Δομή και περιεχόμενο:
Το 7ο βιβλίο του Θουκυδίδη περιλαμβάνει τις εξής ενότητες:
Άφιξη του Γύλιππου στις Συρακούσες, πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες των Συρακουσίων (Κεφ. 1-7).
Ο Νικίας με επιστολή του στην Αθήνα ζητεί ή την ανάκλησή του ή την αποστολή ενισχύσεων (Κεφ. 8-15).
Προετοιμασίες Αθηναίων-Πελοποννησίων και επιχειρήσεις που γίνονται την ίδια εποχή στην Ελλάδα (Κεφ. 16-20).
Πρώτη ναυμαχία στο λιμάνι των Συρακουσών και πτώση του Πλημμυρίου (Κεφ. 21-25). Εξελίξεις την ίδια περίοδο στην Ελλάδα και μετάβαση του Δημοσθένη και του Ευρυμέδοντα στην Ιταλία (Κεφ. 26-35).
Δεύτερη ναυμαχία Αθηναίων και Συρακουσίων και νίκη των Συρακουσίων (Κεφ. 36-41).
Άφιξη του Δημοσθένη και του Ευρυμέδοντα στις Συρακούσες, επίθεση των Αθηναίων στις Επιπολές, αποτυχία των Αθηναίων στις Επιπολές, σκέψεις των Αθηναίων μετά την ήττα για αποχώρηση από τη Σικελία, αναβλητικότητα του Νικία (Κεφ. 42-50).
Οι Αθηναίοι ηττώνται σε ναυμαχία στις Συρακούσες, θάνατος του Ευρυμέδοντα, αποκλεισμός του Μεγάλου Λιμανιού και απόφαση των Αθηναίων για αναχώρηση (Κεφ. 51-60).
Λόγος του Νικία (Κεφ. 61-64).
Λόγοι των Συρακουσίων στρατηγών (Κεφ. 65-68).
Τελική ναυμαχία, ήττα των Αθηναίων, αναχώρηση των Αθηναίων από το στρατόπεδο τους προς το εσωτερικό του νησιού, λόγος του Νικία (Κεφ. 69-77).
Υποχώρηση και καταστροφή του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος, η τύχη των αιχμαλώτων (Κεφ. 78-87).
Εγκατάλειψη του στρατοπέδου. Αναχώρηση των Αθηναίων
Θουκυδίδης 7.72.2 [πηγή: Μικρός Απόπλους]
[75.1]
Μετὰ δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ
ἐδόκει τῷ Νικίᾳ καὶ τῷ Δημοσθένει ἱκανῶς παρεσκευάσθαι, καὶ ἡ
ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀπὸ τῆς ναυμαχίας ἐγίγνετο.
![]()
[75.2] Δεινὸν οὖν ἦν οὐ καθ᾽ ἓν μόνον τῶν πραγμάτων,
ὅτι τάς τε ναῦς
ἀπολωλεκότες πάσας ἀπεχώρουν καὶ ἀντὶ μεγάλης ἐλπίδος καὶ αὐτοὶ καὶ ἡ πόλις κινδυνεύοντες,
ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ στρατοπέδου ξυνέβαινε τῇ τε ὄψει ἑκάστῳ ἀλγεινὰ καὶ τῇ γνώμῃ αἰσθέσθαι.
[75.3] Τῶν τε γὰρ νεκρῶν ἀτάφων ὄντων,
ὁπότε τις ἴδοι τινὰ τῶν
ἐπιτηδείων κείμενον,
ἐς λύπην μετὰ φόβου καθίστατο,
καὶ οἱ ζῶντες καταλειπόμενοι τραυματίαι τε καὶ ἀσθενεῖς πολὺ τῶν
τεθνεώτων τοῖς ζῶσι λυπηρότεροι ἦσαν καὶ τῶν ἀπολωλότων ἀθλιώτεροι.
![]()
Η ταφική τελετουργία [πηγή: ΙΜΕ]
Δημόσια ταφή των πεσόντων στρατιωτών στην αρχαία Αθήνα, (Θουκυδίδης 2.34.1-8) [πηγή: ΠΕΓ]
Σοφοκλής, «Αντιγόνη», 441 κ.εξ.: Η Αντιγόνη δικαιολογεί την απόφασή της να θάψει τον αδελφό της [πηγή: ΠΕΓ]
[75.4] Πρὸς γὰρ
ἀντιβολίαν καὶ
ὀλοφυρμὸν τραπόμενοι
ἐς ἀπορίαν καθίστασαν, ἄγειν τε σφᾶς ἀξιοῦντες καὶ ἕνα ἕκαστον
ἐπιβοώμενοι, εἴ τινά πού τις ἴδοι ἢ ἑταίρων ἢ οἰκείων,
τῶν τε ξυσκήνων ἤδη ἀπιόντων ἐκκρεμαννύμενοι καὶ ἐπακολουθοῦντες ἐς ὅσον δύναιντο,
εἴ τῳ δὲ προλίποι ἡ ῥώμη καὶ τὸ σῶμα, οὐκ ἄνευ ὀλίγων
ἐπιθειασμῶν καὶ
οἰμωγῆς ὑπολειπόμενοι,
ὥστε δάκρυσι πᾶν τὸ στράτευμα πλησθὲν καὶ ἀπορίᾳ τοιαύτῃ μὴ ῥᾳδίως ἀφορμᾶσθαι,
καίπερ ἐκ πολεμίας τε καὶ μείζω ἢ κατὰ δάκρυα τὰ μὲν πεπονθότας ἤδη,
τὰ δὲ περὶ τῶν ἐν ἀφανεῖ δεδιότας μὴ πάθωσιν.
![]()
[75.5] Κατήφειά τέ τις ἅμα καὶ
κατάμεμψις σφῶν αὐτῶν πολλὴ ἦν. Οὐδὲν γὰρ ἄλλο ἢ πόλει ἐκπεπολιορκημένῃ
ἐῴκεσαν
ὑποφευγούσῃ,
καὶ ταύτῃ οὐ σμικρᾷ· μυριάδες γὰρ τοῦ ξύμπαντος ὄχλου οὐκ ἐλάσσους τεσσάρων ἅμα ἐπορεύοντο.
Καὶ τούτων οἵ τε ἄλλοι πάντες ἔφερον ὅτι τις ἐδύνατο ἕκαστος χρήσιμον, καὶ οἱ ὁπλῖται καὶ οἱ ἱππῆς
παρὰ τὸ εἰωθὸς
αὐτοὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν σιτία ὑπὸ τοῖς ὅπλοις,
οἱ μὲν ἀπορίᾳ ἀκολούθων,
οἱ δὲ ἀπιστίᾳ·
ἀπηυτομολήκεσαν γὰρ πάλαι τε καὶ οἱ πλεῖστοι παραχρῆμα. Ἔφερον δὲ οὐδὲ ταῦτα ἱκανά· σῖτος γὰρ οὐκέτι ἦν ἐν τῷ στρατοπέδῳ.
[75.6] Καὶ μὴν ἡ ἄλλη
αἰκία καὶ ἡ
ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσά τινα ὅμως τὸ μετὰ πολλῶν
κούφισιν,
οὐδ᾽ ὣς ῥᾳδία ἐν τῷ παρόντι ἐδοξάζετο,
ἄλλως τε καὶ ἀπὸ οἵας λαμπρότητος καὶ
αὐχήματος τοῦ πρώτου ἐς οἵαν τελευτὴν καὶ ταπεινότητα ἀφῖκτο.
Απόλυτη διάψευση των αρχικών προσδοκιών τους
[75.7] Μέγιστον γὰρ δὴ
τὸ διάφορον τοῦτο [τῷ] Ἑλληνικῷ στρατεύματι
ἐγένετο, οἷς
ἀντὶ μὲν τοῦ ἄλλους δουλωσομένους ἥκειν αὐτοὺς τοῦτο μᾶλλον δεδιότας μὴ πάθωσι ξυνέβη ἀπιέναι, ἀντὶ δ᾽ εὐχῆς τε καὶ παιάνων, μεθ᾽ ὧν ἐξέπλεον,
πάλιν τούτων τοῖς ἐναντίοις
ἐπιφημίσμασιν ἀφορμᾶσθαι, πεζούς τε ἀντὶ
ναυβατῶν πορευομένους καὶ ὁπλιτικῷ προσέχοντας μᾶλλον ἢ ναυτικῷ. ὅμως δὲ ὑπὸ μεγέθους τοῦ ἐπικρεμαμένου ἔτι κινδύνου πάντα ταῦτα αὐτοῖς
οἰστὰ ἐφαίνετο.
Δες τη συντακτική ανάλυση πατώντας (για διαδραστικό, κινητό) ή περνώντας τον δείκτη (για pc) πάνω στη λέξη.
Δες τη μετάφραση κάθε σειράς πατώντας στο μ
ή εμφάνισε-απόκρυψε όλη τη μετάφραση πατώντας εδώ
Εγκατάλειψη του στρατοπέδου. Αναχώρηση των Αθηναίων
[75.1]
Μετὰ δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ
ἐδόκει
τῷ Νικίᾳ καὶ τῷ Δημοσθένει
ἱκανῶς
παρεσκευάσθαι,
καὶ
ἡ ἀνάστασις
ἤδη
τοῦ στρατεύματος
τρίτῃ
ἡμέρᾳ
ἀπὸ τῆς ναυμαχίας
ἐγίγνετο.
![]()
[75.2]
Δεινὸν οὖν
ἦν οὐ
καθ᾽ ἓν
μόνον
τῶν πραγμάτων,
ὅτι τάς τε
ναῦς
ἀπολωλεκότες
πάσας
ἀπεχώρουν καὶ
ἀντὶ
μεγάλης
ἐλπίδος καὶ
αὐτοὶ καὶ ἡ πόλις
κινδυνεύοντες,
ἀλλὰ καὶ
ἐν τῇ ἀπολείψει
τοῦ στρατοπέδου
ξυνέβαινε
τῇ τε ὄψει
ἑκάστῳ
ἀλγεινὰ καὶ
τῇ γνώμῃ
αἰσθέσθαι.
![]()
[75.3] Τῶν τε γὰρ
νεκρῶν
ἀτάφων
ὄντων,
ὁπότε
τις
ἴδοι
τινὰ
τῶν ἐπιτηδείων
κείμενον,
ἐς λύπην
μετὰ φόβου
καθίστατο,
καὶ
οἱ ζῶντες
καταλειπόμενοι
τραυματίαι τε καὶ ἀσθενεῖς
πολὺ
τῶν τεθνεώτων
τοῖς ζῶσι
λυπηρότεροι
ἦσαν καὶ
τῶν ἀπολωλότων
ἀθλιώτεροι.
![]()
[75.4]
Πρὸς γὰρ ἀντιβολίαν καὶ ὀλοφυρμὸν
τραπόμενοι
ἐς ἀπορίαν
καθίστασαν,
ἄγειν τε
σφᾶς
ἀξιοῦντες καὶ
ἕνα
ἕκαστον
ἐπιβοώμενοι,
εἴ
τινά
πού
τις
ἴδοι ἢ
ἑταίρων ἢ οἰκείων,
τῶν τε ξυσκήνων
ἤδη
ἀπιόντων
ἐκκρεμαννύμενοι καὶ
ἐπακολουθοῦντες
ἐς ὅσον
δύναιντο,
εἴ
τῳ δὲ
προλίποι
ἡ ῥώμη καὶ τὸ σῶμα,
οὐκ
ἄνευ
ὀλίγων
ἐπιθειασμῶν καὶ
οἰμωγῆς
ὑπολειπόμενοι,
ὥστε
δάκρυσι
πᾶν
τὸ στράτευμα
πλησθὲν καὶ
ἀπορίᾳ
τοιαύτῃ μὴ
ῥᾳδίως
ἀφορμᾶσθαι, καίπερ
ἐκ πολεμίας τε καὶ
μείζω ἢ
κατὰ δάκρυα
τὰ μὲν
πεπονθότας
ἤδη,
τὰ δὲ
περὶ τῶν ἐν ἀφανεῖ
δεδιότας
μὴ
πάθωσιν.
![]()
[75.5]
Κατήφειά τέ
τις
ἅμα καὶ
κατάμεμψις
σφῶν αὐτῶν
πολλὴ
ἦν.
Οὐδὲν
γὰρ ἄλλο ἢ
πόλει
ἐκπεπολιορκημένῃ
ἐῴκεσαν
ὑποφευγούσῃ, καὶ
ταύτῃ οὐ
σμικρᾷ·
μυριάδες γὰρ
τοῦ ξύμπαντος
ὄχλου οὐκ
ἐλάσσους
τεσσάρων
ἅμα
ἐπορεύοντο.
Καὶ
τούτων
οἵ τε ἄλλοι
πάντες
ἔφερον
ὅτι
τις
ἐδύνατο
ἕκαστος
χρήσιμον,
καὶ
οἱ ὁπλῖται καὶ οἱ ἱππῆς
παρὰ τὸ εἰωθὸς
αὐτοὶ
τὰ σφέτερα
αὐτῶν
σιτία
ὑπὸ τοῖς ὅπλοις,
οἱ μὲν
ἀπορίᾳ
ἀκολούθων,
οἱ
δὲ ἀπιστίᾳ·
ἀπηυτομολήκεσαν γὰρ
πάλαι τε καὶ
οἱ πλεῖστοι
παραχρῆμα.
Ἔφερον δὲ οὐδὲ
ταῦτα
ἱκανά·
σῖτος γὰρ
οὐκέτι
ἦν
ἐν τῷ στρατοπέδῳ.
[75.6] Καὶ μὴν ἡ
ἄλλη
αἰκία καὶ
ἡ ἰσομοιρία
τῶν κακῶν,
ἔχουσά
τινα ὅμως
τὸ μετὰ πολλῶν
κούφισιν, οὐδ᾽ ὣς
ῥᾳδία
ἐν τῷ παρόντι
ἐδοξάζετο, ἄλλως τε καὶ
ἀπὸ
οἵας
λαμπρότητος καὶ
αὐχήματος
τοῦ πρώτου
ἐς
οἵαν
τελευτὴν καὶ
ταπεινότητα
ἀφῖκτο.
![]()
Απόλυτη διάψευση των αρχικών προσδοκιών τους
[75.7]
Μέγιστον γὰρ δὴ
τὸ διάφορον
τοῦτο [τῷ]
Ἑλληνικῷ
στρατεύματι
ἐγένετο,
οἷς
ἀντὶ μὲν
τοῦ ἄλλους
δουλωσομένους
ἥκειν
αὐτοὺς
τοῦτο
μᾶλλον
δεδιότας
μὴ
πάθωσι
ξυνέβη
ἀπιέναι,
ἀντὶ δ᾽ εὐχῆς τε καὶ
παιάνων,
μεθ᾽ ὧν
ἐξέπλεον,
πάλιν
τούτων
τοῖς ἐναντίοις
ἐπιφημίσμασιν
ἀφορμᾶσθαι,
πεζούς τε
ἀντὶ ναυβατῶν
πορευομένους καὶ
ὁπλιτικῷ
προσέχοντας
μᾶλλον ἢ
ναυτικῷ.
ὅμως δὲ
ὑπὸ μεγέθους
τοῦ ἐπικρεμαμένου
ἔτι
κινδύνου
πάντα
ταῦτα
αὐτοῖς
οἰστὰ
ἐφαίνετο.
![]()
| [75.1] Μετὰ δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐδόκει τῷ Νικίᾳ καὶ τῷ Δημοσθένει ἱκανῶς παρεσκευάσθαι, καὶ ἡ ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀπὸ τῆς ναυμαχίας ἐγίγνετο. | ||
| Μετάφραση Α. Βλάχου | Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη | Μετάφραση Ε. Βενιζέλου |
| [75.1 Μετά απ’ αυτά, όταν ο Νικίας και ο Δημοσθένης θεώρησαν ότι είχε συμπληρωθεί η προετοιμασία, άρχισε ο στρατός να φεύγει την τρίτη μέρα μετά την ναυμαχία. | [75.1 Ύστερ’ απ’ αυτά, όταν θεώρησαν ο Νικίας κι ο Δημοσθένης πως είχαν ετοιμαστεί όσο γινόταν καλύτερα, ξεσηκώθηκε πια κι ο στρατός να φύγει την τρίτη μέρα μετά τη ναυμαχία. | [75.1 Την μεθεπομένην της ναυμαχίας, όταν ο Νικίας και ο Δημοσθένης εθεώρησαν, ότι αι ετοιμασίαι είχαν συμπληρωθή, ο στρατός εξεκίνησε τέλος. |
| [75.2] Δεινὸν οὖν ἦν οὐ καθ᾽ ἓν μόνον τῶν πραγμάτων, ὅτι τάς τε ναῦς ἀπολωλεκότες πάσας ἀπεχώρουν καὶ ἀντὶ μεγάλης ἐλπίδος καὶ αὐτοὶ καὶ ἡ πόλις κινδυνεύοντες, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ στρατοπέδου ξυνέβαινε τῇ τε ὄψει ἑκάστῳ ἀλγεινὰ καὶ τῇ γνώμῃ αἰσθέσθαι. | ||
| Μετάφραση Α. Βλάχου | Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη | Μετάφραση Ε. Βενιζέλου |
| [75.2] Ήταν τρομερό, από κάθε άποψη, να φεύγουν, αφού έχασαν ολόκληρο τον στόλο τους και, αντί να έχουν μεγάλες ελπίδες, ν’ αντικρίζουν τώρα κίνδυνο για την ίδια τη ζωή τους και για την πολιτεία τους. Εγκαταλείποντας το στρατόπεδο, ένιωθε ο καθένας μεγάλη κατάθλιψη για τα όσα έβλεπε και τα όσα σκεπτόταν. | [75.2] Και ήταν φοβερό, όχι από μια μόνον άποψη ή ένα περιστατικό, αλλ’ απ’ όλες τις απόψεις ότι έφευγαν έχοντας χάσει όλα τα καράβια κι ότι αντί για τις μεγάλες τους ελπίδες κιντύνευε τώρα η ίδια τους η ζωή και η ύπαρξη της πολιτείας, αλλά και την ώρα που εγκατέλειπαν το στρατόπεδο τύχαινε στον καθένα να νιώσει βαθύ πόνο γι’ αυτά που έβλεπε κι αυτά που συλλογιόταν. | [75.2] Η κατάστασις των Αθηναίων ήτον αληθώς τρομερά, όχι μόνον από της απόψεως, ότι απήρχοντο, αφού είχαν χάσει ολόκληρον τον στόλον των, και αντί των μεγάλων ελπίδων, με τας οποίας είχαν έλθει, δεν υπελείποντο εις αυτούς παρά κίνδυνοι μόνον δια το κράτος των και τους εαυτούς των, αλλά και δι' όσα έτυχε ν' αντιληφθή έκαστος κατά την εγκατάλειψιν του στρατοπέδου, οδυνηρά δια τους οφθαλμούς και του σώματος και της ψυχής. |
| [75.3] Τῶν τε γὰρ νεκρῶν ἀτάφων ὄντων, ὁπότε τις ἴδοι τινὰ τῶν ἐπιτηδείων κείμενον, ἐς λύπην μετὰ φόβου καθίστατο, καὶ οἱ ζῶντες καταλειπόμενοι τραυματίαι τε καὶ ἀσθενεῖς πολὺ τῶν τεθνεώτων τοῖς ζῶσι λυπηρότεροι ἦσαν καὶ τῶν ἀπολωλότων ἀθλιώτεροι. | ||
| Μετάφραση Α. Βλάχου | Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη | Μετάφραση Ε. Βενιζέλου |
| [75.3] Καθώς οι νεκροί ήσαν άταφοι, όταν κανείς αναγνώριζε έναν σύντροφο, τον έπιανε μεγάλη λύπη και φόβος και όσοι έμεναν πίσω ζωντανοί, οι τραυματίες και οι άρρωστοι, ήσαν για τους ζωντανούς πολύ πιο αξιολύπητοι, πιο αξιοθρήνητοι από τους σκοτωμένους. | [75.3] Επειδή δηλαδή είχανε μείνει άθαφτοι κι οι σκοτωμένοι, όποτε έβλεπε κανείς συγγενή ή φίλο να κείτεται στο χώμα σπάραζε από λύπηση και φόβο. Κι οι ζωντανοί που παρατούσαν, οι λαβωμένοι κι οι άρρωστοι προξενούσαν σ’ όσους τους έβλεπαν ακόμα πιο βαθιά θλίψη κι από τους νεκρούς ακόμα, κι η όψη τους ήταν πιο αξιοθρήνητη παρά των πεθαμένων. | [75.3] Διότι επειδή οι νεκροί έμεναν άταφοι, οσάκις κανείς ήθελεν ιδεί επί του εδάφους το πτώμα κανενός εκ των ιδικών του, εβυθίζετο εις λύπην, ανάμικτον με φόβον, ενώ οι ασθενείς και τραυματίαι, οι οποίοι εγκατελείποντο ζώντες, ήσαν δια τους ζώντας πολύ μεγαλητέρα αιτία λύπης ή οι αποθανόντες και ήσαν δυστυχέστεροι από τους πεσόντας. |
| [75.4] Πρὸς γὰρ ἀντιβολίαν καὶ ὀλοφυρμὸν τραπόμενοι ἐς ἀπορίαν καθίστασαν, ἄγειν τε σφᾶς ἀξιοῦντες καὶ ἕνα ἕκαστον ἐπιβοώμενοι, εἴ τινά πού τις ἴδοι ἢ ἑταίρων ἢ οἰκείων, τῶν τε ξυσκήνων ἤδη ἀπιόντων ἐκκρεμαννύμενοι καὶ ἐπακολουθοῦντες ἐς ὅσον δύναιντο, εἴ τῳ δὲ προλίποι ἡ ῥώμη καὶ τὸ σῶμα, οὐκ ἄνευ ὀλίγων ἐπιθειασμῶν καὶ οἰμωγῆς ὑπολειπόμενοι, ὥστε δάκρυσι πᾶν τὸ στράτευμα πλησθὲν καὶ ἀπορίᾳ τοιαύτῃ μὴ ῥᾳδίως ἀφορμᾶσθαι, καίπερ ἐκ πολεμίας τε καὶ μείζω ἢ κατὰ δάκρυα τὰ μὲν πεπονθότας ἤδη, τὰ δὲ περὶ τῶν ἐν ἀφανεῖ δεδιότας μὴ πάθωσιν. | ||
| Μετάφραση Α. Βλάχου | Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη | Μετάφραση Ε. Βενιζέλου |
| [75.4] Ξεσπούσαν σε θρήνους και σε ικεσίες και σκορπούσαν την αγωνία σε όσους έφευγαν και ζητούσαν να τους πάρουν μαζί, φωνάζοντας όσους από τους φίλους ή τους συντρόφους τους έβλεπαν. Αρπάζονταν από τους συσκηνήτες τους, καθώς αυτοί έφευγαν, και σέρνονταν πίσω τους όσο μπορούσαν. Όταν, εξαντλημένοι, δεν είχαν πια θέληση και δυνάμεις, έπεφταν με επικλήσεις στους θεούς και με κλάματα. Σκόρπισε τόσο κλάμα σ’ όλο τον στρατό και τόση αγωνία, που δύσκολα άρχισαν να ξεκινούν παρόλο ότι άφηναν μιαν εχθρική γη και ότι ούτε δάκρυα δεν ήσαν αρκετά για τα όσα είχαν πάθει και τα όσα φοβόνταν ότι θα πάθουν. | [75.4] Γιατί άπλωναν τα χέρια ικετευτικά και θρηνούσαν, κι έφερναν σε μεγάλη στενοχώρια όσους έφευγαν, γιατί ζητούσαν να τους πάρουνε μαζί τους και φώναζαν τον καθένα δυνατά αν έβλεπαν πουθενά δικό ή φίλο κι αρπάζονταν από τους συντρόφους της σκηνής τους σερνάμενοι πίσω τους όσο άντεχαν, κι όταν απόκανε κανενός η δύναμη και το κορμί, έπεφτε πίσω θρηνώντας μ’ επικλήσεις προς τους θεούς και μ’ αναφιλητά, έτσι που γέμισε κλάμα όλος ο στρατός, και βρίσκονταν απρόθυμοι να ξεκινήσουν με τη διάθεση που είχαν, μ’ όλο που έφευγαν από εχτρικά χώματα κι είχαν πάθει κιόλας συμφορές περ’ απ’ όσες ξεθυμαίνουνε με τα δάκρυα, και φοβούνταν για τα κρυμμένα μελλούμενα μην πάθουν κι άλλα και χειρότερα. | [75.4] Διότι δια των ικεσιών και των θρήνων, εις τους οποίους κατέφευγαν, έφεραν τους απερχομένους εις φοβεράν αμηχανίαν. Εζήτουν να τους πάρουν μαζύ τους και εκάλουν ονομαστί κάθε φίλον και συγγενή που έβλεπαν. Εκρεμνώντο επάνω εις τους συντρόφους των του καταυλισμού, την στιγμήν που εκείνοι έφευγαν και τους ηκολούθουν εφόσον ημπορούσαν, όταν δ' αι σωματικαί και αι ψυχικαί δυνάμεις των τους επρόδιδαν, απεσπώντο, εκφέροντες επικλήσεις προς τους θεούς και οιμωγάς, μόλις ακουομένας πλέον. Ως εκ τούτου, ο στρατός ολόκληρος, με οφθαλμούς πλημμυρισμένους από δάκρυα και μη γνωρίζοντες τι να κάμουν, μετά δυσκολίας απεφάσιζαν να ξεκινήσουν, μολονότι επρόκειτο ν' αφίσουν χώραν εχθρικήν, και τα δεινά που είχαν ήδη υποφέρει και τα δεινά που τους επεφύλαττε το άδηλον μέλλον ήσαν τοιαύτα, οποία οσαδήποτε δάκρυα δεν ημπορούσαν ν' ανακουφίσουν. |
| [75.5] Κατήφειά τέ τις ἅμα καὶ κατάμεμψις σφῶν αὐτῶν πολλὴ ἦν. Οὐδὲν γὰρ ἄλλο ἢ πόλει ἐκπεπολιορκημένῃ ἐῴκεσαν ὑποφευγούσῃ, καὶ ταύτῃ οὐ σμικρᾷ· μυριάδες γὰρ τοῦ ξύμπαντος ὄχλου οὐκ ἐλάσσους τεσσάρων ἅμα ἐπορεύοντο. Καὶ τούτων οἵ τε ἄλλοι πάντες ἔφερον ὅτι τις ἐδύνατο ἕκαστος χρήσιμον, καὶ οἱ ὁπλῖται καὶ οἱ ἱππῆς παρὰ τὸ εἰωθὸς αὐτοὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν σιτία ὑπὸ τοῖς ὅπλοις, οἱ μὲν ἀπορίᾳ ἀκολούθων, οἱ δὲ ἀπιστίᾳ· ἀπηυτομολήκεσαν γὰρ πάλαι τε καὶ οἱ πλεῖστοι παραχρῆμα. Ἔφερον δὲ οὐδὲ ταῦτα ἱκανά· σῖτος γὰρ οὐκέτι ἦν ἐν τῷ στρατοπέδῳ. | ||
| Μετάφραση Α. Βλάχου | Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη | Μετάφραση Ε. Βενιζέλου |
| [75.5] Είχαν κι ένα αίσθημα ντροπής και ενοχής. Δεν παρουσίαζαν άλλο παρά την εικόνα μιας πολιτείας –και μάλιστα μεγάλης– που νικήθηκε σε πολιορκία και πάει να ξεφύγει. Δεν ήσαν λιγότεροι από σαράντα χιλιάδες όσοι άρχισαν την πορεία. Απ’ αυτούς οι περισσότεροι είχαν φορτωθεί ό,τι έκριναν χρήσιμο. Και οι οπλίτες και οι ιππείς, παρά την συνήθεια, εκτός από τα όπλα τους, είχαν φορτωθεί και αυτοί τα τρόφιμά τους, μερικοί από έλλειψη βοηθητικών, άλλοι επειδή δεν τους εμπιστεύονταν. Πολλές αυτομολίες βοηθητικών είχαν σημειωθεί και πριν, αλλά τη στιγμή εκείνη έγιναν πάρα πολλές. Αλλά και τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους δεν ήσαν αρκετά, επειδή δεν υπήρχε πια σιτάρι στο στρατόπεδο. | [75.5] Και τους είχε πιάσει μελαγχολία και συνάμα κατηγορούσαν τον εαυτό τους. Γιατί δεν έμοιαζαν με τίποτ’ άλλο τόσο πολύ, όσο με ολόκληρη πολιτεία που πάρθηκε με πολιορκία και πάει να ξεφύγει κρυφά· και πολιτεία μάλιστα μεγάλη. Γιατί όσοι βάδιζαν μαζί στην πορεία δεν ήταν λιγότεροι από σαράντα χιλιάδες άντρες· κι απ’ αυτούς, τόσο οι άλλοι κουβαλούσαν ό,τι χρειαζούμενο μπορούσαν, όσο κι οι βαριά αρματωμένοι κι οι καβαλάρηδες σήκωναν τις προμήθειές τους μόνοι τους, αντίθετα προς τη συνήθεια, άλλοι γιατί δεν είχαν ακολούθους, κι άλλοι γιατί δεν εμπιστεύονταν αυτούς που είχαν· γιατί πολλοί είχαν από καιρό αυτομολήσει προς τον εχτρό, κι οι περισσότεροι τώρα τελευταία· αλλά κι όσα κουβαλούσαν δεν ήταν αρκετά, γιατί τρόφιμα δεν υπήρχαν καν στο στρατόπεδο. | [75.5] Επεκράτει ωσαύτως κατήφεια και εντροπή δια την θέσιν, εις την οποίαν είχαν περιέλθει. Ενόμιζε κανείς, τωόντι, ότι απετέλουν ουσιαστικώς όχι στρατόν, αλλά τον διαφεύγοντα πληθυσμόν πόλεως, παραδοθείσης μετά μακράν πολιορκίαν, και μάλιστα πόλεως μεγάλης. Διότι το όλον πλήθος των συναπερχομένων δεν ήτο μικρότερον των σαράντα χιλιάδων. Και όχι μόνον οι άλλοι εβάσταζαν ό,τι καθένας ημπορούσε, αλλά και οι οπλίται και οι ιππείς, παρά την επικρατούσαν δι' αυτούς τουλάχιστον συνήθειαν, εσήκωναν οι ίδιοι τα τρόφιμά των, άλλοι μεν δι' έλλειψιν υπηρετών και άλλοι ένεκα δυσπιστίας προς αυτούς, καθ' όσον πολλοί εκ τούτων είχαν αυτομολήσει καί προηγουμένως, αλλ' οι πλείστοι, αμέσως μετά την τελευταίαν ήτταν. |
| [75.6] Καὶ μὴν ἡ ἄλλη αἰκία καὶ ἡ ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσά τινα ὅμως τὸ μετὰ πολλῶν κούφισιν, οὐδ᾽ ὣς ῥᾳδία ἐν τῷ παρόντι ἐδοξάζετο, ἄλλως τε καὶ ἀπὸ οἵας λαμπρότητος καὶ αὐχήματος τοῦ πρώτου ἐς οἵαν τελευτὴν καὶ ταπεινότητα ἀφῖκτο. | ||
| Μετάφραση Α. Βλάχου | Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη | Μετάφραση Ε. Βενιζέλου |
| [75.6] Όλη τους η δυστυχία, παρόλον ότι ελαφρωνόταν ίσως από το γεγονός ότι ήταν κοινή για όλους, τους φαινόταν αβάσταχτη. Σκέπτονταν με πόση λαμπρότητα και πόση υπερηφάνεια είχαν αρχίσει, για να καταλήξουν σε τέτοιο αποτέλεσμα και σε τέτοια ταπείνωση. | [75.6] Κι όλη η άλλη τους δυστυχία, και το πως όλων το μερτικό στις συμφορές ήταν το ίδιο, πράμα που έφερνε κάποια ξαλάφρωση, όμως και με τούτο λογαριαζόταν πολύ βαριά, και το περισσότερο καθώς στοχάζονταν από τι μεγαλοπρέπεια και περηφάνεια της αρχής είχανε φτάσει σε τέτοιο τέλος κι εξευτελισμό. | [75.6] Αλλά και τα τρόφιμα αυτά ήσαν ανεπαρκή, διότι αι τροφαί του στρατοπέδου είχαν εξαντληθή. Και η άλλη αθλιότης, μολονότι το γεγονός, ότι όλοι εσυμμερίζοντο εξ ίσου το κακόν, έφερεν, όπως κάθε κοινή μετ' άλλων συμφορά, κάποιαν ανακούφισιν, ήτον εν τούτοις δυσβάστακτος εις την παρούσαν περίστασιν, όταν ιδίως εσυλλογίζοντο από ποίαν λαμπρότητα και δόξαν των πρώτων ημερών είχαν καταλήξει εις τοιαύτην κατάπτωσιν. |
| [75.7] Μέγιστον γὰρ δὴ τὸ διάφορον τοῦτο [τῷ] Ἑλληνικῷ στρατεύματι ἐγένετο, οἷς ἀντὶ μὲν τοῦ ἄλλους δουλωσομένους ἥκειν αὐτοὺς τοῦτο μᾶλλον δεδιότας μὴ πάθωσι ξυνέβη ἀπιέναι, ἀντὶ δ᾽ εὐχῆς τε καὶ παιάνων, μεθ᾽ ὧν ἐξέπλεον, πάλιν τούτων τοῖς ἐναντίοις ἐπιφημίσμασιν ἀφορμᾶσθαι, πεζούς τε ἀντὶ ναυβατῶν πορευομένους καὶ ὁπλιτικῷ προσέχοντας μᾶλλον ἢ ναυτικῷ. Ὅμως δὲ ὑπὸ μεγέθους τοῦ ἐπικρεμαμένου ἔτι κινδύνου πάντα ταῦτα αὐτοῖς οἰστὰ ἐφαίνετο. | ||
| Μετάφραση Α. Βλάχου | Μετάφραση Ε. Λαμπρίδη | Μετάφραση Ε. Βενιζέλου |
| [75.7] Ποτέ άλλοτε δεν είχε συμβεί σε ελληνικό στρατό τόσο μεγάλη μεταστροφή της τύχης, γιατί ενώ είχαν πάει να υποδουλώσουν άλλους, τώρα έφευγαν με τον φόβο μήπως οι ίδιοι υποδουλωθούν. Ενώ όταν έφευγαν με τα καράβια, τους συνόδευαν ευχές και παιάνες, τώρα γύριζαν με αντίθετου είδους φωνές, πεζοί, αντί να έχουν καράβια, και στηριγμένοι στο βαρύ πεζικό τους, αντί στο ναυτικό. Αλλά ο κίνδυνος που κρεμόταν απάνω τους ήταν τόσο μεγάλος, ώστε η δυστυχία τους τους φαινόταν υποφερτή. | [75.7] Γιατί τούτη ήταν η μεγαλύτερη μετατροπή στην κατάστασή τους, που έτυχε ποτέ σ’ Ελληνικό στρατό: αντί να γυρίζουν έχοντας υποτάξει άλλους, κατάντησε τώρα να φοβούνται μην το πάθουν οι ίδιοι, ακριβώς αυτό, κι αντί για τις ευχές και τα πολεμικά τραγούδια που συνόδευαν τότε το ξεκίνημά τους, ξανάφευγαν μέσα στην τέλεια αντίθετη χλαλοή. Στοχάζονταν συνάμα πως πορεύονταν τώρα πεζή αντί ανεβασμένοι στα καράβια και πως στήριζαν τα θάρρη τους στο βαρύ πεζικό αντί για το ναυτικό. Μ’ ολ’ αυτά, σχετικά με το βάρος του κιντύνου που κρεμόταν ακόμα πάνωθέ τους, και τούτα ακόμα τους φαίνονταν υποφερτά. | [75.7] Καθ' όσον ουδέποτε, πράγματι, Ελληνικόν στράτευμα υπέστη τοιαύτην μετάπτωσιν τύχης. Ενώ είχαν έλθει δια να υποδουλώσουν άλλους, κατήντησε να φεύγουν εκ φόβου μήπως μάλλον αυτοί αντιθέτως υποδουλωθούν. Αντί των ευχών και των παιάνων, υπό την συνοδείαν των οποίων είχαν εκπλεύσει εκ Πειραιώς, εξεκίνουν τώρα αντιθέτως, ακούοντες λόγους δυσοιώνους. Αντί να επιβαίνουν στόλου ως ναύται, επορεύοντο ήδη πεζή, όλας των τας ελπίδας αναθέτοντες εις τους οπλίτας αντί του στόλου. Και όμως, ένεκα του μεγέθους του επικρεμαμένου ακόμη κινδύνου, όλα αυτά εφαίνοντο εις αυτούς ανεκτά. |
