ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ


 

Πληροφορίες για τον Γιάννη Βλαχογιάνη εδώ

Το μέρος Γ' εδώ.

ΜΕΛΕΤΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟ ΝΕΕΣ ΠΗΓΕΣ ΒΓΑΛΜΕΝΗ

1715-1820

Εξ ιστορίας, αφαιρεθείσης της αληθείας,
το καταλειπόμενον ανωφελές γίνεται διήγημα.

Πολύβιος Α’ XV (βιβλ. α', § 10)

ΑΘΗΝΑ 1935

 

ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ

ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΛΕΞ. ΠΑΛΛΗ

 


 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΘΡΥΛΟΣ

Α’.

 

Πηγές γνωστές της ιστορίας του Μοριά πριν από το 1821. — Ανέκδοτες προθήκες. Κριτική των πρώτων και των δεύτερων — Ο Θ. Κολοκοτρώνης και οι ιστορικοί του κόμματός του. — Προσπάθεια για τη δημιουργία ηρωικού θρύλου. — Κριτική των φιλοκολοκοτρωνικών πηγών.

Β’.

 

Υπήρχαν Αρματολοί στον Μοριά πριν από το 1821; — Μεϊντάνηδες, είδος Αρματολών, επί Βενετσιάνιων. — Κατάργηση των Μεϊντάνηδων με την εγκατάσταση των Τούρκων». — Αρματολική οργάνωση στη βορεινή Ελλάδα. — Πώς βγήκε και Αρματολός από τον Κλέφτη. — Ηρωικός βίος, ήθη και νόμιμα άγραφα των Αρματολών στη Β. Ελλάδα.

Γ’.

 

Η Τούρκικη κατάχτηση οργανώνει αυστηρή τάξη κι ασφάλεια στον Μοριά. — Σπαήδες και μπουλουκμπασήδες. — Οι προύχοντες χριστιανοί παίρνουνε μεγάλη επιρροή κοντά στον Πασά. — Το νέο πολίτευμα. — Δημητσάνας πολίτευμα. — Πρώτοι Κάποι. — Οργάνωση των Ντερβενιών μ’ αρχηγούς Αρβανίτες. — Ντερβενιών περιγραφή.

Δ’.

 

Υπήρχαν Αρματολοί στον Μοριά; — Τι διαφέρει ο Κάπος από τον Αρματολό; — Μαρτυρίες και γνώμες περί Κάπων κι Αρματολών.— Πηγές γνωστές κι ανέκδοτες για το ζήτημα.— Περιφέρεια και χρέη των Κάπων. — Αντίθεση Προυχόντων και Κάπων. — Προσπάθειες υστερόχρονες να παρασταθεί ο Κάπος ως Αρματολός.

Ε'.

 

Κλέφτες στον Μοριά. — Χαραχτήρας τους ηθικός. — Μέσα και τρόπος της ζωής τους. — Διαφορά από τους Κλέφτες κι Αρματολούς της Ρούμελης. — Κλέφτες, από τα 1715-1769, στον Μοριά. — Αδύνατη η ύπαρξη Αρματολών στον Μοριά. — Φανταστική Αρματολική ομοσπονδία».

ΣΤ'.

 

Ζαχαριάς — Κολοκοτρωναίοι. — Σκέση ανάμεσό τους. — Βιογραφίες και κριτική πάνου σ' αυτές. — Υστερόχρονη προσπάθεια εξευγενισμού. —- Απόγονοι που αποθεώνουν τους προγόνους. — Ηρωικός νεοπλουτισμός.

Ζ'.

 

«Αρματολική ομοσπονδία» στον Μοριά. — Αρματολίκια της Ρούμελης. — Κλέφτες Μοραΐτες και Κλέφτες Ρουμελιώτες. — Ο Ζαχαριάς, Κλέφτης Μοραΐτης ή Μανιάτης πειρατής; — Πλαστή βιογραφία του Ζαχαριά. — Ανάλυση κι αναίρεσή της. — Άλλοι Κλέφτες του Μοριά. — Συμπέρασμα.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ

1769 - 1820

Α'.

 

Ορλωφικά και προύχοντες τον Μοριά. — Πρώτη αιτία της συφοράς. — Άγνωστα περιστατικά. — Απουσία Κλεφτουριάς από το κίνημα. — Κωσταντής Κολοκοτρώνης.

Β’.

 

Αρβανίτες στον Μοριά. — Τυραννική περίοδο της παρουσίας τους. — Απόφαση της καταστροφής τους. — Φτάνει ο περίφημος Χασάν-πασάς. — Αρχή και τέλος του κατατρεγμού τους. — Πόλεμος τριγύρω στη Τριπολιτσά. — Βοήθεια των Κλεφτών.

Γ'.

 

Μέτρα του Χασάν Πασά για την τάξη. — Ο Χασάν αφήνει τον Μοριά, μα ξαναγυρίζει. — Η Μάνη χωρίζεται από τον Μοριά. — Αυστηρός αποκλεισμός της από τη θάλασσα. — Παναγιώταρος και Κωσταντής Κολοκοτρώνης. — Ο χαλασμός τους.

Δ'.

 

Η Κλεφτουριά του Μοριά, μετά το τέλος του Παναγιώταρου. — 1781-1801 — Πετμεζαίοι. — Ζαχαριάς και Θ. Κολοκοτρώνης. — Γιώργος Αντρούτσος στη Μάνη. — Το πέρασμά του από τον Μοριά.

Ε’.

 

Κλέφτες του Μοριά, 1802-1806. — Κάποι μαζί και Κλέφτες. — Κλεφτών αντίθεση με τους προύχοντες. — Καταδρομή του Θ. Κολοκοτρώνη.— Φυγή των Κλεφτών από τη Μάνη. — Θάνατος του Ζαχαριά. — Μέτρα αυστηρά και στον Μοριά. — Ανησυχίες της Πόρτας από εξωτερικά αίτια. — Ρωσική και Γαλλική αντίθεση. — Προοίμια του χαλασμού των Κλεφτών. — Αφορισμός και φερμάνι. — Γενικός ξεσηκωμός του λαού. — Χαλασμός των Κλεφτών.

ΣΤ’.

 

Περιστατικά του κατατρεγμού. — Τι γράφουν οι ξένοι περιηγητές. — Ανέκδοτες Ελληνικές πηγές. — Στοματικές παραδόσεις. — Τέλος της καταστροφής. — Οι Κάποι αμέτοχοι στον Αγώνα. — Προύχοντες και Κλέφτες.— Η Κλεφτουριά της Ρούμελης.

Ζ'.

 

Τα πράγματα του Μοριά, 1807-1820. — Η δύναμη των προυχόντων φτάνει στο κορύφωμά της. — Περιορισμός των ντόπιων Τούρκων. — Διωγμός του Αλή-Φαρμάκη. — Θ. Κολοκοτρώνης. — Κατατρεγμός των προυχόντων. — Θάνατος του Σωτ. Λόντου. — Θάνατος του γερο-Ντεληγιάννη. — Θανάσιμα μίση ανάμεσα στους προύχοντες. — Παλιοί Κλέφτες πρόσφυγες στα Εφτάνησα.

 

 

αρχή

 


 


 

Τη μελέτη αυτή την προσφέρνω στο Ελληνικό κοινό ύστερα απ' ακούραστη κι αδιάκοπη πολλών χρόνων έρευνα κι ανασκαφή αμέτρητων, γνωστών κι αγνώστων, ιστορικών πηγών· είναι λοιπόν η εργασία τούτη καρπός που βγήκε από το τίμιο μεταχείρισμα, το αυστηρό κοσκίνισμα, την παραβολή των πηγών και το συναρμόνισμά τους σ' ένα κάποιο, όχι τέλειο, μα καλοσυνείδητο σύνολο. Έτσι έχω, μου φαίνεται, το δικαίωμα, σαν οδοιπόρος που πέρασα απ' άγριο λόγγο αγκαθερό, να καυχηθώ πως μπόρεσα, αν δεν κάνω λάθος, και βρήκα τον δρόμο που οδηγάει στης Αλήθειας τ' ανθερό το ξάγναντο.

Μ' όλη όμως τη διάθεσή μου την καλόβουλη, κιντυνεύει το βιβλίο μου είτε αθέλητα να παρανοηθεί, είτε σκόπιμα να κατηγορηθεί από πολλούς, που έχουν άδικη για την ιστορικήν αλήθεια γνώμη, και είναι στην πρόληψη δεμένοι —το ξέρουν ή δεν το ξέρουν οι ίδιοι— ή από άλλους σοφιστές, που ο σφοδρός μου λόγος κάποτε, οι πικρές αποστροφές μου ενάντια στη σκόπιμη ψευτιά, το μουτζούρωμα που κάνω της προμελετημένης πλαστογραφίας, μπορούνε να τους δώσουν πάτημα και να με παραστήσουν πως το πάθος μ' οδηγάει και με τραβάει σε δρόμο σφαλερό. Μπορεί, ναι, ο λόγος μου, συχνά συρμένος από την ίδια του την ξάστερην ορμή, λαβή να δώσει, σ' όσους ζητήσουν και καλά ύποπτους σκοπούς να βρουν κρυμμένους από κάτου, και να πιστέψουν πως πατήσαν τέλος στην αδύνατη μεριά —κι εκεί να βάλουν την υπόνομό τους. Όμως την αλήθεια δεν τη χτίζει, δεν τη θεμελιώνει ο λόγος μοναχός, όσο κι αν το πάθος το αγαθό τονε ψυχώνει, ούτε πάλι τη γκρεμίζει η κακοθέλητη υποψία με τα κρυφονόητά της μέσα κι αργαλειά. Η αλήθεια είναι αυτή η ίδια αυτοθεμέλιωτη, όχι σε λόγια κούφια, μα σ' ατόφια πράματα. Αν με τραβάει η φυσική μου ορμή σφοδρά να υπερασπίζομαι ό,τι κρίνω δίκιο, μένει το δίκιο αλύγιστο και στου συνήγορου την παραφορά, μα και στον κατήγορου τη στριμμένη κρίση, τη διαβολή τη σκόπιμη μένουν τα πράματα, κι ο αναγνώστης σ' αυτά την προσοχή του ας χαρίσει ειλικρινά. Για τον τρόπο αυτόν που γράφω, αν δε φτάνουνε τα παραπάνου, μιαν έχω, με δυο λόγια, απολογιά· το πολύ του κακού της διαστροφής, το ψέμα τ' αποθεριεμένο, η πλάνη η αποχαλινωμένη, που βάλανε σκοπό τους ν' αλλάξουν της εθνικής ιστορίας τη μορφή και την ουσία, αυτά μ' αναγκάσανε να γράψω έτσι. Όχι ένας ούτε δυο, μα ολάκερο σινάφι ανθρώπων, που νομίσανε την ιστορία έρημο χωράφι, ακλαδιάν άδεια από νοικοκύρη, μπήκαν εκεί πέρα να βλαστολογήσουν και πιαστήκανε στ' αγκάθια οι ίδιοι αυτοί που τα φυτέψαν και τ' αφήσανε να πνίξουνε τον τόπο. Όμως ζούσε ακόμα εκεί της Αλήθειας τ' αγρολούλουδο, και μόλις ο ιδρώτας του αργάτη του καματερού μπόρεσε να το ξακρίσει ανάμεσα απ' την αρρωστιάρικη, τη βαλτωμένη μούχλα και στο ήμερο το φως της μέρας να το παραδώσει.

 

Στο βιβλίο αυτό δε θα βρει και αναγνώστης έργο, που λέμε ιστοριογραφικό. Όσο για τα χρόνια της Σκλαβιάς, τέτοιο δύσκολο επιχείρημα θα ήταν άγουρο. Οι ιστορικές αληθινές πηγές είναι λιγοστές κι άνισες για την κάθε πράξη είτε το κάθε πρόσωπο. Ίσως και ποτέ δε θ' αποχτήσουμε όσες χρειάζονται πηγές να κάμουν τον μελετητή ν' αποφασίσει και να θρονιαστεί στην έδρα την ιερή της Ιστορίας και με φόβο να πιάσει το κοντύλι. Το δύσκολο επιχείρημα που ανάλαβα, αφού μιαν ολάκερη δούλεψα ζωή να γυρεύω και να συμμαζεύω το χρήσιμο υλικό, ήτανε να γκρεμίσω πρώτα ένα φανταχτερά χτισμένο αγέρινο παλάτι —καραβάν-σεράϊ πιο σωστά— όπου αμέτρητοι άτεχνοι μαστόροι, από την τέχνη της αλήθειας την απλή μη νιώθοντας, μα από την τύφλα της ψευτιάς σπρωγμένοι, δουλέψανε, καθένας κατά την παράλογή του όρεξη, κι όλοι τους σ' ένα τέλος βλέποντας, να βάλουνε στον τόπο της σεβαστής δέσποινας της Ιστορίας μια παρδαλή κυρά, που αλλάζει τόσες προσωπίδες όσα κι ονόματα μαζί, και Πλάνη λέγεται κι Απάτη και Πομπή καμαρωμένη, που ντροπιάζει την Κυρά την άλλη μια το σεμνό πρόσωπο και το όνομά της.

Το έργο τούτο, ενώ χαρίζει μίαν απόλαψη βαθιά σ' εμέ τον ίδιον, που το δούλεψα με της ζωής μου τον χυμό, πολλές, φοβούμαι, πίκρες μού ετοιμάζει. Όσο για τα μίση των κακών, που θα νιώσουν κάποιον ηθικό σεισμό απ' το ξαφνικό ξεσκέπασμά τους, θέλω να πω τους ενόχους των ίδιων τους πλαστών τους έργων, και κοντά σ' αυτούς κάθε άλλο στενοκέφαλον επικριτή, κάθε πατριδολόγο, που των ιστορικών προσώπων τα ονόματα για κάλπικη μονάδα τα περνάει στο παζάρι, κάθε πολιτικό διαλαλητή, που ψαλιδίζει την ιστορία στα χνάρια της επαρχίας του, και έτσι φτηνή κι αυτός πραμάτεια την πουλάει, όλους αυτούς κι άλλους ακόμα είμαι πρόθυμος να μην τους λογαριάσω και να τους αφήσω να καούνε στην ύπουλη φωτιά της ίδιας τους κακίας. Είναι όμως κι άλλοι· οι κρυφοί, που δαγκώνουνε χωρίς να βγάλουν απ' το στόμα γαύγισμα, που ρίχνουν το φαρμάκι τους από μακριά, κρυφά – άλαλα· μπροστά σ' αυτούς, που δεν τους ξέρω, που κανένας δεν αποφασίζει να τους πει, μένω αδύνατος, ξαρμάτωτος. Μέσα σε κοινωνία, που έχει πρώτη της τροφή τη διαβολή την κρυφομίλητη, πιοτό της καθεμερινό της κακολογιάς τ' αφιόνι, ας πάρει καθένας την απόφασή του. Θα παραδοθεί στα δόντια του μυριόστομου θεριού.

Βαθιά μοναχά θλίψη κάνει όχι η κακία των ζωντανών, μα των νεκρών ειδώλων η θλίψη, που πέφτουν από το ψηλό σκαμνί τους. Η τοπική πρόληψη, η σκόπιμη πατριδολογία, η κούφια ρητορεία, στον τόπο μας, στολίζουν τα ιστορικά πρόσωπα και τα έργα τους με τόσα παραπανιστά τριαντάφυλλα και κρόκους της αυγής, που η δόξα τους, θαρρείς, αιώνια θα βαστήξει· μα το ξεγύμνωμά τους ύστερα από τα μάταια τους στολίδια κάνει τη μέρα τους γοργότερη να σβήσει, κι η νύχτα να πλακώσει σκουντουφλή.

Όμως το χρέος είναι ανώτερο από κάθε θλίψη. Το ηθικό ξέπλυμα του Ελληνικού χαρακτήρα, όπως τον παρουσιάζει η πολιτική μας και κοινωνική ζωή, πρώτα και κύρια πρέπει ν' αρχίσει από την ιστορία, όχι την παλιά, μα την κοντινή, που είναι σάρκα και αίμα μας. Διαβάζοντας την ιστορία του την αληθινή, θα μάθει ο λαός να κρίνει και τα σύγχρονά του, που σ' αυτά μέσα ζει και βασανίζεται.

Η φυσικότερη σειρά των μερών αυτής της μελέτης θα ήτανε να μπει πρώτο το μέρος, που φαίνεται στο βιβλίο τυπωμένο τελευταίο, δηλ. ο «Ποιητικός θρύλος» —που γράφτηκε κιόλα πρώτος— κι ύστερα να μπει το μέρος που έχει θέμα του τον θρύλο τον ιστορικό και σκοπό την αναζήτηση της αληθείας ανάμεσα στα τεχνητά σκοτάδια αυτού του θρύλου. Για τον αναγνώστη όμως τον κοινό, όχι τον επιστήμονα, θα ήτανε κουραστικό ν' αρχίσει το διάβασμά του από τον ποιητικό θρύλο, που δεν είναι παρά λαογραφική μελέτη γραμμένη με καθαρό σκοπό να ξεχωρίσει το γνήσιο λαϊκό τραγούδι από το πλαστό.

Πρέπει τέλος να ευχαριστήσω εδώ τον παλιό μου φίλο Κύριον Αλέξαντρο Πάλλη, τον έξοχο μεταφραστή της Ιλιάδας κι από τους πρώτους οικοδόμο του Εθνικού Λόγου, πεζού και ποιητικού..

Αθήνα, τέλη Ιουλ. 1934.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ

 

 

αρχή

 


ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΘΡΥΛΟΣ


 

Πηγές γνωστές της ιστορίας του Μοριά πριν από το 1821. — Ανέκδοτες προθήκες. Κριτική των πρώτων και των δεύτερων — Ο Θ. Κολοκοτρώνης και οι ιστορικοί του κόμματός του. — Προσπάθεια για τη δημιουργία ηρωικού θρύλου. — Κριτική των φιλοκολοκοτρωνικών πηγών.

 

Η πολεμική ιστορία του Μοριά από τα 1715, που οι Τούρκοι διώξανε τους Βενετσάνους, και στα κάτου ως το 1820, λυπηρό να το πει κανείς πόσο είναι φτωχή σ' αξιόπιστα κείμενα, σε χρονικά θυμήματα, γραμμένα ή απ’ ανθρώπους που είδανε τα πράματα με τα ίδια τους τα μάτια, ή από μάρτυρες που το ακούσαν και που τα φυλάξανε στη θύμησή τους. Ενώ ο μακαρίτης καθηγητής Σπ. Λάμπρος, δημοσίεψε μιαν ολάκερη συναγωγή, ή να πει κανείς σωστότερα κωδικοποίηση, από εκατοντάδες ιστορικά σημειώματα γραμμένα στα περιθώρια βιβλίων, τα περισσότερα, κι αναφερόμενα σ' όλη την Ελλάδα, 1 είναι παράξενο, όμως όχι και ανεξήγητο, πόσο λιγοστά είναι τα όσα αναφέρνονται στον Μοριά· κανένα τέτοιο σύντομο σημείωμα δε βρέθηκε ίσαμε τώρα, που να μας μιλεί π. χ. για κάποιο σπουδαίο περιστατικό των Κολοκοτρωναίων, του Ζαχαριά, ή όποιου άλλου πολεμικού επίσημου άντρα των χρόνων της Σκλαβιάς στον Μοριά. Φαίνεται πως ο ανεμοστρόβιλος του Τούρκου, που πέρασε και στα 1769 και υστερότερα με την καταστροφή των Αρβανιτών —αν λογαριάσουμε μοναχά τα δυο σημαντικότερα από του Μοριά τα τόσα ανακατώματα— και τέλος του Ιμπραήμ πασά τ' αλώνισμα κατά τα 1825-1828, όλα αυτά τα αίτια βοηθήσανε στο γενικό σάρωμα των γραφτών μνημείων των χρόνων της Σκλαβιάς, 2 και θάμα θα είναι να βρεθεί πια καμιά χειρόγραφη άγνωστη πηγή. Λοιπόν ό,τι ξέρουμε από τα χρόνια αυτά του κατακαημένου του Μοριά το ξέρουμε κατά πρώτο λόγο από ξένες πηγές, που ο Σάθας μας τις έκανε γνωστές, τις περισσότερες, στην «Τουρκοκρ. Ελλάδα» του —μένουν όμως άπειρες ακόμα ανέκδοτες σε ξένα ιστορικά αρχεία— και κατά δεύτερο λόγο από λίγους υστερόχρονους ιστορικούς, που γράψανε βιβλία για την Επανάσταση και κάμαν αναδρομές πίσω προς τα χρόνια τα παλιότερα. Από της δεύτερης αυτής τάξης τα έργα τα ιστορικά είναι πολύ λίγα ακόμα ανέκδοτα, καθώς το έργο του μακαρίτη νομάρχη Κοντάκη, αν και δεν ξέρουμε καλά-καλά το περιεχόμενό του. 3 Δεύτερο ανέκδοτο χειρόγραφο είναι τα απομνημονέματα του μακαρίτη γερουσιαστή κι από τους προύχοντες Μοραΐτες του 1821, του Παν. Παπατσώνη, που μας παραδίνει πολύτιμα ατομικά περιστατικά των πριν από το 1821 χρόνων. Το πρωτότυπο το ‘χω πρόχειρο στον κάθε περίεργο, Λένε πως κι ο Κανέλλος Ντεληγιάννης άφησε χειρόγρ, έργο, μα ως την ώρα κανείς δεν το είδε. Τελευταία έρχονται τ' ατίμητα σημειώματα του Ρήγα Παλαμίδη, αγωνιστή του 1821 κι επίσημου πολιτικού Μοραΐτη, από πατέρα Μοραγιάνη, προύχοντα της Τριπολιτσάς, που είχε κάνει και γραμματικός κοντά στον πασά του Μοριά και γνώριζε περίφημα τα πράματα τα πριν από το 1821. 4 Τέλος από τις τυπωμένες πηγές πολύ σπουδαία είναι τα βιβλία των ξένων περιηγητών.

Γυρίζω στα έργα τα γραμμένα για την Επανάσταση του 1821 από γραφιάδες Μοραΐτες, που, καθώς είπα, κάνουν αναδρομές πίσω προς τα χρόνια τα παλιότερα. Έχει κανείς εδώ ένα παράξενο φαινόμενο μπροστά του. Όλοι αυτοί οι ιστορικοί, που ζήσανε και δράσανε κατά την Επανάσταση, όλοι, χωρίς εξαίρεση, είναι πολιτικοί και στρατιωτικοί συντρόφοι του στρατηγού Θ. Κολοκοτρώνη· όχι απλοί οπαδοί, αλλά και σύβουλοί του και υποταχτικοί, και συγγενείς του —μα έγραψε κι ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά. Από τους αντιπάλους του, προύχοντες είτε στρατιωτικούς, κανείς δεν αποφάσισε να γράψει, αν όχι για να χτυπήσει τον Θοδωράκη, αλλά να παραστήσει των αγώνα του Μοριά κατά την κρίση του, στα χρόνια του πολέμου, ή το λιγότερο να υπερασπιστεί το δικό του έργο, το πρόσωπο που έπαιξε ο ίδιος, ή ακόμα πιο λιγότερο ν' απαντήσει σ' όσα γραφτήκαν από τους φίλους ή συγγενείς του Κολοκοτρώνη. 5 Και είναι να μακαρίζει κανείς τον Γέρο του Μοριά, που ευτύχησε ν' αποχτήσει τόσους ιστορικούς και τόσους υμνητές των έργων του. Το φαινόμενο τούτο, τ' αποκλειστικό και μονόπλευρο, του πλήθους των ιστορικών βιβλίων που γράφτηκαν από Κολοκοτρωνιστές —ας τους πούμε μ' αυτό το όνομα το επιγραμματικό— δεν μπορεί να εξηγηθεί μοναχά από τη θερμήν αγάπη και τη θαμασμό των γραφιάδων συντρόφων ή συμπολεμιστών του Γέρου. Το φαινόμενο δε μπορεί να είναι έτσι φυσικό και τυχαίο. Ο Θοδωράκης, μετά τα 1834, πλούσιος και ξαπλωμένος πια στις δάφνες του, δεν έμεινε αδιάφορος για το ιστορικό του όνομα και το έργο του, που θα παριδινότανε στην ιστορία. Γνωστικός πάντα και προβλεφτικός, καθώς ήτανε και στα πολεμικά του χρόνια, σκέφτηκε πολύ σωστά να βάλει γερά ταμπούρια —άλλου είδους όμως αυτά— τριγύρω στην ιστορική του μνήμη, και τα ταμπούρια αυτά, άμα εκείνος θα ‘λειπε από τον κόσμο, και αντιστέκονται και να πολεμάνε τους παλιούς εχτρούς του. Εδώ μοναχά ο Γέρος είναι που λαθεύτηκε. Δε λέω, κανένας ως αυτή την ώρα δε βρέθηκε να του φιλονικήσει το έργο του το πολύμορφο. Ίσα-ίσα μάλιστα, όλο βγαίνουν καινούργιοι θαμαστές του και υμνητές.

Ο τελευταίος ως την ώρα, ο Τάκης Καντηλώρος, δεν είναι απλώς μοναχά θαμαστής είτε υμνητής του Γέρου, μα φιλοδόξησε να γίνει ιστορικός του, με σκοπό χαραγμένον από πρώτα, να σβήσει κάθε μελανό σημάδι από τη ζωή του Θ. Κολοκοτρώνη και των προγόνων του. Εδώ έχω σκοπό να μιλήσω μοναχά για το έργο του «Ο Αρματολισμός της Πελοποννήσου», 1924. Στο βιβλίο τούτο ο συγγραφέας μεταχειρίστηκε, μαζί με τον σωρό των φιλοκοτρωνικών βιβλίων, που τα περισσότερα μιαν έχουνε πηγή και μόνη το στόμα του Θεοδωράκη, κι όλες τις άλλες γνώριμες πηγές, δικές μας ή ξένες. Φυσικά του ξεφεύγουν απ' αυτές της δεύτερες καμπόσες, π. χ. τα βιβλία του Leak κι άλλων ξένων περιηγητών. Γράφοντας όμως εγώ κατόπι από τον Καντηλώρο έχω να προσθέσω κι άλλα ανέκδοτα βοηθήματα που μίλησα πιο πάνου γι' αυτά, δηλ. τα χειρόγραφα Παπατσώνη, Παλαμίδη κλπ.

Ήθελα όμως, πριν προχωρήσω στη μελέτη μου, να πω λίγα λόγια για τις καθαρά Κολοκοτρωναίικες, όπως τις είπα, πηγές. Πρώτη έρχεται η ιστορία του Α. Φραντζή· αν και κληρικός, ανακατεύτηκε πολύ στα κόμματα τα τοπικά του Μοριά και τα γενικά της Επανάστασης. Φανατικός Κιλοκοτρωνιστής, τοπικιστής στενός, εχτρός των Μοραϊτών προυχόντων, προκάλεσεπολλά μίση με το έργο του, μέσα κι έξω από τον Μοριά. Η ιστορία του Φραντζή, μ' όλα όσα είπα πιο πάνου, είναι πολύτιμη για όσα γράφει αναφερόμενα στα πριν από την Επανάσταση χρόνια· κι αφού τυπώθηκε νωρίτερα από του Θ. Κολοκοτρώνη την αυτοβιογραφία, δεν είναι επηρεασμένη από τα γραφόμενα του Γέρου, είναι όμως από τα λεγόμενά του, αν και όσα έγραψε ο Φραντζής περί Κάπων Κολοκοτρωναίων βέβαια δε θ' αρέσανε στον Γέρο. Του Φραντζή ο θαμασμός δεν είχε, φαίνεται, καθαρά απρόσωπα ελατήρια· του φτάναν όμως τα τοπικά του, τα στενά και φανατικά. 6

Έρχεται στη σειρά η αυτοβιογραφία του Γέρου· στο βιβλίο αυτό, το μέρος που κάνει λόγο για τα πριν από το 1821 πράματα είναι τρομερά φτωχικό, σημάδι πως άνθρωπος τόσο πλούσιος στα λόγια, καθώς και στα έργα του, δεν ήξερε περισσότερα να πει. Όσο για τη διήγηση των από το 1821 και κάτου περιστατικών, και πάλι ο Γέρος γίνεται πολύ ακριβός, τόσο που σε κάνει ν' απορείς. Πού είναι εκείνοι οι λόγοι, που τραβούσανε γύρω του ολάκερο λαό; Πού η λαϊκή του φαντασιά, τ' αμέτρητά του ανέκδοτα και χωρατά, που σέρνανε κοντά του μαγεμένο τον πολεμιστή, πού το καθάρια εκείνο μοραΐτικο πνέμα, που κέρδιζε το γέλιο του φίλου μα και του εχτρού; Από μια ζωή τόσο πολύπλοκη και δραστική περίμενε κανείς πέντε το λιγότερο τόμους κι όχι έναν, κι αυτόν τόσο μισερόν. Ο Τερτσέτης, που λέει πως έγραψε από το στόμα του τη διήγησή του, παρασταίνει πόσο βασανίστηκε ώσπου να καταφέρει τον Γέρο να μιλήσει, και δεν είναι παράξενο. Για τον Κολοκοτρώνη είχανε πια σωθεί τα λόγια μαζί με τα έργα τα παλιά. Η καλοσύνη της καρδιάς του δεν τον άφηνε κανένα να πικράνει. Έμπα κι έβγα στο Παλάτι, παιδιά μεγάλα μ' αξιώματα αυλικά και πολιτικά, συμπεθεριές με Φαναριώτες —κι ο Γέρος άλλαξε χαρτί· γίνηκε διπλωμάτης, προσεχτικός στα λόγια του, και γι' αυτά όλα δεν υπαγόρεψε με πολύ μεγάλη όρεξη τη ζωή του, κι απ' ό,τι υπαγόρεψε χωρίς άλλο έσβησε πολλά, καθώς το δείχνουν οι σύντομες φράσεις, τα μασημένα λόγια με τα αποσιωπητικά, το ύφος συχνά το διστακτικό. Τι τα θέλετε το βιβλίο του Γέρου αν δεν καθρεφτίζει το έργο του το μεγάλο και πλούσιο σ’ αμέτρητα περιστατικά, καθρεφτίζει όμως τον χαρακτήρα του τον όχι σταθερό, τη γνώμη του την όχι ασάλευτη, την περίεργη απόφαση που είχε λάβει να μην τα πει όλα 7 ενώ αποφάσιζε να διηγηθεί τη ζωή του. Άλλαξε τάχα ο χαρακτήρας του μαζί με τα χρόνια; Δεν το πιστεύω. Γιατί, πέστε μου, πώς έβαλε τον ακράτητό του θαμαστή Ν. Σπηλιάδη, τον πιστό του Μιχ. Οικονόμο, τον υπασπιστή του Φωτάκο, 8 τα παιδιά κι αγγόνια του να γράψουν και να υπερασπιστούν το έργο του; Ο Γέρος ήταν ο ίδιος και παλιός, ο πολυπρόσωπος και πολυφάνταχτος, ο χαραχτήρας ο εγκεφαλικός, που όλα τα υπόταζε στην κρίση μα και στη φιλοδοξία του.

Το έργο του Ν. Σπηλιάδη, πολύτιμο για την πολιτική ιστορία του Ι. Αγώνα, είναι φανατικά τοπικό, πιστά Κολοκοτρωνικό. Ο χρηστότατος Σπηλιάδης «πελοποννησιάζει», καθώς λέει ο βιογράφος του Γιάννης Φιλήμονας, κι αυτός φίλτατος του Γέρου κι ομόγνωμός του στα πολιτικά. Πελοποννησιάζει, μα και σφόδρα κολοκοτρωνίζει, λέω εγώ. Όσα αποβλέπουν τη ζωή των Κολοκοτρωναίων πριν από το 1821 τα πήρε ο Σπηλιάδης, χωρίς άλλο, από το στόμα του Γέρου. Το ίδιο, χωρίς άλλο, πρέπει να πούμε και για τον Φιλήμονα, θερμότατον Κολοκοτρωνιστή, μ' όλο το ξύλο που έφαγε κατά τα 1826 από το χέρι του Γέρου. Για τα ιστορικά έργα του Φωτάκου δεν είναι ανάγκη ν' αποδείξει πως όλα είναι γραμμένα κάτου από τη ματιά την προστατευτική του Γέρου. Ο γιος του Γέρου Γενναίος με τα ιστορικά του έργα από τη μια μεριά, όσο για τα χρόνια της Επανάστασης, στάθηκε δυνατός υπερασπιστής του έργου του πατέρα του μα και του δικού του, όσο όμως για τα πριν από το 1821, ο Γενναίος πλούτισε με προσθήκες δικές του παραπανιστές τα γραμμένα του πατέρα του. 9 Ο παλιός γραμματικός του Θ. Κολοκοτρώνη Μ. Οικονόμος δανείστηκε πολλά από την αυτοβιογρ. του Γέρου, μα ως γνώστης των περασμένων, των πριν από το 1821, πρόσθεσε περί Κάπων του Μοριά πράματα που θα θυμώνανε τον Γέρο, αν ζούσε.

Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν ήθελε ν' ακούει πως οι προγόνοι του, κι ο ίδιος, δουλέψανε σε κοτζαμπασήδες Μοραΐτες· αυτοί ήτανε το μίσος του από τα χρόνια του χαλασμού των Κολοκοτρωναίων— ως Κάποι, και γι' αυτό στην αυτοβιογρ. του μιλεί όχι για Κάπους, παρά γι’ «Αρματολούς Κολοκοτρωναίους» κι ενώ αναφέρνει τις επαρχίες που δούλεψε κάθε φορά ένας Κολοκοτρώνης, ξεχάνει να βάλει τ’ όνομα του κοτζάμπαση του επαρχιώτη, που είχε Κάπο στη δούλεψή του έναν από το σόι του. Αυτή την αδυναμία την απόχτησε ο Θοδωράκης αρχίζοντας ο πρώτος χρόνος της Επανάστασης, και μαζί μ' αυτόν αρχίζοντας και τρομερή φαγούρα που χώρισε τον Μοριά σε δυο κόμματα, ή καλύτερα κομμάτια, το πολεμικό και το πολιτικό. Ο Θεοδωράκης, ζώντας στα Εφτάνησα, γνωρίστηκε πολύ με τους Αρματολούς τους Ρουμελιώτες, και γυρίζοντας στον Μοριά αγαπούσε πια να καμαρώνει όχι σαν παλιός Κάπος Μοραΐτης, παρά στην Αρματολός. Ο Μοριάς, που έβγαλε τόσα παλικάρια και κατά τον Αγώνα και πρωτύτερα, πάντα ζήλευε, μα και ζηλεύει —και τιμή του είναι γι' αυτό— τη Ρουμελιώτικη παλικαριά, είδος Ελληνικού ιπποτισμού, που αιώνες αρματολικής ζωής κληρονομικής —όχι Κλέφτικης μοναχά— την πλάσανε και την κάνανε τόσο όμορφη και τη στολίσανε με τόσες παραδόσεις και νόμους αυστηρούς, άγραφους. Μια παροιμία μοραΐτικη λέει : «Στη Ρούμελη είναι η λεβεντιά και στον Μοριά η γνώση», και η παροιμία αυτή είναι η φυσική γνώμη του λαού του αληθινού, του Μοραΐτη, που είπε μιαν αλήθεια ιστορική. Θα δείτε όμως στο γ' μέρος του βιβλίου, το λαογραφικό, όχι πια του λαού του αληθινού τ' αγνό δημιούργημα, τ' αληθινά τραγούδια του, αλλά του λογιότατου του διαστρεμμένου την ανόητη προσπάθεια να δημιουργήσει, με δανείσματα από τη Ρουμελιώτικη λαϊκή ποίηση, και να πλάσει με την πρώτη αυτή ζύμη τραγούδια ψεύτικα ή μισοψεύτικα, κι όλα αυτά μ' ένα σκοπό: να δημιουργήσει ηρωική ποίηση, αρματολική περήφανη ζωή τριγύρω στους κατατρεγμένους κλέφτες του Μοριά.

Να πει κανείς την αλήθεια, τα δημοσιεμένα έργα των ιστορικών, των συντρόφων του Θεοδωράκη, που τ' αράδιασα λίγο πιο πάνου, δε μπορούνε να λογαριαστούν ως ιστορικές πηγές χωριστές, ή μια όξω από την άλλη, παρά ως αυλάκια που από μια και μόνη ξεκινάνε πηγή, από το στόμα του Γέρου, και ενώ χύνονται κι απλώνονται μέσα στην ιστορία την εθνική, φαίνονται σαν ο ίδιος σκοπό, το ίδιο χέρι να τα κυβερνάει, ο σκοπός να δημιουργήσουνε παλιά παράδοση ιστορική, θρύλο ηρωικό τριγύρω στο όνομα των Κολοκοτρωναίων. Κι ο σκοπός αυτός ευκολότερα καταφέρνεται αφού, καθώς είπα, άλλες πηγές σύγχρονες της Ιστορίας του Μοριά, πριν από το 1821, δε φανήκαν ως την ώρα τούτη· πηγές ντόπιες, που να γλιτώσαν από του καιρού το πέρασμα. Η Ιστορία όμως έχει κι αυτή τη μοίρα τη δική της, και να που ελπίζω να προσθέσω πιο πλούσιο υλικό —και πιο γνήσιο— απάνου σ' αυτό που ίσαμε τώρα έχει δοθει στο φως.

Εδώ τελειώνει η σύντομη κριτική εξέταση των πηγών, και μπαίνω ίσα στο θέμα μου.

 

 

 

αρχή

 



 

Υπήρχαν Αρματολοί στον Μοριά πριν από το 1821; — Μεϊντάνηδες10, είδος Αρματολών, επί Βενετσιάνιων. — Κατάργηση των Μεϊντάνηδων με την εγκατάσταση των Τούρκων». — Αρματολική οργάνωση στη βορεινή Ελλάδα. — Πώς βγήκε και Αρματολός από τον Κλέφτη. — Ηρωικός βίος, ήθη και νόμιμα άγραφα των Αρματολών στη Β. Ελλάδα.

 

Πρώτο ζήτημα της μελέτης αυτής θα είναι: Υπήρχαν Αρματολοί και στον Μοριά όπως στη βορεινήν Ελλάδα; Και τι λογής στρατιωτικά σώματα ήταν οι Κάποι, που φαίνονται μοναχά στον Μοριά; Και τι διαφέρει ο Αρματολός από τον Κάπο; Ο Αρματολοί στη βορεινήν Ελλάδα ήταν οργάνωση στρατιωτική της ύπαιθρης χώρας, είδος χωροφυλακής, και είχε έργο της τη φύλαξη, πρώτα απ' όλα, των στενών, λοιπόν τη διατήρηση της συγκοινωνίας και την τάξη γενικά στην εξοχή. Η οργάνωση αυτή, φαίνεται, κληρονομήθηκε από τα χρόνια τα βυζαντινά, γιατί βρίσκουμε είδος «καπετανίκια» ως τα τελευταία χρόνια. Στις ορεινές χώρες της Ελλάδας, ακόμα και στη Σερβία, Βουλγαρία και Ρουμανία, κρατούσε, ως φυσικά γέννημα του τόπου, από τα χρόνια της Άλωσης, η ληστεία —κλέφτες τους είπαν οι Έλληνες, χαϊντούκ οι άλλοι πιο βορεινοί λαοί. Η ληστεία είναι γέννημα, πρώτα, φυσικό ενός τόπου και ύστερα οικονομικό· σ' ένα χωριό βρίσκεται πάντα ο πιο ζωηρός και πιο ανυπόταχτος στον νόμο, κι αυτός, από τα μικρά του χρόνια ανήσυχος, από φυσικό του χαρακτήρα, θα δείρει, θα μαλώσει, θα κλέψει, θα σκοτώσει, τέλος θα πατήσει τον νόμο, θα παρακούσει την αρχή, και ως μόνο καταφύγιό του θα πιάσει το κλαρί, όπου θα σμίξει μ' άλλους όμοιούς του. Σε χώρες ορεινές, όπως και σ' άλλες σαν τους απέραντους βάλτους του Δούναβη και των άλλων ποταμών ανατολικότερα, η Τούρκικη αρχή δείχτηκε ανίκανη να υποτάξει τους ανυπόταχτους, κι εδώ-εκεί αναγκάστηκε για συβιβαστεί. Η πολυχρόνια ζωή των αποκηρυγμένων κακοποιών, που δεν τρέχανε πολλούς κιντύνους από την εξουσία, γιατί τους βοηθούσε η κακοτοπιά, τ’ απάτητα βουνά, οι κρυψώνες των βάλτων, 11 μόρφωσε σιγά-σιγά συστηματική τάξη ανθρώπων των αρμάτων. Τότε στην ίδια αυτή τάξη ζήτησε η Τούρκικη αρχή του κακού αυτού τ' αντιφάρμακο. Αναγνώρισε, περιοδικά, σ' όλη τη βορεινή Ελλάδα και πάνου τα πιο ονομαστά απ' αυτά τα σώματα, μ' αρχηγούς εκείνους που αναγνωρίζανε τα ίδια, τους έδωσε μιστό, μαζί με τον επίσημό τους διορισμό, και τους έριξε, το βάρος να φυλάν την τάξη. Αυτά τα σώματα είναι τα περίφημα Αρματολίκια, μια πολύ απλωμένη στρατ, οργάνωση στη Β. Ελλάδα. 12 Οι αρχηγοί τους, δουλεύοντας πιστά, για μια χρονική περίοδο, ξαναδιοριζόνταν. Έτσι, με τους καιρούς που περνούσαν, τ’ Αρματολίκια, έχοντας ως δικαιοδοσία τους επαρχίες ολάκερες, συχνά κι ομάδα από επαρχίες (τότε ο καπετάνος λεγόταν έξαρχος· αξίωμα δανεισμένο από τα εκκλησιαστικά) γενήκαν κληρονομικά. Η κληρονομική διαδοχή των Αρματολικιών δημιούργησε μιαν ειρηνική στρατιωτική κατάσταση μ' όλα τα αγαθά της, τον πλούτο (συχνά μεγάλη κτηνοτροφία), των όπλων και της φορεσιάς την επίδειξη, την άνεση την κοινωνική, που έπλασαν αυτό που λέμε λεβεντιά, ένα σύνολο από σωματικά και ηθικά χαρίσματα, την αντρεία, την αξιότητα στην τέχνη των αρμάτων (σκοποβολή, χειρισμό του σπαθιού), τη λατρεία της αντρίκειας ομορφιάς, τοn σεβασμό της γυναίκας, 13 την αγάπη στο τραγούδι το περήφανο, που δόξαζε την παλικαριά και ζηλευτή την έκανε ανάμεσα στους συντρόφους, μα και στον λαό που τους καμάρωνε. Η ζωή αυτή των Αρματωλών, μ' όλο που είχε τόσες χάρες, δεν έπαυε να ‘ναι ζωή κιντύνου και πολέμου. Τα συνερίσματα με τους Κλέφτες τους κατατρεγμένους, τα μίση τ' αμοιβαία που γεννούσαν, του Κλέφτη καπετάνου ο πόθος ν' αρπάξει του αλλουνού τ' Αρματολίκι, και οι ματωμένοι αγώνες που ακολουθούσανε συχνά, μορφώσαν και τις δυο αυτές τάξεις τις αντίπαλες σε τρόπο θαμαστό άξιες για τον πόλεμο, και δουλέψανε του καθενός, Αρματολού είτε Κλέφτη, τον χαραχτήρα τον προσωπικό ατσαλένιο, ιδανικά όμορφο κατά το πιο καθάριο πρότυπο που η φαντασιά η πολεμική, και ακονισμένη κάθε μέρα στη φωτιά, μορφώνει. Και δεν ήτανε μοναχά η έχτρα και το συνέρισμα αναμεταξύ τους το πρώτο και το κύριο· ήταν ο Αρβανίτης, το όργανο της Τούρκικης αρχής, και μ' αυτόν παραβγαίνοντας Αρματολοί και Κλέφτες, καλλιεργούσανε το πνέμα το πολεμικό, που μόρφωσε σιγά-σιγά είδος νέου Ελληνικού ιπποτισμού, τέλος ήταν ο τύραννος, ο Τούρκος, που έσμιγε τους δυο αντίζηλους, Αρματολό και Κλέφτη, και τους αδέρφωνε σ' ένα κοινό μίσος, σ' ένα μύχιο, σκοτεινό σκοπό. Αυτού του είδους ο Ελλην. ιπποτισμός αιώνες χρειάστηκε να διαπλαστεί και να ‘ναι έτοιμος μια μέρα για κάποιον ανώτερο μοιραίο προορισμό. Αυτοί ήταν οι Αρματολοί. 14

Και οι Κάποι; Πρέπει να πω και γι' αυτούς όσα χρειάζονται. Οι Κλέφτες ποτέ δε λείψαν ούτε από τον Μοριά. Τα χνάρια τους τα βρίσκουμε ακόμα από τα χρόνια των Φράγκων. «Εν έτει αφλδ' (1534) άφησαν οι Φράγκοι, την Κορώνην ατοί τους, και ήλθε τότες ένας φλαμπουριάρης, και εστάθη εις τον Μορέα, και εμπιτάρησε την Κορώνην, και έπιασε και τους κλέπτας του Μορέως». 15 Κατά τη βενετσάνικη κατοχή, 1685-1815, οι κακοποιοί πληθύνανε, και βέβαια και αυτούς ανάμεσα θάτανε πολλοί αντάρτες των Βενετσάνων. Πριν από την κατάκτηση των Τούρκων, το στρατ, πνέμα του Μοριά ήτανε σε μεγάλο βαθμό ξαναγεννημένο. Γνωστοί είναι οι περίφημοι Stradioti, Μοραΐτες οι περισσότεροι. Η Βενετιά, πολεμώντας πάντα με σώματα ξένων μιστοφόρων, βάνοντας το πόδι στον Μοριά, στρατολόγησε και νέα σώματα μοραΐτικα, και μ' αυτά πολεμούσε τους Τούρκους· στους πολέμους της αυτούς φαίνονται πολλοί ήρωες Μοραΐτες.

Όσο για τη στρατιωτική εσωτερική οργάνωση, πρώτη η Βενετιά σύστησε στον Μοριά καπετανάτα, δηλ. αυτό που λέμε αργότερα Αρματολίκια. Κι ο Φιλήμονας (Ιστ. Ελλ. Επαν. Γ', σ. 414) βεβαιώνει τη σύστασή τους, μα έχουμε κι άλλες πρόχειρες πηγές. Σε Ελληνικό περιοδικό 16 βρίσκεται σπουδαία μελέτη για τη Βενετσάνικη κατοχή του Μοριά. Συνοψίζω εδώ: «Αρχίζοντας η κατοχή, βρήκαν οι Βενετσάνοι δυσκολία να φυλάξουν τους δρόμους καθαρούς. Ρουμελιώτες και Μοραΐτες, λιποτάχτες από τον στόλο τους και τον στρατό τους, αντισταθήκανε στην κατοχή. Τότε οι Βενετσάνοι οργανώσαν την αγροφυλακή, τους Μεϊντάνηδες (σημ. meidani· η λέξη, αφού είναι Τούρκικη, σημαίνει πως ήταν πιο παλιά, και σήμαινε εκείνους που «βγαίνανε στο μεϊντάνι», όπως λέμε και σήμερα όταν θέλουμε να δείξουμε άνθρωπο που προκαλεί έναν άλλο, που διαλαλεί τον εαυτό του αντάρτη. Η πρώτη σημασία της λέξης δείχνει πως στην αρχή Μεϊντάνηδες ήταν οι Κλέφτες, και μπαίνοντας στη δούλεψη των Βενετσάνων πήραν και το όνομα μαζί τους). Όμως απ' αυτούς πολλοί δε μείναμε πιστοί. Ο Βενετσάνος Προβλεφτής έγραφε: «Σπάνια πιάναμε ένα ληστή, που να μην ήτανε πρώτα Μεϊντάνης». Οι Μεϊντάνηδες αναλάβανε να καθαρίσουν τον Μοριά από τους κακοποιούς, με το βάρος να πληρώνουνε κάθε ζημιά των δευτέρων. Δώσανε και εγγύηση να φυλάνε τα στενά και να δουλεύουν πάντα κάτου από έναν κατετάνο. Ο Προβλεφτής έτσι τους χώρισε σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα, τιμώντας τους αναγνωρισμένους και επικηρύχνοντας τα κεφάλια των ανταρτών. Συνεννοήθηκε και με τους γειτόνους Τούρκους να μη βοηθάνε τους κλέφτες. Λίγα χωριά κλέφτικα της Μεσσηνίας τα ξετόπισε και τα ‘στειλε να ζούνε στην Καρύταινα. Έτσι έγινε ησυχία, και οι Μεϊντάνηδες στερεωθήκανε στο αξίωμά τους». 17

Κατά τα 1708 βρίσκουμε ακόμα τους Μεϊντάνηδες στον Μοριά. Έκθεση του Βενετσάνου Προβλεφτή γράφει, τον ίδιο χρόνο: 18 «Το επάγγελμα των Μεϊντάνηδων είναι άχρηστο και επικίντυνο μάλιστα, γιατί όχι μοναχά δε φυλάνε τους δρόμους, αλλά ούτε τα σπίτια και την περιουσία των υπηκόων... Όλοι οι άρπαγες και οι κακομαθημένοι ληστές ήταν ως τώρα Μεϊντάνηδες· πρέπει λοιπόν αυτό το σύστημα να καταργηθεί. Με το σύστημα των εγγυήσεων καθησύχασα τη Μάνη. Έξω από τη Μάνη σύστησα κοινότητες στα χωριά με το χρέος να κυνηγούν τους κακοποιούς. Σε μερικές περιφέρειες μάλιστα ζητήσαν οι χωριάτες να συστήσουν τοπικούς αρχηγούς με ανάλογη δύναμη, που να φυλάνε τα σύνορα της κοινότητας, 19 και οι αρχηγοί αυτοί διαδοχικά ν' αλλάζουν χωρίς τη γνώμη της κοινότητας. Όσο για το στενό Μακρυπλάγι, 20 όπου κιντυνεύουν περισσότερο οι διαβάτες, αφού οι Μεϊντάνηδες ποτέ δε φανήκαν άξιοι να το φυλάξουν, έριξα το χρέος στα γειτονικά χωριά, να δίνουνε λόγο για κάθε ληστεία και να πληρώνονται 4 σολδιά για κέθε έφιππο διαβάτη κι 8 και για κάθε ζώο φορτηγό». Κατά τη διάστημα της υπηρεσίας αυτού του Προβλεφτή ληστές είχαν αρπάξει τον δημόσιο θησαυρό στον δρόμο και φύγαν ύστερα κατά τη Ρούμελη, μα ο βεζίρης της Χαλκίδας φρόντισε και τους έπιασε, και έστειλε πίσω τον θησαυρό.

Κατά τα 1715, προχωρώντας η εκστρατεία των Τούρκων για την κατάκτηση του Μοριά, ο Βενετσάνοι θελήσανε να προβάλουν αντίσταση όχι μοναχά στα κάστρα τους, μα και στο περίφημο Μακρυπλάι, που το είδαμε παραπάνου. Το περιστατικό το αναφέρνει κι και Brue στο ημερολόγιο της εκστρατείας, μα το περιγράφει κι και Βλάχος γραμματικός του πασά στο δικό του ημερολόγιο, που ο στορικός Jorga το μετάφρασε από τα βλάχικα και το δημοσίεψε γαλλικά. Γράφει λοιπόν το ημερολόγιο: «Είναι ένα Ντερβένι που το φυλάν Αρματολοί (martolodsches) σ' ένα πολύ κακόβατο πλάτωμα· ύστερα απ' αυτό ο στενός δρόμος προχωρεί, λιθόστρωτο φυσικό». Στο βλάχικο κείμενο η λέξη βέβαια απoδίνει την τούρκικη προσφορά μαρτολόζ, που την έχουν και τα παλιά τούρκικα λεξικά, και δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά Αρματολός. 21 Είναι λοιπόν περίεργο πως οι Τούρκοι γνωρίζαν την Ελλην. αυτή λέξη (δηλ. εξελληνισμένη από το Ιταλικό armatore, που σήμαινε πρώτα εφοπλιστής, πειρατής, και ύστερα πέρασε στη στεριά με τη στενή σημασία του κακοποιού, Κλέφτη κλπ.). Από τη ναυτική σημασία, για να πάρει η λέξη Αρματολός την έννοια του στρατιώτη της άταχτης χωροφυλακής των χριστιανικών σωμάτων της βορινής Ελλάδας, έπρεπε πρώτα να οργανωθούν αυτά τα σώματα, και για να διαμορφωθεί η οργάνωσή τους έπρεπε αιώνες να περάσουν. Λοιπόν η λέξη Αρματολός ήταν από πολύ παλιότερα σε χρήση παρ' από την κατάκτηση του Μοριά. Όπως κι αν είναι, και τα δυο ονόματα, Μεϊντάγης κι Αρματολός, τα βρίσκουμε απάνου κάτου στην ίδια εποχή να ζούνε στον Μοριά, κι αφού έπεσε ο Μοριάς στα χέρια των Τούρκων, όχι μοναχά λείψαν οι χριστιανοί Αρματολοί είτε Μεϊντάνηδες, αλλά λησμονηθήκαν και οι λέξεις. Στη Ρούμελη πάλι νίκησε η λέξη Αρματολός, και λησμονήθηκε το «Μεϊντάνης». Έμεινε μοναχά κολλημένο στον περίφημον Αρματολό Πάνο Μεϊντάνη, έναν από τους πιο παλιούς· ο Κασομούλης μάλιστα, στο ανέκδοτο χειρόγρ. έργο του, τον περιγράφει ως τον πρώτον Αρματολό της β. Ελλάδας. Υποχώρησε λοιπόν η λέξη από την επαγγελματική σημασία της, και γίνηκε όνομα πατρωνυμικό ενός μοναχά καπετάνου. Αυτό σημαίνει πως το «Μεϊντάνης» ως λέξη επαγγελματική δεν ήτανε συχνή στη Ρούμελη, και γι' αυτό πήρε την πατρωνυμική σημασία σ' ένα μοναχά πρόσωπο, ενώ το «Αρματολός», λέξη τόσο γνωστή στη βορ. Ελλάδα, θα ήταν αδύνατο να γίνει πατρωνυμικό ενός μοναχά ανθρώπου. Όσο για τον Μοριά, και οι δυο αυτές λέξεις, καθώς είπα, λησμονηθήκαν από τα χρόνια τα βενετσάνικα, αφού έλειψε και το πράμα, και μοναχά το αρμαδόρος με τη σημασία καπετάνιος στεριανός έζησε και ζει σε μοιρολόι Μαυρομιχαλιάνικο, στη Μάνη.

 

 

 

αρχή

 



 

Η Τούρκικη κατάχτηση οργανώνει αυστηρή τάξη κι ασφάλεια στον Μοριά. — Σπαήδες και μπουλουκμπασήδες. — Οι προύχοντες χριστιανοί παίρνουνε μεγάλη επιρροή κοντά στον Πασά. — Το νέο πολίτευμα. — Δημητσάνας πολίτευμα. — Πρώτοι Κάποι. — Οργάνωση των Ντερβενιών μ’ αρχηγούς Αρβανίτες. — Ντερβενιών περιγραφή.

 

Φεύγοντας οι Βενετσάνοι, έχασε κι ο Μοριάς την παλιά του ακμή τη στρατιωτική. Όσοι από τους περίφημους παλιούς «Στρατιώτες», που υπερασπίσανε γενναία τα κάστρα του Μοριά, και σώσαν τη ζωή τους, ακολουθήσανε τους Βενετσάνους· το τέλος τους είναι έργο άλλης δύσκολης μελέτης. Απ' αυτούς λίγοι είτε πολλοί θα μπήκανε στα Βενετσάνικα σώματα τα συστημένα από κάθε εθνικής λογής εθελοντές στα Εφτάνησα, πρώτα επί Βενετσιάνων, ύστερα Γάλλων κλπ. Τους Βενετσάνους, φεύγοντας, τους ακολουθήσανε μυριάδες πληθυσμός —μαζί μ' αυτούς και oι Μεϊντάνηδες, και το σύστημά τους ξεριζώθηκε κι αυτό. Φαντάζεται κανείς την γενική φευγάλα του λαού με το μπάσιμο των Τούρκων και το ξάπλωμά τους σ' όλο τον Μοριά. Με τον καιρό, και με το ξαναγύρισμα της ειρηνικής ζωής, από τις χιλιάδες πρόσφυγες της Μ. Ασίας, των νησιών κλπ. θα γυρίσανε πολύ λιγότεροι απ' όσους φύγαν. Όσο για τον βουνίσιον πληθυσμό του Μοριά, νομίζω πως απ' αυτόν ο πανικός του Τούρκου πολύ λίγους και ανάγκασε να φύγουν· ο χωριάτης έχει τα βουνά του καταφύγιο. Έτσι, και οι παλιοί Κλέφτες, οι επί Βενετσάνων, δεν πιστεύω να παραιτήσαν τα λημέρια τους. Το πνέμα λοιπόν τ' άταχτο μα και πολεμικό λούφαζε.

Με την εγκατάσταση των Τούρκων, φυσικά, η τυραννία γίνηκε πιο βαριά. Στο σύστημα των Μεϊντάνηδων μπήκανε Ντερβεναγάδες Αρβανίτες. Ας δώσω όμως εδώ πρώτα, κάποιες μαρτυρίες για τη νέα στρατ. οργάνωση του Μοριά. Ο Γ. Φιλήμονας στην ιστορία του (Γ', 406) γράφει: «Κατακυριεύσας εκ δευτέρου περί το 1714 (γρ. 1715) την Πελοπόννησον παρά των Ενετών ο Σουλτάνος κατέστησε σιπαχήδας εν ταύτη, ου μόνον διά την ασφάλειαν κατά πάσης εξωτερικής προσβολής, αλλά μάλλον διά το εσωτερικόν κατά πάσης επαναστατικής αποπείρας. Το περί σιπαχήδων μέτρων υπήρχε γενικόν καθ' άπασαν την Ευρωπ. Τουρκίαν. Συνίσταντο δε ως επιπολύ, οι σιπαχήδαι της Πελοποννήσου εκ των επί της δευτέρας επιδρομής των Ενετών διασπαρέντων φυγάδων Τούρκων εις την Ασίαν και την ήπειρον. 22 Μόνοι της Πελοποννήσου οι σιπαχήδαι έχαιρον το ιδιαίτερον προνόμιον του μη επιστρατεύειν έξω του Ισθμού επί παντός διδομένου πολέμου της Τουρκίας». Τον Φιλήμονα έρχεται να τόνε συμπληρώσει η ανέκδοτη ακόμα «Στατιστική της Μονεμβασίας» (μια από τις απαντήσεις στα Ευρωπ. ρωτήματα, επί Καποδίστρια). Να τι γράφει το περίφημο αυτό χειρόγραφο : «Ο Σπαήδες είχον την ευθύνην της ασφαλείας εκάστου χωρίου, ελάμβανον δε από τα προϊόντα το 1/7 (χριστιανοί) και το 1/10 (Τούρκοι), και εις τόσα μερίδια, λεγόμενα «σπαθιά», όσοι ήσαν οι υποτιθέμενοι στρατιώται των». Η τυραννία των σπαήδων βάσταξε ως τις αρχές της Επανάστασης· απ' αυτούς βγήκαν οι περίφημοι μεγαλοκτηματίες Τούρκοι του Μοριά, που κατά τον Αγώνα, όσοι σωθήκαν απ' αυτούς, γνωρίζοντας τον τόπο, βοηθήσανε πολύ ακολουθώντας τις εισβολές των Τούρκων. Ο άλλοι πληρώσανε με το αίμα τους την πολυχρόνια τυραννία τους. Ο Α. Φραντζής γράφει στην ιστορία του (Α', σ. 12): «Κατακτήσαντες οι Οθωμανοί την Πελοπόννησον, όχι μόνον εκ του ιδίου μετ' αυτών όντος στρατού κατέστηστεν φρουράς εις τα φρούρια, αλλά προϊόντος του χρόνου μετεκόμισαν και άλλους Οθωμανούς εκ διαφόρων μερών της Οθ. Επικρατείας (από την Στερεάν Ελλάδα και την Ασίαν), τους οποίους και τοποθέτησαν εις διαφόρους επαρχίας των κατά την Πελοπόννησον φρουρίων και πόλεων». Ο Α. Φραντζής εννοεί τις επαρχίες που είχανε κάστρα και πόλεις· εκεί ήταν πιο μεγάλη ανάγκη από στρατ. δύναμη. Παράκάτου μιλεί και συγγρ. για τους πρώτους κλέφτες που βγήκανε στον Μοριά, μα το ζήτημα θα το δούμε και εμείς αργότερα. Και σ' ένα ανέκδοτο χειρόγραφό του ο Θεσσαλός Διον. Πύρρος, που το ‘χω στα χέρια μου («Ελλάδος περιήγησις» τόμ. Β') σημειώνει πως συνταχτήκαν Αρβανίτες στον Μοριά, μετά το πάρσιμό του από τους Τούρκους. Αρβανίτες ακόμα ακολουθούσαν κάθε φορά τον νέο διοριζόμενον πασά του Μοριά. Στ' ανέκδοτα σημειώματα του Ρήγα Παλαμίδη διαβάζω πως οι Τούρκοι του Πατρατζικιού (Yπάτης, ίσως Αρβανίτες άποικοι) ήτανε πολεμιστές και κυνηγοί και πολύ άγριοι, κι ακολουθούσανε με μιστό πολύ συχνά τους πασάδες του Μοριά ώσπου ο Αλή-πασάς τους ταπείνωσε.

Με την εγκατάσταση των Τούρκων Μεϊντάνης ή Αρματολός δεν ξαναφάνηκε πια στον Μοριά, και η στρατιωτική ζωή του τόπου ταπεινώθηκε, μα δεν έσβησε ποτέ, καθώς θα δούμε, οργανωμένη όμως «αρματολική» δύναμη ως το 1821 δεν παρουσιάστηκε. Ο Τούρκος από τα 1715 έδωσε μεγάλη δύναμη στους προύχοντες, κι απ' αυτή την πολιτική δύναμη των προυχόντων βγήκε σιγά - σιγά η στρατ. υπηρεσία των Κάπων. 23 Ο Φιλήμονας («Δοκ. περί Φιλ. Εταιρείας σ. 44) βεβαιώνει πως στη Ρούμελη τα καπετανάτα των Αρματολικιών ήτανε δυνατότερα από το αξίωμα των προυχόντων (εγώ προσθέτω πως, και γι' αυτόν τον λόγο, οι προύχοντες της Ρούμελης πολύ συχνά βοηθήσανε στην καταστροφή και των Κλεφτών και των Αρματολών· σε πολλές επαρχίες το μίσος προυχόντων κι Αρματαλών ήτανε θανάσιμο, πράμα που δείχνει των Αρματολών τη δύναμη, γιατί το κράτος, γενικά, υποστήριζε πάντα τον κοτζάμπαση). Σ' ένα γράμμα του, 1824, ο Μαυροκορδάτος προς τον Δ. Υψηλάντη γράφει, και εννοεί πάντα τα χρόνια τα πριν του 1821: «Εδώ, εις την Ρούμελην, οι Καπιτάνοι ήσαν τα παν, και αυτοί είχαν πάντοτε τα πρωτεία και όλην την διοίκησιν των επαρχιών, χωρίς να ερωτώνται καν οι προεστώτες».

Στον Μοριά όσο πιο δυνατή ήταν η τάξη των προυχόντων, τόσο η τάξη των Κάπων ήτανε ταπεινή, υποταγμένη στον προύχοντα, μα κι από τον Τούρκο αναγνωρισμένη. Η ύπαιθρη χώρα του Μοριά, τα ήμερα βουνά της, ο πυκνός της πληθυσμός, οι Τούρκοι στρατιωτικοί χτηματίες (σπαήδες), που απλώνανε τη δύναμή τους ως τις πιο απόμερες και πιο βουνίσιες επαρχίες, δε χωρούσαν ούτε Κλεφτουριά μεγάλη κι ακατάβλητη, ούτε οργανισμό Αρματολικό, γέννημα της πρώτης. Αυτή όμως η απουσία του Αρματολισμού, που ήτανε φυσικό ακόλουθο της απουσίας μεγάλου αριθμού Κλεφτών, δε μπόδιζε τον λαό του Μοριά τον χριστιανικό ν' ανησυχεί τον Τούρκο και τα βουνά του να συχνάζονται από τη ντόπια Κλεφτουριά, πάντα στον αριθμό της περιορισμένη.

Για να δείξω όμως πόσο ήτανε δύσκολο να φυλαχτεί αδιάκοπη Κλεφτουριά μέσα στον Μοριά, και στα βουνά του μάλιστα, παίρνω μοναχά εδώ την Καρύταινα και Δημιτσάνα, για παράδειγμα, αφού είναι ονομαστές ως κέντρα της μοραΐτικης Κλεφτουριάς. Από τη σύντομη περιγραφή τους θα φανεί πόσο ήμερα και ειρηνικά ζούσαν οι Τούρκοι, ίσα - ίσα μέσα στην καρδιά του μοραΐτικου, όπως θα τονε θέλει ο Καντηλώρος, Αρματολισμού, ενώ στ' Αρματολίκια της β. Ελλάδας, τα πιο βουνίσια βέβαια, ψυχή ζωντανή Τούρκου δε βλογούσε: «Ο μουκατάς (φορολογική περιφέρεια24) Δημητσάνας με τα δυο κυριότερα χωριά του Ζυγοβίτσι και Στεμνίτσα είναι χτήμα του Οσμάν, ενός από τους δώδεκα hodja-khians της Πόλης 25), που χαίρεται τα εισοδήματα με τη συφωνία να πληρώνει τρία πουγκιά σε κάποιο τζαμί κι άλλα τέσσερα στην Πόρτα για το χαράτσι. Ο αντιπρόσωπος του Οσμάν εισπράττει 12 πουγκιά από τον Χασάν - μπεη της Τριπολιτσάς. (δηλ. τον νοικιαστή) αδερφό του Αλή - εφέντη, και οι προύχοντες της Δημητσάνας (δεύτεροι νοικιαστές) πληρώνανε στον Χασάν μπεη 13 πουγκιά γι' αυτόν τον χρόνο (1805). Η δεκατιά πληρώνεται ένα στα εφτά. Ο ιδιοκτήτες της γης είναι όλοι Έλληνες· στη χώρα μέσα ζούνε 300 οικογένειες Ελληνικές»26 ).

Καρύταινα (από τα σημειώματα του Ρ. Παλαμίδη, πληροφορία που δόθηκε α’ αυτόν από τον Κανέλλο Ντεληγιάννη το 1841). Μέσα στην Καρύταινα κατοικούσαν Τούρκοι 650, οικογ. 130, άρματα 30. Η Καρύταινα είχε βόιβοντα και μπελούκ-μπαση με 30 Αρβανίτες. Στα Λαγκάδια ήταν Τούρκοι 216, οικ. 36 με 50 άρματα, και είχε και τζαμί. Στον γερο-Ντεληγιάννη (που του κόψαν οι Τούρκοι το κεφάλι κατά τα 1816) ανήκει ο έπαινος πως 29 χωριά της επαρχίας από τσιφλίκια Τούρκικα τα ‘καμε κεφαλοχώρια χριστιανικά. 27

Από τον κατάλογο που έβαλα στη σημείωση φαίνεται καθαρά πως στο λημέρι αυτό των Κλεφτών του Μοριά, στην Καρύταινα, τόπος αδειανός για Κλέφτες δεν υπήρχε, μα κι ο Μοριάς ολάκερος δεν ήτανε φτιασμένος από τη φύση να φυλάξει και να θρέψει αδάμαστη Κλεφτουριά, ώστε ο Τούρκος να αναγκαστεί να οργανώσει ντόπια αντίσταση από χριστιανούς, που να χτυπάνε και να συμμαζεύουνε τους Κλέφτες, πράμα που γίνηκε στη Ρούμελη με την οργάνωση την πολύ παλιά των Αρματολικιών, αφού η τούρκικη εξουσία κατάλαβε από την ίδια την ανάγκη της, πως ποτέ δε θα ξερίζωνε την Κλεφτουριά από τα κατσάβραχά της.

Το πιο παλιό παράδειγμα της παρουσίας Αρβανίτικου σώματος, που κυνηγάει Κλέφτες στον Μοριά, μας το δίνει ο Άγγλος περιηγητής R. Chandler στα 1765. Περνώντας από τους Δελφούς στη Βοστίτσα, είχε απαντηθεί κι εκεί με σώμα Αρβανίτικο, που κατάτρεχε τους Κλέφτες των Σαλώνων· βάνοντας το πόδι στον γιαλό της Βοστίστας, ηύρε ξαπλωμένους κάτου από τον περίφημο πελώριο πλάτανο ένα μπουλούκι απ’ Αρβανίτες (που φυλάγαν ίσως εκεί να μην περάσουν Κλέφτες Ρουμελιώτες κυνηγημένοι στον Μοριά). Ο περιηγητής θέλησε να μετρήσει τον κορμό του δέντρου, μα εκείνοι τονέ μποδίσαν, από πρόληψη. (Ταξίδι στην Ελλάδα, έκδ. του 1776, σελ. 286). Μιλώντας για τον Μοριά, βάνω χωριστά τη Μάνη με της παλιές καπιτανίες της, οργάνωση στρατιωτική που κρατούσε ίσως από τα Βυζαντινά χρόνια και πρωτύτερα. Βρίσκω όμως σ’ επίσημο έγγραφο του 1828, πως κατά τα 1775 Αρβανίτης καπετάνος με τους συντρόφους του ζήτησε από χωριό της Μάνης Παλιοχώρι «αρματολιάτικο», που θα πει θέλησε τ' Αρβανίτικα Ντερβένια, που ήταν εγκαταστημένα στον Μοριά, να τα σπρώξει και κατά τη Μάνη. Το Παλιοχώοι, υποθέτω, θα βρισκότανε στα σύνορα, τα τότε όχι καθαρά γραμμένα, που χωρίζανε τη Μάνη από τον καθαυτό Μοριά. Πέντε χρόνια πρωτύτερα, κατά τα Ορλωφικά, 1770, το χωριό Γούβες, επαρχία Μονοβασιάς, «κατεστράφη διά τας καπετανίας όπου περιείχε». 28 Εδώ λοιπόν φαίνεται πως κατά το παράδειγμα της Μάνης, αυτό το χωριό είχε δικό του καπετάνο χριστιανό. Χωρίς άλλο δεν είναι ο λόγος για Κάπο. Κατά τα 1799 ο Γάλλος περιηγητής Pouqueville (ταξίδι στον Μοριά τ. Α', σελ. 64) βρίσκει σ' όλα τα στενά της χώρας φρουρές στρατιωτικές, που κατατρέχουνε την Κλεφτουριά· κι οι φρουρές αυτές είναι χωρίς άλλο απ’ άταχτους Αρβανιτάδες. Ο Γάλλος αυτός περιηγητής ως εδώ γράφει την αλήθεια, όμως συχνά πέφτει σε λάθια σοβαρά, γιατί και το ταξίδι του ήτανε φανταστικό. Ο Pouqueville μ' άλλους πατριώτες του ταξιδεύοντας, για να γλιτώσουν από την τρικυμιά, ζητήσαν καταφύγιο στο Ναβαρίνο. Εκεί πιαστήκαν όλοι σκλάβοι, γιατί ο πόλεμος Τουρκίας και Γαλλίας ήτανε κηρυγμένος (ο Μποναπάρτης είχε βγει στην Αίγυφτο). Όλοι αυτοί οι αιχμάλωτοι με στρατ. συνοδεία πεζοί οδηγηθήκανε στην Τριπολιτσά και ριχτήκανε στο κάτεργο. Έτσι ο Pouq. είδε και γνώρισε με τα μάτια του τους δρόμους απ' όπου πέρασε, κι ό,τι άκουσε τ’ άκουσε από τους χωριάτες. Στην Τριπολιτσά έμεινε φυλακισμένος εφτά μήνες, κι από τη φυλακή έπειτα στάλθηκε διά ξηράς στην Πόλη. Αυτά τα βεβαιώνει ο Leak ο Άγγλος ο τόσο αξιόπιστος. 29 Στη φυλακή λοιπόν ζώντας ο «περιηγητής» σύναξε από προφορικά διηγήματα το υλικό για το ταξίδι του στον Μοριά. Η περιπέτειά του αυτή χρονολογείται από τον ίδιο κατά τα 1798. Ο Pouqueville όμως γράφει και κάτι άλλο ακόμα πιο παράξενο· πως ένας Ντερβεντζήμπασης (γενικός διοικητής των στενών) με μια ουρά (τούι), έχοντας έδρα του το Μεσολόγγι, «που βρίσκεται στην Αρβανιτιά», είχε την ευτύνη να φυλάει τα πασαλίκια του Μοριά και του Γριπονησιού. Το σαντζάκι της Εύριπος απλωνότανε σ' όλη τη Ρούμελη, μ’ αυτή την εξαίρεση· στο Κάρελι (Ακαρνανία) ο μουσελίμης διοριζότανε ξεχωριστά από την Πόρτα, γιατί τα δοσίματα ενός μέρους από το σαντζάκι αυτό ήταν ιδιοχτησία της Βαλιντέ-Σουλτάνας· οι επαρχίες πάλι της κεντρικής Ρούμελης Έπαχτος, Απόκουρο, Κράβαρα, Καρπενήσι, Πατρατζίκι και Δομοκός σκηματίζανε χωριστό σαντζάκι με πρωτεύουσα τον Έπαχτο, και τέλος ο Ασπροπόταμος (Πίνδος) και τ’ Άγραφα πηγαίνανε στο σαντζάκι των Τρικάλων. Αυτά ως τον καιρό που ο Αλήπασας ανάλαβε τη διοίκηση αυτών των περιφερειών, 1783 (από επίσημο ιστορ. χειρόγραφο). Ότι όμως το Μεσολόγγι χρημάτισε ποτέ έδρα πασά, γενικού Αρματολού Μοριά και Ρούμελης, είναι ψέμα.

Σημειώνω τώρα εδώ μερικά από τα Ντερβένια του Μοριά, που τα φυλάγαν Αρβανίτες Αρματολοί. Ο Άγγλος Dodwell ηύρε Αρβανίτικο Ντερβένι μεταξύ Πάτρας και Βοστίτσας, «όπου σταθμεύει Αρβανίτικη φυλακή· εκεί κοντά είναι μια θέση, που λέγεται Λαμπιρταμπέλια», πολύ γνωστή και σήμερα («Ταξίδι στην Ελλάδα» 1819, Α', σελ. 127). Ο Leak (Α', σελ. 58) απάντησε άλλο Ντερβένι, το περίφημο Κλειδί (ή Καϊάφα), στον δρόμο που φέρνει από την Ηλεία προς την Καρύταινα, θέση που και κατά την Επανάσταση του 1821 ήτανε, σπουδαία· ο περιηγητής όμως περνώντας το Κλειδί, 1805, γράφει: «Εδώ ήταν άλλον καιρό ένα Ντερβένι...», που σημαίνει πως κατά τα 1805 είχε καταργηθεί η Αρβανίτικη φρουρά. Άλλο Ντερβένι ήτανε κοντά στον Αχλαδόκαμπο, στον δρόμο που πάει από τ’ Άργος στη Τριπολιτσά. 30 Ο Leak γράφει: «Το χωριό Αχλαδόκαμπος ανήκει στο βιλαέτι του Άγιου Πέτρου, κι όπως όλα τα χωριά αυτής της επαρχίας, είναι κεφαλοχώρι. Ως ντερβενοχώρι διατηρεί με δικά του έξοδα μερικούς φύλακες για την ασφάλεια των δρόμων, και για την υπηρεσία που προσφέρνει δεν έχει την υποχρέωση να φιλοξενεί τους ταξιδιώτες. 31 Εδώ η φυλακή αυτή του Ντερβενιού είναι Αρβανίτικη πληρωμένη» (τ. Β', σ. 884). Άλλο Ντερβένι, στον καζά του Μυστρά, αντίκρυ από την Αράχωβα του Μαλεβού, βρίσκει ο Leak (τ. Α', σ. 124). Ταξιδεύοντας είχε μαζί του και συστατικά για τα Ντερβένια που βρισκόντανε στα σύνορα των Μπαρδουνοχωριών. Τα Ντερβένια αυτά τα φυλάγαν οι ίδιοι οι Μπαρδουνιώτες Τούρκοι. Κι αφού είμαστε στον Μυστρά, να τι γράφει ο Άγγλος Gell (Ταξίδι στα 1805): «Αφού περάσαμε ένα τραχύ μονοπάτι, ύστερα από δυο γύρους μπήκαμε σ' άλλο λαγκάδι, όπου ένα Ντερβένι από Τούρκους στρατιώτες. Δώσαμε 5 παράδες για το πέρασμά μας». Να και μια σημείωση από έγγραφο του 1828 : «Ο Ντερβεντζής της δεμοσιάς Μυστρά—Τριπολιτσάς επληρώνετο 3 χιλ. γρ., προ του 1821, κατ' έτος». Κατά το 1805 πέρασε ο Leak κι από το Μακρυπλάι, όπου τονέ φιλοξένησε ένας γέρος χριστιανός, «που νοικιάζει το Ντερβένι από τον βόιβοντα του Λονταριού· ο φόρος βγαίνει από τη μικρή πληρωμή που κάνουν οι διαβάτες» (Α', σ, 70). Λοιπόν κι εδώ έχουμε ντόπιο χριστιανό να νοικιάζει το Ντερβένι. Κατά τα 1812, ο περίφημος Άγγλος Hughes περιγράφει τα ίδια στενά: «Ένα Ντερβένι, είτε φρουρά τούρκικη, φυλάει το πέρασμα από την Αρκαδία στη Μεσσηνία· οι φύλακες δεν κάνουν τίποτε παρά τρώνε, καπνίζουν και ζητάνε μ’ επιμονή το μικρό τους φιλοδώρημα» (μπαχτσίσι 32) Ο Leak πάλι στα 1805 ηύρε άλλο Ντερβένι ψηλά στα Καλάβρυτα: «Τούρκος αγάς βαστάει έναν πύργο, κι εκεί είναι ένας χριστιανός καπετάνος με εικοσιπέντε αρματολούς, τ' όνομά του Μακρυβασίλης, που τον πληρώνει η επαρχία. Αυτός ο τρόπος της φυλακής των δρόμων από τους ληστές δείχνει πως η κατάσταση του τόπου μοιάζει κάπως με την Αγγλία επί βασιλέως Αλφρέδου, που έριχνε στα χωριά τα έξοδα και το βάρος της ησυχίας του τόπου από τους κλέφτες» (Β', σ. 106 33).

Από τα σημαντικότερα Ντερβένια του Μοριά θα ήταν το μεγάλο στενό που φέρνει από την Κόρινθο στον κάμπο τον Αργίτικο, κι είναι, σα να λέμε, η πόρτα του Μοριά. Ο Pouqueville, κατά τα 1799, περνώντας είδε κοντά στον Αϊ-Γιώργη της Νεμέας, στη θέση Κακή Σκάλα, «ένα πόστο από Αρβανίτες» (ταξίδι στον Μοριά, Α', σελ. 146). Στο δεύτερο ταξίδι του, 1805, περνώντας πάλι από τα περίφημα Ντερβενάκια, «οι ντερβεντζήδες τους δώσανε νερό» (ταξίδι στην Ελλάδα έκδ. α', Δ', σελ. 148). Βρίσκουμε λοιπόν από τα παλιά χρόνια ως τα 1805, ίσως και πιο κάτου, μια συστηματική οργάνωση των στενών, με φύλακες Αρβανίτες 34 και κάπου και πού κανένα σημάδι χριστιανικής φρουράς, έξω από την κανονική τάξη. Αντίθετα μ' ό,τι γινότανε στον Μοριά, η υπηρεσία των στενών της β. Ελλάδας ήτανε στα χέρια των Αρματολών κι όχι των Αρβανιτάδων. 35 Των Κάπων του Μοριά η υπηρεσία δεν είχε να κάμει τίποτε με τα στενά. Αυτή είναι η κυριότερη διαφορά των Αρματολών της Ρούμελης από τους Κάπους του Μοριά. Οι Μοραΐτες όμως συγγραφείς επιμένουν και καλά πως είχε κι ο Μοριάς Αρματολούς.

 

 

αρχή

 



 

Υπήρχαν Αρματολοί στον Μοριά; — Τι διαφέρει ο Κάπος από τον Αρματολό; — Μαρτυρίες και γνώμες περί Κάπων κι Αρματολών.— Πηγές γνωστές κι ανέκδοτες για το ζήτημα.— Περιφέρεια και χρέη των Κάπων. — Αντίθεση Προυχόντων και Κάπων. — Προσπάθειες υστερόχρονες να παρασταθεί ο Κάπος ως Αρματολός.

Έρχομαι, να δώσω μαρτυρίες ρητές για το ζήτημα αν υπήρξαν ή όχι Αρματολοί στον Μοριά. Ο Τ. Καντηλώρος (σ. 6) αφού αραδιάζει τους συγγραφείς που βεβαιώνουν την απουσία Αρματολών στον Μοριά, από την κατάχτηση των Τούρκων και κάτου, ύστερα καταπιάνεται ν' αποδείξει τ’ αντίθετο, πως Αρματολοί υπήρχανε και στον Μοριά· πράμα αδύνατο ν’ αποδειχτεί. Δυο πηγές έχει ο Τ. Κ. με τη γνώμη του· πρώτα του Φωτάκου, μα διστάζει κι ο ίδιος να την παραδεχτεί, και κάνει καλά. Ο Φωτάκος, όπως όλοι όσοι βρισκόντανε πολύ κοντά στον Θ. Κολοκοτρώνη, θέλει και καλά τους Κάπους να τους νομίζει Αρματολούς (έκδ. β', Α', σ. 28). Απομένει για τη γνώμη του Τ. Καντ. μόνο στήριγμα η απάντηση του Καποδίστρια στο 28ο ρώτημα των Δυνάμεων ανέκδοτο (αριθ. εγγρ. 17716 του αρχείου της Ιστορ. Εθνολ. Εταιρείας· 36 από το ρώτημα αυτό παίρνει την περικοπή που ακολουθεί: «Οι κοτζαμπασήδες εξέλεγον τους καπετάνους, ους επικύρωνε, τη συστάσει των, ο Μόρα Βαλεσής, επειδή δε η συνήθεια έχει παρά τοις Τούρκοις ισχύν μεγάλην, διετηρήθη και η συνήθεια του διορισμού Αρματολών καπεταναίων εν Πελοποννήσω ως δικαίωμα αστυνομικόν ενεργούμενον παρά των Ελλήνων μέχρι του 1805 (σ. χρόνος περίπου της καταστροφής των Κλεφτών του Μοριά). Έκτοτε όμως απηγόρευσεν ο Σουλτάνος τον διορισμόν χριστιανών καπετάνων και Αρματολών». Σ’ αυτή και μόνη την ύποφτη μαρτυρία στηρίζεται ο Καντηλώρος, κι απ’ αυτή θέλει να βγάλει το συμπέρασμα πως υπήρχαν Αρματολοί. Και πριν όμως από τη μαρτυρία αυτή η πεποίθηση του Καντηλώρου είναι ατράνταχτη, και γι’ αυτό γράφει: «Εν τούτοις είναι ευαπόδεικτον ότι υπήρξαν έμμισθα Αρματολίκια εν Πελοποννήσω, τουλάχιστον κατά την εποχήν της Μ. Αικατερίνης και εντεύθεν μέχρι της εξοντώσεως των Αρματολών κατά το 1806. Οι διατελέσαντες εις την υπηρεσίαν των προεστώτων ως σωματοφύλακες και εκτελεσταί διαταγών δεν ήσαν πράγματι Αρματολοί, αλλά Κάποι... Υπήρχον όμως και ανώτεροι, τούτων, οι Αρματολοί, αποτελούντες σώματα αυθύπαρκτα, διοριζόμενα υπό της εξουσίας...» (σ. 6). Η σοβαρότατη αυτή γνώμη, αν είχε κάποια βάση ιστορική, θα μπορούσε ν' ανατρέψει ένα ολάκερο κεφάλαιο της στρατ. ιστορίας του Μοριά· πού όμως θα μπορούσε να στηριχτεί μια τέτοια γνώμη; Η απάντηση που είδατε στο 28ο ρώτημα, και έγκυρη αν ήτανε, θα ήταν ανακρίβεια σκόπιμη, ανακρίβεια διπλωματική, για να δείξει στις Δυνάμεις πως κι ο Μοριάς, καθώς και η βορ. Ελλάδα, ήτανε χώρες μισοανεξάρτητες, με ντόπια προνόμια στρατιωτικής χωροφυλακής κλπ. Όμως στο 28ο έρχεται να δώσει την απάντηση το 24ο. Το σπουδαιότατο αυτό έγγραφο σώθηκε και πρωτότυπο στην αλληλογραφία του Μαυροκορδάτου (Γενικά Αρχεία, φάκ. του 1828), υπάρχει και τυπωμένο, συντομότερο, στη συλλογή Α. Μάμουκα, (τόμ. ΙΑ', σελ. 309). Δίνω εδώ μερικά στοιχεία από το έντυπο Μάμουκα: Η Πόρτα έστελνε πασά τριών ουρών (σ. τούι = φτερό, «τριών αλογοουρών», που είχανε τον τόπο τριών φτερών) με τ’ όνομα Μόρα Βαλεσή. 37 Δυο άλλοι πασάδες δύο ουρών, κάτου από τον Μόρα Βαλεσή, ήτανε φρούραρχοι Αναπλιού και Μοθώνης. Κάθε μια από τις 24 επαρχίες είχε ένα βόιβοντα, έναν καντή, δυο κοτζαμπασήδες... κι έναν καπού-μπελούκμπαση (αστυνόμο 38). Έστελνε η Πόρτα ακόμα και δυο αξιωματικούς αλαϊμπέηδες· απ' αυτούς ο ένας έμενε στην Τριπολιτσά κι ο άλλος στον Μυστρά, και «ήσαν αρχηγοί δύο πολεμικών καταστημάτων, λεγομένων σπαηλίκια» (σ. με τη φράση εννοεί στρατ. οργανισμούς 39).

Λοιπόν, κάθε επαρχία, κοντά στο σπαηλάραγα, είχε και τον μπουλούκμπαση Αρβανίτη· με τη βοήθεια αυτού του τελευταίου ο προύχοντας έδινε λόγο για την ασφάλεια. Είχε όμως ο ίδιος και είδος μικρής προσωπικής φρουράς από δέκα ως δεκαπέντε αρματωμένους χριστιανούς, που τους διόριζε με τη γνώμη και του βόιβοντα. Τα μικρά αυτά σώματα ήταν οι Κάποι, κι αρχηγοί τους οι Καπομπασήδες. Τα χρέη τους ήτανε χρέη αγροφυλάκων, όμως κάναν κι άλλα θελήματα, πιάναν τους μικροκλέφτες, τους κακοπληρωτές των φόρων, κι άλλα τέτοια. Από την τυφλήν υπακοή και ταπεινότητα που δείχναν οι Κάποι στους προύχοντες φαίνεται πως από κείνους ήταν κρεμασμένη η θέση τους. 40 Τ’ ασήμαντο αυτό σύστημα των Κάπων ο Καντηλώρος κι άλλοι θέλουνε να το παραστήσουν όμοιο με τ' Αρματολίκια της β. Ελλάδας, όπου η κάθε Αρματολ. περιφέρεια είχε 500 ντουφέκια στην υπηρεσία της, λιγότερα ή περισσότερα, κι είχε χρέος να φυλάει τα Ντερβένια.

Έρχομαι τώρα σε ντόπιες μαρτυρίες. Ο Α. Φραντζής (Γ', σ. 186) γράφει : «Κάποι ήσαν οι παρεμποδίζοντες την ζωοκλοπήν και άλλας ομοίας φύσεως κλοπάς» 41. Για το σύστημα των Κάπων μιλεί κι ο Μ. Οικονόμος στην ιστορία του (σελ. 43): «.... Ην δε η υπηρεσία των Κάπων αστυνομία τις διοικητική, κινητή και μεταβατική εκάστη, πανταχού της εν η διορίζετο επαρχίας, επαγρυπνούσα μη γίνει κλοπή τις δια ρήξεως, αναβάσεως ή οπωσδήποτε ζωοκλοπή· υπεύθυνος ν’ ανακαλύπτει τους τε κλέπτας και τα κλοπιμαία...». Κατά τα 1836 φιλονίκησε η εφημ. «Αθηνά» με τον «Σωτήρα» απ’ αφορμή του Δ. Πλαπούτα εχτρού των Ντεληγιανναίων. Ανταποκριτής της «Αθηνάς» από την Τριπολιτσά, φύλλο της 13 Μαγιού 1836, γράφει: «Αρματολοί και καπετάνοι, λέγει ο «Σωτήρ», δεν υπήρξαν εις Πελοπόννησον, αλλά Κάποι μισθωτοί... Ας υποθέσομεν ότι δεν ονομάζοντο Αρματολοί, αλλά Κάποι· μήπως το όνομα αλλάζει τα πράγματα;...». Αλλάζει και πολύ μάλιστα, απαντάω εγώ. Η υπηρεσία των Κάπων ήταν εξάρτημα της υπηρεσίας του κοτζάμπαση, που τονέ διόριζε· η υπηρεσία των Αρματολών, στη Ρούμελη, δεν άκουε τον κοτζάμπαση παρά τον πασά, και καταντούσε συχνά σε τρομερούς πολέμους με την Κλεφτουριά, ενώ τον Κλέφτη του Μοριά τον κυνηγούσε ο Αρβανίτης πάντα, κι όχι ο Κάπος. Φυσικά κι από τους Κάπους του Μοριά βγήκανε σπουδαίοι στρατιωτικοί του Ιερού αγώνα, όχι γιατί μορφωθήκανε στην υπηρεσία του Κάπου, αλλά του Κλέφτη, πρώτα απ’ όλα. Κι οι Κάποι συχνά σκοτώνονταν από την τούρκικη αρχή, άμα κάνανε κρυφά τον Κλέφτη. Των Κάπων η δουλειά ήτανε περισσότερο ειρηνική παρά πολεμική, αφού, καθώς είπα, ποτέ δε μαλώνανε με τους Κλέφτες. Των Αρματολών της β. Ελλάδας η ζωή ήταν ένας ακοίμητος πόλεμος μ’ αυτούς. Σε καιρό ειρήνης πάλι η υποχρεωτική γυμναστική των αρμάτων, η διοίκηση από τον καπετάνο εκατοντάδων άγριων παλικαριών και η υπεύτυνη φροντίδα για την ησυχία πληθυσμών, που ποτέ δεν άφηναν από τα χέρια τ’ άρματα, κι ο Κλέφτης ο κατατρεγμένος που συχνά στρατολογούσε παλιούς Αρματολούς δυσαρεστημένους, γιατί γυρεύανε να πάρουνε τ' Αρματολίκι από τους άλλους, όλ’ αυτά βοηθούσανε στην πολεμική γύμναση του Αρματολού και κάναν τη ζωή του πάντα έτοιμη στον πόλεμο. Mε άλλα λόγια η οργάνωση των Κάπων του Μοριά ήτανε μια μικρογραφία, μια εικόνα ασχημάτιστη, άπλαστη, πρωτόλουβη του μεγάλου οργανισμού των Αρματολών.

Ας δούμε τώρα τους ξένους που γράψανε για το ζήτημα. Πρώτα απ’ όλα δε θα ‘πρεπε κανείς να κάνει λόγο για του Pouqueville τη γνώμη· η ίδια σύχυση βρίσκεται και στο πρώτο του φανταστικό ταξίδι του Μοριά και στο δεύτερο της Ελλάδας και στην ιστορία της Ελλ. Επανάστασης. (Πρβ. ταξίδι της Ελλάδας, έκδ. β', Δ', σ. 238). Ο Leak, πολύ περιστατικός στις περιγραφές του, στο Ταξίδι του Μοριά, που το ‘καμε κατά τα 1805-6, ενώ περνάει, από χωριό σε χωριό και κάνει λόγο για τον πληθυσμό, τη γη, τους φόρους, τα Ντερβένια, και ίσα-ίσα έχει, αυτή την αφορμή των Ντερβενιών, πουθενά δε μιλεί γι’ Αρματολούς χριστιανούς στον Μοριά, και ξέρει πολύ καλά τι θα πει αυτό το πράμα από τ’ άλλο ταξίδι του στη β. Ελλάδα.

Δεύτερος έρχεται ο περίφημος εκδότης των λαϊκών τραγουδιών μας, ο Fauriel, με τη σπουδαία ιστορικήν εισαγωγή του. Ο Fauriel πρώτα κάνει λάθος βεβαιώνοντας πως, πριν από την κατάχτηση την τούρκικη, δεν υπήρχαν Αρματολοί, και μάλιστα ούτε τ’ όνομά τους ήτανε γνωστό στην Ελλάδα.

Όσο για τον Μοριά, ρητά κι αυτός βεβαιώνει πως και μετά την κατάχτησή του ποτέ δεν είχε Αρματολούς. Ο Carrel στη σύντομη ιστορία των νεότ. Ελλήνων (έκδ. β', 1829, Παρίσι, σελ. 81 -95) καυχιέται με το δίκιο του πως, αφού διάβασε την εισαγωγή του Fauriel, προσπάθησε να εξακριβώσει, μιλώντας με μορφωμένους Έλληνες (έκαμε πρόξενος στην Ανατολή) κι ηύρε κάποιες διαφορές σ' όσα γράφει ο Fauriel για τους Κλέφτες κι Αρματολούς. Όσο για τον Pouqueville δεν τον παραδέχεται άξιο μπιστοσύνης. Γράφει λοιπόν ο Carrel: «Το σύστημα των Αρματολών, που κατά την εποχή της συνθήκης του Πασσάροβιτς (1718) βρισκότανε στην ακμή του, αρχίζοντας ανατολικά από τον ποταμό Βαρδάρη ως τα νότια σύνορα της Λειβαδιάς και της Αττικής, δεν πέρασε ποτέ στον Μοριά μαζί με τους Τούρκους. Ο ισθμός της Κόρινθος στάθηκε πάντα το τελευταίο του σύνορο, μεσηβρινά της Ελλάδας, ούτε βρίσκονται πουθενά στον Μοριά σημάδια από τα τοπικά εκείνα προνόμια (capitulations), που κατά την άλλη Ελλάδα μετριάζανε με διάφορους τρόπους την κυριαρχία των Τούρκων». Τελευταίον από τους αξιόπιστους ξένους βάνω τον Άγγλον ιστορικό Gordon: «Οι Τούρκοι, ενώ αναθέτανε στον αρματωμένο λαό των Μεγάρων (σημ. τον βουνίσιον πληθυσμό των Γερανιών, όπου τα λεγόμενα Μεγάλα Ντερβένια με το περίφημο και τελευταίο στη σειρά Αρματολίκι της Ρούμελης) να υπερασπίζεται τα στενά που μπάζανε στον Μοριά, ποτέ δεν είχαν οργανώσει Αρματολούς μέσα στη χερσόνησο, άλλα άμα ήταν ανάγκη αντίστασης κατά των Τούρκων, τον τόπον των Αρματολών τον πιάναν οι ληστές (σ. Κλέφτες), που λημεριάζανε στ' απάτητα κατατόπια τους, κι ο πολεμικός κι ανεξάρτητος λαός της Μάνης» (Ιστ. της Ελλην. Επανάστ., 1832, τ. Α', σ. 29). Περιττό να προσθέσω τη γνώμη του Άγγλου ιστορικού Emerson, που αντιγράφει τον Carrel. Κι ο ιστορικός Finlay όμως, που έζησε και πέθανε στην Ελλάδα, γράφει (Ιστορία της Ελλην. Επανάστ., έκδ. β', τ. Α', σ. 26): «Οι προύχοντες (του Μοριά) γενικά διατηρούσανε λίγους αρματωμένους φύλακες πρώτα για να επιβάλουν τ’ αξίωμά τους και να συνάζουν τους φόρους, και ύστερα να τους φυλάνε τα χτήματά τους. Ταχτικοί όμως Αρματολοί ποτέ δεν υπάρξανε στον Μοριά».

Άλλες ντόπιες μαρτυρίες. Για την ύπαρξη Κάπων κι όχι Αρματολών το χειρόγρ. Παπατσώνη γράφει: «...Με τον Αγγελή Πέτροβα, φίλοι στενοί μετ' αυτού, διότι ο παππούλης ημών τον μετεχειρίζετο πάντοτε ως Καπόμπασην εν τη επαρχία (σ. Αντρούσας) και ωφελείτο ουκ ολίγον». Ο Α. Φραντζής (Β', σ. 150, σημ.): «Ο Κόλιας Πλαπούτας είχε διορισθεί παρά της Οθωμ. εξουσίας (;) Καπόμπασης επί των κλεπτών των κλεπτόντων ζώα…, όστις έχων υπό την οδηγίαν του εν σώμα υπομισθίων στρατιωτών, διετήρει την ησυχίαν και ευταξίαν εμποδίζων τας αρπαγάς των ζώων και άλλα είδη κλοπής, αφού δε εγήρασεν ο Κόλιας, διεδέχθησαν την υπηρεσίαν αυτήν οι δύο υιοί του Δ. και Τ. Πλαπούται (οι και Κολιόπουλοι)». Για το ίδιο πρόσωπο τα ίδια βεβαιώνει κι ο Φιλήμονας στην Ιστορία του: «Ην δε ο Κόλιας Πλαπούτας εις των Αρματολών 42 διοριζόμενος περιοδικώς Καπόμπασης, ήτοι επί της καταδιώξεως της ζωοκλοπής και της ησυχίας της Γόρτυνος» (Γ', σ. 409 43).

Με το πρώτο ντουφέκι που ακούστηκε στον Μοριά, Μάρτη του 1821, ο παλιός στρατιωτικός Μοραΐτης, Κλέφτης ή Κάπος, σήκωσε κεφάλι, κι άρχισε αμέσως η κατάρα του χωρισμού σε δυο κόμματα, των παλιών προυχόντων από τη μια μεριά και των πολεμικών από την άλλη. Στην ολέθρια αυτή φιλονικία πρωτοστάτησε ο Θ. Κολοκοτρώνης, μα αγαθός καθώς ήτανε δεν έβγαινε ποτέ από τα φοβερίσματα. Αν έκανε κακό ξυπνώντας τα παλιά αυτά μίση στην πατρίδα του, μες τον κοινόν αγώνα, η ζωή όμως των παλιών εχτρών του δεν κιντύνευε μ' όλες τις φοβέρες του. Οι Πλαπουταίοι όμως, εχτροί κι αυτοί των Ντεληγιανναίων, ήτανε πιο επικίντυνοι, και θα φτάνανε και στα αίματα, αν δεν τους κρατούσε ο Γέρος κι άλλοι. Το φαινόμενο είναι ανάλογο μ' ότι γίνηκε στη Ρούμελη, μα οι Ρουμελιώτες ήτανε πολύ άγριοι, και τα μίση ανάμεσα στους παλιούς Κλέφτες ή Αρματολούς και τους κοτζαμπασήδες (που ο Αλή πασάς τους είχε δώσει πολύ πιο μεγάλη δύναμη παρά πρωτύτερα) φέρανε μεγάλα φονικά· οι Γριβαίοι σφάξαν τους προύχοντες Χασαπαίους στη δυτ. Ελλάδα, οι Κοντογιανναίοι τους Χατζίσκους στην ανατ. Ελλάδα, ο Καραϊσκάκης στ’ Άγραφα, κατά τα 1822, κυνήγησε τους Τσολάκογλους της Ρεντίνας, σ' αρκετές άλλες επαρχίες άρχισε ντουφέκι (στη Ναυπακτία, Καναβαίοι - Σωτηραίοι κλπ.), μα θυμηθείτε και την έχτρα του Αντρούτσου με τους προύχοντες της Λειβαδιάς και τόσα άλλα.

Γυρίζω στους Κάπους. Με τα μίση, που άναψε η Επανάσταση, κανένας απ' αυτούς δε θέλει να θυμάται πως χρημάτισε Κάπος μια φορά, και μάλιστα όσοι φίλοι του Κολοκοτρώνη, κι ο ίδιος περισσότερο, ούτε να προφέρουνε τη λέξη αποφασίζουν. Ο Θοδωράκης γράφει για τον εαυτό του: «Σαν εκαθόμαστε εκεί (στη Μάνη), άλλα μπουλούκια Κλέφτες μ' έβαλαν αρματολό εις την επαρχίαν του Λεονταριού κατά των κλεφτών, και εμπόδιζα το βιλαέτι με χατίρι». (Αυτοβιογρ. σ. 9). Εδώ ο Γέρος δε μιλεί σωστά· αφού προστάτευε την επαρχία κατά των κακοποιών (κλεφτών) δεν τονέ διορίσαν οι Κλέφτες, αλλά οι κοτζαμπασήδες του τόπου. Και στη σελ. 10: «Εμείναμε δύο χρόνια Κλέφτες· έπειτα είδαν πως δεν ειμπορούν να μας κάνουν τίποτε, και μας έβαλαν πάλε αρματολούς· είχα το Λεοντάρι και την Καρύταινα, έκαμα 4 - 5 χρόνους αρματολός». Ποιοι τονέ διορίσαν Κάπο (όχι Αρματολό); Οι κοτζαμπασήδες, και για να μείνει ο Θοδωράκης 4 - 5χρόνια Αρματολός (γρ. Κάπος) ζώντας ειρηνικά, και να μη τον επιβουλευτεί η τούρκικη εξουσία, θα πει πως δεν είχε αφορμή περασμένη να τον κατατρέξει. 44 Σελ. 12 γράφει πως, αφού τέλειωσε ο αδερφικός πόλεμος της Μάνης, όπου είχε πάει κρυφά να βοηθήσει, γύρισε «στο αρματολίκι του», δηλ. στο καπιλίκι. Και σελ. 14, σελ. 18, τα ίδια μιλεί για Αρματολίκια, πράματα ανύπαρχτα, ενώ θέλει να πει για καπομπασηλίκια. Τα ίδια περίεργα γράφει ο Θοδωράκης και για τον πατέρα του, σελ. 5: «Ο πατέρας μου ήτον αρχηγός των αρματολών (γρ. Καπόμπασης) εις την Κόρινθον· κάθεται εκεί 4 χρόνους· αναχωρεί από την Κόρινθον διά την Μάνην· έβγαινεν από την Μάνην και εκυνηγούσε τους Τούρκους». Κι εδώ βλέπουμε τον Καπόμπαση να ζει 4 χρόνια ειρηνικά κοντά στον δυνατό κοτζάμπαση —κι ο Θοδωράκης να ντρέπεται μήτε το όνομα του Νοταρά να προφέρει. Ο Μ. Οικονόμος, που χρημάτισε ιδιαίτερος του Θοδωράκη, γράφει στην ιστορία του σ. 47: «Εις την Καρύταιναν ως Κάποι διεδέχθησαν τους Κολοκοτρωναίους οι Πλαπούται». Όμως κι ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης τα μασάει μιλώντας στη Γερουσία: «Η Ελλάς έκπαλαι είχε στρατιωτικούς τους λεγομένους αρματολούς· και όταν ούτοι περί τας αρχάς του ενεστώτος αιώνος κατεστράφησαν εν τη Πελοποννήσω, διετηρήθησαν όχι ολίγοι εξ αυτών υπό το όνομα Κάποι εις την Πελοπόννησον...» (Πρακτικά της Γερουσίας, περ. Β', σύν. β', σελ. 275). Οι Κάποι δεν ξεφυτρώσανε στον Μοριά μετά τον χαλασμό των Κλεφτών (και όχι Αρματολών, όπως τους λέει), δηλ. στα 1805-6· οι Κάποι βρίσκονται στον Μοριά, ως ένα αναγκαίο φαινόμενο, από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των Τούρκων.

Πρέπει εδώ να προσθέσω λίγα περίεργα για τους Κάπους. Ενώ η οικογένεια Κολοκοτρώνη άργησε να πολιτευτεί στην επαρχία της καταγωγής της, επί Όθωνα και Γεωργίου, ο καβγάς Ντεληγιανναίων - Πλαπουταίων ξάναψε άγριος, και βάσταξε από τις αρχές της βασιλείας του Όθωνα ίσαμε τα 1872, και τα μίση αυτά τα ‘καμε αγριότερα ο εκλογικός αγώνας, φόνοι ακολουθήσανε κλπ. Η εφημ. «Σωτήρ» έχοντας το μέρος των Ντεληγιανναίων, αφού βεβαιώνει πρώτα πως «Αρματολοί και Καπετανάτα ποτέ εις την Πελοπόννησον δεν υπήρξαν, μισθωτοί όμως Κάποι πάντοτε», έρχεται στον Δημ. Πλαπούτα τετράρχη (σ. = ταγματάρχη της Φάλαγγας εν ενεργεία, δηλ. διοικητή τετετραρχίας Αγωνιστών) και γράφει πως Κάπος εστάθη και ο Δ. Πλαπούτας και ο πατέρας του Κόλιας, καθώς και τόσοι Άλλοι (γρ. Κολοκοτρωναίοι) διατελούντες εις την υπηρεσίαν των κυρίων Δεληγιάννηδων κλπ... «Αν πρόκειται να αποδειχθεί τις οφείλει εις τον άλλον ευγνωμοσύνην, ο Κάπος εις τον άρχοντά του ή ούτος εις τον Κάπον του, αφήνομεν το κοινόν να κρίνει». Παρακάτου κατηγοριόνται οι Πλαπουταίοι γι’ αχαριστία· στα 1820, όταν ο Δ. Πλαπούτας πληγώθηκε από τους σπαήδες στην Αλωνίσταινα, και κατατρεχότανε για θάνατο, τότε στο σπίτι των Ντεληγιανναίων ηύρε γιατρειά, κι έσωσε τη ζωή του από τον κατατρεγμό της Πόρτας, και η οικογένεια του όλη σ' αυτούς χρωστάει το ψωμί της για πολλά χρόνια, αφού τρεις φορές τα σπίτια των Πλαπουταίων τα κάψαν Τούρκοι, και οι Ντεληγιανναίοι τα ξαναχτίσανε με δικά τους έξοδα. Σε αυτές όλες τις κατηγορίες (που κάνουν τιμή και στο ένα σπίτι και στ’ άλλο) απαντάει στην εφημ. «Αθηνά», 16 Ιουν. 1836, ανταποκριτής από την Τρίπολη: «Όταν ο γέρο-Ντεληγιάννης κατατρεχόταν από τον «χασεκή» Παλαμίδη (σ. Μοραγιάννη ευνοούμενο) κι άλλους εχτρούς του, ο Κόλιας Πλαπούτας 45 τον έκρυψε και τον έσωσε· 4 χιλ. βενετικά του τάξανε να τον προδώσει, μα εκείνος προτίμησε την τιμή του. Όταν οι Ντεληγιανναίοι κατατρεχόνταν από τον Βελή-πασά, ποιος τους έσωσε; Οι Πλαπουταίοι. Όταν σκοτώθηκε ο γερο-Ντεληγιάννης, οι Πλαπουταίοι φυλάξανε και θρέψαν τα παιδιά του· ας θυμηθούν τα κατατόπια της Λακαμάδας και Λουπινιάρας (;), όπου τους φυλάγανε κρυμμένους. Ο Δ. Πλαπούτας συνόδεψε τον Θοδωράκη και τον Κανέλλο Ντεληγιάννη ως τη Μάνη, και τους έβαλε στο καΐκι για να πάνε στη Πόλη, κι ο ο Γ. Πλαπούτας φύλαξε τ’ άλλα αδέρφια τους από τους Τούρκους. Όταν ο Δ. Πλαπούτας πληγώθηκε στην Αλωνίσταινα όχι το 1820, αλλά το 1818 46 τότε οι Ντεληγιανναίοι στείλανε τον Αβδούλη Λαγκαδινό, μπουλούμπαση και γείτονά τους, να σκοτώσει τους Πλαπουταίους, κι αφού δε μπορούσε να τους πιάσει, έσφαξε δυο αθώους Παλουμπαίους, τον Λούβρη και τον Ρόδη σκετικούς». Τα μίση αυτά ανάψαν και κορώσαν αργότερα, κατά τα 1845. Μιλώντας η εφημ. «Καρτερία», 23 Μαγιού 1845, για τους λεγόμενους «οδηγούς», παλιούς ντόπιους στρατιωτικούς, που ξέρανε τα κατατόπια κι οδηγούσαν τον στρατό στην καταδίωξη της ληστείας, τους συγκρίνει με τους Κάπους, «τους οποίους διά να οικονομήσει η βάρβαρος και μωρά των Οθωμανών εξουσία άφηνεν ελευθέρους, υπό το πρόσχημα της καταδιώξεως άλλων κακούργων, να τυραννώσι και διαρπάζωσι τον φιλήσυχον λαόν υπό την προστασίαν αυτής της κυβερνήσεως». Ας μη φτάσουμε ως τα εκλογικά του 1872. Εδώ τελειώνει η κάπως παρατραβηγμένη μελέτη περί Κάπων.

 

 

αρχή

 



 

Κλέφτες στον Μοριά. — Χαραχτήρας τους ηθικός. — Μέσα και τρόπος της ζωής τους. — Διαφορά από τους Κλέφτες κι Αρματολούς της Ρούμελης. — Κλέφτες, από τα 1715-1769, στον Μοριά. — Αδύνατη η ύπαρξη Αρματολών στον Μοριά. — Φανταστική Αρματολική ομοσπονδία».

 

Αφού είπα ό,τι είχα να πω για τους Κάπους, έρχομαι σ' άλλο σπουδαιότερο ζήτημα, τους Κλέφτες του Μοριά. Δε φτάνει που οι θαμαστές της δόξας των Κολοκοτρωναίων τους Κάπους, σώνει και καλά, επιμένουν Αρματολούς να τους κάμουνε, μα ακόμα και τους Κλέφτες θέλουνε κι αυτούς να τους αρματολίσουν. Πρώτος ο Θοδωράκης στην αυτοβιογραφία του δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σ' Αρματολούς και Κλέφτες. Θα ιδούμε παρακάτου τι γράφει γι’ αυτούς. Δε μιλεί βέβαια για Κλέφτες και γι’ Αρματολούς του Μοριά καθαρά, και γι’ αυτό μας υποχρεώνει να παραδεχτούμε πως εννοεί Κλέφτες κι Αρματολούς της Ρούμελης μαζί και του Μοριά. Ο Θοδωράκης είναι πολύ σύντομος στη διήγηση των προ του 1821 χρόνων (σελ. 1-49) και περιγράφοντας τη ζωή την αρματολική ξοδεύει μια σελίδα μοναχά. Ο έγγονός του ο Φαλέζ πλουτίζει μ’ άπειρα στολίδια του ένδοξου παππού του το φτωχικό θυμητικό, και φανερός γίνεται ο σκοπός του να εξηρωίσει και να εξαρματολίσει την κατατρεγμένη και δυστυχισμένη Κλεφτουριά, και μάλιστα την προγονική δική του. Κι απορεί κανείς πού ηύρε ο Φαλέζ όλους αυτούς τους ιστορικούς θησαυρούς, ενώ ο Γέρος ιδέα δεν είχε απ’ αυτούς κι ο Γενναίος το ίδιο —κι ενώ άλλον κανένα παλιόν Κολοκοτρώνη δεν αξιώθηκε ο λογιότατος αυτός της ιστορικής οικογένειας να δει και ν’ ακούσει. Θα ξετάσω λοιπόν και του Φαλέζ τα γραφόμενα για να ευκολύνω τον αναγνώστη να κρίνει αν έχουν αυτά μέσα τους καμιάν αληθινή παράδοση. Ο Τ. Καντηλώρος βρίσκει κι αυτός νοστιμάδα να μην ονομάζει τους Κλέφτες του Μοριά με τ’ όνομά τους, παρά τους θέλει Αρματολούς. Ασπάζεται όλα όσα γράφει ο Θοδωράκης για τον «Αρματολισμό» του Μοριά και προσθέτει κι άλλες δικές του γνώμες: «Υπήρχον όμως και ανώτεροι τούτων (των Κάπων) οι Αρματολοί, αποτελούντες σώματα αυθύπαρκτα, διοριζόμενα υπό της εξουσίας, ταύτα δε, επί της αρχηγίας τουλάχιστον του Ζαχαριά, υπερέβησαν κατά τον οργανισμόν και αυτά τα της Στερεάς, διότι οι Αρματολοί των 24 επαρχιών του Μοριά συνησπίσθησαν εις ομοσπονδίαν εξασφαλίσασαν την διατήρησίν της με σουλτανικά φερμάνια, επί μίαν δε εικοσαετίαν έδρασαν σχεδόν ανενοχλήτως, ως διά μακρών θα αποδείξομεν» (σ. 6).

Πώς όμως θα υπήρχε ομοσπονδία Αρματολών, αφού Αρματολοί ποτέ δεν υπάρξανε στον Μοριά; Ύστερα απ’ όσα έγραψα πιο πάνου, την επιμονή του Τ. Κ. πως και καλά υπάρξαν Αρματολοί, την κρίνω λάθος ιστορικό που πρέπει βαριά να κατακριθεί, γιατί έχει σκοπό ν' ανατρέψει την αληθινή ιστορία. Ο Ζαχαριάς ποτέ δεν υπήρξε Αρματολός παρά μοναχά Κλέφτης, κι όσο για την ομοσπονδία και τα φερμάνια της θα τα ξετάσω παρακάτου και τα δυο, και λέω εδώ μοναχά πως στηρίζονται σε χειρόγραφο σκόπιμα πλασμένο ίσα-ίσα για τη διαστροφή της ιστορίας. Και παρακάτου (σελ. 11) ο Τ. Κ. γράφει πάλι: «Θα ήτο πλάνη δεινή αν εφαντάζετο τις τους Αρματολούς (γρ. Κλέφτες) της Πελοποννήσου ζώντας ως ληστάς εν απομονώσει εις τα βουνά. Εκ της ζωής εκάστου μήνες μόνον ή έτη τινά διέρρεον εκ περιτροπής εν διωγμώ. Διότι η Τουρκ. εξουσία ευρεθείσα εις την ανάγκην να τους αναγνωρίσει (σ. δεν τους αναγνώρισε ποτέ), τους εμισθοδότει γενναίως (!), ούτω δε είχον ησφαλισμένην την ζωάρκειαν. Δεν κατώκουν εις τας πόλεις, εν αις υπήρχον και τουρκικαί οικογένειαι, απετέλουν όμως μέλη της Ελλην. κοινωνίας, ης τα συμφέροντα προήσπιζον κατά των αυθαιρεσιών των αγάδων. Ήσαν και αυτοί υπάλληλοι, μη λαμβάνοντες όμως τας διαταγάς αμέσως παρά του βοεβόδα ή του Μόρα βαλεσή». Και παρακάτου: «Είχον δε εξωτερικήν παράστασιν λίαν επιβάλλουσαν. Έτρεφον ωραίους ίππους (!) πολυτελώς επεστρωμένους, ενεδύοντο μεγαλοπρεπώς. Τον χειμώνα έβαζαν θώρακας (τσαπράζια), εις τας εορτάς και πανηγύρεις απήστραπτον εκ καθαριότητος, τα δε αργυρά και χρυσά της πανοπλίας των ενεποίουν θάμβος. Η λερή φουστανέλα εχρησιμοποιείτο μόνον κατά τας εκστρατείας... Κατά τον άλλον καιρόν οι Αρματολοί (γρ. Κλέφτες) ετύγχανον της περιποιήσεως της οικογενείας των και ήσαν ευπροσωπότατοι» (σ. 12). Σε αυτά όλα τα πράμματα απαντώ με τη σειρά.

Ό,τι εμείς οι Έλληνες λέμε Κλέφτες και οι άλλοι Ευρωπαϊκοί λαοί με διάφορα άλλα ονόματα είναι φυσικό γέννημα κάθε φιλελεύτερου λαού, που έπεσε στης σκλαβιάς τα σίδερα. Δε μπορούσε λοιπόν παρά κι ο τόσο φιλελεύτερος και ζωτικός λαός του Μοριά να βγάλει αυτό το περίεργο φύτρο, που φυτρώνει σε κάθε Ελληνικό βουνό. Η πρώτη βέβαια αφορμή που κάνει έναν άντρα να πάρει τα βουνά, να βγει στο μεϊντάνι, όπως θέλετε, είναι προσωπική αφορμή. Για όλους τους σημαντικούς Κλέφτες κι Αρματολούς η αρχή του πολεμικού σταδίου τους έχει να κάμει πάντα με προσωπική αφορμή. Προσβολή στης τιμής το αίστημα, αρπαγή της ιδιοχτησίας, κατάχρηση στη φορολογία, πληγή είτε φόνος συγγενικός, τέλος τ’ «άδικο» που ποτέ ο Ρωμιός δεν το χωνεύει, άμα μάλιστα τον αγγίζει στη φιλοτιμία του —άδικο που μπορεί να ‘ναι και δίκιο— σπρώχνουν τον αδάμαστο χωριάτη στο πρώτο έγκλημα κατά του αδικητή. Το δεύτερο έπειτα έγκλημα, και τ’ άλλα, συχνά η σκληρή ανάγκη τα επιβάλλει· ο φυγόδικος —ας τον πούμε με τον νεολογικόν αυτόν όρο— θα πάρει με τη βία την τροφή του, αρχίζει μάλιστα από τον ομόφυλο, τον συχωριανό του, μα δεν αργεί να προχωρήσει και να βάλει χέρι και στον ξένο, τον καταχτητή. Κι αφού ο πρωτόβγαλτος αυτός Κλέφτης κανονίσει κάπως τον τρόπο της διατροφής του, έρχεται κατόπι ο πόθος του πλουτισμού, της εκδίκησης κλπ.

Ο Carrel (έκδ. β', σ. 116—118) παρασταίνει τη Μοραΐτικη Κλεφτουριά πως πρωτοβγήκε μετά τη φυγή των Βενετσάνων. «Οι πρόσφυγες του μεταξύ Βενετσάνων και Τούρκων πολέμου αρχίσανε να γυρίζουνε στον τόπο τους, μα οι μπέηδες κι αγάδες, που πήρανε τη θέση των Βενετσάνων ευγενών, μεταχειρίστηκαν τους Μοραΐτες σα ζώα, ενώ και οι Βενετσάνοι φεύγοντας κάμαν ό,τι μπορούσανε να μην αφήσουνε στους Τούρκους άλλο από ρείπια, όμως και σ' όλα τα τελευταία χρόνια της διοίκησης τους φερθήκανε σαν τύραννοι και σαν άρπαγες». Αυτά ο Carrel τα γράφει σαν πράματα που ερχόντανε κοντά στον νου, όμως άλλη ήταν η αλήθεια. Κι ο Φραντζής (Α', σ. 2-6), παραδέχεται πως μετά την κατάχτηση του Μοριά βγήκαν οι πρώτοι Κλέφτες. 47 Κι απ' όλα όσα θα διαβάσετε στην πιο πάνου σημ. βγαίνει μια ρομαντική ζωγραφιά της Κλεφτουριάς του Μοριά, που οι τοπικιστές λογιότατοι Μοραΐτες, οι υστερόχρονοι, και πρώτος ο Φραντζής, με φιλότιμο ζήλο θελήσανε να τη μεταφέρουν απ' τη Ρούμελη. Όμως αυτή δεν ήταν η τραγική αλήθεια, όσο για τη Ρούμελη. Ο συστηματικός φόνος Τούρκων, τα πανηγυρικά μπαϊράκια και οι εισβολές των Κλεφτών σε χώρες και χωριά ποτέ δεν ήτανε κι εκεί συνηθισμένα πράματα, κάθε άλλο μάλιστα· χώρα πάλι σπάνια πατήθηκε από Κλέφτες· τα μπαϊράκια τα σηκώναν οι Κλέφτες άμα φτάνανε στην τελευταία απελπισία κλπ. Η περιγραφή του Φραντζή είναι ποιητική εικονογραφία που δεν έχει καμιά σκέση με την αλήθεια την πεζή.

Η εμφάνιση των Κλεφτών στον Μοριά, αμέσως μετά την κατάχτησή του από τους Τούρκους, είναι πράμα ανακριβέστατο. Οι Τούρκοι μ’ όλη την τυραννία και τη βαριά φορολογία τους καταστήσανε σιδερένια τάξη στον Μοριά· την τάξη την ακολούθησε η ευτυχία η οικονομική και η ησυχία η κοινωνική. Ο Παν. Παπατσώνης στα χειρόγρ. απομνημονέματά του γράφει: «...Αποκατασταθέντων των Τουρκών, ευημερούσαν και οι Χριστιανοί, φυλάττοντες (το χειρόγρ. «φυλάττων») ακριβώς τας συνθηκολογίας όσας έκαμον εις τας Θήβας, 48 μέχρι των 1769, και όλοι οι τότε Χριστιανοί έλεγον· «Εις τον καλόν καιρόν αυτόν μέχρι του 1769». Η ευτυχία του Μοριά — κι απ’ άλλες πηγές το ξέρουμε— ως την εποχή των Ορλωφικών είχε μείνει παροιμιακή. Έχουμε όμως και μιαν άλλη αξιόπιστη ξένη, αν και μερική, μαρτυρία, του Άγγλοου Leake (Ταξίδι στον Μοριά τ. Β', σ. 120). Περιγράφοντας το χωριό των Καλαβρύτων Νεζερά, χωριό βουνίσιο με τα νερά του κλπ. γράφει, 1805, πως το χωριό αυτό υπόφερε πολύ από τους Αρβανίτες κατά τον Ρωσικόν πόλεμο (1770). «Πρωτύτερα απ’ αυτόν τον πόλεμο ήτανε τόσο καλή η κατάσταση, που οι πρόξενοι της Πάτρας είχαν τη συνήθεια να περνούν εκεί το καλοκαίρι».

Όμως και χωρίς αυτές τις μαρτυρίες, κάθε λογικός παρατηρητής θα συφωνήσει πως, άμα η τυραννία είναι πολύ σκληρή, λουφάζει της λευτεριάς η αγάπη· ο ανυπόταχτος χωριάτης δε βρίσκει τόπο να σταθεί. Πρέπει ο σκλάβος να γευτεί πρώτα με τα πικρά του χείλη της λευτεριάς τη γλύκα, κι αυτό θα γίνει άμα αρχίσουν οι αλυσίδες να σκουργιάνε, άμα τα βαριά δεσμά χαλαρωθούνε λίγο. Ο περίφημος Άγγλος περιηγητής Waddington στο ταξίδι του, 1825, κάνει μιαν αξιοθάμαστη παρατήρηση, πως οι Έλληνες ζήσανε τα τελευταία είκοσι χρόνια, πριν από την Επανάσταση, αν όχι και πρωτύτερα, κάτου από ένα μαλακό ζυγό. 49 Κι αλήθεια, ποιος άλλος αιστάνεται βαθύτερα ένα πράμα που στερεύεται, παρά εκείνος που αρχίζει μια στάλα απ’ τη δροσιά του να νιώθει στην καρδιά; Λοιπόν η Μοραΐτικη Κλεφτουριά λούφαζε, κουφοδρομούσε, και μοναχά των Αρβανιτών η εισβολή, κατά τα 1770, την έκαμε να φανερωθεί. Στα Ορλωφικά, Κλέφτες ακόμα πουθενά δε φαίνονται, μ' όλο που ο Α. Φραντζής μιλεί γι' ακμή Κλέφτικη μεγάλη πριν από τα 1770. Και πάλι όμως, από τότε ως την εποχή του χαλασμού τους, 1806, σκόρπιοι και μετρημένοι ήταν οι Κλέφτες. Απόδειξη πως για τον χαλασμό τους δε χρειάστηκε πολύς καιρός, παρά ίσως ένας μήνας. Κι ήταν όλοι 150. Θα τα δούμε όλ’ αυτά πιο κάτου. Και για να γίνει τότε ο χαλασμός τους, θα πει πως τότε μοναχά ένιωσε η Τούρκικη εξουσία την ανάγκη του. Και για να τον πετύχει τόσο εύκολα, και για να βοηθήσουν οι χωριάτες φανερά, κι όλοι οι προύχοντες του τόπου να μπούνε κεφαλή αυτού του κατατρεγμού, θα πει πως οι αποκηρυγμένοι Κλέφτες ήτανε μισητοί στον χριστιανικό λαό. Υπάρχουνε πηγές σύχρονες —και θα τις δείτε— που βεβαιώνουν πως οι Κλέφτες του Μοριά, γενικά, περισσότερο τυραννούσαν τους χριστιανούς παρά τους Τούρκους, κι αυτό για να το κάνουνε, λέω εγώ, το κάνανε για τη συντήρησή τους και γιατί ξέρανε καλά πως των Τούρκων το ξαγρίεμα —αν αυτοί τους ξαγριεύανε— θα σήμαινε το τέλος τους. Αλλιώς, πέστε μου, γιατί άλλος των Κλεφτών γενικός χαλασμός δε σημειώνεται στον Μοριά; Απαντάω εγώ και λέω· γιατί έφτανε ο μπουλούκμπασης της επαρχίας, έφταναν οι Αρβανίτες φύλακες των στενών να διατηρήσουνε την τάξη.

Ελάτε τώρα στης βορ. Ελλάδας την Κλεφτουριά. Το ότι δημιουργηθήκανε τ' Αρματολίκια δείχνει πως οι Τούρκοι ήταν ανίκανοι να καταστρέψουν την Κλεφτουριά μ’ άλλον τρόπο παρά με τα ίδια, τα δικά της μέσα. Άμα ένας καπετάνος Κλέφτης σήκωνε κεφάλι, αναγνωριζόταν Αρματολός, και η επαρχία σύχαζε. Κάθε Κλέφτης επικίντυνος ρογιαζόταν (έμπαινε με μιστό στην υπηρεσία) στ’ Αρματολίκι, μ’ άλλους λόγους «προσκυνούσε». Όποιος πάλι Κλεφτοκαπετάνος ήθελε να μένει απροσκύνητος, το τέλος του ήταν πάντα τραγικό. Ο χαλασμός της Κλεφτουριάς της βορ. Ελλάδας βάσταξε τόσους αιώνες όσους αιώνες βάσταξε και η ακμή του Αρματολισμού. Άμα πάλι κανένας Αρματολός σήκωνε κεφάλι, τραγικό ήτανε το τέλος κι αυτεινού· στον τόπο του έμπαινε ο δυνατότερός του Κλέφτης. Όλα τα σπίτια της βορ. Ελλάδας τα Κλεφταρματολικά έχουνε κι ένα χαλασμό τραγικό στην ιστορία τους. Όμως γενικό χαλασμό Αρματολών και Κλεφτών ούτε ο Αλή πασάς δε μπόρεσε να καταφέρει. Στα τελευταία χρόνια αυτού του τυράννου ως τα 1820, η βορ. Ελλάδα βρίσκεται μοιρασμένη σε Καπετανάτα ειρηνικά, πιστά του Αλή, ενώ άλλα τόσα σπίτια Κλεφταρματολικά είναι εξοντωμένα. Τα παραδείγματα θα πιάναν πολύν τόπο.

Η ανυπαρξία Αρματολών στον Μοριά δείχνει πως η Κλεφτουριά του ήταν αδύνατη και δε μπόρεσε να επιβληθεί για ν' απαιτήσει να της αναγνωριστούν τοπικά προνόμια ανάλογα με τ’ Αρματολίκια της βορ. Ελλάδας. Η ύπαρξη της ασήμαντης υπηρεσίας των Κάπων, που τη σκηματίζαν Κλέφτες τοπικοί, όχι αποκηρυγμένοι για εγκλήματα ασυχώρετα, δείχνει πως και η Κλεφτουριά ήταν ασήμαντη και τα σπίτια ίσα-ίσα τα Κλέφτικα (Αρματολικά τα θέλουν οι λάτρες του Μοραΐτικου Αρματολισμού), αν εξαιρέσει κανείς τον αδάμαστο Ζαχαριά, τον απροσκύνητον Κλέφτη, δεν είναι παρά σπίτια Κάπων ή μικρο-Κλεφτών. Το συμπέρασμα είναι πως χρονική, ενδημική κατάσταση Κλεφτουριάς, που να θρέφεται αιώνες και να βαστιέται από τον τόπο, ποτέ δε στάθηκε στον Μοριά. Στο μεταξύ οι Κλέφτες του Μοριά σκοτωνόντανε σκόρπιοι, μα ήταν και τόσο λιγοστοί, κάθε φορά, που η Τούρκικη Αρχή δε βρέθηκε ποτέ σ' αδυναμία να τους χαλάσει (και γι’ αυτό δε μεταχειρίστηκε το μέσο να τους αναγνωρίσει). Μοναχά αναγνώρισε τον ασήμαντον οργανισμό των Κάπων με τη σύσταση των παντοδύναμων προυχόντων, που είχαν ανάγκη από ντόπια λιγοστήν αγροτική αστυνομία και για τη δημόσια υπηρεσία τους και για την ασφάλεια του σπιτιού τους. Ο οργανισμός των Κάπων όμως είχε τούτο το καλό, πως με του λουφέ την ελπίδα, «ημέρευε» πολλούς Κλέφτες, αλλά τους άλλους τους «άγριους» δεν είχε δικαίωμα να τους κατατρέξει.

Όσα γράφει ο Φραντζής, πως οι Τούρκοι φοβόντανε τους Κλέφτες και τους τάζανε τιμές και πλούτο για να προσκυνήσουν, είναι απίστευτα κι απαράδεχτα. Κλέφτης προσκυνημένος και συχωρεμένος, το πολύ, θα ‘παιρνε τον άθλιο λουφέ του Κάπου. Η πανστρατιά πάλι (νεφεράμια) κατά των «αποστατών» από τους Τούρκους, ως την εποχή του χαλασμού των Κλεφτών, πουθενά δε φαίνεται, γιατί κι ομαδική Κλέφτικη αντίσταση δε γίνηκε πουθενά παρά μοναχά κατά την εποχή του χαλασμού (1806). Οι Κλέφτες «αποστάτες» δεν ήτανε ποτέ, και τα μπαϊράκια τους ποτέ δεν ήτανε μπαϊράκια πατριωτικά. Οι Κλέφτες του Μοριά, αν θα υπάρχανε στα Ορλωφικά, κι αν θα βοηθούσανε στον τότε αγώνα, τότε, μοναχά θα είχαν το δικαίωμα να λέγονται αποστάτες κατά των Τούρκων. Αν υπάρξανε και λίγοι τότε, λουφάξαν· ήταν η μόνη ευκαιρία να τιμήσουνε τα Κλέφτικα μπαϊράκια τους. Το μόνο πατριωτικό κίνημα, που το κάμαν όχι οι Κλέφτες του Μοριά, αλλά οι Κάποι, ήταν η συμμετοχή τους στων Αρβανιτών τον χαλασμό. Άλλο κανένα Κλέφτικο κίνημα δεν ξέρω. Το κίνημά τους, στα 1806, καθώς θα φανεί πιο κάτου, ήτανε κίνημα καθαρά ληστρικό. Όμως και τ' άλλα του Φραντζή, πως όσο οι Τούρκοι τους κατάτρεχαν, τόσο βγαίναν άλλοι Κλέφτες, είναι κι αυτά παραμυθόλογα. Κανέναν επίσημον Κλέφτη, καθώς π. χ. τον Παναγιώταρο, τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη, τον Ζαχαριά, δε βγήκαν άλλοι άξιοι να τους αντικαταστήσουν. Όσο για τον κατάλογο των πριν από τα 1740 Κλεφτών, επισήμων βέβαια, που ο Φραντζής (τ. Α', σελ. 5) μας αραδιάζει, κανένα γραφτό μνημείο, κανένα τραγούδι δεν κάνει λόγο γι’ αυτούς. Μα όπως κάθε χώρα Ελληνική, είχε κι ο Μοριάς τους Κλέφτες του, όχι όμως σαν αυτούς, τους Κλέφτες του ακριτικούς, όπως ο Φραντζής τους θέλει.

Όσα πάλι είδατε πιο πάνου γραμμένα από τον Τ. Καντηλώρο (σ. 11) για την άνετη κοινωνική ζωή των Κλεφτών του Μοριά, τον πλούτο τους και τα διπλά τους σπίτια —το ένα στη Μάνη— τα λαμπρά τους άλογα και τις λαμπρές τους φορεσιές, όλα είναι αέρας κούφιος κι όχι άλλο τίποτε. Κανένας Κλέφτης Μοραΐτης δε φαίνεται να ‘χει μόνιμη κατοικία στη Μάνη· φιλοξενία μπορεί να ‘βρισκε, αλλά σταθερής διαμονής δικαίωμα, το σπίτι, όχι ποτέ. Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης, σα σύντροφος του Παναγιώταρου, είχε καταφύγιο τους πύργους των Βενετσανάκηδων (οικογένεια του Παναγιώταρου). Μια Κολοκοτρωναίικη πηγή, νομίζω του Γενναίου, έφτασε να βεβαιώνει πως ο Κωσταντής Κολ. είχε χτίσει πύργους και φιλοξενούσε τον Παναγιώταρο. Και πού αυτό; Στη Μάνη! Όμως κι ένα σπίτι αν είχε ο Κλέφτης μόνιμο, κι αυτό θα ήτανε πολύ, αφού κι ο πύργος του Παναγιώταρου γίνηκε τάφος του. Οι παλιοί πύργοι της Μάνης είχανε σκοπό να προστατεύουν από τους ντόπιους εχτρούς, όχι ποτέ από την τούρκικη εξουσία, και γι’ αυτό, το ότι κλείστηκαν Κλέφτες με τα γυναικόπαιδά τους και χαλαστήκανε κλεισμένοι μες τα σπίτια τους —σπίτια ήτανε και οι πύργοι τετράγωνα, στενά και δίπατα, συχνά μισογκρεμισμένα— αυτό δείχνει πως οι κλεισμένοι αυτοί που πήγανε χαμένοι δεν ήτανε Κλέφτες αληθινοί. 50

Και κάτι ακόμα σοβαρότερο· κατατρεγμένη κι αποκηρυγμένη Κλεφτουριά ποτέ δε μπορούσε να υπάρξει στον Μοριά, αφού είχε τέτοιους Κλέφτες. Κλέφτης κλεισμένος σε πύργο, ή σε σπίτι, ή σε μοναστήρι (όπως κι ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης κατάφυγε, όπως και οι Κολοκοτρωναίοι, στα 1806, μπιστευτήκανε καλόγερο κλεισμένοι σε ληνό), όλα αυτά αποδείχνουν πως οργανωμένη Κλεφτουριά, με τους άγριους νόμους της που τιμωρούνε σκληρά τους καταδότες, που επιβάλλουν την αγνεία (έθιμο ιπποτικό και στον μεσαίωνα της Ευρώπης 51 ποτέ δε στάθηκε στον Μοριά. Κυνηγώντας τον Κατσαντώνη ο Βεληγκέκας, ποιος ξέρει πού, ξετρύπωσε και σκλάβωσε τη γυναίκα του και το παιδί του. Όμως μέσα στον πύργο της Καστάνιας κάθονται και τρων και πίνουν τα γυναικόπαιδα, και χαλαστήκανε κι αυτά μαζί με τους Κλέφτες, που θα πει δεν περιμέναν επίθεση, που θα πει ή δεν ξέρανε να φυλάγονται ή δεν κρίνανε τον εαυτό τους ένοχο να φυλαχτούν, Παναγιώταρος και Κολοκοτρώνης. Ο Κατσαντώνης, βλογιασμένος και πολύ κοντά στον θάνατο, κρυβότανε σε μιαν απάτητη σπηλιά των Αγράφων, κι εκεί πιάστηκε· όμως σε σπίτι δε φαντάστηκε να πάει να πέσει και να κοιταχτεί. Το ότι οι Κολοκοτρωναίοι δεν ξέρανε να πιάσουνε λημέρι και χαλαστήκανε κρυμμένοι σε ληνά και μοναστήρια, να τ’ άκουγε ο τελευταίος τσολιάς της Ρούμελης θα γελούσε. Κατά την ανταρσία της Υπάτης, στα 1847, αντάρτες, άντρες μορφωμένοι, μαζί με τον Δ. Αινιάνα, που τα γράφει αυτά, ήτανε κρυμμένοι κάπου σε λημέρι, κι από κει στείλανε για θέλημα κάποιο χωριάτη. Αφού ο χωριάτης έφυγε, αμέσως οι κρυμμένοι αλλάξανε λημέρι, κι από το νέο αυτό κατατόπι τους αγνάντευαν το παλιό. Δεν άργησε να φανεί χωροφυλακή και να κάμει γιουρούσι (έφοδο) απάνου στο παλιό λημέρι, και οι κρυμμένοι γελούσανε. Τέτοια Κλεφτουριά έρχεται κοντά στον νου πως ο Τούρκος δεν τη φοβότανε, πως ο λαός βοήθησε τον Τούρκο στην καταδρομή της, κατά τα 1806. 52

Όσο για τον πλούτο των Κλεφτών του Μοριά, είναι και πάλι ν' απορεί κανείς. Τέτοιος πλούτος, τέτοια άνεση κοινωνική, γιορτές και πανηγύρια μες τα χωριά απροφύλαχτα από κάθε υποψία, υποθέτουν μιαν ειρηνική ζωή, μα τέτοια ζωή είχανε μοναχά στη βορ. Ελλάδα οι κληρονομικοί Αρματολοί. Από τους Κλέφτες εκεί λίγο ή μεγάλον πλούτο είχαν όσοι χρηματίσαν Αρματολοί, είτε, ως Κλέφτες, είχαν την τύχη να σκλαβώσουν καραβάνια Τούρκικα, με το «χαζνέ» (εισπράξεις φόρων), ή πλούσιους αγάδες και τους πήραν τ' άρματα. 53

Ο Καραϊσκάκης, παλιός τρομερός διαγουμιστής, γνωρίστηκε κατά τα 1824 μ’ έναν Άγγλο περιηγητή, τον Millingen· αυτός περιγράφει τ’ άρματά του ως 5 χιλ. ταλήρων, και ρώτησε πού τα ηύρε τέτοια άρματα. Εκείνος αποκρίθηκε πως κάποτε διαγούμισε ένα καραβάνι με το χαράτσι του πασά της Λάρισας. Από ένα χειρόγρ. σημείωμα παίρνω αυτά τα λόγια, που αναφέρνονται στα 1803, Φλεβάρη, όταν ο Βεληγκέκας κυνηγούσε τους Κλέφτες, και μάλιστα τον Κολοβελώνη: «Εκρεμάσανε και έναν Καπετάνο και του ηύρανε 18 σακούλες φλουρί». Όμως τέτοιες αρπαγές ο Μοριάς, τα βουνά του, οι δρόμοι του, ο πυκνός και ήμερος λαός του δεν τις χωρούσε. Όταν, κατά Οχτ. του 1824, ο Σκόντρα πασάς ανεβαίνοντας από τη Θεσσαλία πλημμυρούσε Άγραφα κι Ασπροπόταμο για να κατεβεί στη Δυτ. Ελλάδα, οι Αρματολοί Στουρναραίοι βάλανε μπροστά 10 χιλ, ζωντανά, πριν αδειάσουνε τ’ Αρματολίκι τους. Γράφει ο Ν. Στουρνάρης στον Ράγκο, 29 Οχτ. 1824: «Ήξευρε ότι σήμερον ξεκίνησα τον υιόν μου Γιαννιόν με γελάδια μου, με γουρούνια και άλλα πράγματα και ειδίσματά μου· μαζί του πηγαίνουν και τα πρόβατα του Στέργιου αδελφού μου και άλλα πρόβατά μου, και των αδελφών μου». Αυτός ήταν ο πλούτος των Αρματολών, ο αληθινός· ο Κλέφτης —θα δείτε παρακάτου— τρία παλιόγιδα να είχε θα τα είχε κρυφά δοσμένα με τη συνήθεια της συντροφικής βοσκής, σε μακρινό χωριό, σε φίλο ή κουμπάρο, «σιδεροκέφαλα» που συνηθίζουν ακόμα να τα λένε. Πλούτος Κλέφτικος δε στάθηκε πουθενά, και στον Μοριά πολύ λιγότερο. Οι λόγοι οι υλικοί παίζουνε μεγάλο μέρος και σ’ αυτά τα ζητήματα· τόπος σαν τον Μοριά, που κάτου από τους Τούρκους, ευτύχησε, σήκωσε κεφάλι, γέμισε την Ανατολή με τα εμπορευόμενα παιδιά του, και στάθηκε άξιος να θρέψει την Ελληνική Επανάσταση, μάλιστα κατά τα 4 πρώτα χρόνια της, με την τόσο πλούσια χτηνοτροφία του, δε χωρούσε τον κατατρεγμένον κακοποιό, τον έρημο τον Κλέφτη.

Αν οι Κλέφτες του Μοριά είχαν κάποια οικογενειακή άνεση, κατοικίες μόνιμες, κυκλοφορούσανε μες τα χωριά, πεζοί μα και καβάλα, τότε δε μοιάζανε καθόλου με τους Κλέφτες της βορ. Ελλάδας. Και τα δημοτικά τραγούδια περιγράφουνε τη δυστυχία των παλιών Κλεφτών 54 κι ο Κασομούλης στο ανέκδ. πολύτιμο χειρόγραφό του περιγράφει με λίγα λόγια τη ζωή τους: «Νηστικοί, διψασμένοι, γυμνοί, ξυπόλυτοι, κατατρεχόμενοι». Και για των Κολοκοτρωναίων τη φτώχεια θα ‘φτανε να δώσει ιδέα το σιδερένιο δαχτυλίδι της μάνας του Θοδωράκη, που είναι στο Μουσείο, κι όχι τ’ άρματα τ’ αποχτημένα κατά τον Αγώνα, λάφυρα τούρκικα· μα κι ο Θοδωράκης, όντας μικρό παιδί, για να κουβαλάει ξύλα στην Τριπολιτσά να τα πουλήσει, σημαίνει πρώτα πως δεν είχε φόβο να πιαστεί, και λοιπόν η οικογένεια του θα ζούσε κάπου ειρηνικά στα περίχωρα κοντά· δε θα κουβαλούσε το παιδί τα ξύλα από τα μακρινά βουνά, αλλά από τα τριγύρω δάση. Έτσι είτε αλλιώς, για να πηγαίνει ένα Καπετανόπουλο να πουλήσει ξύλα, θα πει πως το κεμέρι το Κλέφτικο του σπιτιού του ήταν άδειο, μα και πως ο ίδιος ο Θοδωράκης δεν είχε εκείνη την περηφάνεια πού έχουν τα Καπετανόπουλα, μα ούτε και τον φόβο να πιαστεί, καθώς είπα. 55

Εδώ είναι ο τόπος να βάλω του Θοδωράκη την περιγραφή για τα ήθη και τον οργανισμό των Αρματολών, αν και Αρματολοί δεν ήτανε ποτέ στον Μοριά. Καθώς έγραψα πιο πάνου, ο Γέρος ξαπλωμένος πια στις παλιές του δόξες, στην Αθήνα, απαγύρευε εκείνη την πανέμορφη ζωή, που τον αγέρα της μοναχά είχε πάρει γνωρίζοντας τους Ρουμελιώτες πρόσφυγες στα Εφτάνησα, που άκρες-μέσες είχε ακούσει κι είχε δει, ζώντας στη συντροφιά τους· ζωή που αιώνες την είχανε δουλέψει στ’ αμόνι και στ’ ατσάλι και που το αίμα χιλιάδων παλικαριών την έθρεψε. Γράφει λοιπόν ο Θοδωράκης (Αυτοβιογρ. σ. 40): «Οι Κλέφτες και Αρματολοί (γρ. μόνο Αρματολοί) είχαν α' τάξιν, β' τάξιν, γ' τάξιν, δ' οι ψυχογιοί. Οι πρώτοι αξιωματικοί εγίνοντο διά την ανδρείαν των, ή διά την φρόνησίν των· ο μισθός των, όταν ήσαν Αρματολοί, το μοίρασμα των λαφύρων, όταν ήσαν Κλέπται· εδίδοντο και βραβεία εις τους αριστεύοντας. 56 Όταν έσφαλλον, ήτον το κόψιμο των μαλλιών, το ξαρμάτωμα. 57 Σέβας προς τας γυναίκας... παιγνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα κλπ. (σημ· λησμονάει και τη σκοποβολή), τραγούδια... τα άρματά τους ήσαν... τον χειμώνα έβαζαν θώρακας (τσαπράζια 58)... Τα Καπετανάτα διαδίδονταν εις τους υιούς, εις τον αξιότερο και όχι εις το πρωτότοκο. Τα μοναστήρια τούς βοηθούσαν (σ. δε μποοούσανε να κάμουνε κι αλλιώς). Οι γεωργοί και οι ποιμένες έδιδαν είδησιν εις τους Κλέπτας (σ. όμως οι περισσότεροι Κλέφτες από προδοσίες πήγανε χαμένοι, παράδειγμα και των Κολοκοτρωναίων η καταστροφή). Όταν εις τον πόλεμον ελαβώνετο κανένας βαρέως, και δεν ημπορούσαν να τον πάρουν, τον εφιλούσαν και έπειτα του έκοφταν το κεφάλι, το είχαν εις ατιμίαν οπού οι Τούρκοι να πάρουν το κεφάλι του» (σ. από το κεφάλι θα γνωριζόταν ο σκοτωμένος Κλέφτης· έπειτα η κηδεία του κεφαλιού γινότανε σα να είχαν όλο το κορμί του σκοτωμένου).

Για την Αρματολική και την Κλέφτικη ζωή στη β. Ελλάδα έχω συναγμένο άπειρο υλικό, μα εδώ δεν μπαίνει. Του Γέρου αυτές οι ειδήσεις είναι πολύ φτωχικές, όμως αν αποβλέπουν την Κλεφτουριά της Ρούμελης και του Μοριά μαζί, εδώ τώρα θα φανεί. Για τον χωρισμό των Κλεφτών κι Αρματολών σε τάξεις, τίποτε ως τώρα δεν έχει δημοσιευτεί, έξω από τα παραπάνου του Γέρου. Έχω εγώ μπροστά, μου το πολύτιμο χειρόγραφο του Ν. Κασομούλη, αυτός όμως δε μιλεί, παρά για την Αρματολική μοναχά ζωή της Ρούμελης κι όχι για την Κλέφτικη, κι έχει πρότυπο του Ασπροπάταμου τ’ Αρματολίκι, όπου έζησε από το 1821-24, και γνωρίστηκε στενά με τους περίφημους Αρματολούς Στουρναραίους. Να τι γράφει: «Ανέκαθεν πατροπαράδοτος κατάλογος ευρισκόμενος εις χείρας του (Νικ.) Στορνάρη εμπεριείχε (το χειρόγρ. «εμπεριέχων») τους διαπρέψαντας πιστούς της Καπετανίας, γηραλέους και νέους Αρματολούς, α' τάξιν, β' τάξιν και τους λοιπούς γ'. 59 Οι καταχωρημένοι εις τον κατάλογον αυτόν εχαίροντο τα δίκαια του Αρματολού, χαράτζι δεν έδιδαν, ούτε οι πατέρες ούτε τα τέκνα των κατά διαδοχήν, αλλ’ ούτε δεκατιά από τα προϊόντα των. Εις τας πολιταρχίας (σ. κόλια, υποδιαίρεση του Αρματολικιού) αν και κατ' εκλογήν διόριζεν ο Καπιτάνος κανέναν από τους ξένους, οπού τον περιστοιχούσαν αξιότεροι, 60 εξ άπαντος όμως έπρεπε να διορίσει και από την α' σκάλαν, αλλάζοντάς τους εις κάθε εξ μήνας... Φυλαττομένη η αρχαιότητα τοιουτοτρόπως, οι της α' σκάλας επρότειναν τους έχοντας το δίκαιον του προβιβασμού, και επροβίβαζεν (σ. ο Καπετάνος) από κάθε καιρόν 3-4 από την γ' σκάλαν εις την β' και από την β' εις την α'. Της α' σκάλας μόνον είχαν την άδεια να κάθονται έμπροσθεν του Καπιτάνου και να συνδιαλέγονται, η δε β' και γ' δεν είχε την άδεια. Εάν δεν επροβιβάζετο εις την α' σκάλαν, πολιτάρχης (σ. κολιτζής, υποαρματολός) δεν εδιορίζετο. Χαιρόμενοι τοιαύτα προνόμια... ουδέποτε είχον την ανάγκην του μισθού... Έξοδα είχον πολλά ολίγα... Πλουσίους δεν εύρισκες, πλην ούτε πτωχούς. Από τον αριθμόν αυτών, 600-900 έμβαιναν εις την ενέργειαν και ζούσαν από τα χωριά, οπού επεριτριγύριζαν, και τους έθρεφεν ο λαός, και ωφελούντο από ποδοκόπια και άλλα δικαιώματα» 61 (χειρόγρ. σελ. 410). Αυτά γράφει ο γνώστης της Αρματολικής ζωής Κασομούλης, κι ο φιλοδίκαιος αναγνώστης ας κρίνει κι ας δικάσει. Λοιπόν ο Κολοκοτρώνης δε γνώριζε την Αρματολική ζωή από κοντά, αφού αιώνων Αρματολική ζωή, με κανόνες και με νόμους, ποτέ δε στάθηκε στον Μοριά. 62 Ο ίδιος, κατά τον κατατρεγμό των Κολοκοτρωναίων, διηγιέται πως είχε δώσει τα σκουτιά του στον ψυχογιό να τα φορεί, και γι’ αυτό ο ψυχογιός του δέχτηκε οχτώ βόλια. Αυτό να το 'κανε Ρουμελιώτης Καπετάνος, θα ντροπιαζότανε, γιατί θα περνούσε για κιοτής (δειλός). Όμως γράφοντας αυτά παρανόησε κάποια Αρματολική παράδοση, που λέει πως ο ψυχογιός φορούσε του Καπετάνου τ’ Άρματα (γιατ' ήτανε βαριά), κι ο Καπετάνος τα ‘βανε απάνου του άμα είχε ανάγκη.

Οι απόγονοι του Θοδωράκη συνεχίζουν τον εξαρματολισμό της Κλεφτουριάς· ο έγγονός του Φαλέζ παραξηγάει κι αυτός το πολεμικό παιγνίδι «χαϊμαλί», που συνηθίζαν οι Κλέφτες της Ρούμελης, να κόβουνε με μια κατεβατή, από τον έναν ώμο ίσα με την αντίθετη πλευρά, ένα αρνί ολάκερο, σα ν' ακολουθούσε το γιαταγάνι τη γραμμή που σκηματίζει, πλαγιαστά, ένα φορεμένο χαϊμαλί. Περιγράφει κι άλλο τέτοιο παιγνίδι, όπου οι Κλέφτες (Αρματολοί γράφει) μαδούσανε το δέρμα του προβάτου ή του τραγιού, κι ύστερα το κόβανε κρεμαστό, ενώ η «τέχνη» απαιτούσε το δέρμα ίσα-ίσα να ήταν αμάδητο. Εδώ σταματώ τα περί του βίου των Κλεφτών του Μοριά.

 

 

αρχή

 



 

Ζαχαριάς — Κολοκοτρωναίοι. — Σκέση ανάμεσό τους. — Βιογραφίες και κριτική πάνου σ' αυτές. — Υστερόχρονη προσπάθεια εξευγενισμού. —- Απόγονοι που αποθεώνουν τους προγόνους. — Ηρωικός νεοπλουτισμός.

 

Κολοκοτρωναίοι Θα ήθελα να υποβάλω σ’ αυστηρή κριτική την Αυτοβιογρ. του Θοδωοάκη —όσα μάλιστα γράφει για την αρχή του σπιτιού του— παραβάλλοντάς τα με τις άλλες ανάλογες πηγές, που είν’ αρκετές. Για την καταγωγή των Κολοκοτρωναίων όσοι γράψαν ούτε ένας δεν είναι ξένος απ’ αυτούς, και, είναι ν’ απορεί κανείς γι’ αυτό τον ζήλο της ίδιας οικογένειας και των φίλων της, να παραδώσουνε στην ιστορία τα παραμικρά της καταγωγής τους. Έγραψε λοιπόν ο Σπηλιάδης (Απομνημ. τ. Α', σ. 561), ο Φραντζής (τ. Δ', σ. 130), έγραψε κι ο Φιλήμονας (στην εφημ.«Αιών» 10 Φλεβ. 1843 κι ανατύπωση στο βιβλίο «Τα κατά την κηδείαν του μακαρίτου Θ. Κολοκοτρώνη» 1843, σ. 62). Έγραψε κι ο Γενναίος (βλ. παρακάτου τις παραπομπές), άφησε κι ένα χειρόγρ. σημείωμα στα χαρτιά του (βρίσκεται στα χέρια μου). Έγραψε κι ο Κολίνος (Φιλήμ. Ιστορ. Ελλην. Επαν. τ. Γ'. σ. 412), κι ας βάλουμε τελευταίο τον Φαλέζ. Όλοι αυτοί με τη σειρά τους ανάγουν την αρχή των Κλεφτών Κολοκοτρωναίων στα τελευταία χρόνια των Βενετσάνων ή τα πρώτα μετά τη φυγή τους. Ο Φιλήμονας («Τα κατά την κηδείαν κλπ.» σ. 65) βρίσκει στα 1714 Κολοκοτρώνη τον Δήμο να ζει δώδεκα χρόνια στη Ρούμελη Αρματολός (κι ο συγγρ. με τη λέξη θέλει να πει Κλέφτης. 63 Αυτό θα σήμαινε πως η δράση των Κολοκοτρωναίων, πριν πάρουν αυτό τ’ όνομα, θα ήταν ακόμα πιο παλιά. Τα ίδια παραγεμισμένα λόγια κοπανάει κι ο Σπηλιάδης, τα βεβαιώνει κι ο Γενναίος, ανεβαίνοντας πιο πάνου, και βάνοντας πατέρα του Δήμου τον Λάμπρο, δηλ. έτσι φτάνουμε στα 1650 περίπου. Όμως κι ο Θ. Κολοκοτρώνης σπρώχνει την ιστορία της καταγωγής του στο «πρώτο Τούρκικο» (την πρώτη εκστρατεία των Τούρκων στα Μοριά)· τότε οι Τούρκοι χάλασαν το Ρουπάκι, κι ένας απ’ αυτούς του Ρουπακιού κατοίκησε στο Λιμποβίτσι —και τονέ λέγανε Τριανταφυλλάκο, διορθώνει ο Κολίνος, κατά τον λόγο του γερο-Μάρκου Κολοκοτρώνη. 64 Δηλ. όσο κατεβαίνουμε στους παρακατινούς απογόνους, τόσο η ιστορία της οικογένειας ανεβαίνει. Ακολουθούν άλλες άγνωστες λεπτομέρειες, που ανεβάζουν τους Κολοκοτρωναίους στα χρόνια εκείνα που ο πόλεμος γινότανε με τις σαΐτες. Ο Θοδωράκης ακούοντας του χαϊδεμένου γιου του, του Κολίνου, τις νέες αυτές ιστορικές έρευνες, που είχανε πηγή τους τη μνήμη του Μάρκου, απορεί και λέει πως «αυτά δεν τα ξέρει». Ο «πονηρός» Γέρος κάνει τον αθώο για ν’ ακουστεί του γερο-Μάρκου η γνώμη, που το θυμητικό του τραβούσε πιο βαθιά. Ο Φιλήμονας πάλι, κόλακας, δημοσιεύει τον ανόητον αυτό διάλογο του Κολίνου ως κάτι σπουδαίο. Κι ακολουθεί ο Κολίνος να πλουτίζει της οικογένειας την πρώτη ρίζα με καινούργια παραβλάσταρα, ως που βεβαιώνει πως «ο Δήμος ήτον εις τον καιρόν των Φράγκων, επήγεν εις την Ρούμελην και έκαμεν δώδεκα χρόνους, και έπειτα εγύρισε κλπ. κλπ.». Όταν έφτασαν οι Τούρκοι στον Μοριά, ο Δήμος ήτανε γέρος πια, και τότε τα παιδιά του με Χρυσοβιτσιώτες, 300 όλοι, χτυπήσανε τους Τούρκους στου Ντάρα τον παλιόπυργο κλπ. (Φιλήμ. Ιστορ. Ελλην. Επαν. τ. Γ', σ. 412 65)· Σημειώνω πως ο διάλογος αυτός έγινε κατά τις 29 Αυγ. 1840.

Ο Φαλέζ πάλι απλώνει το στάδιο των οικογενειακών ερευνών, και προσθέτει κι αυτός τον πλούσιον έρανό του αρχίζοντας από τον Λάμπρο, κι όχι από τον Δήμο 66). Ο Φαλέζ νέους ακόμα δρόμους φιλοδοξεί ν' ανοίξει κάνοντας γνωστούς σε μας από τη δυναστεία άφτονους ήρωες· και πρώτο μάς παρουσιάζει τον Γιάννη (τον Ζορμπά) αδερφό του Γέρου, στολισμένο μ’ αμέτρητα ανέκδοτα, όπου οι Κλέφτες πάνε με τις σημαίες τους στα πανηγύρια, παίζουν το παιγνίδι χαϊμαλί κλπ. Τον Ζορμπά ακολουθεί ο Αντωνάκης, πρώτος ξάδερφος του Γέρου, 67 και τον Αντώνη ακολουθεί χορός ολάκερος από άλλους, και για καθέναν απ’ αυτούς ένα ψεύτικο τραγούδι, κι όσο για τ' ανέκδοτα, πλούσια ουρά κι απ’ αυτά· κι ύστερα ηρωίδες Κολοκοτρωναίισσες, η μάνα του Γέρου, η γυναίκα του Γέρου, οι αδερφές των άλλων Κολοκοτρωναίων: «Η Στεκούλα (σ. αδερφή του Γιωργακλή, του Κουντάνη και του Γιαννάκη Κολοκοτρώνη) απεκεφάλισε ιδίαις χερσίν κατά την δευτέραν επίθεσιν των Τούρκων (1800) τινά τούτων, πυροβολήσαντα αυτήν, αφού τον αφόπλισε» («Ραμπαγάς» 12 Σεπτ. 1882 και πιο κάτου). Ούτε και στο Σούλι, τέλος πάντων, δεν υπάρξανε ποτέ τέτοιες γυναίκες. Και τόσων αντρών όχι τα ονόματα (που μπορεί να ‘ναι πραματικά, 68 αλλά τα κατορθώματα είναι κρίμα που καμιά ιστορία δεν τ’ αναφέρνει. Γιατί γραφτό μνημείο, καθώς είπα και πιο πάνου, γνήσιο και σύχρονο κανένα δε βρέθηκε, που να μιλεί για την ύπαρξη των Κολοκοτρωναίων και για τα έργα τους. Και ποιος μπορεί ν’ αρνηθεί πως Κλέφτες Κολοκοτρωναίοι υπάρξανε στα χρόνια εκείνα, και πως κατά την Επανάσταση ζούσανε και πολεμήσανε, μαζί με τον Θοδωράκη, κι άλλοι Κολοκοτρωναίοι, γενναίοι και τίμιοι πολεμιστές; Εκείνο που κάνει ντροπή είναι η συνεννοημένη, να πω έτσι, προσπάθεια μιας ολάκερης συγγενολογιάς και μιας ολάκερης γραφολογιάς, να εξηρωίσουνε, να παραδώσουνε στον θρύλο τον ιστορικό κομπολόι ολάκερο από ήρωες, άντρες μα και γυναίκες· κι ενώ ανεβαίνοντας προς τα χρόνια τα παλιά κανένα χνάρι γραφτό δε βρίσκουμε της δόξας αυτής της ηρωικής δυναστείας, ό,τι βρίσκουμε είναι γραμμένο από ξένους, κι όσο για τα λίγα γραμμένα από ντόπιους, και τα πρώτα και τα δεύτερα, δε φτάνουνε να υψώσουνε μπροστά μας αυτό των ηρώων το σωροβολειό.

Όλη αυτή η προσπάθεια ξεκινάει από τον θαμασμό προς τον Γέρο, κι από τον αυτοθαμασμό του ίδιου του Γέρου προς τον εαυτό του. Γι' αυτόν, και τι δεν έχει γραφτεί με σκοπό να τον ηρωίσει, από τα μικρά του χρόνια; Μαθήτεψε κοντά στον Ζαχαριά, κι ο Ζ. προφήτεψε γι’ αυτόν, θαμάζοντας τη φρονιμάδα του (ενώ μοναχά την παλαβομάρα, δηλ. ακράτητη παλικαριά, θα ήταν άξιος να θαμάσει ο τρομερός αυτός «παλαβός» Κλέφτης). Στα 13 του χρόνια, πουλάει ξύλα στην Τριπολιτσά και —γράφει ο γιος του Γενναίος— «εγένετο καπετάνιος 69 Κλέφτης, διατρέχων το 15 έτος της ηλικίας του (σ. λοιπόν, στα 15 του είχε αφήσει και τα ξύλα, είχε ξεσκολήσει και τον Ζαχαριά...), και τοιούτος διετέλεσε 18 περίπου έτη, διανύσας το πλείστον του χρόνου τούτου εις τα όρη πολεμών κατά των Τούρκων μετ' αναπεπταμένης σημαίας». Όλα αυτά είναι ψευτιές· όχι 18 χρόνια, ούτε 5 χρόνια άνθρωπος θα μπορούσε να φυγοδικεί στα βουνά του Μοριά· ο Ζαχαριάς μοναχά, σε κάθε δύσκολη ώρα, τρύπωνε μέσα στη Μάνη, όπου εύρισκε προστασία δυνατή. Μοραΐτης Κλέφτης δεν μπορούσε να μπαινοβγαίνει χρόνια στη Μάνη, γιατί ο πασάς του Μοριά κι εκεί τον έφτανε.

Ενώ νιώθει κανείς εύκολα της προσπάθειας τον σκοπό, αυτοί που γράφουνε καθόλου δεν το νιώθουν. Οι τελευταίοι μάλιστα απ’ αυτούς, Κολίνος και Φαλέζ, ούτε ντροπή δε νιώθουνε πλάθοντας περιστατικά φανταστικά, τραγούδια ψεύτικα, προσθέτοντας λεφτομέρειες με τον σωρό. Ο Γέρος όμως ήτανε σ’ όλα ο οδηγός. Το φαινόμενο είναι μοναδικό στη νέα μας ιστορία. Απ' όλους τους επίσημους πολεμιστές της Επανάστασης κανείς δεν αποφάσισε να σκάψει και να βρει την πρώτη του γενιά, που χωρίς άλλο θα ήταν ασήμαντη, όπως η ζωή κάθε ανθρώπου που ο πόλεμος γνωστό πρώτη φορά τον κάνει. Οι άνδρες του 1821, γενικά, είχαν αυτή την αρετή· να ξέρουνε να λένε τα σκόπιμα και τα χρήσιμα. Ελάτε στους προύχοντες. Των Ζαϊμαίων η γνωστή ιστορία αρχίζει από τον περίφημον Αντρούτσο, τον πάππο του Αντρέα Ζαΐμη· των Ντεληγιανναίων από τον γερο-Ντεληγιάννη· του Κρεβατά τίποτε ως τώρα δεν ξέρουμε για τα προγονικά του, αν και τελευταία αρχίσανε πράματα αστήρικτα να γράφονται. Για τον περίφημο όμως Κλέφτη Ζαχαριά του Μυστρά, κατά τον ζήλο του Κολοκοτρωναίικου φανταχτερού παλατιού, ενώ πολύ λίγα πράματα είχαμε ακουστά, δάσος ολάκερο από περιπλεγμένα ψέματα πλαστήκανε τα τελευταία χρόνια.

Συνηθισμένο πράμα είναι, και πιο λογικό, κάθε οικογένεια που πρωτοφάνηκε στην κοινωνία να θέλει να κρύψει την ασήμαντη και πρώτη της καταγωγή. Για όλα τα σπίτια τ’ Αρματολικά και Κλέφτικα της Ρούμελης τίποτε δε θα ξέραμε, γιατί κανένας από τους απογόνους δε φρόντισε στον καιρό που ‘πρεπε να ρωτήσει και να μάθει. Δεν μπορεί όμως, παρά θ’ αρχίσει και γι’ αυτούς η υστερογέννητη μυθολογία, περίεργο φαινόμενο ψευτιάς που θέλει να πάρει τον τόπο της αλήθειας. Οι άντρες του 1821, μέτριοι και βαρετοί στα λόγια τους, γιατί μετρούσανε τα έργα μ' ένα μέτρο αληθινό, με το στανιό αποφασίζανε να πούνε δυο λόγια για την καταγωγή τους. Κάθε σπίτι έχει τον θρύλο του, γνωστό μέσα στον κύκλο τον δικό του. Αυτός είναι ο νόμος στους ανθρώπους, που δεν τους έχει χτυπήσει η πετριά της ευγενικής καταγωγής. Στα χρόνια της Τουρκιάς οι δυνατοί άντρες βγαίνανε ξαφνικά απ’ ασήμαντα προγονικά. Αν τολμούσε να ρωτήσει κανείς τον πιο επίσημο κοτζάμπαση του Μοριά για τον πάππο και προπάππο του, μπορούσε να τη φάει κατεβατή με το τσιμπούκι του γέρου. Το ίδιο φαινόμενο της αξιοπρέπειας παρουσιάζουν και τα σπίτια τα τόσο επίσημα της Μάνης. Ενώ τα ήθη τα Μανιάτικα, οι τάξεις οι κοινωνικές, οι πύργοι κι άλλα τέτοια εξωτερικά σημάδια είναι λείψανα της οργάνωσης των Φράγκων Μπαρόνων, κανένα σπίτι δε φύλαξε γραφτό μνημείο πιο παλιό από τα 1750. Και μοναχά οι Στεφανόπουλοι, αφού γνωρίσαν όμως την Ευρώπη, φροντίσανε να πλάσουν ολάκερη δυναστεία και να την ανεβάσουν ίσα με τους Κομνηνούς. Γι’ αυτό, των Κολοκοτρωναίων το φαινόμενο, ανθρώπων αγραμμάτων, που η ρίζα τους κρατάει από απλούς τσοπάνους, είναι μοναδικό στην ιστορία μας. Και σ' όλα αυτά ο Γέρος φταίει, ας το πούμε. Όσο του τραβούσε τον καιρό η έννοια της ζωής, ο πόλεμος ή ο βιοπορικός αγώνας, ο Θοδωράκης δε φαίνεται να νοιάστηκε ποτέ για τη δόξα των προγόνων του. Ζώντας στη Ζάκυθο, όπου φτωχοπάλευε, άφησε και τα δυο παιδιά του αγράμματα — έτσι αποχτήσαμε στα 1862 κι Έλληνα πρωθυπουργό, που μόλις έβαζε την υπογραφή του, τον Γενναίο. Αφού όμως ο πόλεμος τέλειωσε, τότε ο Γέρος γεμάτος άνεση, αποφάσισε να παραδώσει στους απογόνους του ιστορική καταγωγή, ηρωική παράδοση, αν και της μνήμης του ο θησαυρός ήτανε πολύ φτωχός. 70 Αναπαύεται λοιπόν στις δόξες τις παλιές τις Αρματολικές (αφού δεν του αρέσουν οι Κλέφτικες) και ζει, γέρος που περιμένει να παλέψει με τον χάρο, κι ένα όνειρο ονειρεύεται. Ο Γ. Τερτσέτης γράφει: «Τον γερο-Κολοκοτρώνη ήκουσα εδώ εις τας Αθήνας συχνά να λέγει: —Η επιθυμία μου εμέ τώρα είναι να πεθάνω σε μια μπατάγια». Κι ο Τσερτσέτης βεβαιώνει πως φύλαξε τα λόγια του πιστά. 71 Ο γέρος ποτέ δε ζήτησε να «πεθάνει σε μπατάγια», όταν έπρεπε. Περίεργος είναι αυτού του είδους ο ιστορικός αρχοντισμός, ο ηρωικός αυτοθαμασμός της οικογένειας αυτής με την άφτονη αρσενογονία της. Είδος ηθικό ξιπασμένου νεοπλουτισμού και τούτο, που τα θέλει όλα δικά του, που δε θέλει να γνωρίζει άλλον κανένα στο πλευρό του. Πόσα θα μπορούσε ο Γέρος να πει για τα χρόνια τα πριν από το 1821, για τους στρατιωτικούς και τους πολιτικούς, τους φίλους του ή εχτρούς του. Έξω από δυο λόγια που γράφει για τον Παναγιώταρο, «ήτον γίγαντας, νέος, μαύρα μαλλιά, σόι άνθρωπος» (Αυτοβιογρ. σ. 8), τάχα δε θα μπορούσε να μας ζωγραφίσει π. χ. του Ζαχαριά τη δυνατή φυσιογνωμία; Ένας από τους βιογράφους του βεβαιώνει πως είχε κάμει ο Θοδωράκης δόκιμος κοντά του Κλέφτης, αν και ο ίδιος στην Αυτοβιογρ. του δεν το λέει. Δεν είχε ακόμα τίποτε να πει για τα τόσα περίεργα του Μοριά, ήθη κοινωνικά, πρόσωπα που γνώρισε στις περιπέτειες της ζωής του; Μοναχοί τους πολέμαγαν οι Κολοκοτρωναίοι, και στον κατατρεγμό τους δεν είχαν άλλους συντρόφους Μοραΐτες; Λησμόνησε και τον πατέρα του Νικηταρά, τον Σταματέλο Τουρκολέκα, αληθινόν Κλέφτη, που ίσως Κάπος δεν έκαμε ποτέ, είχε όμως δουλέψει στα Εφτάνησα ως αξιωματικός. Και πόσους βόρειο - Ελλαδίτες πρόσφυγες Κλέφτες στη Ζάκυθο, πρώτον τον Νικοτσάρα, πόσους Σουλιώτες δε θα γνώρισε; Περίεργη έλλειψη φαντασίας ιστορικής, παράξενη φτώχεια από λόγια, αδιαφορία στα περασμένα —ξέχωρα όσα έχουνε σκέση με τον εαυτό του και με τους δικούς του— σ' άνθρωπο που ήταν όλος γεμάτος πρόσχαρες μιλιές, ανέκδοτα περίεργα, παραμύθια λαϊκά στις σκέσεις του με τον λαό, με τους επίσημους. Χαμός μεγάλος η αδυναμία αυτή η τελευταία του Κολοκοτρώνη, που θυμίζει την επιφύλαξη των επίσημων διπλωματών, και που δεν του πηγαίνει. 72

Είπα πιο πάνου πως ο Γέρος ήτανε σφιχτός στα λόγια του, όσο για τα πράματα τα πριν από το 1821. Τη διήγηση για την καθαυτό δράση των Κολοκοτρ. την αρχίζει από τον πατέρα του και κάτου. Όμως για τον πάππο του δε γράφει παρ’ αυτά τα λίγα· «ο Γιάννης εκρεμάσθη εις την Ανδρούσαν» (Αυτοβιογρ. σελ. 4). Το τέλος του Γιάννη, πρώτου γνωστού με τ' όνομα Κολοκοτρώνης, ήτανε τόσο τραγικό, που για να μην το περιγράφει ο Γέρος, δε μπορεί παρά, σαν «πολύ πονηρεμένος» που ήτανε, να είχε κάποιο λόγο· και νάτος αυτός ο λόγος. Αφού έγραψε για τον παππού του Γιάννη πως κρεμάστηκε, ξακολούθησε αμέσως παρακάτου: «Ώστε από τα 1553 (!), οπού εφάνησαν εις τα μέρη μας Τούρκοι (σημ. θέλει να πει την πρώτην εισβολή, τον πρώτον «αρπεντέ», που γίνηκε στα 1686), ποτέ δεν τους αναγνώρισαν (σ. οι Κολοκοτρωναίοι), αλλ' ήσαν εις αιώνιον πόλεμον». Ο θάνατος όμως του Γιάννη Κολοκοτρώνη, του παλιού, δε δείχνει αυτόν τον αιώνιον πόλεμο. Για να τελειώσει έτσι τη ζωή του όπως την τέλειωσε, άχαρα, ο Γιάννης θα ήτανε Κάπος και θα τα περνούσε ειρηνικά με τους Τούρκους. Αλλιώς, αν ήτανε δηλ. Κλέφτης αφίλιωτος, ο θάνατός του δε μπορεί να ξηγηθεί, και δε μπορεί να ξηγηθεί ακόμα ούτε η σιωπή του Γέρου. Κι αφού ήξερε αυτός πως ο παππούς του Γιάννης κρεμάστηκε στην Αντρούσα, θα ήξερε και κάτι περισσότερο, όμως το ξέχασε με σκοπό, κι όχι τυχαία. Να λοιπόν το τέλος του Γιάννη Κολοκοτρώνη. Σε χειρόγραφο αριθ. 314 του αρχείου της Ιστορ. και Εθνολ. Εταιρείας, γραμμένο σ' εποχή μετά τα 1862, από μέλος της γνωστής οικογένειας Γρηγοριάδη, από την Τριφυλία, που ο συγγρ. του βεβαιώνει πως είχε ως βάση τις στοματικές παραδόσεις του Δ. Πλαπούτα, Α. Τσόκρη κλπ., βρίσκω μια σύντομη διήγηση: Ο Γιάννης Κολοκοτρ., 20 Μαγιού του 1770, σκοτώθηκε με προδοσία κάποιου φίλου του, του Τούρκου Καύρταγα, στο χωριό Δραγουμάνου, επαρχία Φανάρι (Ολυμπία) μαζί με το σώμα του, το όλο 62 παλικάρια). 73 Ο Γιάννης με τους συντρόφους του, καλεσμένος στο σπίτι του Κούρταγα, αφού φάγανε κι ήπιανε, ριχτήκανε στον ύπνο· φαίνεται πως στο κρασί ήτανε βαλμένο υπνωτικό. Το σώμα που τους έπιασε ήτανε 1.500 Αρβανίτες μαζί με 1.000 Τούρκους και με τον Μεχμέτ μπέη αρχηγό. Τον Γιάννη δεμένο, μ' όλα του τα παλικάρια, τους πήγανε στην Αντρούσα κι εκεί τους θανατώσαν. Του Γιάννη του κόψαν πρώτα τα δυο χέρια με τσεκούρι, ύστερα τα πόδια του, και με πυρωμένο μαχαίρι τελευταία τη γλώσσα του, και ύστερα κομμάτιασαν το κορμί του. Τα παλικάρια του τα γύμνωσαν και τα πριόνισαν. Δεν έχω όμως εδώ σκοπό να γράψω την ιστορία των πριν του 1821 Κολοκοτρωναίων. Προχωρώντας θα κάνω λόγο γι' αυτούς άμα λαβαίνω αφορμή.

Ζαχαριάς —Το παράδειγμα του προγονικού εξηρωισμού ηύρε κι άλλους μιμητές, του Ζαχαριά τους απογόνους. Απελπιστική είναι η απουσία κάθε γραφτής πηγής και για τον Ζαχαριά. Κάθε τι που ξέρουμε αρχίζει από τα χρόνια τα μετά την Επανάσταση· το καλό είναι που υπάρχουνε λίγες αμερόληφτες μαρτυρίες από την προφορική παράδοση, όχι παραμορφωμένες με της φαντασίας τα φτιασίδια. Για τη σημασία του Ζαχαριά ως Κλέφτη του Μοριά έχουμε και την αξιόπιστη μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Sibthorp, που ταξίδεψε στα 1795 ( Walpole, Travels, 1820, σ. 88). «Ανάμεσα στους ληστάδες τ' όνομα του Ζαχαριά στέκεται πρώτο. Χρόνια τα είχε κακά με τους Τούρκους και ή ξέφευγε τα διάφορα σώματα που στελνόντανε να τον πιάσουν, ή τα τσάκιζε. Τους Τούρκους που πέφτανε στα χέρια του πολύ άγρια τους μεταχειριζότανε, και σκότωνε τους περισσότερους. Με τον βόιβοντα του Μυστρά είχε κάμει ένα είδος ανακωχής, αυτό όμως για τους ταξιδιώτες δεν ήταν αρκετό να τους προστατέψει» 74. Κι ο Άγγλος Leake γράφει πως ήταν ο Ζ., πολλά χρόνια, «ο τρόμος του Μοριά».

Ο Γεν. Θ. Κολοκοτρώνης βεβαιώνει πως ο Ζαχαριάς «το πρώτον κατετάχθη απλούς στρατιώτης εις το σώμα του Κ. Κολοκοτρώνη, έπειτα δε ύψωσε σημαίαν σχηματίσας σώμα εδικόν του» 75. Του Ζαχαριά τα πρώτα Κλέφτικα χρόνια μας είναι γνωστά από αξιόπιστη πηγή, που θα τη δείτε πιο κάτου· είχε αυτός κοντά του πολύ καλύτερο σχολειό, τη Μάνη, που τον έβγαλε Κλέφτη μα και πειρατή τρομερό. Έρχεται ύστερα ο Φαλέζ, γιος του Γενναίου, που βεβαιώνει πως ο Ζ. ήταν αδερφοποιτός του Κωσταντή Κολοκοτρώνη, 76 και πως, οι δυο μαζί, «είχον κτίσει παραπλησίους πύργους παρά τον Ταΰγετον και εδείκνυον διά του σπαθιού των και του καριοφιλιού των ότι ήσαν διαμαρτύρησις του Ελληνισμού κατά της δεσποτείας» («Νέα Εφημ.» 27 Μαρτ. 1890). Φλυαρίες του Φαλέζ είναι όλ’ αυτά. Ο Κωστ. Κολοκοτρ. ποτέ δεν πολέμησε μαζί με τον Ζαχαριά, ούτε κι είχε ποτέ πύργο δικό του κοντά στον Ταΰγετο. Ο Παναγιώταρος τονέ φιλοξενούσε στους πύργους τους δικούς του απάνου στον Ταΰγετο. Ο Ζαχαριάς όμως είχε πύργο δικό του. Ο Βαυαρός περιηγητής Pukler-Muskau, κατά τα 1840, απάντησε κοντά στον Μυστρά τον μισογκρεμισμένο πύργο του, «συνηθισμένη διαμονή του τρομερού Κλέφτη, που έχυνε τον τρόμο σ' όλον τον Μοριά». Το λέω και πάλι· δεν μπορούσε ο Ζαχαριάς να κάνει ληστείες και να μένει κρυμμένος στον πύργο του. Του Ζ. ο πύργος ήταν η Μάνη, κι από τη Μάνη ξετρύπωνε κι έκανε τις Κλεψιές του. Άμα τα είχε καλά με τους Τούρκους —και δε μπορούσε αλλιώς να τα ‘χει καλά, παρά ως Κάπος διορισμένος— τότε έμενε στον πύργο του. Όσο για τους πύργους, και μέσα στη Μάνη και τριγύρω της, ήτανε σπίτια δίπατα ή σπάνια, τρίπατα μ’ ένα ή δυο δωμάτια το κάθε πάτωμα, χρήσιμα και για την ειρηνική διαμονή και για την προστασία από τους γειτονικούς εχτρούς, όχι διαμαρτύρηση του Ελληνισμού. Ο Τούρκος είχε το κανόνι, και οι πύργοι δεν αντιστεκόντανε σ’ αυτό. Με το κανόνι πέσαν οι πύργοι του Παναγιώταρου. Ο Ζαχαριάς, λέει μαρτυρία νεότερη, έκαψε τον πύργο του —σημάδι πως είχε πια αποκηρυχτεί από τους Τούρκους— και κατάφυγε στη Μάνη οριστικά. Ο αληθινός Κλέφτης, σ' ώρα μεγάλου κιντύνου, ζητεί άλλου καταφυγή κι όχι ποτέ σε σπίτια.

Για την καταγωγή του Ζαχαριά, είναι γνωστή η μαρτυρία πως γεννήθηκε στο χωριό Μπάρμπιτσα, όμως για να πάρει του χωριού του τ’ όνομα ως οικογενειακό, θα πει πως πολύ μικρός έφυγε απ’ αυτό. Ο Φραντζής (τ. Α', σελ. 35) κι ο Φ. Κουκουλές ( «Ιστορία της Βαμβακούς» σελ. 70) βεβαιώνουν την ταπεινή καταγωγή του. Ο Άγγλος Leake (ταξίδι στον Μοριά Α', σελ. 262) βεβαιώνει πως το χωριό Πηγάδια ήταν ο τόπος της γέννησης του Κλέφτη και το καταφύγιο του. Αν είχε ο Ζ. στα Πηγάδια του Μυστρά γεννηθεί, πως θα ‘παιρνε το παρατσούκλι Μπαρμπιτσιώτης; Υποθέτω πως στη Μπάρμπιτσα γεννήθηκε και στα Πηγάδια μεγάλωσε. Το χωριό αυτό το βρήκε γκρεμισμένο ο περιηγητής στο ταξίδι του, 1805.Υπάρχει κάποια μαρτυρία πως οι Μανιάτες νομίζανε τον Ζαχαριά Μανιάτη. Αυτό σημαίνει πως πολλά χρόνια έζησε κι έδρασε στη Μάνη, κι έδεσε φιλιές και συφέροντα κοινά με σημαντικούς Μανιάτες. Η ευκολία που είχε ο Ζαχαριάς να μπαινοβγαίνει στη Μάνη, μόνη αυτή μπορεί να ξηγήσει το πώς και πύργο έχτισε στα σύνορά της και πολλά χρόνια μπόρεσε να ξεφεύγει τους μπουλουκμπασήδες του Μοριά.

Ο Ζαχαριάς κατηγορήθηκε πολύ για τη σκληρότητα και θηριωδία του. Γραφτή μαρτυρία, που θα τη δείτε πιο κάτου, βεβαιώνει πως, φοβερίζοντας κάποτε να χαλάσει την Καλαμάτα, αν δεν του στέλναν όσα γρόσια ζητούσε, μαλάκωσε τον θυμό του κι υποχώρησε, άμα ένας φίλος του γούμενος τον παρακάλεσε θερμά. Είχε λοιπόν και φλέβα καλοσύνης μέσα του, αν και τον χαραχτήρα του τον άγριο κανένας δεν τον αρνιέται. Και οι Άγγλοι, που σημείωσα πιο πάνου, κι ο γούμενος Γεράσιμος, που είπα, και οι παλιοί βιογράφοι του, που θα τους δούμε, συφωνάνε για τον χαραχτήρα του τον εκδικητικό και φιλάρπαγο. Και η αληθινή προφορική παράδοση, που την έσωσε ο καθηγητής Φ. Κουκουλές, βεβαιώνει τον σκληρό του χαραχτήρα από την αρχή της Κλέφτικης ζωής του, που την άρχισε πολύ μικρός. Αφού τη γυναίκα ενός εχτρού του, νέος αυτός πολύ, μα και πολύ ασελγής, την έσφαξε άγρια, πράμα που μοναχά στα δικά μας χρόνια κάνουν οι ληστές από εκδίκηση. Ο Α. Φραντζής, ενώ πρώτος αρχίζει να παρασταίνει τον Ζαχαριά ήρωα τουρκοφάγο από την αρχή της ζωής του, τίποτε δε λέει για τη σκληρότητα του προς τους χριστιανούς, παραδέχεται όμως την «ασωτία» του.

Ο Φραντζής την αρχή της Κλέφτικης ζωής του Ζ. τη βάνει στα 1785· αν όμως, κατά τον Φ. Κουκουλέ, γεννήθηκε ο Ζ. στα 1759, τότε Κλέφτης πρωτοφάνηκε 25 χρονών. Γράφει λοιπόν ο Φραντζής: «Από το μηδέν φανείς Κλέπτης, κατήντησε να περιφέρεται με 100 και περισσότερα επίλεκτα παλικάρια, με σημαίαν ανοικτήν... κατηφάνιζε δε και κατέσφαζεν ως πρόβατα τους Οθωμανούς, και όσα νεφεράμια (σ. στρατολογίες) εξήρχοντο κατ’ αυτού οθωμανικά, δεν απετέλουν τίποτε· αλλ’ όσον ανεδείχθη άξιος, ισχυρός και τρομακτικός εναντίον των Οθωμανών, τοσούτον εξ εναντίας εφάνη αφ' ετέρου άσωτος κλπ.» (τ. Α', σ. 35). Στο μεταξύ ας θυμίσω στον αναγνώστη το λαϊκό παλιό τετράστιχο, που τραγουδιέται στην Ήπειρο, και που κολλήθηκε στον Ζαχαριά. Κάνω λόγο γι’ αυτό στο Β' μέρος της μελέτης μου: «Όρκο κάνω στο σπαθί μου / και σταυρό στο χαϊμαλί μου / Τούρκο να βρω να σκοτώσω / και Ρωμιό να ξεσκλαβώσω». Τούρκους βέβαια σκότωνε, όπως και χριστιανούς, για τα πάθη του και για το κεμέρι του.

Η «ασωτία» του Ζαχαριά, ελάττωμα βαρύ, τόνε δείχνει όχι Κλέφτη καθαρό —αφού πατεί τους νόμους της Κλεφτουριάς, ή δεν τους ξέρει— μα ληστή ταπεινό, που θυμίζει τον Τζατζά, το τελευταίο αυτό κάθαρμα της Δυτ. Μακεδονίας. Ο Α. Φραντζής γράφει πως ο Ζ. σκότωσε κάποιον Τούρκο από τη Μονοβασιά, που δοκίμασε ν’ ατιμάσει μια χριστιανή, και τη θανάτωσε για την αντίστασή της. 77 Ο Ζαχαριάς, χωρίς άλλο, είχε στην καρδιά του και το θανάσιμο μίσος των Τούρκων, κι άλλες ευγενικές ορμές, μα αυτές, νομίζω, πολύ πιο σπάνια γινόντανε φανερές από τ’ άλλα του άγρια καμώματα ενάντια στους χριστιανούς. Κι ο Α. Φραντζής (τ. Α', σ. 37) προσθέτει πως ο Ζ. έγραψε στους Μονοβασίτες Τούρκους πως «τοιαύτα δοκιμάζουν όσοι Οθωμανοί παραβιάζουν την τιμήν και την θρησκείαν των χριστιανών». Και να τα τελευταία λόγια του Φραντζή: «Ενί λόγω η παλικαριά, η αξιότης και τα ανδραγαθήματα του Ζαχαριά δεν περιγράφονται». Έτσι, με την ψευτιά για πρώτη ύλη ιστορική, και με την ψευτιά πάλι για φτιασίδι εξωραϊστικό, πλάθεται το φανταχτερό οικοδόμημα της ψεύτρας ιστορίας, που το πρώτο φύσημα μπορεί να το γκρεμίσει. Όσο για την ασωτία του Ζ., κι ο γιος του Αναγνώστης, ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του, στρατιωτικός που υπηρετούσε στα Εφτάνησα, δε μπόρεσε να κρατήσει κάποτε την αποστροφή του για τη διαγωγή του πατέρα του, που στο τέλος έφερε και τον θάνατό του. 78

Εκείνο που κάνει κάθε φίλο της αληθινής ιστορίας να λυπάται είναι, η φτώχεια των πηγών για τα καθαρά πολεμικά περιστατικά της ζωής του Ζαχαριά. Το ίδιο δηλαδή, μα και κάτι περισσότερο, που το βρίσκουμε και στη ζωή των Κολοκοτρωναίων. Αν θελήσεις να ταξιδέψεις στ’ Άγραφα, και χωρίς να ρωτήσεις, οι χωριάτες θα σου δείξουν τους τόπους όπου πολεμούσε μια φορά ο Κατσαντώνης. Κι όλη η Ρούμελη είναι γεμάτη με τοπωνυμικά που σημαδεύουν τους πολέμους των Κλεφτών. Στον βίο του Ζαχαριά λείπει αυτή η χάρη, το ίδιο και στους βίους των άλλων Κλεφτών του Μοριά. Λόγια ηρωικά των λογιωτάτων βιογράφων, μα έργα πολύ φτωχικά.

Χαίρεται όμως κανείς που σταματάει τέλος σε κάποια καθαρή πηγή και χορταίνει την καλοσυνείδητη καρδιά του. Ο καθηγητής Φ. Κουκουλές, πιο φίλος της αλήθειας από τον Φραντζή, παρασταίνει την Κλέφτικη ζωή του Ζαχαριά όπως είχε την καλή τύχη να την ακούσει από την προφορική παράδοση. Αφού δηλ. ο Ζ. έφυγε νωρίς από το σώμα των Νικολαίων, 79 «συναθροίσας περί εαυτόν ολίγους άνδρας, ήρχισε να περιτρέχει τα πέριξ (της Μπάρμπιτσας) και να καθαρίζει αυτά από των Τούρκων... ιδία, διέτριβεν εν Μεγάλη Βρύση, όπου και πλείστους είχε κουμπάρους». Παρακάτου ακολουθεί ένα επεισόδιο, που δείχνει νωρίς τον εκδικητικό χαραχτήρα του Ζ. Ενώ δηλ. οι εξηρωιστάδες, που θα δείτε και παρακάτου τον καλύτερό τους, τον παρασταίνουνε να γυρίζει μ’ ανοιχτή σημαία από χωριό σε χωριό, ο Φ. Κουκουλές πολύ λογικά μας δείχνει τον καπετάνο (κάπο;) της Μπαμπακούς ν’ αντιστέκεται στον Ζ. και να μη τον αφήνει να μπει φανερά στο χωριό, και μάλιστα να του αντιστέκεται με τ’ άρματα. Ο Ζαχαριάς, μικρότερος ήρωας από τους θαμαστές του, αναγνώρισε το λάθος του, και λογικά. Χωριό που θα φιλοξενούσε Κλέφτη δε θ’ αργούσε να τιμωρηθεί σκληρά από τους Τούρκους. Όμως κατά τα 1798 η Μπαμπακού αρνήθηκε να πληρώνει τους λουφέδες του, και για να ζητεί λουφέδες θα πει πως ήτανε παλιός Κάπος μιστωτός, κι αφού πια βγήκε στο κλαρί, κυνηγημένος από τους Τούρκους για τις αταξίες του, ζητούσε ακόμα να διατηρήσει τη μιστοφορία. Έτσι μπορούνε να ξηγηθούν και τ’ άλλα, κάθε φορά που ζητάει, σώνει και καλά, λουφέδες. Τα χωριά, που θέλει να τα φορολογήσει, δεν τονέ θέλουνε Κάπο, αφού οι Τούρκοι δεν τον αναγνωρίζουν· τότε αυτός ξεθυμαίνει στα ίδια αυτά χωριά με των λουφέδων την πρόφαση, ειδεμή, ατρόμητος καθώς ήταν και σκληρός, θα μπορούσε να φορολογεί και χωρίς πρόφαση. Ήξερε όμως πως ο πληθυσμός της περιφέρειας δε θα τον άκουγε και δε θα δεχόταν τις παράνομες φορολογίες του, γι’ αυτό και τις σκέπαζε με μια κάπως νόμιμη πρόφαση θέλοντας να υποχρεώσει τους χωριάτες να τον αναγνωρίζουν Κάπο και χωρίς να θέλουν, στο πείσμα μάλιστα των Τούρκων. 80 Στο μάλωμά του με τη Μπαμπακού ο Ζ. σκότωσε ένα χωριάτη, μα ύστερα μετάνιωσε και προστάτεψε τη χήρα του, και την ξεπλήρωσε γενναία. Μ’ αυτό έδειξε πως λογάριαζε τον θυμό των Μπαμπακιώτων. Το γράμμα μάλιστα (19 Νοέβρη 1801) που το δημοσιεύει ο Φ. Κουκουλές, 81 στελμένο από τον Ζαχαριά στον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη του Μυστρά, γραμμένο με το χέρι κληρικού, που στέλνει και τα χαιρετίσματά του στον κοτζάμπαση, όπου ο Ζ. παρακαλεί, μαζί με τ’ αδερφικά του χαιρετίσματα, να πληρώσει ο κοτζαμπάσης κάποια έξοδα και «να τα κρατήσει από τον λουφέ» και να κρατήσουν και το γράμμα του γι’ απόδειξη, δείχνει καθαρά πως ο Ζαχαριάς ήτανε Κάπος της Μπαμπακούς, και γράφει από το μοναστήρι της Λογκάστρας. Ειδεμή πώς θα τολμούσε ένας κοτζαμπάσης, κιντυνεύοντας το κεφάλι του, κι ένας γούμενος 82 να γράφουνε σ’ έναν Κλέφτη; Τέλος ο Ζ. υπογράφεται με το ίδιο του το χέρι: «Ζαχαρηας δουλοσας πιστός ηστους ορησμουσας». Ο Φ. Κουκουλές προσθέτει πως οι Μπαμπακιώτες «και καπετάνον καλόν είχον και οχυρωμένοι καλώς ήσαν, ώστε να μη φοβώνται και τόσον τον Ζαχαριάν», και μοναχά για να γλιτώνουν από σκοτούρες επλήρωναν κλπ. Κλέφτης σαν τον Ζαχαριά δε φοβόταν τα ταμπούρια τα χωριάτικα, άμα ήθελε να τιμωρήσει ένα χωριό· τους χωριάτες τους εύρισκε στα χτήματά τους. Έπειτα τον αλύπητο Ζαχαριά όλοι είχανε λόγους να τόνε φοβώνται. Για να καταδέχεται όμως ένας Ζαχαριάς να ζητάει 52 γρόσια κι άλλα 26, όχι γιατί είχε ανάγκη, αλλά γιατί είχε το δικαίωμα να τα ζητάει, και τέλος για να υπογράφεται «δούλος πιστός» και τέτοια, θα πει πως το ‘χε πολύ καλά τότε με τους Μπαμπακιώκες και με τους κοτζαμπασήδες τους, και λοιπόν ήτανε καπετάνος νόμιμος του χωριού.

Το είπα και πιο πάνου· ό,τι λείπει από το ιστορικό υλικό που ενδιαφέρει τη ζωή των Κλεφτών του Μοριά είναι η πιστή περιγραφή περιστατικών αληθινών της ζωής των Κλεφτών, τα περίεργα, τ’ ασυνήθιστά τους κατορθώματα, κι όσο για τη ρητορική φλυαρία, το ψευτοηρωικό παρατέντωμα και την ασύστατη προσπάθεια του υψωμού των ιστορικών προσώπων απάνου σε θεμέλια χτισμένα στον αγέρα, ίσα-ίσα αυτός ο τρόπος της ιστορικής ζωγραφιάς φέρνει το σκοτισμό των προσώπων αυτών και τα ζημιώνει χειρότερα, ντροπιάζει και τους ιστορητάδες τους. Η πλάνη αυτή των εξωραϊστών, είτε εξηρωιστών, έφτασε, αυτά τα τελευταία χρόνια, όσο για τον Ζαχαριά, σε μιαν απίστευτη συνωμοσία, που τρεις είχε σκοπούς· πρώτα να υψώσει τον Ζαχαριά πολύ πιο πάνου από τ' ανάστημά του, δεύτερα να σμίξει το έργο του και τη ζωή του με των Κολοκοτρωναίων το έργο και τη ζωή, και τρίτα —το κορύφωμα των δυο πρώτων— να παρουσιάσει στα θαμπωμένα μάτια μας ένα είδος Αρματολικής (όχι Κλέφτικης) ένωσης, με μεγάλα σκέδια μοραΐτικα μαζί και πανελλήνια. Η ένωση αύτη μας γίνεται γνωστή με το μεγάλο όνομα της «Αρματολικής Ομοσπονδίας» του Μοριά. Με το ίδιο αυτό όνομα θα την ξετάσω κι εγώ και θα την παρουσιάσω στη δίκια κρίση του αναγνώστη. Μελετώντας όμως το ζήτημα της ομοσπονδίας θα πλέκεται μαζί μ' αυτό και η ζωή του Ζαχαριά.

 

 

αρχή

 



 

«Αρματολική ομοσπονδία» στον Μοριά. — Αρματολίκια της Ρούμελης. — Κλέφτες Μοραΐτες και Κλέφτες Ρουμελιώτες. — Ο Ζαχαριάς, Κλέφτης Μοραΐτης ή Μανιάτης πειρατής; — Πλαστή βιογραφία του Ζαχαριά. — Ανάλυση κι αναίρεσή της. — Άλλοι Κλέφτες του Μοριά. — Συμπέρασμα.

 

Το ζήτημα το θέτει ο Τ. Καντηλώρος και το υιοθετεί, και το διαλαλεί ως δόγμα ιστορικό, που βγαίνει από τη μελέτη του. Ας το θέσω κι εγώ όπως αυτός το διατυπώνει: «Υπήρχον όμως και ανώτεροι τούτων (των Κάπων) οι Αρματολοί, αποτελούντες σώματα αυθύπαρκτα διοριζόμενα υπό της εξουσίας, ταύτα δε, επί της αρχηγίας τουλάχιστον του Ζαχαριά, υπερέβησαν κατά τον οργανισμόν και αυτά τα της Στερεάς, διότι οι Αρματολοί των 24 επαρχιών του Μοριά συνησπίσθησαν εις ομοσπονδίαν εξασφαλίσασαν την διατήρησίν της με Σουλταν. φερμάνια, επί μίαν δε εικοσαετίαν έδρασαν σχεδόν ανενοχλήτως, ως διά μακρών θα αποδείξομεν» (σ. 6). Στο ζήτημα της ομοσπονδίας, ζήτημα χωρίς θεμέλια, ο Τ. Κ. παίρνει ως αληθινά πράματα φανταστικά, και τα βάνει βάση και προϋπόθεση στον σκοπό του. Είναι όμως η βάση αυτή σφαλερή, και με την πιο απλή λογική κλονίζεται και πέφτει μαζί με τ’ άλλο οικοδόμημά του τ' αγέρινο. Αρματολοί δεν υπήρξαν ποτέ στον Μοριά, και πώς θα ήταν οργανωμένοι σ’ ομοσπονδία; Αρματολική αρχηγία του Ζαχαριά δεν υπήρξε ποτέ, και πως ο οργανισμός αυτός ο τάχα Αρματολικός θα περνούσε και τον οργανισμό τον Αρματολικό της στερια-της Ελλάδας, οργανισμό κρατικό, που δεν έχει καμιά σύγκριση με τον άλλον τάχα οργανισμό του Μοριά, που είχε, κατά τον Τ. Κ., σκοπό πατριωτικό, την απελευτέρωση του Μοριά; Φερμάνια σουλτανικά, που να κυρώνουν αυτόν τον οργανισμό, και κάτου από την προστασία τους οι Αρματολοί του Μοριά είκοσι χρόνια ολάκερα να μένουν απείραχτοι στο έργο τους, τέτοια φερμάνια δεν υπάρξανε ποτέ. Όμως και η είκοσι χρονών ειρηνική ζωή του ομοσπτονδιακού Αρματολισμού, κι αυτή είναι ανύπαρχτη. Απ’ όσα είπα πιο πάνου δείχτηκε, νομίζω, πως Αρματολοί δεν υπάρξανε ποτέ στον Μοριά, παρά μοναχά Κλέφτες. Βγάνοντας λοιπόν τη βάση αυτή της ύπαρξης Αρματολισμού στον Μοριά, πριν προχωρήσω περισσότερο, θα μπορούσα να αφήσω να μείνει στον αγέρα η θεωρία της ομοσπονδίας και να σκορπιστεί σαν πλάσμα φαντασίας, σα σκιαχτερό οικοδόμημα. Πρέπει όμως να δείξω τον δρόμο και να βρω τις πηγές όπου ο Τ. Κ. ψάρεψε τα επιχειρήματά του, τα σουλτανικά φερμάνια του, την εικοσάχρονη ανενόχλητη ζωή της ομοσπονδίας του. Χρειάζεται τάχα ιστορική σοφία να αποδείξει κανείς, πρώτο-πρώτο, το τελευταίο τούτο ζήτημα της εικοσάχρονης γαλήνης στον Μοριά, όταν συλλογίζεται πως οι Κλέφτες του Μοριά ποτέ δε μείναν απείραχτοι από την Τούρκικη εξουσία, κι όλοι τους, είτε οι περισσότεροί τους, τελειώσανε σκοτωμένοι; Αυτός είναι ο νόμος πάντα, που χάνει κάθε Κλέφτης τη ζωή του και στη Ρούμελη και στον Μοριά, και παντού όπου υπάρχουν Κλέφτες.

Άμα κανένας Κλέφτης, στη Ρούμελη, άρχιζε να ζαλίζει την εξουσία και να χαλάει την τάξη στα χωριά, ο Αρματολός της περιφέρειας ζητούσε τον τρόπο να τόνε βγάλει από τη μέση, και τον εύρισκε με το μέσο του καταδότη, που ήτανε το πιο συνηθισμένο μέσο· αν πάλι ο Κλέφτης είχε κάποιον αριθμό μαζί συντρόφων, τότε θ’ ακολουθούσε πόλεμος, μα το ίδιο τέλος δε θ’ αργούσε. Απ' όλους τους Κλέφτες της Ρούμελης πρέπει να εξαιρέσουμε το τέλος του Κατσαντώνη. Στα χρόνια τα δικά του δεν είχε ο Κλέφτης να πολεμάει μ' Αρματολόν αντίπαλο, αλλά πολεμούσε μ’ Αρβανίτη ντερβέναγα. Οι Αρβανίτες δύσκολα μπορούσανε να μπούνε μες τις απάτητες κακοτοπιές των βουνών της Ρούμελης, και γι’ αυτό ο Κατσαντώνης βάσταξε κάμποσα χρόνια τον πόλεμο με τον Αλή πασά, στο τέλος όμως και πάλι η προδοσία τον έφαγε. 83 Το να λέει κανείς πως 20 χρόνια έζησε ο Μοριάς ειρηνική ζωή, κάτου από έναν άγριο στρατιωτικόν οργανισμό, είναι μια απλή, σκόπιμη όμως φαντασία, καθώς σκόπιμη φαντασία είναι πως οι Κλέφτες του Μοριά γυρίζανε χρόνια ολάκερα με σημαίες ανοιχτές, και η Τούρκικη αρχή τους καμάρωνε, γιατί δε μπορούσε να τους καταβάλει. Το ότι οι Κλέφτες του Μοριά σκοτώνονταν ένας-ένας, δυο-δυο, λίγοι-λίγοι, και σπάνια σκοτωνόντανε πολλοί μαζί, αυτό δείχνει πως πολυάριθμα Κλέφτικα σώματα δε μπορούσανε στον Μοριά να συντηρηθούν, κι άμα τέλος πλήθυνε ο αριθμός τους, στα 1805, τότε η μοίρα τους σήμανε και το τέλος τους.

Και ρωτάει κανένας τώρα· αφού δεν υπήρξε αυτό που λέμε Αρματολισμός στον Μοριά, μήπως η ομοσπονδία ήταν από Κλέφτες σκηματισμένη, και λοιπόν χωρίς φερμάνια τούρκικα, και τότε ο σκοπός της ήταν εχτρικός στους Τούρκους (μα αφού ήταν εχτρικός, τα είκοσι χρόνια τ' ανενόχλητα βέβαια δεν υπάρξανε ποτέ). Απ' αυτή την πλευρά την Κλέφτικη είμαι πρόθυμος να παρακολουθήσω το ζήτημα. Τα φερμάνια δε θέλουν απόδειξη πως δεν υπήρξε ποτέ, ούτε τα χρόνια τ' ανενόχλητα· μένει τ’ απόρημα αν, έτσι είτε κι αλλιώς, υπήρξε «ομοσπονδία», και τότε θα 'πρεπε να την πάρουμε για τιμή της Μοραΐτικης Κλεφτουριάς, ως έναν οργανισμό αντιτουρκικό, πατριωτικό καθαρά· γιατί αλλιώς, τι Κλεφτουριά θα ήταν αυτή η οργανωμένη ειρηνικά με τη γνώση της Τούρκικης εξουσίας; Τότε... θα ήταν Αρματολισμός, και θα χορεύαμε μέσα σ' αυτόν τον φαύλον κύκλο.

Οργανισμός Κλέφτικος, ομοσπονδία που να βάσταξε χρόνια, δε μπορεί να σημαίνει τίποτ' άλλο παρά συνωμοσία πατριωτική. Οι Κλέφτες όμως, ως άταχτοι και ρέμπελοι, ως κατατρεγμένοι και χωρίς μόνιμη διαμονή, ποτέ ούτε στη β. Ελλάδα, ούτε στον Μοριά δεν οργανωθήκανε, γιατί και φυσικό είναι πως δεν μπορούσανε να συνεννοηθούνε. Είχανε πάντα έναν εσωτερικό δεσμό, το μίσος κατά του Τούρκου, και το μίσος αυτό ήτανε, μαζί με της ζωής τον κίντυνο, ο ένστιχτος πατριωτισμός τους, δυναμωμένος από τη θρησκευτική τους πίστη. Ανώτερο όμως ιδανικό να ‘χουν άνθρωποι τέτοιοι, παρατημένοι στην ακοίμητη φροντίδα τους για τη ζωή, ριγμένοι στην ανάγκη να σκοτώνουνε τον Τούρκο όχι από το μίσος στη φυλή του, στη θρησκεία του, μα από την ανάγκη να φυλάξουν τη ζωή τους, 84 λοιπόν τέτοιο ιδανικό, που σήμερα το λέμε πατριωτισμό, οι Κλέφτες, μα και οι Αρματολοί, δεν το νιώθανε στον νου και στην καρδιά, παρά ως ένστιχτο δεμένο με το μίσος τους κατά του Τούρκου. Το μίσος αυτό ήταν ο πατριωτισμός τους· η αγάπη της προσωπικής τους λευτεριάς ήταν ένα σπέρμα σκοτεινό, που μια μέρα θα γεννοβολούσε την άλλη λευτεριά την ανώτερη, που λέμε οι διαβασμένοι, της πατρίδας. Το όνομα πατρίδα ούτε οι Κλέφτες ούτε οι Αρματολοί το ξέρανε· βαθιά στα στήθια τους, είχανε κάποια μάνα μακρινή κι αθώρητη, χωρίς μορφή καλά γραμμένη μέσα τους. Οι Αγωνιστές του 1821 —όσοι δε μάθαν από τους καλαμαράδες να κοπανάνε τα μεγάλα λόγια τα πατριωτικορητορικά— για τη μάνα αυτή, που αρχίζανε να τη γνωρίζουνε, μιλούσανε σπάνια μεταξύ τους. Τα δημοτικά τραγούδια τα Κλέφτικα και τ' Αρματολικά πουθενά δεν έχουν τ’ όνομα πατρίδα, ούτε και τ’ όνομα σκλαβιά, και λευτεριά, όμως όλα αυτά όχι τα κούφια λόγια, μα τα πράματα τα μυστικά και τα πανάγια τα ‘χανε μες την ψυχή τους, μ' όλο που δε μπορούσανε να πουν και τα ονόματά τους. 85

Άλλον κοινό δεσμό από το μίσος του Τούρκου κι από την αγάπη της προσωπικής τους λευτεριάς, είπα, δεν είχαν οι Κλέφτες της Ελλάδας. Πρώτ’ απ’ όλα, για να οργανωθούνε, θα ‘πρεπε να γνωρίσουν έναν αρχηγό, κι αυτό δε γίνηκε ποτέ. Ο αρχηγός δεν αναγνωριζόταν έτσι απλά, μα επιβαλλόταν από την ανάγκη, από τη βία, τον φόβο, τον κίντυνο. Κανένας όμως Κλέφτης δε θα δεχότανε ποτέ αρχηγόν ανώτερον από τον Καπετάνο του. Κοιτάτε τα παραδείγματα του 1821. Οι πολεμικοί άντρες του Μοριά ποτέ δε θα συφωνούσανε ν’ αναγωρίσουν τον Κολοκοτρώνη γενικόν αρχηγό. Οι Σουλιώτες δε μπαίνανε ποτέ κάτου απ’ άλλον αρχηγό παρά Σουλιώτη της φάρας τους. Οι Μακεδόνες οπλαρχηγοί, όλοι παλιοί Κλέφτες, στάθηκε αδύνατο ν' αναγνωρίσουν τον Καραϊσκάκη γενικόν αρχηγό. Το παράδειγμα ίσα-ίσα του διορισμού του Καραϊσκάκη στα 1826, οι αμέτρητες δυσκολίες που βρήκε, στον χρόνο εκείνον που χανόταν η Ελλάδα, για ν' αναγνωριστεί, είναι παράδειγμα κλασσικό. Λοιπόν γυρίζω στα παλιά· γενική αρχηγία Ζαχαριά όχι δεν υπήρξε στον Μοριά, αλλά ούτε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Ο Ζαχαριάς, ο τόσο αδάμαστος, ποτέ δε θα γινότανε δεχτός να μπει κεφαλή σ' άλλο Μοραΐτη Καπετάνο. Ο Ζαχαριάς δε στρατολογούσε παρά Μανιάτες, τους περισσοτέρους, κι ο χαραχτήρας του ο πολεμικός ήτανε Μανιάτικος· αλύπητος στο ζήτημα της αρπαγής, του πλουτισμού, αφού και πειρατής γινότανε, κι ως πειρατής δεν έκανε άλλο παρά χριστιανούς να γυμνώνει, καθώς θα δείτε πιο κάτου. Η Μανιάτικη συστηματική αρπαγή, πώς να την πει κανείς, στεριάς και θάλασσας, ήταν επάγγελμα, περιοδική έξοδος για σκοπό βιοποριστικό, και γι’ αυτό ήτανε τόσο άσπλαχνη. Αν ο Μανιάτης δεν έκλεβε και δεν πειράτευε, να ζήσει δε θα μπορούσε στα κατσάβραχά του. Κι ο Ζαχαριάς πιο πολύ ήτανε Μανιάτης πειρατής παρά Κλέφτης Μοραΐτης.

Είπα πως ο Ζαχαριάς δεν είχε ανάγκη να στρατολογεί παρά Μανιάτες, ίσως μάλιστα ούτε Σπαρτιάτες. Κλέφτης του Μοριά —όχι της Μάνης— γραμμένος στο σώμα του Ζαχαριά έβανε σε κίντυνο όλο το χωριό του. Ως Κλέφτης ο Ζαχαριάς, δε μπορούσε να είναι αγαπητός στον ήμερο Μοριά, ίσα-ίσα για τις αρπαγές και τη σκληρότητα, και μάλιστα την «ασωτία» του.

Το ότι διατηρήθηκε τόσα χρόνια Κλέφτης δείχνει πως η Μάνη τον προστάτευε και τον έκρυβε, καθώς είπα. Μας λείπουν όμως οι πολλές λεφτομέρειες. Τη στιγμή που η Μάνη χωρίστηκε από τον άλλο τον Μοριά, στα 1781, τα πράματα γένηκαν άσκημα για τον Ζαχαριά, και για τους άλλους Κλέφτες ασκημότερα.

Ύστερα, κι ο αρχηγός και τα μέλη μιας υποθετικής ομοσπονδίας θα είχαν ανάγκη από κέντρα, όπου να μένουν και ν' αλλάζουνε προφορικά ή με ταχυδρόμους τα μυστικά τους· είχαν ανάγκη να ‘χουν αποθήκες των πολεμικών τους μέσων, να φέρνουν από την Ευρώπη όπλα και πολεμοφόδια, και τόσα άλλα, που απορεί κανείς, κι αν ακόμα οι Κλέφτες του Μοριά δεν ήταν τόσο στον λαό μισητοί, πως δε θα βρίσκονταν καταδότες να τους προδώσουνε στην εξουσία, πως τόσο απλωμένη μυστική ένωση, που βάσταξε είκοσι χρόνια —και τα είκοσι χρόνια δείχνουν πως αυτή η συνωμοσία η ιδανική θα ‘πρεπε να ήταν πολύ στέρεα οργανωμένη— αφού δεν προδόθηκε, κι αφού έζησε είκοσι χρόνια, πώς δεν ακούστηκε το τέλος της, πώς δεν ξέσπασε ο σκοπός της σ’ ένα κάποιο κίνημα, που θα ‘πρεπε να ήταν κίνημα ακουστό κλπ; Τέτοιο κίνημα ποτέ δεν ακούστηκε, γιατί και τέτοια ομοσπονδία δε στάθηκε ποτέ. Αν πάρουμε το παράδειγμα της συνωμοσίας της Φιλικής και τις ετοιμασίες που γινόντανε στον Μοριά, τι βλέπουμε; Πως ο Μοριάς κι όλη η Ελλάδα βρεθήκανε τραγικά ανετοίμαστοι, όταν άρχισε το 1821. Πως ο λαός του Μοριά βρέθηκε χωρίς όπλα και με το λιγοστό μπαρούτι το δημητσανίτικο. Οργάνωση εσωτερική καμιά, όχι στον Μοριά μοναχά παρά και σ' όλη την Ελλάδα. Η οργάνωση η πολεμική και η πολιτική έγινε και ξακολούθησε να γίνεται μέσα στου πολέμου τη σαλαγή και την ανεμοδούρα, και δεν τέλειωσε ούτε με το τέλος του πολέμου. Η ανικανότητα του νεοέλληνα να οργανωθεί και να πειθαρχήσει δείχνει πως κάθε σκέδιο συνωμοσίας καθαρά πολεμικής στον Μοριά, κατά τα χρόνια εκείνα τα πριν του 1821, πρώτοι θα το μάθαιναν οι προύχοντες του τόπου, και χωρίς αυτούς ποτέ τίποτε δε θα γινόταν. Τα Ορλωφικά του 1769 προύχοντες Μοραΐτες τα οργανώσανε, και πάλι σε πολύ περιορισμένον κύκλο, και Κλέφτες πουθενά δεν ξεμυτίσανε.

Πρέπει τώρα ν’ ανοιχτώ σε μερικότερα. Και πρώτα θα μιλήσω για τη μια και μοναχή γραφτή πηγή, όπου ο Τ. Καντηλώρος και η ακολουθία του βρήκανε καταφύγιο και στηρίξανε σ’ αυτήν απάνου την αστήριχτη θεωρία τους. Διψασμένοι για τη δόξα του τόπου τους —και η δίψα τους αυτή θα ήτανε τιμή τους, σ' άλλη, αγαθή, περίσταση— γελαστήκανε και μπιστευτήκανε σ’ ένα πλαστό χειρόγραφο, υστερόχρονο πολύ, αναχρονισμούς γεμάτο, μα και χωρίς χρονολογίες σ' όλες τις σελίδες του, σκόπιμο κατασκεύασμα, όπου μέσα χωνευτήκανε σ’ ένα αχώνευτο σύνολο οι προφορικές τάχα παραδόσεις (ίσως είναι απ’ αυτές απομεινάρια μερικά, διαστρεμμένα κι αγνώριστα), τα δημοτικά τάχα τραγούδια (όσα απ’ αυτά κομμάτια μέσα στο κείμενο, όλα πλαστά) μαζί μ’ αναγνώσματα από τον Φραντζή, ίσως κι από του Κοντάκη το χειρόγραφο, ίσως ακόμα κι απ’ άλλες ύποφτες πηγές· πλάσμα απ’ αδέξιο χέρι, από νου που προδίνεται κάθε στιγμή στον ύποφτο σκοπό του· και σκοπός: Το περιμάζεμα κάθε πράξης ηρωικής, κάθε πολεμικής τρέλας, κάθε παράτολμης απόφασης, φοβέρας, καυχησιάς σ’ ένα και μόνο όνομα, του Ζαχαριά. Υστερικός τέλος κι ασυνάρτητος κυκεώνας, που φωνάζει τον μάγειρό του άνθρωπο που δεν είναι στα καλά του και πολύ. Το χειρόγραφο αυτό μ’ αποστροφή παίρνω την απόφαση να τ’ αναλύσω· της πιο απλής λογικής θα ‘φτανε το λυχνάρι σε τέτοιαν άνοστη δουλειά.

Πλαστή βιογραφία του Ζαχαριά. — Του ανύπαρχτου αυτού χειρόγραφου υπάρχουν αντίγραφα γνωστά, σε χαρτί κοινό γραμμένα των τελευταίων χρόνων του Όθωνα ή των πρώτων του Γεωργίου, το ένα στην Εθνική Βιβλιοθήκη αριθ. χειρόγρ. 2133 (τυπωμένο από τον Δ. Γρ. Καμπούρογλου στο περιοδ. «Αρμονία» Β', 1901, σ. 555) και τ’ άλλο στην Ιστορ. Εθνολ. Εταιρεία, αριθ. χειρόγρ. 17915. Το πρώτο είναι με κοινή γραφή των χρόνων που είπα· του δεύτερου οι πρώτες σελίδες αρχίζουνε το ίδιο γράψιμο του πρώτου και προχωρούνε μ’ άλλα διάφορα γραψίματα των ίδιων χρόνων που όρισα. Έκαμα την παραβολή των δυο αυτών χειρογράφων, παράβαλα και το έντυπο του Καμπούρογλου (αυτό με κάποια λάθια). Εδώ, για ευκολία, θα παραπέμπω στο έντυπο. Κατά τον καθηγητή Ν. Βέη, κι ο μακαρίτης καθηγητής Ν. Πολίτης είχε τρίτο αντίγραφο. Φαίνεται λοιπόν πως κάποιος ζηλωτής της μνήμης του Ζαχαριά φρόντισε να πολλαπλασιάσει το πρωτότυπο, τάχα, για τη δόξα του Ζαχαριά. Κι αφού το πρωτότυπο, λένε, βρίσκεται στα χέρια του δισέγγονου του Ζαχαριά, στη Σπάρτη, ο ίδιος μπορεί να ‘ναι κι ο πολλαπλασιαστής. Ο γυμνασιάρχης Π. Χ. Δούκας («Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων», Νέα Υόρκη, 1922) βεβαιώνει πως είδε το πρωτότυπο χειρόγραφο· «θα δώσομεν μείζονα πίστιν εις παλαιόν χειρόγραφον, γεγραμμένον προ της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετά δυσκολίας δε αναγιγνωσκόμενον...»). Ο τίτλος που έχει τ’ αντίγραφο της Εθνικής Βιβλιοθ. βεβαιώνει πως η βιογραφία του Ζαχαριά είναι συνθεμένη «κατά τα αντίγραφα της αλληλογραφίας του, σωθείσης παρά του υιού του Σωτήρη Ζαχαροπούλου εκ των πρωτοτύπων, τα όποια παρέδωκε του Καποδίστρια, ο οποίος τα έδωσε του αδελφού του Βιάρου, όστις και τα οικειοποιήθη, οι δε κληρονόμοι τα θεωρούν κλοπιμαία». Κατά την εξήγηση του Τ. Καντηλώρου, από τα πρωτότυπα εκείνα έγγραφα άγνωστος γραμματικός ή συμπολεμιστής του Ζαχαριά έγραψε ένα σκέδιο της ζωής του σε σκήμα 8ο (και λοιπόν το είδε κι ο Καντηλώρος αυτό το σκέδιο), δεν το τελείωσε όμως, και «προδήλως μετά τον θάνατον του Καποδίστρια» (γρ. τέλη, το λιγότερο, της βασιλείας του Όθωνα) έγραψε άλλο τετράδιο, σκ. 10ο από 24 γεμάτες σελίδες (λοιπόν το είδε κι αυτό ο Καντηλώρος). Εγώ είδα μοναχά τη φωτοτυπία μιας σελίδας αυτού του δεύτερου χειρόγραφου, στη «Σπάρτη» του Π. Χ. Δούκα, κι από το γράψιμό της έκρινα πως είναι πάντα των χρόνων της βασιλείας Όθωνα, κι όχι του Καποδίστρια, δε σημαίνει όμως η διαφορά, και μένει η απορία: Οι απόγονοι του Ζαχαριά δεν αποφασίσανε ποτέ να παραδώσουνε στον τύπο ούτε το πρώτο χειρόγρ., τ’ ατέλειωτο, αν υπάρχει, ούτε το δεύτερο, παρά δώσανε μοναχά την άδεια να φωτογραφηθεί μια του σελίδα· κάμαν όμως κάτι άλλο, κι απορεί κανείς γιατί προτιμήσανε να λάβουν αυτήν τη φροντίδα: «Τα τέκνα του Ζαχαριά (γράφει ο Καντηλώρος) ίνα πιστοποιήσουν, ως φαίνεται, τας πατρικάς εκδουλεύσεις ενώπιον της κυβερνήσεως, ανέθηκαν εις τινά να αντιγράψει το τετράδιον, όστις όμως έκρινε καλόν... να διασκευάσει το λεκτικόν και να διαστρέψει εν μέρει την έννοιαν του πρωτοτύπου». Αυτό το τετράδιο και μοναχό, σε δυο ή τρία χειρόγραφα γραμμένο, βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη (και τυπώθηκε, καθώς είπα), βρίσκεται και στην Ιστορ. Εθνολ. Ετ., μα ίσως και στα χαρτιά του Ν. Πολίτη. Και τ' απίστευτο είναι τούτο: Ο Καντηλώρος, αντί να χρησιμοποιήσει στο βιβλίο του το πρώτο τετράδιο τ’ ατέλειωτο του 8ου σκ. ή το β' του 16ου σκ., το γραμμένο «μετά τον θάνατον του Καποδίστρια», καθώς βεβαιώνει, σ' όλο το διάστημα της ιστορικής μελέτης του χρησιμοποίησε τ’ αντίγραφο του αρχείου της Ιστορ. Εθνολ. Εταιρείας. Όταν αντίγραψα κι εγώ το χειρόγρ. αυτό, εδώ και πολλά χρόνια, είχα σημειώσει στο πλάι «χειρόγραφο Πατσιάδη». Τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ από πού πήρα αυτή την είδηση. Με τ’ όνομα Πατσιάδης βρίσκω να ζούνε επί Όθωνα δυο Αγωνιστές, ένας από χωριό της Κερπινής κι άλλος από τα Καλάβρυτα.

Ύστερ’ από το βιβλίο του Δούκα, 1922, και του Καντηλώρου, 1924, δημοσιεύτηκε ανώνυμο φυλλάδιο κατά τα 1930, με τον τίτλο «Ο ήρως Αρματολός Καπετάν Ζαχαριάς» με εικόνα φανταστική του ήρωα στο ξώφυλλο, χωρίς όνομα συγγραφέα, χωρίς τόπο του τυπώματος (Αθήνα, βέβαια). Ο εκδότης αυτού του φυλλαδίου βεβαιώνει πως πήρε αντίγραφο από το «ιστορικό χειρόγραφο του 1806» (εκείνο που ο Τ. Καντηλώρος το τοποθετεί μετά τον θάνατο του Καποδίστρια κι εγώ ακόμα πιο κάτου), και το αντίγραφο αυτό, με την άδεια του κ. Φωκίωνα ή Μιμίκου Ζαχαριά, δικηγόρου στη Σπάρτη και δισέγγονου του ήρωα, «όπερ αποτελεί αλάνθαστον ιστορικήν πηγήν, και παραθέτομεν αυτολεξεί κατωτέρω», λέει. Και σ. 9 επιβεβαιώνει ο ίδιος τη γνησιότητα. Και τι παραθέτει τάχα; Ένα μιχτό κατασκεύασμα, που αρχίζει κάπως απλούστερα και προχωρεί ύστερα με σκολαστική σύχρονή μας καθαρεύουσα, καθώς η φρ.: «Η σύμπτυξις(!) ομοσπονδίας των Αρματολών Πελοποννήσου ήτο πράγματι μεγαλοφυές σχέδιον του Ζαχαριά, ο οποίος ονειρεύετο την απελευθέρωσιν της Πελοποννήσου…». Και πιο κάτου, σελ. 15: «Ο Ζαχαριάς το σχέδιον αυτό της ομοσπονδίας της Πελοποννήσου, διά του οποίου απέβλεπε σιγά-σιγά να ελευθερώσει εξ ολοκλήρου την πατρίδα του, το κατήρτησεν εκ συμφώνου με τον Κολοκοτρώνην και τον Πετιμεζάν. Επειδή δε έμαθεν ότι οι κοτζαμπασήδες («πλούσιοι») των επαρχιών αυτών ήρχισαν να ανησυχούν διά την εφαρμογήν των σχεδίων των, τα οποία ήσαν τόσον επαναστατικά, έστειλε προς αυτούς και τον Μόρα-Βαλεσή («νομάρχην), την εξής επιστολήν...». 86 Ανάμεσα στο χειρόγραφο μπαίνει ακόμα και πλαστό τραγούδι Ρουμελιώτικο. Δε χρειάζονται περισσότερα για να φανεί η πλαστότητα του χειρόγρ. σχ. 10ο σελ. 24, που τυπώθηκε στο έντυπο φυλλάδιο, μου κακοφαίνεται μοναχά που δεν το ‘χω ολάκερο μπροστά μου για να γλιτώσω από το ξεκοσκίνισμα όχι του τυπωμένου φυλλαδίου, αλλά των δυο αντιγράφων. Απορρίχνω πρώτα το κείμενο του ανώνυμου φυλλαδίου, ως ανάξιο κάθε πίστης, και μπαίνω στην ανάλυση των δυο αντιγράφων. Παραπέμπω όμως στις σελίδες της «Αρμονίας» Β', 1901. Σελ. 556: «εσκοτώθησαν Τούρκοι 27, από τους χαΐνηδες 9». Χαΐνηδες έλεγε τους Κλέφτες η Τουρκ. αρχή, ποτέ όμως οι χριστιανοί. Σελ. 557 «οι σύντροφοι εγύρεψαν να εβγάλουν ονταλίκι από τα λάφυρα του Ζαχαριά». Η λέξη λάφυρα ήτανε τέλεια άγνωστη στα χρόνια της Κλεφτουριάς, και η λέξη ονταλίκι δεν ξέρει αυτός που γράφει τι θα πει. Ακούτε παρακάτου καυχήματα ρητορικά ανάξια να βγουν από το στόμα τέτοιου παλικαριού σαν τον Ζαχαριά· «με λένε Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη· είπες να χαλάσομε το μπαϊράκι μας... έχει πολύτιμον σταυρόν και γράφει ή αίμα ή ελευθερία ή θάνατος... Όρμησε ο Ζαχαριάς με το σπαθί και τον έκοψε ανδρείως... Εσκοτώθησαν Τούρκοι 70, Ρωμαίοι 22... 87 και εχάρηκαν τον Ζαχαριάν διά το ινάμι που έδωσεν», θέλει να πει «νιζάμι». Σελ. 558: «να ομιλήστε του μπίμπαση να μη με κατατρέχει (σ. βαθμός μπίμπαση = χιλίαρχος, δεν ήταν τότε, νομίζω, στον άταχτο Τούρκικο στρατό, και το χειρόγρ. όλο αυτή τη λέξη κοπανάει· μπουλουκμπασήδες ήτανε στις επαρχίες, κι αυτοί κυνηγούσαν τους Κλέφτες). Σελ. 559: «σκοτώθη ο κοτζάμπασης ο Κουλελές της Πόρτας», οι Τούρκοι προύχοντες λέγονταν αγιάνηδες και όχι ποτέ κοτζαμπασήδες, και πάλι όμως ο Κουλελές αδύνατο να ήταν αγιάνης. Ακολουθούν φοβέρες στους κοτζαμπασήδες και καυχήματα δικά του, που δείχνουν ανόητο τον Ζαχαριά, ενώ είδατε πιο πάνου ένα γράμμα προς κάποιον κοτζάμπαση τόσο λογικό και μετρημένο. Στην ίδια σελ. «τρώτε τους φτωχούς... και κατατρέχετε εμένα...είμαι έτοιμος φωτιά, σπαθί εις τους Τούρκους να βάλω... τους Ρωμαίους θα τους κρένω εγώ· μου γράφετε θα χαθούν τα χωριά σας· στάκτη να γενούνε, ή θα χαθούμε ή θα ελευθερωθούμε». Ακολουθεί απάντηση των κοτζαμπασήδων ταπεινή. Οι δυνατοί μα και τόσο σοβαροί άρχοντες του Μοριά ποτέ δεν απαντούσανε σ' έναν Κλέφτη, μάλιστα τόσο ταπεινά. «Γράμμα του Ζαχαριά προς τους Μοραγιάνηδες του Μυστρός»(!!!). Ακολουθούν παρακάλια για λουφέδες, «να με βοηθείτε εις τους λουφέδες, και να είμαι φύλακας των χριστιανών και προστάτης αυτών· έχω συντρόφους πολλούς και γυρεύουν λουφέδες να ησυχάσουν και αυτοί, πώς θα ζήσομε. 88 Εμείς έχομεν την γενεάν του Παναγιώταρου από Καστανιάν, τον Καράμπελα, τον Μακρυγιάννη, τους Πετμεζαίους, τον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν, τον Αναγνωσταράν... καπετανάτα 24» (κι ακολουθούν πάλι βρισιές στους «Τουρκόγερους»). Όλος αυτός ο κατάλογος έχει σκοπό να μας παρουσιάσει τον Ζαχαριά γενικόν Αρματολό του Μοριά. Ακολουθεί το γνήσιο γνωστό τραγούδι για τον παπά από τον Άγιον Πέτρο και τρία ακόμα αποσπάσματα τραγουδιών πλαστά, και πάλι καυκησιολογίες. Σελ. 561: «Όλα τα βιλαέτια δικά μου είναι και πατρίδα μου, η πατρίδα σου είναι εις την Μέκκαν· εγώ θα χύσω το αίμα μου διά την σκλαβωμένην πατρίδα μου». Σελ. 561—2: «Εγώ χαλάω τα καβούλια των Τούρκων» (τους κάμνω άνω και κάτω). Η παρένθεση είναι ανόητη· καβούλια είναι τα συνθήματα, κι εδώ η έννοια αυτή δεν πάει. Πιο κάτου ο Ζ. απαντήθηκε με τους «ντελιμπασήδες» του βεζίρη, κι εννοεί τους ντελήδες - άταχτο ιππικό· ντελίμπασης ο αρχηγός τους. Και για να συνοδεύουν αυτοί χαζνέ, δηλ. χρήματα συναγμένα ίσως από τις επαρχίες, θα πει πως είχαν αρκετή δύναμη· κι όμως το συνάντημά τους ήτανε φιλικό, γιατί οι Τούρκοι νομίσαν πως ο Οσμάν μπουλούκμπασης του Ζ. ήταν «τοπικός μπουλούμπασης», ενώ ο Οσμάν ήταν ενωμένος με το σώμα του Ζαχαριά, (πράμα πιστευτό, σώμα ληστρικό Αρβανίτικο να συμπράττει με Κλέφτες). Ενώ όμως ο Οσμάν ήτανε με τον Ζ., «εκατόρθωσε μπουγιουρδί του βεζίρη, να δώσουν τον χαζνέ εις τον Οσμάν, και αυτοί να γυρίσουν εις τον πύργον κλπ.». Λοιπόν ο μεγαλοπρεπέστατος βεζίρης του Μοριά τόσο τρόμαξε τον Ζ., που έβγαλε διαταγή να παραδοθεί ο θησαυρός ειρηνικά, κι ως που να βγει αυτή η τρεμουλιασμένη διαταγή, ο χαζνές περίμενε, ποιος ξέρει πόσες μέρες, να πάνε και να ‘ρθούνε ταχυδρόμοι κλπ. Κι αυτά, με το μέσο του Οσμάν... Ύστερα ο Ζ. έγραψε στους Πετμεζαίους: «Να γράψετε των Κολοκοτρωναίων και εις όλα τα βιλαέτια των συντρόφων μας να έλθετε να μοιράσομεν τους λουφέδες, ότι επήρα των μουρτάτηδων τον χαζνέ και να σας ορμηνεύσω πώς να περπατείτε». Κάνει και τον ανώτερο στους Πετιμεζαίους και Κολοκοτρωναίους, και τους ορμηνεύει πώς να φέρνονται ο τρομερός διαγουμιστής στεριάς και θάλασσας, ο αλύπητος στη φτωχολογιά του Αιγαίου.

Γράμμα του Ζ. προς τον Κιαμίλμπεη, τον μεγαλοχτηματία της Κόρινθος: «Ενδοξότατε Χατζή Χουσεΐν Κιαμίλμπεη Ζαντέ και χαρατζή του βιλαετίου Κορίνθου». Και το «Κιαμίλμπεη Ζαντέ» είναι γελοίο (τίτλος του Κιαμίλμπεη) μα και το «χαρατζή». Χαρατζήδες ήταν οι εισπράχτορες. Απάντηση ευπειθέστατη του Κιαμίλμπεη, πως παραδέχεται να φυλάει τον τόπο ο Ζ., να πληρώνεται, κι ο μπέης θα γράψει του Βεζίρη να υποχρεώσει τα 24 κατηλίκια του Μορέως να του πληρώνουνε λουφέδες, κι ο Ζ. να φυλάει το «ζάπι» του τόπου. Αυτή ήταν η κατάντια του περίφημου Κιαμίλμπεη, να τρέμει και να προσκυνάει ένα χαΐνη. Έπιασε ύστερα ο Ζ. κάποιον Κλέφτη της Κόρινθος και του λέει· «όταν σου λέω κάτσε, κάθου, κι όταν σου λέω σήκω, να σηκώνεσαι εις το ντουφέκι, καθώς και οι λοιποί... 89 Εγώ είμαι ο Ζαχαριάς, και θα γράψω του Κιαμίλμπεη να σε αγαπάει, άλλα φρόνιμα». Περίεργος καπετάνος των Κλεφτών του Μοριά, έτσι φανερά να τα ‘χει καλά και με την Κλεφτουριά και με τους παντοδύναμους και φανατικούς σπαήδες (μεγαλοχτηματίες του τόπου).

Τέλος ο Κιαμίλμπεης, παρακάτου, κάνει όλα τα θελήματα του Ζαχαριά, μάλιστα του στέλνει, και χαρίσματα τιμητικά, και υπογράφεται: «Ο φίλος σου και μπαμπάς σου Κιαμίλμπεης». Όσα γράφονται για τον Ζαχαριά, πως τάχα πήγε στον Κιαμίλμπεη και του ζήτησε χάρτσια, τ’ αναφέρνει ο Μ. Οικονόμου (σ. 36) στον πατέρα του Κιαμίλμπεη τον Χαλίλ, και τις απαιτήσεις μιστών του τις έκανε κάποιος Αρβανίτης μπουλούκμπασης παλικαράς. Τις παλικαριές αυτές ο συγγραφέας της ψευτόγραφης βιογραφίας του Ζ. τις διάβασε, τις ζήλεψε και τις κόλλησε στ’ όνομα του Ζαχαριά. Όσο για τον Αρβανίτη που είδατε, ο δυνατός και πλούσιος Χαλίλμπεης κάλεσε τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη, παλιόν Κάπο της Κόρινθος, και σκότωσε, σε καρτέρι, τον μπουλούκμπαση, και βέβαια με γενναία πληρωμή. Μα φόνος καπετάνου Αρβανίτη θ' αγρίευε πολύ τον Πασά, κι απ’ αυτή την αιτία ο Κ. Κολοκοτρώνης έφυγε στη Μάνη. Ο σκοτωμένος Αρβανίτης ήταν ο Μετζ-Αράπης· γνωστό είναι το τραγούδι του. 90

Αμέσως κατόπι ο Ζαχαριάς βρίσκεται στα στενά· μαζεύονται τα χωριά στη Μπάρμπιτσα την πατρίδα του, κι αυτά τον παρακαλούνε να κάμει «φτειάσει με την αφεντιά», γιατί θα χαθούν. Αυτός τους αποκρίνεται —κι από την απόκρισή του βγαίνει πως πολλή Τουρκιά τον είχε πλακώσει. Λοιπόν υποσχέθηκε να κάμει ακόμα έναν πόλεμο κι έπειτα να κάψει τους πύργους του. Πολέμησε μια μέρα ολάκερη, 91 κι ύστερα έφυγε, μα αντί να τον ακολουθήσει καταπόδι ο εχτρός, προτίμησε ν' αλλάξει δρόμο και να του στήσει χωσιά.

Σελ. 564-5. Μετά τη χωσιά «εσυνάχθησαν όλοι οι τρανοί και με τον μπίμπαση συνομιλούν. Έκαμαν μουσιαβερέν, τι να κάμωμεν τον χαΐνην τον Μπαρμπιτσιώτη. Θα μας χαλάσει όλα τα βιλαέτια του Μοριά και της Ρούμελης· να του στείλωμεν 500 χάρτσια... Όλοι με μίαν γνώμην ομίλησαν, ο ορισμός του εξοχοτάτου ας γίνει». Λοιπόν οι προύχοντες οι παντοδύναμοι του Μοριά —εδώ της Σπάρτης μοναχά— θα λέγαν ενδοξότατο τον φανταστικό μπίμπαση (χιλίαρχο 92) και θα είχαν το δικαίωμα ν’ αναγνωρίσουν 500 χάρτσια (=μιστούς) ίσων παλικαριών σ’ ένα χαΐνη αποκηρυγμένο, ενώ κι ο Μόρα-Βαλεσής να τ' αποφάσιζε, θα ήτανε τρελός, ή ο Σουλτάνος θα του ‘κοβε το κεφάλι. Ο Ζ. όμως καμαρώνει, και θέλει χίλια χάρτσια, και μιλεί όπως θα μιλούσε ο Αλήπασας σε ταπεινούς χωριάτες. Δε δέχτηκε τα 500 χάρτσια, και κατέβηκε στον κάμπο· και, φιλάνθρωπος περίεργος, παράγγειλε να βγάλουν οι χωριάτες των Τούρκικων τσιφλικιών —εφτά χωριά ολάκερα της Σπάρτης— τα πράματά τους απ’ τα σπίτια, κι έκαψε τα χωριά, και τράβηξε ύστερα κατά τα Μπαρδουνοχώρια, στο σύνορο Μάνης και Μπαρδούνιας· αγόρασε τόπο, έχτισε δυο πύργους, εκκλησιά, φύτεψε κι αμπέλι, σα να μην είχε γίνει τίποτε ως εκείνη τη στιγμή· αυτός έχτιζε κι έμπαινε έτσι σε μιαν ειρηνική ζωή, και οι τρομεροί Μπαρδουνιώτες Τούρκοι, μια ολάκερη περιφέρεια φανατικών, τόσο επίφοβη σ’ όλον τον Μοριά, αφήνανε τους πύργους να ψηλώνουν, κι ίσως καμαρώνανε για τον καινούργιον ή παλιόν καλό τους γείτονα· μα δεν έφτανε αυτό μοναχά· «τούτο μαθούσα η Πόρτα ετρόμαξε πολύ περισσότερον, διότι έσμιξε με την Μάνην» (σα να ‘σμιγε πρώτη φορά). Τότε «τα 24 κατιλίκια του Μορέως αποφασίσαμεν να σου δίνομεν δύο χιλ. χάρτσια, και να είσαι ντερβέναγας και ζαμπίτης, να κυνηγάς τους χαΐνηδες». Ο Ζαχαριάς τότε έγραψε στους Πετμεζαίους, Κολοκοτρωναίους κι Αναγνωσταρά: «Η Πόρτα με έκαμε ταστίλ μουκερέμ... 93 ο βεζίρης μού δίνει δύο χιλ. χάρτσια, και να μη κουνιόσασθε, και κάθε μήνα να στέλνετε τον τσαούση του καθένας να παίρνετε το μερδικό σας, και όταν μού κόψουν τα χάρτσια, εγώ σας γράφω και σηκωνόμασθε εις τον χορόν...». Το μέρος αυτό του χειρόγρ. το πήρε ο Τ. Καντηλώρος τόσο στα σοβαρά —ψευδολόγημα, μα και μωρολόγημα αδιάντροπο ανόητου γραφιά— ώστε το ξήγησε πως η τούρκικη φράση σημαίνει αναγνώριση γενικού Αρματολού του Μοριά με Σουλτανικό φερμάνι.

Σελ. 566. Δημοσιεύονται δυο κομμάτια από ψεύτικα τραγούδια και ύστερα: «Ο Μόρα-Βαλεσής γράφει προς τον Ζαχαριάν δερβέναγαν, ζαμπίτην του Μορέως» (!! 94), και με την ίδια παιδιάτικη αφέλεια απαντάει ο Ζαχαριάς με το: «Ντοβλετιλή μου βεζίρη, Μόρα - Βαλεσή της Μεγάλης Πόρτας... οι Τούρκοι είναι δικοί σου, οι Ρωμαίοι είναι δικοί μου, θα τους παιδεύσω κατά τον νόμον τον Ρωμαίικον, και μην το κάμεις φταίξιμον». Πάλι καλά. Παρακάτου ο Κιαμίλμπεης προδίνει τον Μόρα-Βαλεσή, και συσταίνει στον Ζ. να φυλάγεται. Ακολουθούν τρία ψεύτικα τραγούδια του Ζαχαριά.

Σελ. 567-8. Ο Ζαχαριάς με το στανιό βαφτίζει δυο Τουρκοπούλες —και δεν ξέρει αυτός που γράφει την ψευτιά πως έφτανε αυτή μοναχά η πράξη να σηκώσει στο ποδάρι τους Τούρκους του Μοριά. Και ξακολουθούν οι παλικαριές αυτής της λογής, οι προκλήσεις «στον κερατοβεζίρη —ή εκείνος στον Μοριά ή εγώ»— οι εκστρατείες οι φανταστικές, που οργανώνει ο βεζίρης, σα να είναι ο σκοπός του ν’ αποκρούσει καμιάν εισβολή εχτρική, τα γράμματα του Ζαχαριά σε μικρούς και σε μεγάλους, γραμμένα με το ύφος που είδατε πιο πάνου, άξιο είτε κάποιου ψευτοπαλικαρά, λιονταρή θρασύδειλου, ή τρελού για τα σίδερα. Ετοιμάζει λοιπόν κι ο Ζ. εκστρατεία, γιατί ο κερατοβεζίρης έστειλε δυο Αρβανίτες να τονέ σκοτώσουν, και μαλώνει σκορπίζοντας φοβέρες και προκαλώντας τόνε, τάχα, να βγει να πολεμήσει μαζί του «στα Ιμιλιάτικα χωριά» 95). Αυτή τη φοβέρα την ξαναλέει και πιο κάτου, και μπορεί μ' αυτό να εννοεί πως δε θα τολμούσε ο πασάς να στείλει στρατό και να πατήσει την περιφέρεια, ιδιοχτησία Σουλτανική. Κι αρχίζει ο Ζ. πάλι να στρατολογεί, με λόγια, και με σκοπό να μαζέψει και τους Αρβανίτες, «που ο Σουλτάνος τους κυνηγάει να τους χαλάσει». Συνάζει λοιπόν Αρβανίτες 1300, Μανιάτες 600, Μοραΐτες 400, κι ο σκοπός του να πατήσει την Τριπολιτσά. «Εις ελόγου σας, αγάδες, να μου κάμετε καλά κονάκια... μην ακούτε τον βεζίρη, διότι μπαίνω με το σπαθί μου, και τότε άλλους θα κόψω, άλλους θα σκλαβώσω... Και θα παντρευτούμε... και βιος θα φορτωθούμε... κι από τες καντούλες (γρ. καντίνες) χέρι δεν τραβούμε». Βλέπετε, ο συρραφέας στρώνει τη φράση του και σε λαϊκή τάχα ρίμα, εδώ κι εκεί, για να γίνεται πανηγυρικότερη. Ο βεζίρης δέχτηκε την πρόκληση, και κίνησε γι' αυτόν τον πόλεμο το ντογκισιότικο. Φόβος με πιάνει να τον περιγράψω. Κι αυτόν τον ανεμοστρόβιλο των περιστατικών, που δε σταθήκανε ποτέ στον κόσμο, μοναχά του ψευτοριμαδόρου η φαντασία τον έπλασε και τη δόξα του την τραγουδάνε τραγούδια πάλι πλαστά. Έτσι τρόμαζε όλος ο Μοριάς, σ. 573, και γράψανε στην Πόλη οι Μοραγιάνηδες και οι Σπαήδες, και βγήκε ατσίκ-μπουγιουντί, ανοιχτό φερμάνι, να κυνηγάει ο Ζ. τους ζορμπάδες. Έτσι, ο Ζαχαριάς γράφτηκε —στα χαρτιά του ψευτοπαραμυθά— γενικός αρχηγός, με το φερμάνι της Μοραΐτικης ομοσπονδίας, και πήρε και τον τίτλο «μπασμπογλή» (γρ. μπάσμπογου, τίτλος του μπέη της Μάνης, της Ύδρας κλπ., τίτλος ναυτικός αποκλειστικά. Και η Μάνη ήταν υποταγμένη στην υπηρεσία του καπετάν πασά).

Ξαφνικά πάλι ο Ζαχαριάς βρίσκεται σ' άλλον πόλεμο με την Τουρκιά. Σελ. 574. Ο περίφημος Aντρύτσος «άκουε τα θαύματα του Ζαχαριά, άμα δεν τα πίστευε· εσηκώθη να έρθει εις τον Μοριάν, και από κακοκαιρίαν άραξεν εις την Αίγιναν· οι Αιγινήται του έκαμαν μεγάλην τρομάραν και κόντευσε να χαθεί όλον το ασκέρι του». Αυτό το μικρό κομμάτι φτάνει να δείξει πως ο πλαστογράφος ιδέα δεν είχε για τα αίτια της παρουσίας του Αντρούτσου στον Μοριά. 96 Στην Αίγινα ο Αντρούτσος δεν πάτησε ποτέ. Ο στόλος του Λ. Κατσώνη, πολεμώντας με τους Τούρκους, πέρασε έξω από την Αίγινα· οι Αιγινήτες, υπακούοντας κι αυτοί, καθώς και τ' άλλα τριγυρινά νησιά, στις διαταγές του καπετάν πασά, που ήτανε κι o κυρίαρχός τους, βοηθήσανε τον Τούρκικο στόλο κλπ. Για να κιντυνέψει ο Αντρούτσος με τα ονομαστά του παλικάρια από τους Αιγινήτες, έπρεπε να ‘χε κάμει απόβαση, και τότε οι ειρηνικοί κάτοικοι θα τρέχανε τον τελευταίο κίντυνο, αν προβάλλαν αντίσταση. Στο νησί απάνου ήτανε βόιβοντας και πολύ λίγοι Τούρκοι. Για να μην κηρύξω τέλεια φανταστικό πλάσμα την παρουσία του Αντρούτσου στην Αίγινα, υποθέτω πως ο συγγρ. κάπου θ’ άκουσε ή θα διάβασε κάποια πειρατεία του Υδραίου πειρατή Αντρέα Τσακώνη κοντά στην Αίγινα («Αρχείον Ύδρας» Α', σελ. 80-86), όμως γι’ αυτό το περιστατικό θα μιλήσω πιο κάτου. 97 Ο Αντρούτσος ύστερα κατάφυγε στη Μάνη, μετά το υποθετικό πάθημα της Αίγινας, κι αρχίζουν εκεί οι παλικαριές του Ζαχαριά. Ένα τραγούδι ψεύτικο, που ακολουθεί μες το χειρόγραφο, μιλεί γι' αυτό το συναπάντημα Ζαχαριά κι Αντρούτσου. Τέλος ο Αντρούτσος φίλησε τον Ζαχαριά και του είπε, «είσαι καλύτερος μου». Συνόδεψε έπειτα ο Ζ. τον Αντρούτσο στην περίφημη πολεμική πορεία του ώσπου πέρασε από τη Βοστίτσα στ’ Άσπρα Σπίτια της αντικρινής Ρούμελης. Η αλήθεια είναι πως, βγαίνοντας ο Αντρούτσος από τον Μοριά, ποτέ πια δεν πάτησε το ποδάρι του στη Ρούμελη, αλλά με πλοίο κατάφυγε στην Πρέβεζα, βενετσάνικη τότε, μα και πατρίδα της γυναίκας του. 98 Ύστερα ο Ζ., για να ικανοποιήσει τον Αντρούτσο, μάζεψε καΐκια Μανιάτικα, άρπαξε στον δρόμο άλλα Κρανιδιώτικα και Σπετσιώτικα, όλα-όλα 30, βγήκε στην Αίγινα, έσφαζε τους Τούρκους και γύρισε στη Μάνη φορτωμένος λάφυρα. Τα ‘μαθε η Ρούμελη και τονέ συχάρηκε, ο Αντρούτσος και οι λοιποί καπεταναίοι του Ολύμπου... 99» Όλ’ αυτά είναι χοντρότατες ψευτιές· οι Μανιάτες λογαριάζανε πολύ και τη Σπέτσα και την Ύδρα με τ' αρματωμένα τους καράβια, και τα είχανε πάντα καλά μαζί τους. Ο Ζαχαριάς πάλι ποτέ δεν πάτησε στην Αίγινα, έκαμε όμως πειρατείες κάπου έχει κοντά μαζί με τον Υδραίο Αντρέα Τσακώνη, καθώς θα δείτε.

Σελ. 577, ανακατώνει τους Πετμεζαίους και τους συσταίνει μετριότητα, «και να μην το κάνουνε σαν τον Κουντάνη... 100 Οι άλλοι Κολοκοτρωναίοι να είναι ησυχότεροι». Κι από τη Μάνη πια, όπου βρίσκεται ο Ζαχαριάς, ξετυλίγει τα μεγάλα του σχέδια περί λευτερωμού της πατρίδας και βοήθειας της Ρούμελης. Ακολουθούν τρυφερά γράμματα μεταξύ Μοριά και Ρούμελης. Ύστερα ο Ζ. γράφει γράμμα στους άρχοντες της Ζάκυθος «να γράψουνε στη Φράντσια να δώσουν οι Φραντσέζοι μιντάτι για να ελευθερώσουν την πατρίδα τους», και ακολουθεί το κείμενο αυτής της γραφής. Κι ακολουθεί απάντηση από τη Ζάκυθο στον Ζαχαριά. Και το χειρότερο, ο υπουργός του Ναπολέοντα γράφει κι αυτός στον Ζαχαριά, και του προσφέρνει ένα πολεμικό καράβι με μπαρούτια κι όλα τα χρειαζούμενα του πολέμου, και με το «στρατηγέ Ζαχαριά». 101 Οι μπέηδες της Μάνης, βλέποντας το καράβι, γράψανε στην Πόρτα· «ο βεζίρης της βούλας» έστειλε τον καπετάν-πασά Σερεμέτ-μπεη (σ. που δεν ήτανε ποτέ καπετάν-πασάς) με φερμάνι να πιάσουνε ζωντανό τον Ζαχαριά. Ο Ζαχαριάς όμως ζωντανός δεν πιάνεται, γιατί όλη της Μάνης η μικρολογιά τον αγαπάει. Τότε ο Μούρτζινος είπε του Κουκέα.... κι ακολουθεί η δολοφονία του Ζαχαριά.

Μέσα στον ασυνάρτητον αυτό σωρό της ψευτιάς και της ακόλαστης φαντασίας χάνονται και κάποια περιστατικά πραματικά, που ο βροντοχτυπημένος γραφιάς κάπου άκρες-μέσες τ’ άρπαξε, μα η ακράτητη ψευδολογία του τα χώνεψε και τα ‘καμε ένα, ψέματα κι αλήθειες. Χαμένος καιρός θα ήταν τώρα να καταπιαστώ δουλειά άκαρπη, να λιχνίσω αυτό τ' απίστευτο σμιγάδι της σκόπιμης μα κι ανόητης διαστροφής, και να βγάλω λίγα σπόρια απ’ αληθινό σιτάρι. Της μελέτης αυτής ο σκοπός δεν είναι μοναχά ο Ζαχαριάς. Η ζωή του δε μπορεί παρά να ήταν άλλη απ' αυτή που παρασταίνεται από τη χειρόγραφη αυτή ψευτοφυλλάδα. Το πικρότερο είναι πως η μόνη γνωστή ως τώρα βιογραφία από τον Χιώτη λόγιο της Σύρας Γ. Κ. Χούμη, ενώ μας δίνει κάποια άγνωστα περιστατικά, βεβαιώνει όμως και τ' ανύπαρχτο, πως οι Κλέφτες του Μοριά, από τα 1735, είχαν αναγνωρίσει αρχηγό τον Ζαχαριά, επί 20 χρόνια ως τον θάνατό του. Απ’ αυτή την πλάνη κι απ’ άλλες δείχνεται πως ο Γ. Κ. Χούμης γνώριζε τη φυλλάδα που ανάλυσα πιο πάνου, είχε όμως μπροστά του και τον Φραντζή. Άγνωστη ως την ώρα είναι η βιογραφία του Ζαχαριά η γραμμένη από τον Γ. Αντωνόπουλο, τον μακαρίτη εισηγητή της στρατιωτικής εκπαίδευσης των μαθητών, Σπαρτιάτη. Η βιογραφία αυτή είναι τυπωμένη στο περιοδ. «Δραγατσάνιον» (33 Ιουλ.1888) όργανο των φοιτητών. Ο συγγραφέας βρήκε κάποιες προφορικές παραδόσεις, που ο βιογράφος του Ζαχαριά πρέπει μια μέρα να τις έχει μπροστά του. 102 Προσθέτω πως κι ο καθηγητής Φ. Ζαννέτος δημοσίεψε βιογραφία του Ζαχαριά, όμως ακολουθεί κι αυτός τα ψεύτικα χνάρια της χειρόγραφης φυλλάδας, και παραδέχεται πιστά τη θεωρία της Αρματολικής ομοσπονδίας του Καντηλώρου. 103 Και το θλιβερό, που ο τοπικός θαμασμός προς τον Ζαχαριά έπλασε και εικόνα ολόσωμη. Τη δημοσιεύει πρώτος ο Π. Χ. Δούκας, δεύτερος ο Φ. Ζαννέτος και τρίτος ο ανώνυμος του έντυπου φυλλάδιου του 1930. Στη συνέχεια της μελέτης μου θα κάνω λόγο για τον Ζαχαριά κάθε φορά που θα λαβαίνω αφορμή. Όλα τα τραγούδια που δημοσιεύει ο Ζαννέτος —έξω μοναχά τα δυο γνωστά γνήσια (σελ. 113 και 120)— είναι, ή πλαστά ή δανεισμένα από Ρουμελιώτικα. Ακόμα και το φερμάνι της περίφημης «Αρματολικής ομοσπονδίας», που ο Ζαν. δημοσιεύει μικροτυπία του (σελ. 141) κακοφτιασμένη, από πρωτότυπο ή απ’ αντίγραφο τάχα τούρκικο, δε μπορεί παρά κι αυτό να ‘ναι απόλυτα πλαστό, ή άσκετο με την ομοσπονδία, που είναι κι αυτή απόλυτα πλαστή κι ανύπαρχτη.

Πολύ λίγα έχω να πω για τους άλλους Κλέφτες του Μοριά, τους πριν από τα 1769. Και πρώτα για τους Πλαπουταίους· για τον Κόλια Πλαπούτα είδατε όσα είπα πιο πάνου διορθώνοντας όσα έγραψε ο Φραντζής (τ. Β',σ.150). Τα ίδια του Α. Φραντζή γράφει κι ο Φιλήμονας στην ιστορία του (Γ', σ. 409). Όμως και οι δυο φυλάγονται να μολογήσουν πως ο Κόλιας αργότερα χρημάτισε Καπόμπασης του Ντεληγιάννη για να μην πικράνουν και την οικογένεια Κολοκοτρώνη και τον γιο του Κόλια στρατηγό Λ. Πλαπούτα. Όσα έγραψε ο Φραντζής κι ο Φιλήμονας, μα κι ο Φωτάκος ακόμα («Βίοι Παράλλ.» σ. 142) δε φτάνανε, φαίνεται, να τιμήσουν τους Κολιόπουλους. Ήταν όμως γραμμένο από τη μοίρα να μη γλιτώσει κι ο Κόλιας από τον εξηρωισμό, που ίσως τον άξιζε, μα η ιστορία δείχτηκε φτωχή και δε μας φώτισε μ’ αληθινές γραφτές ειδήσεις. Έτσι ο περίφημος Φαλέζ ανάλαβε να παραγεμίσει το χάσμα αυτό το ιστορικό, και στην εφημ. «Ακρόπολις» 31 Μαρτ. ως 3 Απριλ. του 1884, δημοσίεψε μια πολύ μεγάλη μελέτη όλο ηρωικά κατορθώματα, μυθικές παλικαριές, φόνους παλικαράδων Τούρκων, που αληθινά μπροστά στον Κόλια εκείνοι φαίνονται λαγοί, τέλος ανέκδοτα και λόγια που θυμίζουν τις ληστείες της τελευταίας παρακμής, όπως τη γνώρισε ο Φαλέζ ως αξιωματικός. Μπορεί, ανάμεσα στο πολυλογάδικο αυτό και παρατραβηγμένο νεροκοπάνισμα, να ‘ναι κρυμμένα λίγα ακούσματα· μα του Κόλια τα κατορθώματα τα φονικά ενάντια σε Τούρκους να μένουν ατιμώρητα, κι ο Κόλιας πάντα Κάπος, αυτά πώς μπορούνε να ξηγηθούν; Ο Κόλιας, αληθινά γενναίος, ως Κάπος της Καρύταινας είχε συχνά μαλώματα με τους γειτονικούς Λαλαίους, που δε μπορούσανε να του κάμουνε κακό, αφού ήτανε Κάπος αναγνωρισμένος, κι εδώ ο Φραντζής μιλεί σωστά (Β', σ. 146 σημ.).

Θα ‘πρεπε να κάμω λόγο πολύ περιστατικό, πρώτα απ’ όλους, για τους Πετμεζαίους, αφού από το πρώτο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου καταπιάστηκα να ξετάσω τις βιογραφικές πηγές των πρώτων στρατιωτικών οικογενειών του Μοριά. Όμως όσα ως τώρα είναι δημοσιεμένα δε μας δίνουνε συγκρατητή την ιστορία των Πετμεζαίων· η προσπάθεια του εξηρωισμού των Κολοκοτρωναίων έπνιξε, κι έριξε στην αφάνεια τόσα άλλα επίσημα ονόματα Κλεφτών του Μοριά. 104 Οι επί Γεωργίου πάλι απόγονοι των Πετμεζαίων νιώσανε τ' άδικο κι αρχίσανε κι αυτοί, λογιότατοι υστερογέννητοι του παλιού στρατιωτικού σπιτιού τους, να γράφουνε μακρές βιογραφίες εξηρωιστικές, σα να είχαν ανάγκη οι πρόγονοί τους απ’ αυτού του είδους την ιστορία. Και πάλι όμως όλα τα σημειώματά τους μείνανε φτωχικά, κι η μελέτη τους δε μου ‘δωσε αφορμή να κάμω ξεχωριστή κριτική πάνου σ’ αυτά. Οι ίδιοι λογιότατοι Πετμεζάδες καταγίνανε και σε ψεύτικων τραγουδιών την κατασκευή κατά το παράδειγμα των καινούργιων συμπεθέρων τους. Σύντομο λόγο κάνω γι' αυτά στο Γ' μέρος του βιβλίου. Όσο για την πολεμική δράση των Πετμεζαίων, θα λάβω πιο κάτου αφορμή να κάνω λόγο, ξετάζοντας μαζί και τα οικογενειακά σημειώματα που έχω στα χέρια μου.

Εδώ τελειώνει το γενικό μέρος αυτής της μελέτης. Μέσα σ’ αυτό ξέτασα τις πηγές, κι έδωσα στον αναγνώστη τους τρόπους να σκηματίσει γνώμη σωστή και δίκια για τα πιο σπουδαία ζητήματα της στρατ. ιστορίας του Μοριά επί Βενετσάνων και επί Τούρκων ως τα Ορλωφικά του 1769. Όμως, ξετάζοντας τα γενικά, συχνά δε μπόρεσα να τα χωρίσω απ' άλλα μερικότερα, καθώς η ζωή των Κολοκοτρωναίων και του Ζαχαριά· το ‘καμα αυτό απ’ ανάγκη, αφού έπρεπε να καθαρίσω τις ύποφτες γραφτές πηγές, που έχουνε σκέση με τη ζωή αυτών των ιστορικών προσώπων, πολύ στενά δεμένη, πιο κάτου, με τα μερικότερα. Συνοψίζω τώρα όσα, με λόγια περισσότερα, είπα πιο πάνου· όμως συνοψίζοντας θα ξαναπώ, απ’ ανάγκη, όσα πρέπει, ίσως, να ξαναειπωθούν.

Από τα 1715, χρόνο που πάρθηκε ο Μοριάς από τους Τούρκους, ως τα Ορλωφικά του 1769, κανένα δε βρίσκουμε σημάδι Κλεφτουριάς μες τον Μοριά. Φτάνει το πως οι Κλέφτες του Μοριά, των χρόνων που είπα, περιγράφονται γυρεύοντας περιπέτειες σαν ιππότες του μεσαίωνα της Ευρώπης, μ’ ανεμιστές σημαίες, πάντα ζητώντας αφορμή να σκοτώνουν Τούρκους, για να καταλάβει κανείς πως όλα αυτά είναι ψέματα. 105 Οι Τούρκοι, άμα βάλαν το ποδάρι στον Μοριά, παντού σπείραν την καταστροφή· έτσι ακολούθησε μεγάλη μετανάστεψη των χριστιανών. Σ’ αυτού του είδους τη φυγή, χωρίς άλλο, ήτανε μέσα όσοι απόμεναν επί Βενετσάνων Μεϊντάνηδες (φύλακες των στενών, είδος Αρματολών). Έτσι από τότε τα γνωστά πολεμικά ονόματα του Μοριά και της Μάνης δεν ξανακούστηκαν πια. Ο κακοποιός του Μοριά —τέτοιος δεν είν’ ο Κλέφτης; — για να βασταχτεί στα βουνά έπρεπε η αυστηρότητα της εξουσίας να ‘τανε χαλαρωμένη, ενώ μισός, το λιγότερο, αιώνας της κατοχής στον Μοριά θα πέρασε κάτου από τον φόβο, κάτου από την άγρια τάξη, που έβαλε το δυνατό χέρι του καταχτητή. Όπου υπάρχει άγρυπνη της εξουσίας η ματιά, ο κακοποιός δε βρίσκει τόπο να σταθεί. Κι ο Κλέφτης, το ίδιο, σήκωνε κεφάλι κάθε φορά που εύρισκε τον Τούρκο νυσταγμένο, και μαλακωμένο από τον ίδιο τον υποταγμένο λαό, που είχε μύριους τρόπους να μαλακώνει και να φιλιώνει το θεριό. Έπειτα, μπαίνοντας ο Τούρκος στον Μοριά, με τον τρόπο που ήξερε αυτός να προστάζει, εύκολα ξαρμάτωσε τον λαό. Οι Κλέφτες οι παλιότεροι, έχοντας πια να κάνουν όχι με τον Βενετσάνο, που η δύναμη του δεν έφτανε στα βουνά και στα κατσάβραχα, φυλαγόντανε να δίνουν αφορμή. Η Τούρκικη εξουσία έδειχνε πάντα, άμα ξυπνούσε, τρομερή δύναμη μα αντικρίζει την αναρχία και να τη χτυπάει.

Από τα 1740 ο Α. Φραντζής παρασταίνει πως οι Κλέφτες πληθύνανε, και γυρίζανε με πιο μεγάλη δύναμη, υποστηριγμένοι από τους κοτζαμπασήδες (!), και μοναχά άμα ο κίντυνος γινότανε πολύς, καταφεύγανε στη Μάνη· και πάλι όμως βγαίναν, κι άμα ήτανε περίσταση πολέμου, τότε κι από τις άλλες επαρχίες τρέχανε βοήθεια, πάντα κατά τον Φραντζή. Και μ’ όλη όμως αυτή την κατάσταση, εγώ απορώ πώς οι Τούρκοι δεν ξυπνούσανε και πώς αυτή η ακμή τάχα η Κλέφτικη, που οι Τούρκοι ήταν ανίκανοι να την ξεριζώσουν, όταν έφτασε του Ορλώφ η εκστρατεία, καθώς θα δούμε, πουθενά δεν έδειξε την παρουσία της. Όσο για τους κοτζαμπασήδες, ανθρώπους που με τον πατριωτισμό τους είχαν πάρει στα δικά τους χέρια την εξουσία του Τούρκου, κι ανάλαβαν την ευτύνη, με το κεφάλι τους, να φυλάν την ησυχία του τόπου — και γι’ αυτό είχαν όργανα όχι μοναχά τους ασήμαντους Κάπους, παλιούς προσκυνημένους Κλέφτες, μα και τους Τούρκους μπουλουκμπασήδες των επαρχιών— πως αυτοί θα βοηθούσανε μυστικά την Κλεφτουριά. Ένας μοναχός κοτζάμπασης Μοραΐτης αν αποδειχνόταν πως βοηθούσε τους χαΐνηδες, θα προκαλούσε την κατάργηση των προνομίων του λαμπρότατου οργανισμού των Μοραγιάνηδαιν. Και πού είναι τέλος τα τραγούδια γι’ αυτούς τους Κλέφτες τους περίφημους;

Όσα γράφει ο Φραντζής θα είχαν τον τόπο τους πολύ αργότερα, από την εισβολή των Αρβανιτών και κάτου. Από τότε κάπως πλήθυνε η Κλεφτουριά· για το ζήτημα έχουμε αξιόπιστες μαρτυρίες. Ο Ρ. Παλαμίδης (στα χειρόγρ. σημειώματά του) γράφει: «Οι Κλέπται προ της επαναστάσεως (σ. του Ορλώφ, 1769) δεν ήσαν πολλοί, αλλ’ εν τω μεταξύ των Αλβανών εβγήκαν πολλοί». Κι ο Άγγλος ιστορικός της Ελλ. Επανάστασης ο Finlay (έκδ. β', Β', σ. 26) γράφει: «Οι Κλέφτες του Μοριά, καθαροί ληστές, δεν ήτανε πολλοί ως την εποχή της κοινωνικής παραλυσίας, που την προκάλεσε η Ρωσική εισβολή και οι επαναστάτες». Ο Leake (ιστορία της Ελλ. Επ. 1826, σ. 16) γράφει για τα πριν από το 1821 χρόνια: «Το μεγαλύτερο μέρος της χωριατιάς, στους κάμπους της βορεινής Ελλάδας και στις γειτονικές πόλεις, ήτανε ξαρμάτωτοι· στα περισσότερα όμως βουνίσια μέρη, και μάλιστα σ’ όλα τα μέρη του Μοριά, βουνίσια και καμπίσια, σπάνιο ήτανε κανένα σπίτι, έξω από φτώχεια, που να μην είχε ένα τουφέκι, ένα πιστόλι, ή ό,τι άλλο είδος όπλου». Η γενική αυτή οπλοφορία του Μοριά είναι ξάστερο σημάδι της ειρηνικής ζωής του λαού, μετά την καταστροφή των Κλεφτών του 1806. Μπορεί όμως σ' όσα γράφει ο Leake να ‘χουν τον τόπο τους και στα πριν από τα Ορλωφικά χρόνια. Κανόνας· άμα υπήρχε τάξη κι ασφάλεια, ο λαός αφηνότανε στη ησυχία του, να φυλάει τα ζωντανά του και τα χτήματά του από λύκους κι απ’ ανθρώπους. Άμα φούντωνε η Κλεφτουριά, πρώτο μέτρο της εξουσίας ήταν ο αφοπλισμός. Και να η απόδειξη από τ' ανέκδοτο ημερολογιακό σημείωμα του Ρ. Παλαμίδη: «1802, Οκτωβρ. 8, ήλθεν ο Μουσταφά-πασάς ο καϊμακάμης και έβαλε γιασάκι (σ. απαγόρεψη) τα άρματα εις όλον τον Μορέα και χαβλιά (σ. τουρκ. χαβαλί = περίχωρα)». Τον αφοπλισμό του 1802 δεν άργησε να τον ακολουθήσει ο κατατρεγμός, και τέλος η καταστροφή του 1806. Η άνετη ζωή μ' όλη την τυραννία —για να γυρίσω στα πριν από τα 1769 χρόνια— δείχνουνε μια κατάσταση, που δε χωρούσε την ηρωική εκείνη τάχα Κλεφτουριά, τους πολέμους με τα μπαϊράκια τ’ άπλωμένα, τα πανηγυρίσια τριγυρίσματα σε κάμπους και βουνά και τ' αλύπητο μακελειό των Τούρκων, όπως τα περιγράφουν πρώτος ο Φραντζής και οι άλλοι από κοντά του με τα ψευτοηρωικά παραγεμίσματά τους.

 

 

αρχή

 


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ

1769 - 1820


 

Ορλωφικά και προύχοντες τον Μοριά. — Πρώτη αιτία της συφοράς. — Άγνωστα περιστατικά. — Απουσία Κλεφτουριάς από το κίνημα. — Κωσταντής Κολοκοτρώνης.

 

Η νέα Ελληνική Ιστορία, που ως αυτή την ώρα διαβάζεται από τον κόσμο τον Ελληνικό, παραοταίνει το κίνημα του Ορλώφ σα μιαν απάτη της Ρωσίας, γιατί έβαλε τον σκλαβωμένο Ελληνικό γένος στον υπέρτατο της ύπαρξής του κίντυνο με σκοπό να σύρει των Τούρκων την προσοχή και μεγάλο μέρος της δύναμης τους κατά τη ΝΔ. πλευρά της Τούρκικης απέραντης αυτοκρατορίας, ενώ η Ρωσία από τα Β. θα ξακολουθούσε τον πόλεμο και θα πετύχαινε ευκολότερα τα σκέδιά της τα μεγάλα. Την «προδοσία» αυτή της Μ. Αικατερίνας και η πατριωτική ρητορεία δεν έλειψε να τη θρηνολογήσει και να την καταραστεί. Όμως η δίκια ιστορική συνείδηση υποχρεώνει τον ερευνητή να ξετάσει βαθύτερα το ζήτημα: Τάχα πολιτικό συφέρο δολερό της Ρωσίας ήταν η αιτία της καταστροφής ή θερμοκέφαλη φαντασιά ανυπόμονων πατριωτών Ελλήνων, που γνωρίζαν την Ελλάδα από μακριά, έδωσε τη μεγάλη ιδέα στη μεγαλοπίχειρη Αυτοκρατόρισσα; Ή και οι δυο αιτίες αυτές μαζί βοηθήσανε στο μεγάλο κακό; Ο σκοπός αυτής της μελέτης δε χωρεί περιστατική εξέταση πάνω σ' αυτό το ζήτημα. Κάποιο όμως ανέκδοτο ιστορικό κείμενο σπουδαίο, που θα το δείτε παρακάτου, ανοίγει νέο δρόμο στη σκέψη του φίλου της εθνικής ιστορίας· σύφωνα μ’ αυτό, προύχοντες του Μοριά, κατά τα 1766-7-8, πήγανε στη Ρωσία να ζητήσουν τη βοήθειά της· η μαρτυρία είναι σοβαρή, γραμμένη από τον Ρήγα Παλαμίδη, γιο προύχοντα Μοραγιάνη και τον ίδιον άνθρωπο που χρημάτισε στα τελευταία χρόνια γραμματικός του πασά του Μοριά και γνώριζε περίφημα τα πράματα του τόπου του· μένει όμως, κι ύστερα απ’ αυτό το κείμενο, η απορία πώς τόσο επίσημοι άνθρωποι άφησαν τις επαρχίες τους, λείψανε μήνες ολάκερους, και οι Τούρκοι των μεγάλων τους αυτών επαρχιών δεν πήραν είδη. Ο Φραντζής (τ. Α', σελ. 9) κι άλλοι βεβαιώνουν πως οι προύχοντες του Μοριά γράψαν αναφορές μυστικά και τις στείλανε στη Ρωσία. Είναι όμως πάντα βέβαιο πως μυστικοί απόστολοι κατεβήκανε πρώτα στον Μοριά, Έλληνες πατριώτες που χαίρονταν την εύνοια της Μ. Αικατερίνας, κι αυτοί ρίξανε το πρώτο ολέθριο σπέρμα. Όσο για των προυχόντων την πρωτοβουλία, μια δεύτερη ανέκδοτη ντόπια μαρτυρία δεν την παραδέχεται, μα εκείνος που τη διατυπώνει ανήκει σε οικογένεια καθαρά στρατιωτική του Μοριά, απ’ αυτές που μισούσανε τους προύχοντες. Ας βάλω εδώ πρώτη αυτή τη γνώμη, και δεύτερη του Ρήγα Παλαμίδη. Να τι γράφει λοιπόν ο Κ. I. Φλέσσας: 106 Έγραψάν τινες ιστορικοί ότι ο Μπενάκης, Ζαΐμης και Κρεβατάς, μη ανεχόμενοι τας προς τους Έλληνας καταπιέσεις των Τούρκων, εζήτησαν εκ της Ρωσίας δι’ αναφοράς των την θεραπείαν των δεινοπαθημάτων. Οι ιστορικοί ούτοι δεν εδυνήθησαν να μάθωσι τι συνέβαινεν εν Πελοποννήσω κατά τα έτη εκείνα και ανέγραψαν εν ταις εαυτών ιστορίαις ό,τι έκαστος τοις υπέβαλλε. Οι προεστώτες τότε δεν ετόλμων ουχί δι' αναφοράς, αλλά και προφορικώς να παραπονεθώσι προς ξένην δύναμιν, και εις ενίσχυσιν του ισχυρισμού ημών τούτου αναφέρομεν την διαγωγήν των ειρημένων προεστώτων κατά την τότε εν Πελοποποννήσω επανάστασιν, καθ' ην... δεν ετόλμων να εγείρωσι κεφαλήν... και τότε περίφοβοι εκινήθησαν, ότε οι Ρώσσοι μετ' ευαρίθμων Ελλήνων εισήλθον βία εις τας πόλεις, ένθα οι ειρημένοι προεστώτες κατώκουν, οίτινες ερωτώμενοι απήντων ότι δεν ανεμίχθησαν εις την επανάστασιν, αλλά προς διατήρησιν της τάξεως συνεκέντρωσαν παρ' εαυτοίς ολίγους οπλίτας» (σελ. 21 του βιβλίου). Οι φρόνιμοι και βαθύγνωμοι προύχοντες του Μοριά μπορούσανε μυστικά να γράψουν αναφορά, μα αυτή την αναφορά θα την προκάλεσαν οι μυστικοί απόστολοι. 107 Όσο για τους φανερούς δισταγμούς, που δείξανε με το φτάσιμο των Ρώσων και με την τόσο λιγοστή τους δύναμη, κι αυτά ξηγιώνται ίσα-ίσα από τη γνώση και την πείρα που είχανε στα πολιτικά οι προύχοντες· αφού είδανε τη λιγοστή βοήθεια, «φυλάγανε την πισινή», κι είχανε δίκιο, καθώς έπειτα το δείξανε τα πράματα, μα και πάλι δε γλιτώσαν από την καταστροφή του τόπου τους και τη δική τους. Έρχεται τώρα του Παλαμίδη η ανέκδοτη περιγραφή:

«Η Επανάστασις έγινε τον Μάρτιον του 1769. Ο πασάς εκάθητο εις Τρίπολιν απ’ αρχής. Δραγουμάνος ήτον τότε ο Παντολέων... Ο εις των τότε αγάδων Κιοσέ Μουσταφάς (ο οποίος ύστερον έγινεν υπομοίραρχος, ήτοι υπό τον Καπετάν πασά) πηγαίνων εις Πάτρας 108 κατά τας αρχάς Μαρτίου 1769 και απαντήσας καθ' οδόν 27 Αγιοπετρίτας σκαφτιάδες εκ των δουλευόντων εις Πάτρας τους εθανάτωσε. 109 Ως εκ τούτου δε εδόθη η αιτία της επαναστάσεως. Η επανάστασις αύτη προοργανίζετο από το 1766, ότε (καθώς και κατά τα 1767 και 68) υπήγον εις Ρωσίαν οι Πελοποννήσιοι Μπενάκης, Κρεβατάς, Ζαΐμης και Γεωργαντάς Νοταράς (αδελφός του Ανδρίκου και Παναγιωτάκη) ζητούντες βοήθειαν της απελευθερώσεώς των. Η δε Ρωσία απεκρίθη ότι δεν εδύνατο να δώσει βοήθειαν της ξηράς διά το μακρόν διάστημα, αλλά τελευταίον, ειπόντες ότι τουλάχιστον να φανεί μία φλόττα και ότι ήτον ικανοί οίκοθεν να ελευθερωθώσι, και ζητήσαντες όπλα και πολεμοφόδια, τους έδωσε πολλότατα, τα οποία και εξεμβαρκάρισαν εις το Μαραθονήσι. 110 Εκάστη δε επαρχία της Πελοποννήσου έκαμε τον κατάλογον των χωρίων και τον αριθμόν των κατοίκων διά να διανεμηθούν κατ' αυτόν τα όπλα και πολεμοφόδια, και κατά συνέπειαν έστελνεν επ' αυτώ τούτω έκαστον χωρίον δια νυκτός εις Μαραθονήσι. Η επανάστασις έγινεν, α’ εις Μυσθράν και Καλαμάταν, προσβαλόντες και θανατώσαντες τους εκεί Τούρκους. Επομένως εκινήθησαν και αι λοιπαί επαρχίαι, έλαβον δε μέρος όλαι αι τάξεις, αλλά αρχηγοί υπήρξαν οι Μπενάκης, Κρεβατάς, Ζαΐμης, ο δε Γεωργαντάς Νοταράς έμεινεν εις Λιβόρνον. Ελθόντων δε των ανωτέρων εις Περαχώρα διά να πιάσουν τα Δερβενοχώρια, πλην αυτά δεν εδέχθησαν. 111 Η Τριπολιτζά ήτον απερίφρακτος, αλλ' οι Τούρκοι αυτής... (προέλαβον;) να θανατώσουν τους αξιοτέρους και πατριωτισμόν έχοντας, καθώς και πλήθος άλλων, εκτός των όσων ηδυνήθησαν να φύγουν τον θάνατον και την αιχμαλωσίαν. Ο Ρωσικός στόλος ήλθεν εις Νεόκαστρον με τον Ορλώφ τον αυτόν Μάρτιον, αφού εξερράγη η επανάστασις, αλλ' αυτή εμψυχώθη μετά την διακήρυξιν του εις τα 1769 τούρκικου πολέμου. Εις Νεόκαστρον υπήγον οι ρηθέντες αρχηγοί με άλλους προκρίτους εις εντάμωσίν του, και εξεκίνησε με 400 Ματρώζους 112 ο Γεώργιος πρίντζιπες Ντουλγουρούκης πιστεύσας, ως του είπον, ότι έξωθεν της Τριπολιτζάς 2 ώρας υπήρχον 15 χιλδ. στρατεύματα. Ελθών όμως εκεί, δεν ευρέθησαν ούτε 2 χιλ.

Ταυτοχρόνως δε εξελθόντων εκ Τριπολιτζάς των Οθωμανών, τους οποίους και βλέποντες όλοι έφυγον, και έμεινε μόνον ο πρίγκηψ με τους τετρακοσίους του, πολεμών δε και οπισθοδρομών προς το Νεόκαστρον τού εσκοτώθηκαν 64, ελαβώθη και ο ίδιος εις το χέρι, το οποίον και εκόπη. Εγνώριζε δε τους δρόμους από τα σημεία έβαλε καθ’ οδόν εις τα όρη. Επήγεν ούτως έως εις το Νεόκαστρον, όπου ορμήσαντες και οι εκεί συναθροισθέντες Τούρκοι των φρουρίων, ήθελεν απολεσθεί, εάν δεν ήθελον είναι έξω αι μπάρκαι-κανονιέραι με τα μπάλα-σμιδράλια, και ανεχώρησε με τον στόλον και από το Νεόκαστρον, βλέπων ότι δεν υπήρχε καμία δύναμις Πελοποννησιακή, και κατέφυγεν εις το Αιγαίον εις Πάρον. Και εξελθών ο Τουρκικός στόλος τον εκυνήγησε και τον έφερε εις Τζεσμέ, και εν κότερον ρωσικόν προχωρήσαν σε μπάλα-φουγάδες τον έκαψεν, αλλά εχάθη και αυτό από τον κανονοβολισμόν των Τουρκικών πλοίων. Και ούτως επέστρεψεν εις Πάρον, και εκείθεν πέμψας διάφορα πλοία Ελληνικά με σημαίαν ρωσικήν απέκλεισαν την Λήμνον, την Μυτιλήνην, τον κόρφον της Θεσσαλονίκης και άλλα μέρη. Έβαλε καντζελαρία εις όλα τα νησία, και εις τα 74, επί της ειρήνης, ανεχώρησε... (κενό λίγων λέξεων). Επροκήρυξε ότι όστις θέλει των χριστιανών, να απεράσει εις Ρωσίαν με μέσον βασιλικόν. Έστειλε δε και δυο δραγουμάνους εις Πελοπόννησον, οίτινες υπήγον εις Ναύπλιον και έβαλον προκήρυξιν, όστις έχει σκλαβωμένους να παρουσιασθεί να τους ζητήσει, παρουσιαζόμενοι δε τους ελάμβανον, ως και τους σουνουτεμένους. Εδόθη δε και ασυδοσία εις Πελοπόννησον διά πέντε έτη. 113 Τα κτήματα των πρωταιτίων έγιναν δημόσια, και μετά την παύσιν της επαναστάσεως, ήτοι εις τα 70, εστάλησαν 6 αρχιερείς διά καθυσήχασιν, πολλοί δε των προκρίτων ηγόρασαν μετά ταύτα τα κτήματά των διά συμβιβασμού, ως ο Ζαΐμης, Κρεβατάς, Νοταράς και λοιποί. Ανεχώρησαν δε οι δραγουμάνοι μετά εξ μήνας».

Αξίζει εδώ να βάλω κι ένα κομμάτι από τα χειρόγρ. απομνημ. του προύχοντα του Μοριά Π. Παπατσώνη, πολύτιμο για τις άγνωστες ειδήσεις που δίνει (βρίσκεται στη συλλογή μου): «Οι χριστιανοί ευημερούσαν πλησίον των Τούρκων μέχρι του 1769 έτους, αλλά ραδιουργία των Ρώσσων ενήργησεν ώστε να γίνει επανάστασις κατά των Τούρκων, ίνα δήθεν αποκτήσουν αυτόνομον ελευθερίαν, δώσαντες και βοήθειαν 500 Ρώσσων με τρία κανόνια· και συναχθέντες πέντε έως έξι χιλιάδων χριστιανών ραγιάδων ενόπλων, Μανιατών και Πελοποννησίων, αρχηγουμένων (σ. το χειρόγρ. «αρχηγούντων») από τον Μαυρομιχάλην, πατέρα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Παναγιώτην Μπενάκην εκ Καλαμών, τον Κρεβατάν από τον Μυστράν και τον Ανδρούτζον Ζαΐμην, πάππον του Ανδρέα Ζαΐμη, δυνατών του καιρού εκείνου εν Πελοποννήσω και εν τη Μάνη, εκστράτευσαν, και κατά πρώτον κατέσφαξαν τους εν Ανδρούση και Λεονταρίω Τούρκους συν γυναιξί και τέκνοις αυτών εκδικούμενοι, επολιόρκησαν την Τριπολιτζάν, όπου οι Τούρκοι κατέφυγαν (εν αυτή) από τα διάφορα μέρη όπως ασφαλίσωσι τα γυναικόπαιδα αυτών, και διά πολλάς ημέρας ηνόχλουν τους Τούρκους και τους εστενοχωρούσαν. Και μετά παρέλευσιν έως 40 ημερών εμβήκαν Αλβανοί από την Στερεάν εις την Πελοπόννησον έως 30 χιλιάδων, και ενωθέντες οι Τούρκοι όλοι ομού μετ' αυτών όρμησαν κατά των Χριστιανών, και οι μεν 500 Ρώσσοι εστάθησαν και επολέμησαν ανδρείως, ώστε ουδείς εγλίτωσεν εξ αυτών, σφαγέντων όλων παρά των Τούρκων, οι δε Χριστιανοί έφυγον, και ελθόντες εις τα Δερβένια 114 έφραξαν τα στενά μέρη με δέντρη διά να εμποδίσουν προς καιρόν τους Τούρκους, διά να λάβουν καιρόν οι Χριστιανοί να φύγουν εις τα όρη και εις την Μάνην, καθώς και εγένετο. Αλλ’ οι Τούρκοι άνοιξαν τα μέρη ταύτα και επρόφθασαν πολλούς των Χριστιανών, οίτινες δεν έλαβον τα όπλα κατά των Τούρκων (ενόμιζον ότι προσκυνούντες να γλιτώσουν), πλην ουδέν ωφελήθησαν και με τούτο, αλλά τους κατέσφαξαν θηριωδώς και ηχμαλώτισαν πλέον των 30 χιλιάδων και τους μετέφερον εις την Αλβανίαν, και άλλους μεν με λύτρα απέλυσαν και άλλοι έμειναν εκείσε διά παντός αιχμάλωτοι υπό την θηριωδίαν των Τούρκων. Όσοι δε κατέφυγον εις την Μάνην διεσώθησαν».

Το ότι η σφαγή των σκαφτιάδων σήκωσε στο ποδάρι τον Μοριά τιμή μεγάλη είναι του λαού, μα δείχνει πως κι ο σπόρος της συνωμοσίας είχε ωριμάσει, και η μυστική συνεννόηση θα ήτανε προχωρημένη. Ζώντας ο λαός ειρηνικά και πλουτίζοντας κάτου από την όχι βαριά φορολογία των Τούρκων (που πλουτίζανε κι αυτοί μαζί του) και την αυστηρή προστασία των Μοραγιάνηδων (που, μ' όλες τις κατηγόριες, αυτοί είχανε φέρει τον λαό σ’ ένα βαθμό ώριμο να συλλογιστεί τη λευτεριά του) άρχιζε να τρέφει όνειρα πατριωτικά κοινά με των προυχόντων τα όνειρα 115).

Πιο σωστό λοιπόν είναι, μου φαίνεται, το κίνημα του Ορλώφ να το πούμε κίνημα πατριωτικό των προυχόντων, όσο για τον Μοριά. Από έναν επιτάφιο λόγο του Θόδ. Π. Δηλιγιάννη στον νεκρό του θειου του στρατηγού Κανέλλου παίρνω αυτό το κομμάτι: «Ο προς πατρός θείος του Ασημάκη Ζαΐμη, ο θείος του πατρός του Κανέλλου Δηλιγιάννη, ο πάππος του Παναγιώτου Κρεβατά, ο θείος του Πανούτσου Νοταρά απεκεφαλίσθησαν κατά το 1764, ο δε μητροπολίτης Λακεδαίμονος Ανανίας προ της Αγίας Τραπέζης εν Μυστρί, προσευχόμενος, εκρεουργήθη ανηλεώς κατά το 1764 (σ. γρ. 1767). Αλλά μετά πέντε έτη ο Ανδρούτσος Ζαΐμης, ο Μπενάκης, ο Κρεβατάς, ο Ζαρνάτας Νεόφυτος Δηλιγιάννης, ο Σισίνης, ο Λόντος, ο Νοταράς ήγειραν τον αγώνα του 1769. 116 Ο αγών ούτος απέτυχε, και τούτων οι μεν διεσώθησαν εν Ρωσία, οι δε, εν οις και ο μεγαλεπήβολος και απτόητος Ανδρούτσος Ζαΐμης, Μωραγιάνης της Πελοποννήσου (!), έπεσαν υπό την τουρκικήν ρομφαίαν». Κι έτσι προχωρεί ο ύμνος προς τις υπηρεσίες των προυχόντων του Μοριά, μα δίκιος ύμνος. Μ' όλον αυτόν τον κατάλογο, φαίνεται πως υπάρχανε και προύχοντες, που δε συφωνήσαν απ’ αρχής στο κίνημα και τον σκοπό του, βλέποντας τη λιγοστή δύναμη τη Ρωσική, που είχε έρθει βοήθεια. Έχουμε λοιπόν ειδήσεις και για τον Κρεβατά και για τον Κοπανίτσα, πως φροντίσανε να φέρνονται φιλάνθρωπα προς τους Τούρκους. Ο Κοπανίτσας μάλιστα έχασε τη ζωή του από τους ξαγριεμένους επαναστάτες. 117 Έχουμε όμως και κάποιο μέτρο για να κρίνουμε των προυχόντων τη διαγωγή κατά τα Ορλωφικά· όσοι αφήσανε τον τόπο τους, κι αργότερα γυρίσανε με την αμνηστία που δόθηκε 118 χωρίς άλλο αυτοί ήτανε μπασμένοι στο κίνημα· όσο για τον Αντρούτσο Ζαΐμη, αυτός έφυγε στα Εφτάνησα, κι έμειν' εκεί δώδεκα χρόνια, και μοναχά στα 1789 ο πασάς του Μοριά του ‘κοψε το κεφάλι («Αιών» 10 Γεν. 1847 119). Ανάμεσα στους προύχοντες συνενόχους Ντεληγιάννης προύχοντας δε φαίνεται να λαβαίνει μέρος στο κίνημα· ούτε ο Παλαμίδης, ούτε ο Παπατσώνης, μα ούτε κι ο Θ. Π. Δηλιγιάννης κάνουνε λόγο. Η φανερή ακμή του γερο-Γιάννη πέφτει σε χρόνια υστερότερα, όμως της Καρύταινας η αποχή δε μπορεί παρά να είχε αιτία των προυχόντων της την επιρροή.

Δεν έχω εδώ σκοπό να γράψω την ιστορία αυτής της συφοράς. Λίγα ακόμα σημεία θα ξετάσω. Η εισβολή των Αρβανιτών δε σημαίνει πως το κίνημα είχε αποδειχτεί δύσκολο στην καταστολή του, αφού οι Αρβανίτες ίσα-ίσα πρόφτασαν απάνου στο κίνημα και βάλανε μαχαίρι. Τ' άκουσμα μοναχά του κινήματος μεγαλωμένο τρόμαξε τον Σουλτάνο. Έπειτα, έχουμε κι άλλη υποψία· ο Σουλτάνος άμα τα πιστά του στρατέματα είχανε λουφέδες να λαβαίνουν, αφορμή ζητούσε και παρακαλούσε να τα βάλει να βοσκήσουνε και να παχύνουνε σε μιαν από τις πλούσιες χώρες του κράτους του. Φτάνοντας στον Μοριά τα κοπάδια αυτά τ' αγριεμένα, μικρή βρήκαν αντίσταση, και σ' αυτό είναι σύφωνοι όλοι όσοι γράψαν. 120 Όμως, ο ίδιος ο άταχτος στρατός που είχανε στρατολογήσει οι Ρώσοι, πρώτοι οι Μανιάτες, τους προλάβανε στην αρπαγή. Σημειώματα χειρόγραφα, που σωθήκαν από τότε, φυλάξανε τον θρήνο του ανυπεράσπιστου λαού. Οι Αρβανίτες ύστερα αποτελείωσαν το κακό. Τ' αλύπητο διαγούμισμα του Μυστρά είναι έργο Μανιάτικο 121, μα τους Μανιάτες τους βοηθούσε κι ένας μεγάλος αριθμός από βουνίσιους στην αρπαγή (μας βεβαιώνει ο Choiseul-Gouffier στο ταξίδι του (τόμ. Β', σελ. 4-10). Σ' αυτούς μέσα τάχα πρέπει να εννοήσουμε και Κλέφτες Μοραΐτες; Η ίδια Ρωσική πηγή (πιο πάνου σημ. β'), βεβαιώνει πως, καθώς προχωρούσε το Ελληνορωσικό σώμα, τέλη του Φλεβάρη, στον Πασσαβά, παρουσιαστήκαν κι Έλληνες οπλαρχηγοί (σ. Κάποι των προυχόντων ή Κλέφτες;), κι έτσι το μικρό τους σώμα γίνηκε ως 1200 άντρες. Φτάνοντας στην Τριπολιτσά, ο χαλασμός αυτού του σώματος στάθηκε πολύ εύκολος. Ο Finlay στην ιστορία του γράφει για την καταστροφή της Τριπολιτσάς, πως το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνορωσικού σώματος ήτανε χωριατιά μισοαρματωμένη, 400 Ρώσσοι και περίπου 4 χιλ. Έλληνες άταχτοι και μισογυμνασμένοι (εκδ. α', τ. Α', σελ. 313 122). Οι Έλληνες μικρή αντίσταση κάμαν, και το περισσότερο μέρος δοθήκανε στη φευγάλα. Οι Ρώσσοι πολεμήσανε γενναία, και να πει κανείς, όλοι ως τον τελευταίο σκοτωθήκαν. Ως τρεις χιλιάδες Έλληνες σφαγήκαν κατά τη φευγάλα τους. 123 Καταστροφές μεγάλες γίναν από τους Αρβανίτες στην Πάτρα, 124 Ηλεία, Βοστίτσα, Καλάβρυτα, 125 Άντρούσα, Αρκαδιά (Κυπαρισσία), και γενικά δεν περιγράφεται η καταστροφή του μεσηβρινού Μοριά.

Εδώ τώρα μένει ένα σημάδι δύσκολο να φωτιστεί. Πού είναι οι Κλέφτες του Μοριά κατά τον αγώνα και τον κίντυνο θανάτου που έτρεξε ο τόπος τους; Πού είναι η παρουσία τους η αντρική; Βέβαια δε μπορούμε να τους τοποθετήσουμε ανάμεσα στ’ ανάκατο κοπάδι, που πήρε το φύσημά του κι άφησε τους Ρώσσους μοναχούς. Ο Ρ. Παλαμίδης (στο γνωστό σημείωμά του) τίποτε δε γράφει. Ο Μιχ. Οικονόμου (σελ. 32) γράφει πως ο περίφημος δεσπότης Ανανίας, κατηχητής της συνωμοσίας, έκρυβε τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη και τον Ζαχαριά νεαρό τότε καπετάνο. 126 Πού βρίσκεται λοιπόν ο Κ. Κολοκοτρώνης κατά τον αγώνα τριγύρω στην Τριπολιτσά, και πού είναι οι άλλοι Κλέφτες, που ο Φραντζής φαντάζεται απ’ αυτούς γεμάτο τον Μοριά ως τα 1769; Καθώς είπα λίγο πρωτύτερα, μες το σινάφι των άταχτων Κλέφτες δε μπορούσανε να βρίσκονται. Οι Κάποι των προυχόντων, ενωμένοι με τους Κλέφτες, ίσως, της κάθε επαρχίας, μπορεί να μείνανε και να φυλάξανε τον τόπο τους, και να χτυπήσανε τους Τούρκους της περιοχής, αλλά το μέρος που μπορεί να παίξανε σε καμιά πηγή δε μαρτυριέται· και πάλι όμως, σ' όσες βουνίσιες επαρχίες χαλάστηκαν, όπως τα Καλάβρυτα, το στοιχείο το πολεμικό θα ‘λαβε κάποιο μέρος. Από καπετάνους δυο Πετμεζαίοι μόνοι αναφέρνονται σκοτωμένοι, ο ένας σ' άλλη επαρχία, που σημαίνει, εκεί ως Κάπος θα υπηρετούσε. Μια κάποια μαρτυρία, πολύ υστερόχρονη, μαρτυρία κληρικού από κείνους που νόμιζαν κάθε πατριωτικό κίνημα ως ασέβεια κατά του θεού —γιατί ο θεός προστάζει να πείθονται όλοι στους άρχοντες— κάνει λόγο αόριστον για «οπλαρχηγούς»· οπλαρχηγοί όμως ήτανε κι οι Μανιάτες, που λάβανε μέρος στο κίνημα, ήτανε κι οι Κάποι, και γενικά οι στρατιωτικοί αρχηγοί, ανάμεσα σ' αυτούς κι όσοι ήρθανε Μοραΐτες με τους Ρώσους: «Καθώς διηγούνται οι παλαιοί, αυτοί οι ίδιοι οπλαρχηγοί εσηκώθησαν εν καιρώ Ορλώφ, αρχηγού της Ρωσίας, και τι έκαμαν; Τίποτες άλλο, παρά αφανισμόν του εαυτού των και ερήμωσιν της πατρίδος των». 127

Για τον Κόλια Πλαπούτα, βεβαιώνει ανώνυμος βιογράφος του (εφημ. «Αυγή», Αθήνα, 13 Ιουλ. 1864, κι αυτός είναι ο Φαλέζ) πως έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1769· εγώ δεν το πιστεύω. Αφού είτανε Κάπος σ' όλη τη ζωή του στην Καρύταινα, έπρεπε να λάβει μέρος πρώτα η επαρχία του, 128 και τότε μάλιστα. Για τον Κωστ. Θ. Κολοκοτρώνη γράφει ο Σπηλιάδης (τ. Α', σελ. 561 σημ.): «Αυτός ύψωσε την σημαίαν της ελευθερίας το 1769, και διασωθείς από την καταστροφήν της Πελοπον. εφυλάχθη εις τα όρη της πατρίδος του». Να όμως τι γράφει ο αυστηρός και τίμιος Φλέσσας: «...Τα δε περί του Κωνσταντίνου και Αναγνώστου Κολοκοτρώνη γραφέντα εν τισιν ιστορίαις εισίν ανακριβή, διότι ούτοι, κατέχοντες το χωρίον Σηλύμνες, δεν ανεμίχθησαν εις την κατά των Τούρκων επανάστασιν του 1770, ούτε έσπευσαν εις βοήθειαν του Αντωνίου Ψαρού, μαχομένου μετά των ευαρίθμων Ελληνορώσων έξω της Τριπόλεως κατά δεκαπλασίας καλώς οργανωμένης Τουρκικής στρατιάς». 129 Η μαρτυρία του Φλέσσα είναι πολύτιμη. Η Καρύταινα δεν έλαβε μέρος, και γι' αυτό ούτε καταστράφτηκε· μα κι οι προύχοντές της μέρος δε λάβανε, Ντεληγιανναίοι είτε άλλοι· όλοι όσοι γράψανε, λόγο δεν κάνουνε γι' αυτούς. Έτσι κι οι οπλαρχηγοί της επαρχίας, Κλέφτες ή Κάποι, δεν κινηθήκαν· ο Κόλιας και μετά την καταστροφή ξακολουθούσε να μένει Κάπος, ατιμώρητος, μα κι ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης, μαζί με το σώμα του βέβαια, αγνατεύουν από της Σηλύμνας τα ψηλώματα μην κάμουν καταπάνου οι Τούρκοι, δείχνοντας με την παρουσία τους τ' αμέτοχο της επαρχίας. Κλεφτουριά λοιπόν, που ν' άξιζε αυτό τ' όνομα, δεν είχε ακόμα στον Μοριά σκηματιστεί. Κλέφτες, σ' αυτή την κρίσιμη εποχή, όπου υπάρχανε, το δείξανε με τ' όνομα και τα έργα τους, καθώς στη Ρούμελη (Σάθα «Τουρκοκρ. Ελλάς» σ. 486 κ.π.).

Ο Τ. Καντηλώρος (σελ. 73) την απουσία του Κωσταντή Κολοκοτρώνη και του Παναγιώταρου από τον όλον αγώνα του Μοριά την ξηγάει πως μπορεί να ήτανε δυσαρεστημένοι, γιατί η αρχηγία της εκστρατείας είχε ανατεθεί στον ναυτικό Ψαρό κλπ.. 130 Όσο για τους επίσημους Μανιάτες, που δε φαίνονται κι αυτοί, και που ο Τ. Κ. την απουσία τους την ξηγάει με τον ίδιο λόγο, άλλη ήταν η αιτία η αληθινή, και σ' αυτό κόπος δε χρειάζεται να την ξηγήσει κανείς· έφτανε πως οι Μαυρομιχαλαίοι είχανε λάβει μέρος δυνατό στο κίνημα, για να μείνουν οι άλλες αντίθετες οικογένειες τραβηγμένες· κάθε επίσημη οικογένεια Μανιάτικη —αφού η μια με την άλλη ήτανε σ' άπαυτον πόλεμο— φρόντιζε να κάνει τ' αντίθετο από τις άλλες. Ίσως όμως η αποχή τους από τον αγώνα του Ορλώφ μπορεί να ξηγηθεί κι απ’ άλλο λόγο· βλέποντας δηλ. όλο τον λαό της Μάνης ξετραχηλισμένο σ' αρπαγές και τόσες άλλες καταστροφές, φυλαχτήκανε να εκθέσουν τον εαυτό τους.

Για τον πατέρα του Κωσταντή, τον Γιάννη Κολοκοτρώνη, ο έγγονός του Θοδωράκης βεβαιώνει πως «έλαβε μεγάλο μέρος και σκότωσε πολλούς Τούρκους, και οι Τούρκοι εζητούσαν να τον εκδικηθούν. Μίαν ημέραν επαραθαρρεύθη και επήγεν εις το Νησί· εκεί τον επρόδοσαν, και απ' εκεί τον επήραν οι Αντρουσιανοί, και αφού του έκοψαν τα ποδάρια και τα χέρια, έπειτα τον εκρέμασαν» (βλ. διάλογο Κολίνου με τον πατέρα του Θοδ., Φιλήμονα Ιστ. Ελλην. Επαν. τ. Γ', σελ. 412 131). Πιο κάτου βεβαιώνει ο Θοδ. πως πήγε ο ίδιος κι είδε τον τόπο της κρεμάλας, κι οι χωριάτες βεβαιώσαν πως είχαν ακουστό το πράμα από τους Τούρκους. Λοιπόν, ενώ ο Κωσταντής είχε μείνει αμέτοχος, ο πατέρας του Γιάννης «έλαβε μεγάλο μέρος και σκότωσε πολλούς Τούρκους». Πράματα παράξενα κι ανεξήγητα, γιος και πατέρας έτσι να χωρίζονται. Είδατε όμως πιο πάνου το σωστό· κι ο Γιάννης Κολοκοτρώνης κανένα μέρος μικρό ή μεγάλο δεν είχε λάβει, ούτε πολλούς ή λίγους Τούρκους είχε σκοτώσει, αλλά σκοτώθηκε τρώγοντας και πίνοντας στο σπίτι φίλου του Τούρκου —που θα πει μ' όλους τους Τούρκους τα ‘χε καλά, και λόγο δεν είχε να φυλάγεται, αφού δεν είχε λάβει μέρος στον Ορλωφικόν αγώνα του Μοριά κατά των Τούρκων· έτσι και η αποχή του Κωσταντή είναι σύφωνη με του πατέρα του Γιάννη τη στάση τη φιλική προς τους Τούρκους. Το χειρόγραφο του Γρηγοριάδη ορίζει τη μάχη 20 του Μαγιού 1770, δηλ. κατάμεσα στην επανάσταση την Ορλωφική· το ίδιο χειρόγρ. φαίνεται υπερβολικό σ' ένα μοναχά σημείο, στον αριθμό των παλικαριών που είχε μαζί του ο Γιάννης, 62 όλα! Αφού ήτανε φίλος των Τούρκων —ως Κάπος βέβαια, κι όχι ως Κλέφτης— τι χρειαζότανε τόσο μεγάλο σώμα να το κουβαλάει στου Κούρταγα το σπίτι, στο χωριό Δραγουμάνου της Ολυμπίας; Η υποψία μου με κάνει να υποθέσω πως ο Γιάννης Κολοκοτρ. δεν ήταν εχτρός, αλλά σύμμαχος των Τούρκων, και μοναχά ως Κάπος κάποιας επαρχίας θα μπορούσε να ‘χει τόση εμπιστοσύνη. Και του γιου του όμως Κωσταντή η στάση η θεαματική απάνου απ’ τη Σηλύμνα φαίνεται κι αυτή ύποφτη, δηλ. φιλική στους Τούρκους. Ο Γρηγοριάδης είναι θερμός θαμαστής των Κολοκοτρωναίων, λοιπόν και η μαρτυρία του αξιόπιστη, αφού μάλιστα είναι σύφωνη με την προφορική παράδοση, που τη βρήκε ο Θοδ. Κολ. στους χωριάτες της Αντρούσας ακόμα ζωντανή, κατά τα χρόνια της Επανάστασης (τότε, υποθέτω, θα πήγε επί τόπου ο Γέρος και θα ξέτασε). Κόψανε λοιπόν οι Τούρκοι χέρια και πόδια του Γιάννη, και κρεμάλα ύστερα· σ' αυτά συφωνάνε και οι δυο μαρτυρίες, η γραφτή του Γρηγορ. και η προφορική του Θοδωράκη. Μένει μια μόνη διαφορά, μεγάλη και σημαντική· ο Γρηγ. βεβαιώνει πως ο θάνατος του Γιάννη συνέβηκε με προδοσία, μέσα στο σπίτι του Κούρταγα, 132 ενώ η προφορική του Θοδωράκη βεβαιώνει τ' ανάποδο, πως ο Γιάννης «μίαν ημέραν επαραθαρρεύθη και επήγεν εις το Νησί...» κι εκεί πιάστηκε ζωντανός κλπ. Λοιπόν, άνθρωπος που πολεμούσε και Τούρκους σκότωνε, μπιστεύτηκε και πήγε στη χώρα του Νησιού... Ή πολύ κουτός θα ήταν ο Γιάννης, ή ψεύτης αυτός που παρασταίνει τον Γιάννη τόσο κουτό.

 

 

αρχή

 



 

Αρβανίτες στον Μοριά. — Τυραννική περίοδο της παρουσίας τους. — Απόφαση της καταστροφής τους. — Φτάνει ο περίφημος Χασάν-πασάς. — Αρχή και τέλος του κατατρεγμού τους. — Πόλεμος τριγύρω στη Τριπολιτσά. — Βοήθεια των Κλεφτών.

 

Τα κακά που τράβηξε ο Μοριάς, όσα χρόνια μείναν οι Αρβανίτες εκεί, τα περιγράφει ένα παλιό βιβλίο 133 : «Εις τον Μορέα ήτο μία αθλιοτάτη αναρχία· μήτε οι εξουσιασταί Τούρκοι ημπορούσαν να χαλινώσουν την ορμήν των Αρβανιτών, οπού έμειναν εις εκείνον τον τόπον, και να τους αναγκάσουν να έλθουν εις το στράτευμα του βεζίρη, 134 ωσάν να ήτον ωφελιμότερον η χερσόνησος του Μορέως να μείνει υποκειμένη εις τας επιβουλάς των εχθρών παρά εις το στόμα της σκληράς φιλαργυρίας και εις τους όνυχας εκείνων των θηριοκαρδίων ανθρώπων. Μανθάνοντας η Οθωμανική Πόρτα τας τόσας ατοπίας και τα μεγάλα κακά εκείνου του τόπου, διά τα οποία παραιτούσαν την πατρικήν γην οι Γραικοί του Μορέως ερχόμενοι εις άλλους τόπους, εστοχάσθη να εύρει την θεραπείαν. Εκείνος ο τόπος ήτον, διά να ειπώ έτζι, η αποθήκη πολλών νήσων πλησίον, ωσάν οπού η γη του Μορέως είναι ευκαρπεστάτη, και πλουσιοτάτη, αγκαλά και να μη γεωργούνται όλες εκείνες οι πεδιάδες, και οι καρποί του ήτον ωσάν μία μεταλλεία, οπού έδιδε τον τρόπον εις τους κατοικούντας να πληρώνουν τα βαρύτατα δοσίματα και του βασιλέως και των υπηρετών του. Έστειλε λοιπόν εκεί ο Οθωμανικός μονάρχης όχι ένα, αλλά πολλούς πασάδες, και έκαμε να κηρύξουν εις όλον τον Μορέα ένα φιρμάνι, με το οποίον έδιδε συγχώρησιν κοινώς εις όλους τους Γραικούς του Μορέως, εκτός των 17 εκείνων οπού εστάθησαν οι αρχηγοί της ενώσεως των Μοραϊτών μετά των Ρούσων, όταν αυτοί οι Ρούσοι ήλθαν διά να αποκτήσουν τον Μορέα, όθεν πολλοί εμπιστευόμενοι εις το βασιλικόν πρόσταγμα εγύρισαν εις τα οσπίτιά των». Ένα από τα σπάνια χειρόγρ. σημειώματα, σκετικό με την εισβολή των Αρβανιτών, βρίσκω στο περιοδ. «Νέος Ελληνομν.» Ζ', 1910, σελ. 269: «1770 Μαρτ. 25, εφυλάκωσαν εις τα Τρίκαλα τους γέροντας και εβγήκαν την Κυριακήν του Θωμά, και Ιουλίου 15 έκαυσαν οι Αρβανίτες το τζαρσί, εις τον αυτόν καιρόν έγιναν πολλά κακά εις όλον τον κόσμον, έφερον σκλάβους από τα χωρία του Μορέως και κατακούρσευσαν όλον τον κόσμον παίρνοντες γελάδια, γομάρια, βουβάλια, μουλάρια, και έγινε μεγάλη φθορά εις όλον τον κόσμον»). 135

Κλέφτες, 1770-1779 Γι' αυτή την τυραννική περίοδο της διαμονής των Αρβανιτών στον Μοριά, άλλες περιγραφές έγκυρες δεν έχουμε, παρά εκείνες που είδατε λίγο πιο πάνου. Οι υστερόχρονες περιγραφές, αρχίζοντας από τον Φραντζή, δε μας δίνουνε θετικά στοιχεία. Ένα όμως βγαίνει σπουδαίο κι αληθινό, πως οι Αρβανίτες είχαν αποφασίσει να κάμουν τον Μοριά πατρίδα τους, και βαλθήκανε συστηματικά στην αρπαγή της γης των Τούρκων και των χριστιανών με μέσα πότε της βίας και πότε του ύπουλου εκβιασμού, δηλ. με τα περίφημα χρεωστικά ομόλογα. Οι Μοραΐτες γραφιάδες, αντί να μας δώσουν περιστατικά περίεργα της Αρβανίτικης τυραννίας, αρέσκονται περισσότερο να μας παραστήσουν της ντόπιας Κλεφτουριάς τον πολλαπλασιασμό, που έφτασε κατά τον Φραντζή (τ. Α', σελ. 23,) σε 5 χιλιάδες. 136 Ο Φραντζής πρώτο βάνει στη σειρά τον Παναγιώταρο από τους Κλέφτες· κι αυτός όμως και οι άλλοι δεν κάναν τίποτ’ άλλο, παρά κυνηγούσανε και σφάζαν όσους μπορούσαν από τους Αρβανιτάδες. Έρχεται όμως η απορία πώς, αφού και τους ξένους Αρβανιτάδες και τους ντόπιους Τούρκους —λοιπόν τους Μπαρδουνιώτες— ο Παναγιώταρος «ακαταπαύστως ηφάνιζε», κι αν βρισκόντανε κάποιοι απ’ αυτούς να του αντισταθούνε, σαν Κύκλωπας τους κουβαλούσε στους πύργους του κι εκεί σα θεριό τους ξέκανε, 137 πώς, άμα άρχισε ο κατατρεγμός των Αρβανιτών, ο Παναγιώταρος δεν κουνήθηκε από τους πύργους του να βοηθήσει την άλλη Κλεφτουριά, μα στάθηκε αμέτοχος ξαγναντευτής· και πριν όμως από τον κατατρεγμό, όσα χρόνια χρημάτισε Κλέφτης μέσα από τη Μάνη γείτονας και των Μπαρδουνιωτών, πώς ήταν ανεχτός από τους Μπαρδουνιώτες; Ήταν αυτοί, και στα ήθη και στον πολεμικό τους χαραχτήρα, απαράλλαχτοι Μανιάτες, και με τους Μανιάτες χριστιανούς γειτόνους πάντα τα είχανε καλά. Το ίδιο λοιπόν έκανε κι ο Παναγιώταρος, δηλ. και με τους Αρβανίτες και με τους Μπαρδουνιώτες δε μάλωνε ποτέ. Από τους άλλους πάλι Κλέφτες του Μοριά ο Α. Φραντζής, μιαν ορισμένη πράξη εχτρική κατά των Αρβανιτάδων την αποδίνει τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη, κι αυτή είναι ο φόνος του Μετζ-Αράπη, επικίντυνου μπουλούκμπαση της Κόρινθος. Όπως την περιγράφει ο Φ. (τ. Α', σ. 25) ο φόνος αυτός γίνηκε με τη διαταγή του πλούσιου Σπαή της Κόρινθος Χαλίλμπεη, που θα πει ο Κωστ. Κολοκοτρώνης ήτανε Καπόμπασης εκεί, τέσσερα χρόνια μάλιστα, καθώς σημείωσα σ' άλλη σελίδα της μελέτης. Προσθέτω πως, ύστερα απ’ αυτόν τον φόνο, ο Κωσταντής έφυγε στη Μάνη (Μ. Οικονόμου σελ. 37). Αναφέρνει ύστερα ο Φραντζής κι άλλους φόνους Αρβανιτάδων από τον ίδιον Κωσταντή, 138 τον Κόλια Πλαπούτα κλπ. Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης ήταν αληθινός Κλέφτης, και βέβαια θα σκότωσε Αρβανιτάδες, όπως γράφει κι ο Φραντζής. Όμως ενός μοναχά Αρβανίτη μπουλούκμπαση, δηλ. αποσπαματάρχη της άταχτης χωροφυλακής, ο φόνος από ληστή αποκηρυγμένο, θα σήκωνε όλον τον Μοριά στο ποδάρι· και στη Ρούμελη το ίδιο γινότανε· του Βεληγκέκα ο φόνος στοίχισε τη ζωή του Κατσαντώνη. Αφού ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης φαίνεται έτσι θανάσιμος εχτρός των Αρβανιτάδων, απορεί κανείς πώς στην καταστροφή τους, 1779, δε φαίνεται καθόλου να λαβαίνει μέρος, καθώς θα δείτε πιο κάτου. Την εξήγηση θα τη βρείτε εκεί. Φτάνει εδώ να πω δυο λόγια· ο Κωσταντής ήταν, αχώριστος σύντροφος του Παναγιώταρου. Όσο για τον Κόλια Πλαπούτα —που φαίνεται κι αυτός να σκοτώνει Αρβανιτάδες— αρχίζοντας ο γενικός κατατρεγμός τους, με του Χασάν-πασά το φτάσιμο, ο Κόλιας φαίνεται Κάπος στην Καρύταινα· λοιπόν παρουσιάζεται και προσκυνάει τον Καπετάν-πασά —που θα πει, δε φοβότανε να παρουσιαστεί— και λαβαίνει μέρος στην καταστροφή τους, και συχωρεμένος ξαναμένει Κάπος στην Καρύταινα.

Όπως και να ‘ναι, αναφορικά με 4-5 χιλ. Κλέφτες, τα καμώματά τους τα πολεμικά, όσα ο Φραντζής μονάχος αναφέρνει, είναι πολύ φτωχικά· πρώτη είναι αυτή η απορία και δεύτερη: Τραγούδια τους δε σωθήκαν άλλα παρά του Μετζ-Αράπη ένα και μοναχό, κι αυτό ύποφτο, πολύ πεζό (το ‘χει ο Φραντζής τ. Α', σελ. 25 σημ.). Αλλιώς δε μπορεί να ξηγηθεί η φτωχική εμφάνιση της Κλεφτουριάς κατά την Αρβανίτικη περίοδο, 1770-1779, παρά από τη βαριά τυραννία που είχαν επιβάλει οι Αρβανίτες. Η τυραννία αυτή που γέννησε την Κλεφτουριά, η ίδια δεν την άφηνε να ξεμυτίσει, μα ο αριθμός που αναφέρνει ο Φραντζής κι άλλοι, 4-5 χιλ., είναι αριθμός αφάνταστα παραφορτωμένος. Τόσες χιλιάδες Κλέφτες ήταν αδύνατο φυσικά να ζήσουν απάνου στον ήμερο Μοριά, πυκνά κατοικημένον από ντόπιους Τούρκους και βαριά αλυσοδεμένον από τόσες χιλ. Αρβανίτες. Για τον αριθμό τους γράφει κι ο Κ. I. Φλέσσας (σελ. 28), κι εννοεί όχι Κλέφτες καθαρούς αλλά άντρες αρματωμένους, όσους μπορούσε να βγάλει όλος ο Μοριάς, βάνοντας μέσα και τη Μάνη, που ήταν όλη αρματωμένη: «Τω καιρώ εκείνω εκ των πέριξ επαρχιών της Τριπόλεως δεν ηδύναντο να συναθροισθώσι πλέον των 2 χιλιάδων Ελλήνων, πολύ δε μάλλον Κλεπτών, 139 και μάλιστα εκ μόνων των επαρχιών Γόρτυνος, Αρκαδίας και Κορινθίας, αφού δεν υπήρχον ένοπλοι Έλληνες εν τοις νομοίς Μεσσηνίας, Λακωνίας και Αρκαδίας 140 πλέον των 6 και 7 χιλιάδων Ελλήνων. Κλέπται τότε υπήρχον ολίγιστοι, και ο αριθμός αυτών επολλαπλασιάσθη από του 1772 μέχρι του 1805. Των Κλεπτών κατά τα έτη εκείνα εξείχεν ο εκ Καστανίτσης της Σπάρτης Παναγιώταρος, παρ' ω εύρεν άσυλον ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης». Ο Φλέσσας, σα μεσηβρινός Μοραΐτης, φαντάζεται τους αρματωμένους του Μ. Μοριά πιο πολλούς από τον άλλο Μοριά των τριών βουνίσιων επαρχιών. Οι αρματωμένοι του Μοριά στο σύνολο μπορεί να ήτανε και περισσότεροι, σε τόπο χτηνοτροφικό, σε τόπο μ' άφτονο κυνήγι, σε λαό τέλος τόσο ζωηρό, που ξέρει αντρικά να περασπίζεται τα υλικά του συφέροντα. Ο αριθμός των Κλεφτών μιας επαρχίας, ή μιας περιφέρειας μεγαλύτερης, δε λογαριάζεται εύκολα, παρά εκεί που υπάρχει τάξη διοικητική. Κλεφτουριά με παράδοση πολεμική, μ' εύκολα τα μέσα της συντήρησής της, με καταφύγια βουνίσια αζύγωτα, και με πόρους της ζωής εύκολους, που να μην αναγκάζουνε τον Κλέφτη να κατεβαίνει στον κάμπο, όπου αργά ή γλήγορα βρίσκει τον τάφο του, τέτοια Κλεφτουριά δε μπορούσε ούτε να μορφωθεί σε δέκα χρόνια ούτε και να διατηρηθεί ανάμεσα σε πληθυσμό τόσο πυκνό και σε τόπο τόσο από τη φύση σκηματισμένον ήμερο. Όσο για τ' άλλο που λέει ο Φλέσσας, πως οι Κλέφτες γίνανε πολλοί από τα 1772-1805, θα δείτε, τέλη του 1805, που άρχισε ο γενικός κατατρεγμός τους, πως βρεθήκαν όλοι-όλοι 150, και τόσοι χαλάστηκαν.

Αρβανιτών χαλασμός, 1779. — Ο τόσο καλά πληροφορεμένος Leake γράφει στο ταξίδι του (τ. Α’, σ. 208): «Οι Αρβανίτες που μπήκανε στον Μοριά ήτανε, κατά τη γνώμη του Χασάνμπεη, ως 15 χιλ., 141 μα και οι ίδιοι ήταν ανήσυχοι για τον μεγάλον αριθμό των άλλων πατριωτών τους, που έρχονταν από πίσω να λάβουνε μέρος στην αρπαγή, και με την ανησυχία τους αυτή και την απόφαση να μη δεχθούν άλλους —με την υποστήριξη και της κυβέρνησης— είχανε τοποθετήσει δύναμη στον Ισθμό για να εμποδίζει αυτούς τους άλλους να μπαίνουν. Αφού υπογράφτηκε ειρήνη με τη Ρωσία, οι Αρβανίτες λάβανε προσταγές να φύγουν, όμως τα Σουλτανικά φερμάνια τ' απανωτά δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Τότε στάλθηκε ο Χασάν-μπεης, κι απάνου απ’ αυτόν ο Καπετάν-πασάς. 142 Μετά την καταστροφή τους, άλλοι καταφύγανε στους Λαλιώτες, άλλοι στους Μπαρδουνιώτες Τούρκους, και λίγοι γυρίσανε στον τόπο τους». Ο Finlay (τόμ. της Τουρκοκρ. έκδ. α', σελ. 323) βεβαιώνει πως τις αταξίες στον Μοριά τις έκαναν Τούρκοι και χριστιανοί μαζί Αρβανίτες, κι ίσως μ' αυτό θέλει να πει πως στην εισβολή ακολούθησε και χριστιανικός πληθυσμός από την Αρβανιτιά, οι περίφημοι καθολικοί Αρβανίτες Μιρντίτ, μα ίσως κι ορθόδοξοι χριστιανοί Τσάμηδες κλπ.

Εδώ και πάλι κρίνω καλό να δανειστώ πολύτιμη περιγραφή από τα σημειώματα του Ρήγα Παλαμίδη: «Αφού δε έγιναν παράπονα επί Αλβανών, εστάλθη Σερασκέρης, όστις έμεινεν έως τα 1774 και ανεχώρησεν. Τότε δε έγινεν λόγος περί πασά διά να επιστρέψει εις Τρίπολιν και εισηκούσθη, αλλά μεταβάς έγινεν ως υποχείριος των Αλβανών, μηδέν σημαίνων, και όλαι αι εξουσίαι ήτον εις Αλβανούς συγκεντρωμένους εις Τριπολιτζάν. 143 Οι Αλβανοί επήραν πολλούς αιχμαλώτους εις τα 1769 και 70, καθ' ους χρόνους διετηρείτο η ανησυχία εις Πελοπόννησον, πλήθος δε έφυγον, και μάλιστα εις Ανατολήν. Των καταχρήσεων πολλαπλασιασθέντων και επεκταθέντων και εις Τούρκους και χριστιανούς, εξήλθεν εις τα 1780 (γρ. 1779) ο καπουτάν Χασάν-πασάς Μουστάκας, ο μεν χονδρός στόλος εις Ναύπλιον· εις τας 22 Απριλίου ήλθεν εις Τζεχριές 144 με την ψιλήν φλότταν ο δραγουμάνος Μαυρογένης, προσκαλών διά προκηρύξεων τους καπεταναίους κλέπτας να έλθουν να προσκυνήσουν, και τους έδιδε ανά 25 πολίτικα, ένα φέσι και ένα μπινίσι. Ο δε Καπουτάν πασάς εις τας 10 Μαΐου εις Κόρινθον διά ξηράς με 10—15 χιλδ., οι περισσότεροι ντελήδες και χάττι, 145 Τούρκοι, Ρωμαίοι να κατατρέξουν τους Αλβανούς. —Κλέπται προ της επαναστάσεως δεν ήτον πολλοί, αλλ’ εν τω μεταξύ των Αλβανών εβγήκαν πολλοί.— Από την Κόρινθον έστειλεν ο Καπουτάν πασάς μπουγιουρδί εις τους Αλβανούς εις Τρίπολιν διά να έλθουν να προσκυνήσουν· αυτοί δ' απεκρίθησαν ότι βόλια και μπαρούτια έχουν. Συγχρόνως δε έδωσε και προσταγήν... (μια λέξη δυσανάγν.) ότι, όπου και αν ευρεθούν Αλβανοί, να τους φέρουν ζωντανούς ή σκοτωμένους, 5 πολίτικα το κεφάλι και 20 τους ζωντανούς· και ούτως ήρχισαν σωρηδόν να φέρουν εκ των πέριξ ζωντανούς και κεφάλια. Τους ζωντανούς τους εσκότωναν κάτωθεν και πλησίον του φρουρίου και τους έριπτον εις την εκεί απέναντι σπηλιάν εις Καρασόγλου... (οχτώ λέξεις δυσανάγν. 146). Μετά ταύτα, από 15 ημέρας, εμίσευσε με το στράτευμα δι' Άργος, και εκείθεν πάλιν τους έστειλεν μπουγιουρδί διά να υπάγουν να προσκυνήσουν, και πάλιν αυτοί απεκρίθησαν τα αυτά. Ούτω λοιπόν Τούρκοι και Ρωμαίοι συνέδραμον μαζί και επήγαν εις Τρίπολιν, όπου εσυγκεντρώθησαν οι Αλβανοί —εκτός των όσων εκρύφθησαν εις βαγένια, υπόγεια και λοιπά— τους οποίους τους εθανάτωσε, και έγινεν ο πύργος με τα κεφάλια τους. Οι λοιποί έφυγαν χωρίς να ρίψουν τουφέκι διά της οδού της Σκοτεινής και των Πορτών 147 και εκατέβησαν εις τον κάμπον της Βόχας, και κατόπιν τους ήφερναν κυνηγώντας με τους ράβδους οι ποιμένες και λοιποί, και εθανάτωναν απ’ αυτούς χωρίς να γυρίσουν και ρίψουν ντουφέκι ... (δέκα λέξεις δυσανάγν.). Έφθασαν εις Περιγιάλι, και έπεσαν τα μπρούμυτα εις το νερόν. — Μία γαλιόττα οθωμανική, όπου είχε σελιανέ, 148 ο Μπεκίρ καπετάνιος, τους εκανονοβόλησε και εκινήθησαν χωρίς να σταθούν ουδέ μισήν ώραν, και πάλιν εις Μπουρικλί έκαμαν το αυτό και η γαλιόττα το αυτό, και ανεχώρησαν διά των Δερβενιών άλλοι εις τα εδώ και άλλοι εις τα εκεί. Περί τας 10 της ημέρας έφθασεν ο Αλήμπεης... (κενό δυο λέξεων) κεχαγιάς του Καπετάν πασά με 5 χιλδ. δελήδες και έπεσε κατόπιν, αλλά σταματήσας εις Κόρινθον διά να περιποιηθεί τα ζώα του, αυτοί επροχώρησαν εις τα Δερβένια, και οι Δερβενοχωρίται τους έκαμαν τόπον αφήσαντες τα Δερβένια εύκαιρα, και έπιασαν το Καντήλι και Καρύδι, όντα πλέον δυνατά μέρη, και εκεί έγινεν ο μεγάλος θρήνος, και εβάσταξαν τους χασνέδες (οι οποίοι είχον εις Τριπολιτζάν συνάξει τα χρήματά τους, βάνων ο καθένας το μπουλετί του, όπου αν αυτός χαθεί να τα λάβει η οικογένειά του. Εκ τούτου επλούτισε ο εις Καλάβρυτα Μουρτογιάννης, προς τον οποίον άφησεν ο εκεί Μουρτοκαλέμης(;) την κατάστασίν του, 149 και εγλίτωσαν μόνον 700, και εις το Δαδί ως Δερβενοχώρι εκτύπησαν οι Δαδιώται, και εγλίτωσαν μόνον 200».

«Όσοι Αρβανίται Τούρκοι ή Ρωμαίοι 150 ευρέθησαν εις τε τα φρούρια και αλλαχού από χρόνου πολλού —ήτον υπανδρευμένοι, με επιχειρήσεις, και τινες και γιανιτζάροι— τους εθανάτωσαν όλους. Εις το Ναύπλιον πολλούς εκ των τοιούτων Αλβανών και εντοπίων και από άλλα μέρη ο πασάς τους είχεν εις τα κάτεργα και τους μετεχειρίσθη... (δυσανάγν.), και τους μετέφερε μαζί του».

Το κήρυγμα του τρομερού Γαζή Χασάν-πασά, δοξασμένου από τη ναυμαχία του Τσεσμέ, τη νίκη του στη Λήμνο και τόσα άλλα του κατορθώματα, αντιλάλησε σ' όλο τον κόσμο το χριστιανικό. Ένα χειρόγρ. σημείωμα σε βιβλίο γράφει: «Έτος 1779. Εκείνον τον καιρόν ήταν μίαν φοράν απού έλεγαν, απού είπεν ο πασιάς, όπου έγλεπαν Αρβανίτη να τον βαρούνε». 151 Από την περιγραφή κάποιου άγνωστου Έλληνα, που παραστάθηκε στα τραγικά εκείνα περιστατικά, και την αναφέρνει ο Γάλλος περιηγητής Castellan στο ταξίδι του, 1797, αρκετά περίεργα έχει κανείς να μάθει: 152 «Ο Τούρκος ναύαρχος, αφού διέταξε την επιτραπείσαν αυτώ μοίραν του στόλου να κατευθυνθεί εις Ναύπλιον, απέστειλε δ' ελαφρά τινα πλοία να επιτηρώσι παραπλέοντα τον κόλπον της Ναυπάκτου, τεθείς αυτός επί κεφαλής του στρατού κατήρχετο διά ξηράς, στρατολογήσας καθ' οδόν και ου σμικρόν αριθμόν νεοσυλλέκτων καθ’ άπασαν την Ρούμελην. Αφικόμενος εις Κόρινθον, διεκήρυξε γενικήν αμνηστίαν εις τους Έλληνας, ους εκάλεσε να εξοπλισθώσι προς υπεράσπισιν των εστιών αυτών κατά των βιαιοπραγιών των επιδρομέων. Εκείθεν διελθών τα στενά (των Δερβενακίων) κατήλθεν εις την πεδιάδα του Άργους, όπου και εστρατοπέδευσεν. Εντεύθεν ο Καπετάν Πασάς επέταξε τοις Αλβανοίς να κενώσωσι την Πελοπόννησον αμελητεί επανερχόμενοι εις τας εαυτών εστίας, υπέσχετο δ' αυτοίς ελευθέραν την δίοδον και την πληρωμήν των δικαίων απαιτήσεων αυτών. Οι επιδρομείς εκ δύο φυλών αποτελούμενοι, των Τζάμηδων και Μπεκιάρηδων, 153διέστησαν· τούτων οι πρώτοι αποδεχθέντες διά συνθήκης τους όρους του Καπετάν-Πασά απεχώρησαν ησύχως εις την πατρώαν γην· οι Μπεκιάρηδες όμως, ανερχόμενοι εις επτά περίπου χιλιάδας άνδρας, υπολαβόντες ότι αι δυνάμεις, ας διέθετεν ο Καπετάν-Πασάς, δεν ήσαν επαρκείς όπως εκβιάσωσιν αυτούς να εξέλθωσι της Πελοποννήσου, ηρνήθησαν να υποταχθώσι και συγκεντρωθέντες περιεχαρακώθησαν εν Τριπολιτσά». 154

Περίεργα είναι τα περιστατικά των Αρβανιτών που γυρίζανε στον τόπο τους και τα κακά που κάνανε στον δρόμο, μα εδώ δεν υπάρχει πολύς τόπος γι' αυτά. Κι από το Μεσολόγγι περνώντας κι από την Άρτα —αυτός ήταν ο ένας δρόμος της φυγής τους— πράξανε μα και πάθανε πολλά κακά. Ο Άγγλος Hobhouse (στο ταξίδι του τ. Α', σελ. 480) γράφει πως πολλά πάθαν από τους χωριάτες των Μεγάλων Ντερβενιών, ακόμα κι από τους καλόγερους του μοναστηριού του Αϊ-Μελέτη στον δρόμο προς τη Θήβα. Τα ίδια πάθανε, μα και κάμανε τα ίδια, περνώντας από το Ταλάντι, και στη Θεσσαλία χειρότερα. Βάνω εδώ πέρα δραματική περιγραφή από βιβλίο που τ’ ανάφερα πιο πάνου («Ιστορία του παρόντος πολέμου κλπ.». Ε', σελ. 263. Πρβ. και Δ', σελ. 317): «Οι Αρβανίται οπού απέμειναν εις τον Μορέα, με κάθε παραμικράν πρόφασιν έγδυναν και εθανάτωναν τους δυστυχείς χριστιανούς. Απέρασαν και εις το Μισολόγγι, και εκατάφθειραν εκείνον τον τόπον παίρνοντας όλα τους τα πράγματα, έπειτα εκατάκοψαν όλους εκείνους οπού απαντούσαν έμπροσθέν τους, άνδρας, γυναίκας και παιδία. Προ του να έλθουν εις το Μισολόγγι απέρασαν από τα περίχωρα της Άρτης και έκαμαν το ίδιον. 155 Ο εξουσιαστής της Άρτης έστειλεν εις τους καπιτάνους των Αρβανιτών κρασιά και άλλα χαρίσματα, παρακαλώντας τους να μην αφήσουν τους ανθρώπους των να κάμουν κανένα κακόν εις την χώραν· υποσχέθηκαν, αλλά δεν ημπόρεσαν να χαλινώσουν την ορμήν της βαρβαρότητος εκείνων των ανθρώπων, ώστε ο ίδιος κόνσολος της Φράντζας ηναγκάσθη να κλεισθεί εις το σπίτι του, και να διαφεντευθεί από μίαν ορμητικήν έφοδον όπου έκαμαν εναντίον του. Ένα σώμα άλλων 5 χιλιάδων από αυτούς έκαμαν ένα καλόν κούρσευμα εις το μέρος του όρους Πίνδου και της Θεσσαλίας· η ερήμωσις ήτον καθολική και εις εκείνας τας επαρχίας· οι τόποι οπού ήτον σιμά εις την Εύριπον επαρατούσαν τας πεδιάδας και εκατάφευγαν εις το κάστρον της νήσου, ακόμη και οι Αθήνες υπόφεραν τας λεηλασίας των Αρβανιτών».

Ενδιαφέρει πολύ και το ζήτημα της διασποράς του χριστ. πληθυσμού, Η Μ. Ασία γέμισε απ' αυτούς. Τέλος, για να σταματήσει και τούτη η πληγή, «ίνα μη τέλεον ερημώσει την γην η των Αλβανών απήνεια, απέστειλεν ο βασιλεύς.... αμνηστίαν συμπάντων των κακών... απέστειλε δε και ο παναγιότατος κύριος Θεοδόσιος νέους αρχιερείς εις πάσας τας επαρχίας της Πελοποννήσου, διά βασιλ. γραμμάτων συνιστών εις περιποίησιν του υπολειφθέντος ευσεβούς λαού και αξιόλογον προστασίαν και υπεράσπισιν ισχυράν». 156 Η Αρβανίτικη καταστροφή είχε κι άλλο αποτέλεσμα σημαντικό, ότι η Μάνη χωρίστηκε από τον Μοριά και μπήκε κάτου από την εξουσία του Καπετάν-πασά.

Οι Κλέφτες του Μοριά κατά την καταστροφή. — Ο Παλαμίδης —πιστεύω πως κι ο αναγνώστης θα είναι σύφωνος μαζί μου— χαρίζει στην ιστορία του Μοριά σπουδαίον έρανο με τα σημειώματά του. Ως για το μέρος που λάβαν οι Κλέφτες στην καταστροφή γράφει, πως ο δραγουμάνος του στόλου Μαυρογένης φτάνοντας στις Κεχριές του Ισθμού προσκάλεσε τους καπεταναίους Κλέφτες να πάνε να προσκυνήσουν, και τους έδινε 25 πολίτικα, περίπου ένα τσεκίνι βενετσάνικο. «Κλέπται προ της επαναστάσεως (1769) δεν ήτov πολλοί, αλλ’ εν τω μεταξύ των Αλβανών εβγήκαν πολλοί». Αυτά τα λίγα γράφει ο Ρ. Π. για τους Κλέφτες. Δηλ. η Μοραΐτικη Κλεφτουριά πλήθυνε κατά τα έντεκα χρόνια, 1769-1779.Η επικήρυξη έπειτα κάθε Αρβανίτη, ζωντανού ή σκοτωμένου, σήκωσε χριστιανούς και Τούρκους ντόπιους στο ποδάρι, κι αυτή έφερε τον μεγάλο τους χαμό, αφού και με τα ξύλα οι τσοπάνηδες τους κυνηγούσαν. Η αντίστασή τους έξω από την Τριπολιτσά δε βγαίνει να ήτανε μεγάλη απ’ όσα γράφει ο Ρήγας, απ’ όσα γράφουν κι άλλες αξιόπιστες πηγές. Για το μέρος όμως που παίξαν οι Κλέφτες ο Παλαμίδης τίποτε δε γράφει.

Έρχομαι σ' όσα έχουνε σκέση με το μέρος αυτό, που λάβαν οι Κλέφτες στη σκηνή. Θ' αρχίσω από τ' ακούσματα τα προφορικά, πρώτα τα παλιότερα, αφού προτάξω λίγα λόγια δικά μου. Αν ο Χασάν-πασάς ζήτησε τη βοήθεια χριστιανών και Τούρκων χωρίς διάκριση, δεν το 'καμε από φόβο προς τη δύναμη την Αρβανίτικη, το ‘καμε γιατί οι Αρβανίτες παράκουσαν τα φιρμάνια τα Σουλτανικά, για την ασέβειά τους στο ιερό πρόσωπο του Σουλτάνου, το ‘καμε γιατί είχανε γίνει αβάσταχτοι πια. 157 Η δύναμη, που είχε ο Χασάν μαζί του, ήταν η περισσότερη καβαλαρία, κι όσο για το κυνηγητό των Αρβανιτών στις επαρχίες και στα βουνά, αυτή τη δουλειά την παράτησε στον ντόπιο μιχτό πληθυσμό, κι έκαμε καλά. Έφτανε των ντόπιων το μίσος το θανάσιμο στους Αρβανίτες, η δίψα των λαφύρων που ο Χασάν όλα τους τα χάριζε —και οι Αρβανίτες είχανε σωρέψει πλούτη αμέτρητα, αφού είχανε καλοκαθίσει πια και θωρούσαν τον Μοριά παντοτινή τους διαμονή. Και να ‘θελε λοιπόν ο δαιμόνιος αυτός Γαζής, των Ρώσων ο νικητής, της Τουρκιάς ο σωτήρας, ως χαραχτήρας όμως, μαλακός στους χριστιανούς —και μοναχά σκληρός κι αλύπητος εκεί που ήθελε να παραδειγματίσει— και να ‘θελε, δε θα μπορούσε ν' αρνηθεί των Κλεφτών τη βοήθεια. Το φερμάνι απαιτούσε λαϊκό ξεσηκωμό, γενικό νεφεράμι, για ν' ακουστεί σ' όλη την αυτοκρατορία του πατισάχ η οργή. Από το κήρυγμα μοναχό κατάλαβαν οι Αρβανίτες πως ήτανε χαμένοι, και γι' αυτό δεν παραδεχτήκανε να παραδοθούν ειρηνικά, όσες φορές τους κάλεσε ο Χασάν. Η άρνησή τους δε σήμαινε αντρικήν απόφαση να πολεμήσουν ως τα τελευταία τους, σήμαινε απελπισία, γιατί και να παραδίνονταν ήτανε χαμένοι. Η μάχη έξω από την Τριπολιτσά πολύ λίγο βάσταξε, κι ύστερα άρχισε η φυγή και η καταδίωξη του λαού από πίσω. Σε τέτοια μάχη, καταμεσής στον κάμπο, θα είχανε τάχα οι Κλέφτες τόση εμπιστοσύνη να κατέβουν εκεί και μέρος να λάβουνε σημαντικό; Θα το δούμε αυτό πιο κάτου. Ο Finlay γράφει στην ιστορία του (τόμ. της Τουρκοκρατίας, έκδ. α', σελ. 323): «Με τη συνηθισμένη του γοργότητα (ο Χασάν) προχώρεσε από το Ναύπλιο με το ιππικό. Οι Αρβανίτες προχωρήσανε κι αυτοί ν' απαντήσουν τη μικρή δύναμη του πασά, έχοντας εμπιστοσύνη στη δική τους μεγαλύτερη δύναμη και την παλικαριά, και, στον κάμπο μέσα, χαλάστηκαν τέλεια από τον πεζικό στρατό και το καvόνι. 158 Άρχισε το κυνηγητό έπειτα κλπ... τα κεφάλια των καπεταναίων σταλθήκανε στην Πόλη, ο Χασάν έπειτα αποκατάστησε την τάξη σε λίγους μήνες, κι έτσι μεγάλος αριθμός από πρόσφυγες γύρισε στον τόπο τους».

Έρχονται τώρα, σε χρονολογική τάξη βαλμένες, όσες ανέκδοτες γραφτές πηγές κι όσες γνωστές τυπωμένες. Πρώτη είναι του λογιότατου και κληρικού Διον. Πύρρου του Θεσσαλού (χειρόγρ. «Περιήγησις της Ελλάδος» τ. Α', συλλογή Βλαχογιάννη). Η περιγραφή του πολύ απλή, όπως όλα τα γραψίματά του. Ο Πύρρος έζησε κατά τα χρόνια της Επανάστασης στον Μοριά, κοντά στους Μαυρομιχαλαίους: «Αλλ’ επειδή και το κακόν (σ. της εισβολής των Αρβανιτών) έγινε χείρον του προτέρου, διά τούτο οι λαοί απεσκίρτησαν, και οι περισσότεροι έγιναν κλέπται και λησταί, οι οποίοι περιερχόμενοι εις τα όρη και βουνά, εθανάτωναν όποιον εύρισκον· τότε ο θεός, ο παιδεύων και πάλιν ιώμενος, ευσπλαγχνισθείς ένευσε λογισμόν καλόν εις τον Σουλτάνον, και παρακινηθείς έστειλε τον Χασάν πασιάν Μουστάκαν λεγόμενον, άνδρα άξιον και φιλόκαλον, διά να κυνηγήσει τους Αλβανούς και να καθησυχάσει τους χριστιανούς. Μόλις ο πασιάς με τον φίλον του έφθασεν εις Ναύπλιον, και ο διερμηνευτής αυτού Μαυρογένης τον ηρμήνευσε να κράξει τους κλέπτας του Μορέως να τους τάξει την ελευθερίαν τους, και ούτως εκείνοι από το εν μέρος, ο πασιάς από το άλλο με τους Τούρκους και υπηκόους να κυνηγήσωσι τους Αρβανίτας, το οποίον και έγινεν. Επειδή και ενωθέντες οι χριστιανοί με τους βασιλικούς Τούρκους και με τους κλέπτας, εβίασαν τους Αλβανούς να αναχωρήσωσιν· αυτοί δε συναχθέντες εις την Τρίπολιν ετοιμάζοντο εις πόλεμον, πλην πολεμήσαντες ολίγον, ετράπησαν εις φυγήν, και ελθόντες όλοι εις την Δαβιάν χωρίον εκρότησαν άλλην μάχην, πλην .... νικηθέντες ετράπησαν εις φυγήν και οι περισσότεροι εκείνων εθανατώθησαν. Έπειτα ο τροπαιούχος Χασάν-πασιάς, διά να δείξει την δόξαν του, εσύναξεν πολλάς κεφάλας εκείνων των Αλβανών, και τας έφερεν εις την Τρίπολιν, με τας οποίας έπειτα εκεί έκτισε δύο πύργους μεγάλους προς το μέρος εκείνο, όπου ήτον οι οίκοι του κατά καιρόν πασιά του Μορέως· οι πύργοι ούτοι δεν είναι πολλοί χρόνοι αφού εχαλάσθησαν από τους Τούρκους».

Ο Πύρρος, καθώς είδατε, μας παραδίνει τ’ άκουσμα όπως είχε διαμορφωθεί από τον τοπικό, μα τόσο φυσικόν εγωισμό, που πιο κάτου θα τονέ δείτε να φτάνει στο κορύφωμά του. Ο γιατρός Πύρλας, Τριπολιτσιώτης, σ' ένα από τα λαϊκά έργα του («Παράφοιβος» σελ. 165) κάνει λόγο αόριστο πως οι Τούρκοι ζήτησαν τη βοήθεια των Κλεφτών, και ύστερα προσθέτει αυτά τα περίεργα και σπουδαία, που είναι η στοματική παράδοση της Τριπολιτσάς: «Η μεγάλη καταστροφή τούτων εγένετο προς τα έξω της Τριπόλεως από Αγίου Νικολάου μέχρι της Πηγής, όπου υπήρχε τότε πυκνότατον μέγα δάσος από Αγίου Αθανασίου, Αγίου Νικολάου μέχρι των παρακειμένων ορέων· οι Αλβανοί καταδιωκόμενοι κατέφυγον εις το δάσος· τότε έθεντο οι καταδιώκται αυτών πυρ και εφόνευσαν σχεδόν πάντας· τούτο εγένετο το 1777 (γρ. 1779), εκ δε των κεφαλών αυτών διέταξεν ο πασιάς και εκτίσθη πύργος έχων επί της έξω επιφανείας τα πρόσωπα των κεφαλών των Αλβανών. Φρικώδες ήτο το θέαμα. Ο πύργος ούτος έκειτο προς το μέρος του προαστείου Μπασάκου, ένθα νυν υπάρχει ο περίβολος της οικίας Χατζηχρήστου. Ο χώρος είχεν έκτασιν ενός στρέμματος τετραγωνικού, ανά τεκτονικών πήχεων 45 εκάστη πλευρά. Ο πύργος είχεν ύψος 4 πήχεων. Υπολογίζοντες ότι έκαστος τετραγωνικός πήχυς εμπεριείχεν 9 κεφάλας, έχομεν κεφάλαιον 6.480, ώστε απετελείτο ο πύργος εκ τόσου αριθμού κεφαλών. Αι ούτως εκτισμέναι κεφαλαί εσάπησαν και μεγίστην αποφοράν παρέσχον, ώστε επί 40 ημέρας δυσχερώς ηδύνατό τις διαβήναι εκείθεν. Ο πύργος ούτος μετά των κρανίων διετηρείτο ως τρόπαιον και κατεστράφη διά του χρόνου. Η δε θέσις εκαλείτο μέχρις εσχάτων στρέμμα».

Από τ' ανέκδοτα απομνημ. του Κοντάκη βρίσκω ανατυπωμένη αυτή την περικοπή 159: «Φθάσας προ της Τριπολιτσάς (ο Κ. Κολοκοτρώνης) έστειλεν είδησιν των Αλβανών να έβγουν εις προσκύνησίν του. Οι δε, θανατώσαντες τον αποσταλέντα... (έγιναν αφορμή, ώστε) θυμωθείς έδωκε πάραυτα σημεία του πολέμου, εκαβαλίκευσε μίαν φοράδα και όρμησεν εις την πόλιν της Τριπολιτζάς με το μισδράνι (σ· γρ. μιζράκι) εις τας χείρας. Η δε Τριπολιτζά ήτον απεριτείχιστος όλως διόλου. Ένας λοιπόν Αχλαδοκαμπίτης σημαιοφόρος πρώτος έστησε την σημαίαν του εις το σαράγιον. Οι δε Αλβανοί βλέποντες την βοήν ετράπησαν αμέσως εις φυγήν. Τότε ήτο τρομερόν πράγμα να βλέπει τις τους τόσον τρομερούς Αλβανούς να σφάζονται, χωρίς να στρέφουν το πρόσωπον να ίδωσι».Όλο αυτό το παραμύθι κάνει ντροπή σ' έναν Αγωνιστή του 1821.Ο Κοντάκης εδώ, παραμυθάς τοπικιστής, σβήνει πέρα-πέρα το έργο του Χασάν-πασά, και προσθέτει την ανοησία πως ο Κολοκοτρώνης —κι εννοεί τον Κωσταντή— είχε τόση εμπιστοσύνη, ώστε να κατεβεί στον κάμπο, να σμίξει με τους Τούρκους και να καρφώσει ακόμα τη σημαία του στο σαράι του πασά. Έτσι αρχίζει ο αγώνας του εξηρωισμού, ο περίφημος, και κατεβαίνει ως τα χρόνια της Επανάστασης. Δίνω περίληψη και των άλλων πηγών, που είναι επηρεασμένες από την οικογένεια Κολοκοτρώνη. Ο Γάλλος Voutier, που βρέθηκε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς κατά το 1821 και γνώρισε πολύ τον Θοδωράκη, παρασταίνει τον θρύλο όπως τον άκουσε, παραφορτωμένον από ψέματα. Ο Voutier (Απομνημ., 1823, σελ. 23) γράφει και για ένα τραγούδι, που μιλεί για την απελπισία των Αρβανιτών· κυνηγημένοι από τον ακούραστο Κολοκοτρώνη, βασανισμένοι και σκασμένοι από τη δίψα, φωνάζανε στους χριστιανούς να τους αφήσουν πρώτα να πιούνε κι ύστερα να τους σκοτώσουν. 160 Ο Κολοκοτρώνης (χωρίς μικρό όνομα) δοξάστηκε από τους Τούρκους, που τους έκαμε να ξανακάμουνε δικό τους τον Μοριά που κιντύνευε από τους Αρβανίτες. Ο Raybaud, που πολέμησε κι αυτός στην Τριπολιτσά, γράφει (Αναμν. 1824, τ. Α', σελ. 166) μοναχά πως ο Χασάν πασάς κάλεσε τον Κολοκοτρώνη και τους Κλέφτες βοήθειά του, τίποτε όμως δε λέει για τον πόλεμο, παρά πως ο Χασάν έκαμε πολλές μάχες φονικές με τους Αρβανίτες. O Carrel («Ιστορία των νεοτέρων Ελλήνων» έκδ. β', 1829, σελ. 170) γράφει πως ο Χασάν κάλεσε βοήθεια τους Μανιάτες και τους Κλέφτες, και ρητά λέει πως ο Κολοκοτρώνης —χωρίς όνομα κι αυτός— βοήθησε περισσότερο απ’ όλους στην καταστροφή των Αρβανιτών. 161

Περίεργη είναι η επίσημη πηγή που θα δείτε τώρα· απόκριση στο 26ο και τελευταίο ρώτημα των Δυνάμεων από τον Καποδίστρια: 162 «Η Πόρτα έστειλε κατ' αυτών τον Καπετάν-πασάν, όστις εκάλεσεν εις βοήθειάν του τους τα όρη της Πελοποννήσσου κατέχοντας χριστιανούς καπιτάνους με 4 χιλιάδας ενόπλων (!). Αποδεχθέντες ούτοι την πρόσκλησιν έδιωξαν τους Αλβανούς και δι’ ανταμοιβήν ονομάσθησαν «Αρματολοί των επαρχιών». Επειδή και η συνήθεια παρά τοις Τούρκοις έχει ισχύν μεγάλην, ο διορισμός των καπιτάνων απεκατεστάθη επομένως δικαίωμα αστυνομικόν ενεργούμενον παρά των Ελλήνων μέχρι του 1805, καθ’ ην εποχήν απασχολούμενοι οι Τούρκοι εξ ενός μέρους από τον πόλεμον της Ρωσίας και εκ του ετέρου από την επιρροήν, την οποίαν οι καπιτάνοι ούτοι ήρχισαν να λαμβάνωσι, τους κατεδίωξαν, εφόνευσαν τινάς εξ αυτών και εβίασαν τους επιλοίπους να καταφύγωσιν εις τας Ιονικάς νήσους. Έκτοτε απηγόρευσεν ο Σουλτάνος τον διορισμόν χριστιανού ως Αρματολού. Αλλ’ εις τινας επαρχίας, όπου οι κοτζαβάσηδες είχαν μεγάλην επιρροήν, διορίζοντο ακόμη «καπιτάνοι», συναινέσει όμως του πασά».

Όσα ιστορικά λάθη περιέχει αυτή η απάντηση δε φτάνουνε να ξηγηθούνε μοναχά από τον διπλωματικό σκοπό, να παρασταθεί δηλ. μεγάλη η δύναμη των Κλεφτών, που ήτανε πάντα μια διαμαρτύρηση ενάντια στην τυραννία των Τούρκων, μα κι από άλλον υστερόβουλο σκοπό· να βεβαιωθεί και η ύπαρξη επαρχιακών Αρματολών στον Μοριά, ενώ, και πάλι το λέω, Αρματολοί στον Μοριά ποτέ δε συστήθηκαν. Αυτός όμως που έδωσε τις πληροφορίες περί «Αρματολών των επαρχιών» προσθέτει, γιατί δε μπορεί να τ' αρνηθεί, πως σε μερικές μοναχά επαρχίες διορίζονταν ακόμα «καπετάνοι» (δηλ. Κάποι, μα η λέξη του είναι μισητή), ενώ οι Κάποι και πολύ πριν από την καταστροφή των Αρβανιτών, κι ως την αρχή της Επανάστασης ποτέ δε λείψαν από την ακολουθία των προυχόντων. Λοιπόν ο πληροφορητής άλλος δεν είναι παρά ο Θ. Κολοκοτρώνης, φίλτατος του Καποδίστρια.

Κι ο Φιλήμονας (Δοκίμ. περί Φιλ. Εταιρίας, σελ. 82) είναι αφιλονίκητη Κολοκοτρωναίικη πηγή· ό,τι γράφει αυτός για τον Μοριά πάντα από τον Θοδωράκη το δανείζεται. Αυτό που γράφει εδώ, το πήραν οι άλλοι, οι υστερότεροι, και το στόλισαν παραπανιστά: «Εις την Αργολικήν της Πελοποννήσου φθάνει ούτος περί τας αρχάς του Ιουλίου (;) 1779, και προσκαλεί βοηθούς τους φυγάδας εις τα όρη Πελοποννησίους, ή τους λεγόμενους Κλέπτας, παρακινούμενος από την ανάγκην και μάλλον από τους ιδίους Τούρκους του τόπου. Ίδομεν πρωτότυπον τούτου διάταγμα (μπουγιουρδί), περιέχον αυτολεξεί: «...Σας διορίζομεν να σκοτώνετε χωρίς φόβον τους ζορπάδες. Είναι δικά σας όλα τα πράγματά των. Να μας φέρετε μόνον τα κεφάλια των, και σας συγχωρούμεν όσα εκάμετε και δεν εκάμετε καπαέτια...». Ξεχωριστήν υποδεξίωσιν και τιμάς κατά την συνήθειαν των Τούρκων έλαβον τότε ο Αναγνώστης και Κωνσταντίνος 163 Κολοκοτρώναι, καθώς και ο Κυρ Μουστάκας, έχοντες την ανωτέραν εις τους Κλέπτας σημασίαν. Ήσαν ούτοι των Αλβανών οι παντοτεινοί και ασυμβίβαστοι διώκται. Η συμμαχία των εβίασε πολύ πλέον την συγκέντρωσιν των, περί ων ο λόγος, Αλβανών εις την ατείχιστον έτι Τριπολιτσάν, έξω της οποίας ενικήθησαν ούτοι διά της πρώτης και τελευταίας μάχης». 164

Ο Φιλήμονας εδώ επιπόλαια γράφει για τον Χασάν Πασά πως η ανάγκη τον έκαμε να ζητήσει τη βοήθεια των Κλεφτών· ενώ ξέρει καλά την πολιτική ζωή των Τούρκων, δε μπορεί να ξηγήσει την έννοια του λαϊκού συναγερμού που σήκωσε ο Χασάν. Και πράμα που δείχνει το πόσο έγραφε μηχανικά αυτές του τις πληροφορίες, στα 1834, ζώντας στ’ Ανάπλι και στου Κολοκοτρώνη το πλευρό, δε ζήτησε να μάθει ποιος ήταν αυτός ο «κυρ Μουστάκας», παρατσούκλι του Χασάν Πασά, κι ο Φιλ. φαντάστηκε πως θα ήταν κάποιος άλλος επίσημος Κλέφτης του Μοριά.

Ο Α. Φραντζής (τ. Α', σ. 28) προσθέτει στις λίγες σωστές ειδήσεις, που μας δίνει ο Παλαμίδης στα χειρόγραφά του, πλούτο αμέτρητον από υπερβολές και σκόπιμες διαστροφές, που άλλο δεν έχουνε σκοπό παρά να δοξάσουν των Κλεφτών τη δράση. Ο συγγρ. χωρίς άλλο από τον Θοδωράκη τα δανείστηκε: «Ο ρηθείς Καπετάν Πασάς, παραλαβών μεθ' εαυτού ικανά πολεμικά πλοία και 7 χιλιάδας στρατού, έφθασεν εις το Ναύπλιον της Πελοποννήσου, και κατά πρώτον εξέδωκε κολακευτικάς διαταγάς προς άπαντας τους αρχηγούς των Κλεπτών καθυπισχνούμενος εις αυτούς δόξας, τιμάς, βραβεία, πλούτη και ευτυχίας, προσκαλών αυτούς να παρουσιασθώσιν ενώπιόν του και λάβωσι τας απαιτουμένας διαταγάς και οδηγίας προς καταδίωξιν και ολοσχερή αφανισμόν των Αλβανών από την πατρίδα των την Πελοπόννησον. Ορκίζετο δε εις την πρόσκλησιν του αυτήν, διά να μην έχουν οι Κλέπται την παραμικράν υποψίαν αφορώσαν προς βλάβην των, όθεν κατά την πρόσκλησίν του επαρουσιάσθησαν όλοι οι λοιποί αρχηγοί των Κλεπτών, εκτός του Παναγιώταρου και του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη· και τους μεν παρουσιασθέντας άπαντας Κλέπτας ετίμησεν ενδύσας τον καθ' ένα με εν επανωφόριον (μπινίσι τζόχινον, το οποίον δεν ετιμάτο περισσότερον από 100 λεπτά (παράδες), τον δε Κόλιαν Πλαπούταν, ως ανώτερον των άλλων, ενέδυσε με εν καπότον (το οποίον και αυτό δεν ετιμάτο περισσότερον των 10 γροσίων). Ο δε Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης έγραψεν αναφοράν (αρζουχάλι) προς τον Καπετάν Πασάν, ως εφεξής: «Υψηλότατε! Είμαι έτοιμος και πρόθυμος εις τας διαταγάς της υψηλότητός σου, πρόσταξέ με εις ό,τι εγκρίνεις. Κ. Κολοκοτρώνης». — Ο Καπετάν Πασάς λαβών την αναφοράν του Κωνστ. Κολοκοτρώνη διά του διερμηνέως Μαυρογένου και δεχθείς την πρότασίν του, έπεμψε προς αυτόν καπόταν και 10 μπινίσια διά τους λοιπούς του μέρους του καπεταναίους Αρκαδίους, Ανδρουσιανούς και Λεονταρίτας. — Ευθύς δε τότε ο Καπετάν Πασάς, αφού έδωκε τας αναγκαίας διατάξεις, εστρατολόγησε 165 μετά των υπ' αυτόν Οθωμανών και των Ελλήνων Κλεπτών εις την πεδιάδα της Τριπολιτζάς· οι δε Αλβανοί άπαντες συνήλθον εντός της πόλεως Τριπολιτζάς. Τότε ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, διατεταγμένος από τον Καπετάν Πασάν, φθάσας με 850 παλικάρια Καρυτινούς, Ανδρουσιανούς, Λεονταρίτας και Αρκαδίους κατέλαβε την θέσιν των Τρικόρφων· ο δε Καπετάν Πασάς ετοποθετήθη εις την θέσιν Αγιωργίτικα, οι δε λοιποί Έλληνες εις τας πλέον πλησιεστέρας θέσεις της Τριπολιτζάς. — Οι δε Αλβανοί συνηγμένοι εις την Τριπολιίζάν, ότε είδον την σταθεράν απόφασιν του Καπετάν Πασά, και κατ' εξοχήν την των Κλεπτών συνδρομήν, εγνώρισαν τότε ότι χάνονται· και ούτως αποφασίσαντες να διανεμηθώσιν εις την Πελοπόννησον επ' ελπίδι του να διαπλεύσωσιν εις την πατρίδα των διά των διαφόρων παραλίων της Πελοποννήσου, όρμησαν τότε από το καταλληλότερον (ως προς αυτούς) μέρος των Τρικόρφων, κατά τας ελπίδας των, και έκαμαν τρεις εφορμήσεις ισχυράς και αποφασιστικάς κατά το μέρος των Τρικόρφων, αλλ’ αντεκρούσθησαν από τους εν Τρικόρφοις στρατοπεδευμένους Έλληνας με απερίγραπτον αφανισμόν των. Εμήνυσαν δε τότε εις τους Έλληνας, λέγοντες: «Βρε Ρωμαίοι, φέτος σκοτώνετε σεις εμάς, και του χρόνου θα σκοτώσουν εσάς οι κακούργοι συντρόφοι σας» (εννοούντες τον Καπετάν Πασάν). Και τω όντι επροφήτευσαν κατά τούτο, ως θέλει εξιστορηθεί ακολούθως ο όλεθρος του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη και του Παναγιώταρου, μ' όλον ότι αυτός δεν έλαβε μέρος εις την καταδίωξιν των Αλβανών τελείως, καθώς και οι λοιποί Μανιάται.— Περιορισθέντες μετά τούτο οι Αλβανοί εις την πόλιν της Τριπολιτζάς, επειδή δεν εδυνήθησαν να διέλθουν διά της Πελοποννήσου κατά τας ελπίδας αυτών, ορμήσαντες πανταχόθεν οι Έλληνες, καθώς και οι Οθωμανοί, ιππείς τε και πεζοί, τους κατέσφαξαν. Διεσώθησαν δε μόλις εξ αυτών 700 περίπου, οίτινες διά νυκτός διελθόντες διά δυσβάτων οδών, εκ διαλειμμάτων, απήλθον εις την Στερεάν Ελλάδα».

Ο Θοδ. Κολοκοτρώνης, σύφωνος σ' όλα με τον Φραντζή, γράφει (Αυτοβιογρ. σελ. 5): «Εις τους 79 ήλθεν ο Καπετάμπεης (;) με τον Μαυρογένην, και ερχόμενος έριξεν εις τους Μύλους και Ανάπλι. Έστειλεν εις όλην την Πελοπόννησον μπουγιουρτί (προσκυνοχάρτι) και επήγαν και επροσκύνησαν τον Καπετάμπεη εις τους Μύλους. Εις τον πατέρα μου έστειλε χωριστό μπουγιουρτί, να ελθείτε να βγάλουμε τους Αρβανίτες και να ευρεί ο ραγιάς το δίκιο του. Ο πατέρας μου εκκίνησε με χίλιους στρατιώτας, και έπιασε τα Τρίκορφα, εις την Τριπολιτσάν· δεν επήγεν εις τον Καπετάμπεη, διότι εφοβείτο. Ο Καπετάμπεης εσηκώθηκεν από τους Μύλους, επήρε 6.000 ταγκαλάκια, και τους Κλέφτες 3.000, και επήγεν εις τα Δολιανά, Τριπολιτσά, και έριξε το ορδί. Ο πατέρας μου σαν ήτον στα Τρίκορφα, του έστειλεν ο Καπετάμπεης να πάγει σε δαύτονε διά να τον προσκυνήσει. Ο πατέρας μου αποκρίθηκε, δεν είναι καιρός να έλθω να προσκυνήσω· οι Αρβανίτες είναι εις την Τριπολιτσά, ημπορούν να πιάσουν τον άγριον τόπον 166 και να σκορπίσουν τότε μέσα εις την Πελοπόννησον, να ‘χουν τον τόπον. Τότε του έστειλεν 20 μπινίσια για τους Καπεταναίους και ένα καπότο διά τον εαυτόν του. Τον καιρόν που εζύγωσε το στράτευμα το Τούρκικο εις την Τριπολιτσάν και επολιορκούσε τους Αρβανίτες, εχώρισαν 4.000 Τούρκοι Αρβανίτες να τον εβγάλουν από τα ταμπούρια, και αυτός εντεστάθηκε και τους εκυνηγούσε, και εμβήκαν πίσω. Ήλθαν τα στρατεύματα τα Τούρκικα του Καπετάμπεη έως τον άγιον Σώστην· πάλι βγαίνουν 6.000 διά να πάνε εις τον πατέρα μου, και αυτός πάλι τους αντέκρουσε. Είδανε ότι δεν ημπορούν να βαστάξουν οι Αρβανίτες μέσα εις Τριπολιτσά, διατί δεν ήτον τότε τειχογυρισμένη· εσυνάχθηκαν όλοι και πάνε εις τον πατέρα μου, και αυτός τους εστάθηκε με ορμήν, και τους εγύρισε κατά τον κάμπον· ενώθηκαν και άλλοι καπεταναίοι· εμβήκαν εις τα χωράφια, εις τον κάμπον τους εσκότωσεν η καβάλα ως οι θεριστάδες· έπεσεν η καβαλαριά μέσα και τους εθέρισαν· από την μιαν μεριάν η καβαλαριά, από το άλλο μέρος ο πατέρας μου. Από 12.000, επτακόσιοι απέρασαν εις το Δαδί».

Έρχονται τελευταίες δυο σπουδαίες στοματικές παραδόσεις. Η πρώτη είναι του Κ. I. Φλέσσα, που μίλησα γι' αυτόν και πιο πάνου. Ο Φλέσσας φύλαξε καλοσυνείδητα την παράδοση και μας φωτίζει κάπως καλύτερα (σελ. 27 του βιβλίου του): «Εν πρώτοις ... επετέθη κατά των εν Ναυπλίω ευρισκομένων Αλβανών, ους κατασφάξας έριψε κάτωθι του Ιτς-καλέ, εν τη θέσει τη νυν καλουμένη εκ των φόνων των Αλβανών Αλβανιτία (σ. Αρβανιτιά)... διά του όρους Παρθενίου έφθασεν εις χωρίον Στενόν, κείμενον μεταξύ αυτού και Τριπόλεως· και αύθις εκείθεν εκάλεσε Τούρκους και Έλληνας εις σύμπραξιν. Οι Έλληνες κατέλαβον τα Τρίκορφα, τα οποία εδέσποζον της ατείχιστου τότε Τριπόλεως, και ανέμενον το σύνθημα της κατά των Αλβανών επιθέσεως». 167 Πιο κάτου (σελ. 29) ο ίδιος γράφει: «Κατά τον πόλεμον όμως τον κατά των Αλβανών, ... έλαβε μέρος ο Α(ναγνώστης) Κολοκοτρώνης 168, ώσπερ και άπαντες οι Κλέπται, αλλά πριν κινηθώσιν οι Έλληνες κατά των Αλβανών, οι Αλβανοί απειληθέντες υπό του ιππικού και της άλλης πεζικής δυνάμεως του Χασάν Πασά, του οδεύοντος εκ του χωρίου Στενόν εις Τρίπολιν, επήλθον άπαντες κατά των εν Τρικόρφοις Ελλήνων 169 των οδευόντων προς την Τρίπολιν, και συμπλακέντες εμάχοντο απεγνωσμένως, 170 ότε επήλθε κατά των Αλβανών και η υπό τον Χασάν-πασάν δύναμις, ήτις την πλήρη καταστροφήν αυτών συνετέλεσε». 171

Ο Λεωνίδας Ροζάκης καθηγητής, νομίζω, από τη Σπάρτη, που σύναζε υλικό να γράψει τους βίους Μοραϊτών Αρματολών, έκαμε ανακοίνωση κατά τα 1873 στον σύλλογο Παρνασσό για τον περίφημο Παναγιώταρο. 172 Περίληψη αυτής της ανακοίνωσης καταχωρίζω εδώ: «Ο Παναγιώταρος την καταγωγήν είλκεν εκ μιας των πρώτων οικογενειών της Μέσης Μάνης, αποικησάσης εις Βαρδούνια, ήτις, ούσα το μεταίχμιον της δούλης Λακεδαίμονος και της ανυποτάκτου Μάνης, υπήρξεν ως εκ της καταλλήλου τοποθεσίας της η κυρία εστία των περισσοτέρων και μεγαλυτέρων Κλεφτών της Πελοποννήσου, επισημότατος των οποίων εγένετο ο Παναγιώταρος, παρ' ω ανεδείχθησαν οι Κολοκοτρωναίοι, γεννηθείς το 1745 και πεσών πτώσιν πολυθρύλητον το 1780. Κατά την υπό του Ορλώφ επανάστασιν του 1769 τους άλλους πάντας εκίνει η καρδία, σκιρτώντας επί τω κινήματι· αυτός μετά του Ιω. Μαυρομιχάλη, ακολουθών μάλλον εις τας υπαγορεύσεις της λογικής, απεδοκίμασεν αυτήν το πρώτον, αναγκασθείς δ' υπεστήριξεν ύστερον. Προσέτι εις την υπό του Τζεζάερλη Γαζή Χασάν Πασά καταστροφήν των Αλβανών ουδόλως συμμετέσχε μετά των άλλων Κλεφτών, γνωματεύσας ότι έπρεπε ν' αφήσωσιν αυτούς ν' αλληλοσφαγώσι και ύστερον να επιπέσωσι κατά του εξησθενημένου νικήσοντος. Μόνος δε εκ των Κλεφτών της Πελοποννήσου αρνηθείς εις τον Πασάν επιταγήν κλπ.» ήταν ο Παναγιώταρος.

Δεν πρέπει να παραλείψω τη γνώμη του Καντηλώρου (σελ. 108): «Ο Χασάν Πασάς επί κεφαλής 3 χιλ. Κλεφτών και 6 χιλ. Τούρκων... Οι Αλβανοί κυριολεκτικώς εδεκατίσθησαν παρά τον Άγιον Βλάσην εκ του ασφαλούς, πυρός και της σπάθης των Κλεφτών, οίτινες τους κατεδίωξαν μέχρι της πεδιάδος... Εκ της νίκης ταύτης του Κ. Κολοκοτρώνη ενθαρρυνθέντα τα Τουρκ. στρατ. επλησίασαν εις τον Άγιον Σώστην, προς τα ΝΑ. της Τριπόλεως, ότε 6 χιλ. Αλβανών επεχείρησαν δευτέραν έφοδον, ίνα «βγάλουν τον Κολοκοτρώνη από τα ταμπούρια», αλλά και πάλιν τους απέκρουσε. Είδον τότε οι Αλβανοί ότι δεν ηδύναντο να παρατείνουν την άμυναν εν Τριπόλει, διότι δεν ήτο τειχογυρισμένη, και επεχείρησαν πανστρατιά τρίτην έφοδον κατά των Τρικόρφων... Ο Κολοκοτρ. αντιστάς με ορμήν, διέταξεν υπερφαλάγγισιν και τρέψας τους Αλβανούς εις φυγήν τους ηνάγκασε να μη εισέλθουν εις την Τρίπολιν, αλλά να τραπούν προς την πεδιάδα. Ηνώθησαν τότε και όλοι οι άλλοι καπεταναίοι, οίτινες εφύλασσον τας νοτίους εξόδους της πεδιάδος, συνέτρεξε και το Τουρκ. ιππικόν, και επήλθεν η τρομερά σφαγή. Οι Αλβανοί εσκορπίσθησαν εις τα χωράφια και ετέθησαν μεταξύ δύο πυρών του Σερασκέρη και του Κολοκοτρώνη. Το ιππικόν τους εθέριζε με την σπάθην ως στάχεις και ετέρωθεν τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη». Με την περιγραφή του Καντηλώρου το σοροβολειό τούτο των ιστορικών υπερβολών, τ' αφιερωμένο στη δόξα του Κωσταντή Κολοκοτρώνη, φτάνει στ' απόγειό του.

Μεγάλος κόπος και χώρος πολύς θα χρειαζότανε να βάλω σε κάποια τάξη, να συβιβάσω, να ξηγήσω και να βγω πέρα απ' όλες αυτές τις περιγραφές, που χτυπιώνται η μια με την άλλη. Του Πύρρου και του Πύρλα οι προφορ. παραδόσεις παρασταίνουνε πως πρώτα άρχισε η μάχη στην Τριπολιτσά με τον Καπετάν Πασά· ο Πύρρος γράφει πως νικημένοι οι Αρβανίτες, αφού λίγο πολεμήσανε, φύγανε προς τη Νταβιά, χωριό απάνου στο βουνό και στον δρόμο κατά την Καρύταινα, όπου δώσανε την άλλη μάχη. Ο Πύρλας τοποθετεί την πρώτη μάχη κατά τον Αϊ-Νικόλα, λίγο έξω από την Τριπολιτσά· από κει οι Αρβανίτες, νικημένοι, φύγανε κατά το μεγάλο δάσος, που άρχιζε από τον Αϊ-Θανάση και προχωρούσε στα γειτονικά βουνά. Με τη διπλή αυτή γνώμη φαίνεται να συφωνάει κι ο Θ. Κολοκοτρ., λίγο-πολύ: «Τον καιρόν που εζύγωσε το στράτευμα το Τούρκικο εις την Τριπολιτσάν κι επολιορκούσε τους Αρβανίτες, 173 εχώρισαν 4 χιλ. Τούρκοι Αρβανίτες... Ήλθαν τα στρατεύματα του Καπετάμπεη (γρ. Καπετάν Πασά) έως τον Άγιον Σώστην· 174 πάλιν βγαίνουν 6 χιλ. διά να πάνε εις τον πατέρα μου, και αυτός πάλι τους αντέκρουσε ... Εσυνάχθησαν όλοι και πάνε εις τον πατέρα μου, και αυτός τους εστάθηκε με ορμήν, και τους εγύρισε κατά τον κάμπον...» (Αυτοβιογρ. σελ. 6 175). Οι περιγραφές αυτές του Πύρρου, Πύρλα και του Θ. Κολοκοτρ. φαίνονται να συφωνάνε τέλεια με του Κ. I. Φλέσσα, που γράφει πως «πριν κινηθώσιν οι Έλληνες κατά των Αλβανών (σ. οι Έλληνες που ήτανε συναγμένοι στα Τρίκορφα), οι Αλβανοί απειληθέντες υπό του ιππικού και της άλλης πεζικής δυνάμεως του Χασάν Πασά, του οδεύοντος εκ του χωρίου Στενόν εις Τρίπολιν, επήλθον κατά των εν Τρικόρφοις Ελλήνων των οδευόντων προς την Τρίπολιν κλπ.». 176 Αν πάρουμε του Θ. Κολοκοτρ. την περιγραφή, ένα μέρος μονάχα ξέκοψε από την Τριπολιτσά —ενώ βέβαια θα ξακολουθούσε εκεί η μάχη— και τράβηξε κατά τα Τρίκορφα, κι αφού ο Κωσταντής δυο φορές τους αντίκρουσε, ύστερα πήγαν όλοι οι Αρβανίτες, και τους αντίκρουσε τρίτη φορά, και τους έριξε στον κάμπο κλπ.

Πώς όμως θα μπορέσουμε αυτούς τους θριάμβους του Κωσταντή Κολοκοτρώνη να τους συβιβάσουμε με την απλή απορία: Τι γύρευαν τόσο επίμονα οι Αρβανίτες να περάσουν και καλά μέσ' από τα βουνά, αν απερίγραφτος πανικός δεν τους έσπρωχνε τυφλά να σωθούν από του Χασάν Πασά τα μαχαίρι; Και τι ηρωικές αντικρούσεις ήταν εκείνες του Κωσταντή Κολοκοτρ. ενάντια σε μια σύναξη άταχτη ανθρώπων τρεμουλιασμένων από την επίθεση του φοβερού Μουστάκα, που τον είχαν καταπόδι, πίσωθέ τους; Στην τρίτη μάλιστα και τελευταία αντίκρουση, που όλοι οι Αρβανίτες είχανε πάει καταπάνου στον Κολοκοτρώνη, τι έκανε ο Χασάν Πασάς; Τους άφησε να πάνε, κι έμεινε αυτός άνεργος να τους αγναντεύει; Αυτή την απορία μοναχά του Πύρρου η περιγραφή θα μπορούσε να τη λύσει: «Συναχθέντες εις την Τρίπολιν ετοιμάζοντο εις πόλεμον (σ. δηλ, οι Αρβανίτες), πλην πολεμήσαντες ολίγον, ετράπησαν εις φυγήν, και ελθόντες όλοι εις την Δαβιάν εκρότησαν άλλην μάχην, πλην νικηθέντες ετράπησαν εις φυγήν, και οι περισσότεροι εκείνων εθανατώθησαν». Λοιπόν, η οριστική μάχη γίνηκε 10 χιλιομ. μακριά από την Τριπολιτσά, απάνου-κάτου 4 ώρες, κι εκεί γίνηκε ο χαλασμός τους, κι όχι στα Τρίκορφα. Δηλ. οι Αρβανίτες κυνηγημένοι από τον Χασάν Πασά φύγανε προς τα βουνά ανοίγοντας τον δρόμο τους ανάμεσα στους Έλληνες, και στη Νταβιά, Τούρκοι και Έλληνες τους προφτάσαν, τους κυκλώσανε και τους χαλάσαν, κι όσους γλιτώσανε τους γυρίσαν πίσω κατά την Τριπολιτσά. Η περιγραφή, του Πύρλα πάλι δείχνει τα κατατόπια, που ακολούθησε η καταδίωξη, με κάποιες όμως περίεργες προσθήκες: «Η μεγάλη καταστροφή εγένετο προς τα έξω της Τριπολιτσάς από Αγίου Νικολάου μέχρι της πηγής (σ. αυτή είναι η πρώτη μάχη με τον Καπετάν Πασά), όπου υπήρχε τότε πυκνότατον μέγα δάσος, από Αγίου Αθανασίου, Αγίου Νικολάου μέχρι των παρακειμένων ορέων · οι Αλβανοί καταδιωκόμενοι κατέφυγον εις το δάσος...». Εδώ ο Πύρλας προσθέτει πως, κυνηγώντας τους οι εχτροί, βάλανε φωτιά στο δάσος, και προσθέτω εγώ· έτσι τους προφτάσανε στη Νταβιά κι εκεί τους τελειώσανε 177. Τ' απομεινάρια γυρίσανε κατά τον κάμπο της Τριπολιτσάς, κι όσοι απ’ αυτούς γλιτώσαν από τους ντελήδες, πήρανε τον δρόμο για τη Βόχα της Κόρινθος. Ο γυρισμός τους κατά την Τριπολιτσά δείχνει πως και η φυγή τους στον δρόμο της Νταβιάς δεν είχε γίνει με σκοπό να φύγουνε κατά το εσωτερικό και να γλιτώσουνε προς τ' ακρογιάλια, όπως γράφει άλλη πηγή, αλλά είχε αιτία τον τυφλό τους πανικό. Συμπέρασμα είναι πως ο πρώτος χαλασμός γίνηκε στην Τριπολιτσιά, κι ο αποτελειωμός τους στη Νταβιά.

Και τώρα, τι γίνονται οι τρεις αντικρούσεις οι θριαμβικές του Κωστ. Κολοκοτρώνη, και πού μπορούμε να της βάλουμε; Για ν' ανοίξουν οι Αρβανίτες δρόμο προς τη Νταβιά, θα πει πως είχανε νικήσει την αντίσταση των Ελλήνων πάνου στα Τρίκορφα, και δε μένει άλλο μέρος που να παίξαν οι Έλληνες —μαζί κι οι Κλέφτες— παρά κατά τη φευγάλα των Αρβανιτών προς τη Νταβιά και την καταδίωξη τους από πίσω, ύστερ' από της Νταβιάς τη μάχη, προς την Τριπολιτσά.

Μένει ακόμα να μιλήσω χωριστά για το μέρος που λάβαν οι Κλέφτες του Μοριά στον χαλασμό. Οι πηγές, οι μετά το 1821, τους μετράνε σε χιλιάδες. Ο Θοδ. Κολοκοτρ. ανεβάζει το σώμα μοναχό του πατέρα του Κωσταντή σε χίλιους. Ένας απλός συλλογισμός θα ‘φτανε να ρίξει κάτου αυτούς τους παραφορτωμένους αριθμούς. Δέκα χρόνια πρωτύτερα, στα Ορλωφικά, Κλέφτες πουθενά δεν είχανε φανεί· αν ήτανε και Κλέφτες, μέρος δε λάβαν. Από τους Κολοκοτρ. ο Γιάννης, παππούς του Θοδ., βρίσκεται φίλος με τους Τούρκους, Μάη μήνα του 1769, και σκοτώνεται μέσα σε σπίτι Τούρκου αγά· ο γιος του πάλι ο Κωσταντής αγναντεύει τη μάχη των Ελληνορώσσων με τους Αρβανίτες στην Τριπολιτσά από της Σηλύμνας τα ψηλώματα. Αν υπάρχανε χιλιάδες Κλέφτες δέκα χρόνια αργότερα, στα 1779, πριν παίξουνε τόσο σημαντικό μέρος στων Αρβανιτών τον χαλασμό —όπως το θέλουν οι φιλοκολοτρωνικές πηγές— πώς η Τούρκικη αρχή τους υπόφερνε, ενώ πέντε χρόνια αργότερα, στα 1805, άρχισε δυνατόν κατατρεγμό της τότε Κλεφτουριάς, κι απ' αυτόν τον κατατρεγμό, κι από τον χαλασμό της βγήκαν οι Κλέφτες του Μοριά οι χαλασμένοι όλοι-όλοι 150; Γυρίζω πίσω στους Κλέφτες του 1779.Ο Φραντζής μοναχός αναφέρνει με τ' όνομα έναν παλιόν Κλέφτη που προσκύνησε, τον Κόλια Πλαπούτα. Αυτός όμως ήτανε Κλέφτης ήμερος, Κάπος δηλαδή, και γι' αυτό παρουσιάστηκε, και πήρε το ράι (υποταγή) και Κάπος πάλι έμεινε χρόνια πολλά, και στων Κλεφτών τον χαλασμό δεν πειράχτηκε, κι έζησε ακόμα Κάπος κλπ. Ο Κόλιας Πλαπούτας, χωρίς άλλο, έλαβε μέρος στων Αρβανιτών τον χαλασμό ως Κάπος όμως, με σώμα ήμερο δικό του, αν και καμιά πηγή δεν τον αναφέρνει να λαβαίνει μέρος. Είμαι εγώ βέβαιος πως και οι άλλοι Κάποι του Μοριά, αφού πήρανε το ράι τους, λάβανε κι εκείνοι μέρος με τα σώματά τους. Αυτοί ήταν οι «Κλέφτες» που, νομίζω, βοηθήσανε στων Αρβανιτών τον χαλασμό. Ο συνολικός αριθμός τους, μαζί μ’ άλλα παλικάρια που θα στρατολογήσανε, θα ‘φτανε βέβαια λίγες χιλιάδες, μα πρέπει να προσθέσουμε σ' αυτούς και τον λαό που σύντρεξε, με τ' άρματά του, όσα είχε στα χέρια του. Ο Αναγνώστης Κολοκοτρώνης, αδερφός του Κωσταντή, αναφέρνεται από τον Φλέσσα πως παραβρέθηκε στον πόλεμο με τους Αρβανίτες· κι αυτός όμως Κλέφτης δεν ήταν, αλλά Κάπος χωρίς άλλο. Ο Θοδ. Κολοκοτρ. ως ειρηνικόν άνθρωπο τον αναφέρνει, όπου λαβαίνει αφορμή, αφού και σπίτι χτίζει ο Αναγν. στα Σαμπάζικα του Λονταριού (Αυτοβιογρ. σελ. 9). Κατά την καταστροφή του αδερφού του Κωσταντή, 1780, ήτανε κι αυτός μαζί του, μα γλίτωσε και σκοτώθηκε μετά το 1785. 178 Οι προφορικές, μα τόσο αγνές πηγές του Πύρρου, Πύρλα, Φλέσσα, τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη δεν τον αναφέρνουνε καθόλου να βρίσκεται και να βοηθάει στων Αρβανιτών τον χαλασμό. Ο Θοδ. Κολ. όμως, ενώ λησμονάει τέλεια την παρουσία του θειου του Αναγνώστη, θυμάται να περιγράψει την παρουσία του Κωσταντή τόσο σημαντική, σα να μην είχε ο Χασάν Πασάς άλλο μέρος να παίξει παρά να δώσει χέρι βοήθειας μοναχά στον ήρωα Κωσταντή. Και τον Θοδωράκη ακολουθεί ο λόχος των Κολοκοτρ. πηγών και των άλλων ξένων ή Ελλήνων, που διδάχτηκαν από τα στοματικά διηγήματα του Θοδωράκη. Όσο για την παρουσία του Κωσταντή, θα ‘φτανε να τη σβήσει από την ιστορία του Φλέσσα η μαρτυρία. Ο Φλέσσας αναφέρνει την παρουσία του Αναγνώστη, και γιατί δε θ' ανάφερνε την παρουσία του αδερφού του Κωσταντή;

Για τη στιγμή, ας παραδεχτούμε τους θριάμβους του κι ας μιλήσουμε γι’ αυτούς. Δε φτάναν οι τρεις επιθέσεις είτε αντεπιθέσεις του οι θριαμβικές, που ενέργησε μονάχος, με τους χίλιους δικούς του Κλέφτες, μα ο γιος του Θοδωράκης προσθέτει κι άλλους· αφού ο Κωστ. έριξε τους Αρβανίτες στον κάμπο, «ενώθηκαν και άλλοι καπεταναίοι» —λοιπόν οι άλλοι Καπ. περιμένανε να τελειώσει ο Κωστ. τις νίκες του και να φάει τη δόξα μοναχός, για να λάβουν ύστερα αυτοί μέρος στ’ αποφάγια του· κι ο Θοδ. Κολοκοτρ. τελειώνει: «Από την μιαν μεριάν η καβαλαριά, από το άλλο μέρος ο πατέρας μου— από 12 χιλ., 700 επέρασαν εις το Δαδί. Όταν τους επολέμησε ο πατέρας μου, του έλεγαν—: «Κολοκοτρώνη δεν κάνεις νισάφι;» κλπ. (Αυτοβιογρ. σ. ο).

Ύστερα απ’ όλ' αυτά, ο Κωσταντής Κολοκοτρ. θα φανεί πως ούτε ήτανε καθόλου στων Αρβανιτών τον χαλασμό. Και πρώτα, αν ήταν οι θρίαμβοι του αληθινοί, θ' άλλαζαν τα στοιχεία ενός άταχτου πολέμου σε μάχη επιτελική ταχτικού στρατού, όπου η άμυνα (από τους Κλέφτες του Κωσταντή) θα θύμιζε τον Γουέλιγκτον στο Βατερλώ, και η επίθεση τον Ναπολέοντα στην ίδια μάχη. Όμως ας προχωρήσουμε κατά σειρά. Πρέπει να ‘χει κανείς παιδιάτικη φαντασία για να πιστεύει πως οι Κλέφτες του Μοριά, οι απροσκύνητοι κι οι αποκηρυγμένοι, θα είχαν τόση εμπιστοσύνη να πάνε οι ίδιοι να προσφέρουν την υποταγή τους στον Χασάν Πασά. Ο Κωσταντής Κολ., συφωνάν όλες οι φιλικές με το σπίτι του πηγές, ηύρε πρόφαση να μην πάει να προσκυνήσει· αυτή του η διαγωγή χωρίς άλλο θα ήτανε σύφωνη με τα γνήσια ήθη τα Κλέφτικα, και θα ‘καμε καλά να μην πάει (αν δεν πήγε ή όχι θα φανεί πιο κάτου). Το θέαμα μοναχά του δυνατού στρατού που μπήκε από τον Ισθμό και του στόλου που άραξε στ' Ανάπλι θα ‘φτανε να κατατρομάξει τον λαό τον χριστιανικό, μα περισσότερο την Κλεφτουριά, όχλο δηλ. απ’ άταχτους κατατρεγμένους κι ύποπτους, που ξέρανε καλά πως η παρουσία τόσου στρατού έβανε σε κίντυνο το κεφάλι τους. Γι' αυτό, έχω υποψία πως κανένας Κλέφτης δεν έκαμε την «υποταγή» του στον Καπετάν Πασά. Μετά τον χαλασμό, μπορεί, λίγοι ή πολλοί Κλέφτες, συστημένοι από τους προύχοντες, να πήρανε γραφτή την αμνηστία τους για την καλή τους διαγωγή. Παιδιάτικη, το ίδιο, φαντασία θα χρειαζότανε να δεχτεί κανείς πως οι Κλέφτες θ' αποφασίζανε να σμίξουνε με το Τούρκικο άταχτο πεζικό και την πολυάριθμη καβαλαρία, και κατεβαίνοντας στον κάμπο θα σκοτώνανε χιλιάδες Μουσουλμάνους, και μ’ αυτές τις αμύθητες παλικαριές δε θα νικούσανε τον φτόνο και δε θα ήταν, οι παλικαριές αυτές, μεγάλη προσβολή στον τρομερό Χασάνη, τον πρώτον ήρωα της Τουρκιάς κατά τα χρόνια εκείνα. Το να λέει κανείς πως «όλα τα κάμαν οι Κλέφτες», και πολύ λίγα πράματα αφήσανε στον Χασάν Πασά, αναγκάζει τον ψυχρό και λογικόν άνθρωπο να γελάει, μα και να θυμώνει με τον σκόπιμο παραλογισμό. Ο Θοδ. Κολοκοτρ. κατά τον χαλασμό ήταν ως 11 χρονών παιδί, και μπορεί της συγγενολογιάς του τα διηγήματα να του ψηλώσανε τον νου. Γέρος όμως, κι αφού τόσες μάχες και τόσες χιλιάδες άταχτους είχε διοικήσει, να πιστεύει πως 4-6 χιλ. Αρβανίτες κάνανε τρία απανωτά «ασσάλτα» σε ταμπούρια Κλέφτικα, έπρεπε να μην ξεχάνει πως των Αρβανιτών αυτών το ηθικό θα ήταν έξοχο, και η απόφασή τους τρομερή, και τότε πάλι έπρεπε και της Κλεφτουριάς η πειθαρχία να ήταν ανάλογη, πειθαρχία και τάξη κι οργάνωση, που θα τιμούσε κάθε ταχτικό στρατό. Και πρώτα οι Αρβανίτες —είδατε τι γράφει ο Παλαμίδης— ήτανε τρεμουλιασμένοι από το κήρυγμα και μοναχό του φοβερού Γαζή Χασάν Πασά, που τ' όνομά του γέμιζε τότε την Τουρκιά, σαν όνομα ηρωικού κι ανίκητου άντρα. Την τρομάρα τους τη δείχνει και η βιαστική φευγάλα τους ως τη Νταβιά· και το πως ακόμα ανοίξανε δρόμο και φτάσαν 4 ώρες μακριά από την Τριπολιτσά δείχνει πως η περίφημη εκείνη Κλεφτουριά, η ανίκητη κατά τον Θοδωράκη, ή άνοιξε δρόμο και τους άφησε να περάνουν απολέμητοι, ή νικήθηκε και παραχώρησε.

Ο Φραντζής επιμένει σε περίεργες αιστηματικές περιγραφές, κολακείες του Χασάν προς τους Κλέφτες, τιμές, βραβεία, πλούτη κι όρκους μαζί για να παρουσιαστούν μπροστά του χωρίς την παραμικρή υποψία κλπ. Αν ήταν τόσο καλόπιστοι οι Κλέφτες του Μοριά να πιστέψουνε τον Τούρκο, θα πει πως δεν ήταν Κλέφτες γυμνασμένοι στον κίντυνο, ύποφτοι στου Τούρκου τα ταξίματα. 179

Ο Φραντζής βεβαιώνει πως μοναχά ο Παναγιώταρος κι ο Κωσταντής Κολ. δεν παρουσιαστήκανε να προσκυνήσουν· όμως είναι βέβαιο πως ο Παναγιώταρος δεν έλαβε κανένα μέρος στον πόλεμο με τους Αρβανιτάδες, και λοιπόν δεν είχε ανάγκη να πάει να προσκυνήσει, και βγαίνει τότε βέβαιο, όχι μοναχά πιθανό, συμπέρασμα πως ούτε ο Κωσταντής Κολ. χωρίστηκε από τη γνώμη του παλιού αχώριστου συντρόφου του, και δεν αποφάσισε κι αυτός να λάβει, και δεν έλαβε τόσο σημαντικό —υποθετικό— μέρος στον χαλασμό των Αρβανιτών. Άλλη λοιπόν είναι η αλήθεια. Παναγιώταρος και Κωσταντής Κολ. μείνανε κλεισμένοι στην Καστάνιτσα της Μέσα Μάνης, και ουδ’ ίσκιος απ’ αυτούς φάνηκε τριγύρω στην Τριπολιτσά.

Σπουδαία στο ζήτημα βοηθάει η μανιάτικη παράδοση του καθηγητή Ροζάκη, που ήτανε συμπατριώτης του Παναγιώταρου, και ποτέ δε θ' αποφάσιζε να τονέ συκοφαντήσει· είδατε πιο πάνου τη μαρτυρία του, πως ο Παναγιώταρος μαζί με τους άλλους Κλέφτες 180 δεν έλαβε καθόλου μέρος στων Αρβανιτών τον χαλασμό· εκεί ξηγιώνται και τα αίτια, πως δηλ. έπρεπε ν' αφήσουν οι Κλέφτες τους Τούρκους να φαγωθούνε μεταξύ τους κλπ. Ο Παναγ. ακόμα «μόνος εκ των Κλεφτών της Πελοποννήσου» δεν προσκύνησε τον Χασάν —ούτε όμως ο Κωσταντής Κολ., προσθέτω εγώ, αφού, χωρίς άλλο, δε χωρίστηκε από τον πιστό του σύντροφο· κι αφού δε χωρίστηκε, ούτε και «προσκύνησε», ούτε πολέμησε τριγύρω στην Τριπολιτσά. Αν τα ‘κανε όλ' αυτά ο Κωσταντής, αν προσκυνούσε, κι αν συμμαχούσε, θα χωριζόταν τέλεια από τον επίσημο Μανιάτη, κι αργότερα δε θα τους βρίσκαμε πάλι ενωμένους στους πύργους της Καστάνιτσας, μαζί σκοτωμένους. Αν ο Κωσταντής είχε βοηθήσει στων Αρβανιτών τον χαλασμό, θα ‘παιρνε κι αυτός την αμνηστία του, και δε θα είχε ανάγκη πια να κρύβεται με την οικογένειά του στη Μέσα Μάνη. 181 Στη γνώμη, πως ο Κωσταντής κανένα μέρος δεν έλαβε στων Αρβανιτών τον χαλασμό βοηθάει η μαρτυρία του Φλέσσα· σ’ αυτή βρίσκουμε τον Αναγνώστη να λαβαίνει μέρος, κι όχι τον Κωσταντή. Όσα γράφει ο Φραντζής (Α', σελ. 31), είναι παράλογα: «Αφού κατέστρεψεν (ο Χασάν) όλους τους Αλβανούς, έδωκε ράι (πιστοποιητικόν υποταγής) εις τους αρχηγούς των τότε Κλεπτών, διά να μένουν εφησυχάζοντες εις τας εστίας των, μόνος δε ο Κωνστ. Κολοκοτρώνης (όστις συνεκατώκει μετά του Παναγιώταρου εις την μικράν Καστάνιτσαν με όλον το υπ' αυτόν σώμα 182 δεν εδέχθη το ράι». Γιατί, αφού πρόσφερε τόσες μεγάλες δούλεψες, να μην το δεχτεί και να ζήσει τιμημένος, δοξασμένος από τον λαό, τους προύχοντες και τους ίδιους Τούρκους, ίσως και Κάπος διορισμένος, όπως ο Κόλιας Πλαπούτας, αλλά προτίμησε της Μάνης τα κατσάβραχα; Εγώ λέω πως δεν είχε πάρει κανένα ράι, αφού και δεν πρόσφερε καμιάν υπηρεσία. Σαν Κλέφτης που σκότωσε Τούρκους, προτίμησε να μείνει απροσκύνητος. Κι η τελευταία μα τραγική απόδειξη: Τέλη του 1779, ο Χασάν Πασάς, αφήνοντας ήσυχο πια τον Μοριά, έφυγε, μα σε λίγους μήνες ξαναγύρισε μ' άλλο σκοπό, να υποτάξει και τη Μάνη, και να την υποβάλει στη διοίκηση του Καπετάν Πασά —που ήταν η δική του. Γυρίζοντας, άλλους Κλέφτες δεν κατάτρεξε, αφού οι άλλοι, όσοι υπάρχαν, ήτανε προσκυνημένοι και ήσυχοι, παρά τον Παναγιώταρο, επίσημο της Μάνης Κλέφτη (λοιπόν και τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη)· κι αυτό το ‘καμε γιατί τον ήξερε Κλέφτη απροσκύνητο, που πάντα ανησυχούσε τον Μοριά. Η εξόντωση των Κλεφτών αυτών είναι η πιο σημαντική απόδειξη πως και οι δυο θα βοηθήσανε τον Χασάν Πασά στο έργο της καταστροφής των Αρβανιτών, και πως ξακολουθούσαν τα παλιά τους Κλέφτικα καμώματα. 183

Όσο για ιούς άλλους Κλέφτες, που αμνηστευτήκανε, δε θα πει μ' αυτό πως όλοι τους είχανε παρουσιαστεί στον μεγαλόπρεπο Γαζή Χασάν, πριν ή μετά τον χαλασμό, παρά πως η αμνηστία τους, με γραμμένα ράι-μπουγιουρδιά, γίνηκε με το μέσο των χριστιανών προυχόντων, που δώσαν τα ονόματά τους στην Τούρκικην αρχή και τους μοιράσαν τα χαρτιά της αμνηστίας. 184 Κι οι Κλέφτες κατεβαίνοντας απ’ τα χωριά τους, πήρανε τα χαρτιά, και καμαρώνανε που βοηθήσανε κι αυτοί ενάντια στους Αρβανίτες. Αυτά μετά τον χαλασμό. Το λέω και πάλι· είναι ανόητο να παραδεχτούμε πως οι Κλέφτες θ' αποφασίζανε να κατεβούνε στ' Ανάπλι —τα ζουλάπια, τ' αγριόγιδα να βγούνε στο παζάρι. Κι ο Χασάν πάλι ο μεγαλόπρεπος να καταδέχεται να παίζει αυτή τη σκηνή, γι’ αυτόν, την ταπεινωτική. Άνθρωπος τέτοιας αδάμαστης καρδιάς να χάνει τον καιρό του και να θεατρίζεται έξω από τ' Ανάπλι, ενώ η ώρα του πολέμου ήτανε κοντά.

Μπορεί τώρα να ρωτήσει κανείς· πώς εγώ φαντάζομαι και παρασταίνω με τον νου μου τον χαλασμό των Αρβανιτών; Είμαι πρόθυμος σ' αυτό ν’ αποκριθώ: Καθώς αρχίζοντας η Επανάσταση του 1821 στον Μοριά, σηκώθηκε όλος ο λαός, και με ξύλα, με λιθάρια,, με παλιοντούφεκα πήρε φαλάγγι την Τουρκιά και την έκλεισε μες την Τριπολιτσά, το ίδιο, και με ζήλο περισσότερο (γιατί τα παθήματά τους ήτανε πολύ νωπά κι ο πόνος τους κοινός με των ντόπιων Τούρκων· κι ακόμα, το ξαφνικό άκουσμα του περίφημου Χασάν, που ερχότανε βοήθεια του Μοριά, είχε δώσει αγέρα στα μυαλά και ξέσπασμα άγριο του λαϊκού θυμού ενάντια στον ανίερον άρπαγα και καταπατητή, τον Αρβανίτη)· έτσι, συνάχτηκε ο λαός στα ριζοβούνια γύρω, μα κάτου να χυθεί στον κάμπο, και ν' αναλάβει μόνος τον αγώνα δεν αποφάσιζε· τ' αγνάντεμα το καταπληχτικό του Τούρκικου στρατού με την τόσο πολυάριθμη καβαλαρία του τον έκανε να θαμάζει, μα να συγκρατεί την ορμή του και να περιμένει. Ο λαός που συνάχτηκε δεν ήτανε χωρισμένος από την Κλεφτουριά, ούτε από τους Κάπους. 185 Στον δρόμο που πάει από την Τριπολιτσά προς τη Νταβιά —κι εκείθε προχωρεί στην Πιάνα, κι αφήνοντας αριστερά το Λιμποβίτσι περνάει την Αλωνίσταινα, κι ανεβαίνει στη Βυτίνα— συναγμένος ο λαός από τις γειτονικές επαρχίες με τα λογής-κοπής σιδερικά του, με τους Κάπους και τους Κλέφτες του, αγναντεύει από τα γύρωθε ψηλώματα κάτου προς την Τριπολιτσά· βλέπει τον πόλεμο, τους Ντελήδες ν' αλωνίζουν τους Αρβανιτάδες —ανθρώπους που δέκα χρόνια ζώντας άνετη ζωή, παχύνανε και στις καρδιές και στα κορμιά, και χωρίς καμιά πολεμικήν αντίσταση τα δέκα τούτα χρόνια, λησμονήσαν ακόμα και τον πόλεμο. Η μάχη, καθώς βεβαιώνει ο Παλαμίδης κι άλλοι, δε βάσταξε πολύ· η αντίσταση η Αρβανίτικη ήταν ασήμαντη. Ξαφνικά, ένα απ’ αυτούς μικρό ή μεγάλο σώμα, κυνηγημένο από τον αλύπητο Χασάν, ρίχτηκε πέρα, έπιασε το βουνό να περάσει, να γλιτώσει από τον θάνατο. Φαντάζεται κανείς της χωριατιάς το ξάφνισμα, την αντίσταση που στο τέλος λύγισε, κι έκαμε τον λαό ν' αφήσει ανοιχτό τον δρόμο στων Αρβανιτάδων την ορμή, μα να τους παρακολουθήσει από τα δυο πλευρά, κι από μπροστά, ώσπου στον μικρό κάμπο της Νταβιάς γίνηκε το σταμάτημα και περικύκλωμά τους, με τον πεζό στρατό του Χασάν από πίσω και τριγύρω τον λαό. Μετά τον χαλασμό, και τη στροφή των νικημένων κατά την Τριπολιτσά, 186 ο ακράτητος λαός, αγνός στις ορμές του, και στον κάμπο θα κατέβηκε, και με τους Τούρκους θ' ανταμώθηκε, ακόμα και των Ντελήδων τ' άλογα θα χάιδεψε —συναδέρφωση τούτη Ελληνοτουρκική, μοναδική. Σημαντικό, λοιπόν, ήτανε το μέρος που ‘παιξε ο αρματωμένος λαός του Μοριά, Κάποι μαζί και Κλέφτες, αν και Κλέφτες σε σώμα χωριστό πουθενά δεν τους βρίσκουμε. Χίλιοι Κλέφτες, όπως ο Θοδ. Κολ. τους μετράει, δε θα κατάφερναν ό,τι μια ολόκαρδη λαϊκή ορμή κατάφερε. Μπουλούκια Κλέφτικα, μοιρασμένα ανάμεσα στον όγκο τον λαϊκό, τα παραδέχομαι, αλλά σώμα Κλέφτικο χωριστό να δίνει και να παίρνει μάχες, να δέχεται επιθέσεις και να τις αντικρούει σα σύνταγμα ταχτικού στρατού, σα να ‘ταν κι ο εχτρός ίσα οργανωμένος, όπως το σώμα εκείνο το φανταστικό, δε θα το παραδεχτώ ποτέ. Τις τόσες χιλιάδες τους τρεμουλιασμένους Αρβανίτες έφτανε η κατάρα του Πατισάχ και του τρομερού Χασάν η ορμή να τους σαρώσει, και να τους αποτελειώσει του λαού η οργή.

 

 

αρχή

 



 

Μέτρα του Χασάν Πασά για την τάξη. — Ο Χασάν αφήνει τον Μοριά, μα ξαναγυρίζει. — Η Μάνη χωρίζεται από τον Μοριά. — Αυστηρός αποκλεισμός της από τη θάλασσα. — Παναγιώταρος και Κωσταντής Κολοκοτρώνης. — Ο χαλασμός τους.

 

Αυτό ήτανε το τέλος του χαλασμού των Αρβανιτών. Αφήνοντας τον Μοριά ο Χασάν, με το ράι του δε συχώρεσε μοναχά τους Κλέφτες· η αμνηστία του ήτανε καθολική: «Ίνα δε μη τέλειον ερημώσει την γην η των Αλβανών απήνεια, απέστειλεν ο βασιλεύς, απολύων τον λαόν της ενοχής ώστε μηδένα του λοιπού εγκαλείν, αμνηστίαν συμπάντων των κακών διακηρύττων και βεβαιών, απέστειλε δε και ο Παναγιότατος κύριος Θεοδόσιος νέους αρχιερείς εις πάσας τας επαρχίας της Πελοποννήσου δια βασιλικών γραμμάτων συνιστών εις περιποίηση του υπολειφθέντος ευσεβούς λαού, και αξιόλογον προστασίαν και υπεράσπισιν ισχυράν, ώστε καθ’ ένα αποκαθιστάνειν εις τα οικεία, εξαιρουμένης της βίας και πλεονεξίας και της άλλης αρπαγής και αδικίας των Οθωμανών» (Σεργίου Μακραίου Εκκλησ. Ιστορία στου Κ. Σάθα «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη» Γ', Βενετία, 1872, σελ. 286).

Για τα μέτρα της ησυχίας που έλαβε ο Χασάν γράφει ο Pouqueville πως φρόντισε να ξαγοραστούν οι πουλημένοι σκλάβοι οι χριστιανοί, να γυρίσουν από τη Μ. Ασία πλήθος οικογένειες που είχανε φύγει· φρόντισε να γίνει απογραφή ακόμα και του κόσμου που είχε κρυφτεί στους λόγγους. Η απογραφή, έδειξε πως λείπαν 100 χιλ. ψυχές· μ’ όλο αυτό το λιγόστεμα του πληθυσμού, φύλαξε το χαράτσι στον ίδιον αριθμό ψυχών κλπ. (Ταξίδι στην Ελλάδα, έκδ. β', τ. Δ', 1826, σελ. 334). Παρακάτου ο Pouquev. δίνει εικόνα του λαού που άρχισε ν’ αναλαβαίνει από τις συφορές, μα η πανούκλα του 1781, που βάσταξε ως τα 1785, τον έριξε πάλι σ’ άλλες χειρότερες. Από έγγραφο του 1828 παίρνω αυτό το κομμάτι: «1776 (γρ. 1779) εχαλάστηκαν οι Αρβανίτες και εκατέβη Σαλαχόρης από τον Σουλτάνον και επουλούσε τα κτήματα των Αλβανών, οπού είχαν δια της βίας από τους χριστιανούς. Έκαμνε εξετάσεις ανά χωρίον, εβασάνιζε δε συχνά τους χωρικούς δια να μαρτυρήσουν».

Ο Χασάν δεν άργησε να ξαναγυρίσει πάλι στον Μοριά. Κατά τα 1780 απόσπασε τη Μάνη 187 και την έριξε στη δικαιοδοσία του Καπετάν Πασά. Πώς όμως έγινε αυτός ο χωρισμός της από το πασαλίκι του Μοριά και προσκολλήθηκε στα νησιά του Αιγαίου, είναι ζήτημα που αξίζει εδώ κάπως να το πλουτίσω με λίγες άγνωστες ειδήσεις. Ο Χασάμπεης, κυβερνήτης τούρκικης κορβέτας, από τα 1780-1805, φαίνεται να φυλάει τ’ ακρογιάλια της Μάνης, καθώς θα τονέ δείτε και πιο κάτου. Ως ζαμπίτης του κάστρου της Μονοβασιάς, βόιβοντας της ίδιας επαρχίας μαζί και καπετάνιος της κορβέτας, βαστούσε όλα εκείνα τα χρόνια, καθώς είπα, τον αποκλεισμό της Μάνης από τη θάλασσα. Ο Άγγλος Leake τονέ γνώρισε καλά, στα 1805, και να γι’ αυτόν τι γράφει (Α', σ. 206): «Οι υπηρεσίες του βαστούν από τον καιρό που ο Χασάν Πασάς, μετά την εισβολή των Ρώσων, είχε σταλθεί να ταχτοποιήσει τα πράματα του Μοριά. Ο Χασάμπεης από το Μαραθονήσι, που το είχε καταλάβει ο Χασάν Πασάς, προχώρεσε κατά τις Κιτριές. Εκεί είχε αποκλείσει κάποιους καπεταναίους (Μανιάτες) σ' έναν πύργο και τους ανάγκασε να παραδοθούν... Σπάνιο πράμα ήταν, άμα ήθελε να χαλάσει ένα χωριό, να μην έχει τη βοήθεια άλλου γειτονικού χωριού...». Ακολουθούν άλλα περίεργα για τα ήθη της Μάνης. Όπως και να ‘ναι, ο χωρισμός από τον άλλο τον Μοριά φαίνεται πως δε γίνηκε ειρηνικά, και πως, πρώτο και κύριο μέσο της υποταγής της ήταν ο αποκλεισμός από τη θάλασσα και δεύτερο η διπλωματική τέχνη του Μ. Διερμηνέα Μαυρογένη. 188 Το ζήτημα τούτο βγαίνει από της μελέτης μου τον σκοπό.

Όμως η Μάνη έκρυβε και κάποιους Κλέφτες Μοραΐτες απροσκύνητους. Της Κλεφτουριάς αυτό το καταφύγιο, η Μάνη, τώρα με τον πρώτο μπέη της, και με τους ομήρους Μανιάτες στην Πόλη φυλαγμένους, δε θα ‘δινε πια τη φιλόξενη της προστασία, όπως πρωτύτερα. Εκστρατεία όμως να καταπιαστεί στη Μάνη μέσα ο Χασάν, φρόνιμος, δε θ’ αποφάσιζε, αφού και στον ίδιο τον Μοριά πρωτύτερα, αν αποφάσιζε άλλον τρόπο ν' ακολουθήσει —να κυνηγήσει στα βουνά τους Κλέφτες—δύσκολα θα τα κατάφερνε, γιατί ο λαός, πάντα προστατεύει τους κατατρεγμένους· και το μεγαλείο του θα ‘ριχνε ο πασάς να επιχειρήσει μια τέτοια εκστρατεία. Και το πιο σπουδαίο, τα περισσότερα κακά θα τα πάθαινε ο αθώος λαός. Η Μάνη, από τη στεριά, πολύ δύσκολο θα ήτανε να υποταχτεί. Ένας θαλασσινός αποκλεισμός θα ‘φτανε να λιμοχτονήσει τον λαό της Μάνης και θα ‘φερνε γοργότερο τ’ αποτέλεσμά του. Με τη φοβέρα από τη θάλασσα κρατήσανε και οι Βενετσάνοι σε κάποια στάση υποταγής τη Μάνη, μα κι ο Χασάν τώρα, με τον ίδιον τρόπο, την υπόταξε στερεότερα. Της Μάνης η υποταγή είχε κι άλλο αποτέλεσμα· συμμάζεψε τους Μπαρντουνιώτες Τούρκους, που συχνά λεηλατούσαν τον Μυστρά. 189 Ο Leake (Ταξίδι στον Μοριά τ. Α', σελ. 180) γράφει: «Αφού οι Αρβανίτες χαλάστηκαν και διώχτηκαν από τον Μοριά, έμενε ακόμα η παλιά Αρβανίτικη αποικία της Μπαρντούνιας, οι Μανιάτες, οι πασάδες του Μοριά οι αχόρταστοι, να διαγουμίζουν τον Μυστρά κάθε φορά, και μοναχά αφού ο Τουρκ. στόλος υποχρέωσε τη Μάνη να υποταχτεί, μπόρεσε η Πόρτα να δώσει κάποια προστασία και στον Μυστρά». Η Μάνη νόμιζε, από παράδοση, τον Μυστρά (σ. δηλ. όλη την αγροτική περιφέρεια της Σπάρτης) τόπο δικό της, βυζί να το βυζαίνει, λάφυρο να το χορταίνει. Όμως αν ο Χασάν έλαβε μέτρα βίαια για τους Μπαρντουνιώτες, δεν το ξέρουμε. Πάντα, τους έφτανε ο φόβος από των Αρβανιτών τον χαλασμό και η αυστηρότερη διοίκηση που μπήκε στο πασαλίκι του Μοριά.

Εδώ έχω να προσθέσω κάτι περίεργο, κι ίσως απίστευτο, που αν είν’ αληθινό, σημαίνει πως, μαζί με τις ενέργειες του Χασάν από τη θάλασσα, γίνηκε εκστρατεία και του πασά του Μοριά κατά της Μάνης από τη στεριά. Σώμα Κλεφτών Μοραϊτών λαβαίνει μέρος στην εκστρατεία τούτη. Ο λόγος είναι για τον Κλέφτη Δημ. Στριφτόμπολα, αμνηστεμένο, φαίνεται, αν και καμιά πηγή γραφτή δεν τονέ δείχνει να ‘χε λάβει μέρος στων Αρβανιτών τον κατατρεγμό. Οι Στριφτομπολαίοι ήτανε Καλαβρυτινοί, στρατ. οικογένεια αντίθετη των Πετμεζαίων μετά την Επανάσταση. Απ’ αυτούς τους τελευταίους ο Αντώνης σκοτώνεται από τους Τούρκους, κατά τα 1780, ψηλά στα Καλάβρυτα, που θα πει δεν είχε αμνηστευτεί, και δεν είχε λάβει κι αυτός μέρος στων Αρβανιτών στην καταστροφή. Δεύτερος Πετμεζάς, ο Βασίλης, στα 1781, σκοτώνεται στον Αλμυρό της Δυτ. Μάνης «πολεμών κατά των εν Μάνη Τούρκων»(;), καθώς λέει μια οικογ. πηγή, που θα δείτε. Σ' αυτή τη βεβαίωση ανάλαβε ν’ απαντήσει κάποιος ανώνυμος Α.Κ. για ν’ αποκαταστήσει την αλήθεια. 190 Γράφει λοιπόν ο Α. Κ.: «Η εκστρατεία αύτη δεν ήτον κατά των Τούρκων, αλλά κατά της Μάνης αυτής εκ μέρους των Τούρκων, των οποίων μέρος απετέλει και ο φονευθείς Αντ. Πετιμεζάς. Το 1781 (σ. γρ. Βασ.; 1780) ο Καπετάν Πασάς υποτάξας προς καιρόν την Πελοπόννησον διά των υποσχέσεων της αμνηστίας, θέσεων και δώρων, επροσκύνησε πολλούς καπεταναίους Κλέπτας· μεταξύ δε τούτων προσεκάλεσε και τον τρομερόν τότε Δημήτριον Στριφτόμπολα, εις τον οποίον, κατά την τότε των Πασιάδων συνήθειαν, εχάρισε μπενίσι (φόρεμα εξουσίας) και τον έκαμε σερασκέρην, γενικόν αρχηγόν(!) εις την κατά της Μάνης εκστρατείαν Τούρκων τε και Ρωμαίων Ελλήνων, και τον έστειλε να υποτάξει την Μάνην· ο δε Αντ. (α. γρ. Βασ.) Πετιμεζάς ήτον μπαϊρακτάρης (σημαιοφόρος υπό τον Στριφτόμπολα)· διευθυνομένων λοιπών των κατά της Μάνης Τουρκικών στρατευμάτων εις τον Αλμυρόν, απήντησαν τα Μεσσηνιακά και Σπαρτιατικά σώματα υπό την αρχηγίαν των Νικολοπούλων, 191 μεθ' ων ελθόντες εις συνεντεύξεις συνθηκολογιών υποταγής, οι Μανιάται, προκατειλημμένοι όντες να δολοφονήσουν τον αρχηγόν, επί της συνεντεύξεως έριψαν και εφόνευσαν αυτόν και τινας άλλους, εν οις και ο Αντ. (σ. Βασ.) Πετιμεζάς, φονευθέντες και εξ αυτών πολλοί, τραπέντων των λοιπών εις φυγήν· και ούτω διελύθη η κατά της Μάνης εκστρατεία. Απόδειξις τούτων το ακόλουθον τραγώδιον» 192). Καθώς βλέπετε, ο συγγρ. αυτού του φυλλαδίου, ενώ ανάλαβε να υπερασπίσει τη δόξα του Στριφτόμπολα κατά της δόξας της αντίπαλης οικογενείας, τον κατηγορεί —αφού τον παρασταίνει να εκστρατεύει μαζί με Τούρκους κατά της Μάνης. Λοιπόν, κάποια αλήθεια κρύβεται σ' αυτή τη μαρτυρία. Ίσως μια μέρα χυθεί φως αφτονώτερο στο ζήτημα, αν δηλ. γίνηκε ποτέ, κατά το 1780-1781, συμμαχική εκστρατεία Κλεφτών Μοραϊτών, προσκυνημένων, και Τούρκων μαζί στη Μάνη.

Τα μέτρα του Καπετάν Πασά για την καθυποταγή της Μάνης, ο πολύχρονος αποκλεισμός, η συχνή αλλαγή των μπέηδων (ηγεμόνων) για τη μια αιτία ή την άλλη —πρώτα και κύρια για τις πειρατείες και για την προστασία των Κλεφτών Μοραϊτών— ήτανε ζητήματα δεμένα αχώριστα, ίσα-ίσα, με τον δεύτερο σκοπό του Χασάν, των Κλεφτών αυτών των απροσκύνητων την καταστροφή. Ήρθε λοιπόν η σειρά και του Παναγιώταρου, κι αυτό σημαίνει πως ο Χασάν Πασάς δεν είχε πια καμιάν υποψία μήπως ο επικίντυνος εκείνος Κλέφτης —κι από σπίτι τόσο δυνατό, των Βενετσανάκηδων— λάβαινε βοήθεια από την υποταγμένη Μάνη. Οι πολύ υστερόχρονες, και γι' αυτό ύποφτες, πηγές περιγράφουν την εκστρατεία σαν κάτι μεγάλο και τρανό· από το Γύθειο στην Καστάνιτσα η απόσταση με τα πόδια ή με μουλάρι είναι 5-6 ώρες, κι ο δρόμος στενό μονοπάτι· η Καστάνιτσα βρίσκεται προς την Α. πλευρά του Ταΰγετου, όμως στη γειτονική κορφή κοντά. Ο Α. Φραντζής (τ. Α', σελ. 32) ανεβάζει τη μιχτή δύναμη του Χασάν και του πασά ως 20 χιλ. με κανόνια και με μπόμπες, ακόμα και καβαλαρία (!).Η πολιορκία άρχισε στις 10 και τελείωσε στις 19 Ιουλ. 1780 με την έξοδο των πολιορκημένων. Όμως, για να μην πάρουν είδηση μες τους πύργους και να μην προφτάσουνε να φύγουνε, θα πει πως η εκστρατεία γίνηκε από σώμα αλαφρό, όχι πολυάριθμο, και το πολύ, με μικρά κανόνια μοναχά, όχι μπόμπες· ο Παναγιώταρος, γράφει ο Φ., ζήτησε βοήθεια από τους Μανιάτες, μα εκείνοι δεν του δώσανε. Και τότε, αντί να ζητάει βοήθεια, γιατί δεν άδειαζε τους πύργους, να γλιτώσει και τα γυναικόπαιδα; Και του Θ. Κολοκοτρώνη η περιγραφή τεράστια κάνει τα πράματα (Αυτοβιογρ. σελ. 6, βλ. και πιο κάτου), κι ακόμα πιο τεράστια του Γενναίου (βλ. «Ελλην. Υπομνήμ.» σ. 629). Περιττό να βάλω εδώ ακέριες τις περιγραφές αυτές. Η πολιορκία κι ο κανονοβολισμός βάσταξε, λένε, δώδεκα μέρες (!) και τέλος οι Κλέφτες κάμαν έξοδο. 193 Τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη οι Τούρκοι, άπιστοι, αντί να τον αφήσουν ελεύτερο, όπως είχανε δώσει τον λόγο τους, τον πνίξανε και τόνε θάψανε σε κάποια σπηλιά. 194 Τον πατέρα του Παναγιώταρου τον κρέμασε ο Καπετάν Πασάς στο καράβι του. Ο Θοδ. Κολοκοτρ., παιδί 7 χρονών (σ. αφού γεννήθηκε στα 1770 ήταν 11 χρονών) γλίτωσε μαζί με τη μητέρα του, ενώ τα παιδιά του Παναγιώτ., μα και δυο άλλα αδέρφια του Θοδωράκη πέσανε κι αυτά στα χέρια των Τούρκων. Παραλείπω τ' άλλα περιστατικά του Φραντζή, πρόχειρα στον αναγνώστη. Κι είναι, καθώς μίλησα κι αλλού, πολύ παράξενο πώς, Κλέφτες αυτοί παλιοί, ν' ακούνε την Τούρκικη Αρμάδα στο Μαραθονήσι, τον Τούρκικο στρατό ν' ανεβαίνει κατά τον Ταΰγετο, και τίποτε να μην υποψιάζονται ζώντας ειρηνικά με τα γυναικόπαιδά τους 195). Τις απορίες αυτές τις λύνει του Ροζάκη η μαρτυρία, πως ο Παναγιώταρος έβαλε φωτιά κλπ. Ο Θ. Κολοκοτρ. (σελ. 7) γράφει πως ο πατέρας του Παναγιώταρου, μετά τα 12 μερόνυχτα της πολιορκίας, πρότεινε την ανατίναξη, κι αφού βγήκαν οι άλλοι ετοίμασε και το φυτίλι, αλλά, καθώς φαίνεται, δεν πήρε φωτιά. Η φωτιά όμως φαίνεται πως μπήκε πριν αρχίσει η πολιορκία, αλλιώς δεν μπορεί να ξηγηθεί πώς οι περισσότεροι από τους κλεισμένους —ύστερα από δωδεκαμερόνυχτο κανονίδι— γλιτώσανε. Γράφει ο Θοδ. Κολ. (σελ. 7): «...Τρεις μόνον εσκοτώθησαν άνδρες και μέρος γυναίκες, και έμειναν πολλά παιδιά σκλάβοι.... Τον Παναγιώταρο ζωντανό τον έπιασαν... Ο πατέρας μου σκοτώθηκε με δυο αδέλφια του... Εγλίτωσε ένας μπάρμπας μου Αναγνώστης... Εγώ, η μάνα μου, η αδελφή μου εγλίτωσαν με τα παλικάρια του πατέρα μου». Σε τόσο μακροήμερη πολιορκία και έπειτα έξοδο ανάμεσα σε 14 χιλ. στρατό, κανένας δε θα γλίτωνε —αν ήταν η έξοδο αληθινή.

Εδώ είν' ο τόπος να βάλω του Ρ. Παλαμίδη τη μαρτυρία, με την παρατήρηση πως αυτός τοποθετεί την καταστροφή των δυο αυτών Κλεφτών στα 1775, κι ύστερα από την καταστροφή τους βάνει τον διορισμό του πρώτου μπέη της Μάνης Κουτήφαρη. Σημειώνω πως ο Ρ. Παλ. έγραψε τις σημειώσεις του από προφορική διήγηση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη· τα λάθη λοιπόν είναι γεροντικά του τελευταίου, γιατί κι η ανακοίνωση έγινε επί βασιλείας Όθωνα. Ακολουθεί το σημείωμα: «Μετά την κατάπαυσιν της αποστασίας και της καταδιώξεως των Αλβανών, ανεφάνη η δυναστεία των Βενετσανιάνων, του τε Παναγιώτ. και λοιπών πέντε αδελφών εκ Καστάνιτσας και των πέντε αδελφών Κολοκοτρ., οι οποίοι δυνατοί κατασταθέντες ως εκ της αδυναμίας της Τουρκικής κυβερνήσεως, της θέσεως της Καστάνιτσας, εις ην διέμενον και κατέφευγον, και της διατηρήσεως πάντοτε 300-500 ακολούθων οπλοφόρων, 196 κατεστήθησαν οχληροί και εις την κυβέρνησιν και εις την κοινωνίαν, ώστε η εξουσία απεφάσισε να τους καταδιώξει· διόρισε και τον όντα τότε Καπετάν Γαζή πασάν και μετέβη μετά του στόλου εις Πελοπόννησον, ο οποίος, τη συμπράξει και του εν Πελοποννήσου τότε πασά, τους επολέμησε καταστρέψας τα εν Καστάνιτσα οχυρά τους, όπου εχάθησαν άπαντες οι προρρηθέντες αρχηγοί εκτός νηπίων τινών και γυναικών, τα οποία επρόλαβαν να καταφύγωσι εις την Μηλέαν. — Εις την ανωτέρω περίστασιν ο τόπος, και κυρίως η Μάνη, δεν έλαβε μέρος υπέρ αυτών ή και κατ' αυτών, διότι αι αιτίαι της καταδιώξεώς των δεv προήλθαν από έργα των υπέρ πατρίδος και διότι η Μάνη εμποδίζετο από τα οποία είχεν ενέχυρα. Μετά την καταστροφήν των ονομάσθη πρώτος μπέης ο Ζαννετάκης Κουτήφαρης, από το Σταυροπήγι».

Το τέλος του Παναγιώταρου το περιγράφει κι ο καθηγητής Ροζάκης, βέβαια από τοπικές πηγές, με προσθήκες παραφορτωμένες, όπως συνηθίζουν οι Μανιάτες άμα είναι ο λόγος για τον τόπο τον αγαπημένο τους. Ο Παναγιώταρος, μαθαίνουμε απ’ αυτή την περιγραφή, είχε διαπράξει και ληστεία μέσα (;) στ' Ανάπλι, (μα ποιος ξέρει πότε). Όσο για τ' άλλο που γράφει ο P., πως η όλη ναυτική εκστρατεία του Καπετάν Πασά στη Μάνη έγινε μοναχά για τον Παναγιώταρο, αυτά είναι υπερβολές του τοπικού εγωισμού, αβάσιμες. 197 Περίεργο είναι ακόμα πως ο Ρ. δεν κάνει λόγο καθόλου για τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη· διορθώνει όμως, καθώς θα δείτε, περίεργα το λάθος του. Ακολουθεί του Ρ. η περιγραφή: «Μόνος δε εκ των Κλεφτών της Πελοποννήσου αρνηθείς εις τον Πασάν υποταγήν κατέστη, μετά την εις Κωνσταντινούπολιν επιστροφήν εκείνου, κυρίαρχος της Πελοποννήσου (!), όπερ βεβαιοί η εις Ναύπλιον θριαμβευτική αυτού είσοδος και αιχμαλωσία των υιών του τε διοικητού Αλήμπεη και του πρώην τοιούτου Μουσελίμη. Συνέπεια όμως του μεγαλείου του υπήρξεν η εξέγερσις του φθόνου των ισχυρών της Μάνης, και ιδίως των συγγενών του, οίτινες συνωμόσαντες μετά των Τούρκων κατ' αυτού έπεμψαν κρυφά τον πρώτον προς πατρός εξάδελφον αυτού Αναγνώστην Βενετζανάκην 198 προς τον Σουλτάνον, ίνα επιτηδείως διαβάλει αυτόν, όπερ επιτυχώς και κατόρθωσεν. Όθεν αποσταλείς και αύθις ο αυτός Τζεζάερλη Πασάς μετά πολυαρίθμου στρατού και στόλου εις Γύθειον επολιόρκησεν αυτόν εν Καστανιά της Βαρδούνιας συνεργεία των φθονερών εντοπίων· απελπισθείς δε ο Παναγιώταρος περί πάσης εκ της Μάνης επικουρίας, εξήλθε νύκτωρ ξιφήρης ανατινάξας διά πυρίτιδος τους πύργους. Την τρίτην όμως ημέραν προδοθείς υπό τίνος ποιμενίσκου εδολοφονήθη υπό των Τούρκων εν τινι σπηλαίω του Ταϋγέτου, ένθα κατέφυγε τετρωμένος τον ένα των μηρών».

Με τη γνώμη του Πετρόμπεη είναι σύφωνη κι άλλη Μανιάτικη μαρτυρία, πως δηλ. οι πύργοι του Παναγιώταρου ήτανε κέντρο ληστρικό. 199 Έχει και η πηγή αυτή το ελάττωμα του Μανιάτικου τοπικισμού, ίσως μάλιστα κρύβει και οικογενειακά μίση. Η αλήθεια όμως, στην Ελλάδα, για να φανερωθεί, πρέπει συχνά να ‘χει κέντρο της και σκοπό το μίσος τ’ άθλιο: «Ο Τζανέτμπεης διά να έχει εις περισπασμούς την Τουρκίαν, και προξενεί εις αυτήν ζημίας και βλάβας, ώθησε και περιέθαλπε τον καπετάν Παναγιώταρον Βενετσιανάκην —την κόρην του οποίου είχεν αρραβωνιάσει εις τον υιόν του...— να κάμνει πάντοτε επιδρομάς κατά των Τούρκων 200, και τους επροξένει μεγάλας ζημίας... Εσχάτως ούτος παρεξετράπη του προορισμού του και κατήντησε σχεδόν το καταφύγιον των ληστών, από τους οποίους υπέφερον μάλλον οι χριστιανοί ή οι Τούρκοι· τούτο δυσηρέστησε τον προστάτην αυτού Τζανέτμπεην τοσούτον, ώστε αφήρεσεν από αυτόν πάσαν συνδρομήν, και ελθών ο Καπετάν Πασάς τον κατέστρεψε. Κατόπιν ο Τζανέτμπεης ανέδειξεν εις την θέσιν του Παν. τον Ζαχαριάν, του οποίου και πύργους οχυρούς εντός της Μάνης έκτισε. 201 Ο άγνωστος συγγραφέας φαντάζεται πως τιμά το σπίτι των Γρηγοράκηδων παρασταίνοντας πως ήτανε προστάτες της ληστείας και πειρατείας, αφού υποστηρίζανε τον Ζαχαριά, αν και πύργους φανερούς δε θα μπορούσε να ‘χει ο Ζ. καταφύγιο του πια από τότε που η Μάνη χωρίστηκε από τον άλλο τον Μοριά. Τα μεγαλεία αυτά των Μανιάτικων μεγαλογεννήτικων σπιτιών είναι η αδυναμία η Μανιάτικη. Ο συγγρ. όμως ο ζηλωτής, ενώ δεν τονέ μέλλει αν κατακρίνει τον Παναγιώταρο —και γι' αυτό η μαρτυρία του είναι αληθινή όσο για το ληστρικό καταφύγιο των πύργων του— ξαφνικά θυμήθηκε τους δυνατούς Κολοκοτρωναίους στα δικά του χρόνια, χρόνια της βασιλείας Όθωνα, κι αμέσως διορθώνει: «Διά να μη παρεξηγηθεί αύτη η περίστασις, σημειούμεν ενταύθα ότι δεν υπονοούνται οι πολέμιοι πάντοτε των Τούρκων Κολοκοτρωναίοι και λοιποί οίτινες ήτον υπ' αυτόν, αλλ’ εκείνοι οίτινες παρεκτραπέντες των κοινωνικών καθηκόντων των, προσέφευγον υπό την προστασίαν του, και τοιούτοι ήσαν όχι μόνον Έλληνες αλλά και Τούρκοι· ένεκα τούτου όθεν κατεστράφη» (σελ. 64 σημ. 202).

Είναι όμως ανάγκη ν' ακούσουμε και του Γέρου Κολοκοτρ. τη μαρτυρία, περιληφτικά, συντροφεμένη με λίγα δικά μου λόγια παρατηρητικά (Αυτοβιογρ. σελ. ο). Και πρώτα ο γέρος ονομάζει τον Καπετάν Πασά, Καπετάμπεη, που θα πει κυβερνήτης της Καπετάνιας = ναυαρχίδας· τέτοιος ήταν ο Χασάν στα 1769, στον Τζεσμέ. Κατά τον Γέρο, ο Παναγιώταρος ζήτησε βοήθεια από τους Μανιάτες, μα ο μπέης της Μάνης (σ. Κουτήφαρης, ο πρώτος που διορίστηκε) μπόδισε τη βοήθεια κατά σύσταση του Δραγουμάνου του στόλου Μαυρογένη. Μα τέλος, μπρος στον δυνατό στόλο τον αραγμένο στο Μαραθονήσι και στον Καπετάν Πασά, θα τολμούσε ο μπέης της Μάνης να στείλει βοήθεια στον Παναγιώταρο; Παρακάτου ο Θ. Κ. ορίζει ως 14 χιλ. τους Τούρκους (!) που πολιορκήσανε τον Παναγιώτ. και τον πατέρα του τον Κωσταντή. Φτάνοντας ο αρχηγός του Τουρκ. στρατού, ζήτησε ενέχυρα από τους δυο Κλέφτες, σα να ήτανε τίποτε αρχηγοί στρατού μεγάλου, τοπάρχες, που η Πόρτα είχε συφέρο να τους υποτάξει ειρηνικά. Ενέχυρα πήρε ο Χασάν από τη Μάνη, μάλιστα· από δυο Κλέφτες όμως δεν είχε άλλο να ζητήσει παρά το τομάρι τους. Οι Κλέφτες αρνήθηκαν τα ενέχυρα, κι άρχισε πόλεμος ηρωικός, όπως τον περιγράφει ο Θ. Κ. δώδεκα μερόνυχτα, «με ανδρεία και γενναιότητα». Αφήνω εδώ τα περιστατικά της ηρωικής περιγραφής, και το πώς γλιτώσανε γυναίκες και παιδιά, όχι όλα βέβαια. Στο γιουρούσι (έξοδο) λαβώθηκε ο Κωσταντής με σπαθί, και με προδοσία σκοτώθηκε. Απορεί κανείς μοναχά πως σ' αυτή την έξοδο λίγων δεκάδων, με τα σπαθιά στα χέρια ενάντια σε 14 χιλ. στρατό, ένας φίλος του Κωσταντή Τούρκος τον προφύλαξε μέσ' από τη μάχη κλπ. Περίεργο είναι ακόμα πώς, κατά τη μαρτυρία του Θ., οι Τούρκοι αφού τονέ σκότωσαν, πήρανε το κεφάλι του, και κρύψαν το κορμί του. (Αργότερα βρέθηκε κι ο τάφος του). Φαίνεται το κρύψανε για να βρεθεί. Τέλος ο Γέρος χαραχτηρίζει ωραία, μα και μυθικά τον πατέρα του (σελ. 8), και τελειώνει τον χαραχτηρισμό μ' αυτά τα λόγια: «Οι Αρβανίται τον είχαν τόσο τρομάξει, που έκαμναν όρκο: να μη γλιτώσω από του Κολοκοτρώνη το σπαθί. Εφτακόσιους μπουλουκτσήδες εσκότωσε πριν» (σελ. 8 203). Από τους 700 μπουλκτσήδες (αρχηγούς στρατ. αποσπασμάτων) ξέρουμε πως σκότωσε έναν ως Κάπος στην Κόρινθο, μπορεί όμως να σκότωσε και 5 ή 10 ή 20, αν και φόνος ενός μοναχά μπουλούκμπαση θα πληρωνότανε μ' άφτονο χριστιανικό αίμα. Θάμα είναι να φαντάζεται κανείς τον παλιόν αυτόν πολεμιστή, τον αρχιστράτηγο του Μοριά, να κόβει με τη φαντασία του, για λογαριασμό του πατέρα του, εφτακόσιους αποσπασματάρχες Αρβανιτάδες, (και λοιπόν, κάμποσες χιλιάδες ακόμα από τα παλικάρια τους), να τους κόβει σαν τα πράσα.

Για τους πύργους, όπου συνέβηκε η τραγική σκηνή, ο Μιχ. Οικονόμου (σελ. 40) βεβαιώνει πως δυο ήταν, και οι δυο του Παναγιώταρου, ο ένας μάλιστα άδειος (που θα πει, ίσως και ρειπωμένος). Όμως ο Γενναίος Κολοκοτρ., με τον ίδιο σκοπό τον εξωραϊστικό, γράφει πως ο Κωσταντής «μεθ' όλων των συγγενών αυτού και των οικογενειών.... κέντρον της διαμονής των είχον την Καστάνιτσαν... ένθα είχον κατασκευάσει πύργους οχυρούς προς ασφάλειάν των· εκεί δε κατώκει και ο ισχυρός καπετάνος Παναγ. Βενετσανάκης» 204). Πύργους ποτέ στη Μάνη δε θα μπορούσε Μοραΐτης να κατασκευάσει· οι Μανιάτες δε θα τον αφήναν. Κατά τον Μανιάτη Π. Κανελλίδη, ο Μανιάτης «περιφρονεί εν μέρει τους λοιπούς Λάκωνας (γρ. Σπαρτιάτες ή Μυστριώτες), και καταφρονεί άκρως τους Βλάχους, ως καλεί τους Πελοποννησίους. Ο Μοριάς, η Ελλάς επ' ελάχιστον διεγείρουσι τα πατριωτικά αυτού φρονήματα. Αποκλειστική πατρίς δι' αυτόν είναι η Μάνη» (περιοδ. «Εβδομάς» 11 Ιουλ. 1887). Η αλήθεια η ιστορική είναι πως ο απροσκύνητος Κωσταντής Κολ. κι όλη η γενιά του, μετά τον χαμό των Αρβανιτών, κατατρέχτηκε σκληρότερα, και γι’ αυτό ζούσαν όλοι κάτου από τον ίσκιο του δυνατού Μανιάτη Παναγιώταρου, και στη Μάνη όξω να βγουν ουδέ θα τολμούσαν πια, αφού κι ο ίδιος ο Παναγιώταρος, στην ώρα του κιντύνου, έχασε κι αυτός τη βοήθεια από τη Μάνη. Ο Γενναίος βεβαιώνει πως ο Τουρκ. στρατός, που πολιόρκησε τους πύργους, ήτανε 10 χιλ. κι είχε μιαν ολάκερη πυροβολαρχία και μπόμπες. Οι κλεισμένοι ήταν 150 ντουφέκια. Από το μεγάλο κακό που έγινε στους Κολοκοτρωναίους βγήκε η παροιμία: «αμαρτίες Κολοκοτρωναίικες» 205). Για περισσότερη αλήθεια της ιστορίας της πολιορκίας βάνει ο Γενναίος, στο τέλος, πλαστό ασυνάρτητο τραγούδι, όπου ανάμεσα στους άτεχνους στίχους και στους στίχους τους καυκησιάρικους («παλεύει ο Καπετάν Πασάς με τον Κολοκοτρώνη» κλπ.) κρύβονται ίσως κάποιες στοματικές παραδόσεις βαλμένες από τον στιχοπλάστη. 206

Λυπάται κανένας που ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης έχασε την τιμημένη ευκαιρία να βοηθήσει στων Αρβανιτών τον χαλασμό. Και ποια άλλη δόξα έμενε σ' έναν Κλέφτη παρά να σκοτώνει Τούρκους; Γι' αυτή τη δόξα οι τελευταίοι απόγονοί του γράψανε τόσες υπερβολές, θέλοντας να παραστήσουν πως οι προγονοί τους δεν κάναν τίποτ' άλλο παρά Τούρκους να σκοτώνουν. Έτσι, σύφωνα με τις αξιόπιστες μαρτυρίες, η τιμή του χαλασμού πέφτει από τη μια μεριά στους Κάπους —γνωστοί απ’ αυτούς ο Κόλιας Πλαπούτας κι ο Αναγνώστης Κολοκοτρώνης μοναχά, αδερφός του Κωσταντή— και τους πολλούς είτε λίγους άγνωστους Κλέφτες του Μοριά, που δεν ξέρουμε ούτε τα ονόματα, ούτε τον αριθμό τους. Μ' όλες όμως τις πηγές, που είν' αρκετές και βεβαιώνουν πως ο Χασάν Πασάς προσκάλεσε τους Κλέφτες να βοηθήσουνε, φοβάμαι πως αυτοί που βοηθήσανε δε θα ήταν και πολλοί. Την αιτία την απόδωσα, καθώς είδατε και πιο πάνου, στη φυσική δυσπιστία του άγριου Κλέφτη. Όμως κι άλλος λόγος μπορεί να ‘καμε πολλούς Κλέφτες να μην προσκυνήσουν και να μη βοηθήσουν· το παράδειγμα της αποχής του επίσημου Κλέφτη Παναγιώταρου με τον Κωσταντή και με την άλλη συμμορία τους.

 

 

αρχή

 



 

Η Κλεφτουριά του Μοριά, μετά το τέλος του Παναγιώταρου. — 1781-1801 — Πετμεζαίοι. —Ζαχαριάς και Θ. Κολοκοτρώνης. — Γιώργος Αντρούτσος στη Μάνη. — Το πέρασμά του από τον Μοριά.

 

Με τον χαλασμό του Παναγιώταρου και του Κωσταντή Κολοκοτρώνη φαίνεται να συχάζει ο Μοριάς, από τα 1781-1801, και η Κλεφτουριά του να λουφάζει. Η Τουρκική διοίκηση γίνεται πολύ αγριότερη, και γι’ αυτό λίγα βρίσκονται σημάδια της παρουσίας των Κλεφτών. 207 Τ’ αυστηρά μέτρα του πασά δεν αποβλέπανε τους Κλέφτες μοναχά, καθώς θα δείτε. Εδώ είναι ο τόπος να βάλω πρώτα λίγα περιστατικά με τη χρονολ. σειρά τους, δανεισμένα από ένα είδος ημερολόγιο, που είχε συντάξει ο Ρ. Παλαμίδης, εξακριβωμένο βέβαια απ’ ανθρώπους που παρασταθήκανε στα πράματα,

«1781, Ιανουαρ. 19, Κυριακή απεκεφάλισαν εις το σαράι τον δραγουμάνον Παντελέοντα. — 1789, Νοέμβρ. 30, απεκεφάλισε τον Ανδρούτσον 208 ο Μπεκίρ Πασάς. — 1790, επήγασε το θανατικόν της Τριπολιτσάς... 209.—1791, Ιανουάρ. 7, Κλέπται 15 εθανάτωσαν τον Αναγνώστην και τον Τριαντάφυλλον εις Νεμνίτσαν. 210 —1792, Ιούλ. 8, απεκεφάλισαν εις Τριπολιτσάν 47 Κλέπτας από του Τρίτζα. 211 —1794, Νοεμβρ. 21, εχάλασαν οι ζορμπάδες της Τριπολιτσάς τας εκκλησίας Άγιον Δημήτριον και Άγιον Ταξιάρχην, εις τας ημέρας του Τετζελή εφέντη. 212 —1796, Ιούν. 18, απεκεφάλισαν τον δραγουμάνον τον Παλαμίδην. 213 —1797, Μαΐου 16, ετούρκεψε μία γυναίκα και παρέδωκε τον άνδρα της διά κλέπτην και τον κρέμασαν.—1798, Απριλίου 4, εσκότωσεν τον Σέκερη εις το σπίτι του μέσα ο Σιαχ-Μεράκος. 214 —1799, Ιανουάρ. 28, ήλθεν ο Αχμέτ πασάς. —1799, Δεκεμβρ. 5, έφυνεν ο Αχμέτ πασάς. —1799, Δεκεμβρ. 12, απέθανεν ο Αναγνώστης Τούρτουλας. —1799, Δεκεμβρ. 17, ήλθεν ο Μουσταφά πασάς από Έπαχτον. —1801, Δεκεμβρ. 2, έδωκαν αρτζουχάλι... δια τον Δεσπότην και τον Σωτήρον (σ. Λόντον;) εις του Μουσταφά πασά». 215

Σταματώ το ημερολόγιο του Παλαμίδη, και θα το ξακολουθήσω από τα 1802 και κάτου. Στα 1802 διατάχτηκε ο αφοπλισμός του Μοριά, κι απ’ αυτό φαίνεται πως μπαίνουμε σ' άλλη περίοδο ιστορική για την Κλεφτουριά. Πρέπει εδώ να παρατηρήσω πως, στα 1790, ο πασάς του Μοριά σήκωσε την καθέδρα του από τ' Ανάπλι και την έφερε στην Τριπολιτσά, και πως για τον περιορισμό της Κλεφτουριάς δε σύντρεξε μοναχά αυτή η μεταφορά στην κεντρικήν πόλη του Μοριά, μα και η πανούκλα κατά τα χρόνια 1790-1793, που τυράννησε τον τόπο.

Στην περίοδο 1781-1801 ανήκει η ακμή, ας την πούμε έτσι, των Πετμεζαίων, του Ζαχαριά και του Θοδ. Κολοκοτρώνη με τ' αδέρφια του. Θα δοκιμάσω εδώ να βάλω στη σειρά όσα στοιχεία έχω μαζέψει, και πρώτα αρχίζω από τους Πετμεζαίους· για τα νεανικά προηγούμενά τους δεν έχουμε τίποτε, και γι’ αυτό δε μίλησα στο γενικό μέρος της μελέτης, όπου έβαλα σε κριτική έρευνα τις γραφτές πηγές του βίου των ονομαστών Κλεφτών. Μπαίνω λοιπόν εδώ ίσα στη δράση τους την ώριμη, κι ό,τι αναφέρνω το δανείστηκα από χειρόγρ. σημειώματα των χρόνων της βασιλείας Γεωργίου, που τ' αφήσαν oι λογιότατοι απόγονοί τους και βρίσκονται στα χέρια μου, κι απ' όσα γράφει ο Γούδας (Βίοι Παράλλ. Η'). Κατά Νοέβρη του 1796 (ή 1797 216) ο Θανάσης Πετμεζάς πήγε στη Μάνη να δει τάχα τον φίλο του τον Ζαχαριά κι άφησε αντιπροσώπους του τ’ αδέρφια του· οι Τούρκοι αρπάξανε την ευκαιρία της απουσίας του και κυνηγήσανε τ’ αδέρφια του. Αυτά γράφει ο Γούδας, όμως απ’ αυτά βγαίνει η αλήθεια πως ο Θανάσης κατατρεγμένος ζήτησε καταφυγή στη Μάνη, και οι Τούρκοι τότε πετύχανε τ’ αδέρφια και ξαδέρφια του σ' ένα μετόχι, τη Σάλμαινα, του Μ. Σπηλαίου, μιαν ώρα μακριά από τα Καλάβρυτα, σκοτώσανε 4 απ’ αυτούς και 13 συντρόφους τους, δηλ. όλους τους κλεισμένους στο μετόχι. Αυτή όμως η σκηνή, εγώ νομίζω, θα ‘γινε ξαφνικά, και οι κλεισμένοι δεν περίμεναν την επίθεση, αλλιώς θα ήτανε πολύ απλοί κι άπειροι Κλέφτες να πιαστούν έτσι στη φάκα, μέσα σ’ ένα σπίτι. Όλοι αυτοί αποτελούσαν ένα σώμα κάτου από τον Θανάση ως Καπόμπαση των Καλαβρύτων· ένα από τα χειρόγρ. σημειώματα γράφει· «δολοφονηθέντες δολίως παρά των εν Καλαβρύτοις Τούρκων, ενώ διετέλουν εις υπηρεσίαν της εξουσίας ως αρματολοί». Αυτοί ήταν οι Δημ., Γιάννης, Αντωνάκης και Στέφος Πετμεζάδες, μαζί μ' άλλους 13 συγγενείς και φίλους. Στα 1797 σκοτώθηκε στην Αράχωβα των Καλαβρύτων ο Κωστ. Πετμεζάς (εφ. «Αθηνά» 12 Φλεβ. 1855, διατριβή περί Πετμεζαίων, υπογρ. Λεων. Ν. Πετμεζάς). Ο σκοτωμός των Πετμεζαίων, στα 1796, δεν ήτανε παρά δολοφονία μες τον πύργο τους. Την αιτία μας την ξηγάει η εκδίκηση που πήρε έπειτα ο Θαν. Πετμεζάς από τον προύχοντα Σωτ. Χαραλάμπη.

Ο Θαν. Πετμεζάς έμεινε στη Μάνη ίσως ως τα 1798, και τότε βγήκε πάλι Κλέφτης στα Καλάβρυτα. Τις περιπέτειές του πιο κάτου, όπως περιγράφονται από τα χειρόγρ. οικογ. σημειώματα και τον Γούδα, δύσκολο κανείς να τις εξακριβώσει, καθώς και τις χρονολογίες τους. Για να πάρει εκδίκηση ο Θανάσης πολιόρκησε και σκότωσε τον εχτρό του κοτζάμπαση Χαραλάμπη κι άλλους στη Ζάρουχλα, έκαψε τούρκικα χτήματα, πολέμησε με τους Λαλιώτες Τούρκους, ως που ο πασάς του Μοριά αναγκάστηκε να στείλει 10 χιλ. (!) Τούρκους και χριστιανούς καταπάνου του· τέλος τον αναγνώρισε Αρματολό (Κάπο 217). Και συνεχίζεται έτσι η ιστορία του Θανάση· πάει Κλέφτης στη Ρούμελη, γυρίζει πάλι στον Μοριά, παρουσιάζεται στον πασά, γλιτώνει την Τριπολιτσά από τους σκιάδες Αρβανίτες κλπ. κλπ. Και η γνήσια λοιπόν στρατ. οικογένεια των Πετμεζαίων δε γλίτωσε από των απογόνων της την προσπάθεια την εξηρωιστική. Για τον Κωστ. Πετμεζά ο Γούδας βεβαιώνει πως ήτανε σύντροφος του Ζαχαριά, γυρίζανε μ’ ανοιχτές σημαίες κλπ., και γι’ απόδειξη τυπώνει κι αυτός ένα πλαστό τραγούδι από κείνα που, καθώς θα δείτε στο Γ' μέρος του βιβλίου, τα ‘φτιασε η οικογένεια.

Για το πρώτο στάδιο του Ζαχαριά μίλησα πιο πάνου ξετάζοντας τις γραφτές πηγές των νεανικών χρόνων του. Εδώ θα βάλω ό,τι βρίσκω αξιόπιστο, που ν' ανήκει στην αντρικήν ακμή του. Παίρνω πρώτα μιαν αχρονολόγητη μαρτυρία, που δείχνει όμως τη δύναμη του Ζαχαριά, αφού ήταν άξιος να φοβερίζει την Καλαμάτα. Τη μαρτυρία αυτή τη χρωστάμε σ’ άνθρωπο των χρόνων της Επανάστασης, τον γούμενο Γεράσιμο Παπαδόπουλο της γυναικείας μονής της Καλαμάτας· υπάρχει τυπωμένος ο βίος του, Καλάμαι, 1883, και να τι διαβάζω σελ. 20. Ο βιογράφος είχε τα σημειώματα του γούμενου μπροστά του: «Καταβαίνων από τας κορυφάς του Ταϋγέτου ο περιβόητος αρχιληστής Ζαχαριάς εις την παρακειμένην εις τας Καλάμας μονήν της Βελανιδιάς... συνοδευόμενος με ικανόν αριθμόν ληστών, γράφει προς τους προεστώτας των Καλαμών αποτόμως να αποστείλωσι προς αυτόν τόσας χιλιάδας γρόσια εντός της ημέρας, ή την νύκτα εκείνην διέρχεται την πόλιν καίων και σφάζων ανηλεώς όσους αν απαντήσει. Ταύτην την επιστολήν λαβόντων των προεστώτων, και διαδοθείσης εις την πόλιν της φήμης, φόβος και τρόμος κατέλαβε τους πάντας... των μεν εχόντων δυνατάς οικίας εξασφαλιζομένων, προσλαμβανόντων δε και φρουρών παρά της εξουσίας, των δε πτωχών κλπ. Καταφεύγουσιν οι πάντες προς τον Γεράσιμον... υπάγει, μεσιτεύει, εξηγείται την περίστασιν της πόλεως... πείθει τον Ζαχαριάν...— Εις εσέ, Γεράσιμε χαρίζω όλην την ποσότητα». Και κοντά σ’ αυτό το γενναιόκαρδο χάρισμα, χαρίζει και στον καλόγερο ένα σταυρό ασημένιο για να παρακαλεί για την υγεία του —κι όχι για την ψυχή του....

Ύστερα από την αχρονολόγητη πηγή έρχονται άλλες δυο χρονολογημένες, που δείχνουνε τον Ζαχαριά πειρατή τρομερό. Για την ιστορία της Μανιάτικης πειρατείας στο Αιγαίο, από τα 1500 και κάτου, βρίσκεται στα χέρια μου σωρός ιστορικού ανέκδοτου υλικού. Η φτωχολογιά του Αιγαίου, αιώνες, τράβηξε τα μύρια. Προσθέτω εδώ ένα μοναχά απόσπασμα, που αποβλέπει τον Ζαχαριά: «...Ως δ' ημίν διηγήθησαν γέροντες την ηλικίαν Φολεγάνδριοι, ων τίνες και νυν έτι ζώσι, τούτο (σ. τα μικρά φρούρια, πύργοι, όπου κλεινόνταν, οι κάτοικοι σ' ώρα κιντύνου) διεφύλαξε τους Φολεγανδρίους και άλλοτε, αλλά ιδίως κατά το 1794 έτος από της επιδρομής του διαβοήτου ληστοπειρατάρχου Ζαχαριά του Λακεδαιμονίου, ης διεσώθη μέχρι των καθ’ ημάς ακριβής εξιστόρησις διά στίχων ανομοιοκαταλήκτων και μιξοβαρβαριστί πεποιημένη υπό του Εμμανουήλ Στάιν, Φολεγανδρίου ευπατρίδου, εγγόνου δε του Γεωργίου Στάιν, του κατά το 1715 απαγχονισθέντος». 218 Και για να λέγεται διαβόητος ο Ζ., θα πει πως συχνά κατάτρεχε του Αιγαίου τα νησιά με Μανιάτες ναυτικούς, πολύ γυμνασμένους στη δουλειά. Και τότε, τάχα, πού καιρός για την περίφημη Αρματολικήν ομοσπονδία;

Κατά τα 1794-1795 μάστιζε τις ακρογιαλιές του Μοριά ένας Υδραίος Αντρέας Τσακώνης, πειρατής που στρατολογούσε και Κλέφτες της στεριάς· από τις επιδρομές του υπόφερνε πολύ κι η Αίγινα κι ο Πόρος κι η Σαλαμίνα. Η Ύδρα παραπονιότανε πικρά και στον Βαλή του Μοριά και στον Καπετάν Πασά· Μάρτη του 1795, γράψαν οι Υδραίοι: «...Κάποιος κλέπτης (σ. = πειρατής) Ανδρέας του Τσακώνη ονομαζόμενος έχει τώρα σχεδόν χρόνον ολόκληρον και επέκει, οπού είναι εβγαλμένος με έργα κλέφτικα, συντροφευμένος με διαφόρους ταϊφάδες, ποτέ μεν Μανιάτες, ποτέ δε με ανθρώπους του γνωστού Ζαχαριά του Μορέως, και παραμονεύει με μικρές βάρκες εις τα παραθαλάσσια των εδώ πέριξ νήσων... και των πέριξ παραθαλασσίων, και μας προξενεί μεγάλον αφανισμόν και ζημίαν... Από τους ανθρώπους δε όπου ήθελε πιάσει άλλους μεν σκλάβους παίρνει... άλλους δε μαστιγώνει... Το να σας διηγηθούμεν διεξοδικώς όλα τα κατορθώματα αυτού του ολεθρίου είναι ανεκδιήγητα...». Κέντρο αυτού του πειρατή μαζί και κλέφτη ήταν η Τσακωνιά, καθώς δείχνει ίσως και τ’ όνομα την καταγωγή του. 219 Βλέπετε λοιπόν και πάλι πως ο Ζαχαριάς λάβαινε μέρος σε πειρατείες, μα χωρίς να φαίνεται, που θα πει, η ζωή των Κλεφτών μέσα στη Μάνη είχε αρχίσει πια δύσκολη να γίνεται.

Έρχομαι στους Κολοκοτρωναίους. Ύστερα από τον θάνατο του Κωσταντή, μένει η οικογένεια κρυμμένη στη Μάνη τρία χρόνια, συμμαζεύεται από τις συφορές της. Ο Θοδωράκης γράφει (Αυτοβιογρ. σελ. 9): «Ξαγόρασα τα σκλαβωμένα παιδιά... εκάτσαμεν τρία χρόνια εις την Μάνην... 220 Ο μπάρμπας μου ο Αναγνώστης ήλθεν έπειτα εις του Λεονταριού την επαρχίαν... έκαμε συμπεθεριό με έναν ντόπιον προεστόν... εφύγαμε και επήγαμε εκεί...». Ο Θ. Κ., περίεργα, βεβαιώνει πως ξαγόρασε τα σκλαβωμένα παιδιά, ενώ τότε ο ίδιος θα ήτανε 10-12 χρονών. Όσο για τον Αναγνώστη, αφού βγαίνει από τη Μάνη, και δεν κρύβεται πια, και συμπεθερεύει με προεστό επαρχίας, θα πει πως δεν κατηγοριότανε για κλεψιές από την εποχή του Χασάν Πασά, αφού και σπίτι έχτισε για σταθερή του διαμονή· λοιπόν δε μπορεί αλλιώς να ξηγηθεί το πράμα, παρά πως Κάπος είχε διοριστεί στο Λοντάρι, μα ο ανιψιός του Θοδωράκης, κατά τη γνωστή του πρόληψη, δε θέλει να το μαρτυρήσει. Σ' αυτόν κατάφυγε κι ο ίδιος ο Θοδ. Κολ. σαν παιδί που ήταν και δεν κατατρεχότανε. Στα 1785 μπήκε κι αυτός Κάπος (Αρματολός, γράφει)· «άλλα μπουλούκια Κλέφτες με έβαλαν Αρματολόν εις την επαρχίαν του Λεονταριού «κατά των Κλεφτών» 221)· δεκαπέντε χρονών ήμουν τότε. Έγινα είκοσι χρονών, υπανδρεύθηκα... έχτισα σπίτια, επήρα προικιό, έγινα νοικοκύρης, εφύλαγα το βιλαέτι». Ύστερα αρχίσανε πάλι οι Τούρκοι να τον κυνηγάν, αυτόν και τους δικούς του. Κλέφτης λοιπόν δυο χρόνια, που θα πει παύτηκε ως ύποφτος για κλεψιές, και πάλι διορισμός του ως Κάπου, όπου έμεινε 4-5 χρόνια. Αυτό σημαίνει πως, για να διορίζεται μια και δυο φορές Κάπος, οι αταξίες του δεν ήτανε σημαντικές, και του συχωριόνταν, ίσως, χάρη και του θειου του Αναγνώστη. Ο θειος του, από τον πόνο του Κωσταντή, είχε παραδοθεί στο μεθύσι, όπως γράφει ο Θ., υποθέτω λοιπόν πως ο Θοδωράκης θα μπήκε στη θέση του θειου του ως Κάπος του Λεονταριού. Αυτά βγαίνουν από την αυτοβιογρ. του ίδιου. 222

Αν λογαριάσουμε λοιπόν πως στα 1790 ήταν ο Θ. ως 21 χρονών παλικάρι (αφού γεννήθηκε στα 1770), 2 χρόνια έμεινε Κλέφτης, 1793, 4-5 χρόνια Κάπος, φτάνουμε στα 1798, χρόνια μισοειρηνικά και μισοκλέφτικα. Κι όμως ο Φραντζής γράφει πως από τα 1787 και κάτου ο Θοδωράκης μαζί με τον Ζαχαριά και με τα δικά του αδέρφια γυρίζει Κλέφτης «με σημαίαν ανοικτήν». (Αρχίζει πάλι η μανία του εξηρωισμού. 223 Τότε φάνηκε Κλέφτης κι ο Γιαννιάς, μα πέθανε φαρμακωμένος απ’ άνθρωπο βαλτό· τότε φανήκανε τ’ αδέρφια οι Πετμεζαίοι κι άλλοι. «Ούτοι έφερον 40 και 50 και 60 επίλεκτα παλικάρια με σημαίας Κλεπτικάς, οίτινες κατετρόμαζον και ηφάνιζον τους Οθωμανούς». Ακολουθεί κατάλογος από μικρότερους Κλέφτες (Φραντζή, Α', σελ. 3S). Πιο πάνου όμως (σελ. 35) ο Φ. βεβαιώνει πως, από τον χαλασμό των Αρβανιτών ως τα 1785 οι Κλέφτες είχανε λουφάξει, και τώρα απορεί κανείς μ’ αυτό το ξαφνικό φούντωμα της Κλεφτουριάς· τ' αδέρφια οι Κολοκοτρωναίοι ήταν ακόμα άγουρα παιδιά, κι αν λογαριάσουμε τους Πετμεζαίους, που βγήκαν απ' τη μέση ξαφνικά, λίγο μετά το 1797, κι αν λογαριάσουμε πως ο Ζαχαριάς έμενε στη Μάνη, ανακατεμένος σε τοπικούς σπαραγμούς, 224 πού είναι τα είκοσι χρόνια της Κλέφτικης ηρωικής ζωής του Θοδωράκη;

Ύστερα απ’ αυτό το έμπα-κι-έβγα της Μάνης, και με καμπόσα χρόνια αργότερα, γύρισε ο Θοδωράκης στ’ «Αρματολίκι» του (γρ. καπιλίκι), κι αυτό είναι τώρα η Καρύταινα. Όμως ο προύχοντας Ντεληγιάννης τον υποχρέωσε να φέρει και τα παιδιά του στην Καρύταινα, που θα πει τον ήξερε πως έμπαινε κρυφά στη Μάνη. Εδώ τελειώνει περίπου το νεανικό, έτσι ας το πούμε, στάδιο του Θ. Κολοκοτρώνη. Και φτάνουμε στα 1802. 225 Παρακάτου θα φανεί της αντρικής του ζωής η δράση.

Έρχεται τώρα η απορία· τι ανάγκασε τον πασά του Μοριά να διατάξει τον αφοπλισμό, αυτόν τον χρόνο, 1802. Ο Θ. Κολοκοτρώνης μάλιστα βεβαιώνει πως βγήκε φερμάνι να κατατρεχτούν οι Κολοκοτρωναίοι και Πετμεζαίοι. 226 Μα είδατε πιο πάνου τη δράση τους κατά τα 10 χρόνια, δηλ. ως το 1801, κι απ’ αυτή θα καταλάβετε αν βγήκε ποτέ φερμάνι. Η διαταγή του αφοπλισμού ξηγιέται φυσικά από τον ζήλο του νέου πασά: «1802, Οκτ. 8, ήλθεν ο Μουσταφά Πασάς... και έκαμε γιασάκι τα άρματα εις τον Μορέα κλπ.» (ημερολ. Ρ. Παλαμίδη).

Λοιπόν από τα 1781-1801 πολύ λίγα βρίσκουμε σημάδια ζωής να μας δίνει η Κλεφτουριά του Μοριά, μ' όλο που το ημερολ. του Παλαμίδη σημειώνει σπουδαία άλλα περιστατικά. Από το ίδιο σημείωμα βγαίνει πως ο πασάς είχε δυναμώσει τα μέτρα του για την ασφάλεια του τόπου. Οι Κολοκοτρωναίοι πάλι είναι ακόμα νέοι πολύ και η δράση τους ασήμαντη. Ο Ζαχαριάς παρουσιάζεται πιο πολύ πειρατής παρά Κλέφτης. Οι Πετμεζαίοι βγήκαν από τη μέση δολοφονικά. Σημαντικόν άλλον Κλέφτη δε βρίσκω, παρά τον περίφημο Αναγνωσταρά, κι αυτόν κατά τον τελευταίο χρόνο της περίοδος 1781-1801. Βάνω εδώ ακέριο ένα πολύτιμο έγγραφο, δανεισμένο από τον Γούδα (Βίοι Παράλλ. Ε', σ. 252).

«...Εκ μέρους του ενδοξομεγαλοπρεπεστάτου και πολυχρονίου Κεχαγιάμπεη εφένδη του υψηλοτάτου, ευσπλαχνικοτάτου και δικαιοτάτου βέλιγγιου νιαμή 227 μόρα βαλισή Μουσταφά Πασά αυθέντου μου εις εσένα, Αναγνώστη Παπαδόπουλε μπουλούκμπαση του Λεονταρίου. Με τον παρόντα μου διβάν ντεσκερέ σού φανερώνομεν, ότι σήμερον Πέμπτη ξημερώνοντας, ο κλέπτης και χαϊδούτης Γεώργιος ήλθεν εις το χωρίον Μπερπάτι και εκείθεν επήρε του Γιαννάκη Μπερπατιώτη το εγγόνι, παιδί δύο χρονών, 228 δια τούτο δεν απορήσαμεν τόσον διά το τόλμημα του κακοποιού κλέπτου Γεώργου, επειδή και αυτός έκαμε το κάμωμα της κλεπτικής τέχνης του, όσον διά την αμέλειαν την εδικήν σου και διά την κακήν φύλαξιν, όπου κάμνεις· τόσον όπου απερνώντος οι κλέπτες από το σέμπι του καπετανλικίου σου να έρχονται πλησίον εις την Τριπολιτζάν να παίρνουν σκλάβους και εσύ χαμπέρι να μην έχεις, μόνον ζητείς λουφέδες και άσπρα διά καπετανλίκι· και τα κακά, όπου ακολουθούν, δεν θέλεις να τα ηξεύρεις· διά τούτο λαμβάνοντας τον παρόντα μου διβάν-ντεσκερέ εκ μέρους του βέλιγ-ετάμ (γρ. βελι-ουν-νιαμ) αυθέντου μου, σε προστάζομεν σφοδρώς ότι την ιδίαν ώραν ευθύς να έβγεις χωρίς άλλο εις ζήτησιν του κακοποιού κλέπτου, να πέσεις κοντά, και μεταχειριζόμενος όλους τους τρόπους να ελευθερώσεις το παιδί μουτλάκ, κτυπώντας εις θάνατον τους κλέπτας και προσέχοντας καλά να μην ακουσθεί μήτε να γίνει.. (σ. γνωστόν;) ότι αυτό, αφού φέρει εντροπήν εις εσένα και εις το όνομά σου και σε παρασταίνει ως αμελή και άνανδρον, ακόμα κινεί και την οργήν του «βέλιγ-νιαμ» αυθέντου μου δικαίως κατ’ επάνω σου. Όθεν διά να μην υποπέσεις εις αυτήν, κάμε καθώς σφοδρώς σε προστάζομεν και μη άλλως, εξαποφάσεως. —1801, 8βρίου 24, Τριπολιτζά».

Ο Αναγν. Παπαδόπουλος, που σημειώνει το έγγραφο, δεν είναι άλλος παρά ο περίφημος αργότερα Αναγνωσταράς ή Παπαγεωργίου· το έγγραφο τον ονομάζει μπουλούκμπαση του Λονταριού, κι αυτό, με την πρώτη εντύπωση, φαίνεται περίεργο, μπουλούκμπασης να λέγεται ο χριστιανός Κάπος, ενώ μπουλουκμπασήδες ήταν οι αποσπασματάρχες Αρβανίτες, που κυνηγούσανε τους Κλέφτες στον Μοριά. Είναι τάχα κακή διατύπωση του γραμματικού του νέου πασά; Δεν το πιστεύω. Για την Τούρκικη δημόσια υπηρεσία, κάθε αρχηγός ατάχτων, είτε είχε σώμα από λίγους, είτε από χιλιάδες άντρες, «μπουλούκμπασης» λεγόταν· έτσι κι εδώ έγινε χρήση της λέξης με το συνηθισμένο νόημα, το υπηρεσιακό. Άλλο είναι το ζήτημα, πώς ένας Καπόμπασης φαίνεται να κυνηγάει Κλέφτες, παράδειγμα μοναδικό, που δεν τ’ απάντησα άλλη φορά σ' αυτή τη μελέτη. Τάχα, ανάγκη βιαστική έκαμε τον πασά να του αναθέσει αυτό το έργο, ή ο ζήλος του Αναγνώστη στα χρέη του Κάπου; Έχω υποψία πως το δεύτερο. 229 Φαίνεται πως ο Αναγνώστης δε θα πήρε ειρηνικά τον τόπο των Κολοκοτρωναίων στο Καπιλίκι του Λονταριού, ούτε οι τελευταίοι αυτοί θα υποχώρησαν ήμερα, και θα πήγαν έπειτα γυρεύοντας της Καρύταινας το Καπιλίκι. Ίσως μάλιστα και του Αναγνώστη Κολοκοτρ. ο θάνατος δε θα είναι ξένος από του Καπιλικιού το ζήτημα. Έχτρα, φαντάζομαι, θα χώρισε τότε τον ντόπιον κάτοχο Αναγνωσταρά από τους ξένους προκατόχους. Αυτό το υποθέτει κανείς από το κρυφό μίσος που χώρισε αργότερα, ως τα χρόνια της Επανάστασης, τον Θοδωρ. Κολοκοτρώνη από τον Αναγνωσταρά. Μπορεί ντουφέκι να μην άναψε απάνου στην παλιά φιλονικία για το Καπιλίκι, το μίσος όμως το κρυφό δε λησμονήθηκε.Ο Θοδ. Κολοκοτρ., στην Αυτοβιογρ. του (σελ. 88), ρίχνει κάποια ψυχρά λόγια για τον Αναγνωσταρά: «Ο Αναγνωσταράς ήτον με πολύ νου άνθρωπος, αλλά φθονερός, βαρυκίνητος,. παχύς». 230

Με την πρώτη διατάραξη της τάξης ξυπνήσαν οι υποψίες του Κεχαγιάμπεη (τοποτηρητή του πασά) ενάντια στον χριστιανόν Κάπο, μπουλούκπμαση καθώς τον ονομάζει. Καθώς είπα και πιο πάνου, οι Κάποι, όχι σπάνια, πέφτανε και σε κλεψιές. Γενικά, το έγγραφο δίνει ζωηρήν εικόνα, με την αυστηρότητα που μιλεί, πόσο η Τουρκική εξουσία φρόντιζε για την ασφάλεια του τόπου. Έτσι γινότανε δυσκολότερη η ζωή των Κλεφτών στον Μοριά και τους έσπρωχνε, από τη σκληρήν ανάγκη σε τόσο αχρεία καμώματα. Κι ο Γιώργος εδώ, που καταδέχτηκε να σκλαβώσει δυο χρονών παιδί, δε μπορεί να είναι άλλος παρά ο περίφημος ανώνυμος Γιώργας, Κλέφτης τρομερός από την επαρχία της Αρκαδίας, που θα τονέ δείτε να παίζει σπουδαίο πρόσωπο πιο κάτου. Όσο για τον Αναγνωσταρά, και σ’ άλλη αυτός πράξη απελπισιάς κατάντησε… Από σημείωμα της οικογένειας Πετμεζά αντιγράφω αυτό το κομμάτι: «...Ο Αναγνωσταράς, άλλος γνωστός Κλέφτης και Αρματολός εκ της επαρχίας Λεονταρίου, λαβών υπονοίας, ότι ο πρόκριτος του τμήματος Σαμπάζικα της αυτής επαρχίας Δικαίος, όστις ήτο και συγγενής του εκ κηδεστίας, επεβουλεύετο την ζωήν του συνεννοούμενος μετά των Τούρκων, εφόνευσεν αυτόν. Οι Τούρκοι τον είχον αποκηρύξει· εκείνος δε αφού υπέστη πολλάς περιπετείας, απεφάσισε να προσφύγει και προσέφυγεν εις Ζάκυνθον, μετά τον θάνατον του Πετιμεζά...» (1802).

Κανόνας είναι, τα μέτρα τ’ αυστηρά της καταδρομής να σπρώχνουνε τον Κλέφτη, από την ανάγκη, από τον φόβο της ζωής, από τ’ άγριο πάθος της εκδίκησης, σε φόνους των οργάνων της αρχής, σε χυδαίες ληστείες των αδυνάτων κλπ. Η εξουσία τότε, έχοντας μαζί της και του λαού την πρόθυμη βοήθεια, προχωρεί σε μέτρα γενικής καταδρομής. Αυτά κάμαν οι Κλέφτες του Μοριά, κι αυτά πάθαν όχι στα 1781-1801, αλλά στα 1802-1806.Η πρώτη περίοδο ήταν πρόλογος της δεύτερης.

Τον στρατ. χαραχτήρα της Κλεφτουριάς του Μοριά, είδατε τις οικογενειακές υστερόχρονες πηγές πόσο τον παρασταίνουν αγνόν ηρωικό. Άλλη όμως είναι η αλήθεια, και γι’ αυτό το ζήτημα, νομίζω, μίλησα αρκετά ως τώρα. Ο χαλασμός των Κλεφτών, στα 1806, θα φωτίσει διάπλατα το ζήτημα. Εδώ μοναχά, για να κλείσω το κεφάλαιο, είναι ο τόπος να βάλω μια ξένη, αυστηρή μα έγκυρη γνώμη. Ο Ιστορικός G. Finlay πέρασε τη ζωή του στην Ελλάδα, μελέτησε την περίοδο της Τουρκοκρατίας βαθιά, 231 όπως και την Επανάσταση του 1821· να τι γράφει για το ζήτημα (στην ιστ. Ελλ. Επαν. έκδ. β', τόμ. Β', σελ. 26): «Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, αν και δοξασμένα με τραγούδια αντιποιητικά και με πεζογραφία παραγεμισμένη, δεν ήτανε παρά καμώματα ληστών και κατσικοκλεφτών. Για ν’ απαντούν της ζωής τους την ανάγκη ρίχνανε το βάρος στους φτωχούς χριστιανούς χωριάτες· σπάνια τολμούσανε να πειράξουν κανέναν πλούσιον προύχοντα Έλληνα, κι ακόμα σπανιότερα να ληστέψουν κανέναν Τούρκο αγά».

Πριν μπω στη χρονική περίοδο 1802-6, θα γυρίσω λίγο πιο πίσω, στα 1792, για να ξετάσω κάποιο άλλο ζήτημα περίεργο, το πέρασμα του Γιώργου Αντρούτσου, περίφημου Κλέφτη της Ρούμελης, από τον Μοριά και τη γνωριμιά του με τους ντόπιους Κλέφτες, και πρώτα απ' όλους με τον Ζαχαριά.

Αντρούτσος - Ζαχαριάς —Εδώ δε χωρεί μεγάλη εξέταση αυτού του κατορθώματος του Αντρούτσου. Η παρουσία του στη Μάνη είναι το τελευταίο κεφάλαιο της ναυτικής εκστρατείας του Κατσώνη κατά των Τούρκων. Αφού υπογράφτηκε η ειρήνη της Ρωσίας με την Πόρτα, ο Λάμπρος, καθώς είναι γνωστό, «δεν υπόγραψε τη δική του» άφησε το λιμάνι της Τζιας, το ταχτικό του αραξοβόλι, κι έπιασε, μαζί με τον Αντρούτσο και 500 παλικάρια του, το Πόρτο-Κάγιο της Μάνης. Παραλείπω εδώ τις ετοιμασίες και τα αίτια της εκεί καταφυγής του. Το λιμάνι αυτό το ‘πιασε χωρίς τη γνώμη βέβαια του μπέη της Μάνης, κι από το σημείο τούτο άρχισαν οι κούρσες του οι τρομερές. Στον πειρατικόν αυτόν πόλεμο δεν ξεχώριζε ο Κατσώνης τους Γάλλους από τους Τούρκους, ενώ εύρισκε προστασία από τους Βενετσάνους. Τέλος, στο Πόρτο-Κάγιο, 17 ή 19 Ιουν. του 1792, ο Τούρκικος στόλος τον απόκλεισε, κι ένα Γαλλικό πολεμικό, ενωμένο με τους Τούρκους, βούλιαξε τον μικρό του στόλο. 232 Ξημερώνοντας η άλλη μέρα, το Πόρτο-Κάγιο με τα λείψανα του στόλου είχε αδειάσει· ο Κατσώνης είχε κάμει όχι πανιά, μα φτερά και χάθηκε. Κι έμεινε ο Αντρούτσος μοναχός με τα παλικάρια του στη Μάνη απάνου. Η οικογένεια Τζαννέτμπεη Γρηγοράκη το ‘χει καύχημα πως ο Λ. Κατσώνης κι ο Αντρούτσος ηύρανε σ' αυτήν υποδοχή και προστασία· φτάνοντας ο Τούρκικος στόλος, ο Λάμπρος κι ο Αντρούτσος λάβαν από τον Τζαννέτμπεη τους τρόπους της σωτηρίας τους. 233 Άλλη πηγή λέει πως τον Τζαννέτμπεη τονέ φοβέρισε δυνατά ο Τούρκος ναύαρχος, και τότε ο μπέης μάζεψε χιλιάδες Μανιάτες και κινήθηκε κατά του Λάμπρου, έστειλε όμως εμπρός κάποιον καλόγερο να καταφέρει τον Λάμπρο να φύγει, δείχνοντάς του και τη ναυαρχική διαταγή. 234

Για το πώς ξεκίνησε και πέρασε ο Αντρούτσος τον Μοριά πολλά παραμύθια έχουνε γραφτεί. Οι αδερφοί Δήμος και Νικολός Στεφανόπουλοι στο «Ταξίδι τους» (τ. Α', σ. 218) κι ο Pouqueville γράφουν απίστευτα πράματα· π.χ. ο Αντρούτσος πέτυχε διαβατήριο ελεύτερα να περάσει από τον Μοριά, μα ο πασάς τον απάτησε κλπ. Αφήνω τις φανταστικές λεφτομέρειες και των δυο. Κατά τους αδερφούς Στεφ. ο Αντρούτσος, ύστερα από νικηφόρα πορεία, πέρασε από το Κατάκωλο και γλίτωσε. Ο Carrel στην ιστορία του (έκδ. β', σελ. 165) γράφει πως από τον Ισθμό της Κόρινθος μπήκε πρώτα ο Αντρούτσος (πράμα απίστευτο, γιατί θα βρισκότανε και κάποια άλλη πηγή να το βεβαιώνει) και τον ίδιο δρόμο ακολούθησε έπειτα θέλοντας να βγει, δε μπόρεσε όμως ν’ ανοίξει δρόμο· 10 χιλ. φυλάγαν το στενό (σ. τα Μ. Ντερβένια) και προχώρεσε τον γιαλό-γιαλό του Κορινθιακού, 10 μέρες πολεμώντας. Άλλες 3 μέρες πολιορκήθηκε κάπου κοντά στην Πάτρα κι έχασε πολλούς. 235 Τέλος πέτυχε ο Αντρούτσος, στη Βοστίστα, καΐκια Ζακυθινά και γλύτωσε (σ. γλίτωσε αλήθεια έτσι, περνώντας στην Πρέβεζα, κατοχή Βενετσάνικη). Ο Γούδας βεβαιώνει πράμα όχι αληθινό, πως ο Αντρούτσος μοναχός είχε βγει στη Μάνη, κι ο Λάμπρος έφυγε ίσα για τη Ρωσία. 236

Όσο για τις λεφτομέρειες της πορείας του Αντρούτσου, αρχίζει πάλι το ίδιο ψυχολογικό φαινόμενο· κάθε νεότερη πηγή, χειρόγραφη ή τυπωμένη, πάντα όμως οικογενειακή, προσπαθεί να παραστήσει τον Θοδ. Κολοκοτρώνη και τον Θαν. Πετμεζά αχώριστους από τον Ζαχαριά και τον Αντρούτσο, κατά τη σκληρή πορεία του τελευταίου αυτού, όμως κι αυτή η προσπάθεια πάλι ζημιώνει τη μνήμη των δύο οικογενειών. 237 Και πρώτα, τ’ ανέκδοτο χειρόγρ. Κοντάκη δείχνει πως κάποια αόριστη ιδέα είχε ο συγγρ. της παρουσίας του Αντρούτσου στον Μοριά: «Κατά το 1796 (γρ. 1792) εμβήκεν εις Πελοπόννησον ο Ανδρίτσος Ρουμελιώτης με 300, και κυνηγηθείς εβγήκεν εις το Έλος, τον οποίον εσυνόδευσεν ο Κν. Ζαχαριάς διά να τον εβγάλει εις την Στερεάν Ελλάδα ασφαλώς, το οποίον και εξετέλεσε,.. Φθάσαντες εις την Βοστίτσαν εμβαρκαρίσθησαν, ο δε Ζαχαριάς επέστρεψεν εις τα ίδιά του». 238

Παρακάτου γράφει ο Κοντ.: «Από αποτυχία έμεινεν έξω εκ της συνοδείας του Ανδρίτζου ένας περίφημος άνδρας λεγόμενος Καραχάλιος με τεσσαράκοντα συντρόφους, τους οποίους όλους απατήσαντες έπιασαν ζώντας και τους έφεραν εις Τριπολιτζάν, και αφού απεφάσισαν να τους θανατώσουν, τους παρεκάλεσεν ο Καραχάλιος να τον αφήσουν ύστερον από όλους. Και όταν απεκεφάλιζαν τους άλλους, διά πέντε ημέρας, αυτός ίστατο έμπροσθεν και τραγουδώντας εμψύχωνε τους αδελφούς του». Για να πιαστούνε 45 παλικάρια του Ανδρούτσου από τους περίφημους παρακλίτσηδες, που τους δοξάξει ακόμα το δημοτικό τραγούδι, 239 θα πει πως οι 45 ξεκοπήκαν από το άλλο σώμα και πιαστήκανε ζωντανοί, ίσως σε καρτέρι. Τέτοιοι άντρες, που ο Ανδρούτσος τους διάλεξε από τους Κλέφτες κι Αρματολούς της Ρούμελης, δε θα παραδινόντανε με απάτη· ξέρανε καλά τους Τούρκους. Θα πιστέψανε στη μπέσα των Αρβανιτών. Η στοματ. παράδοση του Κοντάκη εδώ δε φεύγει μακριά από την αλήθεια. Και ποια είν’ αυτή η αλήθεια; Το ημερολ. σημείωμα του Ρ. Παλαμίδη μας φωτίζει· γράφει, καθώς είδατε πιο πάνου: «1792, Ιουλ. 8, αποκεφάλισαν εις Τριπολιτσάν 46 Κλέπτας από του Τρίτσα». Ο χωριάτης, που παράδωσε τ’ άκουσμα στον Ρ. Παλαμίδη, έδωσε τ’ όνομα Ντρίτσα, που σημαίνει πως το πέρασμα του Αντρούτσου είχε λείψει από τη θύμηση του χωριάτη, και σώθηκε το περιστατικό του Καραχάλιου με το τραγούδι του το θανάσιμο. 240 Ο αγνός λαός του Μοριά, που πάντα λάτρεψε την παλικαριά —που έβγαλε παλικάρια σαν τον Ζαχαριά και τον Νικηταρά— φύλαξε την πράξη, μα δε φύλαξε τ’ όνομα σωστά. Έτσι τα δυο περιστατικά του Ρ. Παλ. και του Κοντάκη σμίγουνε και γίνονται ένα. Όμως και κάτι άλλο βγαίνει απ’ αυτό το σμίξιμο· η ημερομ. 8 3Ιουλίου, που βρίσκει τον Αντρούτσο στον δρόμο του, κι αφού η τελειωτική ναυμαχία του Πόρτο-Κάγιου έγινε 17 ή 19 Ιουν. π. η., ο Αντρούτσος δε θ’ άργησε να ξεκινήσει, και τη βια του αυτή μας την ξηγάει του Τζαννέτμπεη η προσταγή, ίσως και φοβέρα.

Ο Φραντζής (τ. Α', σ. 37) φαντάζεται μια περίεργη σκηνή της πορείας Αντρούτσου - Ζαχαριά, μα δεν ξέρει του Θ. Κολοκοτρώνη τη συμμετοχή, γιατί ακόμα δεν είχε ανάψει ο ζήλος, που άναψε αργότερα και φούντωσε, κι είχε αυτό τον σκοπό· να μην αφήνει τους Κολοκοτρωναίους αμέτοχους από κάθε ηρωισμό μοραΐτικο. Λοιπόν 3 χιλ., κατά τον Φραντζή, 241 κυνηγούσαν τον Αντρούτσο· κοντά στο Βαλτέτσι —λοιπόν πολύ κοντά στην Τριπολιτσά— οι Κλέφτες, καθισμένοι στο τραπέζι, τρώγανε και πίναν, ενώ οι Τούρκοι όλο κι ερχόντανε κοντά. Τότε ο Ζαχαριάς τους φώναζε: —«Βρε Τούρκοι, γυρίσετε πίσω, γιατί εμείς δεν πειράζουμε κανένα». Μα οι Τούρκοι όλο κι ερχόντανε κοντύτερα· τότε ο Ζαχαριάς είπε στον Αντρούτσο: —«Εσύ, μπουραζέρη, μη σαλεύσεις απ' εδώ, αλλά κάθισε να δεις και την εδικήν μου παλικαριάν· και αν ιδείς κίνδυνον βοήθησέ με». Με 40 παλικάρια του ύστερα πήρε στο κυνήγι τους Τούρκους ίσαμε όξω από την Τριπολιτσά, σκότωσε 30 κλπ., και ξαναγύρισε πάλι στο τραπέζι, κι αφού χαρήκαν αρκετή ώρα, τραβήξανε για τη Βοστίτσα. Και οι Τούρκοι βέβαια τους άφηναν ήσυχους να πάρουν τον θαλασσινόν αγέρα του Κορινθιακού. Αυτή την ανοησία, ή καλύτερα ψευτιά, την αναφέρνει πιο απλωμένη και η γνωστή πλαστόγραφη φυλλάδα και η βιογραφία του Ζαχαριά στο περιοδ. «Δραγατσάνιον». Ο σκοπός όλων αυτών των παραφορτωμένων γραψιμάτων είναι, ν’ αναγκαστεί ο Αντρούτσος να ξεφωνήσει από θαμασμό: —«Είσαι καλύτερός μου». Φανταστείτε τώρα Κλέφτες, μάλιστα σε ξένον τόπο, που τους πάει καταπόδι αμέτρητη Τουρκιά, 242 να κάθονται να τρώνε και να πίνουν και να παραβγαίνουνε στις παλικαριές σα να βρισκόντανε σε πανηγύρι. 243 Δε μπορεί ν' αρνηθεί κανείς ρητά πως ο Ζαχαριάς συνόδεψε τον Αντρούτσο. Ο βιογρ. του Γ. Αντωνόπουλος (στο περιοδ. «Δραγατσάνιον») βεβαιώνει πως ο ίδιος ο Αντρούτσος ζήτησε τη βοήθεια του Ζαχαριά, που βρισκότανε τότε στον Σκουφομύτη (στον Α. Ταΰγετο, Β.Δ. του Γυθείου ως 10 χιλιόμ. μακριά). Μπορεί όμως να ρωτήσει κανείς· γιατί, άντρας τέτοιος αληθινά ατρόμητος, δεν έλαβε μέρος στον αγώνα του Κατσώνη - Αντρούτσου; (καθώς δε λάβαν ούτε οι Μανιάτες, ούτε οι Κλέφτες του Μοριά;). Αυτή η αποχή είχε τους λόγους της· την παρουσία του Καπετάν Πασά και τη φοβέρα, από την άλλη μεριά, του πασά του Μοριά, που είχε όλη τη δύναμη να τιμωρήσει τους συμμέτοχους· της δύναμής του απόδειξη ήταν ίσα-ίσα η τόσο σκληρή καταδρομή του Αντρούτσου στην πορεία του. Για τους ίδιους λόγους, έπρεπε κι ο Ζαχαριάς να μη βοηθήσει τον Αντρούτσο έξω από τη Μάνη. Γιατί, ύστερ’ από την πορεία αυτή, τι θα γινότανε στον γυρισμό του και πού θα ‘βρισκε χλωρό κλαρί να σταθεί από το κυνήγι; Ο κατατρεγμός θ’ άρχιζε αμέσως, μα πουθενά κατατρεγμός δε φαίνεται. Ο Αντωνόπ. φύλαξε από τον βίο του Ζαχαριά κάποια θολή παράδοση, που γίνεται θολότερη, γιατί ο συγγρ., φαίνεται, διάβασε το φλύαρο ανώνυμο χειρόγραφο πλαστογράφημα. Για το σταμάτημα που κάμαν οι κυνηγημένοι στο Βαλτέτσι ο Αντων. έχει άλλη έκδοση, πως αυτή η σκηνή γίνηκε στη Βλαχοκερασιά, 244 και πως πρώτα ο Ζαχαριάς έβαλε τον συγγενή του Μερτζίλιο να χτυπήσει τους Τούρκους, κι ύστερα έτρεξε αυτός. Φανταστείτε 40 παλικάρια να κυνηγάν τόση Τουρκιά ίσαμε όξω από την Τριπολιτσά, και οι άλλοι του Αντρούτσου ν’ αγναντεύουν. Έχει όμως κάποιαν άλλη πιθανή στοματ. παράδοση ο Αντωνόπουλος. Ο Αντρούτσος, σε κάποιο σημείο του δρόμου, ήθελε να χωριστεί από τον Ζαχαριά, μα ο Ζ. του ‘λεγε πως μπορούσε, στην πορεία του, να βρει αντίσταση από τους Λαλιώτες Τούρκους. Έτσι έφυγε ο Ζαχαριάς, κι ο Αντρούτσος, μοναχός του πια, χτυπήθηκε από τους Λαλιώτες, έχασε τους μπουλουξήδες του Καραχάλιο και Καλιακούδα (σ. τον πρώτο τον είδατε πιο πάνου, κι από τ’ όνομα τούτο τ’ αληθινό βγαίνει πως ο συγγρ. Αντωνόπουλος ήταν ευσυνείδητος γράφοντας τον βίο του Ζαχαριά, και σκόπιμα δε λέει ψέματα). Παρακάτου ο Αντωνόπ. διστάζει να πιστέψει τον ολικόν αριθμό των σκοτωμένων Τούρκων, που τον αναφέρνουν άλλοι. 245

Είπα πιο πάνου πως κι ο Θοδ. Κολοκοτρώνης κι ο Φαν. Πετμεζάς φιλονικάνε την τιμή πως συνοδέψαν τον Αντρούτσο. Θα προσθέσω λίγα λόγια εδώ για του πρώτου τη συμμετοχή· γράφει στην Αυτοβιογρ. του (σελ. 41): «...Όταν ήλθε ο Ανδρούτζος, πατέρας του Οδυσσέως, εγνωρίσθηκα εις την Μάνη και τον εσυντρόφευσα έως εις την Κόρινθο. Εις τον κατατρεγμό μας, διά 15 ημέρες ούτε εκοιμώμεθα, ούτε ετρώγαμε· εσώσαμε τα φουσέκια, καθημέρα πόλεμο...» 246. Για τη συμμετοχή του Θ. Κολοκ. ο Α. Φραντζής, καθώς είδατε, δε λέει τίποτε, και η σιωπή του είναι σπουδαία. Ο Γάλλος Fauriel, που συνοδεύει κάθε ιστορικό τραγούδι μ’ έκθεση όχι πάντα καλά πληροφορημένη, 247 γράφει φαντασίες δανεισμένες από τ’ αδέρφια Στεφανόπουλους, για Ζαχαριά όμως και Θ. Κολοκοτρώνη τίποτε δε λέει, μα η σιωπή του δε σημαίνει κι αυτή τίποτε. Το σπουδαίο είναι πως ο Θεόδ. Κολ. δεν κάνει καθόλου λόγο για τη συντροφιά του Πετμεζά. Αυτό σημαίνει πως, κι ο ίδιος προσωπικά να μην το ‘ξερε, 248 χωρίς άλλο, αργότερα, θα το μάθαινε και θα τ' ανάφερνε από συγγενική υποχρέωση. Οι γραφτές πάλι πηγές οι Πετμεζαίικες τίποτε δε λένε για του Θ. Κολοκοτρώνη τη συμμετοχή. Αυτό σημαίνει πως, αν το ξέραν οι Πετμεζαίοι θετικά (αν ο Θαν. Π. είχε λάβει μέρος), θα τ' αναφέρνανε για τον συγγενή τους Κολοκοτρώνη. Όμως οι απόγονοι, οι πιο νέοι, των δυο οικογενειών φροντίζανε για τη δόξα του δικού τους σπιτιού, και καμιά φορά ξεχάσανε των συμπεθέρων τους τη δόξα. Παρατηρώ ακόμα αυτά τα λίγα· ο Θοδ. Κ. γράφει πως συνόδεψε τον Αντρούτσο «έως την Κόρινθο»· στην Κόρινθο όμως ο Αντρούτσος δεν έφτασε ποτέ γυρίζοντας από τη Μάνη. Στη Ρούμελη αν πήγαινε, ήτανε χαμένος, 249 ενώ, καταφεύγοντας στην Πρέβεζα, είχε την προστασία της Βενετίας, που προστάτευε και τον Κατσώνη. Επίσημα χαρτιά βρίσκουν τον Αντρούτσο να ζει ειρηνικά στην Πρέβεζα, κατοχή βενετσάνικη, μα δεν πρόφτασε πολύ να ζήσει. Λίγο πριν από τις αρχές Σεπτ. 1793 τον παράδωσε η αρχή στους Τούρκους.

Απορία είναι ακόμα πώς ο Θοδ. Κολ., που περιγράφει τόσο ωραία και λακωνικά τον Παναγιώταρο —γιατί παιδί αυτός τονέ γνώρισε— παλικάρι τώρα 22 χρονών, να μη μας ζωγραφίσει με λίγα χτυπητά του λόγια τον περίφημο Κλέφτη. Και καλά, δε μας περίγραψε το πρόσωπο, να μη μας δώσει όμως κάποια χνάρια της πορείας, κάποια σημάδια του σπάνιου εκείνου δράματος, που έπρεπε να το 'χει καύχημα πως το ‘δε ο ίδιος και το ‘ζησε· προτιμάει όμως αυτός να μας δώσει ως τέρμα της πορείας τον Ισθμό... Ο Αντρούτσος που, μέρες πολεμώντας, γλίτωσε —κι αυτό σημαίνει πως φυλάχτηκε να περνάει από ντερβένια και στενά —γιατί όλα θα ήτανε πιασμένα— χωρίς άλλο δε θα ‘χε βάλει ποτέ στον νου του τον Ισθμό, και λίγο πιο έξω τα Μεγάλα Ντερβένια με τις αδιάβατες κακοτοπιές τους. Απελπισία τέλος πιάνει τον φίλο της αλήθειας παρατηρητή. Ο Θ. Κολ., περίεργο είναι ακόμα, πως υπαγορεύοντας την Αυτοβιογρ. λησμόνησε τέλεια τον Αντρούτσο —που τόσο σημαντικό τόπο έπρεπε να κρατεί στη θύμηση του Γέρου— και δε λέει τίποτε στον αρμόδιο τόπο και χρόνο του βιβλίου του. Τόνε θυμήθηκε, αφού τελείωσε τη διήγηση του ως τα 1805 (που έφυγε στη Ζάκυθο), και τότε μοναχά πρόσθεσε τα λίγα εκείνα λόγια. 250 Γράφει όμως στο τέλος ο Θ. Κολ. κάτι πολύ φυσικό, που δεν έχει ανάγκη να βεβαιωθεί από καμιά γραφτή πηγή: «Δέκα πέντε ημέρες ούτε εκοιμώμεθα, ούτε τρώγαμε, εσώσαμε τα φουσέκια, καθημέρα πόλεμο». Τόσες μέρες για μια τρομερά καχοπίχειρη πορεία, κι αν δεν τις πέρασε ο Θοδωράκης, είναι πράμα πολύ κοντά στον νου κάθε λογικού ανθρώπου. Κλέφτες κυνηγημένοι από μεγάλη δύναμη, το ξέρουνε κι οι ίδιοι πως είναι χαμένοι, αν χασομεράνε πολύ στον κάθε πόλεμο. Το τέλος είναι η κύκλωση κι ο θάνατός τους. Η ίδια αυτή σκέψη βγάνει το περίφημο φαγοπότι του Βαλτετσίου ή της Βλαχοκερασιάς χοντρό ψέμα.

 

 

αρχή

 



 

Κλέφτες του Μοριά, 1802-1806. — Κάποι μαζί και Κλέφτες. — Κλεφτών αντίθεση με τους προύχοντες. — Καταδρομή του Θ. Κολοκοτρώνη.— Φυγή των Κλεφτών από τη Μάνη. — Θάνατος του Ζαχαριά. — Μέτρα αυστηρά και στον Μοριά. —Ανησυχίες της Πόρτας από εξωτερικά αίτια. —Ρωσική και Γαλλική αντίθεση. — Προοίμια του χαλασμού των Κλεφτών. — Αφορισμός και φερμάνι. — Γενικός ξεσηκωμός του λαού. — Χαλασμός των Κλεφτών.

 

(Χρονολ. σημείωμα του Ρ. Παλαμίδη): «1802, Οκτ. 8, ήλθεν ο Μουσταφά-πασάς ο καϊμακάμης και έκαμε γιασάκι τα άρματα εις όλον τον Μορέα και χαβλιά. —1803, Απριλίου 14, ημέρα Τρίτη, μαρτύριον του Αγίου Δημητρίου. —1804...(σ. χωρίς ημερομ.) εσκότωσε τον Χατζή Νικολό μέσα εις το σπίτι του ο υιός του Καμπούρ-Οσμάνη. —1804, Μαρτίου 15, ημέρα Παρασκευή, εσκότωσαν τον... (σ. όνομα τούρκικο) και έναν Κλέπτην. Και την ιδίαν ημέραν έπνιξεν ο Βαλής τα Νταληπουλόπουλα τον Απδουλά και Αχμέτην. — 1804, Ιουν... έφεραν το κεφάλι του Χασάν-Καμπούρη. —1805, 5 Φεβρ., έγινε μία Εβραία χριστιανή. —1805, 7 Δεκεμβρ. απέθανεν ο Σκούρας. —1806, τον Ιαν., εβγήκεν ο Κεχαγιάμπεης, οπού ήλθε το φερμάνι διά τον σκοτωμόν των Κλεφτών, και εσκότωσαν τους Κολοκοτρωναίους και τον Γεώργα με όλους τους συντρόφους του. —1806, 26 Αυγ., εβγήκεν ο Κεχαγιάμπεης διά να βαρέσει τον Μουσάγα Μπαρδούνια».

Απ’ αυτό το σημείωμα φαίνεται η ανώμαλη κατάσταση που κράτησε από τα 1802-1806. Ο αφοπλισμός (γιασάκ = απαγόρεψη) στον Μοριά και τα περίχωρα (=χαβλιά) δείχνει πως, κοντά στους Κλέφτες, αρχίσανε ν’ αγριεύουν και οι ντόπιοι Τούρκοι. Το ξαρμάτωμα του λαού σημαίνει ακόμα πως το ίδιο αυστηρό σύστημα, που το είδαμε εφαρμοσμένο στο προηγούμενο κεφάλαιο των ετών 1781-1801, δηλ. από την καταστροφή του Παναγιώταρου και κάτου, ξακολουθούσε να εφαρμόζεται· αν ανεβούμε και πιο πάνου, θα ιδούμε πως από τα Ορλωφικά ποτέ πια δε σύχασε ο Μοριάς· η εξουσία ήτανε πιο ύποφτη· η φορολογία είχε γίνει βαρύτερη, η κοινωνική δυστυχία χειροτέρεψε· τέλος τα μέτρα για την τάξη, κι όλα τ' άλλα μαζί, και η φτώχεια πρώτη, σπρώχναν τον χωριάτη, τον αδικημένο ή τον αδικητή, να παίρνει τα βουνά, να κρύβεται για να μην πληρώσει είτε φόρους είτε τα εγκλήματά του. Σε τέτοια κατάσταση, ο γενικός αφοπλισμός, ενώ από τη μια μεριά έχει σκοπό να προλάβει κάθε αταξία, από την άλλη την προκαλεί και την πληθαίνει. Όπως και στη Ρούμελη, έτσι και στον Μοριά, το ξεθέριεμα της Κλεφτουριας είναι φαινόμενο κοινωνικό μαζί και κρατικό. Και στα δυο μέρη τους Κλέφτες κατατρέχει η εξουσία πότε με μέτρα μερικά, άμα οι Κλέφτες σκόρπιοι δείχνονται, πότε με γενικά κι αυστηρότερα. Τη γενική καταστροφή της Κλεφτουριάς στη Ρούμελη την πέτυχε ο Αλήπασας με τη βοήθεια των Αρματολών, και στον Μοριά ο πασάς με τη βοήθεια των προυχόντων. Στη Ρούμελη όμως, ο καθαρός Αρματολός ποτέ δεν έκανε κρυφές κλεψιές, ενώ στον Μοριά οι Κλέφτες συχνά Κάποι γινόντανε, και οι Κάποι κρυφοί Κλέφτες. Είδαμε τον Θ. Κολοκοτρώνη να συναλλάζει τον Κλέφτη με τον Κάπο, μα κι οι προγόνοι του πότε Κάποι ήτανε και πότε Κλέφτες. Το ίδιο κι ο Ζαχαριάς —νομίζω απ' ό,τι είπα τ’ απόδειξα— το ίδιο κι οι Πετμεζαίοι. Είδαμε ακόμα πως οι πιο γνωστοί Κλέφτες του Μοριά σκοτωθήκαν ως Κάποι, δόλια, μες τα σπίτια τους. Λοιπόν, των Αρματολών το σύστημα στη Ρούμελη ήτανε πολύ σταθερότερο από το σύστημα των Κάπων.

Η περίοδο η τελευταία αυτή του κατατρεγμού, των χρόνων 1802-6, δεν είναι παρά συνέχεια της περασμένης. Όμως όσοι υστερόχρονοι κι υστερόβουλοι συγγρ. γράψανε για τους Κλέφτες του Μοριά, παραστήσαν τους κάθε τόσο και λιγάκι φόνους των Κλεφτών —και μάλιστα τον τελευταίο κατατρεγμό του 1805— σαν τίποτε ζητήματα κεφαλιακά της ιστορίας, και τα ζωγραφίσανε, με της φαντασίας τους τα στολίδια, σαν έργα αφάνταστων ηρώων —καλύτερα φανταστικών— που πολεμούσανε, καινούργιοι διγενήδες, την Τουρκιά για την πατρίδα, για τη λευτεριά κλπ., ενώ πολεμούσανε για τη ζωή τους. Η ζωή είναι πρώτος όρος του Κλέφτικου πολέμου, μα αυτό δε μποδίζει τη καρδιά, γεμάτη από το μίσος το φυλετικό, να ξεθυμαίνει στον θάνατο του αντί-θρήσκου, που τυραννεί τον αδύνατο Χριστιανό —μα κατατρέχει και τον κακούργο τον αρματωμένο.

Ο Θ. Κολοκοτρ. (στην Αυτοβιογρ. σελ. 13) μιλεί για φερμάνι, που είχε φτάσει στον πασά να εξοντωθεί αυτός και οι Πετμεζαίοι, στα 1802· ένας βόιβοντας της Πάτρας είχε προκαλέσει το φερμάνι (που θα πει, αφορμή ήταν οι Πετμεζάδες). Ο Θοδ. Κολοκ. διηγιέται, περίεργα, πως ο πασάς κάλεσε τους προύχοντες των δύο επαρχιών Ντεληγιάννη κι Ασ. Ζαΐμη, και τους ζήτησε τα κεφάλια των Κλεφτών (που ήτανε Κάποι στις επαρχίες τους). Ύποφτοι όμως εκείνοι πιάσαν το κλαρί, ώσπου ένας από τους Πετμεζαίους σκοτώθηκε. 251 Ο Γούδας τοποθετεί τον θάνατό του μες το σπίτι του, Ιουλ. του 1804 («Βίοι Παράλ.» Η', 167). Ο Φραντζής ορίζει το 1803 (Α', σ. 28 σημ.). Η πρώτη χρονολογία φαίνεται σωστή. Τα χειρόγρ. σημ. των Πετμεζαίων κατηγορούν τους προύχοντες Ασημ. Ζαΐμη, Χαραλάμπη και Φωτίλα, μα και τον Ντεληγιάννη ως δολοφόνους των Κλεφτών. Ο Αθ. Πετμεζάς έμαθε το σκέδιο της δολοφονίας του, μπήκε με το σώμα του στα Καλάβρυτα, έπιασε όλους τους κοτζαμπασήδες (;), τους φοβέρισε με το σπαθί στο χέρι, μα δεν τους κακοποίησε. Οι προύχοντες κατορθώσανε ν' ανακληθεί το φερμάνι, 252 κι ο Θανάσης ξανάγινε πάλι Αρματολός (γρ. Κάπος), ο Δ. Ζαΐμης βάφτισε το παιδί του κι αγαπήσανε. Κι ο Θοδ. Κολ. παρασταίνει, μ’ όσα γράφει, πως το φερμάνι είχε ανακληθεί, αφού, συχωρεμένος, ξανάγινε Κάπος: «Τον Σεπτέμβριον μήνα (1803) επήρα το Αρματολίκι (γρ. Καπιλίκι). Ο Ντεληγιάννης ηύρε τρόπον». Μα τι φερμάνι ήταν αυτό, που έφερε ο καινούργιος πασάς και που οι προύχοντες το παίζανε κλωτσοσκούφι; Φερμάνι, εγώ πιστεύω, δεν ήτανε ποτέ. Ο πασάς δε θα τολμούσε να πατήσει σουλτανικό φερμάνι. Αυτός, με τον καινούργιο ζήλο του, δεν είχε ανάγκη από φερμάνι για να κατατρέξει δυο τσολιάδες, όπως τους λέμε τώρα. 253 Τους αποκοίμισε πρώτα, μη θέλοντας να τους κυνηγάει στα κατσάβραχα κι ο λαός να υποφέρνει, κι ύστερα πάλι τους ρίχτηκε. Μάρτη του 1804 ξανάρχισε ο κατατρεγμός του Θοδωράκη, κι άφησε πάλι το Καπιλίκι κι έτρεχε στα βουνά (Αυτοβιογρ. σ. 14-15 254). Ιούλιο του 1804, καθώς είδαμε, σκοτώθηκε ο Θαν. Πετμεζάς.

Τέλος, το 1805, Αύγουστο ίσως μήνα ο Θ. Κολοκοτρώνης έφυγε για τη Ζάκυθο. Αργότερα φύγανε κι όσοι σώθηκαν από τους Πετμεζαίους.

Για το τέλος του Θαν. Πετμεζά δίνω εδώ περίληψη ενός από τα οικογ. σημειώματα, αν και του Ζαχαριά το τέλος έπρεπε να μπει εδώ πρώτο. Η περιγραφή, από τη λιτότητά της μα και τα πολλά της περιστατικά, φαίνεται αληθινή. Ύστερα από τη δολοφονία του Ζαχαριά, και την ψυχρήν υποδοχή που βρίσκανε στη Μάνη —μα και τον τελευταίο τους κατατρεγμό— ο Θ. Κολοκοτρ. κι ο Θαν. Πετμεζάς συλλογιζόντανε σοβαρά να φύγουνε στα Εφτάνησα, «αλλ’ οι περί τον Κολοκοτρ. αντέτεινον εις το μέτρον τούτο, μάλιστα δε τίνες αγροίκοι εκ των συγγενών του, και κατ’ εξοχήν ο αδελφός του Γιάννης, άνθρωπος βίαιος, άτακτος και ωμός». 255 Από τη Ζάκυνθο είχανε γράψει στην Πάτρα να γίνει φροντίδα για ντόπιους καπεταναίους να καταταχτούνε στ’ άταχτα εκεί σώματα. Ο Θ. Πετμεζάς παραδέχτηκε, και παράγγειλε να βρεθεί σ' ορισμένη μέρα καΐκι, ανάμεσα Αχαγιά και Μαύρα Βουνά, για να τον πάρει αυτόν και τους συντρόφους του. Ανταμώθηκε και με τον Θοδ. Κολοκ., κι αποφασίσανε να πάει μόνος ο Πετμεζάς, κι ύστερα να γράψει στον φίλο του αν έπρεπε να πάει κι αυτός. Οι Τούρκοι όμως μυστικά ετοιμάζανε τον χαλασμό του Θαν. Πετμεζά. Συνεχίζω την περίληψη του χειρόγρ.: Ο βόιβοντας των Πατρών είχε κάμει «Αρματολό» της επαρχίας τον Λαλιώτη Μούρτο με 200 Λαλαίους. Πήρε αυτός κι άλλους Τούρκους Πατρινούς και τους Κλέφτες Κοντογιωργάκη και Μακρυβασίλη, παλιούς συντρόφους του Πετμεζά (που δούλευαν τότε στους προύχοντες) με 150 παλικάρια. Ο Πετμεζάς τα μάθαινε, μα δεν ανησυχούσε· ‘τοιμάστηκε, και τις 30 Μαγιού 1804 μπήκε στο χωριό του Σουδενά ν’ αποχαιρετίσει. Οι χωριανοί θελήσανε να του κάμουνε τραπέζι, κάτου από τα δέντρα. Έφαγε ο καπετάνος, κοιμήθηκε ξέσκεπος κι αρρώστησε βαριά· κι έμεινε να γιατρεύεται στο σπίτι του, κρυφά. 256 Οι Τούρκοι οι Καλαβρυτινοί μάθανε το μυστικό από τον Αχμέτη, Αρβανίτη σωματοφύλακα του Πετμεζά· των Καλαβρύτων ο βόιβοντας ειδοποίησε τον Μούρτο, πήρε αυτός τους δικούς του Τούρκους και χριστιανούς με τον προεστό Ασημ. Ζαΐμη, όλοι τους ως χίλιοι, και νύχτα κυκλώσανε τα Σουδενά, 11 Ιουλ. 1804. Εκείνη την ημέρα ο Θαν. Πετμεζάς περίμενε και τον αδερφό του Κωσταντά με τον ανιψιό του Αναγνώστη, που τριγυρίζανε στην επαρχία με τα παλικάρια τους, να πάνε να τονέ σηκώσουν από το χωριό, περίμενε και τον Κολοκοτρώνη με τον αδελφό του Γιάννη κλπ. Από τα γαυγίσματα των σκυλιών ο άρρωστος νόμισε πως είχε φτάσει ο Κωσταντάς, ο Κοντογιωργάκης όμως γνώρισε το παλικάρι του Καν Θανάση, 257 έριξε και το σκότωσε. Βάσταζε ο πόλεμος 10 ώρες. Μια στιγμή που σηκώθηκε ο Θ. Πετ να πάει στο υπόγειο να φέρει φουσέκια, τον τουφέκισε ο σωματοφύλακάς του Αχμέτης κλπ. Του κόψαν το κεφάλι και το στείλανε στην Τριπολιτσά.

Γυρίζω, πρωθύστερα, στου Ζαχαριά το τέλος. Το 1802, γράφει ο Θ. Κολ., άγνωστο μήνα, άρχισε ο κατατρεγμός Κολοκοτρωναίων και Πετμεζαίων. Τον Σεπτ. του 1803, ο Θοδωράκης «μέρεψε» (μ’ όλο το φερμάνι...) και ξανάγινε Κάπος, καθώς είδαμε. Ο Ζαχαριάς σκοτώθηκε στα 1803, μα ως τις 15 Οχτ. αυτού του χρόνου ζει, κι ο Καπετάν Πασάς με γράμμα του αυτής της χρονολογίας ζητάει το κεφάλι του από τον Τζαννέτο Γρηγοράκη. Έχουμε λοιπόν μπροστά μας μήνες ως τα μέσα Οχτ. του 1803, 258 που ζει ακόμα ο Ζαχαριάς, και Ζαχαριά πουθενά δε βλέπουμε βοηθό των αχώριστων συντρόφων του, που κατατρέχονται θανάσιμα, και που τα χαρτιά των συγγενών και θαμαστών τους, τα υστερόχρονα τυπωμένα ή τα χειρόγραφα, τον παρασταίνουνε φίλο τους αχώριστο και πιστό, κι αρχηγό του Θοδωράκη στο πρώτο του στάδιο, και σύντροφο των Πετμεζαίων. Τι γίνηκε λοιπόν ο Ζαχαριάς; Ο Ζαχαριάς ήταν τώρα ανακατεμένος στους εμφύλιους σπαραγμούς της Μάνης, με λουφέ βέβαια κι αυτός, όπως κι ο Θ. Κολοκοτρ., που τον είδαμε να μπαινοβγαίνει στη Μάνη. Περίεργο είναι πως ο μπέης της Μάνης Κουμουντουράκης, που, καθώς θα δείτε, παύτηκε Αύγουστο του 1803 γιατί υποστήριζε τους Κλέφτες, είχε βοηθό του τον Θοδ. Κολοκ. (Αυτοβιογρ. σελ. 11) μαζί μ’ άλλους πολλούς. Ο Ζαχαριάς όμως, καθώς γράφει πάλι ο Θοδ. Κ. «βοηθούσε τους άλλους», δηλ. τον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη, που τονέ βρίσκουμε μπέη της Μάνης, 15 Οχτ. 1803. Έτσι ο Ζαχαριάς ήτανε ψυχραμένος με τον Κολοκοτρώνη. Ας έρθουμε τώρα λοιπόν στου Ζαχαριά το τέλος.

Η Μάνη, καθώς είπα, ήταν άνω κάτου. Τέλη Αυγ. του 1803, βρισκόταν εκεί κι ο μπέης της Ύδρας «μπασ-κοτζάμπασης» Καπετάν Γ. Βούλγαρης, στελμένος από τον Καπετάν Πασά Γαζή Χασάν με διαταγή του από 11 Αυγούστου. Η διαταγή αυτή 259 είναι σφοδρή κατηγόρια κατά του μπέη της Μάνης, «μπασ-μπογού» Π. Κουμουντουράκη και καθαίρεσή του για την υποστήριξη που έδινε στους Κλέφτες, και Μανιάτες μα και Μοραΐτες, που κυνηγημένοι απ’ τον Μοριά βρίσκαν υποδοχή και μιστό μέσα στη Μάνη, χωρισμένη σ' άγρια κόμματα που μαλώνανε για το μπεϊλίκι. Από τη διαταγή αυτή παίρνω ένα κομμάτι: «Προ μερικών χρόνων άρχισεν ο Παναγιώτης Κουμουντουράκης... να κάμει κινήματα μη ανήκοντα εις το μπασ-μπογλίκι του και να εβγαίνει σαχίπης (σ. προστάτης) εις τους κακότροπους σπαντίδους και να γίνεται σύντροφος με αυτούς... επιτρέπων το να ξεγυμνώνουν όσα καράβια ήθελαν απαντήσει... κάμνοντας ζάπτι και αυτά τα ίδια καράβια· διά ταύτα πάντα... έγινε ήδη άζλι (σ. παύτηκε), και αντ’ αυτού διορίσθη εις έτερος μπασ-καπετάνος Αντώνης Γρηγοράκης μπασ-μπόγης της Μάνης 260… χρεωστεί ο διαληφθείς Κουμουντουράκης... διάφορα πράγματα τα οποία αφήρπασεν από κάμποσα ιμπεριάλικα αουστριακά φιλικά καράβια... είναι άφευκτον και κατά πάντα αναγκαίον το να γίνουν ζάπτι από μέρους του μιρίου 261 όλα τα πράγματα και υποστατικά και ό,τι αν έχει ο ρηθείς Κουμουντουράκης». Παρακάτου κατηγοριέται ο ίδιος πως είχε κι άλλους συντρόφους σ’ άλλες επαρχίες του Μοριά κλπ. Είδατε και πιο πάνου, στις πειρατείες του Αντρέα Τσακώνη, πως ο Ζαχαριάς έστελνε ανθρώπους του να λαβαίνουνε μέρος, μα ο ίδιος δε φαινόταν. Είδατε ακόμα και της Ύδρας την ανησυχία, που φοβότανε μη θυμώσει τον τρομερό φίλο της τον Καπετάν Πασά, κι είχε ακόμα στείλει τον μπέη της στη Μάνη. Όλα αυτά, και μάλιστα η πάψη του Κουμουντουράκη, δείχνουν την κατάσταση της Μάνης πολύ ανήσυχη. Ο διορισμός του Αντωνόμπεη Γρηγοράκη —που με το κόμμα του ήτανε κι ο Ζαχαριάς— αντί ν’ απομακρύνει τον κίντυνο, τον έφερε κοντύτερα στον τρομερό Κλεφτο-πειρατή. Ο Καπετάν Πασάς, 15 Οχτ. 1803 262 έγραψε στον Αντωνόμπεη: «... Ο σκοπός του να σε διορίσομεν μπασ-μπόγην δεν ήτον άλλος, ειμή κάμνοντας δέφι (σ. κατατρέχοντας) τους χαϊδούτηδες και σπαντίδους... να αποκαταστήσεις ήσυχον και ατάραχον όλην την Μάνην... (σ. ακολουθούν επιπλήξεις γιατί, μετά το πιάσιμο του Κουμουντούρου, και μ’ όλη τη σύσταση του Καν Γιώργη Βούλγαρη, καμμιά υπηρεσία δεν πρόσφερε, ούτε έπιασε τον χαΐνη Τζαννέτο 263... είναι άφευκτος η θέλησίς μας να εξολοθρευθούν ο τε Ζαχαριάς, Ατέσης και ο Κλεπτο-Αλεξανδρής 264 ...». Το τέλος του Ζαχαριά δεν ήτανε μακριά. Η δολοφονία του από τον κουμπάρο του Κουκέα βεβαιώνεται κι από τον Μ. Οικονόμου (σελ. 45), δεν ξηγιόνται όμως τα ελατήρια, μα η προφορική παράδοση τ' αποδίνει σ' ερωτοδουλειές. Η ευσυνείδητη βιογρ. του Ζαχ. (στο περιοδ,«Δραγατσάνιον») εξηγεί πως κάποιο κορίτσι από το σπίτι του Μούρτζινου ακολούθησε τον Ζαχαριά, κι ο Μούρτζινος μελέτησε κι εκτέλεσε τον φόνο με δικούς του ανθρώπους στο σπίτι του Κουκέα. Το κεφάλι του στάλθηκε στον Καπετάν Πασά. Η παράδοση ζει ακόμα στη Μάνη πως ο Μούρτζινος είχε βάλει ανθρώπους για τον φόνο του Ζαχαριά. 265

Είναι όμως ανάγκη εδώ να βάλω τη μαρτυρία του ευσυνείδητου Γερμανού περιηγητή Bartholdy (Γαλ. μετάφρ. του ταξιδιού του τ. Α', 1807, Παρίσι, σελ. 196-7, σημ.). Απ' όσα γράφει αυτός αρκετά σημεία της ζωής του Ζαχαριά φωτίζονται. Είδαμε πως ο Ζαχαριάς ζει, 15 Οχτ. του 1803 (χρονολογία της διαταγής του Καπετάν Πασά προς τον μπέη Αντ. Γρηγοράκη): «...Ο σημερινός μπέης, Αντωνόμπεης, πέτυχε αρκετά να κατασιγάσει τις φιλονικίες που χώριζαν τους αρχηγούς διαφόρων συμμοριών· η επιτυχία του έγινε μεγαλύτερη μετά τον χαλασμό του Ζαχαριά, του πιο γενναίου, μα και πιο ανήσυχου και πιο άσπλαχνου απ’ όλους τους ληστάδες. Ήταν περίφημος να προμαντεύει από τα σωτικά και τα κόκκαλα των αρνιών, κι έτσι γλίτωσε από πολλούς κιντύνους 266 ... Μολογάνε ακόμα γι’ αυτόν κάποια περιστατικά, που δείχνουν ευγενική ψυχή· τ’ όνομά του δοξάζεται από τα λαϊκά τραγούδια. 267 Ο Σερεμέτμπεης καπετάνος μιας τούρκικης φρεγάτας, 268 φτάνοντας στο Μαραθονήσι, καλοκαίρι του 1803, έπιασε τις γυναίκες και τα παιδιά των Μανιατών που υποστηρίζαν τον Ζαχαριά, και τους φοβέρισε να τα πάρει μαζί του και να τα σκοτώσει, αν δεν του φέρναν το κεφάλι του. Έτσι εκείνοι του στήσανε καρτέρι, τον ντουφεκίσανε, και το κεφάλι του στάλθηκε στην Πόλη(;). Ο Ζαχαριάς είχε γεννήσει μεγάλες ανησυχίες και φόβους μήπως σηκώσει ταραχές πιο σοβαρές στον Μοριά, γιατί νομίζαν πως αυτός ήταν ένας από τους ανθρώπους που η Γαλλική κορβέττα «Arabe» τους είχε φέρει πολεμοφόδια, λένε μάλιστα πως οι άνθρωποι του Ζαχαριά είχανε προσφέρει ένα τραπέζι περιποιητικό στον Γάλλο κυβερνήτη». 269 Συμπέρασμα είναι πως και στη Μάνη, όπως και στον άλλο τον Μοριά, η Τούρκικη εξουσία είχε βάλει όλα τα δυνατά της για τον ξεπατωμό των Κλεφτών και την αποκατάσταση της τάξης. Το τέλος όμως του Ζαχαριά είναι περιστατικό που δεν έχει σκέση με τον κατατρεγμό των Κολοκοτρ. και Πετμεζαίων.Η Τούρκικη εξουσία, και ύστερ’ απ’ αυτή τη δράση της στα 1803, δυνάμωσε ακόμα περισσότερο τα μέτρα της κατά τα χρόνια τα παρακατινά, καθώς θα φανεί αμέσως παρακάτου.

Χαλασμός των Κλεφτών του Μοριά —1805-6. Το περιοδικό ξαγρίεμα της Τουρκ. εξουσίας δε σημαίνει και την περιοδικήν ακμή της Κλεφτουριάς· απλά και φυσικά, η εξουσία είν’ άγρυπνη κι έτοιμη να χτυπήσει κάθε ξαφνικά κίνημα ενάντιο στην ησυχία του τόπου. Και η τελευταία λοιπόν καταδρομή του 1805-6 δεν ήτανε παρά συνέχεια συστηματική των περασμένων μέτρων, που τα ‘χε αρχίσει πρώτος ο Χασάν Πασάς μετά τα 1779. Αυτό όμως δε θα πει πως η Πόρτα, κάτου απ’ αυτές τις ανησυχίες, πάντα φιλύποφτη και τριγυρισμένη από εχτρούς μεγάλους, τη Ρωσία και τον Ναπολέοντα, δεν έβλεπε και ξένο δάχτυλο. Είχε και σοβαρές αφορμές να ‘ναι ύποφτη. Στη Ρούμελη, κατά τα 1805, είχε αρχίσει μεγάλη συνωμοσία των Κλεφτών κι Αρματολών, κι αυτό το κίνημα, από χρόνια πρωτύτερα, τ’ οργάνωνε της Ρωσίας ο πρόξενος στην Πρέβεζα Λουίζης Σωτήρης, Έλληνας πατριώτης από τη Λευκάδα. Ο Αλήπασας πληροφορούσε την Πόρτα, μα και την ανησυχούσε περισσότερο για να κερδίζει ο ίδιος από τους δικούς της φόβους. Έτσι και στη χέρσα Ελλάδα άρχισε, όχι φανερή όπως στον Μοριά των Κλεφτών καταδρομή, μα δολερή, με δολοφονίες και προδοσίες· τα δυο χρόνια 1805-6 είν’ εποχή πολύ σκληρότερης και πιο απλωμένης καταδρομής των Κλεφτών κι Αρματολών στη Ρούμελη. Η Ρωσία δεν ανακάτευε μοναχά τη βορεινή Ελλάδα, μα και τη Σερβία πιο πάνου και τη Βουλγαρία και τη Βλαχιά. Όσο για τον Μοριά, δάχτυλος Ρωσικός πουθενά δε φαίνεται, κατά τα δυο χρόνια που είπα, τα μέτρα όμως τα γενικά της Πόρτας πήρανε μέσα και την Κλεφτουριά τη Μοραΐτικη. 270

Τις Ρωσικές ενέργειες, που οι σκλαβωμένοι Έλληνες ήτανε μαθημένοι ν’ ανοίγουν την αθώα τους καρδιά και να τις ακροάζονται μ’ ελπίδες —αλλά ο καιρός κατόπι τις έδειχνε ψέμα και πλάνη— τις ενέργειες αυτές άλλη ενάντια δύναμη έβγαινε στη μέση και τις αντιπολεμούσε, του Ναπολέοντα η διπλωματία. Κι ενώ ο ίδιος αυτός Γάλλος καταχτητής από τα 1798 είχε βάλει το ποδάρι του στην Αίγυφτο, ο καταχτόνιος Ταλλεϋράντος ιδροκοπούσε να πείσει την Τουρκιά πως ο Ναπολέοντας ήταν ο φίλος της κι ο Ρώσσος ήταν ο εχτρός. Περίφημος είναι όμως άγνωστος στην ιστορία μας, ο λίβελλός του ο τόσο υβριστικός, που απάγγειλε λίγο πρωτύτερα από τα 1805 —δεν έχω τη χρονολογία, μα έχω το κείμενό του— λόγος λύσσα γεμάτος κατά των αφοσιωμένων της Ρωσίας Ελλήνων, της προστασίας που χαίρονταν τα εμπορικά καράβια τους κοντά στους Ρώσσους κλπ. Η αλήθεια είναι πως η ακμή η οικονομική των ραγιάδων Ελλήνων της Τουρκιάς είχε φτάσει στο έπακρο, και η Πόρτα είχε αρχίσει να λαβαίνει μέτρα μάλιστα κατά των καραβιών, που με Ρωσική σημαία περνούσαν τα Στενά· μαζί όμως μ’ αυτά τα μέτρα είχε αρχίσει να μην αναγνωρίζει τα περίφημα μπεράτια —τούτο πάλι προνόμιο Γαλλικό πολύ παλιότερο. Η Πόρτα το ‘ξερε καλά πού έβανε το χέρι της η Ρωσία και πού η Γαλλία· γι’ αυτό η καταδρομή της Κλεφτουριάς στη Ρούμελη δεν ήτανε μοναχά μέτρο της δημόσιας τάξης, άλλα και μέτρο φρόνιμο κατά της Ρωσικής ραδιουργίας. Ο Φιλήμονας, στον «Αιώνα» του 14 Αυγ. 1842, ρητά βεβαιώνει πως, ίσα-ίσα ο περίφημος αυτός του Ταλλεϋράντου λόγος, στελμένος στον Γάλλο πρεσβευτή της Πόλης Σεμπαστιάνη, «επέφερε τον εκ μέρους της Οθωμ. Πόρτας καταδιωγμόν και την εξόντωσιν των κατά την Πελοπόννησον και την Ρούμελην οπλαρχηγών Ελλήνων». Όμως την αφορμή του κατατρεγμού των Κλεφτών του Μοριά τη δώσαν οι ίδιοι οι Κλέφτες. Ρωσικό εγώ δάχτυλο δε βλέπω πουθενά σ' αυτή την καταδρομή. Τα μέτρα κατά των Κλεφτών, μέτρα υπερβολικά, η Πόρτα τα ‘λαβε όχι από την υποψία της Ρωσίας, αλλά από την υποψία του Ναπολέοντα. Και μένει μια αλήθεια μοναχά, πως παραζαλισμένη η Πόρτα από τον Ρωσικόν κίντυνο, φαντάστηκε υπερβολικό και τον κίντυνο του Ναπολέοντα. Η αφορμή που ‘δωσε στην Πόρτα την πρώτη υποψία ερχόταν από τη Μάνη, από κάποια εκεί ενέργεια του Ναπολέοντα που την ανάφερα πιο πάνου. Την υποψία της λοιπόν αυτή την άπλωσε η Πόρτα από τη Μάνη και σ' όλο τον Μοριά.

Από τότε που η Μάνη υποτάχτηκε στον Καπετάν-Πασά, ο δυνατός Χασάν δεν έπαψε να την κρατεί ήσυχη με μέτρα του πολύ αυστηρά. Μοίρα Τούρκικη στάθμευε πάντα στη Μονοβασιά, έτοιμη να την αποκλείσει και να τη λιμοχτονήσει. Ο Καπετανάμπεης (βαθμός β' μετά τον Καπετάν Πασά) του βασ. στόλου Σερεμέτμπεης, έχοντας βοηθό και τον περίφημο από τα πρώτα χρόνια της υποταγής της Μάνης Χασάν-μπεη, κυβερνήτη σουλτανικού κατέργου, συχνά βρίσκεται στο λιμάνι των Κιτριών, κι εκείθε στέλνει μέσα τις προσταγές, του, κι έχει έργο από τα 1801, όχι μοναχά να φυλάει τη Μάνη από το μέρος, της θάλασσας, μα και τη θάλασσα να τη φυλάει από τη Μάνη. Ο Χασάν-μπεης, καθώς είπα, είχε σταθμό του τη Μονοβασιά, και γράφει ο Leake, 28 Μαρτ. 1805 (Α', σ, 206): «Ο Χασάν-μπεης δεν είναι μοναχά ζαμπίτης του κάστρου (της Μονοβ.)και βόιβοντας της επαρχίας, μα και κυβερνήτης του σουλτανικού κατέργου, που σταθμεύει εκεί για να κυνηγάει τους πειρατές, και περισσότερο να φυλάει τη Μάνη στη σημερινή της υπακοή». Ο ίδιος Leake (Α', σ. 475) γράφει, 5 Μαγιού 1805: «Από τότε που άφησα τη Μάνη, ο Τούρκος ναύαρχος (Σερεμέτμπεης) φορολόγησε τους Βοιτυλιώτες 5 γρόσια το σπίτι και τους υποχρέωσε να δώσουν ομήρους για την καλή τους διαγωγή στο μέλλον. Την ίδια εγγύηση πήρε κι από τον Τζαννέτμπεη· πήρε ομήρους τον γιο του Γιώργη κι έναν εγγονό του… υποχρέωσε και τον Κν Χρηστέα να παραδώσει τον γιο του κι ένα κανόνι, που πολεμούσε μ’ αυτό τους πύργους των εχτρών του». Όσο για τον Χασάν-μπεη, είναι κι αυτός πολύ περήφανος για τα κατορθώματά του ενάντια στους Μανιάτες. Δεν τους άφησε, λέει, ούτε μια τράτα μοναχή να κάνουν τις διαρπαγές τους στη θάλασσα. Δυο από τις γαλέρες τους, 271 όμοιες με το δικό του κάτεργο, αλλά μικρότερες, είναι συρμένες όξω στον γιαλό, κοντά στον γεφύρι της Μονοβασιάς. Βεβαιώνει ο Χασάν-μπεης, πως από τότε που ανάλαβε αυτή την αρχή (σ. από το 1801) γκρέμισε 18 πύργους Μανιάτικους, κι άλλα τόσα χωριά χάλασε· λίγους μήνες πρωτύτερα πάτησε το Μαραθονήσι, 272 αφού το μπομπάρδισε γερά, και τότε έβαλε στο χέρι 90 καντάρια μπαρούτι, σε βαρέλια από 400 οκάδες, και 40 καντάρια μπόμπες, που τα είχε ξεφορτώσει Γαλλικό πολεμικό καράβι. Το ίδιο αυτό καράβι από τη Μάνη ξεφόρτωσε και στην Κρήτη για τους Σφακιανούς άλλα πολεμοφόδια, μα ο ζαμπίτης των Χανιών πρόλαβε να τα πιάσει. Ο Χασάν-μπεης πληρώνεται, για να διατηρεί το κάτεργό του, 12 χιλ. γρόσια τον χρόνο κλπ. Είναι αυτό πλοίο με 12 κανόνια και 18 ζευγάρια κουπιά».

Το Μαραθονήσι το κρατούσε και το υπεράσπιζε ο παυμένος μπέης της Μάνης Τζαννέτος Γρηγοράκης, και η πολιορκία και καταστροφή του, και η κατάσχεση των Γαλλικών πολεμοφοδίων έγινε όχι από τον Χασάν-μπεη μοναχό, παρά τον αντιναύαρχο Σερεμέτ-μπεη (Leake, τ, Α', σ. 234). Την ανησυχία λοιπόν της Πόρτας την είχε προκαλέσει η στάση του Τζαννέτμπεη, και τα Γαλλικά πολεμοφόδια είχανε σταλθεί με τη φροντίδα του γιου του Πιέρρου, που ζούσε στελμένος στη Γαλλία. Ο Leake (τ. Α', σ. 80) γράφει, 4 Μαρτ. 1805: «Οι Τούρκοι του Μοριά, αδύνατοι καθώς το νιώθουνε και οι ίδιοι, είναι εξαιρετικά ανήσυχοι μήπως οι Γάλλοι δοκιμάσουνε να σηκώσουν επανάσταση των Ελλήνων και κάμουν απόβαση· αυτός ο φόβος, καθώς είναι φυσικά ωμοί, τους σπρώχνει σε κάθε λογής πιέσεις κατά των Ελλήνων, που είναι κι αυτοί ανήσυχοι από τις φήμες αυτές όσο είναι κι οι Τούρκοι». (Βλ. και Φιλήμονα, το βιβλίο του για τη Φιλ. Εταιρεία, σ. 111). Όμως και πάλι είναι ζήτημα αν, με τη φροντίδα αυτή του γιου του Τζαννέτμπεη, στάλθηκαν τα πολεμοφόδια, αφού και στα Σφακιά στάλθηκαν άλλα. Η κυβέρνηση του Ναπολέοντα ακολουθούσε γενική πολιτική δική της στην Ανατολή, κι ο σκοπός της ήτανε να προκαλεί ανησυχίες στους πολεμικούς λαούς της Τουρκιάς, οπού μπορούσε να φτάσει η ναυτική της δύναμη.

Έρχομαι τώρα στον Μοριά. Ο Άγγλος πάλι Leake (τ. Β', σελ. 48) γράφει, τέλη του Μαγιού 1805 273: «Ενώ έλειπα από την Τριπολιτσά, ο Πασάς κάλεσε σύνοδο όλων των βοϊβοντάδων, αγάδων και κοτζαμπασήδων· ένα φερμάνι από την Πόρτα πρόσταζε να δυναμωθεί ο Μοριάς με στρατό, κι αυτό γιατί πολλές ανησυχίες ήταν από τους Γάλλους. 274 Τα έξοδα αυτής της στρατολογίας θα τα πλήρωνε ο Μοριάς. Ένα σώμα από 600, Αρβανίτες τους περισσότερους, που είχε φτάσει από τη Ρούμελη, ζητούσε 12 γρόσια τον μήνα για τον κάθε άντρα· ο Πασάς δεν έδινε παρά 8, και στο τέλος αποφασίστηκε από τη σύναξη να διαλυθεί το σώμα με κάποια πληρωμή, κι ο Πασάς να παραστήσει στην Πόρτα πως ο τόπος δεν μπορούσε να τους διατηρήσει, γιατί η τελευταία σοδειά ήτανε κακή... Άλλο φερμάνι παράγγελνε κανένας Γάλλος να μη βγαίνει από πολεμικό καράβι». Απ' αυτή την αξιόπιστη μαρτυρία φαίνεται πως ο χαλασμός των Κλεφτών, κατά τα 1805, αφορμή δεν είχε την παρακίνηση του Γάλλου πρεσβευτή Σεμπαστιάνη κατά της Ρωσίας, καθώς γράφει ο Φιλήμονας· ο Σεμπαστιάνης είχε φτάσει στην Πόλη Νοέβρη 1806, και τότε ο χαλασμός πια ήτανε τελειωμένος. Και δεν ήτανε μοναχά οι ανησυχίες από τον Ναπολέοντα, που ανάγκαζαν την Πόρτα να λάβει αυστηρότερα μέτρα στον Μοριά, ήτανε κι αλήθεια ανάγκη τοπική να σφιχτούνε του λαού τα δεσμά, γιατί η κατάστασή του η οικονομική όλο και χειροτέρευε, και μπορούσε σ’ απόκοτα έργα να τονέ ρίξει. Μέσα στις χώρες η φτώχεια γεννοβολάει το έγκλημα· στην εξοχή κάνει να φυτρώσει πρώτα η ζωοκλοπή, ύστερα η φυγοδικία, και τέλος η ληστεία να θεριέψει. Ο Κλέφτης πρώτα και κύρια ήτανε ληστής, κι η ληστεία το επάγγελμά του· αν τώρα ομορφαίνουμε τις πράξεις του, είναι γιατί η δημόσια αρχή που τον κατάτρεχε ήταν ξενική κι αλλόπιστη. Όμως με την ίδια μανία ο Κατσαντώνης χτυπούσε τους Αρβατιτάδες μ’ όση ο Καλαμάτας κι ο Νταβέλης χτυπούσανε τους οροφύλακες και χωροφύλακες επί Όθωνα. 275

Στη Ρούμελη, η Τούρκικη εξουσία άλλον τρόπο δεν είχε να συμμαζεύει τ’ άταχτα στοιχεία, τα βουνίσια, που ζητούσαν τον τρόπο της ζωής τους στη ληστεία, παρά να τα χωνεύει στον οργανισμό των Αρματολικιών. Ο Κλέφτης ή έπρεπε να «προσκυνήσει» και να γίνει Αρματολός, κυνηγώντας τους άλλους Κλέφτες, ή ν' αρχίσει πόλεμο θανάσιμο με τους Αρματολούς. Στον Μοριά, όπου όχι λίγος πληθυσμός βουνίσιος δυστυχούσε, ο φτωχικός οργανισμός των Κάπων δεν έφτανε να χωνέψει κάθε άταχτο στοιχείο· περισσεύανε λοιπόν πολλοί, και τριγυρίζαν τα βουνά ζώντας με κλεψιές και μ’ αρπαγές, αφού δεν είχαν άλλον τρόπο ν’ απαντήσουν τις ανάγκες τους. Ο αριθμός των Κλεφτών αυτών λιγόστευε ή μεγάλωνε πρώτα κατά την οικονομικήν ανάγκη των βουνίσιων επαρχιών και ύστερα κατά τα μέτρα, που λάβαινε η αρχή κάθε φορά· άμα η ληστεία γινόταν αβάσταχτη, άρχιζε τότε και η καταδρομή της. Στην εποχή όμως του 1805, που είναι ο λόγος μας, μπήκανε στη μέση κι άλλα αίτια περιστατικά. Έλειψε η Μάνη, των Κλεφτών το καταφύγιο. Τα μέτρα τα σφιχτά του Καπετανάμπεη είχανε στεριώσει την εξουσία στα χέρια του Αντωνόμπεη, είχανε συντρίψει την αντίσταση του Τζαννέτμπεη, βγάλει από τη μέση τον Ζαχαριά και τους υποστηριχτές του. Στη Μάνη λοιπόν Κλέφτες Μοραΐτες δε μπορούσαν πια να βάλουν το ποδάρι. Μα και στον Μοριά οι κοτζαμπασήδες είχανε διώξει τους Κάπους, τους διπλοπρόσωπους —που κάνανε τον Κάπο, μα κάναν και τον Κλέφτη μυστικά. Οι Κολοκοτρωναίοι ήταν αποκηρυγμένοι από τους δυνατούς κοτζαμπασήδες τους Ντεληγιανναίους, κι άλλη καταφυγή οικονομική δε βρίσκανε, παρά την Κλεψιά, πα να πει τη ληστεία. Την κακή οικονομική κατάσταση του τόπου την είδατε πιο πάνου. Θα δούμε και πιο κάτου πώς οι Κλέφτες του Μοριά αρνηθήκανε να πάνε στα Εφτάνησα, προτιμώντας την επικίντυνη ζωή του Κλέφτη από την κανονική ζωή του μιστοφόρου άταχτου. Έτσι, γυρίζοντας κι ο Θοδ. Κολοκ. από τη Ζάκυθο, τον ίδιο μήνα που πήγε, Αύγ. του 1805, ηύρε τους συντρόφους του στην ίδια άθλια θέση που τους άφησε. Και τώρα, μ' έναν Άγγλο περιηγητή καλόπιστο οδηγό, ας βγούμε κι εμείς παγανιά κι ας πάμε γυρεύοντας τα χνάρια των Κλεφτών, τα τελευταία…

Πέφτουμε απάνου πρώτα σ’ έναν άγνωστο Κλέφτη Γιώργα, που ο Leake μιλεί πολύ γι’ αυτόν. «Γιώργας», έτσι γνωστός χωρίς επίθετο, είναι αρχηγός Κλεφτών περίφημος στην ιστορία του χαλασμού, καθώς θα φανεί πιο κάτου. Ο Leake, ενώ πρώτα τον αναφέρνει μοναχά με το βαφτιστικό του, έπειτα προσθέτει κι επίθετο, «Γιώργος Κολοκοτρώνης», ξηγώντας με τη φράση «ο ίδιος», πως, εννοεί τον Γιώργο, που τον ανάφερε λίγο πιο πάνου. Αυτό σημαίνει πως θα ρώτησε τους χωριάτες· εκείνος όμως που του ξήγησε πως ο Γιώργος ήτανε Κολοκοτρώνης, τονέ γέλασε χωρίς να θέλει. Οι χωριάτες του Μυστρά και της Καλαμάτας ακούγανε πολύ συχνότερα τους Κολοκοτρωναίους, οικογένεια Κλέφτικη από πολλά μέλη, παρά τον Γιώργα τον άγνωστο, ή λίγο γνωστό, ίσως, ως εκείνο τον καιρό. Ο Γιώργας δεν άργησε να φανεί Κλέφτης φοβερός, καθώς θα τονέ δείτε παρακάτου, πάντα όμως με το μικρό του τ’ όνομα γνωστός, ενώ Γιώργος Κολοκοτρώνης πουθενά δε φαίνεται ούτε στις ανέκδοτες πηγές, ούτε στον Φραντζή, ούτε ακόμα στην Αυτοβιογρ. του Θοδωράκη, που αραδιάζει, περιγράφοντας τον χαλασμό, όλα τα ονόματα της γεννολογιάς του, όσους χάθηκαν ή γλίτωσαν, όμως Γιώργο δεν αναφέρνει πουθενά. Γιώργος Κολοκ. σκοτώθηκε μαζί με τον αδελφό του Κωσταντή στην Καστάνιτσα, στα 1780. Αν άφησε παιδί ή εγγόνι, αυτός θα ήτανε μικρός ή ασήμαντος, αφού, καθώς είπα, ούτε τον αναφέρνει ο Θοδωράκης. Ο Γιώργας όμως, ο χωρίς επίθετο, παίζει το κύριο μέρος στο δράμα του χαλασμού. Ο Ρ. Παλαμίδης, καθώς είδατε, μιλώντας για τον χαλασμό, αναφέρνει πως χαλάστηκαν οι Κολοκοτρωναίοι μαζί κι ο «Γιώργας από τον Αετό». Αυτόνε μοναχά κρίνει άξιο ν’ αναφέρει απ’ όλους τους άλλους Κλέφτες του Μοριά. Ο Γιώργας ήταν από τα Κοντοβούνια της Τριφυλίας, χωριό Αετός. Κυνηγημένος από τον δυνατό προύχοντα των Γαργαλιάνων —ίσως ήτανε παυμένος Κάπος, όπως είχανε παυτεί και οι Κολοκοτρωναίοι— βέβαιο είναι όμως πως η περίφημη αιχμαλωσία αυτού του προύχοντα, που έδωσε αφορμή στον χαλασμό, γίνηκε με θέλημα του Γιώργα, με την αρχηγία του Γιώργα. Τον Γιώργα ακολούθησαν οι Κολοκοτρωναίοι, δίνοντας τη βοήθειά τους, για να κάμει ο Γιώργας τον σκοπό του. Άλλο κανένα συφέρο δεν είχαν οι Κολοκοτρωναίοι ν' ανακατευτούνε στα πολιτικά των Γαργαλιάνων· σαν Κάποι ξεπεσμένοι θα βοήθησαν Κάπο ξεπεσμένο, σύντροφό τους. Αυτά θα τα δείτε περιστατικά γραμμένα παρακάτου. Τ' όνομα του Γιώργα, έτσι ορφανό από οικογ. επίθετο, θα ‘μαθε ο λογιότατος Φαλέζ πως το αναφέρνουν οι Άγγλοι περιηγητές κι έπλασε ένα Γιώργα πρώτον ξάδερφο του Γέρου, στολισμένο με ψεύτικα τραγούδια, με κατορθώματα περίφημα, να σκοτώνεται μαζί με τους άλλους στης Αιμιαλούς τ’ αμπέλι κλπ. Όμως αν υπήρχε κει κανένας Γιώργος πρωτοξάδερφος του Θοδωράκη, αυτός θα τον ανάφερνε στην Αυτοβιογρ. του, καθώς ανάφερε τον Αντώνη, που, τάχα, ο Γιώργας ήταν αδερφός του, κατά τον Φαλέζ. Όμως δε φτάνει αυτός ο Γιώργας στον Φαλέζ, αλλά αναφέρνει και Γιωργακλή, πρωτοξάδερφο κι αυτόν του Γέρου, που σκοτώθηκε κι αυτός μαζί με τους άλλους στον χαλασμό, (Θεοδ. Γ. Κολοκ. «Ολίγα τινά περί στρατ. ανατροφής» σ. 59-63. Ο συγγρ. είναι ο ίδιος ο Φαλέζ). Έρχομαι στην περιγραφή του Leake.

24 Απρίλη 1805. «Τα τελευταία κατορθώματα του Κάπ. Γιώργου και των παλικαριών του, που συχνάζανε στο Μοναστήρι του Βουρκάνου 276 τα κατάτρεξε η αρχή, και υποπτευότανε τους καλόγερους, πως βοηθούσανε τους Κλέφτες· γι’ αυτό τους ξόρισε από το μοναστήρι κι από τα μετόχια...» (τ. Α', σ. 385).—5 του Μάη 1805. «Θέλοντας να περάσω από την Καλαμάτα στον Μυστρά, από τον βουνίσιο δρόμο που φέρνει από την Κούτσοβα, ήτανε κάποια, δυσκολία σ’ αυτό, γιατί οι κλέφτες (robbers) δυο μήνες πρωτύτερα είχανε κατεβεί στον κάμπο της Καλαμάτας κι είχανε πράξει κάμποσες ληστείες, μα ο κυρ Ηλίας 277 φρόντισε για μουλάρια και μου ‘δωσε συντρόφους βουνίσιους χωριάτες, που οι κλέφτες τα είχανε καλά μαζί τους. Το κακό είναι όμως που τρεις μέρες πρωτύτερα ο Καν Γιώργος Κολοκοτρώνης ο ίδιος, μ’ ένα μεγάλο σώμα από παλικάρια του, φάνηκε ξαφνικά πίσω από τους κήπους των Καλυβιών της Καλαμάτας και σκλάβωσε 5-6 ανθρώπους. Οι Αρβανίτες, που ήτανε στελμένοι τελευταία στην Καλαμάτα, ως 40, από τον πασά, τους ριχτήκαν, ανοίξαν πόλεμο μαζί τους κοντά στο μοναστήρι του Αϊ-Λια, πλήγωσαν έναν ή δυο, μα οι κλέφτες ξεφύγανε μαζί με τα λάφυρά τους, και τώρα βρίσκονται στην Κούτσοβα. 278 Ο Γιανίτσαρός μου Αμούς 279 μου πρότεινε να με περάσει από τα βουνά με τη βοήθεια του φίλου του Καν Αντωνάκη από τη Λογκάστρα, γιατί αυτός θα μπορούσε να του στείλει ένα ή δυο από τα παιδιά του συντροφιά. 280 Όμως οι προύχοντες της Καλαμάτας είχαν τελευταία παραπονεθεί στον Πασά, πως η δύναμη η στελμένη για τους κλέφτες δεν ήταν αρκετή, και τώρα φοβόντανε μήπως, αν περάσω άφοβα το βουνό, που οι κλέφτες το ‘χουνε λημέρι τους (σ. το μέρος του Ταϋγέτου έξω από τα σύνορα της Μάνης προς τον Μυστρά), ο Πασάς θα νομίσει πως τον απατήσανε. Χωρίς άλλο οι κλέφτες οι ίδιοι θα μπορούσανε, χωρίς κίντυνο, να μας οδηγήσουν, αν τους πληρώναμε κάποιο συφωνημένο ποσό, και θα φυλάγανε τον λόγο τους. Κι ο φίλος μου κοτζαμπάσης είναι ανήσυχος τρομερά μ’ αυτή την πρόταση και λέει πως αν τα καταφέρουμε, χωρίς άλλο χάνει το κεφάλι του. Αναγκάστηκα λοιπόν ν' αλλάξω το σκέδιο της πορείας μου. Κάμποσον καιρό πρωτύτερα οι κλέφτες κρατούσαν τα κορφοβούνια από τον Ταΰγετο ίσα με το Λύκαιο 281 βρισκόντανε στο Μακρυπλάι, καθώς άκουσα, την ημέρα που το πέρασα (σ. 5 του Μαρτιού), κι αυτό συφωνεί μ' ό,τι μου είπε ο φύλακας του ντερβενιού (σ. Αρβανίτης, που, φαίνεται, τα είχε καλά με τους Κλέφτες). Ύστερα τραβηχτήκανε προς τη Μπαρντούνια, κι εκεί τους καλοδέχτηκε ο Αμούς αγάς (σ. άλλος από τον οδηγό του Άγγλου περιηγητή, ο περίφημος Μουσά-Μπαρντούνιας). Και τώρα, φαίνεται, πιάσαν τα παλιά λημέρια τους τριγύρω στη Γιωργίτσα» (Α', σ. 473 282). Απ' όσα γράφει ο Άγγλος περιηγητής πιο κάτου, ο Αμούσαγας ήτανε κι αυτός Κλέφτης και φορολογούσε τον κόσμο με φοβερίσματα άγρια.

Από το ξαγρίεμα του πασά, τους φόβους των Καλαματιανών κοτζαμπασήδων, τ’ απελπισμένα έργα του Γιώργα, που κατάντησε να κάμει μια ταπεινή ληστεία έξω από την Καλαμάτα 283) —ίσως είχε και τίποτε παράπονα από τους Καλαματιανούς— φαίνεται πως βρισκόμαστε μέσα στον κατατρεγμό, κι απ’ αυτά τα λίγα καταλαβαίνει κανείς και τα χειρότερα. Η καταδρομή είχε αρχίσει αρχές του 1804. Μάρτη αυτού του χρόνου κατατρέχτηκε ο Θοδ. Κολοκοτρώνης (Αυτοβιογρ. σ. 13-15), την ίδια εποχή κατατρεχτήκαν οι Πετμεζαίοι, και τα δυο αυτά Κλέφτικα σπίτια, από παλιούς παυμένους Κάπους, απελπισμένα βάνουνε στον νου τους τη φυγή για τα Εφτάνησα. Ο Γιώργας ξακολουθεί τα ληστρικά καμώματά του, και τον είδατε πιο πάνου, ως τον Μάη του 1805. Μα και οι άγνωστοι Κλέφτες, που ο Άγγλος Leake τους βρίσκει να μετατοπίζονται γύρω στον βορεινό Ταΰγετο, Μάη του ίδιου χρόνου, του Γιώργα σώμα φαίνονται να ‘ναι κι αυτοί. Ο Γιώργας είναι ίσως κι αυτός, καθώς είπα, παλιός Κάπος, και για δική του εκδίκηση πιάστηκε σκλάβος λίγο αργότερα ο προύχοντας των Γαργαλιάνων· θα τα δείτε αυτά πιο κάτου. Ο Θ. Κολοκοτ. (Αυτοβιογρ. σ. 16 κ. κ.) περιγράφει πολλές συμπλοκές που οι Κλέφτες είχαν κάμει τότε, πριν από τον αφορισμό· παρασταίνει τους Κλέφτες πολύ προκλητικούς και τον εαυτό του να παραβγαίνει στις παλικαριές με τον περίφημο Ντελή-Αχμέτη, ένα είδος γενικού μπουλούκμπαση, που είχε αναλάβει την υπηρεσία της καταδρομής. Οι προκλήσεις αυτές και τα συνερίσματα στην παλικαριά θα ήτανε κανείς πρόθυμος να τα παραδεχτεί, αν δεν έβγαινε για βέβαιο απ' όλες τις αξιόπιστες πηγές πως οι Κλέφτες μοναχά από την απελπισία τους είχανε ξεσπάσει σ' αυτό το κίνημα τ' απόκοτο, που το δείχνει τέτοιο και του Γιώργα του ατρόμητου το ταπεινό κίνημα στης Καλαμάτας τα περίχωρα. Ύστερ' από την περιγραφή αυτών των Κλέφτικων θριάμβων, ο Θ. Κολ. περνάει στο ζήτημα του αφορισμού και του φερμανιού —και τίποτε δε λέει για του πρωτοσύγκελου το σκλάβωμα. Να το είχε ξεχάσει είναι πράμα αδύνατο. Σκόπιμα λοιπόν το σωπαίνει, θέλοντας να δείξει πως η τρομάρα που είχανε χύσει οι Κλέφτες στον Μοριά, αυτή ήταν που προκάλεσε τον αφορισμό και το φερμάνι. Κοντά στον Ντελή-Αχμέτη, πιο κάτου, θα δείτε τον ίδιο τον βόιβοντα της Καρύταινας να κυνηγάει τους Κλέφτες. Άλλος μπουλούχμπασης Αλή-Τσεκούρας αναφέρνεται σε λαϊκό τραγούδι (Ν. Βέη «Δημώδη άσματα Φιγαλίας» σελ. 228).

Στο σύνολο, η συμμορία που προκάλεσε τον γενικόν κατατρεγμό, μα και τον χαλασμό της, ήταν από παλιούς κυνηγημένους Κάπους. Την ψυχολογία των Κλεφτο-Κάπων αυτών μας τη δίνει ο προύχοντας Παπατσώνης, πατριώτης του Γιώργα, στα χειρόγραφά του: «Ηνάγκαζον διά της ληστείας τους προεστούς διά να τους βάνουν Αρματολούς (γρ. Κάπους) και ότι δήθεν ούτοι να εμποδίζουν την τε ληστείαν 284 και την ζωοκλοπήν από τον τόπον, και κατά καιρόν τους έβγαναν και μπουγιουρδί του πασιά ως τοιούτους διοριζόμενους. Αλλ' όταν τους έκοβαν τα χάρτζια ταύτα, ήτοι τους λουφέδες των, εθύμωναν και ήρχιζαν την παλαιάν τους τέχνην με περισσοτέραν επίτασιν. Ο Πασιάς διά προτροπής των προεστών τους διόριζεν Αρματολούς όλους τούτους με τον σκοπόν να τους βάλουν εις το χέρι διά πλαγίων μέσων, να τους φονεύσει, αλλ’ ούτοι το καταλάβαινον τούτο και πάντοτε συσσωματωμένοι περιεφέροντο, 285 ουδέποτε έμβαινον εις πόλιν τινά όπου ήτον Τούρκοι πολλοί, και ούτω πως ετρέφοντο με τας ελπίδας ταύτας. Όταν τους έπαυαν όμως, εγίνοντο θηριωδέστεροι και ήρχιζαν και τους προεστούς, οίτινες τους επροστάτευον διά να είναι πάντοτε ένα φόβητρον προς τους Τούρκους».

Και μπαίνουμε στην τραγική ιστορία του χαλασμού, την τελευταία. Η σκληρή αυτή ζωή των Κλεφτών του Μοριά δε θα μπορούσε πολύ έτσι να βαστάξει. Βλέπουμε όμως, τάχα, πουθενά, μέσα σ’ αυτή τη ζωγραφιά, κανένα χαραχτήρα ηρωικό, κανένα παράδειγμα που να κινεί τον θαμασμό μας, βλέπουμε τους Κλέφτες να χτυπούσαν Τούρκους όπου κι αν τους βρίσκανε, βλέπουμε σημαίες Κλέφτικες ανεμιστές στα βουνά, στους κάμπους, βλέπουμε εκείνη την εικόνα, τέλος, την ποιητική που μας την παρασταίνουν οι από τα 1821 και κάτου λογιότατοι γραφιάδες, πεζολόγοι μαζί και στιχοπλόκοι; Θα ‘πρεπε εδώ ν’ αραδιάσω όλες εκείνες τις εικονικές περιγραφές, που άλλο σκοπό δεν έχουν παρά να σκοτίσουν την ιστορία την αληθινή. Διαβάστε στο τελευταίο μέρος αυτής της μελέτης την ατέλειωτη αρμαθιά των πλαστών τραγουδιών. Θυμηθείτε το ποίημα που αρχίζει: «Οι Κλέφτες που ‘ναι στον Μοριά είναι και βασιλιάδες / ο Θοδωρής είν’ βασιλιάς, κι ο Γιάννης είν’ βεζίρης... / κι ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη...». Ώστε ο Σουλτάνος από φόβο παράγγειλε τον ξεπατωμό των Κολοκοτρωναίων 286 ... Άλλο πάλι τραγούδι Κολοκοτρωναίικο παρασταίνει τους παπάδες και γερόντους του Μοριά να παραπονιόνται: «Άδικ', αφέντη βασιλιά, απ’ τον Κολοκοτρώνη τον Ζορμπά που μας σκοτώνει 287», μίμηση του τραγουδιού της Δυτ. Ελλάδας· «άδικ’, αφέντη μ’, άδικα από τον Γιώργο-Θώμο...288». Αν και με λύπη μου, είμαι αναγκασμένος να δώσω λίγες από το πλήθος των πλουσιοπάροχα χρωματισμένων περιγραφών του χαλασμού. Τ' ανέκδοτα απομνημ. του Κοντάκη γράφουν: «...Εστάλη (σ. από τον Σουλτάνο) σφοδρόν διάταγμα μυστικόν, πασιά όντος του Οσουμάν-πασιά, ομοίως και Συνοδικά καθ’ όλας τας Επαρχίας, τα οποία εκοινοποιήθησαν καθ’ όλα τα χωρία και ανεγνώσθησαν συγχρόνως διά μίαν ημέραν καθ’ όλας τας εκκλησίας και καθ’ όλα τα τζαμία, και εκινήθησαν διά μίαν ημέραν πανταχού, έκαστον χωρίον να περιπολεύσει εις την περιφέρειάν του. Ο δε Κεχαγιάς του Οσουμάν-πασιά εκστράτευσεν διά την Μεγαλούπολιν και Μεσσηνίαν, έχων φορτία παλούκια διά τους κλέπτας και κλεπταποδόχους, 289 ώστε κατήντησεν ο πατήρ να συλλαμβάνει τον υιόν και να τον παραδίδει. Τοιουτοτρόπως απωλέσθησαν οι λησταί άπαντες παρεκτός του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος κατέφυγε με εξ μόνον εις Μάνην εις τον Δ. Μούρτζινον, ο οποίος τον εφύλαξεν και τον διεύθυνεν εις Ζάκυνθον με τους συν αυτώ 290».

Του Φραντζή η περιγραφή είναι η πιο μεγαλόπρεπη από τις ως τώρα γνωστές πηγές (Α', σ. 40-44); «Αλλ’ επειδή ο παρά των Κλεπτών γιγνόμενος συνεχής (;) αφανισμός κατά των Οθωμανών, αφ’ ετέρου δε και τα ρηθέντα Καπιλίκια (διά τα οποία ελάμβανον μισθούς και σιτηρέσια υπέρογκα, ώστε έγιναν δυσβάστακτα), εξ άλλου δε, επειδή όστις δεν εδύνατο να οικονομήσει τους φόρους της εξουσίας, καθώς και πας άλλος παραπονεμένος, ή φονεύς, ή πράξας άλλο τι εναντίον της δικαιοσύνης και των καθεστώτων.... συνηνώνετο μετά των Κλεπτών, κατ’ εξοχήν δε επειδή ο φθόνος και η απεριόριστος των Οθωμανών κακία εκορυφώθη εναντίον της ισχυράς εξουσίας και δυνάμεως των κλεπτών, διά ταύτα πάντα ο κατά την εποχήν εκείνην (σ. του 1805) Πασάς της Πελοποννήσου Οσμάν-πασάς ανέφερεν εις τον Σουλτάνον ότι οι κλέπται πληθύνονται, και το αποτέλεσμα του πληθυσμού των 291 αγνοείται πού μέλλει να καταντήσει, και έδιδεν οδηγίας περί του αφανισμού αυτών. Ο δε Σουλτάνος εγκρίνας την γνωμοδότησιν του αντιπροσώπου του Πασά, διέταξε τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως με αυστηράν προσταγήν (επί τω κανονισμώ, της εχεμυθείας, χωρίς να διακοινωθεί εις άλλους) διά να εκδοθεί Συνοδικόν αφοριστικόν εις τους Πελοποννησίους Αρχιερείς και εις τους Ραγιάδες όλους, διά να ευρεθώσιν άπαντες οι Έλληνες της Πελοποννήσου έτοιμοι εις όσας διαταγάς ήθελεν εκδώσει ο Βαλής εναντίον των Κλεπτών, τους οποίους όστις ήθελε κρύψει και δεν τους ομολογήσει, να είναι αφορισμένος κτλ. κτλ. Το συνοδικόν αυτό, το οποίον (κατά την κοινήν παροιμίαν) εράιζε τας πέτρας, και το οποίον η Εκκλησία, μη δυναμένη να πράξει άλλως πώς εξέδωκε προς εξάλειψιν των Κλεπτών, συνοδευμένον και με συνοδικήν επιστολήν προς τους επισκόπους της Πελοποννήσου, εστάλη εις χείρας του Οσμάν-πασά, και περί τα τέλη του Νοεμβ. (1804, σ. γρ. 1805) ο Βαλής προσκαλέσας εις Τριπολιτσάν τους Αρχιερείς και τους προεστώτας, ανεκοίνωσεν εις αυτούς τον σκοπόν και την απόφασιν του Σουλτάνου· και πρώτον μεν ανεγνώσθη το φερμάνι, ακολούθως δε η συνοδική επιστολή και το συνοδικόν αφοριστικόν· 292 μετά την ανάγνωσιν των οποίων έκαμεν ο Βαλής ενώπιον αυτών τρομεράς ορκωμοσίας, λέγων «να μη τολμήσει τις να κοινοποίησει τον σκοπόν και την Σουλτ. απόφασιν (το οποίον αν γίνει, είναι αδύνατον να μη το μάθω), διότι όστις ήθελε φανεί προδότης του μυστικού τούτου, βαλλαχά-μπιλλαχά (μα τον Θεόν, μα τον Θεόν), μα το κεφάλι του βασιλέως, και να είμαι έξαρνος του Μοαμέτη, θέλω τον κάμει κομμάτια και θέλω τον ρίψει να τον φάγουν οι σκύλοι». Αλλά ποιος ηδύνατο να φανεί πλέον παραβάτης εις το παραμικρόν, τόσον διά τον τρομερόν φόβον της εξουσίας όσον και διά τας αράς τας οποίας είχε το πνεύμα του συνοδικού αφοριστικού; —Μετά δε την ανάγνωσιν των ρηθέντων επισήμων εγγράφων, αφού απελύθησαν οι αρχιερείς και οι προεστώτες, και επέστρεψεν έκαστος εις τα ίδια (λήγοντος του Δεκεμβρίου του 1805), οι μεν Αρχιερείς, φθάσαντες εις τας επισκοπάς των, διεκοίνωσαν εις πάντας τους υπό την επισκοπήν των το πνεύμα του Συνοδικού, διά να μη ήθελε τολμήσει κανείς να κρύψει μηδένα των Κλεπτών, αλλά ν' αναγγέλλωσιν ακόμη όσοι εγίνωσκον και την διαμονήν αυτών και πόθεν επρομηθεύοντο από τροφάς κτλ. Ο δε Πασάς ητοίμασε κατά την αυτήν στιγμήν τον Κεχαγιάμπεην (αντιπρόσωπον, επίτροπόν του), όστις εξήλθε πανστρατιά κατά των Κλεπτών φέρων μεθ’ εαυτού και κρεμάθρας και παλούκια χρωματισμένα. Φθάσας δε εις την Μεγαλούπολιν, εξέδωκε διαταγάς εις όλους τους κατοίκους των επαρχιών της Πελοποννήσου, Έλληνας τε και Οθωμανούς, εις τους προεστώτας, αρχιερείς και εις άπαν το πλήθος εκάστης τάξεως και βαθμού· και άμα ότε έφθασαν αι διαταγαί εις τας πόλεις, κωμοπόλεις και κώμας των επαρχιών, εξήρχοντο άπαντες άνευ της παραμικράς αναβολής, Οθωμανοί τε και Έλληνες, κατά των κλεπτών· και όχι μόνον έτρεχον εις τας πόλεις, κωμοπόλεις και κώμας, αλλ’ ακόμη και εις τα όρη, εις τα δάση, και εις τα σπήλαια, και όσους εκ των Κλεπτών συνελάμβανον ζώντας, 293 τους απέστελλον εις τον Κεχαγιάμπεην, έχοντα στρατόπεδα εις την κώμην Σινάνου (πρωτεύουσαν ήδη της Μεγαλουπόλεως) και εις την Σκάλαν (κώμην της Μεσσηνίας). Αφ’ όσους δε άλλους συνελάμβανε τους μεν εθανάτωνε διά της αγχόνης, τους δε έψηνεν εις την σούβλαν, και άλλους έσχιζεν εις τέσσαρα τμήματα και εκρέμα εις τας δημοσίας οδούς. Όσους δε πάλιν εφόνευεν ο περιφερόμενος στρατός, αυτών τας κεφάλας διεύθυνεν εις τον Κεχαγιάμπεην, και ούτως ηφανίσθησαν τότε πλέον των 600 Κλεπτών (!), εσώθησαν δε και ολίγοι εκ των υπ' αυτούς παλικαρίων».

Του Μ. Οικονόμου η περιγραφή (σ. 49) μιλεί πρώτα για τον φόβο που είχαν οι Τούρκοι από τη Ρωσία και για τη συβουλή που έδωσε η Γαλλία να κατατρεχτούν οι Κλέφτες, και τα δυο πράματα όχι σωστά. Τα γράφει, πιο κάτου, κι ο Θ. Κολοκοτρώνης. Για το φερμάνι κι αφορισμό ο Οικ. δανείστηκε την περιγραφή από τον Φραντζή· κι ύστερα προχωρεί: «Και ταύτα εν καιρώ χειμώνος, κατά την απόκρεω του 1805, πέμψας (σ. ο Πασάς) εγκαίρως και τον Κεχαγιάμπεήν του με δύναμιν τουρκικήν, όστις στρατοπεδεύσας εις Μεγαλόπολιν έπεμψεν εις Στεμνίτσαν και εις το μεταξύ Μεγαλουπ. και Καλαμών Δερβένι αποσπάσματα της δυνάμεως του· αυτός δ’ έστησεν εις Σινάνου τα φονικά όργανα, τα της απαγχονίσεως, τα του ανασκολοπισμού, σφύρας, πελέκεις... Έχων δε ο Κεχαγιάμπεης και ονομαστικόν κατάλογον προγεγραμμένων τινών ως σχετικοτέρων φίλων των Κλεφτών, οίον γιατάκηδων, κατασκόπων, αποκρυπτόντων, τροφοδοτούντων ή εφοδιαζόντων αυτούς εν προτέραις καταδιώξεσιν, διέταξε να προσέλθωσι και εμφανισθώσιν οι τοιούτοι ενώπιόν του· εμφανιζομένων δε, εκ τινος κινήματος, ή εκ της χροιάς, ή του τρόμου, ή και φαινομένης αφοβίας ή αταραξίας, ενί λόγω διά ψύλλου πήδημα, το δη λεγόμενον, αφορμήν λαμβάνων, τινάς μεν προγεγραμμένους ανεσκολόπιζε, τινών δε τα οστά ζώντων διά του πελέκεως ή της σφύρας συνέτριψεν ο ίδιος, ους μεν εκρεούργησεν, ους δ’ ώπτησε, και άλλας ωμότητας επεδείξατο διά να εμποιήσει τον τρόμον... Ταύτα και τα τοιαύτα μανθάνων ο Κολοκοτρώνης... συνεβούλευεν εις τους συντρόφους του την προς σωτηρίαν των κατά σπείρας φυγήν και απόκρυψιν... αλλ' ο αδελφός του Γιάννης και οι οπαδοί του δεν συνεφώνουν». 294

Ακολουθεί του Θ. Κολοκοτρώνη η μαρτυρία: «Ο Σουλτάνος λαμβάνει την ιδέαν να κόψει τον λαόν (;). Ο Πατριάρχης κάμνει παρατηρήσεις και λέγει τι πταίει ο λαός; Να σκοτώσομεν τους πρωταιτίους, τους κακούς, και τον αντισκόβει. 295 Η αναφορά των Τούρκων συμφωνεί με τας πληροφορίας του Καμπινέττου της Γαλλίας, ότι να χαλάσουν τους καπεταναίους τους λεγόμενους κλέφτας και τους καπεταναίους των καραβιών, διατί μία ημέρα ειμπορούν να κάμουν επανάστασιν. Τότε κάμνει ένα φερμάνι ο Σουλτάνος να σκοτώσουν τους κλέφτας. Αφοριστικό έρχεται του Πατριάρχου διά να σηκωθεί όλος ο λαός, και έτσι εκινήθηκεν όλη η Πελοπόννησος, Τούρκοι και Ρωμαίοι, κατά των Κολοκοτρωναίων. Τον Αύγουστον υπήγα εις Ζάκυνθον· τον Σεπτέμβρη εβγήκα έξω, και Ιανουάριον 1806 ήλθε το διάταγμα και μας εκυνήγησαν...» (Αυτοβιογρ., σελ. 16).

Πρέπει εδώ αμέσως να κάμω μερικές παρατηρήσεις στα γραφόμενα του Γέρου. «Ο Σουλτάνος λαμβάνει την ιδέαν να κόψει τον λαόν». Γλίστρημα γεροντικής μνήμης. Φήμη ήταν αόριστη, μετά τα Ορλωφικά, πως ο Σουλτάνος είχε αποφασίσει, τότε, γενική σφαγή στον Μοριά· φήμη ψεύτικη. «Η αναφορά των Τούρκων...». Δεν προκάλεσαν οι Τούρκοι τον κατατρεγμό των Κλεφτών βλέποντας τη στρατολογία Κλεφταρματολών που γινόταν από τους Ρώσσους στα Εφτάνησα, και είχε σκοπό να χτυπήσει τον Ναπολέοντα στέλνοντας άταχτα σώματα στη Νεάπολη της Ιταλίας. Οι Τούρκοι του Μοριά —και οι χριστιανοί μαζί— δεν κάνανε διπλωματία για να ξέρουν τι σκεφτότανε το Καμπινέττο της Γαλλίας. Αργότερα, επί Όθωνα, ο Γέρος έμαθε από τον Φιλήμονα το βρισολόγι του Ταλλεϋράντου κατά των Ελλήνων, του Ελληνικού ναυτικού, που κυριαρχούσε στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο, της Ρωσικής προστασίας κλπ. Ο Γάλλος διπλωμάτης πουθενά στον λόγο του δε μιλεί για Κλέφτες ή γι’ Αρματολούς, και είναι ζήτημα αν ήξερε τη μυστική Ρωσσοελληνική συνομωσία των Κλεφταρματολών της Χέρσας Ελλάδας, στα 1805. Όσο για τον Μοριά, ενώ μπορούσε ο πασάς να υποπτευτεί, μαθαίνοντας τη Ρωσική στρατολογία στα Εφτάνησα, όμως ανησυχούσε από τους Γάλλους μοναχά —αυτά τα ξήγησα πιο πάνου— κι αφορμή είχε το Γαλλικό πολεμικό που ‘βγαλε πολεμοφόδια στη Μάνη, κι όχι τίποτ’ άλλο. Ο Γέρος όμως αγαπάει τα μεγαλεία, και προτιμάει ο χαλασμός των Κλεφτών να είχε προκαλεστεί από τις ανησυχίες «του Καμπινέττου της Γαλλίας», κι όχι από τις ανησυχίες του λαού του Μοριά, χριστιανού και Τούρκου. «Τότε κάνει ένα φερμάνι ο Σουλτάνος...». Το φερμάνι, αν υπάρχει, το προκάλεσε η αγανάχτηση του Μοριά πέρα και πέρα. Ο ίδιος ο Γέρος μαρτυράει αυτή την πικρήν αλήθεια, πως όλος ο Μοριάς σηκώθηκε να κατατρέξει την Κλεφτουριά.

Ακόλουθη έρχεται η απόκριση στο ρώτημα Ζ' των Τριών Δυνάμεων, από τον Καποδίστρια, απόκριση διπλωματική και σκόπιμη· λέει λοιπόν η απόκριση πως οι Τούρκοι, «απασχολούμενοι εξ ενός μέρους από τον πόλεμον της Ρωσίας και εκ του ετέρου από την επιρροήν την οποίαν οι καπετάνοι ούτοι ήρχισαν να λαμβάνωσι 296 τους κατεδίωξαν, εφόνευσαν τινάς εξ αυτών κλπ.». Η απόκριση νομίζει εθνικό συφέρο να μην παραστήσει καθολική την εξόντωση των Κλεφτών του Μοριά. Όσο για τα δυο αίτια που προκαλέσαν την εξόντωση, α' τις υποψίες από τη Ρωσία, είδαμε πιο πάνου πως οι υποψίες αυτές δεν είχανε να κάμουνε με τον Μοριά καθόλου, β' όσο για την επιρροή, που «οι καπιτάνοι ήρχισαν να λαμβάνωσιν», η επιρροή αυτή, κι αν υπήρχε, δεν άρχιζε τότε, αλλά τελείωνε, ήτανε στο ξεψύχημά της· οι σπουδαίοι Κλέφτες του Μοριά είχανε λείψει, κι αυτοί που είχαν απομείνει ήταν απομεινάρια της παλιάς ακμής. Αυτοί, αν ήταν αληθινοί άντρες των αρμάτων, δεν είχαν παρά να τρέξουνε στα Εφτάνησα, να μπούνε στα δυνατά εκεί Μοραΐτικα σώματα, στρατολογημένα από άντρες που γυρεύανε τον πόλεμο, που η ανάγκη τους έσπρωχνε στην πολεμική ζωή κι όχι στ’ άθλιο πλιάτσικο (λάφυρο ληστρικό).

Δίνω τελευταία σύντομη περιγραφή δανεισμένη από τα χειρόγραφα του Γενναίου Κολοκοτρώνη, που βρίσκονται στα χέρια μου: «Φονευθέντος του περίφημου Ζαχαριά εις τα 1803... κατέφυγον εις Ζάκυνθον οι περισσότεροι Κλέφται 297 της Πελοποννήσου, μείναντες δε εντός της Πελοπον. οι Κολοκοτρώναι, έχοντες επί κεφαλής τον Θεόδωρον μέχρι των αρχών του 1806 298 επολέμουν αδιακόπως τους Τούρκους. Βλέποντες οι εντόπιοι Τούρκοι και μέρος (;) Τουρκοφρόνων Ελλήνων ανεφέρθησαν εις τον Σουλτάνον ζητούντες την καταστροφήν αυτών... Έκαμε διάγγελμα ο Σουλτάνος και εβίασε (;) και τον Πατριάρχην και έκαμεν αφορισμόν εις τους χριστιανούς, ότι να σηκωθούν μικροί-μεγάλοι εις τα όπλα να εξολοθρεύσουν τους αρματολούς Κολοκοτρώνας. Συνάξας δ' ο σατράπης εις Τρίπολιν τους αρχιερείς και προεστώτας, απειλών την ζωήν τους εάν δεν συντελέσουν διά την εξάλειψιν των Κολοκοτρώνων, και ως εκ τούτου εσηκώθη εις τα όπλα όλη η Πελοπόννησος, Τούρκοι και χριστιανοί, και κατεδίωκον τους Κολοκοτρώνας και τους οπαδούς των... Οι Κολοκοτρώναι καταδιωκόμενοι, εξ ων εφονεύθησαν όλοι σχεδόν και οι οπαδοί τους, και διεσώθη μόνον ο Θ. Κολοκοτρώνης πολεμών και πολεμούμενος διά της Μάνης εις Τζιρίγο».

Ανάγκη είναι, απ’ όλον αυτόν τον κύκλο των Κολοκτρων. περιγραφών —και για το ρώτημα ζ' την ύλη, χωρίς άλλο, την έδωσε στον Καποδίστρια ο Θ. Κολοκοτρ. —να βγάλω κάποιες απορίες και σ’ αυτές απάνου κάποιους συλλογισμούς δικούς μου να προσθέσω. Ας αρχίσω από τον τελευταίο στη χρονολ. σειρά. Ο Γενναίος, στη δική του περιγραφή, αφού πρώτα βεβαιώνει πως ως τις αρχές του 1806 οι Κολοκοτρωναίοι πολεμούσαν αδιάκοπα τους Τούρκους, γράφει πως οι ντόπιοι Τούρκοι του Μοριά και «μέρος τουρκοφρόνων Ελλήνων» αναφερθήκανε στον Σουλτάνο, και πιο κάτου πως όλος ο Μοριάς σηκώθηκε στ’ άρματα. «Ο Σουλτάνος εβίασε (!) τον Πατριάρχην και έκαμεν αφορισμόν». Στο ίδιο χειρόγρ. σημείωμά του ο Γενναίος —για να δυναμώσει βέβαια το κύρος της μαρτυρίας του—παραθέτει πλαστούς στίχους, σαν αυτούς: «Τούρκοι, Ρωμαίοι στ' άρματα, τους Κλέφτες να σκοτώστε / τη ζωή σας να γλιτώστε», και δεν καταλαβαίνει πως βρίζει ολάκερο τον Μοριά. Μπορεί ο λαός να κυνήγησε τους Κλέφτες στα 1805, όχι όμως και να τους τραγούδησε μαζί.

Ο Κοντάκης γράφει πως το φερμάνι ήτανε μυστικό· το ίδιο κι ο Φραντζής, βεβαιώνει πως ο πασάς φοβέρισε κανένας να μη μαρτυρήσει την απόφαση του κατατρεγμού. Πώς όμως μπορούσε ένα τέτοιο πράμα να μην αντιβουίσει σ' όλον τον Μοριά, αφού στην πρωτεύουσα καλεστήκανε Τούρκοι και χριστιανοί επίσημοι, προύχοντες και κληρικοί, και η εκστρατεία γίνηκε με τέτοια σαλαγή, με παλούκια ετοιμασμένα, αφορισμούς που διαβαζόντανε στις εκκλησιές και διαταγές που μοιραζόντανε σ' όλα τα χωριά; Αυτή η πομπική εκστρατεία μπορούσε να τρομάξει έναν αθώο λαό, μα οι Κλέφτες του Μοριά, αν άξιζαν αυτό τ’ όνομα, θα γελούσανε με τα παιδιάτικα τούτα καμώματα. Και πού είναι τοι, τόσες εκατοντάδες Κλέφτες, που αφήνουνε παπάδες, δεσποτάδες, ταχυδρόμους, προύχοντες κι απλούς χωριάτες να πηγαινοέρχονται από την πρωτεύουσα στις επαρχίες, από χώρες σε χωριά, ν’ αντιλαλούν τα μονοπάτια από τα βήματα τα βιαστικά, και να μη βρεθεί ούτ’ ένας απ’ αυτούς των Κλεφτών τους κυνηγούς, να τιμωρηθεί σκληρά, ν’ ακουστεί τέλος πως ένας από τους προύχοντες χτυπήθηκε απ’ τους Κλέφτες, πως ένας από τους μπουλουκμπασήδες Αρβανίτες τιμωρήθηκε άγρια κλπ.; Τι Κλεφτουριά ήταν εκείνη τέλος, που την πήρε καταπόδι η χωριατιά, που δεν ήξερε λημέρι τι θα πει, που έπεφτε στα χέρια των κυνηγών της σαν του μπούφου το πουλί; Και τέλος οι 600 εκείνοι σκοτωμένοι, του κατατρεγμού ο θλιβερός καρπός, με τι τρόπο ξαγοράσαν τη ζωή τους, αντί ν’ αγκομαχάνε φεύγοντας; Τη θλιβερή καταστροφή, το χωρίς αναπνοή κυνηγητό, το περιγράφει ο Γέρος (σελ. 16-25 της Αυτοβιογρ. του). Οι Κλέφτες μοιάζανε σαν τον ξαφνισμένο λύκο, που τον παίρνουν απόκοντα τα τσοπανόσκυλα και δεν του δίνουνε μιας στιγμής ανασασμό να πάρει. Αν ήταν άντρες του πολέμου, τι περίμεναν απ’ αυτό το νυχτόημερο κυνηγητό, έχοντας πίσω τους έναν ολάκερο λαό, και γιατί δε σκορπίζανε, να χαθούνε και να γίνουνε καπνός μες τις σπηλιές και μες τους λόγγους; Κι αν στεκόντανε και πολεμούσανε κάπου και πού —όπως ο ίδιος ο Γέρος λέει— τι θα ‘βγαινε απ’ αυτή την αντίσταση παρά πως θα τραβούσε κι άλλον κόσμο απάνου τους και πιο γλήγορο θα ‘φερνε τον χαμό τους; Αυτής της λογής μια καταδρομή στη Ρούμελη δε θα ‘χε κανένα τέλος πραχτικό· οι Κλέφτες θα γίνονταν άφαντοι, άλλοι στα κατσάβραχα κι άλλοι στη θάλασσα. Καΐκια τέλος δεν είχε ο Μοριάς στις ακρογιαλιές του πριν λάβει μέτρα η εξουσία;

Οι κατατρεγμένοι τούτοι Κλέφτες ιδέα, νομίζω, δε θα ‘χαν από πόλεμο, αλλιώς, αν ήτανε κι οργανωμένοι κάπως θ’ αρπάζανε στα χέρια μερικούς επίσημους Τούρκους και χριστιανούς, 299 και μ’ αυτούς ως ενέχυρα θ' ανοίγανε τον δρόμο τους και θα γλιτώνανε στη θάλασσα, που τριγυρίζει τον Μοριά, καταφύγιο σωστικό, αν δε γινόντανε δεχτοί στη Μάνη.

Έρχομαι στου Φραντζή την περιγραφή, που με τις λεφτομέρειές της, ενώ γεννάει την εντύπωση πως κάτι μεγάλο και τρανό, κάτι στην ιστορία την εθνική μοναδικό θ’ ακουστεί, στην ουσία της άλλο δεν παρασταίνει πράμα, παρά μια από τις συνηθισμένες σκηνογραφίες των εκστρατειών, που η Πόρτα συνήθιζε να τις ξεκινάει με φερμάνια, με φοβερισμούς του κλήρου —μουσουλμανικού είτε χριστιανικού. Αυτός ήταν πάντα ο τρόπος, ο λαϊκός και πομπώδικος, που χτυπούσε στη φαντασία του απλού κόσμου· όσο για τον αφορισμό των Κλεφτών, και σε περιστάσεις πιο ασήμαντες ο Πατριάρχης λάβαινε προσταγή να βγάνει πανταχούσες και μ’ αυτές να φοβερίζει τον λαό σ’ υπακοή. Πομπώδικη ήτανε και των σουβλιών η επίδειξη. Ο Φραντζής πολύ σοβαρά παρασταίνει τα αίτια του μεγάλου αριθμού της Κλεφτουριάς —που δεν ήτανε μεγάλος. 300 Πρώτη αιτία ήταν ο «παρά των Κλεπτών γινόμενος συνεχής αφανισμός κατά των Οθωμανών», 301 έπειτα οι μεγάλοι λουφέδες των Κάπων 302 τρίτη αιτία ήταν η μεγάλη φορολογία... Τελευταία αιτία ήταν το μίσος των Τούρκων ενάντια στων Κλεφτών τη δύναμη 303, κι απ’ αυτή αναγκάστηκε ο Πασάς ν’ αναφερθή (;) στον Σουλτάνο, κι αυτός διάταξε τον Πατριάρχη κλπ.

Ο Φραντζής ως κληρικός θέλει ν’ αποδώσει την πρωτοβουλία του κατατρεγμού στον Σουλτάνο κι όχι τον Πατριάρχη, μα η αλήθεια δε θ' αργήσει να φανεί. Τ’ αφοριστιό «ράιζε τις πέτρες», γράφει ο ίδιος, μα το κείμενό του βρίσκεται, σ’ αντίγραφο, αν είναι γνήσιο, κι είναι συνηθισμένο, τυπικό· φέρνει χρονολ. 25 Οχτώβ. 1805. 304 Ο λαός, αλήθεια, τρόμαζε σε κάθε αφορισμό. Και οι άλλες λεφτομέρειες περί γενικού κατατρεγμού άλλο σκοπό δεν είχανε, παρά να κάμουν τον ίδιο τον λαό συμμέτοχο σ’ αυτόν τον κατατρεγμό. Όμως, αν αποφάσιζε η Πόρτα να στείλει αληθινή εκστρατεία, για να κυνηγάει τους Κλέφτες στα κατσάβραχα, μεγάλη συφορά θα ‘πεφτε στον έρημο Μοριά, όπως έπεσε στα 1769, όταν η Πόρτα ξαφνισμένη από την είδηση της Ορλωφικής εκστρατείας, κάλεσε βιαστικά την Αρβανιτιά να μπει και να υποτάξει—τι; Λίγες εκατοντάδες Ελληνορώσους, που τους φανταζότανε χιλιάδες. Ο κλήρος κι οι κοτζαμπασήδες του Μοριά είχανε στον νου αυτό το πικρό μάθημα το περασμένο, κι αυτοί θα δώσανε τη φρόνιμη γνώμη να γίνει η εκστρατεία από τον ίδιο τον λαό. Κι ο Φραντζής κι άλλοι βεβαιώνουν πως 600 Κλέφτες χαλάστηκαν όλοι, μα πρέπει να βγάλει κανείς ένα μεγάλο απόβαρο απ’ αυτό τον λογαριασμό· οι περισσότεροι θα ήταν αθώοι χωριάτες, άλλοι ύποφτοι «γιατάκηδες» 305, άλλοι κατσικοκλέφτες, και οι Κλέφτες οι αληθινοί ήταν ως 150. Για τη μυστικότητα που έπρεπε να φυλαχτεί, ήτανε κι αυτή μια μπλόφα. Μα και η εκστρατεία του Κεχαγιάμπεη με τις κρεμάλες και τα βαμμένα του παλούκια, 306 μπλόφα θα δειχνότανε κι αυτή, αν οι Κλέφτες —που ως αληθινοί άντρες δεν έπρεπε να παραδίνονται ζωντανοί, παρά να πεθαίνουν απάνου στο ντουφέκι— δεν αφήνανε να πιαστούνε σα λαγοί, όπως κι ο Κεχαγιάς το περίμενε· γιατί από του Φραντζή την περιγραφή φαίνεται πως αμέτρητοι πιαστήκαν έτσι, αφού ο λαός, Τούρκοι και χριστιανοί, «έτρεχον εις τας πόλεις και κωμοπόλεις, αλλ’ ακόμη και εις τα όρη, εις τα δάση, και εις τα σπήλαια, και όσους εκ των Κλεπτών συνελάμβανον ζώντας, τους απέστελλαν εις τον Κεχαγιάμπεην» —κι απ' αυτούς άλλους κρεμούσε, άλλους έψηνε στη σούβλα, άλλους τους έκανε κομμάτια— «όσους δε πάλιν εφόνευεν ο περιφερόμενος στρατός, αυτών τας κεφαλάς διεύθυνεν εις τον Κεχαγιάμπεην κλπ.».

Γράφει ο Άγγλος Leake (Α', σ. 385), όταν πια είχε τελειώσει η νικηφόρα εκστρατεία, 24 Απρ. 1806: «Η σπουδαία κουβέντα ανάμεσα στους πολιτικολόγους του Αηγιώργη (της Νεμέας) ήτανε μια πράξη αυστηρή μα δίκια που εκτέλεσε ο πασάς τώρα τελευταία ενάντια στον μπουλούκμπαση, της Τριπολιτσάς τον αστυνόμο, που τον είχε στείλει να κυνηγήσει τους κλέφτες, κι αντί να κάμει αυτό, ρήμαξε τα χωριά, έκοψε τα κεφάλια μερικών χωριατών και τα παρουσίασε στον βεζίρη για κεφάλια των ληστών, και πήρε πληρωμή γι’ αυτό. Ο πασάς μαθαίνοντας τα εγκλήματά του, έβγαλε απόφαση κεφαλική και την ανάθεσε στον ντελήμπαση, της προσωπικής του φρουράς τον αρχηγό...» Ακολουθούν τα περιστατικά του φόνου. Η παραδειγματική αυτή αυστηρότητα του πασά δείχνει πως όσα γράφονται στις πιο πάνου μαρτυρίες για τυραννίες αθώων χωριατών, αδιάκριτα σουβλίσματα, ψησίματα ζωντανών κλπ. είναι, αν όχι ψέματα καθαρά, μα υπερβολές παραφορτωμένες. Από τους περιηγητές, που παρασταθήκανε στον χαλασμό, ένας μόνο μιλεί για βασανιστήρια. Όμως αν γίνανε και τέτοια, δε δείχνουν τίποτ’ άλλο παρά πως οι Κλέφτες είχαν πια καταντήσει αβάσταχτοι.

Ο Μ. Οικονόμου απλώνεται πολύ στις λεπτομέρειες του κατατρεγμού, χωρίς να καταλαβαίνει πως έτσι περιγράφει όχι Κλεφτών κατατρεγμό, παρά κατατρομασμένων αγριμιών· για να κάμει πιο τραγική την εικόνα, καταγίνεται στον τρόπο του θανατωμού των ενόχων ή των αθώων. Τόσο μεγάλες ετοιμασίες, και τόσο ασήμαντα τ’ αποτελέσματά τους· πάταγος και σαλαγή, σα να ‘ταν ο εχτρός αμέτρητος και φοβερός....

Όλες αυτές οι περιγραφές, που έχουνε πηγή τον Κολοκοτρωναίικο κύκλο —έτσι ονομάζω την ένωση της συγγενολογιάς, της πολιτικής και κομματικής συντροφιάς και της αυλής του Γέρου του Μοριά» που τον τριγύριζε στην Αθήνα, όπου ζούσε δυνατός, εύπορος, φιλάνθρωπος και δοξασμένος— λοιπόν, όλες οι περιγραφές αυτές βρίσκονται σε πόλεμο, και μένουν αιώνια ασυβίβαστες με τις άλλες αξιόπιστες μαρτυρίες, όσες θα δείτε πιο κάτου, και με τα πραματικά περιστατικά του κατατρεγμού, που τα περιγράφουν ξένοι ταξιδιώτες, άνθρωποι καλόπιστοι που πέσαν απάνου, από καλή τύχη, στην καταστροφή, και την είδανε με τα ίδια τους τα μάτια. Πολύ θα φυλαχτώ να προσθέσω παρατήρησες πυκνές στις περιγραφές που θ’ αραδιάσω πιστά παρακάτου.

Άγνωστες πηγές. — Έρχομαι στις πηγές, που πρώτη φορά από το πολύ Ελληνικό κοινό γίνονται γνωστές, Ελληνικές και ξένες. Να λοιπόν από ποια αιτία άρχισε η καταδρομή. Ο Άγγλος περιηγητής Gell (ταξίδι στον Μοριά, 1823, σελ. 173 307) γράφει: «Ο φίλος μας από τους Γαργαλιάνους (σ. μίλησε γι' αυτόν πρωτύτερα σ. 63· το οικογ. όνομά του Αντριανόπουλος πρωτοσύγκελος Γαργαλιάνων, μα έκανε και χρέη κοτζάμπαση) δεν ήταν τόσο τυχερός τον ακόλουθο χρόνο (σ. 1805)· ενώ πήγαινε στην Τριπολιτσά, προσταγμένος από τον πασά για υπόθεση δημόσια, κάτι Κλέφτες λιμπιστήκανε τους φόρους που έφερνε μαζί του και του στήσανε καρτέρι στη θέση Τσιμπαρού· αφού πληγώσανε καμπόσους από την ακολουθία του, κατεβάσαν τον παπά σε μια ξερή στέρνα και τον κράτησαν εκεί με ψωμί μοναχά και νερό ώσπου πλήρωσε χοντρή ξαγορά γράφοντας στους Γαργαλιάνους 308 ...Ο πασάς άρπαξε αυτή την αφορμή για να καθαρίσει τον τόπο από τους κλέφτες. T’ ανόητο σκλάβωμα του κληρικού σήκωσε τον κλήρο στο ποδάρι...». 309 Ένα χειρόγραφο του Διον. Πύρρου που έχω στα χέρια μου («Περιήγησις της Ελλάδος» τόμ. Α') βοηθάει στην εξήγηση όσων γράφει ο Άγγλος: «Μετά ταύτα οι κλέπται λαμβάνοντες τας δυνάμεις αυτών επάνω των (σ = «το πήρανε πολύ απάνου τους») έτρεχον παντού, ως και πρότερον, οι οποίοι διά να εκτελέσωσι τας κακίας των, έκαμνον περισσότερα κακά... Πλην τέλος πάντων η οργή του Κυρίου εφθασεν, επειδή και καθ’ οδόν πιάσαντες τον πρωτοσύγκελον του Χριστιανουπόλεως, τον έγδυσαν και τον επαίδευσαν δυνατά. Τότε ο πρωτοσύγκ. προσκλαυθείς εις τον Πατριάρχην και βασιλέα, έλαβεν ευθύς προσταγήν βασιλικήν... και πατριαρχικόν αφορισμόν...». Έρχεται τελευταία σπουδαία ιστορική ανέκδοτη πηγή, τα απομνημ. του Αγωνιστή Παν. Παπατσώνη, προύχοντα από την ίδια επαρχία: «Τότε, κατά το έτος 1806, έπιασαν τον πρωτοσύγκελον προεστόν της επαρχίας Τριφυλίας οι Κλέφται ούτοι εις την θέσιν του Ραψοματαίικου βουνού, 310 ερχόμενον από την Τρίπολιν και συνοδευόμενον με τον μπελούμπασην αυτού με 13 Τούρκους· αυτοί δε ενέδρευον εις αυτό το μέρος, 17 τον αριθμόν, και εκρότησαν πόλεμον με τους Τούρκους. Ο πρωτοσύγκελος, βλέπων την συμπλοκήν ταύτην, εκτύπησεν το άλογόν του να φύγει, του οποίου τουφεκίσαντες το άλογόν του το εφόνευσαν και τον επίασαν· οι δε Τούρκοι πυροβολούμενοι και αντιπυροβολούντες έφυγαν αβλαβείς. Αιχμαλωτίσαντές τον εζήτουν παρ’ αυτού τα λεγόμενα χάρτζια πάλιν διά να είναι αρματολοί και του εζήτουν και συγχρόνως λύτρα δέκα χιλιάδων γροσιών, και κρατήσαντές τον 40 ημέρας έως ου παρέλαβον αυτά, τον απέλυσαν επί υποσχέσει πάντοτε να τους κάμει και αρματολούς». 311

Για να φανούν οι Κλέφτες τόσο σκληροί, χωρίς άλλο ο πρωτοσύγκελος, ήταν εχτρός τους —κι αλήθεια ήτανε πολύ δυνατός, κοντά στον πασά— μα το γδύσιμο γέρου κληρικού είχε σκοπό και να ντροπιάσει βαρύτερα τον άνθρωπο· μια προφορική παράδοση που έχω από μέλος της ίδιας οικογένειας Κολοκοτρώνη μαρτυράει τα χειρότερα· προσβολή ηθική, βία του αντρισμού του σεβάσμιου γέροντα. Κι ο καθηγητής Ν. Βέης γράφει: «Ο Πρωτοσύγκελος ου μόνον αφηρέθη τα όσα έφερε, μεθ’ εαυτού χρήματα, φονευθέντων και τίνων της συνοδευούσης αυτόν φρουράς, ου μόνον εβασανίσθη ανηλεώς, αλλά και υπέστη τας εσχάτας ύβρεις υπό των Κολοκοτρωναίων, σκοπούντων ούτω τελείως να εξευτελίσωσιν αυτόν» («Δημώδη Άσματα Φιγαλίας», Αθήνα, 1903, σ. 235. 312

Πώς προετοιμάστηκε το κίνημα είδαμε πιο πάνου. Πότε όμως άρχισε; Τη σωστή χρονολογία μας τη δίνει ο Ρ. Παλαμίδης στο χειρόγρ. ημερολογιακό σημείωμά του, σύντομο πολύ, που μας κάνει να λυπόμαστε γιατί δεν προσθέτει λίγα περιστατικά της προετοιμασίας και της εκτέλεσης: «1806, τον Ιανουάριον εβγήκεν ο Κεχαγιάμπεης, οπού ήλθε το φερμάνι για τον σκοτωμόν των Κλεφτών, και εσκότωσαν τους Κολοκοτρωναίους και τον Γιώργα με όλους τους συντρόφους του». Ο Μ. Οικονόμου, σ. 49, γράφει πως η εκστρατεία άρχισε Απόκρια του 1805 (γρ. 1806), σωστότερα όμως βεβαιώνει σημείωμα της οικογ. Πετμεζά, πως από Γενάρη ως Μάρτη του 1806 βάσταξε ο κατατρεγμός.

Ακολουθούν εδώ τυπωμένες μαρτυρίες για όσα γενικά περιστατικά αποβλέπουν τον κατατρεγμό. Ο ιστορικός Finlay (Ιστ. Ελλ. Επ. έκδ. β', Α', σ. 26), που έζησε και πέθανε στην Ελλάδα, δανείζεται και τη γνώμη ενός αυτόπτη Άγγλου περιηγητή: «Ο Dodwell κάνει λόγο για την προθυμία, που η χωριατιά βοήθησε στον κυνηγημό της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και την προθυμία του κλήρου, που αφόρισε τους Κλέφτες. Του ίδιου του Κολοκοτρώνη η διήγηση των περιστατικών, που τα είδε κι ο Άγγλος περιηγητής, δείχνει πως δεν υπήρχε ζωή σκαιότερη από τη ζωή των Μοραϊτών Κλεφτών· ήτανε πανούργοι και σκληροί, αν όμως κάποτε πρωτύτερα ήτανε καλύτεροι, αυτό θα γίνηκε πολύ πριν από τον καιρό του Κολοκοτρώνη» (σ. εννοεί ο Finlay τον Θοδ. Κολοκ., που δεν τον αγαπάει από τα χρόνια της Επανάστασης).

Ο αξιόπιστος Leake γράφει, 13 Μαρτ. 1806, κι από το ύφος του βγαίνει πως ο αγώνας είχε πια τελειώσει από Γενάρη ως Φλεβάρη: «Μου είπαν πως οι περισσότεροι από τους ληστάδες είχανε σκοτωθεί, είτε πιαστεί ζωντανοί από τους χωριάτες, ενώ η τούρκικη δύναμη καθόταν άνεργη, ή έκανε τίποτε ακόμα χειρότερο. Ο Β —και τ’ αδέρφια του έχουν τη γνώμη πως αν οι χωριάτες του Μοριά, και μάλιστα οι Μυστριώτες, οι περισσότερο ύποφτοι, 313 ήταν αφοσιωμένοι στους Γάλλους και συνεννοημένοι μαζί τους, δε θα βοηθούσανε στην καταστροφή εκείνων που θα ήτανε πολύ χρήσιμοι σε μιαν επανάσταση. 314 Το ελατήριο της χωριατιάς ήτανε να βγάλουν απ’ τη μέση την αφορμή που έφερε την τούρκικη δύναμη (σ. την εκστρατεία των Τούρκων στις επαρχίες), αλλιώς δε θα βοηθούσαν έναν ξένον καταχτητή με τόση ορμή. Με πληροφόρησαν στον Αχλαδόκαμπο πως η τούρκικη δύναμη χάλασε και σκλάβωσε πολλούς αθώους, και μάλιστα στα Βέρβαινα» (Β', σελ. 346) 315 Για το μέρος που παίξαν οι κάτοικοι χριστιανοί χρησιμεύουν κι όσα λόγια ο Μ. Οικονόμου (σ. 55) δανείζεται από ένα γράμμα του Θοδ. Κολοκοτρ., στα 1807, στελμένο στ’ Άγιον Όρος, προς τον εξόριστο εκεί πατριάρχη Γρηγόριο, που του έγραφε πως γίνηκε, ο Θοδωράκης, κουρσάρος γιατί έτσι το ‘φερε ο αφορισμός κι η συνδρομή των Δημητσανίτων —Δημητσανίτης ήταν κι ο πατριάρχης— που βοηθήσανε στον θάνατο του αδερφού του Γιάννη κι άλλων συγγενών του.

Έρχεται τελευταία στη σειρά η σπουδαία χειρόγρ. περιγραφή του χαλασμού από τον προύχοντα της Αρκαδίας Παν. Παπατσώνη. Στενός αυτός συμπέθερος των Ντεληγιανναίων, ευνοεί γενικά τους προεστούς και τους παρασταίνει, όχι σωστά, ως φίλους και προστάτες των κυνηγημένων Κλεφτών, κι απ’ όλους εννοεί μάλιστα τους Ντεληγιανναίους. Κι αυτά όλα για ν’ αλαφρώσει τη μνήμη των προυχόντων από τη λαϊκή, αργότερα, κατηγόρια της ενοχής τους στην καταστροφή των Κλεφτών. Ο Παπατσώνης όμως αρχίζει από τη μάχη που γίνηκε στ’ Αλειτούργι, και την τοποθετεί πριν από τον αφορισμό και την καταδρομή· ο Παπατσώνης, γέρος πια όταν έγραφε, δεν την έβαλε στην αρμόδια θέση, άλλα πολύ πριν από το σκλάβωμα του πρωτοσύγκελου. 316 Ύστερα προχωρεί στη φυσική σειρά της περιγραφής του:

«Εις το αυτό έτος ενηργήθη και η γενική καταδίωξις των Κλεφτών Κολοκοτρωναίων Ιωάννου και Θεοδώρου, του Γεωργίου του περιβοήτου, του Νικήτα Σταματέλλου και των λοιπών, οίτινες συσσωματωθέντες πλέον των 160 περιεφέροντο φανερά με μπαϊράκια ανοικτά. 317 Οι δε Τούρκοι συναθροισθέντες υπέρ τους 500 εσήκωσαν και όλους τους ραγιάδες όσους είχον όπλα, υπέρ τους χιλίους. Εσυναντήθησαν εις το Αλειτούργι της Οιχαλίας και εκεί εκρότησαν μίαν μάχην και ετσάκισαν τους Τούρκους και τους ραγιάδες, εις τρόπον ώστε τους έριξαν μέσα εις το ποτάμι της Μαυροζούμαινας, και επνίγησαν ουκ ολίγοι και φονευμένοι πάμπολλοι, εν οις εφονεύθη και ο Αγγελής Πέτροβας, παλικάρι ονομαστόν του καιρού εκείνου. 318 Κατόπιν του γεγονότος τούτου ήρχισαν οι Τούρκοι να υποπτεύουν εν γένει τους χριστιανούς και εξεδόθη φερμάνιον και αφορισμός του Πατριάρχου εις τους χριστιανούς, όσοι τροφοδοτούν κλέφτας και δεν τους μαρτυρούσιν και τα παρόμοια· ηναγκάσθησαν οι προεστοί να ειδοποιήσουν (;) τους κλέφτας ευρισκομένους εις του Μελιγαλά, ότι θα καταδιωχθώσιν αποτελεσματικώς από τους Τούρκους και Ρωμαίους και να φύγουν διά την Ζάκυνθον, και τους εχορηγούσαν και τα μέσα όλα (;). Αυτοί δε εις απάντησιν τούτων εφόνευσαν τον απεσταλμένον, και ούτω εξεστράτευσεν ο Κεχαγιάμπεης του τότε πασιά με 1.500 Τούρκους και όλους τους ραγιάδες και ετοποθετήθη εις την Σκάλα, 319 και ήρχισεν κατά πρώτον από τους τροφοδότας αυτών συλλαμβάνων και παλουκώνων αυτούς εις την Σκάλαν, ώστε εχύθη ο τρόμος τούτος εις άπαντας τους χριστιανούς, και άρχισαν να κυνηγούν τους κλέφτας τούτους αποτελεσματικώς διά τε τον φόβον τούτον και διά του αφορισμού να καταδείχνουν πλέον τους κλέφτας, 320 οίτινες τότε ησθάνθησαν την ανάγκην και διεμοιράσθησαν εις μπουλούκια ανά πέντε, τρεις έως δέκα, και τότε επροσπάθησαν να φύγουν, αλλά δεν ηδυνήθησαν πλέον· και ούτω πώς έναν-έναν, δυο-τρεις, τους συνελάμβανον και τους εφόνευον, έως ου ετελείωσαν όλοι».

Το β' χειρόγρ. του Π. Παπατσώνη γράφει, με κάποιες διαφορές: «Κατόπιν τούτων όλων απεφασίσθη η καταδίωξις αυτών αποτελεσματικώς· διορίθη δε ο Κεχαγιάμπεης του πασιά μετά 1.500 Τούρκων στρατιωτών· ελθών εις το χωρίον Σκάλα με παλούκια επί τούτου προετοιμασμένα, ήρχισε κατά πρώτον από τους γιατάκηδες... και επαλούκωσε τοιούτους υπέρ τους 30... και οι κλέφται τότε... εδέησε να χωρισθούν εις μπουλούκια μικρά από 3-4-5, όπως δυνηθούν να κρυφθούν, διότι και τα παράλια επιάσθηκαν... αλλά τροφήν πλέον δεν εύρισκον διά τον τρόμον των παλουκωμένων, οίτινες έμενον εις το παλούκι διά πολλάς ημέρας προς φόβητρον απάντων. Έπεσαν και εις τους Μύλους, 321 αλλά τους συνελάμβανον και εκεί, ώστε δεν έμεινεν ουδέ εις εξ αυτών· όλοι εφονεύθησαν από τους ίδιους γιατάκηδες, οπού άλλοτε τους ετροφοδότουν και έκρυπτον».

Στο ίδιο χειρόγραφο ο Παπατσώνης γράφει: «Τότε ελυμαίνοντο οι Κλέφτες, οι τε Κολοκοτρωναίοι Θεόδωρος και Ιωάννης αδελφοί, ο Γιώργας από τον Αετό της Τριφυλίας, και ελήστευον πάντοτε τους ομοφύλους των χριστιανούς, και είχον άσυλον τα Πηγάδια και την Μάνην». 322 Για τη μάχη στο Αλειτούργι το β' χειρόγρ. γράφει: «...Ευρισκόμενοι τότε οι Κλέφται έως 150 τον αριθμόν εις του Μελιγαλά, όπου οι Τούρκοι οι Ανδρουσανοί ξεκίνησαν κατ’ αυτών με όλους τους ραγιάδες, όσοι είχαν άρματα, έως 1.500 τον αριθμόν, τους οποίους έκλεισαν εις το παλαιόν φρούριον, κείμενον εις το χωρίον Αλειτούργι, 323 και πολεμήσαντες ηρωικώς, έτρεψαν την στρατιάν ταύτην εις φυγήν ρίψαντες τους εις τον ποταμόν της Μαυροζούμαινας κλπ.». Και στο β' χειρόγρ. η μάχη του Αλειτούργι παρασταίνεται, πρωθύστερα, από τον Παπατσώνη ως αφορμή που προκάλεσε τον κατατρεγμό. Για τον αποστελμένο που σκότωσαν το β' χειρόγρ. γράφει: «Και τότε πάλιν οι προεστοί έστειλαν άνθρωπον οικείον των Κλεφτών ευρισκομένων εις τους Λάκκους (σ. Λάκκοι, υποθέτω, είναι η περιφέρεια με τις στέρνες)... ειδοποιουμένων την απόφασιν κατ' αυτών, συμβουλεύοντές τους να περάσουν εις την Ζάκυνθον, πριν γένη το κατ’ αυτών κίνημα... αλλ’ αυτοί εις απάντησιν εφόνευσαν τον απεσταλμένον αυτόν, καίτοι συγγενή των. Κατόπιν τούτων όλων απεφασίσθη η καταδίωξις...».

 

 

αρχή

 



 

Περιστατικά του κατατρεγμού. — Τι γράφουν οι ξένοι περιηγητές. — Ανέκδοτες Ελληνικές πηγές. — Στοματικές παραδόσεις. — Τέλος της καταστροφής. — Οι Κάποι αμέτοχοι στον Αγώνα. — Προύχοντες και Κλέφτες.— Η Κλεφτουριά της Ρούμελης.

 

Προχωρώ τώρα στις λεπτομέρειες του κατατρεγμού· κι έχω την καλή τύχη να προσφέρω κάποια περιστατικά παρμένα από τρεις αυτόπτες μάρτυρες, τους Άγγλους περιηγητές Dodwell, που ταξίδεψε Φλεβάρη, Leake, που ταξίδεψε Μάρτη του 1806 και Gell, που προσθέτει κι αυτός αρκετά από τα θυμήματά του. Όμως, αν αποφάσιζα να συγκρίνω όλες τις μαρτυρίες αυτές των ξένων με τις γνωστές ως τώρα Ελληνικές πηγές, ο λόγος θα μ’ έφερνε πολύ μακριά, πιο πέρα απ’ αυτού του βιβλίου τον σκοπό. Θα μεταφράσω λοιπόν τα σκετικά κομμάτια από τους Άγγλους, μα θ’ αφήσω σ' άλλους να κάμουνε τη σύγκριση, πρώτα και κυριότερα με του γέρου Κολοκοτρώνη την περιγραφή (αυτοβιογρ. σελ. 16-26), που είναι η πιο περιστατική, και θ’ άξιζε να συμπληρώσει με την παραβολή που είπα. Η περιγραφή του Μ. Οικονόμου (σελ. 50) έρχεται δεύτερη στη σειρά, μα πολύ κατώτερη από την πρώτη του Γέρου. Του Φαλέζ τα γραμμένα (φυλλάδιο «περί στρατ. ανατροφής» με ιστορικές σημειώσεις, κι άλλες διατριβές του ιστορικορομαντικές, με φανταστικούς διαλόγους και με ψεύτικα τραγούδια, στη σατυρ. εφημ. «Ραμπαγάς» από Σεφτ.-Οχτ. του 1882 και πιο κάτου, πρώτη απ’ αυτές για τον Γιάννη τον «Ζορμπά», δεύτερη με τον τίτλο «Αμαρτίες Κολοκοτρωναίικες» και τους υπότιτλους «Αρματολοί Κολοκοτρωναίοι — Η κατά το 1806 καταστροφή των Αρματολών — Λεπτομέρειαι, με χαρακτηρισμούς διαφόρων Κολοκοτρωναίων»), του Φαλέζ λοιπόν τα γραμμένα πρέπει να ριχτούν όξω από της αρχόντισσας ιστορίας την αυλή, σκύβαλα για τα ορνιθοσκαλίσματα των λογοκόπων.

Έρχομαι αμέσως στον πρώτον Άγγλο περιηγητή τον Dodwell (Β' σελ. 351): «Αναπαυτήκαμε στην Αρκαδιά (σ. Κυπαρισσία) δυο μέρες, και στις 2 Φλεβ. 1806 προχωρήσαμε με σκοπό να επισκεφτούμε τη Μεσσηνία, και χωριστά το βουνό Ιθώμη. Ο βόιβοντας μας είπε πως ο τόπος αυτός, που είχαμε επιθυμία να τον ξετάσουμε, ήτανε ληστές γεμάτος (banditti) και δε μπορούσε να μας αφήσει χωρίς συνοδειά. Μας παρακάλεσε να μείνουμε μερικές μέρες ακόμα ώσπου να γυρίσουν οι στρατιώτες του, αλλά δεν τον ακούσαμε, και ξεκινήσαμε χωρίς το θέλημά του.... Πού να φανταστούμε πως θα πέφταμε με το κεφάλι ανάμεσα στους κλέφτες… (σ. ακολουθεί σύντομη σύγκριση της ληστείας του Μοριά με τις μικροκλεψιές της Αγγλίας). Σ’ αυτό το είδος της ληστείας της μεγαλωμένης ολάκερα χωριά γυμνώνονται, κοπάδια από πρόβατα ή γελάδια αρπάζονται από τις πλούσιες βοσκές της Μεσσηνίας».

4 Φλεβ. 1806. —«Τα περίγυρα της Ιθώμης τα μαστίζει η κλεφτουριά, και είναι ονομαστή γι’ αυτό· ο νοικοκύρης του σπιτιού, όπου καταλύσαμε, δυνατά μας παρακάλεσε να μην τραβήξουμε πιο πέρα, παρά με τη συνοδειά μερικών κατοίκων της Κλεισούρας... Δεχτήκαμε να μας συνοδέψουν κάποιοι γεροί και καλά αρματωμένοι Κλεισουριώτες, που ορκιστήκανε να μας φυλάξουνε με την ίδια τους ζωή. Μ’ αυτή τη συντροφιά κινήσαμε· περάσαμε απόναν Τούρκου τάφο, που σκοτώθηκε από τους κλέφτες ένα χρόνο πρωτύτερα... Το καλό είναι που το κύριο σώμα των κλεφτών εκείνη τη στιγμή ήταν πολιορκημένο, καθώς το μάθαμε ύστερα, σ’ ένα χωριό κατά το ριζοβούνι της Ιθώμης, όμως και το δικό μας σώμα είχε αρκετή δύναμη ν’ αντισταθεί στους άλλους που μένανε μέσα στο κάστρο. Καθώς προχωρούσαμε, ένα συγκρατητό ντουφεκίδι ακουγότανε μπροστά μας, κι ανεβήκαμε σ’ ένα ψήλωμα να ιδούμε από πού ερχόταν... Έως 150 γιάρδες μακριά, κατακαμπίς, αγναντέψαμε μια κανονική μάχη στο χωριό Αλειτούρι. Οι κλέφτες ως 140 είχαν πιάσει το χωριό, και καθαρά τους βλέπαμε να ρίχνουν από τα παράθυρα στους άλλους που είχαν τριγυρίσει αυτό το πόστο, και ήταν ως 100 Έλληνες και 60 Τούρκοι, καλά αρματωμένοι, και περιμένανε γοργά βοήθεια ακόμα... Ένας παπάς με 30 αρματωμένους, όπως κι ο ίδιος, μας σμίξαν και τραβούσανε για το χωριό· τους είπαμε ό,τι είχαμε δει, κι αυτό τους έκαμε να ταχύνουν το ποδάρι κατά τον τόπο της σκηνής...» (τ. Β', σ. 354).

5 Φλεβ. 1806. — «Τ’ άλλο πρωί ένας Έλληνας μας έφερε είδηση για το τέλος της μάχης, πως δεν ήταν τόσο ματωμένο όσο μπορούσε κανείς να περιμένει... Λίγοι είχανε σκοτωθεί από το ένα κι άλλο μέρος. Τη νύχτα οι κλέφτες ανοίξανε δρόμο και τραβηχτήκανε στο κάστρο και στον λόγγο της Ιθώμης. Είχαν καπετάνο έναν Έλληνα, που ήταν ο τρόμος του Μοριά, γνωστός με τ' όνομα Καπετάν Γιώργος, που δε λυπόταν ούτε Τούρκους, ούτε Έλληνες, ούτε Φράγκους. Λίγα χρόνια αργότερα ο κ. W. Gell, σ' ένα άλλο ταξίδι του στην Ελλάδα, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να μιλήσει μ’ αυτόν τον καπετάνο, που μας είχε προξενήσει τόση ανησυχία (σ. τον Γιώργα). Ο καπετάνος αυτός με τη συντροφιά του είχε καταφύγει στη Ζάκυθο και μπήκε στην Αγγλική υπηρεσία. Από γράμμα που μου έστειλε τότε ο κ. Gell ένα κομμάτι αποβλέπει αυτόν τον καπετάνο: «Λέγεται Γιώργος Κολοκοτρώνης· βρέθηκε στ’ Αλειτούρι όταν περνούσαμε από κει (σ. 1806) και θυμόταν καθαρά πως μας είχε δει· έλεγε πως, αν δεν ήτανε καταπιασμένος σ’ άλλη δουλειά, χωρίς άλλο θα μας σκλάβωνε, όμως σα «Μιλόρδοι» που ήμαστε δε θα μας έκανε κακό. Έδειχνε πολλή χαρά που γνωρίζαμε τόσο καλά τα βουνά, τα λαγκάδια και λημέρια τους κι είπε στους συντρόφους του: —Αυτός ο Μιλόρδος ξέρει τα κατατόπια σα να ήτανε κι ο ίδιος κλέφτης· ξέφυγε μέσ' από τα χέρια μας» (Α', 366).

Ό,τι έπαθε ο Leake (πιο πάνου σ. 147), κι ο Dodwell εδώ κι o Gell το παθαίνουνε. Παίρνουνε τον Γιώργα για Κολοκοτρώνη. Ο Dodwell αφού (πιο πάνου) αναφέρνει μοναχά το όνομα Γιώργος, «Καπετάν Γιώργος», κατόπι δέχεται την εξήγηγη του Gell, πως ο Γιώργος αυτός ήτανε Κολοκοτρώνης. Είναι δυσάρεστο πως ο Dodwell, απάνου στη μάχη της 4 Φλεβ. 1806, ακούοντας μοναχό το όνομα Καπετάν Γιώργος, δεν ήτανε περίεργος να ρωτήσει το επίθετό του. Οι χωριάτες τότε θα τον πληροφορούσανε καλύτερα, γιατί ξέρανε βέβαια και τον περίφημο Γιώργα από τον Αετό και τους Κολοκοτρωναίους, αν όχι όλους αλλά τον Γιάννη και τον Θοδωράκη. Ας ξετάσω λοιπόν πάλι το περίεργο αυτό ζήτημα. Ο Γιώργας από τον Αετό της Αρκαδιάς έτσι μοναχά ήτανε γνωστός, με το μικρό του τ’ όνομα. Γιώργα τον ονομάζει κι ο Ρ. Παλαμίδης (πιο πάνου, στο χρονολ. σημείωμά του), Γιώργα κι ο Παπατσώνης (πιο πάνου). Ο Θ. Κολοκοτρ. (στην αυτοβιογρ. σ. 21),περιγράφοντας τον χαλασμό γράφει: «Εκράτησα μαζί μου και «έναν» Καπετάν-Γιώργο, οπού δεν είχε πού να υπάγει...» Ο Γιώργας, περίφημος Κλέφτης του Μοριά, δεν είχε πού να πάει, κι ο Θοδ. Κολοκοτρ. του ‘καμε τη χάρη να τον πάρει στην ακολουθία του... Όμως ο Γιώργας δε φαίνεται να τον ακολούθησε πολύ, αφού βρίσκεται κλεισμένος μαζί με τους άλλους, τους λιγότερους, και με τον Γιάννη Κολοκοτρώνη, αδερφό του Θοδ., και σκοτώνεται μαζί μ’ αυτούς στον μοναστηριακό ληνό. Κάνω λόγο πιο κάτου για τον θάνατό του. Ο Θ. Κολοκοτρ. στην περιστατική περιγραφή της καταστροφής των Κλεφτών, πουθενά δεν αναφέρνει Γιώργο Κολοκοτρώνη. 324

Είναι ν’ απορεί κανείς πως ο Άγγλος Gell γνώρισε στη Ζάκυθο ένα Γιώργο Κολοκοτρώνη, που υπηρετούσε στα εκεί άταχτα στρατ. σώματα, κάτου από τους Άγγλους, ενώ στη Ζάκυθο είχε καταφύγει ο μόνος που γλίτωσε από τον κατατρεγμό του 1806, ο Θοδωράκης· ο Γιάννης, αδερφός του, είχε σκοτωθεί στα 1803.Υπηρετούσε όμως κι άλλος Γιάννης Κολοκοτρώνης στα Εφτάνησα, απ’ άλλον κλάδο και χρόνια πριν από το φτάσιμο του Θοδωράκη εκεί. Ο Γιώργος Κολοκοτρώνης του Φαλέζ κι ο Γιωργακλής Κολοκοτρώνης του ίδιου ήτανε σκοτωμένοι κι αυτοί από τα 1808 —αν ζήσανε ποτέ— και λοιπόν δε βρέθηκαν ούτε στα Εφτάνησα, ούτε και στην Επανάσταση του 1821. Άλλη εξήγηση της απορίας δεν υπάρχει παρ’ αυτή: Ο Θοδωράκης πήρε απάνου του την πονηρή ψευτιά, μιλώντας με τον Gell, και λέγοντας πως αυτός ήταν ο Γιώργας· ο καλόπιστος πάλι Άγγλος δε φρόντισε να ρωτήσει και να μάθει. Αυτό το υποθέτω κι από τα έξυπνα χωρατά που έκαμε ο συνομιλητής με τον απλόν Άγγλο.

Πριν συνεχίσω το ημερολόγιο του Dodwell, εδώ είν' ο τόπος να βάλω από το δεύτερο ταξίδι του Gell, που το ‘καμε στα 1821 (Λόντρα, 1823, σ. 312) μια παλιάν ανάμνησή του από το προηγούμενο ταξίδι του 1806: «...Προχωρούσαμε κατά το Λοντάρι... ξεχωρίζαμε καθαρά το μοναστήρι του Βουρκάνου και τα τείχια της αρχαίας Μεσσήνης .... ένα γραφικό κάστρο με πύργους απάνου σ’ ένα λόφο, στο πλάι της πεδιάδας, βενετσάνικης κατασκευής, καθώς φαίνεται, σε τόσο καλή κατάσταση, που συμμορίες ληστάδες συχνά το πιάναν καταφύγιο τους· κατά το ίδιο μέρος, αλλά χαμηλά στον κάμπο, είδαμε ένα ξοχικό σπίτι κάποιου Τούρκου, σε μια θέση Αλειτούρι τ' όνομά της. Κάποτε, άλλη φορά (σ. 1806) πέρασα απ’ αυτό το χωριό, όταν ο περίφημος σήμερα ελευτερωτής και πατριώτης, τότε πολύ γνωστός ληστοκαπετάνος, ο Κολοκοτρώνης, είχε μπει στον πύργο του Αλειτούρι με το σώμα του, και πολιορκήθηκε απ’ όλη την επαρχία, μα ξέφυγε εκείνη τη φορά μέσ' από ένα πηγάδι... 325 Απάνου σ’ ένα λόφο, έριζα στο βουνό Τετράζι, είναι το χωριό Κωσταντίνοι. 326 Εκεί νομίσαμε καλό να περάσουμε τη νύχτα, ενώ ο Κολοκοτρώνης ήτανε στα περίγυρα. Ηύραμε τους κατοίκους αναστατωμένους· όλη τη νύχτα προσπαθούσανε να τρομάζουν τον εχτρό με συγκρατητό τουφεκίδι. Είναι ένα πράμα αληθινό, πως οι Έλληνες ποτέ δεν είχανε ξαρματωθεί, ειδεμή, με τον Κολοκοτρώνη πάντα να τους ξεγυμνώνει κι ύστερα να φεύγει, δε θα μπορούσανε ν’ αντισταθούν».

Συνεχίζω το ημερολόγιο του Dodwell.

8 Φεβ. 1806. — «Αριστερά, καθώς πλησιάζαμε σ' ένα μεγάλο χωριό, το Ίσαρι, ακούσαμε συγκρατητό ντουφεκίδι, και καθώς μάθαμε, ήταν από κάτι κλέφτες που χτυπούσαν ένα σώμα Τούρκικο».

«Στις 10 (σ. Φλεβ. 1806) , μόλις αφήσαμε το χωριό Σινάνο είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά να μπαίνουνε με βια στα σπίτια τους σπρώχνοντας τα ζωντανά τους μέσα και να κλείνουνε τις πόρτες· η κραυγή «κλέφτες» αντιλαλούσε απ' όλες τις μεριές. Είχαμε όμως τόσο συνηθίσει, που δεν ανησυχήσαμε πολύ, και προχωρήσαμε αποφασισμένοι να μη βγούμε από τον δρόμο μας. Οι χωριάτες του Σινάνου, βλέποντας πως είχαμε σκοπό χωρίς άλλο να περάσουμε μέσα από τον λόγγο, όπου ήταν η ιδέα πως οι κλέφτες βρισκόντανε κρυμμένοι, ήρθανε μαζί μας ως 20, με τον αγά τους κεφαλή. Περάσαμε το ρέμα και χωθήκαμε σ’ ένα πυκνό ρουμάνι από βελανιδιές· σε λίγα λεφτά βρεθήκαμε μπροστά σ' ένα μικρό μπουλούκι από κλέφτες· ο ακόλουθός μου Ιμπραΐμης, Τούρκος Σινανιώτης, ρίχτηκε αμέσως σ' έναν από τους κακούργους, και με κάποιον κίντυνο τον ξαρμάτωσε και τον έδεσε. Οι άλλοι, λιγότεροι από μας, χωθήκανε μέσα στον λόγγο χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Όμως, ενώ πηγαίναμε γοργά μα απρόσεχτα καταπόδι τους, και μπήκαμε μέσα σ’ έναν απέραστο λαβύρινθο από βαλτωμένα χαμόδεντρα, βρεθήκαμε κυκλωμένοι από ένα μεγάλο σώμα κλεφτών, που μας φωνάξανε με δύναμη να πέσουμε κάτου στη στιγμή. Μερικοί από τους δικούς μας τους ρίξανε, κι εκείνοι αμέσως μας αποκριθήκανε με πιστόλια και ντουφέκια, και δυο δικοί μας πέσανε βαριά χτυπημένοι. Άρχισε αμέσως γενική σφαγή, και να σωθούμε πια φανερά ήταν αδύνατο, κι ανώφελη η αντίσταση· περιμέναμε τον θάνατό μας.... Εκείνη τη στιγμή, μεγάλες ακουστήκανε φωνές και κρότοι απ’ άλογα που τρέχανε και μας πλησιάζαν· ως 300 Τούρκοι καβαλαραίοι, με τον βόιβοντα της Καρύταινας αρχηγό, που κυνηγούσε τους κλέφτες, μας ρίχτηκε ίσα απάνου, νομίζοντας πως εμείς ήμαστε οι κλέφτες, και τ' άλογά τους κλωτσοπατήσανε λίγους, από τους δικούς μας.. Δεν αργήσαν όμως να καταλάβουνε το λάθος τους, και τότε πέσαν καταπάνου στους ληστάδες... Σε λίγες στιγμές ανταμωθήκαμε πάλι με τους κλέφτες· όμως αν και σκηματίζαν ένα σώμα από 140, το κύριο σώμα τους, δεν περίμεναν αυτή την προσβολή και σκορπίσαν, αλλά χρωστούσαν τη σωτηρία τους στην πυκνότητα του λόγγου και την κακοτοπιά του βουνού; Εφτά μοναχά από τους δικούς μας πληγωθήκαν· από τους κλέφτες ένας σκοτωμένος, καμπόσοι πληγωμένοι και 5 σκλαβωμένοι σταλθήκανε στην Τριπολιτσά, και τους κόψαν τα κεφάλια. Όλοι τους ήτανε κακοντυμένοι, ακάθαρτοι φριχτά, κι είχανε μαζί τους πολύ λίγα χρήματα και λίγα πολεμοφόδια. Ήταν από το μεγάλο σώμα του Καπετάν Γιώργου Κολοκοτρώνη, που τον είδαμε τελευταία να πολεμάει στα ριζοβούνια της Ιθώμης. 327 Ο κλέφτης που πιάστηκε ζωντανός είχε μοναχό ένα φουσέκι και 20 παράδες. Δυο ώρες βάσταξε αυτό το κυνηγητό, και ύστερα σταθήκαμε κοντά στα ρείπια της αρχαίας Μεγαλόπολης. Το βραβείο της παλικαριάς, καθώς αποφάσισε ο βόιβοντας, δόθηκε στον Ιμπραΐμ, που έπιασε ζωντανό τον κλέφτη· αυτός πήρε το σπαθί, το σελάχι, το δαχτυλίδι και το κεμέρι του, κι ο Έλληνας που βοήθησε στο πιάσιμο του κλέφτη πήρε το ντουφέκι. Όλοι από το σώμα των κλεφτών απορούσανε πολύ να με ιδούνε με τα φράγκικα ρούχα και το καπέλο μου ανάμεσα σ' αυτή τη συμπλοκή» (Β', σελ. 370-3).

22 Φλεβ. 1806. —«Περνούσαμε τα δάση του Λυκαίου (σ. Δυοφόρτι) και κάποια λαγκάδια πιασμένα από την εξουσία ως τις τελευταίες ημέρες, που οι τρομεροί ληστάδες τα είχαν κάμει καταφύγιο τους, και τώρα τελευταία είχαν αφήσει αυτούς τους κρυψώνες τους κυνηγημένοι από τον βόιβοντα της Καρύταινας...» (σ. ο περιηγητής πιο κάτου λέει πως απάντησε στον δρόμο του ένα κεφάλι κομμένο, ως δύο μέρες πρωτύτερα· το κεφάλι αυτό θα ήτανε κάποιου κλέφτη που σκοτώθηκε, και οι άλλοι κλέφτες το είχανε μαζί τους για να μην το πάρουν οι Τούρκοι και το παρουσιάσουνε στον βόιβοντα, Β', σελ. 390 328).

27 Φλεβ. 1806 «Τον καιρό που μείναμε στον Μυοτρά, ένα σώμα Τούρκοι στρατιώτες σταλθήκανε να πιάσουν ένα χωριό Πηγάδια, 4 ώρες μακριά, κατά το Δ. πλευρό του Ταΰγετου· το χωριό αυτό το κρατούσε ένα δυνατό σώμα από κλέφτες· επειδή ξακολούθησα τον δρόμο μου, δεν μπορώ να πω το τέλος αυτής της εκστρατείας» (Β'» σελ. 414).

Ακολουθούν οι μαρτυρίες του Leake.

4 Μαρτ. 1806. «120 κεφάλια κλεφτών σταλθήκαν από τον Πασά στην Πόλη. 329 Οι κλέφτες σκορπήσαν, και πιαστήκανε ζωντανοί, σκορπιστά. Ο Πασάς ελπίζει μ’ αυτό του το κατόρθωμα να μείνει στ' αξίωμά του άλλον ένα χρόνο. Ένας μπουλούκμπασης, με δυνατό σώμα Αρβανίτες, που ήτανε στελμένος ενάντια στους κλέφτες, λιποτάχτησε και κατάφυγε στη Μπαρντούνια, όπου τον καλοδέχτηκε ο Αμούσαγας. Ο Πασάς έχει στείλει τώρα ένα σώμα από 100 να τον πιάσει· οι 100 αυτοί ενωθήκανε μ' άλλους 400 στον Μυστρά. 330 Στην Τριπολιτσά μένουνε 5ΟΟ στρατιώτες μοναχά... Δεν πιστεύω να βρίσκονται απάνου στον Μοριά περισσότεροι από 2 χιλ. στρατιώτες στην εξουσία του Πασά, αν δε λογαριάσουμε τους Λαλιώτες, Μπαρντουνιώτες κι όσους άλλους βρίσκονται στη Μάνη. Δεν είναι πολύς καιρός που ο Πασάς είχε καλέσει όλους τους Τούρκους βοϊβοντάδες και τους Έλληνες κοτζαμπασήδες του Μοριά να τους συβουλευτεί με τι τρόπο να κατατρέξει τους κλέφτες. 331 Ο βόιβοντας της Γαστούνης... αμέλησε για λίγον καιρό να υπακούσει, ύστερα όμως από απανωτές διαταγές, πήγε, κι άμα ο πασάς τον κατηγόρησε για την αμέλειά του, απάντησε χωρίς να δείξει καμμιά ταπείνωση. Αμέσως ο πασάς άρπαξε ένα μικρό μετάλλινο ραβδί (συνηθισμένο όπλο που το κρατούν οι Τούρκοι για επίδειξη, 332 έριξε τον βόιβοντα στο πάτωμα και τον έδειρε αλύπητα με το ματσούκι, και ύστερα τον πέταξε όξω από την κάμαρη χωρίς καβούκι και μέστια, τον κράτησε πολλές μέρες φυλακή, και τέλος τον υποχρέωσε να πληρώσει πρόστιμο» (Β', σ. 282—3).

21 Μάρτ. 1805 —(Κοντά στην Καστάνια) 333. «Δέκα από τα παλικάρια του χωριού, αφού λείψανε λίγες βδομάδες, γυρίσαν τελευταία από το κυνήγι των κλεφτών. Οι κλέφτες ποτέ δε θα πιάνονταν, αν ο Πασάς δεν ακολουθούσε τον τρόπο να κάνει κάθε χωριό, που γειτόνευε με τα λημέρια τους, υπόλογο για την καταστροφή τους» (Β', σελ. 504).

27 Μάρτ. 1806. —«Λένε πως ο καπετάν Νικήτας με το μοναχό σώμα που έμενε από τους κλέφτες, ίσαμε καμιά σαρανταριά, λίγες μέρες πρωτύτερα πήγε στο χωριό Πετρίνα 334 και πήρε ψωμί από κάποιο χωριάτη... Οι κλέφτες ύστερα πιάσανε το βουνό Δ. από το Λοντάρι, όπου χτυπηθήκαν, και 2-3 απ’ αυτούς σκοτωθήκαν. Ύστερα καταφύγανε στη Μάνη, μα τους παρακολουθεί ένα σώμα από στρατιώτες του Πασά και ως 400 αρματωμένοι χριστιανοί (τ. Γ', σ. 21)... —Το κεφάλι του Νικήτα το φέρανε σήμερα στην Τριπολιτσά, και το εκθέσανε στον πλάτανο του σεραγιού μαζί μ’ ένα άλλο κεφάλι κι ένα χέρι, 335 από κάποιους κλέφτες που σκοτωθήκαν τελευταία στους Μύλους της Καλαμάτας, ενώ άλλοι ως 20 γλιτώσανε στη Μάνη· ένα δούλο (σ. ψυχογιό;) του Νικήτα τονέ φέρανε ζωντανό» (Γ', σελ. 36). Κι ο Θοδ.. Κολοκοτρώνης (σελ. 25 της αυτοβιογρ.) γράφει για τον θάνατο κάποιου «Νικήτα από του Τουρκολέκα». Είναι ο ίδιος που φαίνεται πιο πάνου. Επειδή όμως Νικήτας Τουρκολέκας λεγόταν ο Νικηταράς, κι ο πατέρας του Σταματέλλος Τουρκολέκας, στρατιωτικός στα Εφτάνησα, θα μπορούσε να υποτεθεί πως ο σκοτωμένος θα ήταν κανένας από το σπίτι τους. Όμως οι Σταματέλλοι Τουρκολέκηδες ή Σταματελλόπουλοι μπορεί να είχαν την καταγωγή τους από του Τουρκολέκα, αλλά το χωριό τους ήταν τα Σαμπάζικα του Λονταριού. Ο Σταματέλλος, πατέρας του Νικήτα, μπορεί να είχε κι αυτός πατέρα Νικήτα. Εδώ δεν είναι ο λόγος για κανέναν απ’ αυτούς. Ο Σταματέλλος φαίνεται να υπηρετεί στα Εφτάνησα, σε σώματα άταχτα, και στα 1807 και στα 1813. Σκοτώθηκε γυρίζοντας στον Μοριά κατά τα 1818 (βλ. πιο κάτου).

Εδώ τελειώνουν των Άγγλων περιηγητών οι μαρτυρίες, και μαζί μ’ αυτές στειρεύει κάθε ξένη, άγνωστη ως τώρα μα αξιόπιστη πηγή. Άφησα τελευταία του Παπατσώνη την περιγραφή, που έχει κι αυτή σκέση με τις λεφτομέρειες του κατατρεγμού: «Ο δε Γιάννης Κολοκοτρ., Σίμος (σ. Δήμος;) και Κουντάνης 336 πρωτοκλέφται και ο Γιώργος από τον Αετόν, όλοι 7 τον αριθμόν (;) κατέφυγον από τόπον εις τόπον και επήγαν να κρυφτούν εις το μοναστήρι των Αιμιαλών, εις το Ζυγοβίτσι πλησίον, αλλά οι καλόγεροι δεν τους εδέχθησαν μέσα εις το μοναστήρι, αλλά τους έβαλαν εις ένα ληνόν θολογύριστον, όπου έχουν εις το αμπέλι τους μέσα, των οποίων τους έδωσαν και ηριάρικον ψωμί 337 από τον μύλον τους, όπου έχουν εκεί πλησίον, και έφαγαν πεθαμένοι της πείνης όντες, ειδοποίησαν όμως οι καλόγεροι τους Δημιτσανίτες, οπού είναι πλησίον του μοναστηρίου, ότι οι κλέφτες ευρίσκονται εις τον ληνόν κρυμμένοι. Επιπεσόντες οι Δημιτσανίται, εδοκίμασαν να φύγουν, αλλά δεν ηδυνήθησαν· επέστρεψαν οπίσω· τότε τους έβαλαν τειάφια πολλά εις την θύραν του ληνού, και ούτως, έναν-ένας εβγαίνοντας να παραδοθεί, τον εφόνευον. Και τοιούτον τέλος έλαβον και οι 7, ίνα μη μείνει τινάς ζωντανός και αρχίσεί να μαρτυρεί πού εστέκοντο και ποίοι τους έτρεφον».

Απορεί κανείς βαθιά με την τόσο απλοϊκή πίστη των περίφημων αυτών Κλεφτών, πίστη όχι καθόλου Κλέφτικη, και ύστερα από την προδοσία, με την παράδοσή τους στα χέρια των φονιάδων τους, και μάλιστα συντοπιτών τους. Δε θα ήταν προτιμότερο να βγουν και να πεθάνουνε με τα σπαθιά στα χέρια; Για να καταλάβετε την τόσο απλόγνωμην απόφασή τους διαβάστε ένα περίεργο περιστατικό, πολύ υστερόχρονο, στα 1848, κατά τη λεγομένη στάση της Φτιώτιδας μ’ αρχηγό τον Μήτσο Κοντογιάννη. Ένας λογιότατος, ο Γ. Αινιάνας, κατατρεχότανε κι αυτός από τα βασιλικά στρατέματα. Να τι γράφει γι’ αυτόν ο αδερφός του: «Απομακρυνθείς της πόλεως (Υπάτης) και διαβάς τον Ξηριάν... μετέβη εις τινα καλύβην, όπου διέμενεν εις αγροφύλαξ... Ο χωρικός, διασχίσας μικρόν εκ θάμνων δάσος, ετοποθέτησεν εντός αυτού τον Αινιάνα... μετέβη προς τον Κοντογιάννην... Ο αδελφός μου, όταν ενύκτωσε, και ο γεωργός δεν εφάνη, ήρχισε να ανησυχεί, και εξελθών της κρύπτης αυτού, μετέβη εις έτερον τόπον, όθεν ηδύνατο να βλέπει την κρύπτην» . (Δημ. Αινιάνα «Αναμνήσεις μιας θερινής νυκτός εν Υπάτη» σελ. 14). Έτσι κι οι κλεισμένοι στον ληνό, αφού στείλαν τον καλόγερο, έπρεπε ν’ αλλάξουνε λημέρι, κι απ’ αυτό να παραφυλάν αγνατεύοντας τον ληνό. Για να μπιστευτούν όμως τόσο αθώα, θα πει πως δεν είχανε κλειστεί με την απόφαση και να πεθάνουνε, σε κακή ώρα. Κάθε αληθινός Κλέφτης τον θάνατο είχε πάντα στον νου του.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους σκοτωμένους ήταν κι ο περίφημος Γιώργας. Ο γέρο-Παπατσώνης, ο πατριώτης του, είδατε τι γράφει για τον θάνατό του. Το χειρόγρ. του Γρηγοριάδη —πατριώτης κι αυτός του Γιώργα— μιλεί πως ο Γιώργας μ’ άλλους κλεισμένους στον καλογερικό ληνό κάμαν έξοδο· η περιγραφή είναι φορτωμένη με τις συνηθισμένες του Γρηγ. υπερβολές. Το τέλος των κλεισμένων ο συγγρ. το βάνει στις 18 Μαρτ., ενώ ο Leake, 4 Μαρτ. 1806, παρασταίνει τον χαλασμό τελειωμένον (βλ. πιο πάνου). Ακολουθεί η περιγραφή του Γρηγοριάδη: «Κατέφυγεν τέλος (σ. ο Γιώργας) μετά 60 παλικαρίων Αρκαδίων εις Καρύταιναν και πολιορκηθείς εν τη μονή των Αιμιαλών, κειμένη πλησίον της κωμοπόλεως Δημιτσάνης, από 1.000 Τούρκους και 500 Αλβανούς πεζούς και ηρωικώς πολεμήσας από της 8ης ώρας της πρωίας μέχρι της 2ας μετά μεσημβρίαν της 18 Μαρτίου του έτους 1806 και φονεύσας και πληγώσας 250 Τούρκους και Αλβανούς, μανιωδώς εφορμήσας ξιφήρης εφονεύθη ηρωικώς μεθ' όλων αυτού των παλικαρίων του, και ως 40 Κλεπτών Καρυτηνών προσδραμόντων προς επικουρίαν του». Φαίνεται η ψευτιά. Ο Γρηγορ., όσα αποβλέπουν τους Κλέφτες του Μοριά, τα κάνει τόσο εξηρωιστικά, που περνούνε σ' αυτό κάθε άλλη περιγραφή. Σπουδαία απορία είναι αν ο Γιώργας πέθανε σαν παλικάρι κάνοντας έξοδο, και τότε θα πολεμούσε χωριστά από τους άλλους τους κλεισμένους στον μοναστηριακό ληνό, που το τέλος τους ήτανε θλιβερό μοναχά κι όχι ηρωικό. Αν ο Γιώργας πολέμησε σε θέση χωριστή και πέθανε έτσι αντρίκια, δεν πιστεύω όλες οι άλλες ντόπιες μαρτυρίες να φτάνανε σε τέτοια σκόπιμη κακία να μην αναφέρουν του Γιώργα τον θάνατο τον ηρωϊκό. Μόνη λοιπόν η μαρτυρία του Γρηγοριάδη δε φτάνει να μας βεβαιώσει τον αληθινό θάνατο του Γιώργα. Ο Γρηγορ. προσθέτει πως το οικογ. επίθετο του Γιώργα ήτανε Κοσμάς.

Συνεχίζω την περιγραφή του Παπατσώνη. «...Ο δε Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μεμονωμένος υπήγε μετεμφιεσμένος εις του Παλούμπα, εις τους Κολιαίους ή Πλαπουταίους, οπού ήτον συγγενής αυτών· τον οποίον έβαλαν εις μίαν τρύπαν μέσα, και τον ετροφοδοτούσε μόνος ο Παρασκευάς (σ. το β' χειρόγρ. «επί 40 ημέρας») χωρίς άλλος τινάς εκ της φαμελίας του να ηξεύρει... Διεδόθη η φήμη ότι εφονεύθη και ούτος, και αφού κατευνάσθη η καταδίωξις, και δεν ηκούσθη να έμεινε κανένας ζωντανός, τότε μετεμφιεσμένος εμπαρκαρίσθη εις τον Ρουφιά 338 εις τι καΐκι, και τον έβγαλεν εις Ζάκυνθον, και εκεί μετεμφιεσμένος διά πολύν καιρόν δεν εγνωρίζετο, αλλ’ εφανερώθη επί τέλους εις τον Αναγνωσταρά. 339 — Τοιούτον τέλος έλαβον οι Κλέφτες άπαντες, οίτινες ελυμαίνοντο τους χριστιανούς πάντοτε· εις Τούρκον ποτέ δεν έβανον χέρι, διατί εσκληρύνοντο, και ευχαριστούντο και οι Τούρκοι ότι οι Κλέφται ελήστευον τους ομοθρήσκους των χριστιανούς... Αλλ’ όταν έβαλαν χέρι και εις τους προεστούς, τότε επήλθε και η καταστροφή των». Όλα αυτά τα γράφει κοτζαμπάσης Μοραΐτης εχτρός των Κλεφτών· ψέματα όμως δε γράφει, παρά ίσως υπερβολές. Οι Κλέφτες του Μοριά σκοτώνανε και Τούρκους, μα φυλαγόντανε να το κάνουνε συχνά, όπως και οι Κλέφτες της Ρούμελης. Μοναχά το πως άλλο δεν κάνανε παρά Τούρκους να σκοτώνουν, αυτό είναι γέννημα ανιστόρητο του συμφεροντολόγου εξηρωισμού, που έβαλε σκοπό του ν’ αλλάξει την αληθινή ιστορία. Όσο για τ' άλλο που γράφει κάπου ο Παπατσώνης, πως γνώριζε ο γέρο-Ντεληγιάννης την παρουσία του κρυμμένου Θοδωράκη, ήταν τόση η τρομάρα και στους κοτζαμπασήδες, και τόσος ακόμα ο κίντυνος, που διστάζω να πιστέψω του γερο-προύχοντα την απόφαση να μην παραδώσει τον Θοδωράκη, μέσα στον γενικό μάνισμα του κατατρεγμού, που ακόμα και τα λιθάρια είχανε σηκωθεί να κυνηγάν τους Κλέφτες. Μπορεί όμως ο Ντεληγιάννης να φύλαξε το μυστικό από φόβο μη χάσει τους πιστούς του Πλαπουταίους. Σ’ άλλο μέρος του χειρόγρ. του ο Παπατσώνης γράφει: «Ούτοι (σ. οι Κλεφτοκαπεταναίοι) επί Τουρκοκρατίας τους χριστιανούς έκλεφταν, ελήστευαν και αιχμαλώτουν και διά λύτρων τους απέλυον, μηδέποτε έβλαπταν Τούρκον πουθενά, διότι τότε εσκληρύνοντο οι Τούρκοι και τους εκυνηγούσαν αποτελεσματικώς και τους έχαναν ολοτελώς· οι δε Τούρκοι καίτοι βλέποντες τα ληστρικά κινήματά των επί τους χριστιανούς γινόμενα, ευχαριστούντο διότι οι χριστιανοί έπασχον και από χριστιανούς εληστεύοντο, και ως εκ τούτου ποτέ δεν ενέδιδον εις τας προτροπάς αυτών ότι τους εγνώριζαν εκ του πλησίον ως άρπαγας». Κι άλλη πηγή υστερόχρονη, που χτυπάει τον Φραντζή ως παραπολύ Κολοκοτρωνιστή, γράφει: «Ηδύνατο ο κ. Φραντζής ή Φραντζιάδης να επιγράψει το σύγγραμμά του βιογραφίαν του Κολοκοτρώνη, ηδύνατο τότε να λέγει εν αυτώ, ότι οι κλέπται επί Τουρκοκρατίας ήσαν οι προστάται των χριστιανών, ενώ αυτούς μόνον ως επί το πλείστον και όχι τους Οθωμανούς και ελήστευον και εδολοφόνουν» (εφημ. «Φίλος του Λαού», Αθήνα, 9 Αύγ. 1841).

Δεν πρέπει να παραλείψω και κάποια απομεινάρια της στοματ. παράδοσης, που τα φύλαξε αξιέπαινα ο Κ. Σταυρόπουλος Ζυγοβιστιώτης, από την πατρίδα των Κολοκοτρ., στη γεωγρ. μονογραφία του («Ιστορία Ζυγοβιστίου», Αθήνα, 1905, σ. 21-23).Αντιγράφω εδώ τα σκετικά κομμάτια: «Ημέραν τινά του έτους 1806, οι Κολοκοτρωναίοι διημέρευον εις το απέναντι και εγγύς του Ζυγοβιστίου κείμενον όρος Κλινίτσα, ένθα συνήθως, οπόταν ευρίσκοντο κατά τα μέρη ταύτα, ενδιητώντο. Επειδή δε έλαβον, ως φαίνεται, ανάγκην τροφών και πολεμοφοδίων, μετέβησαν εκείθεν εις τον αντικρύ σχεδόν του ειρημένου όρους ληνόν της Μονής Αιμιαλών, κείμενον παραπλεύρως της Μονής, και εκεί εκρύβησαν, όπως εύρωσιν ευκαιρίαν και ζητήσωσι παρά του ηγουμένου εκείνου των όσων είχον ανάγκην. Συλλαβόντες δε τον μεταβάντα εκεί να κλαδεύσει την άμπελον μοναχόν Γεράσιμον καλούμενον, κυφόν το σώμα, αγράμματον παντάπασι και εκ Δημιτσάνης καταγόμενον, όπως ομολογεί όλος ο κόσμος, τον παρεκάλεσαν να μεταβεί εις τον ηγούμενον και τω είπει κρυφίως περί των ανωτέρω αναγκών των. Το μοχθηρόν όμως εκείνο ανθρωπάριον, αντί να μεταβεί εις τον ηγούμενον και τω αναφέρει την περίσταση ταύτην και οικονομηθεί το πράγμα, όπως οικονομείτο τούτο και άλλοτε, ετράπη εκείθεν εις την προς την Δημιτσάνην άγουσαν οδόν, και φθάσας εκεί ανήγγειλεν εις τους προεστούς περί της εις τον ληνόν διημερεύσεως των κλεπτών... 340 —Τοις πάσιν είναι γνωστόν έκτοτε, ότι ο εν τω ληνώ φόνος των Κολοκοτρωναίων δεν εγένετο εκ μέρους Τούρκων, καθόσον Τούρκοι δεν υπήρχον εκεί, αλλ’ εγένετο εκ μέρους χριστιανών, οι οποίοι, ως προείπομεν, ήθελον να προσφέρωσιν εξ ιδιοτελείας αφοσίωσιν εις την Τουρκικήν διοίκησιν, αλλά και εκ φόβου οι περισσότεροι μετέβησαν εκεί, διότι εφοβούντο μήπως, συλλαμβανόμενοι οι κλέπται και εκβιαζόμενοι διά βασάνων εκ μέρους των Τούρκων, ομολογήσουν ή μαρτυρήσουν τους τροφοδότας και φίλους των, και ούτω καταστραφώσι και αυτοί και οι κλέπται». 341

 

Η μελέτη της ιστορίας του κατατρεγμού μας δίνει αφορμή σ’ αρκετά συμπεράσματα. Απ’ όσα γράφουν οι περιηγητές, που βρεθήκανε μες την τραγωδία, φαίνεται ένα Κλέφτικο σώμα από 150 το πολύ παλικάρια, κι όχι περισσότερα. Πρώτα, τον λιγοστόν αυτόν αριθμό, που ο μεγάλος κίντυνος τους σύναξε όλους σ’ ένα σώμα μοναχό, μπορεί να τον πάρει κανείς ως ένα σωστό μέτρο, και μ’ αυτό να μετρήσει τις χιλιάδες της παλιότερης Κλεφτουριάς, τις παραμυθένιες. Τον αριθμό των 150 τονέ βεβαιώνουν κι οι ξένοι που βρεθήκανε στη μέση της σκηνής κι ο Παπατσώνης, που τον άκουσε από παλιότερους, παλιός όμως κι ο ίδιος. Κι ο Θ. Κολοκοτρ. (αυτοβιογρ. σελ. 18) γράφει: «Εμάζωξα όλους έως 350», παρασταίνοντας μ’ αυτό πως ο ίδιος ήταν ο καπετάνος τους, Η αλήθεια όμως λέει πως, αν δεν ήταν αρχηγός ο Γιώργας από τον Αετό της Αρκαδίας, θα ήτανε συναρχηγός του Γιάννη Κολοκοτρώνη. Ο Γιάννης ήταν ο άγριος κι ο τραχύς Κλέφτης· εκείνος αποφάσισε να μην πάνε στα Εφτάνησα, πριν από τον κατατρεγμό, εκείνος και κατά το διάστημα του κατατρεγμού φαίνεται να διατάζει —και να μην τον ακούει ο Θοδωράκης.

Ότι οι Κλέφτες δεν ήταν περισσότεροι, ούτε κι άλλοι αλλού βρίσκονταν, έξω από τους 150, φαίνεται απ’ αυτό· κανένας άλλος πόλεμος σύχρονος με τον πόλεμο τριγύρω στο Βουρκάνο δε γινότανε σ’ άλλο μέρος του Μοριά. 342 Και τι άλλο ακόμα; Ο βόιβοντας της Καρύταινας ο, ίδιος τους πολεμάει. Αυτό σημαίνει πως κυνηγημένοι πρώτα οι Κλέφτες αναγκαστήκανε v’ αδειάσουν τα παλιά λημέρια τους, απάνου στα Καρυτηνά βουνά, και κατεβήκανε βουνό-βουνό και πιάσαν τα τριγύρω του Βουρκάνου, έχοντας μπροστά τους τον κάμπο τον Μεσσηνιακό, μεσημβρινά, για να βρίσκουν τα μέσα της διατροφής τους, και δυτικά ακουμπώντας στον πολεμικό λαό της Τριφυλίας, τους Ντρέδες, για να ‘χουν τη βοήθειά τους, με του Γιώργα την επιρροή. 343 Ήτανε λοιπόν η Κλεφτουριά του 1806 πολύ περιορισμένη, και σε λίγες βδομάδες νικήθηκε, σκορπίστηκε και χαλάστηκε, μήνα Γενάρη και Φλεβάρη, κι όχι τον Γενάρη ολάκερο, ούτε ολάκερο τον Φλεβάρη. Από τα σημειώμ. του Ρ. Παλαμίδη βγαίνει το νόημα πως η καταστροφή ήτανε σύντομη: «1806, τον Ιανουάριον εβγήκεν ο Κεχαγιάμπεης, και εσκότωσαν τους Κολοκοτρωναίους και τον Γιώργα με όλους τους συντρόφους του». Αμέσως μετά τις μικρές μάχες στ’ Αλειτούργι βρίσκουμε τους Κλέφτες στο παλιό τους πάλι καταφύγιο, ψηλά στην Καρύταινα. Η μόνη τους τώρα φροντίδα είναι όχι πώς να πουλήσουν ακριβά το τομάρι τους, αλλά πώς να το γλιτώσουν. Αυτό σημαίνει πως είχανε χάσει πια το ηθικό τους. Γι' αυτό, και το τέλος τους ήταν όχι αντρικό, αφού καταδεχόντανε στους χωριάτες να παραδίνονται, κι απ’ αυτούς να παίρνουν ντροπιασμένο θάνατο.

Όσο για την αιτία του σηκωμού της Κλεφτουριάς, δεν ήταν άλλη παρά η σκληρή ανάγκη του ψωμιού. Αυτό φαίνεται καθαρά απ’ όσα γράφει ο Παπατσώνης για τους Κάπους. Οι Κάποι, όσο μένανε πιστοί στους κοτζαμπασήδες, περνούσανε καλά. Οι Κολοκοτρωναίοι λοιπόν, αφού χάσανε για πάντα το Καπιλίκι, το γυρίσανε στην κλεψιά· επικηρυγμένοι και κατατρεγμένοι, πλανιόντανε σ’ άλλες επαρχίες, και για να χτυπήσουν τον κοτζάμπαση των Γαργαλιάνων σημαίνει πως βοηθούσανε τον Γιώργα, κι αυτό απ’ αφορμή της Αρκαδίας το Καπιλίκι (Τριφυλίας).

Όσο για την αρχηγία, τον Γιώργα τονέ βρίσκουμε να πρωτοστατεί τριγύρω στο Βουρκάνο, το ίδιο και στη ληστρική πράξη που είχε σκοπό το σκλάβωμα του κοτζάμπαση των Γαργαλιάνων. Ο Γιώργας λοιπόν θα ήτανε κι ο αρχηγός των Κλεφτών ως το τέλος του χαλασμού τους. Αν όμως λάθος γίνεται από τους Άγγλους περιηγητές, και Γιώργος εννοείται ο Γιάννης ή ο Θοδωράκης —πράμα δύσκολο κανείς να το πιστέψει— τότε ο λαός, αν αθέλητά του γέλασε τους ξένους λέγοντας Γιώργο Κολοκοτρώνη αρχηγό, (ενώ Γιώργος Κολοκ. κανένας δεν υπήρχε), δεν ήξερε ούτε τα σωστά ονόματα των αδερφών Κολοκοτρωναίων. Και τότε, πού η δόξα η Κλέφτικη και πού η φήμη η λαϊκή, η Κολοκοτρωναίικη; Περίεργο είναι ακόμα πως ούτε ο Γιάννης ούτε ο Θοδωράκης αναφέρνονται πουθενά με τα ονόματά τους από τους τρεις Άγγλους, ενώ αναφέρνεται Γιώργος Κολοκ. ανύπαρχτος. Κι αυτό δε θα πει άλλο παρά πως ο Γιάννης κι ο Θοδωράκης ήτανε δευτερότεροι και κάτου από τον Γιώργα τον αληθινό.

Ο Θοδωράκης πάλι ο ίδιος δεν αναφέρνει πουθενά του αδερφού του Γιάννη τ’ όνομα, παρά τη στιγμή που σκοτώθηκε, θέλοντας αυτός να φαίνεται αρχηγός, αφού και τον περίφημο Γιώργα τον κατεβάζει σα να τον έχει κάτου από τις διαταγές του («είχα και έναν Γιώργα μαζί μου»). Κάνω και μιαν ακόμα πιο βαριά παρατήρηση απάνου στα δυο αδέρφια Γιάννη και Θοδωράκη. Αύγουστο του 1805 ο Θοδ. έχει πάει στη Ζάκυθο· αν και δε μας ξηγάει το γιατί, ο σκοπός του ήταν η στρατολογία που γινόταν εκεί, κι έπεφτε παράς —ο Κλέφτης πάντα του αγαπάει τον παρά. Δεν αποφάσισε όμως να καταταχτεί, και γύρισε στον τόπο του. Εκεί σύναξε ως 150, και γράφει πως (σελ. 18) τους πρότεινε να τους πάρει και να πάνε στη Ζάκυθο· αυτοί αποκριθήκανε μ' ένα στόμα πως «ημείς δεν πηγαίνομεν εις την Φραγκιά, και θέλομεν να αποθάνωμεν εις την πατρίδα μας· ο αδερφός μου ο Γιάννης με είπε ότι θέλω να με φάγουν τα όρνεα του τόπου μας...». Ενώ χιλιάδες Μοραΐτες τρέχανε στη Ζάκυθο να στρατολογηθούνε, καθώς και Ρουμελιώτες Κλέφτες και παλιοί Αρματολοί, οι Κολοκοτρωναίοι και οι σύντροφοί τους, κατατρεγμένοι, δυστυχισμένοι και χωρίς «δουλειά» (Καπιλίκι), δεν αρπάζουν αυτή την ευκαιρία, δεν αγαπάν τις τύχες του πολέμου, δεν αποφασίζουνε ν’ αλλάζουνε την άθλιά τους ζωή μ' άλλην αντρικότερη, μα προτιμάνε να μείνουνε στον τόπο τους, ενώ όλο και χειρότερη γίνεται η κατάστασή τους. Τους πρότεινε έπειτα ο Θοδ. να χωριστούνε σε μικρά σώματα και να κρυφτούνε, 344 μα εκείνοι του αποκρίθηκαν πως «δεν πάμε να εξοδεύσομε τα λίγα γρόσια όπου έχομε, διατί οι καπεταναίοι εσείς παίρνετε από τας επαρχίας». Ποιες όμως επαρχίες, αφού οι Κολοκοτρ. χρόνια είχανε να δούνε Καπιλίκι και τι γρόσια θα είχαν οι Κλέφτες άλλα από της τόσο φτωχικής ληστείας τα τυχερά; 345 Τέλος ο Θοδ. έμεινε μαζί τους, «και έτσι εκηρυχθήκαμεν με την σημαίαν ανοιχτήν εις όλας τας δυνάμεις του Μορέως· η σημαία είχε ένα Χ και άστρα και φεγγάρι» 346. Λοιπόν πόλεμος συμμαχικός Ελληνο-Τούρκικος κατά της εξουσίας του Σουλτάνου... Καυχήματα γεροντίστικα του Γέρου, ενώ η ιστορία αποδείχνει πως οι Κολοκοτρωναίοι, μην αποφασίζοντας ν’ αφήσουν τον Μοριά, μη γυρεύοντας άλλη ζωή αντρικότερη, προτιμήσανε τη ληστρική· πρώτη όμως φορά, ανοιχτά, χτυπιόνται με τους Τούρκους, όχι για κανένα σκοπό εθνικό —ανόητοι θα ήτανε να κάμουν πόλεμο μ’ όλο τον Μοριά, Τούρκους και Χριστιανούς· αν ύστερα απ’ αυτή τους την απελπισμένη απόφαση, κι αφού χτυπήσανε γενναία στην αρχή, φυλάγανε τον ίδιο δρόμο, μετά το κήρυγμα του κατατρεγμού, θα μπορούσε κανείς να χαιρετίσει την αντρίκια τους απόφαση. Σαν Κλέφτες που ήτανε, κι αθώον κόσμο θα σκλαβώναν, κι αρπαγές θα κάνανε στην ανάγκη τους, και γι’ αυτά συχωρεμένοι θα ήταν, έφτανε το τέλος τους να τιμούσε την παλικαριά τους. Όμως, ποιο ήταν αυτό το τέλος; Ο Γιάννης Κολοκ., με τους συντρόφους που του μέναν, κλειστήκανε στον ληνό και παραδώσαν τα κεφάλια τους στους χωριάτες όχι σαν παλιοί Κλέφτες, αλλά σαν πρωτόβγαλτα τσοπανόπουλα, και τον Θοδωρ. τον πήγαν κυνηγώντα σα λαγό, από τρύπα σε τρύπα, χριστιανοί και Τούρκοι. Απορεί κανείς πως, αυτός που παρασταίνει τον εαυτό του αρχηγό, δεν έδεσε τη μοίρα του με του αδερφού του Γιάννη, αλλά χωρίστηκε τη στιγμή του τελευταίου κιντύνου, όταν των μικρών μπουλουκιών η Κλέφτικη ταχτική δεν ήταν πια καιρός να μπει σε πράξη, αλλά ήταν ο καιρός, οι Κλέφτες ενωμένοι να πουλήσουν τίμια κι ακριβά το αίμα τους. Ο Θοδωράκης ύστερα διηγιέται τις δικές του περιπέτειες με ύφος σα να καμαρώνει για την εξυπνάδα που είχε να γλιτώσει μοναχός. Στο τέλος καταδέχτηκε να ζητήσει και την προστασία των Πλαπουταίων, των ειρηνικών Κάπων της Καρύταινας, που αγνάντευαν αδιάφοροι τον χαλασμό τους. Ακολουθούν πιο κάτου κι άλλες ανάλογες λεφτομέρειες, ώσπου «ο Θοδωράκης πολύ πονηρεμένος, εγλίτωσε ο καημένος», όπως λέει και το πλαστό τραγούδι, που θαμάζει κι αυτό τις πονηριές του. Γλίτωσε και κατάφυγε τέλος στα Εφτάνησα. Ας μολογήσει τώρα κανείς αν του Γιάννη ο θάνατος ή του Θοδωράκη ο γλιτωμός ταιριάζανε σε Κλέφτες παλικάρια.

Πόσοι ήταν οι Κολοκοτρωναίοι που χαλαστήκαν; Οι υστερόχρονες ειδήσεις της οικογενείας ανεβάζουν τον αριθμό σε τριάντα. 347 Μιλεί κι ο Θοδωράκης πως, όταν χωρίστηκε από τους άλλους, κράτησε μαζί του 19 συγγενήδες του (σελ. 21) και τον Γιώργα. Όμως κι ο Γιώργας κι οι άλλοι τον αφήκαν, αφού κατάντησε να μείνει ο Θοδ. μοναχός και να γλιτώσει στη Μάνη με δυο που τον ακολουθήσανε, πιστούς του Ρουμελιώτες. 348 Ο Leake γράφει: «Ο Πασάς του Μοριά πέτυχε να πιάσει πολλούς από τους Κλέφτες, που για πολύν καιρό μαστίζαν τη χερσόνησο, και τον τελευταίο χρόνο είχανε πληθύνει. Σκότωσε «έναν από τους Κολοκοτρωναίους» (τ. Β', σελ. 152), και βέβαια εννοεί τον Γιάννη, τον σπουδαιότερο, και γι’ αυτό τον αναφέρνει. 349 Δεν είναι ζήτημα πως οι Κολοκοτρωναίοι, ως παλιά οικογένεια ποιμενική, ήτανε χωρισμένοι σ’ αρκετούς κλάδους, και με τις συμπεθεριές και κουμπαριές που κάναν είτε αλλάζοντας τα βοσκοτόπια τους κάθε χειμώνα, είτε ως Κλέφτες αλλάζοντας λημέρια, είχανε μεγαλώσει τη συγγενολογιά τους. Εδώ όμως είναι η απορία· πού ήταν αυτή η συγγενολογιά, όταν τα πιο σημαντικά μέλη του σπιτιού σκοτωνόντανε, λίγοι εδώ και λίγοι εκεί, και πώς την τελευταία στιγμή αφήσανε τον Θοδωράκη με δυο Ρουμελιώτες μοναχό; Όσοι είχανε γλιτώσει είχανε κρυφτεί. 350

Το τέλος των Κλεφτών του Μοριά στάθηκε εύκολο μα και θλιβερό. Και οι 150, οι μόνοι κι όλοι-όλοι που χαλαστήκανε, φερθήκαν όχι σαν Κλέφτες καθαροί, μα σαν κοινοί φυγόδικοι. Κι όμως, οι υστερόχρονες αβάσιμες πηγές μας παραστήσανε τον «χαλασμό» σαν κάτι τρομαχτικό ξερίζωμα παμπάλαιας πολεμικής δυναστείας. Το τέλος όμως το σύντομο και τόσο άχαρο ρίχνει κάτου αυτόν τον παραφορτωμένο θρύλο τον ιστορικό. Όσο για τον θρύλο τον ποιητικό, πώς μπορούσε ένας λαός που θανάσιμα τους κατάτρεξε, όχι μοναχά γιατί ο Τούρκος πρόσταζε, μα και γιατί ο ίδιος αυτός λαός είχε μισήσει πια τις Κλέφτικες αρπαγές και βίες, πώς μπορούσε αυτός ο λαός τραγούδια να τους πλάσει και να τους υμνήσει τις παλικαριές;

Ότι η Κλεφτουριά η Μοραΐτικη, κατά τον χαλασμό, δεν ήταν πολυάριθμη, απόδειξη πως μαζί με τους Κολοκοτρωναίους δεν πολέμησαν άλλοι γνωστοί παρά ο Γιώργας από την Αρκαδιά, ο Πέτροβας, ο Νταγρές, ένας Νικήτας, κι όχι άλλοι. Πώς να ξηγήσει κανείς αυτό το φαινόμενο; Οι πολεμικοί άντρες του Μοριά βρισκόντανε στα Εφτάνησα, καλοπληρωμένοι, δουλεύοντας στα μισοάταχτα εκεί σώματα. Οι άλλοι που μένανε στον τόπο τους δεν είχανε μορφωθεί σ’ αληθινούς πολεμικούς άντρες, καθώς το 'δειξε το τέλος τους, τέλος ανθρώπων απείρων του πολέμου. Ο τρόπος που λιποταχτούν αφήνοντας τους αρχηγούς, το κλείσιμό τους στον ληνό —απ’ όπου δε θα ήταν πια σωτηρία— η πίστη τους η τόσο ανόητη να μην υποφτεύονται προδοσιά, και η ντροπιασμένη τους ύστερα παράδοση, αντί να ξεπηδήσουνε με τα σπαθιά στα χέρια, όλ' αυτά μας δείχνουνε, το λέω και πάλι, πως οι Κολοκοτρωναίοι δεν ήταν Κλέφτες παλιοί γυμνασμένοι από πάππου-προσπάππου. Μα το πράμα δε μπορούσε αλλιώς να γίνει. Του Μοριά η Κλεφτουριά δεν κρατούσε τη ρίζα της παρ’ από τα 1770, κι ακόμα υστερότερα, λοιπόν δεν είχε μορφωθεί εκείνος της ηρωικής παράδοσης ο νόμος, που σιδερώνει τις καρδιές, ο νόμος που έβγαλε τον Ελληνικόν ιπποτισμό που λέγεται παλικαριά, δημιούργημα της Κλεφτουριάς και του Αρματολισμού από τα πρώτα χρόνια της Τουρκιάς.

Η καταστροφή των Κλεφτών του Μοριά —και της Ρούμελης— άφησε μιαν ολέθρια κληρονομιά στην Επανάσταση του 1821, το μίσος και τη διαίρεση ανάμεσα παλιών στρατιωτικών και παλιών προυχόντων, ζήτημα πολύ σπουδαίο, που δεν έχει τον τόπο του σ’ αυτή τη μελέτη. Φτάνει εδώ να πω πως ο χωρισμός αυτός δε μπορούσε παρά να υπάρχει, αφού οι προύχοντες, όργανα κι αντιπρόσωποι της ανώτερης αρχής στις επαρχίες, ήτανε και υπεύτυνοι και υπόλογοι για την τάξη, και οι Κλέφτες, φυσικά, χαλούσαν αυτή την τάξη και φέρνανε σε κίντυνο τις υπόλογες αρχές, τον προύχοντα χριστιανό, μα και τον Τούρκο βόιβοντα, τον Κάπο σπάνια, 351 μα τον Αρβανίτη μπελούκμπαση συχνά. Το παρακάτου κομμάτι που δανείζομαι από τον Φιλήμονα δείχνει τη δύσκολη θέση των προυχόντων αντίκρυ από τους Κλέφτες, χρησιμεύει ακόμα κι ως μαρτυρία ιστορική για την κατάσταση του Μοριά από τα 1807 και κάτου, μετά την καταστροφή, και για τα μέτρα που παρθήκαν τότε κατά των κακοποιών (Κλεφτών): «Νέζρι χατζέτια» εισί τα υποσχετικά έγγραφα των επαρχιών, βεβαιωμένα παρά της λεγομένης υπό των Τούρκων ιεράς Κρίσεως.

Τοιαύτα νέζρι χοτζέτια, εγγυώμενα την ησυχίαν του τόπου και την ασφάλειαν των οδοιπόρων, ενηργήθησαν μετά την όλην καταστροφήν των αρματολών της Πελοποννήσου, γενομένην τω 1806, ουτωσί. Οι διοριζόμενοι προεστοί των επαρχιών και δημογέροντες επαρουσιάζοντο ενώπιον του Καδή και υπισχνούντο εγγράφως την διά του κοινού της επαρχίας αποζημίωσιν παντός, όστις υπέκυπτεν εις οιανδήτινα ή παρά κλεπτών ή παρ’ άλλων κακοποιών ανθρώπων ζημίαν. Τα τοιαύτα υποσχετικά έγγραφα εβεβαιούντο διά της σφραγίδος του Καδή, και είχον πλήρες επίσημον κύρος. Διά του μέτρου αυτού η τουρκική εξουσία υπεχρέου και εθεώρει υπευθύνους τους κατοίκους κατά των κλεπτών και ταραχοποιών. Εν πάση δε περιστάσει συνυπεχρεούντο προς συνδρομήν αμοιβαίαν και αι πλησιόχωροι επαρχίαι» (ιστορ. Ελλην. Επαν., τ. Γ', σ. 407).

Η καταστροφή των Κλεφτών του Μοριά έγινε, πρώτα και κύρια, από τους προύχοντες· 352 αυτοί όμως φυλαγόντανε να βάλουν Κάπους να χτυπήσουνε τους Κλέφτες· Κλέφτες και Κάποι συχνά αλλαζόνταν· έχτρες θανάσιμες ανάμεσα σ’ αυτούς δεν υπάρχανε, γιατί οι προύχοντες ήταν οι υπόλογοι κι όχι οι ασήμαντοι Κάποι οι παυμένοι πάλι Κάποι, που βγαίνανε στο κλαρί, μ’ αυτούς τα είχανε κι εκείνοι. 353

Έτσι σύχασε ο Μοριάς. Όσο για τη Ρούμελη, από τα 1783, που διορίστηκε ο Αλής γενικός ντερβέναγας της χέρσας Ελλάδας, με τον σκοπό να ξεριζώσει των Κλεφτών και των Αρματολών τη δύναμη, που είχε πολύ ψηλά σηκώσει το κεφάλι, ποτέ δεν έπαψε εκεί πέρα να βροντάει το ντουφέκι. Είτε Κλέφτες είτε Αρματολοί, με τη σειρά τους κατατρέχονται και ξεπατώνονται. Του Αλήπασα ο σκοπός ήτανε να βάλει στον τόπο των παλιών Αρματολών ντερβεναγάδες Αρβανίτες, 354 και με τη δική τους δύναμη να σβήσει την κατακαημένη Κλεφτουριά. Και δεν του φτάναν τ’ Αρβανίτικα μπουλούκια, μα κι η προδοσία κι ο δόλος ήταν όπλα κι αυτά χρήσιμα στα χέρια του. Η τραγωδία αυτού του χαλασμού, με τις τόσες αιματερές σκηνές της, είναι μεγάλη, και δεν έπαψε από τα 1783-1820, που χαλάστηκε κι ο ίδιος ο Αλής. Αρχίζοντας το 1821 μετρημένοι στα δάχτυλα ήταν όσοι ζούσαν ακόμα Κλεφταρματολοί· και ζούσαν όσοι πιστοί σ' αυτόν κι όσοι δοκιμασμένοι στην πίστη τους. Αυτή την τραγωδία την πολύχρονη ποτέ κανείς δε θέλησε να την παραστήσει σαν κανένα κεφάλαιο της ιστορίας σημαντικό, ούτε ψηλά ως τα σύννεφα να τη σηκώσει. Από ηρωικούς χρωματισμούς κι από περιγραφές βροντόλαλες δε θα είχε ανάγκη αυτός ο ιστορικός, αν ήθελε να περιγράψει των Κλεφταρματολών της Χέρσας Ελλάδας τον χαλασμό· ένα μοναχά αυτός θα ‘βρισκε πρόσκομμα, τις λιγοστές ιστορικές μαρτυρίες, που δε θα φτάνανε να ζωντανέψουνε γιομάτα την τραγωδία την πολυθρήνητη, που την κλαιν τα λαϊκά τραγούδια. Όσο για τις πλαστές περιγραφές τα ψεύτικα τραγούδια, τις σκοτεινές προσπάθειες του εξηρωισμού και τόσα άλλα τεχνητά στολίσματα, ο ιστορικός μελετητής θα ‘βρισκε τον δρόμο του καθαρό από τέτοια αγκάθια και τριβόλια. 355 Δίνω εδωπέρα σύντομον κατάλογο του περιοδικού κατατρεγμού των Κλεφταρματολών. 1783, φόνος Μήτσου Μαυρομάτη, από επίσημο σπίτι πολιτικό μαζί και στρατιωτικό.— 1785 κατατρεγμός του Καραΐσκου, Γιωργοθώμου κλπ. 1803, κατατρεγμός των Κλεφτών της Δυτ. Ελλάδας από τον Βεληγκέκα ντερβέναγα.— 1805, πατριωτική συνωμοσία των Κλεφταρματολών της βορ. Ελλάδας με την εύνοια της Ρωσίας, με τις ενέργειες του μητροπολίτη Ιγνάτιου και του Λουίζη Σωτήρη, Ρώσου παλιού προξένου στη Λευκάδα· οι Κατσαντωναίαι κι αμέτρητοι άλλοι Κλέφτες ανταμώνουνται στα Εφτάνησα και κρυφομιλάνε. Στα Εφτάνησα ζουν ως 1.300 Κλέφτες πρόσφυγες.— 1806, καταστροφή Μπουκουβαλαίων, Καραϊσκαίων, Κοντογιανναίων, Βλαχοπούλων κι άλλων πολλών.— 1807-8, αναστάτωση στεριάς και πελάγου, παρουσία του Ρωσικού στόλου στο Αιγαίο, η περίφημη εκστρατεία του Νικοτσάρα κλπ. Όλες αυτές τις περιπέτειες ο αναγνώστης θα μπορέσει να τις παρακολούθησει περιστατικά σε χωριστή, ίσως, μελέτη που θ’ ακολουθήσει· στη μελέτη αυτή θα γίνει λόγος και για τους Κλεφταρματολούς πρόσφυγες στα Εφτάνησα, λοιπόν και για τον Θοδ. Κολοκοτρώνη και τους άλλους πολεμικούς άντρες του Μοριά, που δουλεύανε στα εκεί άταχτα σώματα.

 

 

αρχή

 



 

Τα πράγματα του Μοριά, 1807-1820. — Η δύναμη των προυχόντων φτάνει στο κορύφωμά της. — Περιορισμός των ντόπιων Τούρκων. — Διωγμός του Αλή-Φαρμάκη. — Θ. Κολοκοτρώνης. — Κατατρεγμός των προυχόντων. — Θάνατος του Σωτ. Λόντου. — Θάνατος του γέρο-Ντεληγιάννη. — Θανάσιμα μίση ανάμεσα στους προύχοντες. — Παλιοί Κλέφτες πρόσφυγες στα Εφτάνησα.

 

(Συνεχίζεται το χρονολ. σημείωμα του Ρ. Παλαμίδη): «1807, Ιανουάρ. 2, ήλθεν ο Βελήπασας. —1811, Απριλ. 8, έφυγε και ούτος διά τον πόλεμον. —1812, Αυγ. 12, έφυγεν από τον Μορέα. —1812, Σεπτ. 2, ήλθεν ο βεζίρης Αχμέτ πασάς. —1812, Οκτωβρ. 14, εσκότωσε τον Σωτηράκη, και εσκότωσε τους ανθρώπους του. —1815, Δεκεμβρ. 5, ήλθεν ο Σακήρ Αχμέτ πασάς. — 1816, Φεβρ. 7, έκοψε τον Ντεληγιάννη. —1816, Μαρτ. 16, απέθανε ο... (τουρκ. όνομα). —1816, Μαρτ. 16, έφυγεν ο κυρ Θάνος από του δραγουμάνου το σπίτι. —1816, Απριλ. 24, έφυγαν τα Ντεληγιαννόπουλα από το Λαγκάδι. —1816, Αυγ. 17, ήλθεν ο Θεοδωράκης Δεληγιάννης με ράι. —1817, Ιουλίου 10, έγινε σεισμός εις την Βοστίτζα. —1817, Αυγ. 21, έγινε πυρκαγιά εις το παζάρι και εκάηκαν 83 εργαστήρια. — Ήλθεν ο Χαζνατάρης... (σ. σβησμ.) ονομαζόμενος. — 1818, Μαΐου 27, εμαρτύρησεν ο άγιος Παύλος από χωρίον Σοπωτό. —1819, Ιουλ,... εσκότωσαν τον Γρηγόρην Αρκαδινόν πηγαίνοντας το βράδυ εις το σαράγι (εις Αρκαδίαν 356). —1820, Φεβρ....ήλθεν ο Ιμπραήμ πασάς. —1820, Φεβρ. 5, εσεργούνεψε τον Ομέρ εφένδη. —1820, Απριλ....έκαμε τον Γεώργιον Διαμαντόπουλον σεργούνι».

Στο τέλος του πιο πάνου κεφαλαίου είδατε όσα αυστηρά μέτρα έλαβε ο πασάς του Μοριά κάνοντας υπολόγους τους προύχοντες για τη δημόσια τάξη. 357] Τον ίδιο χρόνο, 1807, βρίσκουμε τον Αντρούσας Ιωσήφ διορισμένον από τον Πατριάρχη να γυρίζει στις επαρχίες του Μοριά και να διδάσκει τον λαό την κοινή ησυχία. Όσο γι' αυτό, η ησυχία ήταν ατάραχτη πια, όμως η βορεινή Ελλάδα και τα Εφτάνησα ήταν αναστατωμένα από τα κηρύγματα των Ρωσικών αποστόλων. 358 Για τον διορισμό του Βελήπασα στον Μοριά, χειρόγρ. κάποιου σημαντικού Ηπειρώτη, που γνώριζε καλά του Αλήπασα τα πράματα, γράφει: «...Κατά τύχην συνέπεσεν η μάχη της Πόρτας μετά της Γαλλίας και επομένως της Ρωσίας. Ο Σουλτάνος, διά να ασφαλίσει την Πελοπόν., εβιάσθη να την αφιερώσει εις την προστασίαν του Αλήπασα, και γενομένης αποφάσεως, να εισέλθει εις αυτήν ο υιός του Βελήπασας με 10 χιλ. στράτευμα· συνεννόηση περί τούτου με τον Πασόμπεην 359... Ουδείς αγνοεί πόσον ηύξησεν η υπόληψις των Πελοπον. αρχόντων εις την εποχήν ταύτην και με ποίον φθονερόν όμμα τους εθεώρουν οι Οθωμανοί συμπολίται των» (περιοδ. «Παρνασσός» Ζ'. σελ. 953).

Το χειρόγρ. του Παπατσώνη γράφει: «Εις το αυτό έτος 1808 (γρ. 1807) ήλθε Μόρα Βαλεσής 360 και ο Βελήπασας εξ Ιωαννίνων με 5-6 χιλ. Αλβανών... Ευνόησε τους προεστούς, ιδίως τον γερο-Δεληγιάννην εκ Γόρτυνος και τον Σωτηράκην Λόντον εκ Βοστίτσης, όστις ήτο και ο αξιότερος των άλλων προεστών και λόγιος ενταυτώ· τους δε Τούρκους απεστρέφετο, αλλά επεβάρυνε πολύ τους χριστιανούς... Ήθελε να καταδαμάσει τους δυνατούς Τούρκους, τους οποίους έβλεπεν εναντιουμένους εις τους κατακτητικούς σκοπούς του, και ιδίως τους Λαλαίους». Όπως βρίσκω σε χειρόγρ. σημ. της οικογένειας Πετμεζά, ο Βελής με τους 7 χιλ. Αρβανίτες του ήθελε να βγάλει τους Τούρκους από τα κάστρα του Μοριά και να βάλει άλλους από το δικό του σώμα, οι ντόπιοι όμως Τούρκοι καταλάβανε τα σκέδιά του και του αντιστεκόνταν. Όμως εγώ, γενικά, νομίζω πως ο Βελής, κατά τη γνώμη του πατέρα του τη δυνατή, ήθελε να επιβάλει τάξη στον Μοριά, και λοιπόν να ταπεινώσει το μόνο δυνατό πια κι ενάντιο στη θέληση του Πασά στοιχείο, τους δυνατούς και πλούσιους Τούρκους του Μοριά. Πρώτη εκστρατεία που έκαμε ήτανε στη Μπαρντούνια, για να χτυπήσει ένα δυνατό σπίτι, τους Τζερεμαίους· μαλακός όμως άνθρωπος δεν κατάφερε σπουδαία πράματα, και τέλος τους συχώρεσε με το μέσο του Σωτήρη Λόντου (Φραντζής Α', σελ. 47 361). Πολύ δυσκολότερο θα ήτανε για τον Βελή να χτυπηθούν οι αδάμαστοι Λαλιώτες. Ο κοινός κίντυνος ένωσε όλους τους ντόπιους Τούρκους, κι απ’ αυτή την ένωση πήρε το θάρρος ο περίφημος Λαλιώτης Αλή-Φαρμάκης —κι όπως βεβαιώνει το σημείωμα Πετμεζά— ήταν αληθινή συνωμοσία όλων των επισήμων Τούρκων του Μοριά, και σ' αυτή μέσα ήτανε και χριστιανοί προύχοντες, με σκοπό να διώξουν τον Βελή από τον τόπο για την τυραννία του τάχα και για τη βαριά φορολογία. Φαίνεται πως η πρώτη αφορμή, που βρήκε ο Βελής να ταπεινώσει τον Αλή-Φαρμάκη, ήτανε κατά τον Απρίλη 1811, όταν ο Βελής με προσταγή Σουλτανική ξεκίνησε για τη Βλαχιά, πηγαίνοντας βοήθεια, στον πόλεμο με τη Ρωσία. Πριν φύγει κάλεσε τον Αλή-Φαρμάκη να ετοιμαστεί για το «σεφέρι»· ο Αλή-Φαρμάκης δεν τον άκουσε· τον κάλεσε και δεύτερη φορά, τα ίδια εκείνος. Της εκστρατείας κατά του Αλή-Φαρμάκη τα σκετικά θα τα δείτε παρακάτου.

Ο Βελής απουσίασε στον πόλεμο ως τον Αύγουστο του 1812, μα γυρίζοντας στον Μοριά, βρήκε πως οι προύχοντες χριστιανοί, που αυτός τους είχε δυναμώσει, συνεννοημένοι με τους Τούρκους, του ανοίγανε τον λάκκο. Με τα μέσα τα υλικά, που διαθέτανε κοντά στην Πόρτα, ενεργούσανε την πάψη του» Οι Ελληνικές πηγές —αν εξαιρέσει κανείς τον Φραντζή— κάνουνε λόγο για τυραννίες του Βελή, μα οι λίγες ξένες μαρτυρίες κάπως διαφέρνουνε στη γνώμη. Για τη διοίκηση του Βελήπασα γράφει ο Άγγλος περιηγητής Holland (ταξίδια σελ. 260, συνοψίζω τα λόγια του): «Φαίνεται βέβαιο πως ο Βελήπασας είχε τον ζήλο να διατηρήσει τη θέση του στον Μοριά, κι ό,τι έκανε το ‘κανε γι' αυτό τον σκοπό· επί 6 χρόνια που έμεινε, έδειξε σε μεγάλο βαθμό ευγένεια και καλοσύνη· αν και τριγυρισμένος από ραδιουργίες και συνωμοσίες, ποτέ δεν έχυσε αίμα, αυθαίρετα· η διαγωγή του προς τους χριστιανούς ήτανε πολύ λιγότερο αυστηρή από τους προκατόχους του... Για να υποστηρίξει όμως τη θέση του κοντά στην Πόρτα, έστελνε μεγάλα χρηματικά ποσά στην Πόλη, 6 χιλ. πουγκιά τον χρόνο, δηλ. ποσό μεγαλύτερο απ' ό,τι πλήρωνε φόρους ο Μοριάς, κι αυτός φρόντιζε να τα εισπράξει με τη βία από τον λαό. Η σπάταλη ζωή του κι ο στρατός που διατηρούσε μεγαλώνανε τα έξοδά του και τον αναγκάζανε να μεταχειρίζεται βίαια μέσα. Η διαγωγή του προκάλεσε κρυφή δυσαρέσκεια. Οι Έλληνες του Μοριά, συνεννοημένοι μυστικά, υποβάλανε τα παράπονά τους στον Σουλτάνο. Στο μεταξύ ο Βελής ξεκίνησε, για να εκτελέσει τις διαταγές της Πόρτας, με 14-15 χιλ. στρατό για τη Βλαχιά κατά των Ρώσων, 1811. Εκεί έλαβε μέρος ενεργό στον πόλεμο, καθώς φαίνεται, και γύρισε με πολύ λίγη δύναμη στον Μοριά. Οι Μοραΐτες στο μεταξύ ωφελήθηκαν από την απουσία του, και σε μερικές επαρχίες, άμα γύρισε, του πρόβαλαν ενεργητική αντίσταση. 362 Επί τέλους πέτυχαν την πάψη του, καλοκαίρι του 1812». Με περισσότερη εύνοια γράφει ο Hobhouse (Α', 1813, σελ. 230 363).

Στην εφημ. «Αθηνά» βρίσκω αυτά τα περίεργα: «Είναι γνωστόν, ότι κατά το 1813 και 1814 η Πελοπόννησος υπέφερε τοιαύτας τυραννικάς καταπιέσεις υπό της διοικήσεως του τότε διοικητού της Βελή Πασά, ώστε, αφού πολλάκις ανέφεραν ταύτας οι Πελοποννήσιοι εις την Πόρταν, και δεν ημπόρεσαν να εύρουν καμίαν θεραπείαν, απηλπισμένοι ανεχώρουν πλέον εκατοστύες ομού εκ της Πελοποννήσου, και διευθύνοντο εις Κωνσταντινούπολιν διά να ζητήσουν έλεος από τον Σουλτάνον. Ακαταπαύστως δε παρουσιαζόμενοι οχλαγωγικώς εις τας οδούς αφ' όπου διέβαινεν ούτος, τω εξέθεταν δι' αναφορών και άλλων μέσων τ' ανυπόφορα δεινά, τα οποία υπό του διοικητού των υπέφερον, εξαιτούμενοι άλλον τόπον να μετοικήσουν και άλλα. Ενοχλούμενος δε συνεχώς εκ τούτων ο Σουλτάν Μαχμούτης, εξέτασεν ο ίδιος το πράγμα και απέδωκε μέχρι τέλους δικαιοσύνην εις τους αδικουμένους, και ούτως επανέφερε την ησυχίαν και την παύσιν των οχλαγωγιών» (Αθηνά», 16 Μαγιού 1859). Σκετικά μ’ αυτές τις ραδιουργίες γράφει κι ο Ν. Σπηλιάδης (τ. Α', σελ. 372) για τον Τούρκο Μοραΐτη Γιουσούφ Τσαπάρα: «Ο Τούρκος αυτός είχεν αποστολή το 1812 εις Κων)πολιν να συμπράξει μετά των άλλων απεσταλμένων Τούρκων τε και Χριστιανών εναντίον του Βελή πασιά, υιού του Αλή πασιά Τεπελενλή, ότε οι Πελοποννήσιοι Τούρκοι και Χριστιανοί ηνώθησαν και απεφάσισαν να τον διώξωσιν από την Χερσόνησον, μη υποφέροντες τας καταδυναστείας του. Ο δ' αντιπρόεδρος (;) Κανακάρης ευρίσκετο τότε εις Κων)πολιν ομού με τον Παπαλέξην Οικονόμου και Αναγνώστην Δεληγιάννην, και ως επίτροποι της Πελοποννήσου ενήργησαν μετά των άλλων απεσταλμένων την έξωσίν του».

Κι ο περιηγητής Andreossy («Κωνσταντινούπολη και Βόσπορος Θρακικός», Παρίσι, 1828, σ. 55) είναι σύφωνος με τα παραπάνου: «Ο Βελήπασας, κυβερνώντας τον Μοριά τρία χρόνια, είχε πράξει τόσα αδικήματα και υπερβολές, που ανάγκασε ένα μεγάλον αριθμό Μοραϊτών να προστρέξουνε στην Πόλη με τα παράπονά τους και να ζητήσουν την καθαίρεση του. Ο Σουλτάνος τους έστειλε στον μεγάλο του βεζίρη, και πάλι όμως νέα παράπονα δεν παύανε να τονέ ζαλίζουν. Έτσι διατάχτηκε ανάκριση, κι ο Γιουσούφ-Αγιά-εφέντης, ένας από τους μεγιστάνες του κράτους, Μοραΐτης γεννημένος, ανάλαβε αυτή την αποστολή. Αφού πήγε στον Μοριά, πληροφόρεσε τον Σουλτάνο πως οι φρουρές των 4 κάστρων του Μοριά, Ανάπλι, Κορώνη, Μοθώνη και Ναβαρίνο, ήταν επαναστατημένες και είχανε κινήσει για την Τριπολιτσά· στον δρόμο όλο και μεγάλωνε η δύναμή τους από άλλους δυσαρεστημένους, όλοι τους πνέοντας εκδίκηση. Οι αρχηγοί τους, κι ο πρώτος τους Γιακούπ-αγάς, είχαν κρυφές ανταπόκρισες με ξένους για να τους σταλθεί οποίας λογής βοήθεια και να λευτερωθούν από τον Βελή. Ο Σουλτάνος, και γιατί φοβόταν έναν τέτοιο σηκωμό και γιατί τα είχε άσκημα με το σπίτι του Αλήπασα, σήκωσε τον Βελή και τον έστειλε στα Τρίκαλα (σ. της Θεσσαλίας) και στον τόπο του έβαλε τον Ίτσογλη Αχμέτ πασά».

Ο Παπατσώνης στα χειρόγρ. του γράφει, περίεργα και πιθανά, πως αγάδες και προεστοί δυσαρεστημένοι με τον Βελή, στην απουσία του, συφωνήσανε και γράψανε και στον Θ. Κολοκοτρώνη, στη Ζάκυθο, να ζητήσουν τη βοήθεια του Ναπολέοντα για να κάμουν αυτονομία κλπ. κλπ., πράματα όχι σοβαρά, που άλλο σκοπό δεν είχαν παρά να δυναμώσουν τις κρυφές ενέργειες που έκανε στα Εφτάνησα ο Κολοκοτρώνης μαζί με τον Αλή Φαρμάκη, πρόσφυγα εκεί πέρα. 364 Μένει η αλήθεια πως προεστοί κι αγάδες συνωμοτούσανε να διώξουν τον Βελή. Τα παρακάτου, που γράφει ο Παπατσώνης, φαίνονται πιο αληθινά: «Ελθόντος, το επιόν έτος, του Βελή-πασά... ο Σωτ. Λόντος επρόδωσεν εις τον Βελήν ότι αι ενέργειαι αύται εγίνοντο από τους Δεληγιανναίους... Γενομένης και κατ' οίκον ερεύνης, ευρέθησαν τα σχέδια των αναφορών τους, και έφερε τον τε Ιω. Δεληγιάννην, τον υιόν αυτού θεοδωράκην, τον Σωτήρον Κουγιάν και τον Θεοδόσιον δραγουμάνον ενώπιον του, και δείξας αυτά τα ευρεθέντα σχέδια των κατ' αυτού αναφορών, τα όποια παρεδέχθησαν... τότε θυμωθείς κατ' αυτών ηθέλησε να τους φονεύσει πάραυτα· μόνον τον Θεοδωράκην εκτύπησε με ένα τοπούζι... ως αυθαδιάσαντα... και τους εφυλάκωσεν. 365 Οι δε βεκίληδες του Μορέως (σ. αντιπρόσωποι), οπού ευρίσκοντο εις την Κων)πολιν, ο τε Αναγν. Δεληγιάννης, Θάνος Κανακάρης και Παπαλέξης επαραπονέθησαν εις τον Μ. Βεζίρην της βούλας, και αμέσως διέταξε... τον Βελή-πασάν ίνα μη τολμήσει και πειράξει τους εν φυλακή 366... Τότε άρχισε να τους ελαφρώνει την φυλακήν... Μετά παρέλευσιν 40 ημερών τους ελευθέρωσε, τάζοντάς του και ούτοι, ότι θα γράψουν εις τους βεκίληδες διά να ενεργήσουν να μείνει πάλιν, υποσχόμενος και ούτος να ελαττώσει τα βάρη οπού τους επίεζον. Απέστειλε δε το Ντοβλέτι τον Σουραγιά-εφένδην, 367 ριτζάλι της Κων)πόλεως, όπως εξετάσει επιτοπίως τα παράπονα και μεταθέσει τον Βελή-πασιάν εις την Έγριπον». Ο Βελήπασας έφυγε από τον Μοριά 12 Αυγ. 1812. Τον Σουφαγιά φαίνεται πως γλήγορα, 2 Σεπτ. 1812, τον ακολούθησε το φτάσιμο του νέου βεζίρη του Μοριά Αχμέτ πασά.

Αλή-Φαρμάκης. Του Αλή-Φαρμάκη η πολεμική περιπέτεια φαίνεται πως έγινε αφού ο Βελήπασας γύρισε από τον πόλεμο. Απρ. του 1811, γιατί δε θα τολμούσε να προκαλέσει ο ίδιος και ν' αφήσει πίσω του μιαν ανήσυχη κατάσταση, που ο Αλή-Φαρμάκης θα ήταν η αιτία της κι ο Βελής η αφορμή της. Είχε καταντήσει, καθώς θα δείτε πιο κάτου, ζήτημα τιμής για τον Βελήπασα η ταπείνωση του αλαζόνα Λαλιώτη, που είχε από πίσω του αντιστύλι τη δύναμη των ομοφύλων του Λαλιωτών, κι ο Βελής φύλαγε τον κατάλληλον καιρό. Από την απαίτηση του όμως να πάει ο Αλή-Φαρμάκης να τον προσκυνήσει στην Τριπολιτσά καταλαβαίνουμε πως η αιτία του καβγά σοβαρή δεν ήταν. Απόδειξη πως και η πολιορκία του Λαλιώτη στον πύργο του, αφού άρχισε με μεγάλη σαλαγή, τελείωσε με συβιβασμό και με συφωνία να πάει ο Λαλιώτης, τέλος, στην Τριπολιτσά και να υποβάλει την υποταγή του.

Αυτό κι έγινε. Έτσι ο πόλεμος ο φοβερός και τρομερός, Βελήπασα κι Αλή-Φαρμάκη, δεν ήταν παρά σκηνοθετημένη μπλόφα.

Όσο για το μέρος που έλαβε ο Θ. Κολοκοτρώνης, άλλη πηγή αξιόπιστη δεν έχουμε παρά του ίδιου την περιγραφή (Αυτοβιογρ. σ. 32), πρόχειρη στον αναγνώστη. Η περιγραφή αυτή μοναχή της φτάνει να παραστήσει την πολιορκία του Αλή-Φαρμάκη σαν πολεμικό επιχείρημα σοβαρό και ηρωικό. 368 Περίεργο είναι μοναχά πως ο Γέρος βάνει χρονολογία της πολιορκίας την άνοιξη του 1808, ενώ έγινε Απρίλη του 1811. Λυπηρό είναι που κανένας ξένος περιηγητής δεν κάνει λόγο για το ζήτημα. 369 Περίεργο είναι ακόμα πως ο Ρ. Παλαμίδης στα χρονολ. του σημειώματα δεν αναφέρνει καθόλου τη σκηνή. 370 Μένει λοιπόν η περιγραφή του Γέρου. Υπάρχει ακόμα κι ανέκδοτη περιγραφή του Παπατσώνη και τρίτη από τα οικογ. σημειώματα των Πετμεζαίων, που θα τη δείτε στο παράρτημα του βιβλίου. Είμαστε λοιπόν αναγκασμένοι να παραδεχτούμε τις ντόπιες αυτές πηγές, αν και σε πολλά αντιλέγονται μεταξύ τους. Ο Θ. Κολοκοτρ. κατηγορεί τον γέρο-Ντεληγιάννη πως έβαλε τον Βελή να καταστρέψει τον Αλή-Φαρμάκη· σ' αυτή τη βεβαίωση τον ακολουθεί και η Πετμεζ. περιγραφή, η συγγενική και φιλικότατη. Ο Παπατσώνης ξέρει αυτές τις κατηγόριες και βεβαιώνει ενάντια πράματα, για να υπερασπίσει τους δικούς του συμπεθέρους. Εγώ νομίζω, δε θα ήτανε παράξενο πως ένας Μοραγιάννης γνωστικός και πατριώτης, εχτρός των άταχτων, συβούλεψε τον βεζίρη του Μοριά να χτυπήσει τον δυνατό κι ανήσυχο Λαλιώτη. Όσο για του Π. Παπατσώνη τη μαρτυρία πως, πριν αρχίσει η πολιορκία, ο Αλή-Φαρμάκης είχε στείλει τα πράματά του στους Ντεληγιανναίους να τα φυλάξουν, αυτό θα ήτανε πράμα αδύνατο· ο φρόνιμος γερο-Ντεληγιάννης θα κιντύνευε να χάσει τη ζωή, γιατί όλος ο Μοριάς θα το είχε μάθει.

Δε μπαίνω στις λεφτομέρειες της πολιορκίας. Διαβάζοντας κανείς τις τρεις περιγραφές του Θ. Κολοκοτρ., Παπατσώνη και Πετμεζά, απορεί πρώτα για το μάκρος της πολιορκίας και τ' ασήμαντο αποτέλεσμά της, μ' όλα τα κανόνια του στρατού του Βελή, που δε μπορέσανε να ρίξουν έναν πύργο. Νιώθει πως κάτι λείπει από την περιγραφή, ή πως κάτι παραπανιστό τη σκοτίζει και την παραμορφώνει. Τόσες χιλιάδες στρατός θα μπορούσε στα χέρια να σηκώσει έναν πύργο, που τονέ φυλάγαν εκατό. Μα και οι πολιορκητές, με τον Πασόμπεη αρχηγό, και οι κλεισμένοι ήταν Αρβανίτες, και «παίζανε τον πόλεμο».

Μένει να ξετάσω εδώ με λίγα λόγια το μέρος που έπαιξε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Τι βλέπουμε από τις τρεις περιγραφές; Πρώτη φορά, ύστερα από το Κλέφτικό του στάδιο, όπου λείπουν οι πηγές να μας φωτίσουν ξάστερα για τον προσωπικό του χαραχτήρα, αφού των Άγγλων οι περιγραφές που είδαμε δε μιλάνε χωριστά για τη δική του δράση, κατά τον χαλασμό, έρχεται τώρα ένα σοβαρό περιστατικό, που μας δείχνει την παλικαριά και την αντρίκεια απόφαση του Θ. Κολοκοτρώνη να κλειστεί και να κιντυνέψει με τον Αλή-Φαρμάκη. Πώς όμως πήρε ο Θόδ. Κολοκοτρώνης την απόφαση, ζώντας στη Ζάκυθο; Αυτός που δεν αποφάσισε να καταταχτεί, κατά τα 1805, στη Ρωσική στρατολογία που γινόταν κατά του Ναπολέοντα· που, μετά τον χαλασμό, 1806, αναγκάστηκε να πάει πάλι στη Ζάκυθο, κι έμειν' εκεί αργός πολύν καιρό, και ποτέ δεν αποφάσισε ν' αναλάβει μια ταχτική υπηρεσία στ' άταχτα σώματα της Εφτάνησος επί Ρώσσων, Άγγλων, Γάλλων, και μοναχά δυο φορές ανάλαβε προσωρινή δούλεψη, κι έλαβε μέρος πρώτα σε μια εκστρατεία ναυτική των Ρώσων κατά των Τούρκων και σ’ άλλη δεύτερη των Άγγλων κατά των Γάλλων, μα γλήγορα και πάλι γύρισε στην ιδιωτική ζωή; Η εξήγηση σ' όλες αυτές τις απορίες έχει να κάμει με σημαντικό κεφάλαιο της ζωής του Θ. Κολοκοτοτρώνη στα Εφτάνησα, όμως αυτό το κεφάλαιο δεν έχει εδώ τον τόπο του.

Στη Ζάκυθο ο Θ. Κολοκοτρώνης φαίνεται πως βρισκότανε σε μεγάλες ανάγκες οικονομικές, από τα 1806 που πήγε ως τα 1821. Ανάτρεφε παιδιά, κι αν κρίνουμε από την αγραμματοσύνη τους (ο Πάνος ήτανε τέλεια ανορθόγραφος, ο Γενναίος ως τον θάνατό του μόλις γρατσούνιζε το χαρτί), αν έχουμε στον νου πως ο παλιός Κλέφτης, αφού δεν είχε στρατιωτική δούλεψη, έκανε τον κρεοπώλη, κι εμπορευότανε γελαδοκρέατα φέρνοντας τα ζώα από τον αντικρινό Μοριά, 371 θα ήτανε για τον Κολοκοτρώνη, νομίζω, λαμπρή ευκαιρία όταν ο αδερφός του Αλή-Φαρμάκη, πρόσφυγας στη Ζάκυθο, του πρότεινε να πάει βοήθεια. Κι ο λουφές βέβαια θα ήτανε πολύ γενναίος. Ο Θοδ. Κολοκοτρ. παρασταίνει πως αποφάσισε να πάει γιατί ο Αλή-Φαρμάκης ήταν πατρικός του φίλος, και οι παππούδες τους ήταν αδερφοποιτοί. Μπορεί να ήτανε στη μέση όλα αυτά, μα κατά τον χαλασμό των Κολοκοτρωναίων, τι βοήθεια τους είχε δώσει ο Αλή-Φαρμάκης; Ο λουφές λοιπόν, και τίποτε άλλο. Για τον άθλιο λουφέ πολεμάει πάντα ο άταχτος. Ο Θοδ. Κολοκοτρ. βεβαιώνει ακόμα πως δε μπόρεσε να πάρει περισσότερους από 17 μαζί του, γιατί τονέ μποδίσαν οι Φραντσέζοι. Όμως αν αυτός ήθελε να πάρει περισσότερους, τ' ακρογιάλια τα ζακυθινά ήταν ανοιχτά κι είχαν και πολλά καΐκια. 372 Ο Θ. Κολοκοτρ. είχε ανάγκη να πάρει λίγους, για να ‘ναι κι ο λουφές χοντρότερος. Και για ν' αναγκάσει δυο τρυφερά παλικαράκια, τον ανιψιό του Νικηταρά και τον Ν. Πετμεζά, να λιποταχτήσουν από τις κομπανίες τους (λόχους), όπου δουλέβανε «σαρζέντες», θα πει πως εύρισκε και γι' αυτούς καλή την ευκαιρία του λουφέ, δεν εύρισκε όμως και τον κίντυνο μεγάλο· αλλιώς, πώς θ' αποφάσιζε να εκθέσει τη ζωή δυο νεαρών παλικαριών, ενώ, χωρίς άλλο, θα μπορούσε να διαλέξει άντρες ώριμους στον τόπο τον δικό τους; Ο Θ. Κολοκοτρώνης ήξερε πως οι Λαλιώτες, λαός πολεμικός και περήφανος, δε θ' αφήνανε ποτέ τον ομόφυλό τους να χαθεί. Μ' όλα αυτά, η απόφαση του Θοδωράκη να πάει και να πολεμήσει στον Μοριά, τιμή του κάνει. Ο Θ. Κολοκοτρ. ανεβάζει 8 χιλ. τους πολιορκητές, ο Παπατσώνης 3 χιλ. κι ο Πετμεζάς 7 χιλ. Οι κλεισμένοι, κατά τον Θ. Κολοκοτρ. και τον Πετμεζά, είχαν απομείνει 90, αφού λιποταχτήσαν οι άλλοι· λοιπόν 107 μαζί με τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη. Ο πύργος έμεινε ατράνταχτος από τις 4 χιλ. σφαίρες που ρίξαν τα 4 μικρά κανόνια του Πασόμπεη (Πετμεζάς). Η πολιορκία γενικά παρασταίνεται από τις δυο πηγές (Κολοκοτρ. και Πετμ.) και λιγότερο από την τρίτη (Παπατσώνη) σα συστηματική πολιορκία κάστρου, σαν κάτι απερίγραφτα ηρωικό. Ο Θοδωράκης, κοντά στον νου, διευθύνει την άμυνα κλπ. Είπα πιο πάνου τη γνώμη μου για τη σημασία την πολεμική αυτού του περίεργου περιστατικού. Ο αναγνώστης είναι κι αυτός, όπως κι εγώ αναγκασμένος να χορτάσει την περιέργειά του με τις τρεις που ανάφερα περιγραφές, αφού λείπουν άλλες. Ακολουθεί εδώ η περιγραφή του Παπατσώνη. Του Θ. Κολοκοτρ. η δεύτερη βρίσκεται εύκολα στην αυτοβιογραφία του. Στο τέλος αυτής της μελέτης μπαίνει η περιγραφή του Πετμεζά.

«Τότε ήκμαζεν εις του Λάλα ο Αλή-Φαρμάκης και επεριεστοιχείτο πάντοτε από 200-300 Τούρκους στρατιώτας· επί ποδός πάντοτε τους είχεν... Έλεγεν η κοινή γνώμη ότι εύρεν και θησαυρόν τινα Ενετικόν εις ένα του τσιφλίκι, το Μοναστηράκι λεγόμενον, όπου εκεί έκτισεν και ένα πύργον, καστρότοιχον πολεμικόν, με όλα του τα αναγκαία. Ταύτα πάντα ο Βελή-πασιάς τα έβλεπεν οργίλως και επροσπάθει να εύρει αιτίαν ίνα του επιτεθεί να τον χαλάσει, και αυτός ο Αλή-Φαρμάκης έβλεπεν τον σκοπόν του και προητοιμάζετο εις ανθίστασιν. Τον προσεκάλεσεν ο Βελή-πασιάς να υπάγει εις Τρίπολιν, και επήγεν με 300 περίπου ενόπλους, και του είπεν ότι να ετοιμασθεί να υπάγουν εις το σεφέρι, όπου το Τοβλέτι, ο Σουλτάνος, τον διέταξεν να υπάγει με δέκα χιλιάδας στρατόν, οπού η Ρωσία του εκήρυξεν τον πόλεμον, και αυτός μεν του έταξεν να υπάγει και δεν επήγεν, και του Βελή-πασιά τούτο του εφάνη προσβολή· τον μετεκάλεσεν και εκ δευτέρου, αλλά δεν υπήκουσεν. Τότε θυμωθείς ο Βελή-πασιάς απεφάσισεν τρεις χιλιάδας στρατόν να υπάγει να τον χαλάσει· αυτός τότε, έχοντας και σχέσιν μεγάλην με τους Δεληγιανναίους, έστειλεν τα πράγματά του όλα ιεροκρυφίως προς αυτούς διά φύλαξιν, τους οποίους εθεώρει πιστούς, έστειλεν και εις την Ζάκυνθον να φέρει και τον Θ. Κολοκοτρώνην με όσους περισσοτέρους εις βοήθειάν του, και ο οποίος υπακούσας επήγεν με μόνον 17, ενώ ο Αλή-Φαρμάκης ήλπιζεν να του φέρει τουλάχιστον 150, αλλ’ επροφασίσθη ότι οι Άγγλοι (σ. γρ. Γάλλοι) δεν άφησαν να εβγάλει άλλους, και αυτούς μόνον πολλά κρυφίως. Αυτός ο Αλή-Φαρμάκης, εκτός του καστροτοίχου οπού έκτισεν, έβγαλεν και έναν χάντακα ολόγυρα πολλά μεγάλον και έκαμε προμαχώνα, όπου από τον προμαχώνα τούτον εγίνετο ο πόλεμος έξωθεν του καστροτοίχου, είχεν δε κατ' αρχάς έως 500 ενόπλους· του έστησαν και μπαταρίαν κανονίων, και καθεκάστην εγίνετο ο πόλεμος, αλλ’ άρχισαν να του λιποτακτούν και οι στρατιώται, και έμεινεν μέχρι τέλους με 150 μόνον, και αφού με τους πολέμους δεν του έκαναν τίποτε, του ήρχισαν και μίναν να του βάλουν διά να του αναποδογυρίσουν τον πύργον, αλλά τούτο μαθών και ούτος ήρχισε και αυτός από μέσα άλλην μίναν, με την ιδέαν ότι θα συναντήσει την έξωθεν μίναν, πλην οι έξωθεν άναψαν την εδικήν τους, αλλά δεν επέτυχαν, τους έβλαψαν μόνον τας στέρνας όπου είχον το νερόν, και το οποίον ήρχισε να τους ολιγοστεύει, και ως εκ τούτου ήρχισεν η διαπραγμάτευσις της παραδόσεως αυτού· έπειτα από τρίμηνον πολιορκίαν στενήν άλλην βοήθειαν δεν επερίμενον, όπου του έταζαν οι συμπατριώται του οι Λαλαίοι, και οι μεν πολιορκούντες Αλβανοί του υπέσχοντο ασφαλή την ζωήν του μεθ' όρκων, μόνον να υπάγει εις τον πασιάν να τον προσκυνήσει και να αφεθεί ελεύθερος. Πεισθείς ως εκ της ανάγκης παρεδέχθη, αλλ’ εζήτησεν πρώτον να ασφαλίσει τον Κολοκοτρώνην δι' ενεχύρων Αλβανών να τον μπαρκαρίσουν εις τον Ρουφιάν 373 να απέλθει ασφαλώς εις την Ζάκυνθον, και τότε να παραδοθεί και αυτός, και τούτου γενομένου εξήλθεν πλέον, τον οποίον παραλαβόντες οι Αλβανοί τον επήγαν εις την Τριπολιτζάν και τον παρουσίασαν εις τον Βελή-πασιάν, και κατά την υπόσχεσίν των αφέθη ελεύθερος και ανεχώρησεν διά την Ζάκυνθον, διότι εις τον αποκλεισμόν του εβλάφθη η υγεία του και υπήγεν να θεραπευθεί εκεί, όπου ήτον και ιατροί καλύτεροι».

Αφού έφυγε παυμένος ο Βελήπασας, Αυγ. του 1812, κι ήρθε ο νέος βεζίρης Ίτζελι-Αχμέτ-πασάς, Τούρκος Ασιανός κι όχι Αρβανίτης, Σεπτ. του ίδιου χρόνου, ηύρε ανώμαλη φυσικά την παραπανιστήν επιρροή των προυχόντων, που παλεύοντας για την εξουσία, ήτανε χωρισμένοι σε δυο κόμματα, του Σωτηράκη Λόντου και του Ντεληγιάννη· κι αφού ο Σ. Λόντος ήταν ο μπιστεμένος του Βελή, πέφτοντας ο προστάτης του, έπεσε και το δικό του το κεφάλι, 14 Οχτ. 1812. 374 Η φατρία του Ντεληγιάννη είχε πάρει με το μέρος της και τους πιο επίσημους Τούρκους κατά του Λόντου. Η κατηγόρια από χριστιανούς και Τούρκους ήτανε πως τάχα αυτός είχε διαβάλει στον Βελή και Τούρκους και τους ίδιους τους Ντεληγιανναίους. Ο θάνατος τόσο σημαντικού και πατριωτικού προσώπου, όπως ο Σ. Λόντος, κατατρόμαξε τους ίδιους τους εχτρούς του. Ενώ από τη μια μεριά ψήλωσε τη δύναμη του γερο-Ντεληγιάννη, από την άλλη γέννησε την αντίδραση, τη μετάνοια και τον φτόνο, γιατί το σπίτι του μεγάλωσε και σε πλούτο και σε δύναμη πολιτική, μα και σε φιλανθρωπία κι έργα ευεργετικά προς τους χριστιανούς και Τούρκους. Όσο έμεινε ο Ίτζελη-Αχμέτ Πασάς, χάρηκε κι ο «Γέρος του Μοριά» τη δύναμή του. 375 Φτάνοντας άλλος βεζίρης, ο Σακίρ-Αχμέτ-πασάς, Δεκέβρη του 1815, αρχές του Φλεβάρη 1816 έπεσε και του Ντεληγιάννη το κεφάλι. 376 Είναι περίεργη της Τούρκικης τυραννίας η ψυχολογία, αρχίζοντας από τον Σουλτάνο ως τον τελευταίο πασά. Κάθε σημαντική απόφαση τους παίρνει ως στύλο και θεμέλιο της τη γνώμη του λαού, την κοινή φήμη, είτε αληθινή ή τεχνητά οργανωμένη· έτσι, η δίκια απόφαση έχει ως συνήγορό της όχι την ορθή κρίση, παρά τη φήμη που σαλεύει και τη σέρνει ο άνεμος. Με το σκιάχτρο αυτό της λαϊκής φωνής χιλιάδες κεφάλια πέσανε Τούρκων και χριστιανών κατά τους αιώνες της Τούρκικης ιστορίας.

Για την κατάσταση του Μοριά, τέλη του 1812, βάνω εδώ ένα κομμάτι από τα χειρόγρ. σημειώματα της οικογ. Πετμεζά: «Εις Πελοπόν. διορίσθη βεζίρης ο Ίτζελι-Αχμέτ-πασάς, και έκτοτε οι προεστώτες των επαρχιών της Πελοπον. διηρέθησαν, υπέρ άλλοτέ ποτε, εις δύο φατρίας, εις τας οποίας ελάμβανον μέρος και οι Τούρκοι. Η μία φατρία ήτο η του Σωτηράκη Λόντου (προεστώτος Βοστίτσης, όστις είχεν οπαδούς τον Ασημάκην Ζαΐμην εκ Καλαβρύτων, Γεώργιον Σισίνην εκ Γαστούνης, Γρηγόριον Παπαφωτόπουλον εξ Αρκαδίας, Αναγνώστην Κοπανίτσαν εκ Μυστρά και Γιαννούλην Καραμάνον εξ Αγίου Πέτρου). Η δε άλλη ήτο η του Γιάννη Δεληγιάννη προεστώτος Λαγκαδιών (όστις είχεν οπαδούς τον Σωτήριον Χαραλάμπην εκ Καλαβρύτων, Θάνον Κανακάρην εκ Πατρών, Παπαλέξην εξ Ανδριτσαίνης, Σωτήριον Κουγιάν εκ Τριπόλεως και Πανούτσον Νοταράν εκ Κορίνθου). Η φατρία του Δεληγιάννη, θέλουσα να καταβάλει την αντίθετον, κατόρθωσε να προσελκύσει εις το μέρος της τους επισημοτέρους Τούρκους της Πελοπον., ήτοι τον Αρναούτογλουν, τον Σεχνετζίπην, τον Δεφτέρ-Κεχαγιάν, τον Κιαμίλ-μπεην και Ιζέτμπεην, δι’ ων επέτυχε και την εύνοιαν του νέου βεζίρη. Τότε δε κατηγόρησε τον Σωτηράκην Λόντον, τον αρχηγόν της αντιζήλου φατρίας, όστις μεταβάς εις Τρίπολιν διά να αποδείξει την αθωότητά του εις τον Πασάν, απεκεφαλίσθη εκεί κατά τα 1813 λόγω καταχρήσεων (γρ. 14 Οχτ. 1812). Ο αποκεφαλισμός του Σωτηράκη Λόντου κατετρόμαξε και αυτούς εκείνους εκ των προεστώτων, οίτινες τον κατηγόρησαν εις την εξουσίαν, και εξήψε τα πάθη. Οι δε Τούρκοι, κατά την συνήθη πολιτικήν των, ανερρίπιζον τα μίση και τας διχοστασίας μεταξύ των προεστώτων, κλίνοντες πότε προς το εν και πότε προς το άλλο μέρος, θέλοντες ούτω να εξασθενώσιν αυτούς, να τους κατεξοδεύωσι, και επί τέλους να εξοντώσωσι τον ένα κατόπιν του άλλου, ως και τους αρματολούς. Κατά την εποχήν εκείνην ήρχισαν να ταπεινώνται υπέρ άλλοτέ ποτε οι προεστώτες της Πελοπον. ενώπιον των Τούρκων, όπως διατηρώσι την εύνοιαν αυτών, την οποίαν εφοβούντο μήπως κερδίσωσιν οι αντίπαλοί των, ενώ αν διετέλουν εις αρμονίαν, δεν ήθελον ευρεθεί εις τοιαύτην ανάγκην».

Αρχές του Δεκέβρη 1815, έφυγε ο Ίτζελι-Αχμέτ, κι ήρθε ο Σακίρ-Αχμέτ πασάς. Για την περίοδο αυτού του βεζίρη γράφουν τα ιστορικά σημειώματα Πετμεζά: «Όταν ανεκλήθη εκ της Πελοπον. ο Ίτζελι-πασάς, η φατρία του (σ. Ανδρέα) Λόντου προσεπάθησε να ελκύσει και είλκυσε προς το μέρος της πρώτον μεν τους μπέηδας, ως τον Αρναούτογλουν, Κιαμίλην και άλλους, κατόπιν δε και τον νέον Πασάν. Αφού δε κατόρθωσε τούτο, εκατηγόρησε τον αρχηγόν της αντιθέτου Γιάννην Δεληγιάννην, και ο Πασάς αποστείλας δήμιους απεκεφάλισεν αυτόν εντός της εν χωρίω Λαγκαδίοις οικίας του, κατά το έτος 1816, την δε κεφαλήν του έφερον οι φονείς εις Τριπολιτσάν εκτεθείσαν εις την χλεύην και την περιφρόνησιν των θεατών. Τοιούτω τω τρόπω η φατρία του Λόντου εξεδικήθη...». 377

Ο φόνος αυτός, 7 Φλεβ. 1816, κατατρόμαξε όλον τον Μοριά, κι έκαμε τους προύχοντές του να συλλογιστούν τα κακά που φέρνουν τα πολιτικά μίση. Του πανικού σημάδια φαίνονται από το ημερολογιακό σημ. του Παλαμίδη: «1816, Μαρτ. 16, έφυγεν ο κυρ Θάνος (σ. Κανακάρης) από του Δραγουμάνου το σπίτι. —Απριλ. 24, έφυγαν τα Ντεληγιαννόπουλα από το Λαγκάδι». Ο Θ. Κανακάρης ήτανε κόμμα Ντεληγιάννη, κι έφυγε κρυφά από το σπίτι όπου ήταν περιορισμένος. Τα παιδιά του Ντεληγιάννη χάθηκαν από τον Μοριά και πήγανε στην Πόλη ζητώντας επανόρθωση του κακού που έπαθε το σπίτι τους. 378 Τελευταίο σημαντικό φαινόμενο της τρομάρας που έχυσε του Ντεληγιάννη ο θάνατος είναι το υποσκετικό που υπόγραψαν αρκετοί προύχοντες του Μοριά, λιγότερο από δυο μήνες ύστερ' από τον θάνατο του Ντεληγιάννη, κι ορκίζονται πως, επειδή είχαν πέσει στην υποψία του «άρχοντος Δραγουμάνου...πλην του καιρού προχωρούντος αι μεν κατά της ενδοξότητός του υπόνοιαι 379 και στοχασμοί απεδείχθησαν συκοφαντίαι ανύπαρκτοι... η δε ασυμφωνία και η της αδελφότητος διάλυσις ου μόνον φθοροποιά, επιβλαβής και ολέθριος, αλλ’ άχρι φευ! και της δυστυχούς πατρίδος και της ιδίας μας ζωής...», γι’ αυτούς τους λόγους ορκίζονται, όσοι βρεθήκανε στη χώρα προύχοντες, να λησμονήσουν τα περασμένα και να ‘χουν ομόνοια και ψυχική ένωση, και να λογαριάζουν την παραμικρή βλάβη του ενός —ακόμα και των Μόρα-βεκίληδων της Πόλης— ως βλάβη κοινή κλπ. Το σπουδαίο πραχτικό είναι γραμμένο 1 Απρίλη 1816 και υπογραμμένο: «Θεοδόσιος δραγ. μορέως υποβεβαιώ, Σωτήρ. Χαραλάμπης βεβαιώ, Σωτήρος Κουγιάς βεβαιώ, Ανδρέας Ζαΐμης βεβαιώ, Αναγνώστης Παπάζογλος βεβεόνω, Ιωάννης Περούκας βεβαιώ, παναγιωτάκης Ζαφειρόπουλος βεβαιώ». Περίεργο πόσο λίγες είναι οι υπογραφές των προυχόντων που αδερφωθήκαν. Από τη φράση όμως του κειμένου «αποφασίζομεν οι ενταύθα ευρεθέντες» φαίνεται πως, αν ήτανε κι άλλοι είχανε φύγει κρυφά, κατά το παράδειγμα του Θάνου. Ολάκερο το κείμενο του εγγράφου μπαίνει στο τέλος του βιβλίου. 380

Αυγούστου 17 1816, γύρισε ο πρωτότοκος του σκοτωμένου Θοδωράκης Ντεληγιάννης με «ράι», συχωρεμένος και δυναμωμένος. Στα 1817 παύτηκε κι ο Σακίρης, κι η επιρροή των προυχόντων πάλι δυνάμωσε.

Κατά το 1816, γυρίζοντας από τα Εφτάνησα, όπου είχαν αρχίσει να διαλύονται τα άταχτα σώματα, και βγαίνοντας στον Μοριά σκοτώθηκε ο Σταματέλος Τουρκολέκας, πατέρας του Νικηταρά και σύγαμπρος του Θ. Κολοκοτρώνη. Τον Σταμ. Τουρκολέκα τονέ βρίσκουμε «τενέντε» της γ' κομπανίας του Γιαννάκη Κολοκοτρώνη, παλιού στρατιωτικού, στη Ζάκυθο Οχτ. 1807. —Με διάταγμα του Γάλλου αρχιστράτηγου της κατοχής Berthier προβιβάζεται υπολοχ. της α' τάξης στον 10ο λόχο του Α' τάγμ. των «Αλβανών», 1 Νοέβρη 1807. 381

Τα από το 1817 και κάτου περιστατικά του Μοριά τα βρίσκει ο αναγνώστης στο χρονολ. σημείωμα του Παλαμίδη. Οι αλλαγές πασάδων και προυχόντων δεν πάψανε ν' ακολουθούν τον δρόμο τους ως τις αρχές του 1821, μα κανένα περιστατικό που να ‘χει σκέση με τη δημόσια τάξη, με την Κλεφτουριά, που ήταν ο σκοπός αυτής της μελέτης, πουθενά δεν απαντούμε. Είδατε πιο πάνου, απάντηση στο ζ' ρώτημα των Μ. Δυνάμεων, πως μετά την καταστροφή των Κλεφτών στα 1806 (η απάντηση γράφει 1805) «έκτοτε απηγόρευσεν ο Σουλτάνος τον διορισμόν χριστιανών ως αρματολών. Αλλ’ εις τινας επαρχίας, όπου οι κοτζαβάσηδες είχον μεγάλην επιρροήν, διορίζοντο ακόμη καπιτάνοι, συναινέσει όμως του πασά». Κι αλήθεια, οι Κάποι, όσοι από τον καιρό του χαλασμού των Κλεφτών, στα 1806, μείνανε πιστοί, κράτησαν και τ' αξίωμά τους ως τα 1821. Αρχίζοντας η Επανάσταση, βρίσκουμε Κάπους στο πλευρό πολλών κοτζαμπασήδων, π.χ. τους Πλαπουταίους κοντά στους Ντεληγιανναίους, τους Χοντρογιανναίους κοντά στους Ζαϊμαίους κλπ. Γενικά, μπορεί να πει κανείς, κατά τα χρόνια 1821-7, οι καπεταναίοι στις επαρχίες του Μοριά μαλώνουνε με τους προύχοντες για την πολεμική επιρροή —ποιος δηλ. να στρατολογήσει, και λοιπόν, ποιος να διαχειρίζεται τα εισοδήματα της επαρχίας με την πρόφαση να τα χρησιμοποιεί στη διατροφή «των επαρχιακών αρμάτων».....Ο παλιός Κάπος σήκωσε κεφάλι και δεν ακούει πια τον παλιόν προύχοντα· μαλώματα λοιπόν, Πλαπουταίοι με Ντεληγιανναίους κλπ., αδερφικοί σπαραγμοί, όχι σπάνια και φόνοι· πότε σκοτώνεται ο κοτζαμπάσης —φόνος Κρεββατά,— πότε ο καπετάνος —φόνος Μήτσου στην Ηλεία. Κοντά στους Κάπους, πλήθος άλλοι παλιοί στρατιωτικοί, που κάμαν Κλέφτες κάποτε, μα του «χαλασμού» ο άνεμος δεν τους παράσυρε, παρουσιαστήκανε στον Αγώνα. Κοντά σ' αυτούς άλλο πλήθος παλιοί στρατιωτικοί, που δουλεύανε στα Εφτάνησα, 382 άμα έφτασε η στιγμή, παρουσιαστήκαν ξαφνικά, και ζήτησαν τα παλιά τους δικαιώματα· οι επαρχίες πρόθυμες τους τα προσφέρνανε για την πείρα τους τη στρατιωτική και τ' όνομά τους τ' ακουσμένο. Δύσκολο είναι, ανάμεσα στο πλήθος το σμιχτό των στρατιωτ. που διορίστηκαν «αρχηγοί των επαρχ. αρμάτων» από τις δημογεροντίες των επαρχιών ή των χωριών, να ξεχωρίσει κανείς τους από τα Εφτάνησα φερμένους· απ’ αυτούς όλους λίγοι μας είναι γνωστοί. Π.χ. ο Αναγνωσταράς (Αναγνώστης Παπαγεωργίου), ο Θ. Κολοκοτρώνης, τρεις Πετμεζαίοι, Κωστ., Βασίλης και Νικόλας, που αναλαβαίνουν την αρχηγία του τμήματος των Νεζερών της επαρχίας Καλαβρύτων, Πετροβαίοι στην Αντρούσα, Κεφαλαίοι στην Αρκαδιά κλπ., και κοντά σ' αυτούς πλήθος άλλοι παλιοί στρατιωτικοί, που δεν είχανε δουλέψει στα Εφτάνησα. Ο κατάλογος όλων των παλιών στρατιωτικών που παρουσιάζονται στον Μοριά, αρχές του 1821, θα ‘πιανε 'δώ μεγάλον τόπο, αν μάλιστα ξεχώριζα όσους δουλέψανε στα Εφτάνησα από τους άλλους που δεν είχαν αφήσει την πατρίδα τους.

Εδώ τελειώνει η στρατιωτική ιστορία του Μοριά, η πριν από το Εικοσιένα. Να συνοψίσω τώρα την κοπιαστική τούτη μελέτη, μάταιος θα ήταν ο κόπος, αφού τα περιεχόμενα σε κάθε κεφάλαιο φτάνουνε να δείξουν, πρόχειρα, και τις απορίες και τη λύση που έδωσα σ' αυτές. Είναι και για μένα πράμα κουραστικό και θλιβερό να καταπιαστώ άλλη μια φορά ζητήματα που με βαρύθυμη καρδιά τα καταπιάστηκα και τους έδωσα τη λύση, που η λογική η αλύγιστη μ' ανάγκασε να τους δώσω.