεκρών να φοβάστε

και των βράχων τ’ αγάλματα!

Οδ. Ελύτη, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Αποβραδίς σιγανοψιχάλιζε στην πλακόστρωτη πλατεία και τους γύρω δρόμους. Τα τελευταία κίτρινα φύλλα των δέντρων έσερναν το χορό του θανάτου τους, παρασυρμένα απ’ το ψυχρό αεράκι των τελευταίων ημερών του φθινοπώρου. Τα κοτσύφια το ένα μετά το άλλο σιγούσαν. Οι άνθρωποι με γρήγορο βήμα έκλειναν βιαστικά πίσω τους τις πόρτες των σπιτιών, έτοιμοι ν’ απολαύσουν τη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας.  Όλα, σχεδόν, θαρρούσες πως ακολουθούσαν τους ρυθμούς τους με μια αξιοθαύμαστη νομοτέλεια  εκείνο το βράδυ. Όλα, εκτός απ’ την κρήνη της πλατείας.

      Η κρήνη θρηνούσε και μαζί της θρηνούσαμε κι εμείς. Το ψυχρό αεράκι έπαιρνε το θρήνο και τον οδηγούσε μέσα απ’ τα κλαδιά των δέντρων στις κορφές των βουνών και τα δάκρυα έσμιγαν με τις σταγόνες της βροχής και γίνονταν ποτάμι. Κι ήταν λες αυτό ένα παράξενο ποτάμι που, μαγικά σχεδόν, γύριζε πίσω τα νερά του και σε μια ανάστροφη πορεία του στο χρόνο φούσκωνε, ξεχείλιζε κι έφερνε απ’ τα  κατάβαθα του είναι μας μνήμες παλιές κι αγάπες αξετίμητες κι αχάλαγες!...

      Και πώς να ’ταν αλλιώς; Για μισό αιώνα, σχεδόν, στέκονταν η κρήνη στην άκρη της πλατείας και ξεδιψούσε χωριανούς και ξένους. Χτίστηκε τότε που, με λίγα υλικά μέσα,  οι άνθρωποι κατασκεύαζαν δημόσια έργα που τα χαρακτήριζε όχι μόνο η χρησιμότητα αλλά και η αισθητική τους. Κατασκευασμένη, λοιπόν, η κρήνη μας στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αποτελούσε χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό δείγμα αυτής της περιόδου. Σκεπαστή, χτισμένη σε σχήμα διευρυμένου τόξου από άσπρη λαξευμένη πέτρα που τη λάξευσαν και την αρμολόγησαν άξιοι πελεκάνοι, στηρίζονταν στην πρόσοψη πάνω σε δύο δωρικούς πεσσούς και έδινε με τη λιτή αρχιτεκτονική της γραμμή το δικό της ξεχωριστό στίγμα στο χώρο.

      Αυτή η όμορφη κρήνη, ήταν η δροσιά μας. Ξεδιψούσε τα στόματά μας και δρόσιζε τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά μας, όταν ως παιδιά παίζαμε με τις ώρες στη χωμάτινη τότε πλατεία. Πατούσαμε το κουμπάκι που βρίσκονταν στο πάνω μέρος του αυτοτελούς μηχανισμού που είχε τοποθετηθεί στη μέση του τόξου της κρήνης, και με τη χούφτα μας ρουφούσαμε με βουλιμία το νερό που έρρεε απ’ το στόμα της μεταλλικής λεοντοκεφαλής που θύμιζε αρχαίες υδρορροές και, μόλις σβήναμε τη δίψα μας,  γεμίζαμε πάλι τις χούφτες μας με νερό και το ρίχναμε με περισσή ευχαρίστηση στο πυρωμένο απ’ το παιχνίδι πρόσωπό μας. Άλλες φορές πάλι, ρίχναμε, όπως άλλωστε έκαναν κι εκείνοι, χούφτες νερό στους φίλους μας και βρεχόμασταν και γινόμασταν μούσκεμα μέχρι το κόκαλο! Έτσι μούσκεμα  γυρίζαμε στο παιχνίδι που είχαμε αφήσει στη μέση και καθόλου δεν μας ένοιαζε που είχαν βραχεί τα φθαρμένα μας ρούχα, ούτε που, σχεδόν με βεβαιότητα, κάποιοι από μας θα ήμασταν την άλλη μέρα κρυωμένοι ή ακόμα και με πυρετό στο κρεβάτι, αφού τότε, έτσι κι αλλιώς, ζούσαμε για το παιχνίδι και μόνο γι’ αυτό!

      Ήταν αυτή η κρήνη και το καταφύγιό μας. Κάθε φορά που αγρίευε ο καιρός και μας έπιανε η βροχή εξ απήνης, τρέχαμε όλοι στο φιλόξενο υπόστεγό της και συνεχίζαμε εκεί το παιχνίδι. Και νιώθαμε τόσο καλά στην «αγκαλιά» της στεγασμένης κρήνης που τα παιχνίδια μας συνεχίζονταν χωρίς διακοπή, αλλά με άλλη μορφή. Την τιμητική τους είχαν τα πειράγματα, τα ανέκδοτα, τα αινίγματα και τα λογοπαίγνια, αλλά και το μπιζ και οι καβάλες είχαν επίσης το μεράδι τους κι ο τόπος γύρω αντιβοούσε όχι μόνο απ’ τους κεραυνούς και την απρόσμενη καταιγίδα, αλλά κι απ’ τις χαρούμενες φωνές μας.

      Σ’ αυτή την κρήνη, την κρήνη της πλατείας, ξεδιψούσαν όλοι μέχρι πριν λίγους μήνες. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα που να τη θυμίζει. Η πλατεία ορφάνεψε. Τη θέση της απαστράπτουσας κρήνης, πήρε ένα μουντό ακαλαίσθητο οικοδόμημα, το οποίο βρίσκεται σε πλήρη δυσαρμονία με τον περιβάλλοντα χώρο, το οποίο φιλοξενεί ήδη την εικόνα της αγίας Παρασκευής, ένα μανουάλι για ν’ ανάβουν οι περαστικοί κεριά κι ένα παγκάρι για να ρίχνουν τον οβολό τους!

      Αλήθεια, γιατί οι «αρχιτέκτονες» του έργου, πιστεύουν πως η αγία Παρασκευή που  οι κάτοικοι του χωριού την τιμούν ιδιαίτερα επί σειρά αιώνων και της έχουν αφιερώσει έναν εξαιρετικής αρχιτεκτονικής και αισθητικής ναό, θα είναι «ευχαριστημένη» μ’ αυτό το άκομψο και σκοτεινό κτίσμα; Ή, γιατί πιστεύουν πως στους αγίους αρέσουν περισσότερο τέτοια κτίσματα και όχι αυτά που εκπέμπουν φως και προσφέρουν ζωή και χαρά στους ανθρώπους;

      Στα ερωτήματα αυτά μπορεί να μην πάρουμε ποτέ απάντηση. Ένα όμως είναι βέβαιο. Η κρήνη θρηνεί. Δε θρηνεί μόνο που κάποιοι δε σεβάστηκαν την ύπαρξη και την ιστορία της και της έδωσαν τη χαριστική βολή. Θρηνεί και γιατί κάποιοι άλλοι δεν αντέδρασαν για να τη σώσουν. Και να τη σώσουν όχι μόνο ως κάτι που έχει αξία αυτοτελή, αλλά ως κάτι σημαντικό για τη ζωή των ανθρώπων που την κατασκεύασαν και όσων άλλων τη χρησιμοποίησαν για χρόνια. Γιατί το σημαντικότερο που διακυβεύτηκε, δεν είναι απλά η ύπαρξη μιας βρύσης, αλλά η ουσία της ζωής που αναπτύχθηκε γύρω απ’ αυτή.

      Η κρήνη μας, δυστυχώς έπαθε κάτι που κι άλλα μνημεία της ανθρωπότητας έχουν πάθει στο διάβα της ιστορίας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι στην ιστορία των λαών διάφορα καθεστώτα προσπάθησαν να καταργήσουν τη συναισθηματική, και όχι μόνο, μνήμη των πολιτών τους και να αλλοτριώσουν τις συνειδήσεις τους απομακρύνοντάς τους από τις παραδόσεις του τόπου, καταστρέφοντας μνημεία και αλλάζοντας τις ονομασίες των οδών και άλλων δημοσίων χώρων. Με την καταστροφή της κρήνης μας επιτεύχθηκε κάτι ανάλογο. Εκτός από το «θάνατο» της ίδιας της κρήνης, προκλήθηκε πολύς πόνος σε όσους συνέδεσαν τη ζωή τους μαζί της, έσβησε από τον τοίχο της το όνομα του «δημιουργού» της και ποτέ πια στο μέλλον δε θα ξεδιψάσει όχι άνθρωπος, αλλά ούτε πετούμενο του ουρανού στη θέση που υπήρχε κάποτε η όμορφη κρήνη.

      Το πένθος είναι βαρύ και δύσκολα θα εγκαταλείψει την ψυχή μας. Οι μνήμες είναι τόσο ισχυρές και η απουσία της κρήνης, κάθε φορά που βρισκόμαστε στην πλατεία, τόσο έντονη, που η σκέψη μας  αδυνατεί να δεχθεί και να κατανοήσει οποιαδήποτε επιχειρήματα συνηγόρησαν στην καταστροφή που συντελέστηκε. Δεν είναι δυνατόν, όταν στο κέντρο της Αθήνας πολυκατοικίες της δεκαετίας του ’60 θεωρούνται κτίρια διατηρητέα, κάποιοι συγχωριανοί μας να μην κατανοούν την αξία της αρχιτεκτονικής πολιτιστικής κληρονομιάς και να καταστρέφουν ελαφρά τη καρδία ό, τι δεν τους αρέσει ή δεν τους βολεύει!...

      Στους ανάλγητους καιρούς που ζούμε, είναι καιρός αυτοί, οι οποίοι κατέχουν θέσεις που επηρεάζουν το δημόσιο συμφέρον, να θυμηθούν τους αρχαίους μύθους και τα παραμύθια με τις νεράιδες. Τότε, ίσως σκεφθούν πως οι πρόγονοί μας είχαν τη σοφία να «προστατεύουν» τα στοιχειά που κατοικούν σε κάθε υγρό στοιχείο και να σέβονται ό, τι σχετίζεται μ’ αυτά! Κι ίσως τελικά δουν και κατανοήσουν πως με δική τους ευθύνη φέτος το καλοκαίρι η μεγάλη πλατεία με τα σκιερά πλατάνια και την απέραντη θέα ορφάνεψε και δεν είναι ούτε πιο όμορφη ούτε πιο ελκυστική για τους επισκέπτες, και στο εξής θα διεκδικεί ίσως την πρωτιά της πλατείας που, ενώ βρίσκεται σ’ ένα ορεινό καταπράσινο χωριό, δεν έχει μια βρυσούλα για να δροσίζονται οι διαβάτες!...

      Υ. Σ. Η όμορφη δημόσια κρήνη βρίσκονταν μέχρι πριν λίγο καιρό –  τέλη του περασμένου φθινοπώρου – στην πλατεία της Ροδαυγής· κτίστηκε επί προεδρίας Γεωργίου Β. Λάμπρη στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και αποτελεί και μετά την καταστροφή της  ένα πολύτιμο κομμάτι της ζωής μας.