Θουκυδίδης, Βιβλίο 7. Κεφάλαιο 75


 

 

 

 

Δομή και περιεχόμενο: Το 7ο βιβλίο του Θουκυδίδη περιλαμβάνει τις εξής ενότητες:
Άφιξη του Γύλιππου στις Συρακούσες, πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες των Συρακουσίων (Κεφ. 1-7).
Ο Νικίας με επιστολή του στην Αθήνα ζητεί ή την ανάκλησή του ή την αποστολή ενισχύσεων (Κεφ. 8-15).
Προετοιμασίες Αθηναίων-Πελοποννησίων και επιχειρήσεις που γίνονται την ίδια εποχή στην Ελλάδα (Κεφ. 16-20).
Πρώτη ναυμαχία στο λιμάνι των Συρακουσών και πτώση του Πλημμυρίου (Κεφ. 21-25). Εξελίξεις την ίδια περίοδο στην Ελλάδα και μετάβαση του Δημοσθένη και του Ευρυμέδοντα στην Ιταλία (Κεφ. 26-35).
Δεύτερη ναυμαχία Αθηναίων και Συρακουσίων και νίκη των Συρακουσίων (Κεφ. 36-41).
Άφιξη του Δημοσθένη και του Ευρυμέδοντα στις Συρακούσες, επίθεση των Αθηναίων στις Επιπολές, αποτυχία των Αθηναίων στις Επιπολές, σκέψεις των Αθηναίων μετά την ήττα για αποχώρηση από τη Σικελία, αναβλητικότητα του Νικία (Κεφ. 42-50).
Οι Αθηναίοι ηττώνται σε ναυμαχία στις Συρακούσες, θάνατος του Ευρυμέδοντα, αποκλεισμός του Μεγάλου Λιμανιού και απόφαση των Αθηναίων για αναχώρηση (Κεφ. 51-60).
Λόγος του Νικία (Κεφ. 61-64).
Λόγοι των Συρακουσίων στρατηγών (Κεφ. 65-68).
Τελική ναυμαχία, ήττα των Αθηναίων, αναχώρηση των Αθηναίων από το στρατόπεδο τους προς το εσωτερικό του νησιού, λόγος του Νικία (Κεφ. 69-77).
Υποχώρηση και καταστροφή του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος, η τύχη των αιχμαλώτων (Κεφ. 78-87).

 

Το κείμενο

 

Εγκατάλειψη του στρατοπέδου. Αναχώρηση των Αθηναίων


Θουκυδίδης 7.72.2 [πηγή: Μικρός Απόπλους]


 [75.1]  Μετὰ δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐδόκει τῷ Νικίᾳ καὶ τῷ Δημοσθένει ἱκανῶς παρεσκευάσθαι, καὶ ἡ ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀπὸ τῆς ναυμαχίας ἐγίγνετο.

 [75.2] Δεινὸν οὖν ἦν οὐ καθ᾽ ἓν μόνον τῶν πραγμάτων,  ὅτι τάς τε ναῦς ἀπολωλεκότες πάσας ἀπεχώρουν καὶ ἀντὶ μεγάλης ἐλπίδος καὶ αὐτοὶ καὶ ἡ πόλις κινδυνεύοντες, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ στρατοπέδου ξυνέβαινε τῇ τε ὄψει ἑκάστῳ ἀλγεινὰ καὶ τῇ γνώμῃ αἰσθέσθαι.

 [75.3] Τῶν τε γὰρ νεκρῶν ἀτάφων ὄντων,  ὁπότε τις ἴδοι τινὰ τῶν ἐπιτηδείων κείμενον, ἐς λύπην μετὰ φόβου καθίστατο, καὶ οἱ ζῶντες καταλειπόμενοι τραυματίαι τε καὶ ἀσθενεῖς πολὺ τῶν τεθνεώτων τοῖς ζῶσι λυπηρότεροι ἦσαν καὶ τῶν ἀπολωλότων ἀθλιώτεροι.

 

Η ταφική τελετουργία [πηγή: ΙΜΕ]
Δημόσια ταφή των πεσόντων στρατιωτών στην αρχαία Αθήνα, (Θουκυδίδης 2.34.1-8) [πηγή: ΠΕΓ]
Σοφοκλής, «Αντιγόνη», 441 κ.εξ.: Η Αντιγόνη δικαιολογεί την απόφασή της να θάψει τον αδελφό της [πηγή: ΠΕΓ]

 

[75.4] Πρὸς γὰρ ἀντιβολίαν καὶ ὀλοφυρμὸν τραπόμενοι ἐς ἀπορίαν καθίστασαν, ἄγειν τε σφᾶς ἀξιοῦντες καὶ ἕνα ἕκαστον ἐπιβοώμενοι, εἴ τινά πού τις ἴδοι ἢ ἑταίρων ἢ οἰκείων, τῶν τε ξυσκήνων ἤδη ἀπιόντων ἐκκρεμαννύμενοι καὶ ἐπακολουθοῦντες ἐς ὅσον δύναιντο, εἴ τῳ δὲ προλίποι ἡ ῥώμη καὶ τὸ σῶμα, οὐκ ἄνευ ὀλίγων ἐπιθειασμῶν καὶ οἰμωγῆς ὑπολειπόμενοι,  ὥστε δάκρυσι πᾶν τὸ στράτευμα πλησθὲν καὶ ἀπορίᾳ τοιαύτῃ μὴ ῥᾳδίως ἀφορμᾶσθαι, καίπερ ἐκ πολεμίας τε καὶ μείζω ἢ κατὰ δάκρυα τὰ μὲν πεπονθότας ἤδη, τὰ δὲ περὶ τῶν ἐν ἀφανεῖ δεδιότας μὴ πάθωσιν.

 [75.5] Κατήφειά τέ τις ἅμα καὶ κατάμεμψις σφῶν αὐτῶν πολλὴ ἦν. Οὐδὲν γὰρ ἄλλο ἢ πόλει ἐκπεπολιορκημένῃ ἐῴκεσαν ὑποφευγούσῃ, καὶ ταύτῃ οὐ σμικρᾷ· μυριάδες γὰρ τοῦ ξύμπαντος ὄχλου οὐκ ἐλάσσους τεσσάρων ἅμα ἐπορεύοντο.  Καὶ τούτων οἵ τε ἄλλοι πάντες ἔφερον ὅτι τις ἐδύνατο ἕκαστος χρήσιμον, καὶ οἱ ὁπλῖται καὶ οἱ ἱππῆς παρὰ τὸ εἰωθὸς αὐτοὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν σιτία ὑπὸ τοῖς ὅπλοις, οἱ μὲν ἀπορίᾳ ἀκολούθων, οἱ δὲ ἀπιστίᾳ·  ἀπηυτομολήκεσαν γὰρ πάλαι τε καὶ οἱ πλεῖστοι παραχρῆμα. Ἔφερον δὲ οὐδὲ ταῦτα ἱκανά· σῖτος γὰρ οὐκέτι ἦν ἐν τῷ στρατοπέδῳ.

 [75.6] Καὶ μὴν ἡ ἄλλη αἰκία καὶ ἡ ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσά τινα ὅμως τὸ μετὰ πολλῶν κούφισιν, οὐδ᾽ ὣς ῥᾳδία ἐν τῷ παρόντι ἐδοξάζετο, ἄλλως τε καὶ ἀπὸ οἵας λαμπρότητος καὶ αὐχήματος τοῦ πρώτου ἐς οἵαν τελευτὴν καὶ ταπεινότητα ἀφῖκτο.

Απόλυτη διάψευση των αρχικών προσδοκιών τους

 [75.7] Μέγιστον γὰρ δὴ τὸ διάφορον τοῦτο [τῷ] Ἑλληνικῷ στρατεύματι  ἐγένετο, οἷς  ἀντὶ μὲν τοῦ ἄλλους δουλωσομένους ἥκειν αὐτοὺς τοῦτο μᾶλλον δεδιότας μὴ πάθωσι ξυνέβη ἀπιέναι, ἀντὶ δ᾽ εὐχῆς τε καὶ παιάνων, μεθ᾽ ὧν ἐξέπλεον,  πάλιν τούτων τοῖς ἐναντίοις ἐπιφημίσμασιν ἀφορμᾶσθαι, πεζούς τε ἀντὶ ναυβατῶν πορευομένους καὶ ὁπλιτικῷ προσέχοντας μᾶλλον ἢ ναυτικῷ. ὅμως δὲ ὑπὸ μεγέθους τοῦ ἐπικρεμαμένου ἔτι κινδύνου πάντα ταῦτα αὐτοῖς οἰστὰ ἐφαίνετο.

 

 

Συντακτική ανάλυση - Μετάφραση

 

Δες τη συντακτική ανάλυση πατώντας (για διαδραστικό, κινητό) ή περνώντας τον δείκτη (για pc) πάνω στη λέξη.

Δες τη μετάφραση κάθε σειράς πατώντας στο μ

ή εμφάνισε-απόκρυψε όλη τη μετάφραση πατώντας εδώ

 

Εγκατάλειψη του στρατοπέδου. Αναχώρηση των Αθηναίων

Απόλυτη διάψευση των αρχικών προσδοκιών τους

 


 

Σύρε τον πίνακα, για να δεις και τις υπόλοιπες στήλες. Είναι προτιμότερο να γυρίσεις πλάγια τη συσκευή σου.

[75.1] Μετὰ δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐδόκει τῷ Νικίᾳ καὶ τῷ Δημοσθένει ἱκανῶς παρεσκευάσθαι, καὶ ἡ ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀπὸ τῆς ναυμαχίας ἐγίγνετο.
Μετάφραση Α. Βλάχου Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη Μετάφραση Ε. Βενιζέλου
[75.1 Μετά απ’ αυτά, όταν ο Νικίας και ο Δημοσθένης θεώρησαν ότι είχε συμπληρωθεί η προετοιμασία, άρχισε ο στρατός να φεύγει την τρίτη μέρα μετά την ναυμαχία. [75.1 Ύστερ’ απ’ αυτά, όταν θεώρησαν ο Νικίας κι ο Δημοσθένης πως είχαν ετοιμαστεί όσο γινόταν καλύτερα, ξεσηκώθηκε πια κι ο στρατός να φύγει την τρίτη μέρα μετά τη ναυμαχία. [75.1 Την μεθεπομένην της ναυμαχίας, όταν ο Νικίας και ο Δημοσθένης εθεώρησαν, ότι αι ετοιμασίαι είχαν συμπληρωθή, ο στρατός εξεκίνησε τέλος.
[75.2] Δεινὸν οὖν ἦν οὐ καθ᾽ ἓν μόνον τῶν πραγμάτων, ὅτι τάς τε ναῦς ἀπολωλεκότες πάσας ἀπεχώρουν καὶ ἀντὶ μεγάλης ἐλπίδος καὶ αὐτοὶ καὶ ἡ πόλις κινδυνεύοντες, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ στρατοπέδου ξυνέβαινε τῇ τε ὄψει ἑκάστῳ ἀλγεινὰ καὶ τῇ γνώμῃ αἰσθέσθαι.
Μετάφραση Α. Βλάχου Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη Μετάφραση Ε. Βενιζέλου
[75.2] Ήταν τρομερό, από κάθε άποψη, να φεύγουν, αφού έχασαν ολόκληρο τον στόλο τους και, αντί να έχουν μεγάλες ελπίδες, ν’ αντικρίζουν τώρα κίνδυνο για την ίδια τη ζωή τους και για την πολιτεία τους. Εγκαταλείποντας το στρατόπεδο, ένιωθε ο καθένας μεγάλη κατάθλιψη για τα όσα έβλεπε και τα όσα σκεπτόταν. [75.2] Και ήταν φοβερό, όχι από μια μόνον άποψη ή ένα περιστατικό, αλλ’ απ’ όλες τις απόψεις ότι έφευγαν έχοντας χάσει όλα τα καράβια κι ότι αντί για τις μεγάλες τους ελπίδες κιντύνευε τώρα η ίδια τους η ζωή και η ύπαρξη της πολιτείας, αλλά και την ώρα που εγκατέλειπαν το στρατόπεδο τύχαινε στον καθένα να νιώσει βαθύ πόνο γι’ αυτά που έβλεπε κι αυτά που συλλογιόταν. [75.2] Η κατάστασις των Αθηναίων ήτον αληθώς τρομερά, όχι μόνον από της απόψεως, ότι απήρχοντο, αφού είχαν χάσει ολόκληρον τον στόλον των, και αντί των μεγάλων ελπίδων, με τας οποίας είχαν έλθει, δεν υπελείποντο εις αυτούς παρά κίνδυνοι μόνον δια το κράτος των και τους εαυτούς των, αλλά και δι' όσα έτυχε ν' αντιληφθή έκαστος κατά την εγκατάλειψιν του στρατοπέδου, οδυνηρά δια τους οφθαλμούς και του σώματος και της ψυχής.
[75.3] Τῶν τε γὰρ νεκρῶν ἀτάφων ὄντων, ὁπότε τις ἴδοι τινὰ τῶν ἐπιτηδείων κείμενον, ἐς λύπην μετὰ φόβου καθίστατο, καὶ οἱ ζῶντες καταλειπόμενοι τραυματίαι τε καὶ ἀσθενεῖς πολὺ τῶν τεθνεώτων τοῖς ζῶσι λυπηρότεροι ἦσαν καὶ τῶν ἀπολωλότων ἀθλιώτεροι.
Μετάφραση Α. Βλάχου Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη Μετάφραση Ε. Βενιζέλου
[75.3] Καθώς οι νεκροί ήσαν άταφοι, όταν κανείς αναγνώριζε έναν σύντροφο, τον έπιανε μεγάλη λύπη και φόβος και όσοι έμεναν πίσω ζωντανοί, οι τραυματίες και οι άρρωστοι, ήσαν για τους ζωντανούς πολύ πιο αξιολύπητοι, πιο αξιοθρήνητοι από τους σκοτωμένους. [75.3] Επειδή δηλαδή είχανε μείνει άθαφτοι κι οι σκοτωμένοι, όποτε έβλεπε κανείς συγγενή ή φίλο να κείτεται στο χώμα σπάραζε από λύπηση και φόβο. Κι οι ζωντανοί που παρατούσαν, οι λαβωμένοι κι οι άρρωστοι προξενούσαν σ’ όσους τους έβλεπαν ακόμα πιο βαθιά θλίψη κι από τους νεκρούς ακόμα, κι η όψη τους ήταν πιο αξιοθρήνητη παρά των πεθαμένων. [75.3] Διότι επειδή οι νεκροί έμεναν άταφοι, οσάκις κανείς ήθελεν ιδεί επί του εδάφους το πτώμα κανενός εκ των ιδικών του, εβυθίζετο εις λύπην, ανάμικτον με φόβον, ενώ οι ασθενείς και τραυματίαι, οι οποίοι εγκατελείποντο ζώντες, ήσαν δια τους ζώντας πολύ μεγαλητέρα αιτία λύπης ή οι αποθανόντες και ήσαν δυστυχέστεροι από τους πεσόντας.
[75.4] Πρὸς γὰρ ἀντιβολίαν καὶ ὀλοφυρμὸν τραπόμενοι ἐς ἀπορίαν καθίστασαν, ἄγειν τε σφᾶς ἀξιοῦντες καὶ ἕνα ἕκαστον ἐπιβοώμενοι, εἴ τινά πού τις ἴδοι ἢ ἑταίρων ἢ οἰκείων, τῶν τε ξυσκήνων ἤδη ἀπιόντων ἐκκρεμαννύμενοι καὶ ἐπακολουθοῦντες ἐς ὅσον δύναιντο, εἴ τῳ δὲ προλίποι ἡ ῥώμη καὶ τὸ σῶμα, οὐκ ἄνευ ὀλίγων ἐπιθειασμῶν καὶ οἰμωγῆς ὑπολειπόμενοι, ὥστε δάκρυσι πᾶν τὸ στράτευμα πλησθὲν καὶ ἀπορίᾳ τοιαύτῃ μὴ ῥᾳδίως ἀφορμᾶσθαι, καίπερ ἐκ πολεμίας τε καὶ μείζω ἢ κατὰ δάκρυα τὰ μὲν πεπονθότας ἤδη, τὰ δὲ περὶ τῶν ἐν ἀφανεῖ δεδιότας μὴ πάθωσιν.
Μετάφραση Α. Βλάχου Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη Μετάφραση Ε. Βενιζέλου
[75.4] Ξεσπούσαν σε θρήνους και σε ικεσίες και σκορπούσαν την αγωνία σε όσους έφευγαν και ζητούσαν να τους πάρουν μαζί, φωνάζοντας όσους από τους φίλους ή τους συντρόφους τους έβλεπαν. Αρπάζονταν από τους συσκηνήτες τους, καθώς αυτοί έφευγαν, και σέρνονταν πίσω τους όσο μπορούσαν. Όταν, εξαντλημένοι, δεν είχαν πια θέληση και δυνάμεις, έπεφταν με επικλήσεις στους θεούς και με κλάματα. Σκόρπισε τόσο κλάμα σ’ όλο τον στρατό και τόση αγωνία, που δύσκολα άρχισαν να ξεκινούν παρόλο ότι άφηναν μιαν εχθρική γη και ότι ούτε δάκρυα δεν ήσαν αρκετά για τα όσα είχαν πάθει και τα όσα φοβόνταν ότι θα πάθουν. [75.4] Γιατί άπλωναν τα χέρια ικετευτικά και θρηνούσαν, κι έφερναν σε μεγάλη στενοχώρια όσους έφευγαν, γιατί ζητούσαν να τους πάρουνε μαζί τους και φώναζαν τον καθένα δυνατά αν έβλεπαν πουθενά δικό ή φίλο κι αρπάζονταν από τους συντρόφους της σκηνής τους σερνάμενοι πίσω τους όσο άντεχαν, κι όταν απόκανε κανενός η δύναμη και το κορμί, έπεφτε πίσω θρηνώντας μ’ επικλήσεις προς τους θεούς και μ’ αναφιλητά, έτσι που γέμισε κλάμα όλος ο στρατός, και βρίσκονταν απρόθυμοι να ξεκινήσουν με τη διάθεση που είχαν, μ’ όλο που έφευγαν από εχτρικά χώματα κι είχαν πάθει κιόλας συμφορές περ’ απ’ όσες ξεθυμαίνουνε με τα δάκρυα, και φοβούνταν για τα κρυμμένα μελλούμενα μην πάθουν κι άλλα και χειρότερα. [75.4] Διότι δια των ικεσιών και των θρήνων, εις τους οποίους κατέφευγαν, έφεραν τους απερχομένους εις φοβεράν αμηχανίαν. Εζήτουν να τους πάρουν μαζύ τους και εκάλουν ονομαστί κάθε φίλον και συγγενή που έβλεπαν. Εκρεμνώντο επάνω εις τους συντρόφους των του καταυλισμού, την στιγμήν που εκείνοι έφευγαν και τους ηκολούθουν εφόσον ημπορούσαν, όταν δ' αι σωματικαί και αι ψυχικαί δυνάμεις των τους επρόδιδαν, απεσπώντο, εκφέροντες επικλήσεις προς τους θεούς και οιμωγάς, μόλις ακουομένας πλέον. Ως εκ τούτου, ο στρατός ολόκληρος, με οφθαλμούς πλημμυρισμένους από δάκρυα και μη γνωρίζοντες τι να κάμουν, μετά δυσκολίας απεφάσιζαν να ξεκινήσουν, μολονότι επρόκειτο ν' αφίσουν χώραν εχθρικήν, και τα δεινά που είχαν ήδη υποφέρει και τα δεινά που τους επεφύλαττε το άδηλον μέλλον ήσαν τοιαύτα, οποία οσαδήποτε δάκρυα δεν ημπορούσαν ν' ανακουφίσουν.
[75.5] Κατήφειά τέ τις ἅμα καὶ κατάμεμψις σφῶν αὐτῶν πολλὴ ἦν. Οὐδὲν γὰρ ἄλλο ἢ πόλει ἐκπεπολιορκημένῃ ἐῴκεσαν ὑποφευγούσῃ, καὶ ταύτῃ οὐ σμικρᾷ· μυριάδες γὰρ τοῦ ξύμπαντος ὄχλου οὐκ ἐλάσσους τεσσάρων ἅμα ἐπορεύοντο. Καὶ τούτων οἵ τε ἄλλοι πάντες ἔφερον ὅτι τις ἐδύνατο ἕκαστος χρήσιμον, καὶ οἱ ὁπλῖται καὶ οἱ ἱππῆς παρὰ τὸ εἰωθὸς αὐτοὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν σιτία ὑπὸ τοῖς ὅπλοις, οἱ μὲν ἀπορίᾳ ἀκολούθων, οἱ δὲ ἀπιστίᾳ· ἀπηυτομολήκεσαν γὰρ πάλαι τε καὶ οἱ πλεῖστοι παραχρῆμα. Ἔφερον δὲ οὐδὲ ταῦτα ἱκανά· σῖτος γὰρ οὐκέτι ἦν ἐν τῷ στρατοπέδῳ.
Μετάφραση Α. Βλάχου Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη Μετάφραση Ε. Βενιζέλου
[75.5] Είχαν κι ένα αίσθημα ντροπής και ενοχής. Δεν παρουσίαζαν άλλο παρά την εικόνα μιας πολιτείας –και μάλιστα μεγάλης– που νικήθηκε σε πολιορκία και πάει να ξεφύγει. Δεν ήσαν λιγότεροι από σαράντα χιλιάδες όσοι άρχισαν την πορεία. Απ’ αυτούς οι περισσότεροι είχαν φορτωθεί ό,τι έκριναν χρήσιμο. Και οι οπλίτες και οι ιππείς, παρά την συνήθεια, εκτός από τα όπλα τους, είχαν φορτωθεί και αυτοί τα τρόφιμά τους, μερικοί από έλλειψη βοηθητικών, άλλοι επειδή δεν τους εμπιστεύονταν. Πολλές αυτομολίες βοηθητικών είχαν σημειωθεί και πριν, αλλά τη στιγμή εκείνη έγιναν πάρα πολλές. Αλλά και τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους δεν ήσαν αρκετά, επειδή δεν υπήρχε πια σιτάρι στο στρατόπεδο. [75.5] Και τους είχε πιάσει μελαγχολία και συνάμα κατηγορούσαν τον εαυτό τους. Γιατί δεν έμοιαζαν με τίποτ’ άλλο τόσο πολύ, όσο με ολόκληρη πολιτεία που πάρθηκε με πολιορκία και πάει να ξεφύγει κρυφά· και πολιτεία μάλιστα μεγάλη. Γιατί όσοι βάδιζαν μαζί στην πορεία δεν ήταν λιγότεροι από σαράντα χιλιάδες άντρες· κι απ’ αυτούς, τόσο οι άλλοι κουβαλούσαν ό,τι χρειαζούμενο μπορούσαν, όσο κι οι βαριά αρματωμένοι κι οι καβαλάρηδες σήκωναν τις προμήθειές τους μόνοι τους, αντίθετα προς τη συνήθεια, άλλοι γιατί δεν είχαν ακολούθους, κι άλλοι γιατί δεν εμπιστεύονταν αυτούς που είχαν· γιατί πολλοί είχαν από καιρό αυτομολήσει προς τον εχτρό, κι οι περισσότεροι τώρα τελευταία· αλλά κι όσα κουβαλούσαν δεν ήταν αρκετά, γιατί τρόφιμα δεν υπήρχαν καν στο στρατόπεδο. [75.5] Επεκράτει ωσαύτως κατήφεια και εντροπή δια την θέσιν, εις την οποίαν είχαν περιέλθει. Ενόμιζε κανείς, τωόντι, ότι απετέλουν ουσιαστικώς όχι στρατόν, αλλά τον διαφεύγοντα πληθυσμόν πόλεως, παραδοθείσης μετά μακράν πολιορκίαν, και μάλιστα πόλεως μεγάλης. Διότι το όλον πλήθος των συναπερχομένων δεν ήτο μικρότερον των σαράντα χιλιάδων. Και όχι μόνον οι άλλοι εβάσταζαν ό,τι καθένας ημπορούσε, αλλά και οι οπλίται και οι ιππείς, παρά την επικρατούσαν δι' αυτούς τουλάχιστον συνήθειαν, εσήκωναν οι ίδιοι τα τρόφιμά των, άλλοι μεν δι' έλλειψιν υπηρετών και άλλοι ένεκα δυσπιστίας προς αυτούς, καθ' όσον πολλοί εκ τούτων είχαν αυτομολήσει καί προηγουμένως, αλλ' οι πλείστοι, αμέσως μετά την τελευταίαν ήτταν.
[75.6] Καὶ μὴν ἡ ἄλλη αἰκία καὶ ἡ ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσά τινα ὅμως τὸ μετὰ πολλῶν κούφισιν, οὐδ᾽ ὣς ῥᾳδία ἐν τῷ παρόντι ἐδοξάζετο, ἄλλως τε καὶ ἀπὸ οἵας λαμπρότητος καὶ αὐχήματος τοῦ πρώτου ἐς οἵαν τελευτὴν καὶ ταπεινότητα ἀφῖκτο.
Μετάφραση Α. Βλάχου Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη Μετάφραση Ε. Βενιζέλου
[75.6] Όλη τους η δυστυχία, παρόλον ότι ελαφρωνόταν ίσως από το γεγονός ότι ήταν κοινή για όλους, τους φαινόταν αβάσταχτη. Σκέπτονταν με πόση λαμπρότητα και πόση υπερηφάνεια είχαν αρχίσει, για να καταλήξουν σε τέτοιο αποτέλεσμα και σε τέτοια ταπείνωση. [75.6] Κι όλη η άλλη τους δυστυχία, και το πως όλων το μερτικό στις συμφορές ήταν το ίδιο, πράμα που έφερνε κάποια ξαλάφρωση, όμως και με τούτο λογαριαζόταν πολύ βαριά, και το περισσότερο καθώς στοχάζονταν από τι μεγαλοπρέπεια και περηφάνεια της αρχής είχανε φτάσει σε τέτοιο τέλος κι εξευτελισμό. [75.6] Αλλά και τα τρόφιμα αυτά ήσαν ανεπαρκή, διότι αι τροφαί του στρατοπέδου είχαν εξαντληθή. Και η άλλη αθλιότης, μολονότι το γεγονός, ότι όλοι εσυμμερίζοντο εξ ίσου το κακόν, έφερεν, όπως κάθε κοινή μετ' άλλων συμφορά, κάποιαν ανακούφισιν, ήτον εν τούτοις δυσβάστακτος εις την παρούσαν περίστασιν, όταν ιδίως εσυλλογίζοντο από ποίαν λαμπρότητα και δόξαν των πρώτων ημερών είχαν καταλήξει εις τοιαύτην κατάπτωσιν.
[75.7] Μέγιστον γὰρ δὴ τὸ διάφορον τοῦτο [τῷ] Ἑλληνικῷ στρατεύματι ἐγένετο, οἷς ἀντὶ μὲν τοῦ ἄλλους δουλωσομένους ἥκειν αὐτοὺς τοῦτο μᾶλλον δεδιότας μὴ πάθωσι ξυνέβη ἀπιέναι, ἀντὶ δ᾽ εὐχῆς τε καὶ παιάνων, μεθ᾽ ὧν ἐξέπλεον, πάλιν τούτων τοῖς ἐναντίοις ἐπιφημίσμασιν ἀφορμᾶσθαι, πεζούς τε ἀντὶ ναυβατῶν πορευομένους καὶ ὁπλιτικῷ προσέχοντας μᾶλλον ἢ ναυτικῷ. Ὅμως δὲ ὑπὸ μεγέθους τοῦ ἐπικρεμαμένου ἔτι κινδύνου πάντα ταῦτα αὐτοῖς οἰστὰ ἐφαίνετο.
Μετάφραση Α. Βλάχου Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη Μετάφραση Ε. Βενιζέλου
[75.7] Ποτέ άλλοτε δεν είχε συμβεί σε ελληνικό στρατό τόσο μεγάλη μεταστροφή της τύχης, γιατί ενώ είχαν πάει να υποδουλώσουν άλλους, τώρα έφευγαν με τον φόβο μήπως οι ίδιοι υποδουλωθούν. Ενώ όταν έφευγαν με τα καράβια, τους συνόδευαν ευχές και παιάνες, τώρα γύριζαν με αντίθετου είδους φωνές, πεζοί, αντί να έχουν καράβια, και στηριγμένοι στο βαρύ πεζικό τους, αντί στο ναυτικό. Αλλά ο κίνδυνος που κρεμόταν απάνω τους ήταν τόσο μεγάλος, ώστε η δυστυχία τους τους φαινόταν υποφερτή. [75.7] Γιατί τούτη ήταν η μεγαλύτερη μετατροπή στην κατάστασή τους, που έτυχε ποτέ σ’ Ελληνικό στρατό: αντί να γυρίζουν έχοντας υποτάξει άλλους, κατάντησε τώρα να φοβούνται μην το πάθουν οι ίδιοι, ακριβώς αυτό, κι αντί για τις ευχές και τα πολεμικά τραγούδια που συνόδευαν τότε το ξεκίνημά τους, ξανάφευγαν μέσα στην τέλεια αντίθετη χλαλοή. Στοχάζονταν συνάμα πως πορεύονταν τώρα πεζή αντί ανεβασμένοι στα καράβια και πως στήριζαν τα θάρρη τους στο βαρύ πεζικό αντί για το ναυτικό. Μ’ ολ’ αυτά, σχετικά με το βάρος του κιντύνου που κρεμόταν ακόμα πάνωθέ τους, και τούτα ακόμα τους φαίνονταν υποφερτά. [75.7] Καθ' όσον ουδέποτε, πράγματι, Ελληνικόν στράτευμα υπέστη τοιαύτην μετάπτωσιν τύχης. Ενώ είχαν έλθει δια να υποδουλώσουν άλλους, κατήντησε να φεύγουν εκ φόβου μήπως μάλλον αυτοί αντιθέτως υποδουλωθούν. Αντί των ευχών και των παιάνων, υπό την συνοδείαν των οποίων είχαν εκπλεύσει εκ Πειραιώς, εξεκίνουν τώρα αντιθέτως, ακούοντες λόγους δυσοιώνους. Αντί να επιβαίνουν στόλου ως ναύται, επορεύοντο ήδη πεζή, όλας των τας ελπίδας αναθέτοντες εις τους οπλίτας αντί του στόλου. Και όμως, ένεκα του μεγέθους του επικρεμαμένου ακόμη κινδύνου, όλα αυτά εφαίνοντο εις αυτούς ανεκτά.

 



 

Μετά τη ναυμαχία στο λιμάνι των Συρακουσών και τη γενική συμπλοκή στη γύρω περιοχή, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι τους ἀνείλοντο (συγκέντρωσαν) τα ναυάγια και τους νεκρούς τους και τους έθαψαν με τιμές. Οι Αθηναίοι μετά τη συντριπτική τους ήττα ούτε καν διανοήθηκαν να ζητήσουν πρόσκαιρη ανακωχή για «ἀναίρεσιν» των δικών τους νεκρών (7.72.2). Ο πανικός τούς έκανε να σκέφτονται μόνο πώς θα διαφύγουν μέσα στη νύχτα.

καὶ ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος τρίτῃ ἡμέρᾳ, ἀπὸ τῆς ναυμαχίας ἐγένετο

Μεσολάβησαν δηλαδή 48 ώρες από το βράδυ της ημέρας της ναυμαχίας έως την αυγή της αναχώρησης. Το χρονικό αυτό διάστημα εκμεταλλεύτηκαν οι Συρακούσιοι, για να οχυρώσουν όλες τις διαβάσεις, από τις οποίες θα περνούσαν οι Αθηναίοι.

δεινὸν οὖν ἦν... τῶν πραγμάτων

Ο Θουκυδίδης κάνει μία διάκριση μεταξύ της πραγματικής τους κατάστασης (πράγματα), της οποίας κάθε πτυχή (αναπτυσσόμενη με το ὅτι) ήταν αποθαρρυντική και της επίπτωσης που είχε στο ηθικό του στρατεύματος η εγκατάλειψη του στρατοπέδου.

τῶν τε γὰρ νεκρῶν ἀτάφων ὄντων

Πρόκειται για παραβίαση του άγραφου, ηθικού νόμου, που όριζε ότι οι νεκροί πρέπει οπωσδήποτε να θάβονται. Η πληροφορία αυτή δείχνει τον βαθμό κατάπτωσης του ηθικού των Αθηναίων.

ἐς λύπην μετὰ φόβου καθίστατο

Φοβούνταν την οργή των θεῶν, οι οποίοι τιμωρούσαν, όσους άφηναν άταφους τους νεκρούς τους (πρβλ. Σοφ. Ἀντιγ.458-460: ἀνδρὸς οὐδενὸς/φρόνημα δείσασ', ἐν θεοῖσι τὴν δίκην/ δώσειν). Επίσης ο καθένας καταλαμβανόταν από τρόμο, μήπως μείνει και ο ίδιος άταφος, αν πεθάνει στην υποχώρηση.

πολὺ τῶν τεθνεώτων τοῖς ζῶσι λυπηρότεροι ἦσαν καὶ τῶν ἀπολωλότων ἀθλιώτεροι

Η μετοχή τεθνεώτων περιγράφει τους νεκρούς ως αντικείμενα, η δε ἀπολωλότων ως όντα, τα οποία δεν μπορούν πλέον να δρουν ούτε να υποφέρουν.

οὐκ ἄνευ ὀλίγων ἐπιθειασμῶν καὶ οἰμωγῆς ὑπολειπόμενοι

Γεγονός είναι ότι οι ασθενείς και οι τραυματίες δεν αποδέχτηκαν εύκολα τη μοίρα τους και το άκουσμα των θρήνων τους ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν οι αρτιμελείς, επειδή τους άφηναν πίσω.

πεπονθότας... δεδιότας

Οι δύο μετοχές προσδιορίζουν το στράτευμα και είναι σχήμα «κατά σύνεσιν» ή κατά το νοούμενο (βλ. A.B. Μουμτζάκη, Συντακτικό της Αρχαίας ελληνικής §188, σελ. 173).

οὐδὲν γὰρ ἄλλο ἤ πόλει ἐκπεπολιορκημένῃ ἐῴκεσαν ὑποφευγούσῃ

Η παρομοίωση των 40.000 ανδρών που άρχισαν να πορεύονται, με ένα πληθυσμό που προσπαθεί να γλιτώσει από μια πόλη που έχει καταληφθεί μετά από πολιορκία, μαρτυρεί την περιγραφική δύναμη, την παραστατικότητα, τον ρεαλισμό αλλά και την τραγική ένταση της θουκυδίδειας γραφής. Πρόκειται για ευφυέστατη επινόηση του ιστορικού, η οποία αποδίδει το πλήθος των ανθρώπων αλλά και το μέγεθος της καταστροφής τους. Ωστόσο δεν πρόκειται για συρφετό. Το στράτευμα μέχρι αυτή τη στιγμή προχωρεί συντεταγμένο.

μυριάδες γὰρ τοῦ ξύμπαντος ὄχλου οὐκ ἐλάσσους τεσσάρων ἅμα ἐπορεύοντο

Ο Θουκυδίδης φαίνεται ότι υπολογίζει τον αριθμό αυτών που στάλθηκαν στη Σικελία σε όχι μικρότερο των 40.000 βάσει των όσων αναφέρει στο 6.43 και 7.16.2 και 42.1. Υποθέτει ότι τα 40 πλοία στην πρώτη επιχείρηση και ο ίδιος αριθμός πλοίων στη δεύτερη μετέφεραν στρατό (ήταν δηλαδή μεταγωγικά). Είναι ωστόσο βέβαιο ότι έχει συμπεριλάβει δούλους στον αριθμό των 40.000 ανδρών, υπολογίζοντας ότι ο αριθμός των δούλων, που έμεινε, ήταν περίπου ίσος με τον αριθμό των στρατιωτών και ναυτών που σκοτώθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή χάθηκαν. (Πβ. Ίσοκρ. Περί εἰρήνης 86).

παρὰ τὸ εἰωθὸς

Είναι η σαφέστερη μαρτυρία, που επιβεβαιώνει ότι το σώμα των οπλιτών χρησιμοποιούσε στο πεδίο της μάχης δούλους για τη μεταφορά των χρησίμων.

οἱ μὲν ἀπορίᾳ ἀκολούθων

Οι ιππείς ακολουθούνταν από προσωπικούς ακολούθους (υπηρέτες), οι οποίοι μετέφεραν τα απαραίτητα.

οἱ δὲ ἀπιστίᾳ

Διότι δεν πίστευαν τους εναπομείναντες από τους δούλους, φοβούμενοι, μήπως και αυτοί αυτομολήσουν, όπως και οι υπόλοιποι.

καὶ μὴν ἡ ἄλλη αἰκία... ἐδοξάζετο

Η ανακούφιση που αισθάνεται κανείς, όταν βρίσκεται στην ίδια δεινή κατάσταση μαζί με πολλούς άλλους, δεν παρηγορούσε τους Αθηναίους, αντίθετα η διάχυτη σε όλους δυστυχία ενίσχυε την αίσθηση του τραγικού αδιεξόδου, που ορθωνόταν ενώπιον τους.

οἷς

Αναφέρεται στο «στρατεύματι»· λέξη με περιληπτική σημασία.

[τῷ] Ἑλληνικῷ στρατεύματι

Ο προσδιορισμός Ἑλληνικῷ είναι απαραίτητος. Ο Θουκυδίδης είχε υπόψη του ολέθρους που έπληξαν πολυπληθή ανατολικά στρατεύματα.

ἀντὶ δ' εὐχῆς τε καὶ παιάνων μεθ' ὧν ἐξέπλεον

Κατά την αναχώρηση του στόλου από τον Πειραιά (βλ. 6.32). Πρόκειται για τραγική μεταβολή της θέσης τους.

 



 

Κεφ. 75-77

1. Το κείμενο του Κεφ. 76 να μεταγραφεί σαν να το διηγείται ο ίδιος ο Νικίας (δηλ. σε α' ενικό πρόσωπο).

Κάνε τις ζητούμενες αλλαγές στο κείμενο: [76] Ὁρῶν δὲ ὁ Νικίας τὸ στράτευμα ἀθυμοῦν καὶ ἐν μεγάλῃ μεταβολῇ ὄν, ἐπιπαριὼν ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐθάρσυνέ τε καὶ παρεμυθεῖτο, βοῇ τε χρώμενος ἔτι μᾶλλον ἑκάστοις καθ᾽ οὓς γίγνοιτο ὑπὸ προθυμίας καὶ βουλόμενος ὡς ἐπὶ πλεῖστον γεγωνίσκων ὠφελεῖν τι.

2. Να ξαναγράψετε το κείμενο του Κεφ. 76 μεταφέροντας τις μετοχές στους άλλους χρόνους της ίδιας φωνής.

Κάνε τις ζητούμενες αλλαγές στο κείμενο: [76] Ὁρῶν δὲ ὁ Νικίας τὸ στράτευμα ἀθυμοῦν καὶ ἐν μεγάλῃ μεταβολῇ ὄν, ἐπιπαριὼν ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐθάρσυνέ τε καὶ παρεμυθεῖτο, βοῇ τε χρώμενος ἔτι μᾶλλον ἑκάστοις καθ᾽ οὓς γίγνοιτο ὑπὸ προθυμίας καὶ βουλόμενος ὡς ἐπὶ πλεῖστον γεγωνίσκων ὠφελεῖν τι.

3. Να μεταφερθούν στον ενεστώτα οι ρηματικοί τύποι του κειμένου 77. 3-4 «τάχα δὲ ἄν καὶ λωφήσειαν... ἔπαθον».

Κάνε τις ζητούμενες αλλαγές στο κείμενο: [3] Τάχα δὲ ἂν καὶ λωφήσειαν· ἱκανὰ γὰρ τοῖς τε πολεμίοις ηὐτύχηται, καὶ εἴ τῳ θεῶν ἐπίφθονοι ἐστρατεύσαμεν, ἀποχρώντως ἤδη τετιμωρήμεθα. [4] Ἦλθον γάρ που καὶ ἄλλοι τινὲς ἤδη ἐφ᾽ ἑτέρους, καὶ ἀνθρώπεια δράσαντες ἀνεκτὰ ἔπαθον.

4. «τὴν δὲ πορείαν ὥστ' ἀσφαλῆ καὶ εὔτακτον εἶναι αὐτοὶ φυλάξατε» (77, 5), «ἄνδρες γὰρ πόλις, καὶ οὐ τείχη οὐδὲ νῆες ἀνδρῶν κεναί» (77.7): Να ξαναγράψετε τις προτάσεις μεταφέροντας όλους τους κλιτούς τύπους στον αντίθετο αριθμό.

Κάνε τις ζητούμενες αλλαγές
τὴν δὲ πορείαν ὥστ' ἀσφαλῆ καὶ εὔτακτον εἶναι αὐτοὶ φυλάξατε
ἄνδρες γὰρ πόλις, καὶ οὐ τείχη οὐδὲ νῆες ἀνδρῶν κεναί

5. Να εντοπίσετε όλα τα τριτόκλιτα ουσιαστικά του Κεφ. 77, να τα κατατάξετε σε κατηγορίες σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους και να γράψετε τις πλάγιες πτώσεις τους και στους δύο αριθμούς.

Το κείμενο: [77.1] «Καὶ ἐκ τῶν παρόντων, ὦ Ἀθηναῖοι καὶ ξύμμαχοι, ἐλπίδα χρὴ ἔχειν (ἤδη τινὲς καὶ ἐκ δεινοτέρων ἢ τοιῶνδε ἐσώθησαν), μηδὲ καταμέμφεσθαι ὑμᾶς ἄγαν αὐτοὺς μήτε ταῖς ξυμφοραῖς μήτε ταῖς παρὰ τὴν ἀξίαν νῦν κακοπαθίαις. [2] Κἀγώ τοι οὐδενὸς ὑμῶν οὔτε ῥώμῃ προφέρων (ἀλλ᾽ ὁρᾶτε δὴ ὡς διάκειμαι ὑπὸ τῆς νόσου) οὔτ᾽ εὐτυχίᾳ δοκῶν που ὕστερός του εἶναι κατά τε τὸν ἴδιον βίον καὶ ἐς τὰ ἄλλα, νῦν ἐν τῷ αὐτῷ κινδύνῳ τοῖς φαυλοτάτοις αἰωροῦμαι· καίτοι πολλὰ μὲν ἐς θεοὺς νόμιμα δεδιῄτημαι, πολλὰ δὲ ἐς ἀνθρώπους δίκαια καὶ ἀνεπίφθονα. [3] Ἀνθ᾽ ὧν ἡ μὲν ἐλπὶς ὅμως θρασεῖα τοῦ μέλλοντος, αἱ δὲ ξυμφοραὶ οὐ κατ᾽ ἀξίαν δὴ φοβοῦσιν. Τάχα δὲ ἂν καὶ λωφήσειαν· ἱκανὰ γὰρ τοῖς τε πολεμίοις ηὐτύχηται, καὶ εἴ τῳ θεῶν ἐπίφθονοι ἐστρατεύσαμεν, ἀποχρώντως ἤδη τετιμωρήμεθα. [4] Ἦλθον γάρ που καὶ ἄλλοι τινὲς ἤδη ἐφ᾽ ἑτέρους, καὶ ἀνθρώπεια δράσαντες ἀνεκτὰ ἔπαθον. Καὶ ἡμᾶς εἰκὸς νῦν τά τε ἀπὸ τοῦ θεοῦ ἐλπίζειν ἠπιώτερα ἕξειν (οἴκτου γὰρ ἀπ᾽ αὐτῶν ἀξιώτεροι ἤδη ἐσμὲν ἢ φθόνου), καὶ ὁρῶντες ὑμᾶς αὐτοὺς οἷοι ὁπλῖται ἅμα καὶ ὅσοι ξυντεταγμένοι χωρεῖτε μὴ καταπέπληχθε ἄγαν, λογίζεσθε δὲ ὅτι αὐτοί τε πόλις εὐθύς ἐστε ὅποι ἂν καθέζησθε καὶ ἄλλη οὐδεμία ὑμᾶς τῶν ἐν Σικελίᾳ οὔτ᾽ ἂν ἐπιόντας δέξαιτο ῥᾳδίως οὔτ᾽ ἂν ἱδρυθέντας που ἐξαναστήσειεν. [5] Τὴν δὲ πορείαν ὥστ᾽ ἀσφαλῆ καὶ εὔτακτον εἶναι αὐτοὶ φυλάξατε, μὴ ἄλλο τι ἡγησάμενος ἕκαστος ἢ ἐν ᾧ ἂν ἀναγκασθῇ χωρίῳ μάχεσθαι, τοῦτο καὶ πατρίδα καὶ τεῖχος κρατήσας ἕξειν. [6] Σπουδὴ δὲ ὁμοίως καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν ἔσται τῆς ὁδοῦ· τὰ γὰρ ἐπιτήδεια βραχέα ἔχομεν, καὶ ἢν ἀντιλαβώμεθά του φιλίου χωρίου τῶν Σικελῶν (οὗτοι γὰρ ἡμῖν διὰ τὸ Συρακοσίων δέος ἔτι βέβαιοι εἰσίν), ἤδη νομίζετε ἐν τῷ ἐχυρῷ εἶναι. Προπέπεμπται δ᾽ ὡς αὐτούς, καὶ ἀπαντᾶν εἰρημένον καὶ σιτία ἄλλα κομίζειν. [7] Τό τε ξύμπαν γνῶτε, ὦ ἄνδρες στρατιῶται, ἀναγκαῖόν τε ὂν ὑμῖν ἀνδράσιν ἀγαθοῖς γίγνεσθαι ὡς μὴ ὄντος χωρίου ἐγγὺς ὅποι ἂν μαλακισθέντες σωθείητε καί, ἢν νῦν διαφύγητε τοὺς πολεμίους, οἵ τε ἄλλοι τευξόμενοι ὧν ἐπιθυμεῖτέ που ἐπιδεῖν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τὴν μεγάλην δύναμιν τῆς πόλεως καίπερ πεπτωκυῖαν ἐπανορθώσοντες· ἄνδρες γὰρ πόλις, καὶ οὐ τείχη οὐδὲ νῆες ἀνδρῶν κεναί.»
Η απάντησή σου

6. Η φράση ἐς ἀπορίαν καθίστασαν (75.4) σημαίνει: α) απορούσαν, β) ήταν φτωχοί, γ) τους έφερναν σε αμηχανία, δ) τους προξενούσαν έκπληξη.

7. Προσπαθήστε να αποδώσετε την ψυχολογική κατάσταση του αθηναϊκού στρατού με βάση τις πληροφορίες που σας παρέχει το Κεφ. 75.

8. Παρακάτω παρατίθεται το κεφ. 2.52. 2-4, στο οποίο ο Θουκυδίδης περιγράφει την αδιαφορία των Αθηναίων, μέσα στη φρίκη του λοιμού, για την ταφή των νεκρών. Να συγκρίνετε τα όσα αναφέρονται στο κεφ. αυτό με τη συμπεριφορά που επιδεικνύουν οι ηττημένοι Αθηναίοι την ώρα της εγκατάλειψης του στρατοπέδου προς τους νεκρούς και τραυματισμένους συστρατιώτες τους (7.75.2-4). Σε ποια συμπεράσματα οδηγείστε;

«Μη έχοντας σπίτια, ζούσαν σε πνιγηρές καλύβες μέσα στο καλοκαίρι και πέθαιναν ανάκατα ο ένας απάνω στον άλλο ή σέρνονταν μέσ' στους δρόμους μισοπεθαμένοι, ενώ άλλοι, από την άσβηστη δίψα τους, μαζεύονταν γύρω από τις βρύσες. Οι περίβολοι των ναών, όπου είχαν κατασκηνώσει, ήσαν γεμάτοι νεκρούς που πέθαιναν εκεί, γιατί καθώς φούντωνε το κακό, οι άνθρωποι, βασανισμένοι απ' την αρρώστια, έφταναν σε απόγνωση κι αδιαφορούσαν πια για τα ιερά και τα όσια. Δεν τηρούσαν πια καμιά απ' τις τελετές για την ταφή των νεκρών κι ο καθένας έθαβε τους δικούς του όπως μπορούσε. Πολλοί, που, απ' τους πολλούς θανάτους στην οικογένεια τους, τους είχαν λείψει τα χρειαζούμενα, μεταχειρίζονταν άπρεπους τρόπους. Άλλοι απόθεταν τον δικό τους νεκρό σε ξένη έτοιμη πυρά κ' έβαζαν φωτιά στα ξύλα κι άλλοι έριχναν τον νεκρό τους επάνω σε πυρά όπου καιγόταν άλλος νεκρός κ' έφευγαν γρήγορα». (Μετάφραση Άγγελου Βλάχου).

9. Να μελετήσετε την περιγραφή της αναχώρησης του αθηναϊκού στόλου από τον Πειραιά, όπως τη δίνει ο Θουκυδίδης στο 6.30-32, και να τη συγκρίνετε με την τωρινή αναχώρηση από τις Συρακούσες. Ποιες αντιθέσεις παρατηρείτε;

10. Βρίσκει κατά τη γνώμη σας εφαρμογή στο Κεφ. 75 η ακόλουθη παρατήρηση ενός μελετητή; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας. «Καθώς η αντίθεση είναι ίσως το βασικότερο και αποτελεσματικότερο μέσο για τη διαπίστωση της διαφοράς, το αντιθετικό ύφος θα μπορούσε να αποκληθεί περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο το ύφος της σαφήνειας, μιας σαφήνειας που ίσως σπαταλιέται στις λεπτομέρειες αλλά που είναι ωστόσο πανταχού παρούσα και επίμονη» (John Η. Finley, Θουκυδίδης, σ. 259).

11. Ο Νικίας στον λόγο του (κεφ. 77) αναφέρεται σε δύο βασικές πηγές από τις οποίες μπορούν οι Αθηναίοι να αντλήσουν ελπίδα. Να τις εντοπίσετε και να συζητήσετε τη διαφορά τους. Πιστεύετε ότι η αναφορά αυτή κατορθώνει πράγματι να εμψυχώσει τον στρατό;

12.  Να καταγράψετε τα βασικά επιχειρήματα που αναπτύσσει ο Νικίας στον λόγο του (Κεφ. 77). Αξιολογήστε το σημαντικότερο από αυτά. Σας φαίνεται πειστικό; Ποια επίδραση πιστεύετε ότι θα είχε στο καταρρακωμένο ηθικό του στρατού του;

13. Να χαρακτηρίσετε τον Νικία με βάση α) τις ενέργειες του στο κεφ. 76 και β) τον λόγο που απευθύνει στους άνδρες του (Κεφ. 77)

14. Να αναλύσετε και να αιτιολογήσετε την καταληκτική φράση του λόγου του Νικία: «ἄνδρες γὰρ πόλις... κεναί». Ισχύει κατά τη γνώμη σας η άποψη αυτή στην εποχή μας;

15. Οι τρεις λέξεις που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη συχνότητα στον λόγο του Νικία είναι (σε διάφορες παραλλαγμένες μορφές) οι λέξεις ελπίδα, πόλις και άνδρες. Δικαιολογήστε την επαναληπτική τους χρήση.


 


Αφού συμβουλευτείτε τα παράλληλα κείμενα του Ηροδότου στο πλαίσιο (παράθεμα 2), να σχολιάσετε την ομοιότητα στην προβληματική των δύο ιστορικών (Ηροδότου-Θουκυδίδη) σχετικά με την πίστη των αρχαίων Ελλήνων για τη φθονερή φύση του θείου. Υπάρχουν τέτοιες δοξασίες σήμερα στον λαό μας; Αν ναι, πού τις αποδίδετε;

Να σχολιάσετε την ακόλουθη άποψη. Προσπαθήστε να τεκμηριώσετε τη σύμφωνη ή αντίθετη δική σας γνώμη

«Ο λόγος του Νικία και με ιστορικά κριτήρια και με ποιητικά είναι ταιριαστός στην περίσταση και στο πρόσωπο. Ως ιστορικό στοιχείο βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση της ψυχολογίας και των σκέψεων που είχαν οι Αθηναίοι μετά την αποφασιστική ήττα στο μεγάλο Λιμάνι. Αλλά και η περιγραφή των γεγονότων από τον Θουκυδίδη βοηθάει στην κατανόηση του λόγου. Έτσι λόγοι και έργα συμπλέκονται σε άρρηκτο σύνολο... ο Νικίας με την αβουλία του, την ιδιοτέλεια και την προσήλωσή του στη συμβατική ηθική, εξαιτίας της πλήρους αντιστροφής των σχεδίων και της τύχης του, αποκτάει την τραγικότητα που μπορεί να συναντήσει κανείς στη μοίρα των συμβατικών ανθρώπων, οι οποίοι έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να περάσουν στην ιστορία ως ωφέλιμοι για την πατρίδα τους, χωρίς να δεχτούν να αντιμετωπίσουν προσωπικά πραγματικό κίνδυνο, όταν χρειαστεί» (Ε.Μ. Σούλης, ό.π., σσ. 50-51).

Γιατί ο Νικίας παραλληλίζει τον στρατό του με πολιτεία (77.4); Θεωρείτε τον παραλληλισμό εναρμονισμένο και κατάλληλο προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες γίνεται; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.

 



Το κείμενο στην Perseus Digital Library. Κάνοντας κλικ στη λέξη θα έχετε ερμηνευτικά, γραμματικά και στατιστικά σχόλια.

[75.1] μετὰ δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐδόκει τῷ Νικίᾳ καὶ τῷ Δημοσθένει ἱκανῶς παρεσκευάσθαι, καὶ ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀπὸ τῆς ναυμαχίας ἐγίγνετο. [75.2] δεινὸν οὖν ἦν οὐ καθ᾽ ἓν μόνον τῶν πραγμάτων, ὅτι τάς τε ναῦς ἀπολωλεκότες πάσας ἀπεχώρουν καὶ ἀντὶ μεγάλης ἐλπίδος καὶ αὐτοὶ καὶ πόλις κινδυνεύοντες, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ στρατοπέδου ξυνέβαινε τῇ τε ὄψει ἑκάστῳ ἀλγεινὰ καὶ τῇ γνώμῃ αἰσθέσθαι. [75.3] τῶν τε γὰρ νεκρῶν ἀτάφων ὄντων, ὁπότε τις ἴδοι τινὰ τῶν ἐπιτηδείων κείμενον, ἐς λύπην μετὰ φόβου καθίστατο, καὶ οἱ ζῶντες καταλειπόμενοι τραυματίαι τε καὶ ἀσθενεῖς πολὺ τῶν τεθνεώτων τοῖς ζῶσι λυπηρότεροι ἦσαν καὶ τῶν ἀπολωλότων ἀθλιώτεροι. [75.4] πρὸς γὰρ ἀντιβολίαν καὶ ὀλοφυρμὸν τραπόμενοι ἐς ἀπορίαν καθίστασαν, ἄγειν τε σφᾶς ἀξιοῦντες καὶ ἕνα ἕκαστον ἐπιβοώμενοι, εἴ τινά πού τις ἴδοι ἑταίρων οἰκείων, τῶν τε ξυσκήνων ἤδη ἀπιόντων ἐκκρεμαννύμενοι καὶ ἐπακολουθοῦντες ἐς ὅσον δύναιντο, εἴ τῳ δὲ προλίποι ῥώμη καὶ τὸ σῶμα, οὐκ ἄνευ ὀλίγων ἐπιθειασμῶν καὶ οἰμωγῆς ὑπολειπόμενοι, ὥστε δάκρυσι πᾶν τὸ στράτευμα πλησθὲν καὶ ἀπορίᾳ τοιαύτῃ μὴ ῥᾳδίως ἀφορμᾶσθαι, καίπερ ἐκ πολεμίας τε καὶ μείζω κατὰ δάκρυα τὰ μὲν πεπονθότας ἤδη, τὰ δὲ περὶ τῶν ἐν ἀφανεῖ δεδιότας μὴ πάθωσιν. [75.5] κατήφειά τέ τις ἅμα καὶ κατάμεμψις σφῶν αὐτῶν πολλὴ ἦν. οὐδὲν γὰρ ἄλλο πόλει ἐκπεπολιορκημένῃ ἐῴκεσαν ὑποφευγούσῃ, καὶ ταύτῃ οὐ σμικρᾷ· μυριάδες γὰρ τοῦ ξύμπαντος ὄχλου οὐκ ἐλάσσους τεσσάρων ἅμα ἐπορεύοντο. καὶ τούτων οἵ τε ἄλλοι πάντες ἔφερον ὅτι τις ἐδύνατο ἕκαστος χρήσιμον, καὶ οἱ ὁπλῖται καὶ οἱ ἱππῆς παρὰ τὸ εἰωθὸς αὐτοὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν σιτία ὑπὸ τοῖς ὅπλοις, οἱ μὲν ἀπορίᾳ ἀκολούθων, οἱ δὲ ἀπιστίᾳ· ἀπηυτομολήκεσαν γὰρ πάλαι τε καὶ οἱ πλεῖστοι παραχρῆμα. ἔφερον δὲ οὐδὲ ταῦτα ἱκανά· σῖτος γὰρ οὐκέτι ἦν ἐν τῷ στρατοπέδῳ. [75.6]  καὶ μὴν ἄλλη αἰκία καὶ ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσά τινα ὅμως τὸ μετὰ πολλῶν κούφισιν, οὐδ᾽ ὣς ῥᾳδία ἐν τῷ παρόντι ἐδοξάζετο, ἄλλως τε καὶ ἀπὸ οἵας λαμπρότητος καὶ αὐχήματος τοῦ πρώτου ἐς οἵαν τελευτὴν καὶ ταπεινότητα ἀφῖκτο. [75.7]  μέγιστον γὰρ δὴ τὸ διάφορον τοῦτο [τῷ] Ἑλληνικῷ στρατεύματι ἐγένετο, οἷς ἀντὶ μὲν τοῦ ἄλλους δουλωσομένους ἥκειν αὐτοὺς τοῦτο μᾶλλον δεδιότας μὴ πάθωσι ξυνέβη ἀπιέναι, ἀντὶ δ᾽ εὐχῆς τε καὶ παιάνων, μεθ᾽ ὧν ἐξέπλεον, πάλιν τούτων τοῖς ἐναντίοις ἐπιφημίσμασιν ἀφορμᾶσθαι,πεζούς τε ἀντὶ ναυβατῶν πορευομένους καὶ ὁπλιτικῷ προσέχοντας μᾶλλον ναυτικῷ. ὅμως δὲ ὑπὸ μεγέθους τοῦ ἐπικρεμαμένου ἔτι κινδύνου πάντα ταῦτα αὐτοῖς οἰστὰ ἐφαίνετο

 



χάρτης