|
|
|
|
Πειραματική Ιστοσελίδα Άγγελου Λιβαθινού, Καθηγ. Μαθηματικών |
|
Λαϊκόν Γλωσσάριον περιοχής Καρδαμά Ηλείας |
|
Καρδαμάς Ηλείας (Αρχή) |
Δ
|
Λέξη |
Ειδική ( τοπική) ερμηνεία |
Παραδειγματική έκφραση |
Προέλευση |
|
δανεικαριά (η) |
εργασία μίας ομάδος καλλιεργητών, οι οποίοι εργάζονται όλοι μαζί σε έναν τομέα τής καλλιέργειας, την μία φορά στο κτήμα τού ενός τής ομάδος, την άλλη στου άλλου, κλπ μέχρι να τελειώσουν οι εργασίες τού τομέα καλλιέργειας στα κτήματα όλων τής ομάδος. Π.Χ.: στο σκάψιμο τού αμπελιού: τρείς καλλιεργητές σκάβουν πρώτα στού ενός το αμπέλι, έπειτα στου δεύτερου, και τέλος στου τρίτου, χωρίς έτσι να χρειασθεί να πληρώσουν εργατικά. Δανεική εργασία, δηλαδή. Προφανώς, πρέπει όλοι να έχουν κάνει τα ίδια μεροκάματα, αλλοιώς κάποιος μένει χρεωμένος (με δανεικό τρόπο) σε κάποιον άλλον. |
Δούλεψα δανεικαριά στου Ανδρέα την σταφίδα και τού χρωστάω ακόμη δύο μεροκάματα. Θα τα ξεχρεώσω σε άλλη δουλειά ( εννοείται, δανεικαριά πάλι) |
δανεικός
Συνηθισμένος τρόπος εργασίας στις καλλιέργειες τών Καρδαμαίων και στην ευρύτερη περιφέρεια. Έτσι, απέφευγαν να πληρώνουν μεροκάματα για τις καλλιέργειές τους! |
|
δασύ(το) δασιά (τα) |
πυκνό πυκνά |
|
|
|
δεμάτι (το) |
δέμα, μιά αγκαλιά δεμένα πράγματα, π.χ. ένα δεμάτι στάχυα, ένα δεμάτι σανό |
ένα δεμάτι κληματόβεργες |
|
|
δεματιάζω (ρ.) |
φτιάχνω δεμάτια |
δεματιάζω τα θερισμένα στάχυα |
|
|
δεντρογαλιά (η) |
είδος φιδιού, επικίνδυνου και δηλητηριώδους |
|
|
|
δεφτέρι (το) |
κατάστιχο, σημειωματάριο, τετράδιο | ||
|
δημοσιά, δημοσά(η) |
παληά εσήμαινε τον χαλικοστρωμένον ή ασφαλτοστρωμένον δρόμο, από όπου περνούσε το Λεωφορείο. Ο δημόσιος δρόμος | ||
|
διακονιάρης (ο) |
ζητιάνος |
|
|
|
διάσελο (το) |
αυχένας υψώματος, κορυφογραμμή, το ξέφωτο πάνω σε κάποιο ύψωμα |
βγήκα ψηλά στα διάσελα κι αγνάντιο στην Μπαρμπάσαινα |
διά +σέλα(Λατιν. sella) |
|
διάτανος (ο) |
διάβολος |
άει στον διάτανο= άει στον διάβολο |
διά(βολος)+(σα)τανάς |
|
δικολάβος (ο) |
ο διεκπεραιώνων δίκες, πρακτικός δικηγόρος, αλλά και περιφρονητικώς: ο στρεψόδικος | δίκη+λαμβάνω | |
|
δικριάνι (το) |
γεωργικό εργαλείο, με ξύλινη χειρολαβή και στην μία άκρη σάν πηρούνι με δύο ή τρία δόντια, για λίκνισμα |
τα καυδιανά δίκρανα |
αρχ. ελλ. : δίκρανος= δικέφαλος |
| διμούτσουνος (ο, η, το) |
αυτός που έχει δύο μουτσούνες, δύο πρόσωπα. Μτφ. ο διπρόσωπος |
καραμπίνα διμούτσουνη= καραμπίνα δίκανη( με δύο κάνες) | |
|
δόγα (η) |
σανίδα ξύλινου βαρελιού |
|
|
|
δόλιος (ο, η, το) |
εκτός τής αρχικής ερμηνείας: δόλιος=καταχθόνιος, πανούργος, επίβουλος, ανειλικρινής, υπάρχει και η τοπική ερμηνεία: δόλιος= κακόμοιρος, ταλαίπωρος |
η δόλια η μάνα μου, το δόλιο το παιδί, ο δόλιος ο πατέρας του |
|
|
δραπέτι (το) |
πολύ δριμύ, πολύ ξινό |
το ξύδι είναι δραπέτι( ή και δραπέτης)= πολύ δυνατό |
|
| δρασκελιά (η) | η κίνηση τού ποδιού στο περπάτημα, άνοιγμα τών σκελών για ξεπέρασμα εμποδίου | μιά δρασκελιά= ένα βήμα | |
| δρασκελίζω (ρ.) | περνώ πάνω από κάτι ανοίγοντας τα πόδια μου, περνώ κάποιο εμπόδιο | δρασκέλισε την γράνα= πήδηξε από την μία όχθη τής γράνας στην άλλη | |
|
δριμόκολα (επίρ.), και στριμόκολα |
με μεγάλες δυσκολίες, δύσκολα, στενόχωρα |
τα πράγματα είναι πολύ δριμόκολα= πολύ δύσκολα |
δριμόχολος= ορμητικός βοριάς. Δρίμη=κακοκαιρία τού 15αύγουστου |
|
δροτσίλα (η) |
πλήθος εξανθημάτων στην επιφάνεια τού δέρματος |
|
|
|
δροτσιλιάζω (ρ.) |
γεμίζω δροτσίλα, εξανθήματα στο σώμα |
δροτσίλιασε η κοιλιά μου |
|
|
δρούγα (η) |
εξάρτημα τής ρόκας, στο οποίον μαζεύεται το νήμα, μετά το γνέσιμό του |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
(C): Περιεχόμενο και Κατασκευή Ιστοσελίδας: Άγγελος Λιβαθινός, Μαθηματικός, 697-8197763, efkardamas@in.gr Τελευταία ενημέρωση: 04.11.2007 |