Το υποτυπώδες αυτό λεξικό δεν έχει σκοπό τον ολοκληρωμένο κατάλογο και την πλήρη ετυμολογία των λέξεων, αλλά να δείξει και να αναδείξει τη διαχρονικότητα της Ελληνικής Γλώσσας. Αρχαίες λέξεις που σήμερα δεν χρησιμοποιούνται αυτούσιες, έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους σε παράγωγες ή σύνθετες.
Πάρα πολλές ομηρικές λέξεις χρησιμοποιούμε σήμερα χωρίς να το γνωρίζουμε και μας ενοχλούν τάχα τα αρχαία ελληνικά. Τρεις χιλιάδες χρόνια η γλώσσα μας καλά κρατεί και θα εξακολουθήσει αν δεν την νοθεύουμε κάθε τόσο με μοντέρνες ξενόφερτες λέξεις.
Η ελληνική και η κινεζική είναι οι δύο γλώσσες που μιλιούνται αδιάκοπα από τα βάθη των αιώνων μέχρι τώρα. Με τις απαραίτητες, φυσικά, αλλαγές όπως ορίζουν οι καινούργιες ανάγκες που προκύπτουν.
Διευκρίνιση
Καταχωρώ τις λέξεις σε τρεις στήλες. Στην πρώτη αναγράφεται η λέξη στην καθομιλουμένη. Στη δεύτερη στήλη μεταφράζεται η λέξη στα αρχαία ελληνικά με κάποιες σημειώσεις, κυρίως ετυμολογικές. Τέλος, στην τρίτη, δίνονται παράγωγες και σύνθετες λέξεις που προέρχονται από την αρχαία λέξη και είναι ενταγμένες στην καθημερινότητά μας. Έτσι, παρόλο που έχει αλλάξει στη διαδρομή κάποια λέξη, παραμένουν χαρακτηριστικά της αρχαίας ρίζας σε σύνθετες και παράγωγές λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα (π.χ. άλογο, ίππος, αλλά ιππέας. Όχι… αλογέας). Και βέβαια, πολλές από αυτές δημιουργήθηκαν σε νεότερα χρόνια ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάστηκαν, ώστε να βρεθούν κατάλληλες λέξεις για νέα επιτεύγματα της επιστήμης, της τεχνολογίας, αλλά και από αναγκαιότητα σε κοινωνικό επίπεδο.
| Νεοελληνική λέξη | Αρχαιοελληνική λέξη | Σύγχρονη λέξη με αρχαιοελληνική ρίζα |
| Αγορά | Αγορά· από το ρήμα Αγείρω = Συναθροίζω, Συγκεντρώνω Παράγονται: Αγορεύω και Αγοράζω | Αγορά με τη σημασία συγκέντρωσης ανθρώπων: Αγορεύω, Αγόρευση, Συνήγορος, Συνηγορώ, Κατήγορος, Κατηγορώ, Κατηγορία, Κατηγορητήριο, Δικηγόρος, Απαγορεύω, Απαγόρευση, Απαγορευτικό, Υπαγορεύω Υπαγόρευση, Ετυμηγορία, Παρηγορώ, Παρηγοριά, Απαρηγόρητος, Ομήγυρη, Πανηγύρι, Μακρηγορώ, Ευπροσήγορος, Αγύρτης, Αγοραφοβία, Αγοραίο, Ποτοαπαγόρευση, Αναγόρευση, Απόρρητος, Μακρηγορώ, Αγορά
με τη σημασία συγκέντρωσης πραγμάτων: Αγοράζω, Αγοραστική (αξία), Εξαγοράζω, Χρηματαγορά, Λαχαναγορά, Ψαραγορά κλπ, Υπεραγορά, Εξαγοράζω, Αγοραπωλησία, Αγορανομία, Αγοραστής |
| Αίθριος | Καθαρός, φωτεινός από το ρήμα Αίθω = Ανάβω, φλέγομαι | Αίθουσα, Αιθάλη, Αιθέριος, Αιθίοπας |
| Ακολουθώ | Έπομαι | Επόμενος, Επόμενη, Επομένως, Οπαδός (από το ρ. Οπάζω που προέρχεται από το Έπομαι), Μεθεπόμενος, Διέπω Διέπομαι, Όπλο (από το Έπω = φροντίζω, ασχολούμαι), Οπλίζω Οπλίζομαι, Οπλισμένος, Οπλισμός, Οπλίτης, Οπλαρχηγός, Οπλοποιείο, Οπλουργός, Οπλοφορώ |
| Αληθινός | Έτυμος | Ετυμολογία, Ετυμηγορία, Ετεόκρητες |
| Άλλος | Έτερος | Ετερογενής, Ετεροπροσωπία, Ετερόφωτος, Ετεροχρονικός, Ετερώνυμος |
| Άλογο | Ίππος | Ιππικός, Ιππεύει, Ιππότης, Ιππόδρομος Ιπποδρομία, Ιπποδύναμη, Ιπποπόταμος, Ιππόκαμπος, Ιπποκόμος |
| Άνοιξη | Έαρ | Εαρινός |
| Ανυψωτικό μηχάνημα | Αναβατόριο | Αναβάτης |
| Αποφασίζω, Σκέπτομαι | Βουλεύω | Βουλή, Βουλευτής, Βουλευτήριο, Βούλευμα, Συμβουλεύω, Συμβουλή, Διαβούλευση |
| Αρρώστια | Νόσος | Νοσηλεία, Νοσηρός, Νόσημα, Άνοσος, Ανοσία, Νοσηλευτής |
| Αρσενικό | Άρρεν | Αρρενωπός, Γυμνάσιο Αρρένων |
| Αρχίζω | Άρχω | Αρχή, Απαρχή, Αρχαίος, Αρχείο, Αρχικός, Αρχάριος, Πανάρχαιος, Πρωταρχικός |
| Ασήμι | Άργυρος | Αργυροχόος, Αργύρια (τα), Αργυρώνητος, Αργυραμοιβός, Εναργής (= φωτεινός εξωτερικά και εσωτερικά) |
| Άσπρο | Λευκό | Λευκαίνω, Λεύκωμα, Λευκόχρυσος, Λευκότητα, Λευκαντικός, Υπόλευκο |
| Αυτό το ίδιο | Αυτό | Αυτοκίνητο, Αυτόματο, Αυτοδύναμο, Αυτοκόλλητο, Αυτοθεραπεία, Αυτόγραφο, Αυτοδιάθεση, Αυτοθυσία, Αυτοπραγμάτωση, Αυτοπροβολή, Αυταπάτη, Αυτοθυσία, Αυτογνωσία, Αυταπάρνηση, Αυταρέσκεια, Αυτάρκεια, Αυταρχικός, Αυτεξούσιος, Αυτοκέφαλος, Αυτοκτονώ, Αυτουργός, Αυτούσιος, Αυτόχθονας, Αυτοάμυνα, Αυτοβιογραφία |
| Αυτί | Ους-ωτός | Ωτορινολαρυγγολόγος, Ωτοασπίδα, Ωτοκαθαριστήρας, Ωτοσκόπιο, Ωτοσκόπηση |
| Βάζω, τοποθετώ | Τίθημι Θέματα: θη-, θε- | Θέση, Θήκη, Αποθήκη, Διαθήκη, Προσθήκη, Παρακαταθήκη, Θετός, Θετικός, Ανάθημα, Θησαυρός, Θέμα, Θεμέλια, Θεμιτός, Αθέμιτος, Θεσμός, Ταξιθέτης, Τοποθετώ, Ένθετο, Εκθέτω Έκθεση, Εκθέτης Εκθετικός, Αναθέτω Ανάθεση, Καταθέτω Κατάθεση, Καταθέτης, Διαθέτω Διάθεση, Αδιαθετώ Αδιαθεσία, Επιθέτω, Επίθετο, Επίθεση, Επιθετικός, Προσθέτω, Πρόθεση, Μεταθέτω, Μετάθεση, Αντίθετο, Αντίθεση, Αντιθετικός, Υποθέτω, Υπόθεση, Υπόθετο, Παραθέτω, Παραθετικός, Παράθεση, Παραθέτω, Σύνθετος, Σύνθεση, Ευδιάθετος, Αδιάθετος, Υιοθετώ |
| Βάρκα | Λέμβος· από την ομηρική λέξη: ο λέμβος= μικρό πλοίο, βάρκα | Λεμβοδρομία, Λεμβούχος, Λεμβοστάσιο |
| Βάρος | Άχθος· (σωματικό ή ψυχικό | Αχθοφόρος, Σεισάχθεια, Επαχθής, Απεχθής |
| Βασιλιάς | Άναξ | Ανάκτορο, Ανακτορικός |
| Βλέπω (Βλέπω κάτι απλά) | Από το ρ. οράω-ορώ· (με την κυριολεκτική έννοια της όρασης) Καθώς και: Διακρίνω, Αντιλαμβάνομαι Θέματα: ορα- (από ενεστώτα), οψ- (από μέλλοντα), ειδ- (από αόριστο), οπ- (από παρακείμενο), ιδ- (υποτακτική) | από ορα-: Οραματίζομαι, Οραματιστής, Όραση, Ορατός, Αόρατος, Αφορά, Φρουρός, Θυρωρός, Τιμωρός, Διορατικός από οψ-: Όψη, Πρόσοψη, Άποψη, Έποψη, Εποπτικός από ειδ-, Ειδικός, Είδος, από οπ-, Οπή, Εποπτεύω, Περίοπτος, Ανύποπτος, Ύποπτος, Περίοπτος, Αυτόπτης, Επόπτης, Υπερόπτης, Όμμα, Πρόσωπο, Οφθαλμός, Κάτοπτρο, Αντικατοπτρίζω, Ενώπιον, Μέτωπο, Κύκλωπας, Σκυθρωπός, Χαρωπός από ιδ-: ιδέα, ιδεατός, ιδανικός |
| Βλέπω (με θαυμασμό, στοχασμό. Πιο εσωτερική διαδικασία) | Θεώμαι με την έννοια: Παρατηρώ προσεκτικά, θαυμάζω, παρακολουθώ. Αντιλαμβάνομαι πνευματικά | Θέα, Θέαση, Θέαμα, Θεαματικός, Θεωρείο, Τηλεθέαση, Θέατρο, Θεατής, Θεατός, Θεατρίνος, Θεατρόφιλος, Θεατρινισμός |
| Βλέπω | Δέρκομαι χρησιμοποιείται στην ποίηση, την τραγωδία και στην τέχνη | Δορκάδα (Ζαρκάδι. Ίσως γιατί έχει μεγάλα και εκφραστικά μάτια), Δράκος, Οξυδερκής |
| Βόδι | Βους | Βόδι, Βοδινό, Βουκόλος, Βουστροφηδόν, Βούβαλος, Βούτυρο, Βουστάσιο, Βουλιμία (βους+λιμός), Εύβοια (ευ + βους = καλό βοσκοτόπι), Βοιωτία (από το Βοιωτός = γεωργός) |
| Βουλιάζω | Βυθίζω | Βυθός, Βυθισμένος, Βύθιση, Βάθος, Βαθαίνω, Βαθούλωμα, Αβαθής, Άβυσσος, Αβυσσαλέος, Βουτώ (από βυθός-βυθώ-βουτίζω-βουτώ), Βουτηγμένος, Βουτιά, Βούτηγμα, Βουτηχτής, Βαπτίζω, Βαπτιστικό, Βάφτιση, Βαφτίσια, Βαπτιστήριο, Καταβύθιση, Αβύθιστος |
| Βουνό | Όρος | Ορειβάτης, Οροσειρά, Οροπέδιο, Ορόσημο, Ορεσίβιος, Ορεινός, Ούριος (άνεμος = από το βουνό), Διορισμός |
| Βρομιά, Ακαθαρσία | Ρύπος | Ρυπαρός, Ρυπαίνω, Ρύπανση, Απορρυπαντικό, Απορρύπανση, Φωτορύπανση, Ηχορύπανση |
| Γεια | Υγεία (από τη λέξη Υγίεια) | Υγιής, Υγιαίνω, Υγιεινός, Υγειονομικός |
| Γεννώ | Τίκτω Θέματα: τεκ-, τικ-, τοκ- | Τέκνο, Τεκνοποιία, Άτεκνος, Πολύτεκνος, Τοκετός, Επίτοκος, Θεοτόκος, Πρωτότοκος, Τέχνη, Τεχνικός, Τέχνασμα, Καλλιτέχνης, Ερασιτέχνης, Καλλιτέχνημα, Άτεχνος, Χειροτέχνης, Πυροτέχνημα |
| Γη | Γαία = γη· γεω, γεώ- (Σχετίζεται με το έδαφος της γης) γαίο-, γαιό-, γαι- (Σχετίζεται με: καλλιέργεια γης, έκταση γης, κάτι που προέρχεται από τη γη, κάτι που είναι φτιαγμένο με χώμα) γη- | γεω- γεώ-: Γεωργός, Γεωγραφία Γεωλογία, Γεωμετρία, Γεωπολιτική, Γεωτεχνικός, Γεωμαγνητισμός, Γεωπονία, Γεωφυσική γαιο -γαιό -γαι-: Γαιοκτήμονας, Γαιοκτησία, Γαιάνθρακας, Γαιότοιχος γη-: Γήπεδο, Γήλοφος, Γηγενής |
| Γεμίζω | Πληρώ (από το ρήμα πληρόω-ώ) = γεμίζω, συμπληρώνω, εκτελώ καθήκον, εξοφλώ χρέος (Ενώ στα Νέα Ελληνικά: δίνω χρήματα, εξοφλώ) | Πλήρωση, Συμπλήρωση, Συμπληρώνω, Εκπληρώνω, Αναπληρώνω, Αναπληρωτής, Πληθωρικός |
| Γιατρός | Ιατρός (= θεραπευτής) | Ίαση, Ιατρική, Ιατρείο, Γιατρός, Γιατρίνα, Ιάσονας, Ιάσιμος, Ανίατος, Ιατροδικαστής, Οδοντιατρική, Παιδιατρική, Κτηνιατρική κλπ |
| Γιορτή | Εορτή | Εορτάζων, Εορτάσιμος, Εορτασμός, Γιορτή, Γιορτινός, Εορτολόγιο, Μεθεόρτιος, Προεόρτιος |
| Γιος | Υιός | Υιοθετώ, Υιοθεσία, Υιοθέτηση |
| Γλιστράω | Ολισθαίνω | Ολίσθηση, Ολίσθημα, Ολισθηρός, Κατολίσθηση |
| Γνωρίζω | Γιγνώσκω Θέματα: γνο- (από το νους, νοώ), γνω- | Γνώμη, Συγγνώμη, Γνώμονας, Ευγνώμων, Αγνώμων, Γνωρίζω, Γνώση, Ανάγνωση, Ανάγνωσμα, Αναγνωστικό, Επίγνωση, Απόγνωση, Διάγνωση, Γνώστης, Γνωστικός, Γνωστός, Άγνωστος |
| Γνωρίζω, Βλέπω | Οίδα: Είναι παρακείμενος του ρήματος Είδω με σημασία ενεστώτα Οίδα: Στον ενεστώτα σημαίνει: Βλέπω Στον παρακείμενο: Γνωρίζω Θέματα: ειδ-, ιδ- | Με θέμα ειδ-: Είδος, Είδηση, Ειδήμων, Είδωλο, Ειδωλολάτρης, Ειδύλλιο Με κατάληξη -ειδής:, Ομοειδής, Συνείδηση, Ανθρωποειδές Με θέμα ιδ-, Ιστορία, Ιστόρημα, Ιστορικός |
| Γουρούνι | Χοίρος | Χοιρινό, Χοιροτροφείο, Χοιρομέρι, Χοιροβοσκός, Χοιροστάσιο, Χοιροτροφείο |
| Γραφή | Γραφή Θέματα: γραφ-, γραμ-, γραψ- | γραφ-: Γραφή, Γραφίτης, Γραφικός, Γράφω, Γραφέας, Γραφίδα, Γραφτό, Γραφειοκράτης, Αναγράφω, Αναγραφή, Καταγράφω, Καταγραφή, Περιγράφω, Περιγραφή, Διαγράφω, Διαγραφή, Εγγράφω, Εγγραφή, Μεταγράφω, Μεταγραφή, Μετεγγράφω, Μετεγγραφή, Επιγραφή, Αντιγράφω, Αντιγραφή, Συγγράφω, Συγγραφή, Υπογράφω, Υπογραφή, Καλλιγραφία, Ορθογραφία, Στενογραφία, Τυπογραφία, Ζωγραφίζω, Ζωγραφιά, Ζωγράφος, Άγραφος, Ευθυμογράφος, Αρθρογράφος, Γραφομηχανή, Δακτυλογραφώ, Ακτινογραφώ Ακτινογραφία, Αλληλογραφώ Αλληλογραφία, Ηχογραφώ, Ηχογράφηση, Σκιαγραφώ, Καθαρογράφω, Ξεγράφω, τηλεγράφημα γραμ-: Γράμμα, Γραμμή, Γραμματέας, Γραμματεία, Γραμματική, Γραμμάτιο, Γραμμόφωνο, Γραμμομόριο, Γραμματόσημο, Γραμματοσειρά, Πρόγραμμα Προγραμματίζω, Προγραμματιστής, Εγγράμματος, Αναγραμματισμός, Διαγράμμιση, Επίγραμμα, Περίγραμμα, Σύγγραμμα, Υπογραμμίζω Υπογράμμιση γραψ-: Γράψιμο |
| Γροθιά | Πύξ (επίρρημα) | Πυγμή, Πυγμάχος, Πυγμαχία |
| Δαίμονας | Από το ρ. Δαίω-Δαίομαι = μαθαίνω. Αυτός που γνωρίζει τα πάντα=θεότητα | Δαιμόνιος, Δαιμονικός, Δαιμονισμένος, Πανδαιμόνιο, Ευδαιμονία, Δεισιδαιμονία |
| Δάσος | Ύλη | Υλικός, Υλικό, Υλοποιώ, Υλοποίηση, Υλισμός, Υλιστής, Υλοτομία, Υλοτόμος, Άυλο |
| Δείπνο, Βραδινό γεύμα | Δόρπος | Επιδόρπιο |
| Δείχνω | Δείκνυμι (=δείχνω, φανερώνω, εξηγώ, αποδεικνύω) | Δείκτης (δάχτυλο), Δείγμα, Δείγμα Δειγματισμός, Αναδεικνύω, Ανάδειξη, Καταδεικνύω, Κατάδειξη, Επιδεικνύω, Επίδειξη, Υποδεικνύω, Υπόδειξη Υπόδειγμα, Ένδειξη, Αποδεικνύω, Απόδειξη, Ανεμοδείχτης, Δείγμα, Δειγματίζω Δειγματοληψία, Δεκτός, Αποδεκτός, Παράδειγμα, Παραδειγματισμός, Παραδειγματικός, Δειγματοληπτικός, Δειγματοληψία, Αυταπόδεικτος, Μικροδείχνω |
| Δεξαμενή | Δεξαμενή (= μεγάλο δοχείο για υγρά) Από το ρ. Δέχομαι | Δεξαμενόπλοιο, Δέχομαι, Δέκτης, Δεξιοτέχνης, Αποδέχομαι, Υποδοχή, Δεξιός (παίρνω με το δεξί χέρι ό,τι μου προσφέρεται), Δοχείο, Δεξίωση, Δεξιοτέχνης, Καπνοδόχος, Τεφροδόχος |
| Δήμος | Δηλώνει Λαό, ή τόπο όπου κατοικεί ο λαός και τοπική κοινότητα | Δημότης, Δήμιος (δημόσιος δούλος) = ο δούλος που ήταν επιφορτισμένος να εκτελεί ποινές και βασανιστήρια), Δημοτικός, Δημοτικότητα, Δημοτολόγιο, Δημοκρατία, Δημοπρασία, Δημόσιος, Δημοσιότητα, Δημοσκόπηση, Δήμευση, Δημαγωγός, Δημώδης, Δημαρχείο, Δήμαρχος, Δημοψήφισμα, Δημοκρατία, Δημιουργός, Δημιουργία, Δημογέροντας, Δημοδιδάσκαλος, Δημοσίευμα, Δημοσίευση, Δημοσιεύω, Δημοσιογραφία, Δημοσιογράφος, Δημοτικιστής, Δημοφιλής |
| Διάβολος | Από το ρ. Διαβάλλω = Συκοφαντώ | Διάολος, Διαβολιά, Διαβολάκι, Διαβολεμένος, Διαβολικός, Διαολοστέλνω, Ζαβολιά, Διαβολόπαιδο |
| Διάθεση | Θυμός (= συναισθήματα) | Αθυμία, Επιθυμία, Επιθυμητός, Ανεπιθύμητος, Εύθυμος, Θυμωμένος, Θυμόσοφος, Βαρύθυμος, Δύσθυμος, Πρόθυμος, Οξύθυμος |
| Δίκη | Δίκη (= εκδίκαση και γενικά έννοια της δικαιοσύνης) | Δικάζω, Δικαστής, Δικαστήριο, Δικάσιμος, Δικηγόρος, Δικηγορία, Δικογραφία, Δικαίωση, Δικονομία, Δικονομικός, Καταδίκη, Αυτοδικία, Φυγοδικία, Υπόδικος, Δίκαιος, Δικαιοσύνη, Δικαίωμα, Δικαιώνω, Δικαιωματικό, Δίκιο, Δικαιοδοσία, Δικαιολογία, Δικαιούχος, Ακριβοδίκαιος, Χειροδικία, Διαδικασία, Εκδίκηση, Εκδίκαση |
| Δίνω | Δίδω | Δότης, Δόση, Δοκιμή, Αποδίδω Ανταποδίδω, Εκδίδω, Έκδοση, Εκδότης, Προδίδω, Προδοσία, Προδότης, Δοτικός, Δοτική, Διαδίδω Διάδοση, Αντίδοτο, Ενδίδω, Εκδίδω Έκδοση, Αναδίδω, Καταδίδω Καταδότης, Διαδίδω Διάδοση, Επιδίδω Επίδοση, Παραδίδω Παράδοση, Προσδίδω, Μεταδίδω Μετάδοση Μεταδοτικός, Δόση, Δοσοληψία, Δωσίλογος, Δώρο, Δωρεά, Δωρίζω, Φιλοδώρημα, Δωροδοκία, Δόση, Τροφοδότης Τροφοδοτώ, Πληροφοριοδότης, Αποδοτικός, Ανέκδοτος, Πατροπαράδοτος, Εξουσιοδότηση, Τροφοδοτώ |
| Δόντι | Οδούς-οδόντος | Οδοντογλυφίδα, Οδοντοστοιχία, Οδοντίατρος, Οδοντιατρείο, Οδοντόβουρτσα, Οδοντόκρεμα, Οδοντοτεχνικός, Οδοντοφυΐα, Οδοντωτός |
| Δράκος | Δράκος φανταστικό τέρας με υπερφυσικές δυνάμεις από το ρ. Δέρκομαι = βλέπω πολύ καλά | Δρακόντειος, Δράκοντας, Οξυδερκής, Δράκαινα, Δράκουλας |
| Δρόμος | Οδός | Οδοστρωτήρας, Μηχανοδηγός, Οδόστρωμα, Οδοποιία, Οδοποιός, Οδηγός Εργοδηγός, Οδόφραγμα, Οδόσημο, Άνοδος, Επάνοδος, Κάθοδος, Καθοδικός, Επάνοδος, Δίοδος, Είσοδος, Έξοδος, Εξόδιος (ακολουθία) Έξοδα, Διέξοδος, Αδιέξοδος, Διόδια, Οδεύω, Περίοδος, Περιοδεύω, Περιοδικό, Μέθοδος, Μεθοδεύω, Μεθοδικός, Πρόσοδος, Σύνοδος, Συνοδός, Συνοδεύω, Πρόοδος, Προοδεύω, Έφοδος, Εφόδιο, Πολεμοφόδια, Πλανόδιος, Αφοδεύω, Αφόδευση, Συνοδηγός, Ευόδωση |
| Δυνατός | Ισχυρός | Ισχύς, Ισχύω, Ισχυρίζομαι, Ισχυρισμός, Ενισχύω, Ενίσχυση, Ενισχυτής, Υπερισχύω, Ανίσχυρος, Ισχυρογνώμονας, Ισχυροποίηση, Πανίσχυρος |
| Εγκυμοσύνη | Κύησις (από το ρ. Κυέω -Κυώ) | Έγκυος, Αποκύημα, Κύμα, Κύστη, Προκυμαία, Τρικυμία, Κυματοθραύστης, Ακύμαντος, Κυοφορώ, Διακύμανση |
| Έδαφος | Χθων | Χθόνιος, Καταχθόνιος, Υποχθόνιος, Αυτόχθονας |
| Είμαι Υπάρχω Υφίσταμαι | Ειμί Θέματα: εσ- (από μέλλοντα), ει- (από υποτακτική), η- (από παρατατικό), εσ- (από προστακτική και συντελεσμένους), ω- (από ευκτική), ων-ούσα-ον (από μετοχή) | Ουσία, Ούσα, Ουσιώδης, Παρών, Παρουσία, Απών, Απουσία, Εξουσία, Όντα, Όντως, Είναι (απαρέμφατο) |
| Εκλέγω, Προτιμώ Συλλαμβάνω (για έμψυχα) Κυριεύω (για άψυχα) | Αιρέομαι-ούμαι Αιρέω-ώ | Αίρεση, Αφαίρεση, Διαίρεση, Καθαίρεση, Αυθαίρετος, Εξαιρετικός, Αρχαιρεσίες |
| Εκμεταλλεύομαι | Εκμεταλλεύομαι (= Χρησιμοποιώ κάτι για να ωφεληθώ) Από τη λέξη Μέταλλο = που το βρίσκουμε αναμεμιγμένο με τα άλλα | Μέταλλο, Μεταλλείο, Μεταλλουργός, Μεταλλωρυχείο, Εκμετάλλευση |
| Εκπαίδευση | Παιδεία από το ρήμα: Παιδεύω (= διδάσκω) | Παιδί, Παιδαγωγός, Παιδιαρίζω, Παίζω, Παίκτης, Παιδιάστικος, Παιδαριώδης, Παιδιατρική, Παιδικότητα, Παιδεραστής, Παιδομάζωμα, Περιπαίζω, Εκπαιδευτικός, Εκπαιδευτήριο, Διαπαιδαγώγηση, Εμπαίζω |
| Ένδυμα (εξωτερικό) | Λώπη | Λωποδύτης |
| Επαναπατρισμός | Νόστος (γυρισμός στην πατρίδα) | Νόστιμος, Νοσταλγία, Νοσταλγικός, Άνοστο |
| Εργασία | Από το έργον | Έργο, Εργάζομαι, Εργασία Εργάσιμος, Όργανο, Όργια Οργιάζω, Άεργος, Ενέργεια Ενεργώ, Ενεργός, Ενεργητικότητα, Άνεργος Ανεργία, Ευεργέτης, Εργαλείο, Εργάτης, Ακατέργαστος, Θαυματουργός, Πανούργος, Συνεργός, Συνεργείο, Χειρουργός, Εργολάβος, Ευεργέτης, Εργαλείο, Εργαστήριο, Εργαλείο, Εργοδότης, Κακούργος, Κάτεργα, Λειτουργός, Μουσουργός κλπ, Πάρεργο, Περίεργος, Ραδιούργος, Υπουργός, Εργολάβος, Οργώνω Όργωμα, Οργασμός, Ενεργοποίηση, Παρενέργεια, Ραδιενέργεια, Ανόργανος, Ενόργανος |
| Έχω Κατέχω Κρατώ | Έχω Θέματα: εχ-, εξ-, σχ- Κατάληξη -ούχος, -εχής | Έξη (συνήθεια), Εξής, Εφεξής, Ανεκτός, Ακάθεκτος, Καχεκτικός, Απρόσεκτος, Καχεξία, Ευεξία, Πλεονέκτης, Πλεονεξία, Συνεχής, Νουνεχής, Προσεχής, Μετέχω, Σχετικός, Άσχετος, Ακατάσχετος, Ανέχομαι, Ανοχή, Αντέχω Αντοχή, Απέχω, Αποχή, Εσοχή, Εξέχω, Εξοχή, Προεξέχω, Προεξοχή, Κατέχω, Κατοχή, Μετέχω, Μετοχή, Συμμετέχω, Συμμετοχή, Παρέχω, Παροχή, Αντιπαροχή, Περιέχω, Περιοχή, Περιεχόμενα, Συνοχή, Πτυχιούχος, Πηδαλιούχος, Πρατηριούχος, Λεμβούχος, εκατομμυριούχος, Περιπτερούχος, Νουνεχής, Κακεντρεχής, Προσεχής |
| Ζεστός | Θερμός | Θερμότητα, Θερμοκρασία, Θερμαίνω, Θέρμανση, Θερμαντικός, Θερμίδα, Θερμοκήπιο, Θερμοσίφωνας, Θερμομόνωση, Θερμοστάτης, Θερμοκοιτίδα, Θερμοφόρα, Θερμοσυσσωρευτής, Θερμάστρα, Θερμοθάλαμος, Θερμοκέφαλος, Αερόθερμο, Ένθερμος |
| Ζωή | Βίος | Βιοπαλαιστής, Βιοπάλη, Βιοϊατρική, Βιογραφία Βιογραφικός, Βιογράφος, Βιοενέργεια, Βιοπαλαιστής, Βιοηθική, Βιομηχανία, Βιοτεχνολογία, Βιοενέργεια, Βιοποριστικός, Βιώνω, Αμφίβιο, Βιοτεχνία, Βιοχημεία, Έμβιος, Αερόβιος, Σωσίβιο, Βιώνω, Διαβίωση, Αποβίωση, Διαβίωση, Επιβίωση, Βιώσιμος, Βιοτικός, Αναβίωση, Συμβίωση, Αποβίωση, Υδρόβιος |
| Θέλω | Βούλομαι | Βούληση, Βουλιμία, Άβουλος, Κακόβουλος |
| Θηλυκός | Θήλυ από τη λέξη θήλυς (= μαλακός, αδύναμος, τρυφερός) | Θηλή, Θηλάζω, Θηλυκότητα, Θηλυπρεπής |
| Καινούργιος | Καινός | Καινούργιος, Πλειστόκαινος, Μειόκαινος, Καινοτομία, Καινοτόμος, Ανακαινίζω, Ανακαίνιση |
| Καλά | Ευ | Εύληπτος, Ευέλικτος, Ευδιάθετος, Εύθυμος, Ευτυχία, Εύνοια, Ευάερος, Ευκαιρία, Ευανάγνωστος, Ευαίσθητος, Ευερέθιστος, Εύφορος, Ευγενής Ευγένεια, Ευαρέσκεια, Ευδιάκριτος, Ευάριθμος, Ευαγής, Εύχρηστος, Ευχέρεια, Ευχάριστος κλπ. Ευαγγέλιο, Ευάλωτος, Ευγενής, Εύγλωττος, Ευγνωμονώ, Ευδαιμονία, Ευδοκιμώ, Ευεξία, Ευεργέτης, Εύζωνας, Ευημερώ Ευημερία, Εύθικτος, Ευάλωτος, Εύκολος, Ευλάβεια, Ευπαθής, Εύπορος, Ευπρόσδεκτος, Ευτελής, Ευφυής, Ευχάριστος Ευχαριστώ, Εύχομαι Προσεύχομαι |
| Καλλιεργημένη γη (αγρός, χωράφι) | Άρουρα | Αρουραίος, Άροτρο, Άροση |
| Καλοκαίρι | Θέρος (από το ρήμα Θέρω = ζεσταίνομαι) | Θερινός (θερινό σινεμά), Θερισμός, Θεριστής, Θεριστικός, Θέρετρο |
| Καμπύλο Καμπυλότητα | Άγκος (= γωνία καμπύλη) συνδέεται με την έννοια του κοιλώματος και του καμπυλωτού σχήματος | Αγκαλιά, Αγκάλιασμα, Απάγκιο, Απαγκιάζω, Αγκίστρι, Αγκύλη, αγκυλωτός, Άγκυρα, Αγκυροβόλιο, Αγκώνας, Παραγκωνίζω |
| Κάνω | Πράττω = Ενεργώ (γενικά), Συμπεριφέρομαι, Εκτελώ (καλό ή κακό), Δρω με ηθική και πολιτική ευθύνη, Σκοπός: η ηθική επιλογή
Θέματα: Πρατ(τ)- (από ενεστώτα), πραξ- (από μέλλοντα), πρακτ-, πραγμ- | Πράξη, Διαπράττω, Εισπράττω, Είσπραξη, Συμπράττω, Σύμπραξη, Πολυπράγμων, Ευπραξία, Πραγματικός, Πρακτικός, Άπρακτος, Πραγματεία, Πράκτορας, Πρακτορείο, Διαπραγματεύομαι, Πεπραγμένα, Πράγματι, Εξωπραγματικός, Μονόπρακτο, Πραματευτής |
| Κάνω, κατασκευάζω | Ποιώ με σημασία: Δημιουργώ, φτιάχνω, παράγω (χειρωνακτικά), αλλά και παράγω έργο Σκοπός: το έργο | Εκποιώ, Μεταποιώ, Περιποιούμαι, Προσποιούμαι, Ποίημα, Ποιητής, Ηθοποιός, Αρτοποιός κλπ, Χειροποίητος κόπο |
| Καράβι | Πλοίο Θέματα: πλε-, πλο-, πλω- | Πλοιάριο, Πλοηγός, Πλοιοκτήτης, Δεξαμενόπλοιο, Πλωτός, Πλεύση, Απόπλους, Διάπλους, Παραπλέω, Πλωτήρας |
| Κάρβουνο | Άνθραξ | Ανθρακικό, Ανθρακί, Ανθρακωρυχείο, Ανθρακωρύχος, Απανθρακωμένος, Ανθρακαποθήκη, Ανθρακέμπορος, Ανθρακόσκονη, Γαιάνθρακας, Λιθάνθρακας |
| Καρύδι | Κάρυον | Καρυδιά, Καρυοθραύστης, Καρυδόψυχα |
| Καρφί | Ήλος | Καθήλωση, Καθηλώνομαι, Καθηλωτικός, Προσηλώνω, Προσηλωμένος, Προσήλωση, Ξηλώνω (εξηλώ), Ξηλωμένος, Ξήλωμα |
| Καταιγίδα = Δυνατή βροχή | Όμβρος | Ανομβρία, Όμβρια ύδατα |
| Κατσίκα | Αίξ-Αιγός (από το ρ. αΐσω =ορμώ, επιδιώκω κάτι) | Αίγαγρος, Αιγίδα, Γίδα, Αιγαίο Αγαιοπελαγίτης, Αιγαιοπελαγίτικο, Αιγαιακός, Αιγιαλός, Αίγλη, Αιχμή, Αιχμάλωτος, Αιχμαλωσία, Αίγιο, Αίγινα, Αιγόκερως, Καταιγισμός, Καταιγίδα, (φόβος και τρόμος από, τη θέα της αιγίδας του Δία ή της Αθηνάς) |
| Κεραμίδι | Κέραμος = ψημένος πηλός | Κεραμοσκεπή, Κεραμικός, Κεραμοποιία, κεραμοποιός |
| Κεφάλι | Κεφαλή | Κεφάλαιο, Κεφαλαλγία, Επικεφαλίδα, Κατακέφαλα, Προσκεφάλι, Ανακεφαλαιώνω, Εγκέφαλος, Ανεγκέφαλος, Ξεροκέφαλος |
| Κεχριμπάρι | Ήλεκτρον Παράγεται από το ουσιαστικό: ηλέκτωρ (= λαμπρός, φωτεινός) Όταν το κεχριμπάρι τρίβεται, λάμπει και αποκτά ηλεκτρισμό) | Ηλεκτρόνιο, Ηλεκτρισμός, Ηλεκτρονικός, Ηλεκτροκόλληση, Ηλεκτροπαραγωγή |
| Κόβω | Κόπτω (=κόβω, χτυπώ) Βασική σημασία: κόβω, χτυπώ, διαχωρίζω με τη βία. Πράξη έντονης βίας Με έμφαση στην ενέργεια Χρήση: γενική, Καθημερινή, Πολεμική, δραματική | Κοπή, Κοπτικός, Κοπίδι, Αποκόπτω, Αποκοπή, Ανακόπτω, Ανακοπή, Διακόπτω, Διακοπή, Διακοπές, Συγκοπή, Κοψίδι, Κόψιμο, Αποκοπή |
| Κόβω | Τέμνω = Κόβω αλλά με έμφαση στη διαίρεση, τη διατομή Διαχωρισμός με ακρίβεια Χρήση: Τεχνική, Ιατρική, Επιστημονική Θέματα:, τεμ, τεμν-, τομ-, ταμ-, τμη- | Τεμαχίζω, Τεμαχισμός, Τεμάχιο, Τομή, Διατομή, Κατατομή, Περιτομή, Προτομή, Τόμος, Άτομο, Σύντομος, Ατομικός, Απότομος, Επίτομο, Έντομο, Τμήμα, Διχοτόμος, Λαιμητόμος, Λατόμος, Υλοτόμος, Σύντομος, Ανατομία, Ταμίας (αυτός που μοιράζει), Ταμείο, Τμήμα, Αποταμιεύω, Ταμιευτήριο, Καινοτομία, Λαιμητόμος, Υλοτόμος |
| Κοιλιά | Λαπάρα (= Κοιλιά, κοιλιακή χώρα) | Λαπαροσκόπηση, Λαπαροσκόπιο, Λαπαροτομία |
| Κολόνα | Κίων (στύλος) | Κίονας, Κιονόκρανο, Κιονίσκος, μετακιόνιο |
| Κόμπος | κόμβος | Κομβικός |
| Κόρη | Θυγάτηρ | Θυγατέρα, Θυγατρική |
| Κόσμημα | Κόσμος Από το ρήμα Κοσμώ = Στολίζω, τακτοποιώ | Κόσμημα, Διακοσμώ, Διάκοσμος, Διακοσμητικός, Διακόσμηση, Κοσμικός, Κοσμιότητα, Κοσμικότητα, Κοσμοθεωρία, Κοσμοϊστορικός, Κοσμοπολίτης, Κοσμογονία, Κοσμοκράτορας, Κοσμοπλημμύρα, Κοσμοσυρροή, Κοσμογυρισμένο |
| Κότα | Όρνις-όρνιθος (ο,η) | Ορνιθοτροφείο, Κουτορνίθι, Ορνιθοσκαλίσματα |
| Κούνια μωρού | Λίκνον = πλεκτό καλάθι | Λικνίζω, Λίκνο πολιτισμού |
| Κουπί | Κώπη | Κωπηλατώ, Κωπηλάτης, Κωπηλατικός, Κωπηλασία, Δίκωπος (λέμβος) |
| Κουφός | Βαρήκοος | Βαριακούω, Υπακούω, Υπακοή, Υπάκουος, Υπήκοος, Υπηκοότητα |
| Κρασί (από το «άκρατος οίνος» δηλαδή ανέρωτο κρασί) | Οίνος | Οινοποιός, Οινοποιία, Οινοπώλης, Οινοχόος, Οινοχόη, Οινόη, Οινοπαραγωγή, Οινοπνευματώδες, Οινοπνευματούχος, Οινολογία, Οινομαγειρείο, Οινοποσία, Οινούσες |
| Κρεβάτι | Λέχος από το ρήμα λέχω = ξαπλώνω θέματα: λεχ-, λοχ- | Λεχώνα, Λοχεία, Επιλόχειος, Λεχούδι, Λόχος (=ομάδα στρατιωτών που στρατοπεδεύουν, που κοιμούνται μαζί), Λοχίας, Λοχαγός, Βωμολόχος (=παραμονεύει κοντά στους βωμούς για να κλέψει), Λέσχη |
| Κρεβάτι | Κλίνη | Κλινική, Κλινοσκεπάσματα, Μονόκλινο, Δίκλινο κλπ. |
| Κρύο | Ψύχος | Ψυχρός, Ψύχρα, ψυχρότητα, Ψύκτης, Ψυκτικός, Ψύξη, Ψύχω, Ψυγείο, Καταψύκτης, Απόψυξη, Κατεψυγμένος, Αλλά και Ψυχή, Ψυχικός, Ψυχισμός, Αναψυχή, Άψυχος, Έμψυχος, Λιγοψυχώ, Μεγαλόψυχος, Μικρόψυχος, Πονόψυχος, Ψυχαγωγία, Ψυχοβγάλτης, ψυχοφθόρος |
| Κυβερνώ | Άρχω | Άρχοντας, Αρχηγός, Ταξίαρχος, Γυμνασιάρχης, Έπαρχος, Ναύαρχος, Μονάρχης, Ολιγαρχία, Πατριάρχης, Πειθαρχώ, Αρχοντοχωριάτης, Αρχομανής |
| Κύκλος | Κύκλος | Κυκλικός, Κυκλικότητα, Ανακύκλωση, Κυκλοφορώ, Κυκλοφορία, Κυκλοφοριακός, Κυκλοφορικός, Κύκλωμα, Περικύκλωση, Κυκλοτερής, Κύκλωπας, Κυκλώπειο, Κυκλάδες, Κυκλαδικός, Κυκλάμινο, Κυκλοθυμικός, Κυκλοφορητής, Κυκλώνας, Αντικυκλώνας |
| Κυνήγι | Θήρα από το ρήμα Θηρρώ = άγριο ζώο | Θήραμα, Θηρευτής, Θηριοδαμαστής ≠, Θηρίο, Θηριώδης, Λαθροθηρία |
| Λάδι | Έλαιον (= λάδι ελιάς) Μεσαιωνικά = ελάδιν-λάδι | Ελαιόλαδο, Ελαιοτριβείο, Λιοτρίβι, Ελαιουργείο, Ελαιοπαραγωγή |
| Λέγω | Φημί = Λέγω, ισχυρίζομαι, διαβεβαιώνω, διαδίδω από το ρήμα φάω (= φανερώνω) Θέματα: φη-, φω-, φα - | Φήμη, Φημίζομαι, Προφήτης, Φάσκω, Αντιφάσκω, Φάση, Αντίφαση, Απόφαση, Πρόφαση, Καταφατικός, Φωνή, Φωνάζω, Εκφωνώ, Επιφώνημα, Διαφήμιση, Δυσφήμηση, Αφασία, Άφατος, Βλάσφημος |
| Λείπω | Λείπω α) Απουσιάζω β) Μου λείπει κάτι, άρα νιώθω έλλειψη, στενοχώρια Θέματα: Λειπ- (από Ενεστώτα), λιπ- (από αόριστο), λοιπ- (από παρακείμενο) | Εγκαταλείπω, Έκλειψη (σελήνης), Έλλειψη, Έλλειμα, Διάλειμμα, Λειψυδρία, Λείψανο, Ελλιπής, Ανελλιπής, Λιποβαρές, Λιπόσαρκος, Λιποταξία, Λιποψυχία, Υπόλοιπος, Λοιπόν, Λοίσθιος (πνέει τα λοίσθια) |
| Λίγο | Ολίγος | Ολιγομελής, Ολιγοήμερος, Παραλίγο, Εν ολίγοις, Ολιγοσύλλαβος |
| Μακριά | Τήλε (πρόθημα) Δηλώνει μεγάλη απόσταση | Τηλεβόας, Τηλέφωνο, Τηλεόραση, Τηλεβόλο, Τηλεφακός, Τηλέγραφος, Τηλεθεατής, Τηλεκατευθυνόμενο, Τηλεκπαίδευση, Τηλεπικοινωνία, Τηλεοπτικός, Τηλεργασία |
| Μάτι | Οφθαλμός από το όπμα - όμμα | Οφθαλμαπάτη, Οφθαλμιατρείο, Οφθαλμίατρος, Οφθαλμικός, Οφθαλμολογία, Οφθαλμοσκόπηση, Oφθαλμοφανής, Εποφθαλμιώ, Μονόφθαλμος, Οπτικός, Οπτική, Οπτασία, Αόμματος |
| Μαύρος | Μέλας (= περιγράφει το μαύρο χρώμα) | Μελάνι, Μελανοδοχείο, Μελάνωμα, Μελανωπός, Μελαγχολία, Μελανούρι, Μελανόμορφος, Μέλας Δρυμός, Μέλας ζωμός, Μελαχρινός, Μελαψός |
| Μεγάλος | Μέγας | Μεγαλείο, Μεγαλειότατος, Μεγαλειώδης, Μεγαλοδείχνω, Μεγαλοδύναμος, Μεγαλομανία |
| Μέσα, | Ένδον | Ενδότερα, Ενδοσκόπηση, Ενδοφλέβια, Ενδοεπικοινωνία, Ενδοοικογενειακός, Ενδογενής |
| Μιλάω | Λέγω Λόγος, Μιλάω, εκφράζω τις σκέψεις μου Θέματα: λεγ-, λογ- (ενεστώτας), λεξ- (μέλλοντας), ρη- (μέλλοντας, 2ος τύπος), επ- (αόριστος), ρε- (παρακείμενος) | Λέξη, Λεξικό, Λεκτικός, Λόγος, Αντίλογος, Επίλογος, Απολογούμαι, Εύλογος, Λογαριάζω, Λογικός, Λογικεύομαι, Ομολογώ, Ομολογία, Λόγιος, Αναλόγιο Αναλογία, Λογισμός, Λογισμικό, Λεξιλόγιο, Λογιστής Λογιστική, Λογιστήριο, Υπολογιστής, Συνταγολόγιο, Λογοτέχνης, Λογοτεχνικός, Λογοτεχνία, Υβρεολόγιο, Λογαριασμός, Φρασεολογία, Άλογο Παράλογο, Λόγια, Ορθολογικό Ανορθολογικό, Εξωλογικό, Γενεαλογία, Ωρολόγιο, Ρολόι, Μωρολογία, Εορτολόγιο, Βαθμολογία, Δημοτολόγιο, Ευχολόγιο, Λογογράφος, Λογοκλόπος, Λογοδοσία, Λογοδοτώ, Λογοθεραπεία, Λογοκρίνω, Λογοκρισία, Λογομαχώ, Λογοπαίγνιο, Λογοφέρνω, Λογότυπος, Λογύδριο, Έπος, Επικός, Νήπιο, Ρήμα, Ρήτορας, Ρητός, Απόρρητος Λέξεις με δεύτερο συνθετικό -λόγος -λογία (επιστήμες κλπ) (πχ γεωλόγος-γεωλογία), |
| Λουλούδι | Άνθος | Ανθάκι, Ανθοδέσμη, Ανθοκομία, Ανθοδοχείο, Ανθολογία, Ανθοστολισμός, Ανθοπωλείο |
| Λύπη | Θλίψις | Θλιβερός, Θλιμμένος, Κατάθλιψη, Θλίβομαι, Συνθλίβω |
| Μένω | Μένω παραμένω σε ένα μέρος ή σε μία κατάσταση | Υπομένω, Υπομονή, Υπομονετικός, Μόνος, Μονάδα, Μονάζω, Μοναστήρι, Μοναχός, Μοναχικός, Μονήρης, Μοναξιά, Μόνιμος, Μονίμως, Μονομάχος, Μονάρχης Μοναρχία, Μόνωση |
| Μυαλό | Εγκέφαλος (εν+κεφαλή) | Εγκεφαλικός, Εγκεφαλοπάθεια, Εγκεφαλίτιδα, Εγκεφαλογράφημα |
| Μύτη | Ρις-ρινός | Ρινικός, Ρινίτιδα, Ρινόκερος, Ρινοπλαστική, Ρινορραγία |
| Νερό | Ύδωρ Θέματα:, υδρ-, υδαρ-, υδατ- | Υδαρής, Ύδρευση, Υδρατμός, Ενυδρείο, Υδραγωγείο, Αφυδάτωση, Ενυδάτωση, Λειψυδρία |
| Νομίζω Θεωρώ | Δοκέω-ώ | Δόγμα, Δογματικός, Απροσδόκητος, Δόκιμος, Δοκιμή, Δοκιμάζω, Δοκίμιο, Δόξα, Δοξάζω, Άδοξος, Παράδοξος, Προσδοκία |
| Νόμισμα | Κέρμα (από το ρήμα Κείρω= κουρεύω, ψαλιδίζω) Σημαίνει: α) Μεταλλικό νόμισμα μικρής αξίας, β) Κομμάτι Τεμάχιο | Κέρμα, Κατακερματίζω, Κατακερματισμός, Κουρά, Κούρεμα, Κουρείο, Κορμός, Κορμί |
| Νόμος | Νόμος από το ρήμα Νέμω (=μοιράζω, κατανέμω, διοικώ) αρχική σημασία: μοιράζω, κατανέμω· αργότερα: κανόνας δικαίου, νόμος | Με τη σημασία: Κατανέμω, μοιράζω:, Νομή, Κατανομή, Κατανέμω, Διανέμω, Νεμέα, Νέμεσις, Νομάς, Νομαδικός Με τη σημασία: κανόνας δικαίου:, Νομίζω, Νομοθέτης, Παιδονόμος, Οικονόμος, Νομικός, Νόμιμος, Νόμισμα, Νομός, Νομάρχης |
| Ντύσιμο | Αμφίεση από το ρήμα αμφι-έννυμι | Μεταμφίεση |
| Ξέρω | Γνωρίζω | Γνώση, Ανάγνωση, Γνώστης Αναγνώστης, Άγνωστος, Γνωμικό, Γνώμονας, Γνωμάτευση, Γνώρισμα, Γνωριμία, Ευγνώμων, Αγνώμων, Παραγνωρίζω, Συγγνώμη |
| Ξεχνώ | Λησμονώ (=πέφτω σε λήθη, παύω να θυμάμαι) Έχει σχέση με το ρήμα λανθάνω = ξεχνώ | Λησμονιά, Αλησμόνητος, Αλήθεια, Αληθοφανής, Αναληθής, Λήθη, Λήθαργος, Λαθραναγνώστης, Λαθρέμπορος, Λαθρεπιβάτης, Λαθροκυνηγός |
| Οδηγώ | Άγω = Οδηγώ, Μεταφέρω, Πορεύομαι | Αγωγή, Απαγωγή Απάγω, Εισαγωγή Εισάγω, Εξάγω, Εξαγωγή, Διεξαγωγή, Συναγωγή, Συνάγω, Παραγωγή, Παράγω, Διαγωγή, Διάγω, Μεταγωγή, Αγωγός, Παιδαγωγός, Οχηματαγωγό, Υδραγωγείο, Ανώγι, Κατάγομαι Καταγωγή, Καταγώγιο, Άγημα, Αγέλη, Ανάγωγος, Αγώνας, Αγωνία, Αγωνίζομαι, Αγώνισμα, Διαγώνισμα, Διαγωνισμός, Αγωνιώ, Αγωνιστής, Λοχαγός, Στρατηγός, Χορηγός, Ξεναγός, Ηγούμαι, Ηγεμόνας, Οχλαγωγία, Φορτηγό, Φωταγωγός, Χαλιναγωγώ, Χειραγωγώ, Χειραγώγηση, Ψυχαγωγώ Ψυχαγωγία, Κυνηγός, Αρχηγός, Οδηγός |
| Όμορφος | Εύμορφος από τη λέξη μορφή = το σύνολο εξωτερικών χαρακτηριστικών ανθρώπου ή πράγματος | Μορφώνω, Μόρφωση, Αναμορφώνω, Αναμόρφωση, Διαμορφώνω Διαμόρφωση, Επιμορφώνω, Επιμόρφωση, Μεταμορφώνω, Μεταμόρφωση, Συμμορφώνω, Συμμόρφωση, Μορφολογία, Μορφοποίηση, Ομορφιά, Πανέμορφος Όσες λέξεις έχουν κατάληξη -μορφος π.χ., Όμορφος, Πεντάμορφος και οι σύνθετες με δεύτερο συνθετικό τη λέξη, -μορφος, Ποικιλόμορφος, Ερυθρόμορφος, Μελανόμορφος, Πολύμορφος, Πολυμορφικός |
| Παθαίνω | Πάσχω = Υφίσταμαι κάτι, παθαίνω, υποφέρω Θέματα: πασχ- (από ενεστώτα), πεισ- (από μέλλοντα), παθ- (από αόριστο), πενθ- (από παρακείμενο) | Πάθος, Παθητικός, Πάθημα, Πάθηση, Παθητικότητα, Παθολόγος, Πένθος, Πάσχων, Συμπάσχω, Ομοιοπαθής, Συμπάθεια, Αντιπάθεια |
| Παιδί | Τέκνο από το ρήμα τίκτω = γεννώ | Τεκνοποιώ, Τεκνοποίηση, Πολύτεκνος, Τόκος, Επιτόκιο, Δυστοκία, Επίτοκος |
| Παίρνω | Λαμβάνω | Λαβή, Λήψη, Αναλαμβάνω, Ανάληψη, Καταλαμβάνω, Κατάληψη, Περιλαμβάνω, Περίληψη, Παραλαμβάνω, Παραλαβή, Μεταλαμβάνω, Μετάληψη |
| Παλληκάρι | Πάλλαξ | Παλληκαρήσιο, Παλληκαράς, Παλληκαριά, Γεροντοπαλλήκαρο |
| Πεδιάδα | Πεδίον = έδαφος, γη | Πόδι, Ποδήρης, Πεδίο, Ναρκοπέδιο, Λεκανοπέδιο, Εμπόδιο, στρατόπεδο, Δάπεδο, Ισόπεδο, Γήπεδο, Επίπεδο, Παραλληλεπίπεδο, Υψίπεδο, Τροχοπέδη, Πέδιλο, Πεδινός, Επίπεδο |
| Πελώριος | Πέλωρ = Τεράστιο και τρομακτικό πλάσμα | Πελώριος |
| Πέρασμα | Πόρος· από το ρήμα Πείρω = διαπερνώ δηλώνει το Πέρασμα (με γεωγραφική, οικονομική και υλική σημασία)
Τωρινή σημασία: α. πορεία, β. Περάσματο, Γ. Ευπορία πλούτου | Περόνη, Πιρούνι (από περόνη), Πόρος, Άπορος, Απορία, Έμπορος, Λαδέμπορος κλπ., Ανημπόρια, Εμπορία, Εύπορος, Πορθμός, Βιοπορίζομαι, Άπορος, Οδοιπόρος, Πορεία, Αεροπορία, Πεζοπορία |
| Περπατώ | Βαδίζω από το ρήμα βαίνω | Βάδην, Βάδιση, Βάδισμα, Προβάδισμα, Συμβαδίζω |
| Πέτρα | Λίθος | Λιθοξόος, Λίθινος, Λιθόστρωτο, Λιθάρι, Λιθοβολώ, Απολίθωμα, Ξερολιθιά, Μονόλιθος, Τσιμεντόλιθος, Απολίθωση |
| Πηγάδι | Φρέαρ | Φρεάτιο |
| Πηγαίνω | Βαίνω | Βαθμίδα, Βάθρο, Βαθμός, Βαθμολογώ, Βακτηρία, Βάση, Βήμα, Βηματισμός, Βωμός, Υπόβαθρο, Εμβατήριο, Ανάβαση, Ορειβάτης, Έμβασμα, Εμβαδόν, Άβατο, Βατήρας, Αναβατήρας, Μπαίνω, Έκβαση, Επεμβαίνω, Επέμβαση, Ανεβαίνω Ανέβασμα, Κατεβαίνω, Κατέβασμα, Κατάβαση, Διαβαίνω Διάβαση, Διάβημα, Διαβατήριο, Διαβάτης, Μεταβαίνω, Μετάβαση, Παραβαίνω, Παραβάτης, Παράβαση, Αποβαίνω, Απόβαση, Συμβαίνει, Υπερβαίνω, Υπέρβαση, Υπερβατικό, Βηματοδότης, Αδιάβατος, Συμβατός, Βάσιμος |
| Πιστεύω Έχω τη γνώμη | Νομίζω· από το ρήμα Νέμω | Νέμω, Νομαδικός, Νόμος, Κατανομή, Νόμισμα, Διανομέας, Κληρονόμος, Παράνομος, Υπόνομος, Οικονόμος, Χειρονομώ |
| Πλήθος | Λαός· (=οι άνθρωποι μιας πόλης, μιας χώρας) Θέματα: λα-, λε- Ιστορία της λέξης: Όταν ο πρώτος βασιλιάς της Αθήνας θέλησε να μετρήσει τους κατοίκους της περιοχής του, ζήτησε από αυτούς να τοποθετήσουν μία πέτρα (λας) σε ένα σημείο: εξού και λαός | Λαϊκός, Λαϊκισμός, Λαογραφία, Λαοθάλασσα, Λαοφιλής, Λατομείο, Λατόμος, Λατύπη, Λεωφόρος, Λεωφορείο |
| Πλοίο | Ναύς | Ναύτης, Ναυτικός, Ναυτοπρόσκοπος, Ναυσιπλοΐα, Ναυτεργάτης, Ναυαγοσώστης, Ναυαγοσωστικό, Ναυαγός, Ναυάγιο, Ναύαρχος, Ναυαρχίδα Ναυαρχείο, Ναυτοδικείο, Ναυτία, Ναυτίλος, Ναυτιλία, Ναυτολόγηση, Κοσμοναύτης |
| Πόλη | Άστυ | Αστικός, Αστυνομία, Αστυφύλακας, Αστυφιλία, Υπεραστικός, Αστείος |
| Πόλη | Πόλις (= οργανωμένη κοινότητα) | Πολίτης, Πολιτεία, Πολιτικός, Πολίτευμα, Πολιτικάντης, Πολιτογράφηση, Πολιτισμός, Πολιτοφυλακή, Πολίχνη, Ακρόπολη, Μεγαλούπολη, Νεάπολη, Μητρόπολη Πολυπολιτισμικός, Εκπολιτιστικός, Μεταπολίτευση, Αντιπολίτευση, Συμπολιτεία, Πολιούχος (=πόλις+έχω), Πολιορκία (πόλις + έρκος = περικύκλωση, περίφραξη), Περιπολία, Περιπολικό |
| Πόνος | Άλγος (από το ρ. Αλέγω = Βασανίζω) | Αναλγητικό, Ανάλγητος, Αναλγησία, Κεφαλαλγία, Νευραλγία, Αρθραλγία, Οσφυαλγία, Νοσταλγία Νοσταλγός |
| Ποντικός | Μυς | Μυοκτόνος, Μυϊκός, Μυώδης |
| Πόρτα | Θύρα | Παράθυρο, Παραθύρι, Θυρεός, Θυρεοειδής, Αθυρόστομος, Θυρίδα, Πορτοπαράθυρα, Αυλόθυρα, Θυρωρός, Θυροτηλέφωνο, θυροτηλεόραση, θυροκόλληση, παραθυρόφυλλο |
| Πουλί | Πτηνόν· από το ρήμα πέτομαι = πετώ | Προπέτασμα, Παραπέτασμα, Πτέρυγα, Πτερύγιο, Πτήση, Πτητικό |
| Προπορεύομαι ως οδηγός | Ηγούμαι | Ηγέτης, Ηγεμόνας, Ηγεσία, Ηγετικός, Καθηγητής, Καθοδηγητής, Ηγούμενος, Προηγούμαι, Προηγούμενος |
| Προχωρώ, κινούμαι προς τα εμπρός | Ελαύνω | Απέλαση, Προέλαση, Παρέλαση, Επέλαση, Αρματηλάτης, Αμαξηλάτης, Ποδηλάτης, Ιχνηλάτης, Κωπηλάτης, Ελαστικός, Έλασμα, Ελατήριο, Έλευση, Παρέλευση, Ελεύθερος Ανελεύθερος, Ελευσίνα |
| Ρέω | Ρέω = κυλώ, τρέχω ορμητικά Θέματα: ρε-, ρευ-, ρυ- | Ρείθρο, Ρεύμα, Ρευματικός, Ρευστός, Ροή, Απορροή, Καταρροή, Απόρροια, Διάρροια, Παλίρροια, Χείμαρρος, Ρυθμός, Ρυθμίζω, Ρυθμικός, Υδρορροή |
| Ρίχνω, χτυπώ | Βάλλω Θέματα: βαλ-, βελ-, βολ-, βλη- | Βολή, Βολίδα, Βόλος, Βέλος, Βελόνα, Βλήμα, Έμβλημα, Πρόβλημα, Σύμβολο, Συμβόλαιο, Απόβλητα, Ανυπέρβλητος, Πυροβολώ, Βλητικότητα, Αμφιβάλλω, Αμφιβολία, Διαβάλλω, Διάβολος, Αδιάβλητος, Αντιπαραβολή, Αναβάλλω Αναβολή, Αναβολέας, Έμβολο, Εμβόλιο, Υποβάλλω, Υποβολή, Εκβάλλω, Εκβολή, Εισβάλλω, Εισβολή, Επιβάλλω, Επιβολή, Μεταβάλλω, Μεταβολή, Μεταβλητός, Καταβάλλω, Καταβολή, Περιβάλλω, Περιβολή, Πετροβολάω, Παραβάλλω, Παραβολή, Προβάλλω, Προβολή, Συμβάλλω, Συμβολή, Προσβάλλω, Προσβολή, Υπερβάλλω, Υπερβολή |
| Ρίχνω | Ρίπτω | Ρίψη, Ριπή (ανέμου), Κατάρριψη, Απορρίπτω, Απόρριψη, Απορρίμματα, Απορριμματοφόρο, Ριψοκίνδυνος, Ρίψασπις (= δειλός, αυτός που ρίχνει την ασπίδα) |
| Ρόδα, | Τροχός | Τροχαίος, Τροχίζω, Τροχήλατο, Τροχάδην |
| Σαλιγκάρι | Κοχλίας | Κοχλιάριο |
| Σάπισμα | Σήψη | Σηπτικός, Αντισηπτικό, Σαπίζω, Σάπιος, Σαπίλα, Άσηπτος, Αντισηψία, Σηψαιμία, Σαπιοκάραβο, Σαπρόφυτα |
| Σελήνη | Φεγγάρι από το ρήμα φάω | Φέγγος, Φαεινός, Φάσμα, Φανερός, Φανός, Φαιδρός, Φαλακρός |
| Σελήνη | Μήνη, Μην-μηνός, και κύκλος της σελήνης | Μηνιαίος, Μηνιάτικο, Αρχιμηνιά, Ημερομηνία, Μερομήνια, Μηνίσκος, Έμμηνος, Εμμηνόπαυση, Δίμηνο |
| Σέρνω | Σύρω | Σύρσιμο, Σύρτης, Σύρμα, Συρτός, Συρτάκι, Συρτάρι, Συρταριέρα, Συρταρωτός, Συρτή (ψάρεμα από βάρκα), Συρμός, Αποσύρω, Απόσυρση, Επισύρω, Παρασύρω, Διασύρω, Επισύρω, Ασύρματος, Ασυρματιστής, Σάρωμα (σκούπισμα), Σάρωθρο (σκούπα), Σύρσιμο (ή σούρσιμο), Νεροσυρμή (το φυσικό αυλάκι που προκαλείται από τα νερά της βροχής), Συρφετός (ό,τι σύρεται από τον άνεμο), Συρφετός (με τελική έννοια: ανάμικτο πλήθος διαφορετικών ατόμων αμφιβόλου ηθικής), Σούρ’ τα (φέρ’ τα), Σερνάμενος |
| Σημαία | Σήμα· Σήμα, σημάδι που μεταφέρει μια πληροφορία | Σημασία, Σημάδι, Σημείο, Σημείωμα, Σημείωση, Σημειωματάριο, Σήμανση, Σημαντικός, Σημαδεύω Σημάδεμα, Σημαδιακός, Σημαδούρα, Σήμαντρο, Σημαιοφόρος, Σηματοδότης, Σημειωτόν |
| Σκάλα | Κλίμαξ-κλίμακος | Κλίμακα, Κλιμακωτός, Κλιμακοστάσιο, Κλιμακώνω, Κλιμάκωση, Κλιμάκιο |
| Σκαλί | Βαθμίδα | Βαθμιδωτός, Βαθμολογία, Βαθμός, Βαθμολογώ, Υποβάθμιση, Πρωτοβάθμιος |
| Σκαλιστός | Ανάγλυφος· από το ρήμα γλύφω | Γλύπτης, Γλυπτός, Ιερογλυφικά, Τρίγλυφος |
| Σκέπτομαι | Νοώ | Νους, Έννοια, Νόημα, Παράνοια, Πρόνοια, Κατανοώ, Κατανόηση, Συνεννοούμαι, Παρανόηση, Ανόητος, Νοήμων, Νόημα, Πρόνοια, Υπόνοια, Υπονοώ, Διανοούμαι |
| Σκόνη | Κόνις | Κονιορτός, Κονιοποίηση, Κονιορτοποίηση, Κονίαμα, Ασβεστοκονίαμα |
| Σκουπίδι | Ρύπος | Απορρυπαντικό, Ρυπαίνω, Ρύπανση, Ρυπαρός, Ρυπογόνος |
| Σκύλος | Κύων | Αστερισμός του Κυνός, Κυνοκομείο, Κυνικός, Κυνισμός, Κυνάγχη, Κυνηγώ, Κυνηγός, Κυνόδοντας |
| Σπίτι | Οίκος – οικία | Οικιακός, Περίοικος, Οίκημα, Συνοικία, Οικειότητα, Δουλοπάροικος, Οικισμός, οικιστικός, Έποικος, Εποικισμός, Άποικος, Αποικία, Αποικιοκρατία, Οικογένεια, Οικογενειακός Οικογενειάρχης, Οικοδέσποινα, Οικοδεσπότης, Οικειότητα, Οικοδομή, Οικοδόμηση, Οικοδομικός, Οικοδόμος, Οικοδομώ, Νοικοκυρά, Νοικοκύρης, Ενοίκιο, Νοίκι, Οικολόγος, Οικολογία, Οικολογικός, Οικονόμος, Οικονομικός, Οικονομία, Οικονομολόγος, Οικόπεδο, Οικοπεδούχος, Οικοπεδοφάγος, Οικόσημο, Οικόσιτο, Οικοσκευή, Οικοσύστημα, Οικοτεχνία, Οικοτροφείο Οικότροφος, Περίοικος |
| Στάρι | Σίτος | Σιτηρά, Σιτιστής, Σιτεμένος, Σίτεμα, Σιτίζω, Σιτίζομαι, Ασιτία, Άσιτος, Παράσιτο, Επισιτίζω, Επισιτισμός, Υπερσιτίζομαι, Υποσιτίζομαι, Αραβόσιτος, Αραβοσιτέλαιο, Οικόσιτο, Παρασιτοκτόνο, Σιτάλευρο, Σιταποθήκη, Σιτοβολώνας, Σιτοδεία, Σιτοπαραγωγός |
| Στέκομαι, Στήνω | Ίστημι Ίσταμαι Θέματα: στη-, στα- | Ιστός, Ιστίο, Στήθος, Στήλη, Στηλιτεύω, Διάστημα, Ανάστημα, Κατάστημα, Υποκατάστημα, Σύστημα, Παράστημα, Απόστημα, Στηρίζω, Στήριγμα, Στάδιο, Στάθμη, Σταθμός, Σταθερός, Στάση, Επανάσταση, Ανάσταση, Κατάσταση, Παράσταση, Περίσταση, Απόσταση, Υπόσταση, Αντίσταση, Αντικατάσταση, Αναντικατάστατος, Μετανάστης, Εγκαθίσταμαι, Κατεστημένο, Εξίσταμαι, Αποκαθίσταμαι, Προϊστάμενος, Στάσιμος, Στασιάζω, Επιστάτης, Αποστάτης, Παραστάτης, Επαναστάτης |
| Στέλνω | Στέλλω Θέματα: στελ-, στολ-, σταλ- | Στέλεχος, Στολίζω, Στολίδι, Στολισμός, Στόλος, Απόστολος, Στολή, Αποστολή, Επιστολή, Αναστολή, Υποστολή, Στειλιάρι |
| Στερεό, Απόκρημνος γυμνός λόφος | Πάγος· (από το ρ. πήγνυμι = πήζω, στερεοποιώ) | Πάγος (= Στερεοποιημένο υγρό), Παγερός, Παγετός, Παγάκι, Παγωτό, Πάγιος, Ναυπηγός, Πήξη, Παγίδα, Συμπαγής, Ναύπακτος |
| Στροφή | Στροφή· από το ρήμα Στρέφω = Αλλάζω κατεύθυνση, προσανατολισμό | Στρεβλός, Στρεψοδικώ, Στρόβιλος, Στροβιλίζω, Ανεμοστρόβιλος, Αναστροφή, Καταστροφή, Περιστροφή, Αποστροφή, Επιστροφή, Εύστροφος, Στραβός, Στραβισμός |
| Στύλος | Κολόνα | Στυ(ι)λό, Στυλοβάτης, Στυλίτης, Πολύστυλος, Περίστυλος |
| Συνηθίζω | Εθίζω·(από το έθος = συνήθεια) | Έθιμο, Ήθος, Εθιστικός, Εθισμός, Ερεθίζω, Ερεθιστικός, Ερέθισμα |
| Σύννεφο | Νέφος | Νεφοσκεπής, Νεφέλωμα, Νεφελώδης |
| Σωστός | Ορθός | Ορθώς, Κατόρθωμα, Διορθώνω, Διορθωτής, Αδιόρθωτος, Ορθογραφία |
| Τεχνίτης | Τέκτων | Τεκτονική, Τεκτονισμός, Αρχιτεκτονική, Αρχιτέκτονας, Τεκταινόμενα |
| Τραβώ | Έλκω και Ελκύω (= τραβώ, σύρω, προσελκύω) | Έλξη, Έλκυση, Ελκυστικός, Έλκηθρο, Έλκος, Ελκώδης, Ανελκυστήρας, Προσελκύω, Διελκυστίνδα, Καθέλκυση, Εμβρυουλκός, Ρυμουλκώ, Βαρούλκο, Δίολκος (ο) (=Πλακόστρωτος δρόμος στον οποίο έλκονταν τα πλοία από τον Σαρωνικό προς τον Κορινθιακό κόλπο, πάνω από τον Ισθμό της Κορίνθου) |
| Τραγούδι | Ωδή· Λυρική ποίηση, από το ρήμα: Άδω –Αείδω | Ωδείο, Ωδικός, Επωδός, Άσμα, Αηδόνι, Αοιδός, Τραγωδία, Τραγωδός, Μελωδία, Μελωδός, Κωμωδία, Παρωδία, Ραψωδία, Υμνωδία, Άναυδος (από Αυδή=φωνή, από το Αείδω) |
| Τρέξιμο | Δρόμος Θέματα:, θρεχ-, τροχ-, δραμ-, δρομ- | Δρομέας, Ιππόδρομος, Σταδιοδρομία, Δρομολόγιο, Δρομολόγηση, Ταχυδρόμος, Σιδηρόδρομος, Καταδρομέας, Τροχός, Τροχιά, Τροχίζω, Διαδρομή, Αναδρομή, Εκδρομή, Παραδρομή |
| Τρώω | Εσθίω | Έδεσμα, Εδώδιμα |
| Τυχαίνω | Τυγχάνω = Πετυχαίνω Θέματα τευχ-, τυχ- | Τύχη, Τυχερός, Τυχαίος, Ατυχία, Ευτυχία, Ευτυχισμένος, Δυστυχία, Δυστυχισμένος, Ανεπίτευκτος, Επίτευξη, Επίτευγμα |
| Φαίνομαι | Φαίνω και Φαίνομαι Θέματα:φα- | Φάση, Φάσμα, Φανάρι, Φάντασμα, Φαντασία, Φαντάζομαι, Φανερός, Αφάνεια, Συκοφάντης, Φανερώνω, Εμφανίζω, Αναφανδόν, Έκφανση, Έμφαση, Επίφαση, Αφανής, Διαφανής Διαφάνεια, Επιφανής Επιφάνεια, Καταφανής, Προφανώς |
| Φεγγάρι | Σελήνη· από το σέλας = φως, λάμψη | Σεληνιακός, σεληνιασμός |
| Φέρνω | Φέρω | Φόρος, Εισφορά, Καταφέρνω, Εκφέρω, Διαφέρω, Διαφορά, Επιφέρω, Διαφορετικός, Αδιάφορος, Περιφέρω, Περιφορά, Προσφέρω, Προσφορά, Μεταφέρω, Μεταφορά, Επαναφέρω, Επαναφορά, Συμφέρει, Συμφορά, Υποφέρω, Φοροδιαφυγή, Φορολογία, Φοροτεχνικός, Έφορος, Παράφορος |
| Φόβος | Δέος· από το ρήμα δείδω =φοβάμαι και θαυμάζω | Δειλός, Δειλιάζω, Δειλία, Δεινός, Δεινά, Δεινότητα, Επιδεινώνω, Επιδείνωση |
| Φρένο | Φρήν =νους, διανόηση από το ρήμα Φρονώ (=Σκέφτομαι, νομίζω) | Φρενιάζω, Φρενοβλαβής, Φρενίτιδα, Φρενοβλαβής, Φρενοκομείο, Χειρόφρενο, Δισκόφρενο, Φροντίζω Φροντίδα, Παράφρων |
| Φυσώ | Πνέω | Πνοή, Αναπνέω, Εισπνέω, Εισπνοή, Εκπνέω, Εκπνοή, Εμπνέω, Πνεύμα, Έμπνευση, Πνευματικός, Πνευματώδης, Πνεύμονας, Οινόπνευμα, Άπνοια |
| Φως Λαμπρότητα | Λύκη αλλά και Λύκος | από Λύκη, Λυκαυγές, Λυκόφως, από Λύκο, Λυκοφιλία, Λυκόσκυλο |
| Φωτιά | Πυρ | Πυρά, Πυρετός, Πυρετώδης, Πυρκαγιά, Πυρπολώ, Πυρσός, Πύρινος |
| Χέρι | Χειρ | Χειρισμός, Χειριστής, Χειροδικία, Χειριστικός, Χειρόγραφο, Χειρονομώ, Χειροτεχνία, Χειρωνακτικός, Εγχείριση, Διαχείριση, Μεταχείριση, Κακομεταχείριση, Δυσχερής Ευχερής |
| Χρόνος | Έτος | Ετήσιος, Ετησίως, Επέτειος, Δεκαετής κλπ., Επετηρίδα |
| Ψάρι | Ιχθύς | Ιχθυοτροφείο, Ιχθυοκαλλιέργεια, Ιχθυοπωλείο, Ιχθυόσκαλα |
| Ψωμί | Άρτος | Αρτοσκεύασμα, Αρτοβιομηχανία, Αρτοκλασία, Αρτοποιείο, Αρτοποιία, Αρτοσκευάσματα |
| Ώρα | Ώρα με την έννοια της κατάλληλης χρονικής στιγμής, εποχή, φάση | Τώρα, Ωράριο, Ωριαίος, Ωραίος, Ώριμος, Ωριμάζω, Ωροσκόπος, Ωρολόγιο (πρόγραμμα), Ρολόι, Ωροδείκτης, Ανώριμος, Πρόωρος, Οπώρα, Οπωροφόρο |
|
|
Ετυμολογικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, Ευάγγελου Μαντουλίδη |
|
|
Αντίστροφο Λεξικό της Νέας Ελληνικής, Αναστασιάδη-Συμεωνίδη |
|
|
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη |
|
|
Λεξικό Συνωνύμων, Χάρη Σακελλαρίου |
|
|
Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής, Τριανταφυλλίδη |
|
|
ChatGPT |