Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Απάνθισμα

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Δημοσίευση της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

Επιβιώσεις αρχαίων αγερμών - Η περίπτωση της Ροδαυγής Άρτας, (21-1-2014)

 

Δημοσιεύτηκε: «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», έτος 15ο, τεύχος 15ο, Ιούνιος 2014, σ. 30-40

& https://www.rodavgi.com/

 

          Μέσα στην δίνη των ημερών, όχι από στείρα προγονοπληξία, αλλά αναζητώντας στηρίγματα για την ψυχή και το πνεύμα ήρθαν στον νου τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη που λένε:  «Στις ακρογιαλιές του Ομήρου υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο, που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα. Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδιαν άμμο, το νιώθει. Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο. Καταπού; Ως πότε; Ποιοί κυβερνάνε;»(1).

   Με οδηγό αυτά τα λόγια δεν έψαξα να βρω απαντήσεις στα ερωτήματα, αλλά προσπάθησα με γυμνή την πατούσα να ανασκαλέψω την άμμο και ν’ αγγίξω κάποια από ’κείνα που μας κάνουν να υψώνουμε το πρόσωπο αιώνες τώρα παρότι πολλές φορές ο άνεμος λυγίζει τις καλαμιές.

   Έτσι, σε πείσμα των καιρών, που από πολλές πλευρές προβάλλεται ό,τι ξενόφερτο ως σημαντικό και ό,τι εγχώριο και πατροπαράδοτο ως υποδεέστερο, και με οδηγό τις πηγές, θα τέρψουμε την ψυχή και τις αισθήσεις μας με οικείες αναφορές που ’ρχονται όμως από χρόνο μακρινό.

   Σ’ αυτή την διαδρομή θα ψηλαφήσουμε τους αγερμούς των αρχαίων ελληνοπαίδων που είχαν τις ιδιαίτερες εποχικές ονομασίες «εἰρεσιῶναι» και «χελιδονίσματα» και συνδέονται με τα σημερινά κάλαντα, και όχι μόνο, μια και η «εἰρεσιώνη» και σε ικανό βαθμό και το «χελιδόνισμα», με την διττή έκφρασή τους δεν συνιστούν μόνο μακρινή πρόγονο των καλάντων, αλλά και του χριστουγεννιάτικου δέντρου, του οποίου πρόγονο αποτελεί επίσης και η «ἱκετηρία».

   Ο καθηγητής Απόστολος Αρβανιτόπουλος σε δημοσίευμά του(2) με τίτλο «Κληρονομία τοῦ ἀρχαίου κόσμου», συνδέει την «εἰρεσιώνη» και την «ἱκετηρία» με σύγχρονά μας έθιμα ως εξής: «[…] Τό δένδρον ὅμως τῶν Χριστουγέννων δέν τό εὑρίσκω, ἐγώ τουλάχιστον, ὡς ξενικήν συνήθειαν, ὡς νομίζεται γενικῶς, ἀλλ' ἐν μέρει ὡς ἀρχαίαν ἑλληνικήν. Εἶναι, δηλαδή, ὑπολείμματα τῆς περιφήμου «εἰρεσιώνης», καί τῆς «ἱκετηρίας» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, καί μάλιστα τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων. Ἦσαν δέ ἡ μέν Ἱκετηρία κλάδος ἐλαίας, ἀπό τοῦ ὁποίου ἐκρέμων ποκάρια μαλλιοῦ, καί ἔφερον αὐτόν ὅσοι ἤθελον νά ἱκετεύσουν τόν Θεόν ὁμαδικῶς, διά τήν ἀπαλλαγήν τοῦ τόπου ἀπό δεινοῦ τινός κακοῦ, π.χ. ἀπό νοσήματος, πανώλους, χολέρας ή ὁμοίου. Ὡς ἐπί τό πολύ, ὅμως, ἐβάσταζε τήν Ἱκετηρίαν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά τεθῇ ὑπό τήν προστασίαν θεοῦ καί τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς, γιά νά προβῇ εἰς ἀποκαλύψεις ἐναντίον ἰσχυρῶν ἀνθρώπων ἤ ἀρχόντων.

   Ἡ εἰρεσιώνη, ὅμως, εἶχε πολύ μεγάλην ἀναλογίαν καί πρός τά κάλανδα καί πρός τό δένδρον τῶν Χριστουγέννων, διότι ἦτο καί αὐτή κλάδος ἐλαίας ἤ δάφνης ἐπί τοῦ ὁποίου ἐκρεμῶντο ὁμοίως ἔρια λευκά ἤ πορφυρά, ἀλλά καί καρποί καί κολλύραι (κουλούρες) κ.τ.λ., ἐκ δώρων προερχόμενα. Τόν κλάδον αὐτόν περιέφερον τά παιδιά καθ' ὁμάδας ἀπό τάς οἰκίας, καί ἔψαλλον ἐγκωμιαστικά ᾄσματα ὑπέρ τῆς εὐτυχίας τοῦ οἰκογενειάρχου καί τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του· ἐζήτουν δέ καί τήν ἀμοιβή των, διότι «τά εἶπαν», νά τούς δώσῃ ἕκαστος «ὅ,τι προαιρεῖται», χωρίς νά ἐκφράσουν κατ' οὐδένα τρόπον τήν ἀγανάκτησίν των, ἄν δέν τούς ἔδιδον τίποτε, ἐνῶ σήμερον ἐκφράζουν διαφορά πολιτισμοῦ.

   Ἡ Εἰρεσιώνη αὐτή ἐψάλλετο κατά διαφόρους ἐποχάς τοῦ ἔτους, ὅπως καί σήμερον τά κάλανδα (Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιᾶς, Θεοφανίων, Λαζάρου, Σταυρώσεως, κ.λπ.). Καί δή κατά τά Θαργήλια (Μάϊον), Πυανόψια (Ὀκτώβριον), πρός τιμήν τοῦ Ἀπόλλωνος, τοῦ Ἡλίου, τῶν Ὡρῶν, κ.λπ. εἰς τῶν ὁποίων τούς ναούς καί τά ἱερά κατετίθετο. Πολλά ἐκ τῶν παιδίων, ἤ πάντα, ἔφερον τόν κλάδον τοῦτον εἰς τήν οἰκίαν των καί τόν ἐκρέμων εἰς τήν θύραν· ἐκεῖ ἔμενεν ὅλον τό ἔτος, κατά δέ τό τέλος ἐκαίετο μέν ὁ περσινός κλάδος, ἐκρεμᾶτο δέ ὁ νέος, ὅπως ὁ "Μάϊος" σήμερον· συνέβαινε δέ τοῦτον καί κατά τόν αὐτόν Θαργηλιῶνα (Μάϊον) μήνα. [...»].

   Στο σχετικό λήμμα του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας(3), διαβάζουμε, επίσης: εἰρεσιώνη, ἡ, (εἶρος) κλάδος ἐλαίας, ἢ δάφνης ἐρίοις πεπλεγμένος καί ἔχων προσκρεμαμένους παντοειδεῖς καρπούς, φερόμενος δέ ὑπὸ παίδων ᾀδόντων κατά τά Πυανέψια καί τά Θαργήλια, ἐνῷ ἐγίνοντο προσφοραί τῷ Ἡλίῳ καί ταῖς Ὥραις· ἀκολούθως ἐκρεμᾶτο ὑπέρ τήν θύραν τῆς οἰκίας ἔνθα ἔμενε μέχρι τοῦ ἑπομένου ἔτους, ὅτε ἤλλασσον αὐτήν, Ἀριστοφ. Ἱππ. 729, Σφ. 399, Πλ. 1054. Ἐκαλείτο δέ καί τό ᾀδόμενον ᾆσμα εἰρεσιώνη, ἥτις κατήντησεν ἔπειτα τό γενικόν ὄνομα τῶν ὑπό τῶν ἐπαιτῶν ᾀδομένων ᾀσμάτων, ὡς τό ἐν τοῖς Ὁμ. Ὕμν. 15. Ἴδε IlgenOpusc. Philol. 1. σ. 129 κἑξ. Πλουτ. Θησ. 21, Σχόλ. Ἀριστοφ. ἔνθ’ ἀνωτ. ΙΙ. στέφανος κρεμάμενος πρός τιμήν νεκροῦ, Συλλ. Ἐπιγρ. 956, Ἀλκίφρων 3. 37.

   Και το «χελιδόνισμα» ήταν «παλαιότατο χαρακτηριστικό έθιμο τής 1ης Μαρτίου, κατά το οποίο το πρωί τής ημέρας αυτής παιδιά επισκέπτονται τα σπίτια κατά ομάδες κρατώντας ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού, στολισμένο με άνθη και χλωρά κλαδιά, και τραγουδούν τον ερχομό τής άνοιξης και την επιστροφή τών χελιδονιών, έθιμο που είναι συνέχεια τού γνωστού με την ονομασία χελιδονισμός αρχαίου εθίμου»(4). «Στα παιδιά έδιναν γλυκίσματα, άλλα φαγώσιμα ή ακόμα και κρασί(5)· πληροφορία που αναφέρεται στους στίχους του χελιδονίσματος(6) που ακολουθεί και το διασώζει ο Αθήναιος(7)

        ἦλθ’ ἦλθε χελιδών

        καλάς ὧρας ἄγουσα,

         καλούς ἐνιαυτούς,

         ἐπί γαστέρα λευκά,

         ἐπί νῶτα μέλαινα.

         παλάθαν σύ προκύκλει

         ἐκ πίονος οἴκου

         οἴνου τε δέπαστρον

         τυροῦ τε κάνυστρον.

         καί πυρῶν

         ἁ χελιδών καί λεκιθίταν

         οὐκ ἀπωθεῖται. πότερ’ ἀπίωμες ἤ λαβώμεθα;

         εἰ μέν τι δώσεις· εἰ δέ μή, οὐκ ἐάσομεν,

         ἤ τάν θύραν φέρωμες ἤ θοὐπέρθυρον

         ἤ τάν γυναῖκα τάν ἔσω καθημέναν·

         μικρά μέν ἔστι,  ῥᾳδίως νιν οἰσόμες.

         ἄν δή φέρῃς τι,

         μέγα δή τι φέροιο.

         ἄνοιγ’ ἄνοιγε τάν θύραν χελιδόνι·

         οὐ γάρ γέροντες ἐσμέν, ἀλλά παιδία."

δηλαδή,

ήρθε, ήρθε η χελιδόνα,

         φέρνοντας καλό καιρό,

         φέρνοντας καλή χρονιά

         όντας άσπρη στην κοιλιά

         μελανή στην πλάτη της.

Φέρε σύκα αρμαθιασμένα

         απ’ το πλούσιο σπιτικό σου

         ένα κύπελλο κρασί

         και καλάθι με τυρί.

         Και ψωμιά σταρένια

         και κουλούρα η χελιδόνα

         δεν τα αρνείται. Θα μας δώσεις ή να φύγουμε;

         Αν κάτι μας δώσεις, πάει καλά· αν όχι, δεν θα τ’ αφήσουμε έτσι,

         ή τη θύρα σου παίρνουμε ή το υπέρθυρό της

         ή τη γυναίκα που μες στο σπίτι κάθεται·

         Είναι μικρούλα, βέβαια, αλλά πιο εύκολα θα τη σηκώσουμε.

         Κι αν φέρεις κάτι,

         μεγάλο κάπως να ’ναι.

         Άνοιξε, άνοιξε την πόρτα σου στη χελιδόνα·

         γιατί γέροι δεν είμαστε, αλλά παιδάκια.

   Στους «Βίους Ομήρου»(8), επίσης, πληροφορούμαστε πως ο ποιητής ξεχειμωνιάζοντας στην Σάμο την πρώτη μέρα κάθε μήνα κι έχοντας ως οδηγούς και συνοδούς παιδιά του τόπου εμφανίζονταν μπροστά στα σπίτια πλουσίων και τραγουδώντας σε στίχους δακτυλικού εξαμέτρου την «εἰρεσιώνη» έπαιρνε κάτι ως αντίδωρο και πως το τραγούδι συνέχισε να άδεται για πολλά χρόνια από τα παιδιά στην γιορτή του Απόλλωνα, και είναι τo εξής: 

         δῶμα προσετραπόμεσθ’ ἀνδρός μέγα δυναμένοιο,

ὅς μέγα μέν δύναται, μέγα δέ βρέμει, ὄλβιος αἰεί.

         αὐταί ἀνακλίνεσθε θύραι· πλοῦτος γάρ ἔσεισι

         πολλός, σύν πλούτῳ δέ καί εὐφροσύνη τεθαλυῖα,

         εἰρήνη τ’ ἀγαθή. ὅσα δ’ ἄγγεα, μεστά μέν εἴη,

         κυρβαίη δ’ αἰεί κατά καρδόπου ἕρποι μάζα,

         τοῦ παιδός δέ γυνή κατά διφράδα βήσεται ὕμμιν,

         ἡμίονοι δ’ ἄξουσι κραταίποδες ἐς τόδε δῶμα,

         αὐτή δ’ ἱστόν ὑφαίνοι ἐπ’ ἠλέκτρω βεβαυῖα.

         νεῦμαί τοι νεῦμαι ἐνιαύσιος ὥστε χελιδών

         ἕστηκ’ ἐν προθύροις·
καί
         εἰ μέν τι δώσεις εἰ δε μή,  οὐχ ἡστήξομεν,          

οὐ γαρ συνοικήσοντες ἐνθάδ’ ἤλθομεν.       

δηλαδή,

Ήρθαμε στ’ αρχοντικό πολύ τρανού αφέντη,       

που ’χει μεγάλη δύναμη, λόγο βαρύ και περισσό λογάρι.

         Ανοίξτε πόρτες διάπλατα, πλούτος πολύς να έμπει,

         και με τον πλούτο συντροφιά θάλλουσα η χαρά

         κι η ευλογημένη ειρήνη· γιομάτα να ’ναι όλα τ’ αγγειά,

         και πάντα η ζύμη του ψωμιού στη σκάφη να φουσκώνει.

         Και η γυναίκα του γιου πάνω σε θρόνο να σας έρθει,

         με δυνατά ποδάρια ημίονοι σ’ αυτό το σπίτι να την κουβαλήσουν,

         κι αυτή να υφάνει το πανί με πατήθρες κεχριμπαρένιες.

         Έρχομαι σε σένα και ξανάρχομαι σαν χελιδόνι κάθε χρόνο

         και στην αυλόπορτά σου στέκομαι.
και    

           είτε μας δώσεις κάτι, είτε όχι, δεν θα στεκόμαστε,

γιατί εδώ δεν ήρθαμε για να συγκατοικήσουμε.

   Αυτό το άσμα, την ειρεσιώνη, την τραγουδούσαν «ἀμφιθαλεῖς παῖδες»(9) και εκπληκτικό είναι πως στο Λεξικό Σουΐδα, στο λήμμα «Ὅμηρος ὁ ποιητής»(10) παρατίθεται παραλλαγή του, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα κάλαντα, αλλά και άλλα δημοτικά τραγούδια που τραγουδιούνται μέχρι σήμερα από τους Έλληνες και είναι η ακόλουθη:

   «δῶμα προσετραπόμεσθα ἀνδρός μέγα δυναμένοιο, ὅς μέγα μέν ἀυτεῖ, μέγα δέ βρέμει, ὄλβιος αἰεί. αὐτάρ ἀνακλίνεσθε θύραι· πλοῦτος γάρ ἔπεισι πολύς, σύν πλούτῳ δέ καί εὐφροσύνη τεθαλυῖα εἰρήνη τ’ ἀγαθή· ὅσσα δ’ ἄγγεα, μεστά μέν εἴη, κυρκαίη δ’ ἀεί κατά δόρπου ἕρπεο μᾶζα. νῦν μεν κριθαίην εὐώπιδα σησαμόεσσαν. τοῦ παιδός δέ γυνή κατά δίφρακα βήσεται ὑμνεῖν, ἡμίονοι δ’ αὔξουσι κραταίποδες ἐς τόδε δῶμα. αὐτή δ’ ὕφαιν’ ἱστόν ἐπί λέκτρα βεβηκυῖα., νεύματι τοι εὐμαί ἐνιαύσιος. ἔσται χελιδών. ἕστηκε προθύροις ψιλή πόδας· ἀλλά φέρ’ αἶψα πέρσαι τῷ Ἀπόλλωνος γυιάτιδος. Και. εἰ μέν τι δώσεις. εἰ δε μή, οὐχ ἑστήξομεν. οὐ γαρ συνοικήσοντες ἐνθάδ’ ἤλθομεν»

   Στην παραλλαγή της ειρεσιώνης, εκτός από κάποιες λέξεις που διαφοροποιούνται λίγο ή πολύ χωρίς να αλλάζει ιδιαίτερα το νόημα, παρατηρούμε πως έχουμε την προσθήκη δυο στίχων. Τα λόγια του ενός είναι «νῦν μέν κριθαίην εὐώπιδα σησαμόεσσαν» και του άλλου «ἀλλά φέρ’ αἶψα πέρσαι τῷ Ἀπόλλωνος γυιάτιδος», που σημαίνουν «και καλοφτιαγμένες κριθαρένιες σουσαμόπιτες» και «αλλά φέρε αμέσως κάτι να πάρουμε για τον Απόλλωνα, των δρόμων τον προστάτη»

   Σημαντικό, επίσης, είναι πως, τόσο τα κάλαντα, όσο και τα άλλα άσματα που τραγουδούσε με πολλές αφορμές ο λαός μέσα στον ενιαύσιο κύκλο, αν και καταπολεμήθηκαν, συχνά λυσσαλέα(11), στην πάλη για την επικράτηση του χριστιανισμού, τελικά ενσωματώθηκαν στην νέα θρησκεία με αποτέλεσμα να επιβιώσει σε μεγάλο βαθμό η θεματολογία, ο στίχος και οι κοινωνικές ή άλλες εκδηλώσεις των οποίων αποτελούσαν βασική παράμετρο. Κι αυτό, διότι, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες συγκρούσεις «οι θεοί δεν εξαφανίζονται εντελώς, παρ’ όλο που αντικαθίστανται και μεταμορφώνονται»(12), αφού η λατρεία τους και όσα την συνοδεύουν είναι βαθιά ριζωμένα στην συνείδηση του λαού, ο οποίος δεν έχει καμία διάθεση να τα εγκαταλείψει εύκολα, μια κι έχουν αναφορά στους προγόνους του, οι οποίοι τα κουβαλούν απ’ το μακρινό παρελθόν που φτάνει μέχρι τις πρωτόγονες κοινωνίες και για τα καθ’ ημάς, πέραν αυτών, φέρνουν πλήθος ιδεών κληρονομημένων απ’ την ελληνική αρχαιότητα. Εξάλλου, ποικίλες δυσκολίες και απειλές που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι διαμέσου των αιώνων δίνουν μια πρώτης ευκαιρίας αφορμή για συσπείρωση γύρω από πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, τα οποία καθίστανται βασικός φορέας κοινωνικής συνοχής και εθνικής ταυτότητας.

   Χωρίς, λοιπόν, να λησμονούμε τα ανωτέρω, ας επανέλθουμε στην «εἰρεσιώνη», όχι στο τραγούδι, και στην «ἱκετηρία», τις μακρινές προδρόμους του χριστουγεννιάτικου δέντρου, το οποίο από πολλούς προβάλλεται ότι εισήχθη μέσω των Βαυαρών στην Ελλάδα ως δικό τους χριστουγεννιάτικο έθιμο παραβλέποντας την σχέση που είχε ο λαός μας με πανάρχαια έθιμα που επιβίωναν και, στα οποία τα δέντρα έπαιζαν μεγάλο ρόλο, κάτι που συνέβαλε τα μέγιστα στην εύκολη αποδοχή του «ξενόφερτου» εθίμου. Ακόμα και το σχετικό λήμμα της εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος(13) το αναφέρει, αναφέροντας επίσης πως: «[…] Η χρήση αειθαλούς δέντρου, στεφανιού και γιρλάντας ως συμβόλων της αιώνιας ζωής, αποτελούσε αρχαίο έθιμο των Αιγυπτίων, των Κινέζων και των Εβραίων. Η λατρεία των δέντρων, που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο ανάμεσα στους ειδωλολάτρες Ευρωπαίους, επιβίωσε και μετά τον εκχριστιανισμό τους σε διάφορα έθιμα. […]», ενώ στο λήμμα ικέτης, όπου αναφέρεται η ικετηρία(14) περιγράφεται αυτή ως έχει.

   Καμία αναφορά, λοιπόν, στο εν λόγω λήμμα πως το δέντρο μετείχε σε πολλές γιορτές(15) των Ελλήνων, όπως στα Αιακεία ή Αιάκεια, στην Αιώρα ή Αλήτιδα, τα Ασκληπιεία Μεγάλα ή Ασκληπιεία Επιφανέστατα, στα Δαίδαλα τα Μεγάλα, στα Δαφνηφόρια, στα Δενδροφόρια, στα Κορυθάλια, στα Νάα ή Νάια, στα Παναθήναια τα Μεγάλα, στα Πυανέψια, στην Ράβδου Ανάνηψιν,… Γιορτές, στις οποίες τα ελαιόδεντρα, τα κλήματα, τα πεύκα, οι συκιές, οι δρύες, τα κυπαρίσσια, οι δάφνες,…, είναι άκρως απαραίτητα στα δρώμενά τους, όπου χρησιμοποιούνται είτε ως αυτοτελή δέντρα, είτε ως λαξευμένα ξόανα, είτε ως πλεγμένα από τους κλώνους τους στεφάνια, είτε ως ειρεσιώνες.

   Έχοντας αυτά κατά νουν, και κυρίως την ευρεία χρήση των στεφανιών σε πολλές εκδηλώσεις του βίου των αρχαίων Ελλήνων, δεν μπορεί να θεωρούνται ξένα προς τα έθιμα του Δωδεκαημέρου ούτε τα στεφάνια που κρεμιούνται στις πόρτες των σπιτιών, ούτε εκείνα που κρεμιούνται στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ούτε εκείνα τα δώδεκα που τοποθετούνται κάτω απ’ αυτό και καίγονται ένα κάθε βράδυ το Δωδεκαήμερο(16), ούτε κάποια απ’ τα στολίδια του, και μάλιστα, εκείνα που απεικονίζουν διάφορα κοσμολογικά σύμβολα, ούτε το μεγάλο δέντρο που στολίζεται στις μέρες μας σε εξωτερικούς δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, ούτε τα κλαδιά κέδρου, με τα οποία παντρεύουν τη φωτιά(17), ούτε τα δώρα που τοποθετούνται κάτω απ’ το δέντρο, ούτε… Κι αυτό, διότι τα συναντούμε με τις όποιες διαφοροποιήσεις σε πολλές ιεροπραξίες των αρχαίων Ελλήνων.

   Στα Αιακεία, όπου «[…] από τους νικητές όσοι ήταν Αιγηνίτες κρεμούσαν μετά τη στέψη τα στεφάνια τους στον μαρμάρινο ιερό περίβολο του γενάρχη τους, που φιλοξενούσε αιωνόβια ελαιόδενδρα και έναν μνημειώδη βωμό»(18).

   Στην γιορτή της Αιώρας, όπου «[…] Από τα κλαδιά των αμπελιών και άλλων δέντρων αφιερωμένων στoΘεό Διόνυσο (λ.χ. πεύκο, συκιά) οι θρησκευτές κρεμούσαν μικρά ειδώλια και άλλα αποτροπιακά ή αλεξίκακα («σκίλλα»), ή, από όσα δένδρα κρατούσαν το βάρος, αιώρες για τους εφήβους και τις παρθένες που ανέβαιναν σε αυτές με εορταστικά ενδύματα και στεφάνι στα μαλλιά. […]»(19).

   Στα Δαφνηφόρια, όπου «με περιφορά από χρυσοστεφανωμένο «αμφιθαλές» αγόρι της «Κωπού», ενός κλαριού δηλαδή διακοσμημένου με κοσμολογικά σύμβολα (ήλιος, σελήνη, γη) με κατάληξη για τους Θηβαίους στο Ιερό του Ισμηνίου Απόλλωνος. […]»(20).

   Στην γονιμική γιορτή των Δενδροφοριών, όπου «ο ιερέας του Θεού Διονύσου, περιφέρει γυναικοντυμένος ένα καθαγιασμένο κλαδί στα χωράφια γύρω από την πόλη και ένας ψηλός κορμός δένδρου (φαλλικό σύμβολο) στήνεται όρθιος από τους θρησκευτές με ένα ανθρωπόσχημο αγαλματίδιο στην κορυφή του, το οποίο συμβολίζει την γονιμική δύναμη του δενδροφόρου Θεού και στη συνέχεια πετροβολείται από όλους για «συμμετοχή» στη διάχυση της δύναμης που συμβολίζει. […]»(21).

   Στα Κορυθάλια, όπου έχουμε «[…] περιφορά «κορυθάλης» (του λακωνικού δηλαδή αντίστοιχου της «ειρεσιώνης» των Πυανεψίων και κρέμασμα μικρών αντιγράφων της πάνω από τις πόρτες των οικιών»(22).

   Στα Νάα ή Νάια, στην Δωδώνη, προς τιμήν του Διός και της Διώνης, τα οποία πρέπει να τελούνταν εκεί «[…] μέχρι το βίαιο τέλος του εκεί Ιερού στα τέλη του 4ου αιώνα, οπότε και κόπηκε και ξεριζώθηκε με τη βοήθεια μεγάλης τάφρου η πανάρχαια μαντική Ιερά Φηγός»(23). Σχετικά με την «ἱερά φηγό», «Στην Οδύσσεια (14.327-328 και 19.296-297) αναφέρεται ότι αρχικώς οι χρησμοί δίδονταν από την ιερή βαλανιδιά. Το θρόισμα των φύλλων της από τον αέρα υπέβαλε την ιδέα ότι το συγκεκριμένο δένδρο ομιλούσε («πολυγλώσσου δρυός» στο Σοφ. Τραχ. 1168) και «δρυός λόγους» στο Πλάτ. Φαίδρ. 275 β). Η προφητική της δυνατότητα πρέπει να σχετίζεται με τη δενδρολατρεία, σύμφωνα με την οποία ένα ιερό δένδρο συνιστά μία μικρογραφία του σύμπαντος και του κύκλου της ζωής (imagomundi) και σύμβολο της αναγέννησης της φύσης. Στην Ιλιάδα η δρυς συνδέεται με τον Δία και λειτουργεί ως σημείο συνάντησης αλλά και καταφύγιο. Με τον πατέρα των θεών, ως κύριο της βροντής και της αστραπής, έχει σχέση η δρυς και σε άλλες αρχαίες διηγήσεις και εκτός των ορίων του ελληνικού κόσμου. Σε πρακτικό επίπεδο το φυτό έχαιρε εκτίμησης για την αφροδισιακή και φαρμακευτική ιδιότητα των βαλανιδιών και την ποιότητα του ξύλου του»(24). 

   Στα Παναθήναια τα Μεγάλα, στην πομπή των οποίων μετείχαν «[…] γέροντες με κλαδιά από ελαιόδενδρα»(25).

   Στην Ράβδου Ανάνηψιν, προς τιμήν του Διονύσου και του Ασκληπιού, που «[…] οι ιερείς τους περιέφεραν ξόανα από ξύλο κυπαρισσόδενδρου, ως συμβολισμό του ότι οι θεοί «ανελάμβανον» (ξανάπαιρναν) τα σύμβολά τους και ξεκινούσαν την περιοδεία τους στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις»(26) και πάει λέγοντας. 

   Η ειρεσιώνη των Ελλήνων, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω είναι «κλαδί ελιάς ή δάφνης πλεγμένο με μαλλιά κι έχοντας κρεμασμένους παντός είδους καρπούς, το οποίο περιέφεραν τα παιδιά τραγουδώντας στην γιορτή των Πυανεψίων και των Θαργηλίων, ενώ γίνονται προσφορές στον Ήλιο και στις Ώρες· στην συνέχεια την κρεμούσαν πάνω από την πόρτα του σπιτιού, όπου έμενε μέχρι τον επόμενο χρόνο, οπότε και την άλλαζαν»(27). Η αλλαγή της ειρεσιώνης διαπιστώνουμε πως επιβιώνει και σε δικά μας νόμιμα, όπως στην αλλαγή του άνθινου στεφανιού της πρωτομαγιάς. Πέραν αυτού, θα περιοριστώ να αναφέρω και κάποια που επιβιώνουν στον γενέθλιο τόπο μου, την Ροδαυγή Άρτας.

   Στην γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, λοιπόν, «οι νοικοκυρές πηγαίνουν στην εκκλησία βασιλικό, πάνω στον οποίο ο ιερέας τοποθετεί το Σταυρό, επειδή σύμφωνα με την παράδοση στο μέρος όπου βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός φύτρωσε βασιλικός. Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας όλοι παίρνουν ένα κλωνί βασιλικό, το οποίο βάζουν στο εικόνισμα του σπιτιού τους μέχρι την ίδια ημέρα της επόμενης χρονιάς, οπότε και το καίνε, για να μην παραπέσει οπουδήποτε το αγιασμένο κλωνί του βασιλικού»(28).

   Ακολουθεί η Απολλώνια δάφνη της Κυριακής των Βαΐων καθώς και της πρώτης Ανάστασης το Μ. Σάββατο(29), που κλωνάρια της τοποθετούνται στο εικόνισμα μέχρι την άλλη χρονιά τις ίδιες μέρες, οπότε και αντικαθίστανται· και στα καλάθια που στολίζουν τα παιδιά την Μ. Παρασκευή και περιφερόμενα άδουν τα Πάθη του Χριστού(30), αλλά και στον στολισμό του Επιταφίου συναντούμε τα κλαδιά της δάφνης, αυτό το σύμβολο πένθους και αναγέννησης.

   Εκτός από τις ομοιότητες με την ειρεσιώνη που ανιχνεύονται στις παραπάνω αναφορές, ας δούμε εκτενέστερα κάποιες λεπτομέρειες που δεικνύουν περισσότερο αυτήν την εγγύτητα και αφορά στον στολισμό της ειρεσιώνης και του παραδοσιακού χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Ροδαυγή(31), το οποίο, εκτός από τα παιδικά χειροτεχνήματα, στολίζονταν με καρπούς αειθαλών δέντρων, όπως κουκουνάρες, κυπαρισσόμηλα, κλαδιά πρίνου που έφεραν βελανίδια· όσο, μάλιστα, η μνήμη ανασκαλεύει το παρελθόν θυμάται πως στο δέντρο κρεμιούνταν επίσης ώριμα κατακόκκινα κούμαρα και αγκαθωτά θαμνώδη κλαδάκια του δάσους, των οποίων αγνοώ την ονομασία, που στο καταχείμωνο είχαν μικρούς κόκκινους σφαιρικούς καρπούς, καθώς και με τολύπες βαμβακιού. Όλα, λοιπόν, τα στολίδια θυμίζουν χωρίς άλλο τους κάθε είδους καρπούς και τα ποκάρια μαλλιού που κρεμούσαν στην ειρεσιώνη.

   Ο Πλούταρχος(32) αναφέρει την εξής ειρεσιώνη:

Εἰρεσιώνη, σῦκα φέρειν καϊ πίονας ἄρτους

        καί μέλι ἐν κοτύλῃ καί ἔλαιον ἀναψήσασθαι

καί κύλικ᾽ εὔζωρον, ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδῃ»,

   δηλαδή, 

Η ειρεσιώνη να φέρνει σύκα και αφράτα ψωμιά

και μέλι στο ποτήρι και λάδι να ψήνεις

και ποτήρι δυνατό κρασί, για να μεθύσεις και να κοιμηθείς».

   Της ειρεσιώνης αυτής, αλλά και του χελιδονίσματος που αναφέρθηκε πιο πάνω, επιβίωση έχουμε το Σάββατο του Λαζάρου, στην Ροδαυγή, όπου «Τα παιδιά στόλιζαν ένα καλαθάκι με λουλούδια της εποχής, σύμβολα αναγέννησης, […] και παρέες-παρέες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, […] για να πουν το «τραγούδι» για το Λάζαρο. Οι χωριανοί τα αποκαλούσαν «Λαζάρους ή Λαζαρούδια».

   Οι νοικοκυρές τα φίλευαν αυγά, χρήματα ή πασμάδες (= πιτούλες φτιαγμένες από αλεσμένα σύκα), τσαπέλλες και καρύδια. […] Τα πολύ μικρά παιδιά, […] πήγαιναν και αυτά να πουν το «Λάζαρο», τραγουδώντας το εξής σύντομο και χαριτωμένο τραγουδάκι: Ήρθε ο Λάζαρος παιδιά,/ το καλάθι θέλει αυγά,/ οι τσεπούλες καρυδούλες,/ τα χεράκια παραδούλες»(33).

   Και οι νυχτερινοί «Λάζαροι», οι οποίοι περιερχόμενοι τα σπίτια συμμετείχαν σε δρώμενα αναπαράστασης των παθών του Λαζάρου, δέχονταν ανάλογα φιλέματα με τους μικρούς, αλλά και ξιδότριψα, δηλαδή, μείγμα ξιδιού, ύδατος και άρτου(34) ή τσίπουρο.

   Αυτό το τελευταίο θα μπορούσε να έχει ως μακρινό πρόγονο κι έναν άλλον αγερμό, το «κορώνισμα», το οποίο διασώζει ο Αθήναιος(35) μια και τραγουδιέται από ενήλικες κι είναι ο μόνος που έχει κάποια θρησκευτική διάσταση, αφού η κορώνη (= κουρούνα) προσωποποιείται και θεοποιείται· είναι, δηλαδή, η Κορώνη, η κόρη του Απόλλωνα στο όνομα της οποίας γίνεται η επαγγελματική ιερατική κατά πως φαίνεται επαιτεία! 

   Ένα άλλο έθιμο της Ροδαυγής, το οποίο έχει χαρακτήρα εαρινού παιδικού αγερμού, χωρίς επαιτικό χαρακτήρα, αλλά με προφανή μαγικά στοιχεία είναι εκείνο που τραγουδιέται λίγο μετά την εαρινή ισημερία, την παραμονή της 25ης Μαρτίου, οπότε «τα παιδιά κρατώντας ντενεκέδες και κτυπώντας τους δυνατά για να κάνουν θόρυβο, γύριζαν στους δρόμους του χωριού για να τρομάξουν τα ερπετά και να μην βγουν από την χειμέρια νάρκη τους, τραγουδώντας: «Φευγάτε φίδια και σκονταρέλες (= σαύρες), γιατί θα έρθει ο Ευαγγελισμός με το σπαθί και θα σας κόψει το κεφάλι»(36). Με αφορμή αυτή την αναφορά, ας ειπωθεί πως στην Ροδαυγή, ορεινό χωριό, τα χελιδόνια έφταναν συνήθως την ημέρα του Ευαγγελισμού. 

   Τέλος, είτε με ειρεσιώνες, είτε με ικετηρίες, είτε με χελιδονίσματα, είτε με κορωνίσματα, είτε με χριστουγεννιάτικα δέντρα, είτε με ό,τι άλλο γιορτάζουμε, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής πως αυτά είναι λίγα από εκείνα που μας κάνουν να υψώνουμε το πρόσωπο αιώνες τώρα παρότι πολλές φορές ο άνεμος λυγίζει τις καλαμιές.

Σημείωση: Οι μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων είναι της συντάκτριας της μελέτης

Υποσημειώματα

      1. Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1985, ΧΙΙΙ
2. Εφημερίδα «Ἔθνος», 31-12-1937
3. ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ» των H. Liddel, R. Scott, Α. Κωνσταντινίδου το 1904
4. http://greek_greek.enacademic.com/194862/%CF%87%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1 5. http://www.greeklanguage.gr/Resources/ancient_greek/anthology/literature/browse.html?text_id=488
6. Αθήναιος 8.60.7-26
7. Αθήναιος 8.60.12-18
8. Βίοι Ομήρου, βίος Ηροδότου 462-482
9. Λεξικό Σουΐδα 184.3
10. Λεξικό Σουΐδα, 251.135-145
11. ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, όπου, ως επιβίωση ειδωλολατρικών νομίμων, απαγορεύτηκε να άδονται τα κάλαντα/ Φαίδων Κουκουλές, Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, τ. ΣΤ', εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1955, σ. 151-166/ Νάσος Βαγενάς, Άγιος Βάκχος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1987, σ. 59/ Λιλή Ζωγράφου, Αντιγνώση, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1983, σ. 385-410 κ.α./ Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, ιδιωτική έκδοση, Πάτρα 2006, σ. 83-135 κ.α.
12. M. P. Nilsson, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, εκδ. Δ. Ν. Παπαζήση, Αθήνα 2008, σ. 30
13. Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα, Τ61.04
14. Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα, Τ61.04
15. Βλ. Γ. Ρασσιάς, Εορτές και Ιεροπραξίες των Ελλήνων, εκδ. Ανοιχτή πόλη
16. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 93
17. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 93
18. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 33
19. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 35
20. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 71
21. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 74
22. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 121
23. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 130
24. http://www.namuseum.gr/object-month/2010/nov/nov10-gr.html#
25. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 138
26. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 150
27. βλ. & Βλ. Γ. Ρασσιάς, ό.π., σ. 148
28. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 85
29. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 118, 123
30. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 12
31. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 93
32. Πλούταρχος, Θησέας 22.1-7.3
33. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 107
34. Τζουμερκιώτικα Χρονικά, τ. 13ο, Ιούνιος 2012, σ. 209, βλ. και το υποσημείωμα αρ. 5
35. Αθήναιος, 8.59.13-34
36. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 106