Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Απάνθισμα

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Δημοσίευση της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

Με αφορμή το παρεκκλήσι του Αγίου Παντελεήμονος, (31-8-2018)

 

Δημοσιεύτηκε: Περιοδικό "Άπειρος χώρα", τ. 203, Αύγουστος 2018, σ. 37-39.

& https://www.rodavgi.com/

 

   Στη νότια πλευρά του ναού της Αγίας Παρασκευής στη Ροδαυγή, παραπλεύρως του Ιερού Βήματος και εφαπτόμενο μ’ αυτό, υπάρχει ένα κτίσμα, του οποίου το υπόγειο χρησιμοποιείτο ως οστεοφυλάκιο και είναι γνωστό ως κοιμητήριο. Αυτό δεχόταν τα οστά των ανακομιδών για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο χώρος, που απλώνεται νοτίως του ναού, λειτουργούσε ως νεκροταφείο. Η συνήθεια επέτασσε να κλείνονται αυτά μέσα σε σάκους και να στοιβάζονται με κάποια, έστω υποτυπώδη, σειρά πέριξ των τοίχων. Βέβαια, καθώς το υλικό των σάκων ήταν υφασμάτινο και επομένως ευάλωτο στις υφιστάμενες περιβαλλοντικές συνθήκες, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αποσυντίθετο, με αποτέλεσμα τα οστά να μένουν απογυμνωμένα και συχνά κάποια εξ αυτών να καταρρέουν από τη θέση, όπου είχαν τοποθετηθεί, και να φαίνονται πια ως ατάκτως ριγμένα. Επιπλέον, αφότου το νεκροταφείο έπαψε να δέχεται νεκρούς, αλλά, ειδικά, όταν απομακρύνθηκαν κιγκλιδώματα τάφων, σταυροί, καντήλια, κ.λπ., ακόμα, φευ, και η ποικίλη χλωρίδα που συνδεόταν μ’ αυτό, η οποία αντικαταστάθηκε με πευκώνα, όσα οστά ανασύρθηκαν κατά την εκχέρσωση ρίχθηκαν στο υπάρχον, μη ευρισκόμενο πλέον σε λειτουργία οστεοφυλάκιο.    

   Τούτο, λοιπόν, το λιτό οικοδόμημα συνδέεται με πρόσωπα, μνήμες, έθιμα, εικόνες,  …, που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και έκφρασης για μένα (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, 2η έκδ., σ. 140, 430, Το χάσικο ψωμί, σ. 102-116, 163, κ.λπ.), ενώ άλλα, καλά φυλαγμένα, ανέμεναν και αναμένουν πυροδοτήσεις του νου και της ψυχής, για να λάβουν σάρκα και οστά. Κι αυτό συμβαίνει όχι σπάνια, όταν ασχολείσαι με τη συγγραφή, μια και, εκτός απ’ ό,τι μέσα σου είναι θησαυρισμένο, ερωτήσεις και συζητήσεις με πρόσωπα οικεία, ή όχι, φέρνουν συχνά στο προσκήνιο πληροφορίες, τις οποίες ή δεν γνώριζες πρωτύτερα ή, έχοντας μπροστά σου ένα τεράστιο συγκεντρωμένο υλικό, το οποίο πρέπει να τιθασεύσεις, δεν τους δίνεις την αρμόζουσα σημασία με τη λογική πως κάποια στιγμή θα επανέλθεις. Πόσο μάλλον, όταν το σύγγραμμα αυξάνεται σε σελίδες και προστίθενται επιπλέον λόγοι, για να μην προβείς σε αναλυτικότερες προσεγγίσεις κάποιων θεμάτων, ενώ άλλες φορές, όπως, για παράδειγμα, για το θέμα μας, δεν είναι πάντα δυνατό να συμβεί, λόγω διαφόρων προσκομμάτων, τα οποία εμποδίζουν την αναγκαία τεκμηρίωση.  

   Ως εκ τούτου, μια και στο βιβλίο μου «Ροδαυγή» (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή (2η έκδ., σ. 425-431), όπου εκτενώς έχω γράψει για τον ναό της Αγίας Παρασκευής, έχει γίνει μικρή αναφορά στο εν λόγω κοιμητήριο, επανέρχομαι, προσκομίζοντας θαρρώ ενδιαφέροντα στοιχεία για κάθε αναζητητή τέτοιου είδους πληροφοριών. Εκτός, λοιπόν, από τη δική μου επιθυμία να επιστρέψω στο θέμα, σημαντικές αφορμές υπήρξαν δύο συνομιλίες μου. Εκείνη που έκανα με τον αδελφό μου Σπυρίδωνα, ο οποίος ως παιδί χρημάτισε παπαδάκι, δηλαδή βοηθός του τότε ιερέα Ιωάννη Κ. Οικονόμου, καθώς κι εκείνη, την οποία έκανα με τον αγαπητό μου πρεσβύτη Ιωάννη Μπαλαούρα.

   Έτσι, μια μέρα, τα βήματά μου οδηγήθηκαν στο ισόγειο του κοιμητηρίου, που τώρα έχει μετατραπεί σε γραφείο, και παρατήρησα, επίσης, με περισσότερη προσοχή την εξωτερική λιθοδομή του.

   Το εσωτερικό του, λοιπόν, όπως με είχαν βεβαιώσει οι πληροφοριοδότες μου, συνιστούσε παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα και διαθέτει τρεις κόγχες. Τη μεσαία, πιο μεγάλη, με δύο ορθογώνιους μικρούς φεγγίτες, έναν στην τομή της κόγχης, όπου σχηματίζεται τοξοειδής λίθινη τράπεζα, και τον άλλο κάτω ακριβώς από την αναφερθείσα τράπεζα, καθώς και δύο τυφλές εκατέρωθεν. Από αυτές, η κεντρική και η αριστερή είναι βαμμένες με λευκό χρώμα - η αριστερή φέρει και υποκίτρινο περίγραμμα στην καμπύλη πλευρά -, ενώ η δεξιά είναι βαμμένη με σκούρο κόκκινο, το οποίο παραπέμπει στο αντίστοιχο μινωικό. Η αριστερή, όπως συνηθίζεται, χρησιμοποιούνταν για την προσκομιδή, όταν τελούνταν για κάποιο λόγο λειτουργία εκεί, για περιορισμένο εκκλησίασμα αποτελούμενο από μια οικογένεια ή μικρή ομάδα ατόμων, ενώ η κεντρική ως Αγία Τράπεζα.

   Ο Ιωάννης Μπαλαούρας μου δήλωσε πως σ’ αυτό το παρεκκλήσι λειτούργησε κάποιος παπα – Παλαβός* από τα Λαγκάδια, συνοικισμό του χωριού Κεντρικό, το οποίο βρίσκεται στην άλλη πλευρά του Αράχθου, συμπληρώνοντας πως, λογικά, λειτούργησαν κι άλλοι, αλλά δεν μπορεί να το πει αυτό με βεβαιότητα. Για τον εν λόγω ιερέα πρόσθεσε πως συνήθιζε να λειτουργεί στο ξωκκλήσι, άλλοτε μονή, του Αγίου Νικολάου στο Περδικάρι και, μάλιστα, η παράδοση λέει πως τον άμπωξε ο διάβολος στη θέση Μουστέτσια (Μ’στέτσσια) κι από τότε ο κόσμος φοβούνταν να περάσει από το σημείο, ειδικά τις νυκτερινές ώρες!     

   Ο εξωτερικός τοίχος του κοιμητηρίου διαθέτει ιδιαίτερη αρμολογημένη λιθοδομή, όπου κυριαρχούν οι μαύροι σχιστολιθικοί λίθοι, διανθισμένοι με λευκούς, αλλά και διάσπαρτους ασβεστολιθικούς, που στο τοπικό ιδίωμα αποκαλούνται ψωριάρες, λόγω της σχετικά ανώμαλης επιφάνειας, η οποία προέρχεται από συγκολλημένους λίθους και με λίγη φαντασία παραπέμπει σε δέρμα πάσχοντος από ψώρα. Στη νότια πλευρά του και πολύ κοντά στη στέγη, υπάρχουν δύο ορθογώνιοι φεγγίτες, ενώ κοντά σ’ έναν γωνιόλιθο είναι ενσωματωμένος ανάγλυφος λίθος, όπου αναπαριστώνται σταυρός, δίπλα του ένας όρθιος στύλος και στην πάνω πλευρά αναγράφεται η χρονολογία 1855, η οποία προφανώς αντιπροσωπεύει τον χρόνο κτίσεως του κοιμητηρίου και βεβαιώνει με τη σειρά του την τμηματική οικοδόμηση του ναού. Αυτή, άλλωστε, πιστοποιείται κι από τις χρονολογίες, οι οποίες αναγράφονται σε άλλα λιθανάγλυφα. Το ένα βρίσκεται πάνω από το υπέρθυρο της εισόδου του κυρίως ναού και σχετίζεται με το έτος ιδρύσεώς του, που είναι το 1804, ενώ το άλλο, το οποίο αναγράφει τη χρονολογία 1850, βρίσκεται πάνω από το υπέρθυρο του νάρθηκα. Και για το κωδωνοστάσιο αναφέρεται ως πιθανή χρονολογία οικοδόμησής του το 1850 (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, 2η έκδ., σ. 427). Μάλιστα, η χροιά και το χρώμα της λιθοδομής του, που αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο μετά τη συντήρησή του, διαφέρει αρκετά από τις άλλες του ναού, καθώς οι λίθοι, πέραν άλλων, φαίνονται να είναι καλύτερης ποιότητας. Αξιοσημείωτα είναι, ακόμα, δύο λιθανάγλυφα πρόσωπα στην ανατολική πλευρά του, ένα μεγαλύτερο μέσα σε λίθινο πλαίσιο κι ένα μικρότερο πάνω σε διπλανό γωνιόλιθο, τα οποία διακρίνονται καθαρά πλέον και, ίσως, σχετίζονται με κείνους που το ανοικοδόμησαν ή το χρηματοδότησαν.

   Το παρεκκλήσι – κοιμητήριο, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, απάντησε και στην απορία που είχα σχετικά με τον εορτασμό του Αγίου Παντελεήμονος στη Ροδαυγή, τον οποίο οι κάτοικοι τιμούν, μαζί με την προστάτιδά τους Αγία Παρασκευή, τελώντας θεία λειτουργία και πανηγυρίζουν, χορεύοντας αυτή τη μέρα, σύμφωνα με το έθιμο, το καγκελάρι (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, 2η έκδ., σ. 151, 155-169). 

   Με αφορμή, λοιπόν, τούτο το μικρό κτίσμα, στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, είπα να συμπληρώσω εδώ κι άλλες πληροφορίες, που αφορούν στην Αγία Παρασκευή, και τις θησαύρισα, είτε από προσωπική έρευνα και παρατήρηση, είτε από ατέρμονες κάποιες φορές συζητήσεις με τον σεβαστό φίλο Ιωάννη Μπαλαούρα και οι οποίες αναδεικνύουν στο μέτρο, που τους αναλογεί, το πόσες παρεμβάσεις γίνονται σε σημαντικά οικοδομήματα, καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο τους, από τις οποίες αλλάζει η αρχική τους εικόνα, συχνά και η χρηστικότητά τους.

   Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τον υπερυψωμένο σε σχέση με τον υπόλοιπο ναό νάρθηκα, που έχει την αφετηρία του στον πρόναο των αρχαίων Ελληνικών ναών, όπου η θύρα, η οποία βρισκόταν στη νότια πλευρά του και οδηγούσε στο προαναφερθέν νεκροταφείο, καταργήθηκε και οικοδομήθηκε, κάνοντας τον τοίχο ενιαίο – φαίνεται ακόμα το αποτύπωμά της –, ενώ για τη μετάβαση στους τάφους χρησιμοποιείτο η υπάρχουσα ακόμα στον δυτικό τοίχο του θύρα.

   Άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία, τα οποία αφαιρέθηκαν από τον εν λόγω χώρο, ήταν τα ξύλινα καφασωτά, που υπήρχαν στα δύο ανοιχτά σήμερα και ευρέα, με τοξοειδές άνω μέρος ανοίγματα – παράθυρα, τα οποία βρίσκονται στο χώρισμα του νάρθηκα με τον κυρίως ναό, που αποτελείται από στιβαρή λιθοδομή στο κέντρο της οποίας υπάρχει άνοιγμα – θύρα για την επικοινωνία με τον κυρίως ναό μέσω λίθινων κλιμάκων. Πίσω από τα καφασωτά οι γυναίκες είχαν κρεμάσει καντήλια, τα οποία άναβαν, όταν λειτουργούσε ο ναός, που κι αυτά αφαιρέθηκαν κάποια στιγμή. Αξιοπρόσεκτο, ίσως και παράδοξο για τον σημερινό αναγνώστη, είναι το ότι γύρω απ’ αυτά τα καντήλια, προκειμένου να μην προσέρχονται ποντικοί και τρώνε το λάδι, οι γυναίκες είχαν επινοήσει ως μέσο προστασίας την τοποθέτηση κλαδιών σπαραγγονιάς**, της οποίας τα αγκάθια εμπόδιζαν τους ανεπιθύμητους επισκέπτες!

   Αταίριαστη παντελώς με τον χώρο είναι μια αποθήκη, που δημιουργημένη με σύγχρονα υλικά στη νοτιοδυτική γωνία του νάρθηκα, περιορίζει τον χώρο, αλλά και προσφέρει στον προσκυνητή και τον επισκέπτη μια ανάξια για τον ναό εικόνα, η οποία θα μπορούσε να αφαιρεθεί με την κατασκευή μιας πέτρινης στο πίσω μέρος του ναού, που να συνάδει με την αισθητική και την αρχιτεκτονική του χώρου.  

   Στον κυρίως ναό υπάρχουν, επίσης, παρεμβάσεις. Μία από τις βασικές ήταν η αφαίρεση του άμβωνα, όπως ανεκδοτολογικά μεταφέρεται, επειδή μια γερόντισσα, έχοντας συγγενική σχέση με τον τότε ιερέα και φοβούμενη λόγω της παλαιότητάς του για τη ζωή του, είπε: «θα πέσει ο παπάς!». Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν συνέβη, αλλά ο άμβωνας απομακρύνθηκε από τη θέση του και κανείς εκείνη την εποχή δεν σκέφτηκε να τον φυλάξει, όπως άλλωστε και όλα τα άλλα, τα οποία αφαιρέθηκαν από τον ναό σε μεταγενέστερο χρόνο. Εντελώς αλλαγμένα και αντικαταστημένα με σύγχρονα ξυλόγλυπτα, ή όχι, είναι ο δεσποτικός θρόνος, τα αναλόγια, τα στασίδια, ο επιτάφιος, οι είσοδοι του ναού, καθώς και τα κεντρικά εικονοστάσια, που στο ένα είναι τοποθετημένη η εικόνα της Αγίας Παρασκευής και στο άλλο, κατά περίπτωση, ο Άγιος Παντελεήμονας ή άλλοι εορτάζοντες άγιοι. Τους χάλκινους πολυέλαιους, οι οποίοι φώτιζαν με κεριά τον χώρο, διαδέχθηκαν σύγχρονοι επίχρυσοι, οι οποίοι στέλνουν το φως τους μέσω ηλεκτρικών λαμπτήρων. 

   Σημαντικές παρεμβάσεις, που αφορούν σ’ ολόκληρο το εσωτερικό του ναού, έγιναν στο πλακόστρωτο δάπεδο, το οποίο επιστρώθηκε με τσιμέντο, όπου έγιναν γεωμετρικές χαράξεις, προκειμένου να θυμίζει αμυδρώς, θα έλεγα, πλακόστρωτο, καθώς και στα ξύλινα δοκάρια, τα οποία καλύφθηκαν με σανίδες, που βάφηκαν σε καφετί απόχρωση. Τα τελευταία, όταν σχετικά πρόσφατα έγινε συντήρηση του ναού, αποκαταστάθηκαν στην αρχική τους μορφή. Σχετικά με το δάπεδο υπάρχουν σκέψεις και προτάσεις να αφαιρεθεί η τσιμεντένια επίστρωση, ώστε να αποκαλυφθεί η αρχική του μορφή. Και για τους επιχρισμένους κίονες του ναού λέγεται κάτι ανάλογο, ώστε να βγουν στην επιφάνεια οι πέτρινοι σπόνδυλοί τους. Και για τα δύο αυτά, βέβαια, εκτός από την αναγκαία χρηματοδότηση, είναι απαραίτητη η σύμφωνη γνώμη των σχετικών κρατικών υπηρεσιών.

   Στις δύο μικρές θύρες του υπέροχου τέμπλου αφαιρέθηκαν οι λιτές, σκούρου ερυθρού χρώματος, υφασμάτινες κουρτίνες, οι οποίες έφεραν σταυρό και κρόσσια χρυσαφί χρώματος, και τοποθετήθηκαν ξύλινες, που εικονίζουν τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ· η με λάδι ζωγραφισμένη εικόνα του Μεγάλου Αρχιερέα, η οποία κοσμεί τη συρόμενη θύρα της Ωραίας Πύλης και δένει αρμονικά με την ιστόρηση του τέμπλου, ενώ αφαιρέθηκε για ακατανόητο λόγο στο τέλος της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα, χωρίς να φυλαχθεί σε κατάλληλες για το υλικό της συνθήκες, και αντικαταστάθηκε με σύγχρονο ξύλινο βημόθυρο, τελικά ευρέθη, έχοντας υποστεί αρκετές φθορές, και επανατοποθετήθηκε (βλ. Φυλλάδιο «Αγία Παρασκευή Ροδαυγής Άρτας» http://users.sch.gr/panlampri/melet10.html).

   Ας πάμε και στον εξωτερικό χώρο, ο οποίος είχε αρκετά διαφορετική εικόνα από τη σημερινή. Όπως μου αφηγήθηκε ο Ιωάννης Μπαλαούρας, η αρχική σκάλα από την οποία ανέβαιναν οι προσκυνητές, προκειμένου να εισέλθουν στον ναό, βρίσκονταν δεξιά από την κρήνη της πλατείας, και ήταν «στρογγυλή», όπως είπε, εννοώντας προφανώς πως τα σκαλοπάτια της είχαν ημικυκλικό σχήμα. Η σκάλα αυτή ήταν, κατά την κρίση του, πάρα πολύ όμορφη, καλύτερη από την υπάρχουσα, αλλά κι από κείνη που είχε προϋπάρξει στο ίδιο σημείο. Η μνήμη του, μάλιστα, το δήλωνε η θέρμη, με την οποία εκφραζόταν για τα παρελθόντα, ανέσυρε με ενάργεια την εικόνα γερόντων, που κάθονταν στα σκαλοπάτια της και προσηλιάζονταν, φορώντας τις κάπες τους!

   Μόλις οι προσκυνητές ανέβαιναν τη σκάλα κι έφταναν στο προαύλιο του ναού, χωρίζονταν, και οι μεν γυναίκες όδευαν δυτικά, για να εισέλθουν στον νάρθηκα, δηλαδή τον γυναικωνίτη, οι δε άνδρες προς την κύρια είσοδο του ναού, προκειμένου να οδηγηθούν και να πάρουν θέση στα κλίτη του κυρίως ναού. Παλιότερα, άλλωστε, δεν συνυπήρχαν γυναίκες στο ίδιο σημείο ή έστω σε διαφορετικό κλίτος με τους άνδρες, όπως σήμερα. Θυμάται, μάλιστα, πως οι μόνες γυναίκες, οι οποίες κάθονταν στον κυρίως ναό και, συγκεκριμένα, δίπλα από τη σκάλα, που τον ενώνει με τον νάρθηκα, ήταν η παπα – Βασίλαινα Γεωργίου και η Βασίλη Αράπαινα, η Κωστάντω δηλαδή, επειδή δεν μπορούσαν ν’ ανέβουν επάνω, αν κι εδώ εγείρεται το ερώτημα για το πώς ανέβαιναν την εξωτερική, μεγαλύτερη σε μέγεθος σκάλα.

   Σχετικά με το τι υπήρχε στο σημείο, όπου βρίσκεται σήμερα η σκάλα που οδηγεί στον ναό, η απάντηση είναι πως αρχικά απλωνόταν εκεί, και παραπλεύρως, πρανές στη βάση του οποίου υψώθηκε τοίχος επί προεδρίας Κώστα Μάνου και, όπως με βεβαίωσε ο συνομιλητής μου, τα άχρηστα χώματα τα απομάκρυναν δυο Ιταλοί αιχμάλωτοι.  

   Συμπληρωματικά, ας σημειωθεί πως το κτίριο, το οποίο είναι οικοδομημένο παράλληλα με τον ανατολικό υποστηρικτικό τοίχο του περιβάλλοντος χώρου του ναού, δεν υπήρχε. Στην ίδια θέση ήταν άλλο χτισμένο, αλλά με κάθετη προς αυτόν κατεύθυνση, στην ίδια ευθεία με τον ναό, και χρησιμοποιείτο ως σχολείο μέχρι το 1929, οπότε ανεγέρθη το υπάρχον. Εκείνη την περίοδο, στο πίσω μέρος του εν λόγω κτιρίου υπήρχε σχολικός κήπος, ο οποίος μετά τις προαναφερθείσες αλλαγές καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από άλλον, ευρισκόμενο σε πεζούλι, ανατολικά και σε χαμηλότερο επίπεδο από την πλατεία, στον οποίο μαθήτευσε περί τα γεωργικά και η δική μου γενιά.

   Κλείνοντας τούτη την αναφορά στον ναό της Αγίας Παρασκευής, στ’ αλήθεια, δεν γνωρίζω, αν θα επανέλθω, πράγμα δύσκολο θαρρώ, με νέες πληροφορίες. Πάντως, ό,τι και να φέρει το μέλλον, ο ναός αυτός αξίζει την αγάπη και τη φροντίδα των κατοίκων, και όχι μόνο.       

         

*απαντά ως επώνυμο, τόσο στη Ροδαυγή (Νησίστα Νέας Ελλάδος), όσο και στο Κεντρικό (Νησίστα Παλαιάς Ελλάδος)

**σπαραγγονιά (η) σπαραγγιά