ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Επεξηγηματικός Πίνακας Γραμματικών Όρων

© Τζίλντα Τορναζάκη


 

 

 

Λίγα λόγια για τον πίνακα

Ο πίνακας αυτός δεν φτιάχτηκε για να διαβαστεί σαν μυθιστόρημα και ούτε κανένας θα έκανε κάτι τέτοιο. Θα έμοιαζε μαζοχιστικό. Νομίζω όμως ότι θα ήταν χρήσιμο να το συμβουλεύεται όποιος νοιάζεται να καταλαβαίνει όσο δυνατόν καλύτερα τι σημαίνουν οι όροι της Γραμματικής. Έτσι θα κατανοήσει περισσότερο και τον ρόλο τους και τη συμβολή τους στον λόγο.

 

Έχω την εντύπωση ότι ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν τι σημαίνουν οι λέξεις: παρατατικός, ενδοιαστικοί σύνδεσμοι, αντωνυμία, απαρέμφατο και άλλες πολλές που χρησιμοποιούνται ως γραμματικοί όροι.

 

Εδώ, λοιπόν δίνεται η ευκαιρία να αναζητούμε τον όρο που προκύπτει και μας προβληματίζει, ώστε να ανατρέξουμε και να καταλάβουμε καλύτερα πώς ακριβώς λειτουργεί στη Γραμματική.

 

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε αποδεχθεί ότι δεν τους καταλαβαίνουμε και τους χρησιμοποιούμε όπως κάνουμε για τα διάφορα ακρωνύμια ή τις μοντέρνες ξενόφερτες λέξεις. Μας αρκεί να ξέρουμε παραδείγματος χάρη, ότι ΔΕΗ έχει σχέση με το ρεύμα και δεν το ψάχνουμε περισσότερο. Κάπως έτσι αντιμετωπίζουμε τους γραμματικούς όρους.

 

Σε αυτόν τον πίνακα, στην πρώτη στήλη δίνεται ο γραμματικός όρος, στη δεύτερη η ετυμολογία του και κάποιες επεξηγήσεις -όπου χρειάζεται- και στην τρίτη στήλη εξηγείται ο λόγος για τον οποίο λέγεται έτσι ο συγκεκριμένος όρος στη Γραμματική.

 

Σύρε τον πίνακα, για να δεις και τις υπόλοιπες στήλες.

Γραμματικός όρος Ετυμολογία - Επεξηγήσεις Τι σημαίνει στη Γραμματική
Αθροιστικό μόριο α
Το αθροιστικό μόριο α είναι κατάλοιπο της παλαιότερης λέξης άμα (= μαζί)
Η λέξη αθροιστικό προέρχεται από το ρήμα αθροίζω (= συγκεντρώνω, μαζεύω) και παραπέμπει σε κάτι που σχετίζεται με το σύνολο, το άθροισμα
Το αθροιστικό μόριο α δηλώνει: προσθήκη, άθροιση, συνδυασμό
π.χ.
αδελφός: αθροιστικό α + δελφός (από το δελφύς = μήτρα), δηλαδή αυτός που είναι από την ίδια μήτρα
Αιτιατική
(πτώση)
Η λέξη αιτιατική προέρχεται από το ουσιαστικό αιτία και σημαίνει: λόγος, αίτιο, αιτιολογία Αιτιατική είναι η πτώση που δηλώνει το άμεσο αντικείμενο ή κατεύθυνση της ενέργειας του ρήματος
π.χ.
- άμεσο αντικείμενο: Βλέπω τον φίλο
- κατεύθυνση: Πηγαίνω στο σχολείο
Αιτιολογικοί
(σύνδεσμοι)
Αιτιολογικός είναι αυτός που εκφράζει αιτία Αιτιολογικοί σύνδεσμοι είναι οι λέξεις που συνδέουν προτάσεις και δηλώνουν αιτία, δικαιολογία ή λόγο για τον οποίο συμβαίνει κάτι
π.χ.
Πάρε το καπέλο σου, γιατί έχει πολύ ήλιο
Άκλιτα
(μέρη του λόγου)
Επιρρήματα, προθέσεις, σύνδεσμοι, επιφωνήματα, μόρια
Στερητικό α + κλίνω = γέρνω, στρέφω

Στη Γραμματική = αλλάζω μορφή
Στη Γραμματική άκλιτα είναι μικρές λέξεις που δεν κλίνονται. Δεν αλλάζουν μορφή
π.χ.
κάτω, τότε, μολονότι
Αλλαγή
(πάθη αρχικών φωνηέντων)
Η λέξη αλλαγή προέρχεται από το αλλάζω και σημαίνει: τροποποίηση, αντικατάσταση, μεταρρύθμιση, μεταμόρφωση ανανέωση Αλλαγή συμβαίνει όταν κάποιες λέξεις αλλάζουν το αρχικό τους φωνήεν σε άλλο
π.χ.
έξαφνα > άξαφνα
Αναλογικά
(αριθμητικά επίθετα)
Ανά (= προς, σε) + λογία (= σχέση)

Στα αριθμητικά επίθετα: αυτός που βρίσκεται σε αναλογία σχετικά με την ποσότητα
Στη Γραμματική αναλογικά αριθμητικά επίθετα λέγονται αυτά που προσδιορίζουν την ποσοτική αναλογία ανάμεσα σε δύο μεγέθη ή ποσότητες
π.χ.
διπλός
Ανάπτυξη
(Πάθη Συμφώνων)
Ανά (προς τα έξω) + πτύσσω (= διπλώνω)
Άρα:
Ανάπτυξη είναι το ξεδίπλωμα, η προσθήκη κάποιου στοιχείου
Ανάπτυξη είναι η γραμματική ή φωνητική προσθήκη συμφώνου ή συμφώνων (που δεν υπήρχαν) μέσα σε μία λέξη για διευκόλυνση της προφοράς
π.χ.
- γαμρός > γαμπρός
- αέρας > αγέρας
Αναφορικές
(αντωνυμίες)
Η λέξη αναφορικές προέρχεται από το ρήμα αναφέρω
Ανά (=πίσω, επάνω, ξανά) + φέρω, δηλαδή ξαναφέρνω
Γίνεται αναφορά σε κάτι (επαναφέρουμε κάτι) που έχει ήδη ειπωθεί
Οι αναφορικές αντωνυμίες είναι λέξεις που αντικαθιστούν ουσιαστικό και το συνδέουν με μια δευτερεύουσα πρόταση που αναφέρεται σε αυτό
π.χ.
το παιδί που μιλάει, είναι ο αδελφός μου
Ανομοίωση
(συμφώνων)

Εδώ έχουμε το στερητικό α (= όχι, χωρίς) + ομοίωση (= η διαδικασία του να γίνεται κάτι όμοιο)
Άρα, ανομοίωση = άρνηση ή απουσία ομοιότητας
Αντίθετα με την αφομοίωση, στην ανομοίωση αποφεύγονται τα όμοια σύμφωνα σε κοντινές συλλαβές της ίδιας λέξης, για να διευκολύνεται η προφορά
π.χ.
πέντε > πεντήντα > πενήντα
Αντιθετικοί
(σύνδεσμοι)
Αντί (πρόθεση που σημαίνει εναντίον, αντίθεση) + θέσις (= τοποθέτηση, από το ρήμα τίθημι) + κατάληξη -ικός
Άρα: αυτός που περιέχει ή δηλώνει αντίθεση, δυσαρμονία
Οι αντιθετικοί σύνδεσμοι φανερώνουν αντίθεση ανάμεσα στα δύο μέρη μιας πρότασης
π.χ.
Θέλω να έρθω, αλλά δεν μπορώ
Αντώνυμα
Αντί + όνομα, δηλαδή λέξη που έχει αντίθετη σημασία από μία άλλη Τα αντώνυμα είναι λέξεις με αντίθετη ή αντιφατική σημασία μεταξύ τους
π.χ.
μεγάλος-μικρός
Αντωνυμία
(Μέρος του λόγου)
Η λέξη αντωνυμία = αντί + όνομα

Η λέξη, δηλαδή, που μπαίνει αντί για το όνομα
Αντωνυμία είναι η κλιτή λέξη που αντικαθιστά το ουσιαστικό για λόγους αποφυγής επανάληψης
π.χ.
Εμείς δεν θα έρθουμε
Άνω τελεία
(Πάνω τελεία)
Η λέξη τελεία προέρχεται από το ρήμα τελέω-τελώ (= τελειώνω, φέρω εις πέρας) Με την άνω τελεία τονίζουμε την αντίθεση ανάμεσα σε δύο μέρη μιας περιόδου, δείχνοντας ότι το δεύτερο μέρος είναι σπουδαιότερο από το πρώτο
π.χ.
Πρέπει να προσέχεις· ο δρόμος είναι επικίνδυνος
Αόριστες
(αντωνυμίες)
Η λέξη αόριστες αποτελείται από:
Στερητικό α + ορισμός (από το ορίζω που έχει σχέση με το όριο, τη θέσπιση ή τον καθορισμό μιας έννοιας)

Άρα: Ασαφείς, αβέβαιες, ακαθόριστες
Οι αόριστες αντωνυμίες δηλώνουν αοριστία ως προς την ταυτότητα, την ποσότητα ή την ποιότητα του ανθρώπου ή του πράγματος στο οποίο αναφέρονται
π.χ.
Μερικοί έφυγαν νωρίς από τη διάλεξη
Αόριστο
(άρθρο)
Η λέξη αόριστο αποτελείται από:
στερητικό α + ορισμός
(από το ορίζω που έχει σχέση με το όριο, τη θέσπιση ή τον καθορισμό μιας έννοιας)

Άρα, αόριστο = Ασαφές, αβέβαιο, ακαθόριστο
Το αόριστο άρθρο δηλώνει ότι το ουσιαστικό στο οποίο αναφερόμαστε δεν είναι γνωστό ή
προσδιορισμένο
π.χ.
- Μια φορά…
- Ένας γάτος…
Αόριστος
(χρόνος)
Η λέξη αόριστος αποτελείται από:
στερητικό α + ορισμός + κατάληξη -τος

(από το ορίζω που έχει σχέση με το όριο, τη θέσπιση ή τον καθορισμό μιας έννοιας)

Άρα: ασαφής, αβέβαιος, ακαθόριστος
Στη Γραμματική, Αόριστος είναι ο χρόνος του ρήματος που αναφέρεται σε κάτι που έγινε στο παρελθόν στιγμιαία και δεν συνεχίζεται
π.χ.
γράφω > έγραψα
Απαρέμφατο
Στη λέξη απαρέμφατο έχουμε:
στερητικό α + παρεμφαίνω (= δηλώνω, υποδεικνύω)

Δηλώνει κάτι χωρίς να το προσδιορίζει (ή χωρίς να δείχνει πρόσωπο)
Το απαρέμφατο είναι άκλιτος ρηματικός τύπος χωρίς πρόσωπο
Δηλώνει ενέργεια ή κατάσταση χωρίς υποκείμενο
π.χ.
το να μαθαίνεις ξένες γλώσσες είναι πολύ χρήσιμο
Αποβολή
(Πάθη Συμφώνων)
Η λέξη αποβολή αποτελείται από:
από (= απομάκρυνση) + βάλλω (= ρίχνω)

Δηλαδή ρίχνω έξω, διώχνω

Αποβολή = η πράξη του να χάνεται ή να αφαιρείται κάτι
Αποβολή συμφώνου συμβαίνει για λόγους ευφωνίας ή απλοποίησης
Ένα σύμφωνο χάνεται. Δεν προφέρεται ούτε γράφεται
Αποβάλλεται το γάμα (γ) όταν βρίσκεται ανάμεσα από δύο φωνήεντα
π.χ.
- λέγω > λέω
- τρώγω > τρώω
Αποβολή
αρχικών φωνηέντων
(Πάθη Φωνηέντων)
Από + βάλλω (= απορρίπτω, αποδιώχνω) Η αποβολή αρχικού φωνήεντος συμβαίνει όταν κάποιες λέξεις να χάνουν το αρχικό τους φωνήεν
π.χ.
- Εβδομάδα > βδομάδα
- Υγεία > γεια
Αποκοπή
(πάθη φωνηέντων)
Η λέξη αποκοπή προέρχεται από το ρήμα αποκόπτω = απομακρύνω, αποκλείω, κόβω, αποκλείω Αποκοπή συμβαίνει όταν χάνεται το τελικό φωνήεν μιας λέξης μπροστά από το αρχικό σύμφωνο της επόμενης
π.χ.
Σου το είπα > σ’ το είπα
Απόλυτα
(αριθμητικά επίθετα)
από + λύω (= λύνω, ελευθερώνω, αποδεσμεύω)

Άρα, απόλυτο σημαίνει: αυτός που έχει απελευθερωθεί από τα δεσμά του, ανεξάρτητο, πλήρες, χωρίς περιορισμό
Απόλυτα αριθμητικά επίθετα είναι αριθμοί που δηλώνουν πόσα είναι τα πρόσωπα ή τα πράγματα που κατονομάζει το ουσιαστικό, χωρίς να δηλώνουν σειρά, πολλαπλάσιο ή μέρος
π.χ.
Έχω δύο αδέλφια
Αποσιωπητικά
από (= απομάκρυνση) + σιωπή (= το να μην μιλάω, αποκρύπτω, δεν το λέω ρητά)

Αποσιωπητικά, δηλαδή, είναι τα σημάδια που δηλώνουν αποσιώπηση
Στη Γραμματική αποσιωπητικά (τρεις συνεχόμενες τελείες), είναι σημείο στίξης
Δηλώνουν: παύση λόγου, υπονοούμενο, αμηχανία, συναισθηματική φόρτιση, αλλά και παράλειψη λόγου
π.χ.
Θα σου δείξω εγώ
Απόστροφος

Η λέξη απόστροφος αποτελείται από:
από (= από, μακριά) + στρέφω (= γυρίζω, περιστρέφω)

Άρα, απόστροφος = η στροφή προς τα πίσω

Στο πληκτρολόγιο γράφεται σαν ένας τόνος, ενώ παλαιότερα, έκανε πραγματικά στροφή προς τα έξω ᾽
Απόστροφος είναι σημείο στίξης και
δηλώνει την παράλειψη φωνήεντος (συνήθως τελικού) για λόγους ευφωνίας
π.χ.
Στ αλήθεια, δεν το περίμενα
Άρθρο
(Μέρος του λόγου)
Προέρχεται από την αρχαία λέξη άρθρον
(από το αραρίσκω = αρμόζω και σημαίνει συνδέω)

Άρα, άρθρο σημαίνει ένωση, σύνδεσμος, άρθρωση
Άρθρο είναι η μικρή λέξη που μπαίνει μπροστά από το ουσιαστικό και δείχνει το γένος (αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο), τον αριθμό (ενικό ή πληθυντικό) και την πτώση του ουσιαστικού
π.χ.
Ο μαθητής έλυσε την άσκηση
Αριθμητικά
(επίθετα)
Η λέξη αριθμητικά προέρχεται από τη λέξη αριθμός

Συνδέεται με το ρήμα αραρίσκω που σημαίνει ταιριάζω, συναρμόζω, συνδέω
Τα αριθμητικά επίθετα δηλώνουν:
- ποσότητα (π.χ. ένας, τρεις)
- σειρά (π.χ. πρώτος, τρίτος)
- πολλαπλασιασμό (π.χ. διπλός, τριπλός)
- αναλογία (π.χ. μισός, το ένα τέταρτο της ώρας)
- αοριστία (π.χ. πολύς, αρκετός)
Αρσενικό
(γένος)
Η ρίζα αρ- σχετίζεται με τη δύναμη, τη ρωμαλεότητα, τα ανδρικά χαρακτηριστικά

Προέρχεται από το άρρην-άρρενος
Δηλώνει το αρσενικό γένος
π.χ.
ο άνθρωπος
Ασυναίρετα
(ρήματα)
Η λέξη ασυναίρετα σχηματίζεται από το στερητικό α + συν (μαζί) + αίρεση (από το αίρω = παίρνω, συγκεντρώνω, συνενώνω)

Άρα, Ασυναίρετα = διαχωρισμός, απομάκρυνση
Στη Γραμματική ασυναίρετα λέμε τα
ρήματα που δεν έχουν υποστεί συναίρεση
π.χ.
ασυναίρετος τύπος: Αγαπάω
τύπος με συναίρεση: αγαπώ
Αύξηση
(σε χρόνους ρημάτων)
Η λέξη αύξηση προέρχεται από το ρήμα αυξάνω
(= Ανάπτυξη, μεγάλωμα)
Στη Γραμματική αύξηση λέμε όταν ένα φωνήεν ή μία συλλαβή προστίθεται στην αρχή του ρήματος, όταν αυτό μπαίνει σε παρελθοντικό χρόνο (παρατατικό, αόριστο, υπερσυντέλικο)
π.χ.
Γράφω > έγραφα
Αυτοπαθητικές (αντωνυμίες)
Η λέξη αυτοπαθητική αποτελείται από:
αυτό (αυτό το ίδιο) + παθητική (από το θέμα του αόριστου παθ- του ρήματος πάσχω = παθαίνω, υφίσταμαι)

Δηλώνει δηλαδή ότι αυτός που ενεργεί, υφίσταται, δέχεται ο ίδιος την ενέργεια αυτή
Η αυτοπαθητική αντωνυμία δηλώνει ότι
το υποκείμενο δέχεται την ενέργεια που προκαλεί το ίδιο
π.χ.
Ο Γιώργος πλήγωσε τον εαυτό του
Αφαίρεση (πάθη φωνηέντων)
Η λέξη αφαίρεση προέρχεται από το ρήμα αφαιρώ (= παίρνω κάτι από κάποιον) Αφαίρεση φωνήεντος συμβαίνει όταν χάνεται το αρχικό φωνήεν μιας λέξης όταν η προηγούμενη τελειώνει με φωνήεν
π.χ.
θα έχει > θα χει
Αφομοίωση
(συμφώνων)
Η λέξη αφομοιωση σχηματίζεται από τα:
από + ομοιώ > αφομοιώ (λόγω δασείας)

Σημαίνει ενσωμάτωση, εμπέδωση
Αφομοίωση συμφώνου στη Γραμματική, λέγεται η μεταβολή του συμφώνου σε όμοιο σύμφωνο, προηγούμενο ή επόμενό του
π.χ.
Από το ρήμα γράφω: γράφμα > γράμμα
Άφωνα
(σύμφωνα)
Η λέξη άφωνα αποτελείται από:
στερητικό α + φωνή (= φωνή)

Άρα, άφωνα = χωρίς φωνή, δηλαδή χωρίς να πάλλονται οι φωνητικές χορδές
Άφωνα στη Γραμματική, λέγονται τα σύμφωνα που δεν έχουν φωνή
Για να τα αρθρώσουμε, δεν συμμετέχουν οι φωνητικές μας χορδές
Άφωνα σύμφωνα είναι τα: κ,π,τ,φ,χ,θ,σ
Βαθμός
(παραθετικών)
Η λέξη βαθμός προέρχεται από το ρήμα βαίνω > βαθμός

Σημαίνει: Επίπεδο, βαθμίδα, στάθμη
Οι βαθμοί των επιθέτων εκφράζουν την ένταση ή τη σύγκριση ενός χαρακτηριστικού που δηλώνει το επίθετο
π.χ.
- όμορφος (θετικός)
- πιο όμορφος ή ομορφότερος (συγκριτικός)
- ο πιο όμορφος ή πάρα πολυ όμορφος(υπερθετικός)
Βαρύτονο
(ρήμα)

(αυτό που ΔΕΝ τονίζεται στη λήγουσα)
Η λέξη βαρύτονο αποτελείται από: βαρύς (βαρύς, βαθύς) + τόνος (τόνος φωνής, έμφαση σε συλλαβή)

Βαρύτονη είναι η λέξη που έχει βαρύ (χαμηλό, σταθερό) τόνο

Παρόλο που σήμερα δεν προφέρουμε τις λέξεις με τον αρχαίο τρόπο, ο όρος έμεινε και δηλώνει απλώς τη θέση του τόνου στην παραλήγουσά και την προπαραλήγουσα
Βαρύτονα λέγονται τα ρήματα που τονίζονται στην παραλήγουσα ή την προπαραλήγουσα
π.χ.
- λύνω
- βρίσκομαι

Ο όρος έχει διατηρηθεί από την αρχαία Γραμματική λόγω παράδοσης και συνήθειας
Βραχέα
ή βραχύχρονα φωνήεντα

ε, ο
βραχύς = σύντομος, μικρής χρονικής έκτασης Στην προφορά των αρχαίων, βραχύ φωνήεν ήταν εκείνο που προφερόταν σύντομα, με μικρή διάρκεια στην εκφορά του

Σήμερα δεν έχουμε την ίδια προφορά, αλλά έχει παραμείνει το όνομά τους
Γενική
(πτώση)
Η λέξη γενική προέρχεται από το ρήμα γίγνομαι > γίνομαι που δηλώνει το γίγνεσθαι, τη γένεση, το γένος

Δηλώνει ότι κάτι ανήκει σε κάποιον
Η γενική πτώση δηλώνει τη σχέση ανάμεσα σε δύο λέξεις, κυρίως ιδιοκτησίας, προέλευσης, αιτίας, περιεχομένου, χρόνου κλπ

Απαντά στην ερώτηση «τίνος;»
π.χ.
- το βιβλίο του παιδιού
- η πόρτα του σπιτιού
- ο δρόμος του χωριού
Γένος
(ουσιαστικών και επιθέτων)

Από το ρήμα γίγνομαι > γίνομαι > γένος Κάθε ουσιαστικό ανήκει σε ένα γένος (αρσενικό, θηλυκό ή ουδέτερο). Το γένος επηρεάζει και τα υπόλοιπα μέρη του λόγου που συνοδεύουν το ουσιαστικό
π.χ.
- ο μαθητής (αρσενικό)
- η μαθήτρια (θηλυκό)
- το σχολείο (ουδέτερο)
Γραμματική Γράφω (= χαράζω, σημειώνω)
γράμμα είναι το αποτέλεσμα του γράφω

Γραμμα(τ) + ική = η τέχνη, η επιστήμη που σχετίζεται με τα γράμματα και τη σωστή χρήση της γλώσσας
Γραμματική είναι το σύστημα κανόνων που μας βοηθάει να μιλάμε και να γράφουμε σωστά
Δεικτικές
(αντωνυμίες)
Η λέξη δεικτικές προέρχεται από το ρήμα δείκνυμι (= δείχνω)
Αντωνυμίες (= αντί + όνομα > αντωνυμίες)

Δεικτικές αντωνυμίες = λέξεις που δείχνουν και χρησιμοποιούνται αντί για ουσιαστικά και δείχνουν τι λογής είναι το ουσιαστικό
Δεικτικές είναι οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται για να δείξουν ή να επισημάνουν πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις στον χώρο, τον χρόνο ή τον λόγο. Λειτουργούν δηλαδή για να δείξουν ποιο πρόσωπο ή αντικείμενο εννοούν
π.χ.
Αυτός είναι ο δάσκαλός μου
Διαζευκτικοί
(ή διαχωριστικοί σύνδεσμοι)
Η λέξη διαζευκτικοί προέρχεται από το ρήμα δια + ζεύγνυμι > Διαζευγνύω

Διά (= χωρισμός, ανάμεσα) + ζευγνύω (= ενώνω)

Άρα: διαζευγνύω = χωρίζω αυτό που ήταν ενωμένο, λύνω κάποιον ζυγό
Διαζευκτικοί είναι οι σύνδεσμοι που εκφράζουν επιλογή, εναλλαγή ή αντίθεση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα στοιχεία
π.χ.
Μπορείς να διαλέξεις ή το ένα ή το άλλο
Διαθέσεις
(ρημάτων)

Ενεργητική, μέση, παθητική, ουδέτερη
Από το διά + τίθημι
Διά (= μέσα από) + θέτω (= τοποθετώ, βάζω)

Είναι ο τρόπος με τον οποίο «τίθεται» το υποκείμενο σε σχέση με την ενέργεια του ρήματος
Διάθεση είναι η ιδιότητα του ρήματος με την οποία φαίνεται αν το υποκείμενο ενεργεί ή δέχεται μία ενέργεια ή βρίσκεται σε μία κατάσταση
π.χ.
- Ο Νίκος γράφει το μάθημά του (ενεργητική)
- Η Μαρία ντύνεται (μέση)
- Το μάθημα γράφεται από τον Νίκο (παθητική)
- Η Μαρία κάθεται (ουδέτερη)
Διαλυτικά
(σημείο στίξης)

Διά (= χωρισμός) + λύνω (= χωρίζω, αποσυνδέω)

Άρα, διαλυτικά είναι τα σημεία που χωρίζουν τον δίφθογγο και προφέρονται χωριστά
Τα διαλυτικά είναι το σημείο στίξης που τοποθετείται πάνω από το δεύτερο φωνήεν ενός φωνητικού συνδυασμού (δίψηφου), για να δείξει ότι τα φωνήεντα πρέπει να τα προφέρουμε χωριστά (όχι σαν δίφθογγο)

π.χ.
Μάιος - Μαΐου, προϋπόθεση, γαϊδούρι
Διαχωριστικοί
(ή διαζευκτικοί σύνδεσμοι)
Διά (= χωρισμός ανάμεσα) + χωρίζω

Διαχωριστικός = αυτός που χωρίζει, που βάζει διαχωρισμό
Διαχωριστικοί είναι οι σύνδεσμοι που εκφράζουν εναλλακτική σχέση, δηλαδή διαχωρίζουν επιλογές, έννοιες, προτάσεις ή λέξεις. Με αυτούς προσφέρουμε εναλλακτικές επιλογές ή αποκλείουμε μία από τις δύο
π.χ.
Μπορείς να διαλέξεις ή το ένα ή το άλλο
Διπλόθεμα
(ουσιαστικά)
Η λέξη διπλόθεμα (τα) προέρχονται από:
διπλό (= δύο) + θέμα (από το τίθημι = θέτω και σημαίνει τη βάση, τη ρίζα του ουσιαστικού)

Τα Διπλόθεμα, λοιπόν, είναι ουσιαστικά που έχουν δύο θέματα
Διπλόθεμα λέγονται τα ουσιαστικά που έχουν δύο διαφορετικές μορφές ρίζας
Τα συναντάμε στην αρχαία γλώσσα και την καθαρεύουσα
π.χ.
πατέρας > 2 θέματα:
Ονομαστική = πατέρ-ας
Γενική πατρ-ός
Διστακτικοί
(ή ενδοιαστικοί σύνδεσμοι)
Η λέξη διστακτικοί προέρχεται από το ρήμα διστάζω: δι- (παραλλαγή του δύο) + στάζω (= στέκομαι, από το ρήμα ίστημι)
άρα: στέκομαι (βρίσκομαι) ανάμεσα σε δύο επιλογές,
άρα, δεν αποφασίζω εύκολα, έχω αμφιβολίες
Οι διστακτικοί σύνδεσμοι εισάγουν προτάσεις που εκφράζουν:
ενδοιασμό, φόβο, ανησυχία, αβεβαιότητα, δισταγμό για κάτι ανεπιθύμητο
π.χ.
Φοβάμαι μήπως χάσει τον δρόμο
Δίφθογγοι
Δι (= δύο) + φθόγγος (= ήχος, φωνή, από το ρήμα φθέγγομαι = αρθρώνω)

Άρα: δύο ήχοι που συνενώνονται και δίνουν έναν
Οι δίφθογγοι είναι δύο φωνήεντα που συνδυάζονται σε ένα φωνητικό σύνολο, σε μια συλλαβή
π.χ.
αηδόνι, φράουλα, διόλου, καινούργιο
Δίχρονα
(φωνήεντα)
α, ι, υ
Δι (δύο) + χρόνος = (δύο χρόνοι

Δηλαδή δύο φορές διαφορετική διάρκεια στον χρόνο, όπως εκφωνούνταν στα αρχαία ελληνικά
Στη Γραμματική τα δίχρονα είναι τα φωνήεντα που μπορούν να προφέρονται είτε ως μακρά είτε ως βραχέα

Αυτό γινόταν στα αρχαία χρόνια που η γλώσσα μας είχε διαφορετική προφορά από τη σημερινή.
Τώρα μας ενδιαφέρουν μόνο για τον σωστό τονισμό στα αρχαία ελληνικά
Εγκλίσεις
(ρημάτων)
Η λέξη έγκλιση προέρχεται από τον σύνδεσμο εν (= μέσα) + κλίνω (= γέρνω, λυγίζω, στρέφω)

Άρα: Έγκλιση = κάμψη, στροφή, κλίση του ρήματος ανάλογα με την πρόθεση του ομιλητή
Έγκλιση σημαίνει κάμψη, στροφή, κλίση του ρήματος
Οι εγκλίσεις λέγονται έτσι, γιατί αλλάζουν τη μορφή του ρήματος για να δείξουν τη στάση του ομιλητή ως προς αυτό που εκφράζει. Δηλαδή αν πρόκειται για κάτι:
- πραγματικό (οριστική), π.χ. Σήμερα βρέχει
- επιθυμητό, δυνατότητα, υπόθεση, σκοπό (υποτακτική), π.χ. Μακάρι να βρέξει
- προστακτικό (εντολή ή παράκληση) (προστακτική), π.χ. Βρέξε, επιτέλους!
Ειδικοί
(σύνδεσμοι)

ότι, πως
Η λέξη ειδικός προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και σήμαινε είδος (= μορφή, τύπος, κατηγορία)

Άρα, ειδικός είναι ο σύνδεσμος που ανήκει σε μία κατηγορία, σε ένα είδος
Οι ειδικοί σύνδεσμοι εισάγουν δευτερεύουσες προτάσεις οι οποίες δηλώνουν τι λέει, τι σκέφτεται, τι αισθάνεται κάποιος
π.χ.
Οι τουρίστες είπαν ότι το ταξίδι τους στην Ελλάδα ήταν φανταστικό
Εισαγωγικά
«»
Η λέξη εισαγωγικά προέρχεται από το ρήμα εισάγω
εις (= κατεύθυνση προς) + άγω (= οδηγώ, μεταφέρω, προχωρώ)

Άρα: εισάγω = βάζω κάτι μέσα σε κάτι άλλο
Τα εισαγωγικά λέγονται έτσι, γιατί εισάγουν μέσα σε μία πρόταση λόγια άλλων, έννοιες ή ειδικές λέξεις
π.χ.
Ο δάσκαλος είπε: «ανοίξτε τα βιβλία σας»
Έκθλιψη
(πάθη φωνηέντων)
Η λέξη έκθλιψη προέρχεται από το ρήμα εκθλίβω
εκ (= έξω) + θλίβω (= πιέζω, ζουλάω, συμπιέζω)

Έκθλιψη: συμπίεση και απώθηση, δηλαδή το φωνήεν στριμώχνεται και διώχνεται
Έκθλιψη συμβαίνει όταν χάνεται (εκθλίβεται) το τελευταίο φωνήεν μιας λέξης μπροστά από το αρχικό φωνήεν της επόμενης
π.χ.
- Σε αγαπώ > Σ αγαπώ
- Από έξω > Απ έξω
Εναντιωματικοί
(ή αντιθετικοί σύνδεσμοι)
Η λέξη εναντιωματικός προέρχεται από τη λέξη ενάντιος = αντίθετος Λέγονται εναντιωματικοί οι σύνδεσμοι αυτοί, γιατί δηλώνουν αντίθεση, αντίκρουση
π.χ.
- Παρόλο που έβρεχε, πήγαμε εκδρομή
- Ήθελε να φύγει, αλλά δεν τον αφήσαμε
Ενδοτικοί
(ή παραχωρητικοί σύνδεσμοι)
Η λέξη ενδοτικός προέρχεται από το ρήμα ενδίδωμι
εν (= μέσα) + δίδωμι (= δίνω)

Άρα: Ενδίδω = παραχωρώ, υποχωρώ
Λέγονται ενδοτικοί σύνδεσμοι, γιατί εισάγουν προτάσεις που εκφράζουν παραχώρηση
(Συμβαίνει κάτι παρά το εμπόδιο που υπάρχει)
Παρουσιάζουν μία κατάσταση που θα μπορούσε να την εμποδίσει κάτι, αλλά τελικά δεν την εμποδίζει
π.χ.
Αν και κουρασμένος, συνέχισε να δουλεύει
Ενδοιαστικοί
(ή διστακτικοί σύνδεσμοι)
Η λέξη ενδοιαστικός προέρχεται από το ρήμα ενδοιάζω (= κρατώ πίσω, εμποδίζω, διστάζω)

Ενδοιασμός = δισταγμός, αμφιβολία, δυσπιστία, φόβος ότι κάτι κακό θα συμβεί
Οι ενδοιαστικοί σύνδεσμοι εισάγουν προτάσεις που εκφράζουν:
- ενδοιασμό, φόβο, ανησυχία, αβεβαιότητα, δισταγμό για κάτι ανεπιθύμητο
π.χ.
Φοβάμαι μήπως χάσει τον δρόμο
Ενεργητική
(διάθεση)
Η λέξη ενεργητική προέρχεται από το ρήμα ενεργώ
εν (= μέσα) + έργο (= έργο, δράση, πράξη)

Άρα: ενεργητική σημαίνει δραστήρια, αυτή που δρα
Στη Γραμματική, η Ενεργητική διάθεση δηλώνει ότι το υποκείμενο πράττει, ενεργεί, δραστηριοποιείται
Είναι η «Φωνή» της δράσης
π.χ.
Ο Δημήτρης μαγειρεύει το φαγητό
Ενεστώτας
(χρόνος)
Η λέξη ενεστώτας προέρχεται από το ρήμα ενίστημι
εν (= μέσα) + ίστημι (= στέκομαι μέσα, είμαι παρών, παρίσταμαι)

Ενεστώς είναι η μετοχή παρακειμένου του ενίστημι, και σημαίνει : αυτός που είναι παρών, που είναι τώρα σε δράση
Ενεστώτας είναι ο χρόνος που δείχνει ότι μία ενέργεια συμβαίνει αυτή τη στιγμή και εξακολουθεί να ισχύει, επαναλαμβάνεται
Η ενέργεια που γίνεται στο παρόν
π.χ.
Κάθε απόγευμα περπατώ στο άλσος
Ενικός
(αριθμός)
Η λέξη ενικός προέρχεται από την αρχαία λέξη εν (= ένα) Ο ενικός αριθμός χρησιμοποιείται για να δηλώσει μόνο ένα πρόσωπο, ζώο ή πράγμα
π.χ.
- άντρας
- κοπέλα
- παξιμάδι
Ενωτικό
(σημείο στίξης)
Η λέξη ενωτικό προέρχεται από το ρήμα ενώνω

Αυτό, δηλαδή, που ενώνει
Το ενωτικό είναι μια μικρή παύλα (-) και χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο ή περισσότερες λέξεις που σχηματίζουν μία έννοια
π.χ.
κοινωνικο-πολιτικός
Επαναληπτικές (αντωνυμίες)
Η λέξη επαναληπτική προέρχεται από το ρήμα επαναλαμβάνω
επί + ανα + λαμβάνω

Και συγκεκριμένα απο το θέμα του μέλλοντα (επαναλήψομαι)

Επαναληπτικός είναι επίθετο και περιγράφει κάτι που συμβαίνει ξανά και πάλι, δηλαδή επαναλαμβάνεται
Επαναληπτικές λέγονται οι αντωνυμίες που επαναλαμβάνουν το υποκείμενο της πρότασης για να δοθεί έμφαση ή διευκρίνιση
π.χ.
Η Μαρία μαγείρεψε η ίδια το φαγητό
Επίθετο
(μέρος του λόγου)
Η λέξη επίθετο προέρχεται από το αρχαίο ρήμα επιτίθημι
επί (πάνω, δίπλα) + θέτω (= βάζω, τοποθετώ)

Δηλαδή το επίθετο είναι αυτό που τοποθετείται δίπλα στο ουσιαστικό
Στη Γραμματική επίθετο λέγεται, γιατί συνοδεύει και προσδιορίζει ένα ουσιαστικό προσθέτοντάς του μία πληροφορία
π.χ.
ο εργατικός άνθρωπος
Επίρρημα
(μέρος του λόγου)

Η λέξη επίρρημα αποτελείται από: επί (πάνω, δίπλα, κοντά) + ρήμα (το θέμα του είναι από τον μέσο παρακείμενο του λέγομαι = είρημαι)

Δηλαδή είναι κάτι που προστίθεται στο ρήμα
Επίρρημα στη Γραμματική είναι η λέξη που μπαίνει δίπλα στο ρήμα και το προσδιορίζει. Δίνει, δηλαδή, περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτό
Συνήθως δείχνουν: χρόνο, τόπο, τρόπο, αιτία, ποσότητα, βαθμό
Δηλαδή μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για το πώς, πού, πότε, γιατί, πόσο γίνεται κάτι
π.χ.
Η Ελένη τρέχει γρήγορα
Επιφώνημα
(Άκλιτη λέξη)
Η λέξη επιφώνημα προέρχεται από το ρήμα επιφωνώ
επί (= προς τα πάνω, έξω) + φωνή (= φωνή, ήχος, κραυγή) + -μα (κατάληξη που δηλώνει αποτέλεσμα)

Άρα, φωνή που βγαίνει προς τα έξω αυθόρμητα

Επιφώνημα στη Γραμματική είναι η άκλιτη λέξη που εκφράζει:
Συναίσθημα, Ήχο, Προσταγή, Αντίδραση
Χωρίς να συνδέεται συντακτικά με την υπόλοιπη πρόταση
π.χ.
- Αχ (πόνος, ανακούφιση, λύπη)
- Ωχ (φόβος ή πόνος
- Ουάου (θαυμασμός)
- Μπράβο (επιδοκιμασία)
- Ε (προσοχή, έκπληξη)
Ερωτηματικό
(Σημείο στίξης)
Η λέξη ερωτώ σημαίνει ζητώ πληροφορία

Συγγενικό με το έρομαι ή ερέω που σημαίνει: ζητώ να μάθω

Το ερωτηματικό στη Γραμματική δηλώνει ότι έχει προηγηθεί ερώτηση
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον σκοπό της πρότασης, δηλαδή ότι δεν κάνει δήλωση, αλλά ζητά απάντηση
π.χ.
πού πας;
Ερωτηματικές (αντωνυμίες)

(Μέρος του λόγου)
Η λέξη ερωτώ σημαίνει ζητώ πληροφορία

Οι ερωτηματικές αντωνυμίες δηλαδή: ρωτούν
Ερωτηματικές είναι οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούμε για να κάνουμε μία ερώτηση
π.χ.
- Ποιος ήρθε;
- Τι συμβαίνει;
Θαυμαστικό
(Σημείο στίξης)
Η λέξη θαυμαστικό προέρχεται από το ρήμα θαυμάζω (= νιώθω έντονο συναίσθημα έκπληξης, εντυπωσιασμού) + -τικό (κατάληξη που δηλώνει ιδιότητα, λειτουργία) Θαυμαστικό είναι το σημείο στίξης (!) που μπαίνει στο τέλος των προτάσεων που εκφράζουν θαυμασμό, έκπληξη, χαρά, θυμό, προσταγή
Το χρησιμοποιούμε για να δείξουμε ότι η πρόταση δεν είναι ουδέτερη, αλλά συναισθηματικά φορτισμένη
Θέμα
(λέξεων)

Η λέξη θέμα προέρχεται από το τίθημι που σημαίνει θέτω (= τοποθετώ, βάζω) και σημαίνει κυριολεκτικά: αυτό που έχει τεθεί ή το τοποθετημένο Στη Γραμματική, θέμα είναι το πρωτογενές, το κεντρικό κομμάτι της λέξης που παραμένει ίδιο και πάνω στο οποίο προστίθενται τα πρόσωπα, οι χρονικές καταλήξεις και άλλα μορφολογικά στοιχεία για να σχηματιστούν οι διάφοροι τύποι του ρήματος ή οι πτώσεις των ουσιαστικών κλπ.
π.χ.
- θέμα ενεστ. > γράφ-ω, γραφ-ή, γράφ-ημα, γράφ-μα > γράμμα, γραφ-ίδα
- θέμα αορίστ. > έγραψ-α, γράψ-ιμο
Θηλυκό γένος

(άρθρων, ουσιαστικών, επιθέτων, αντωνυμιών και μετοχών)
Η λέξη θηλυκό προέρχεται από το αρχαίο θήλυς = το άτομο του θηλυκού γένους, δηλαδή η γυναίκα, αλλά και ό,τι έχει θηλυκά χαρακτηριστικά Στη Γραμματική χρησιμοποιείται για να δηλώσει το γραμματικό θηλυκό γένος σε ανθρώπους, ζώα και σε κάτι που σχετίζεται με θηλυκά χαρακτηριστικά
π.χ.
η δασκάλα
Κατάληξη Η λέξη κατάληξη προέρχεται από:
κατά (= προς, κατεύθυνση προς) + λήξη (= από το ρήμα λήγω = τελειώνω, φτάνω στο τέλος)
Κατάληξη στη Γραμματική λέγεται το τελικό και μεταβλητό μέρος της κλιτής λέξης
Το τελικό τμήμα μιας λέξης που αλλάζει, ανάλογα με τις γραμματικές ανάγκες (πτώση, αριθμό, γένος, χρόνο κλπ)
π.χ.
γάτ-ος, γάτ-ου, γάτ-οι, γάτ-α, γάτ-ες κλπ.
φιλ-ώ, φιλ-άς, φίλη-σα, φιλή-σω
Κλητική
(πτώση)

Η λέξη κλητική προέρχεται από το ρήμα καλέω-καλώ που σημαίνει: φωνάζω, προσκαλώ, απευθύνομαι σε κάποιον με το όνομά του Στη Γραμματική, η κλητική πτώση λέγεται έτσι γιατί τη χρησιμοποιούμε για να καλέσουμε ή να απευθυνθούμε άμεσα σε κάποιον
Κλητική είναι η πτώση του καλέσματος
π.χ.
Έλα, παιδί μου
Κλίση

Εφαρμόζεται στα κλιτά μέρη του λόγου: σε άρθρα, ουσιαστικά, επίθετα, αντωνυμίες και μετοχές
Η λέξη κλίση προέρχεται από το ρήμα κλίνω των αρχαίων ελληνικών που σημαίνει γέρνω, στρέφω, παραλλάσσω Με τη λέξη κλίση στη Γραμματική, εννοούμε το σύνολο των μορφικών αλλαγών που υφίστανται οι κλιτές λέξεις, ώστε να δείξουν: πτώση, γένος, αριθμό και για τα ρήματα: χρόνο, πρόσωπο, έγκλιση φωνή
Η λέξη «κλίση» είναι μεταφορική. Όπως ένα αντικείμενο «κλίνει» (γέρνει ή στρέφεται), έτσι και η λέξη παίρνει διαφορετικές κλίσεις, διαφορετικές μορφές για να εξυπηρετήσει τη σύνταξή της στην πρόταση
Δηλαδή η λέξη μεταβάλλεται, παρουσιάζει κλίση
Κόμμα
(Σημείο στίξης)
Η λέξη κόμμα προέρχεται από το ρήμα κόπτω = κόβω.
Αρχικά σήμαινε ένα κομμένο μέρος, ένα τεμάχιο. Αργότερα, στη ρητορική κυρίως, δήλωνε μια μικρή φράση, ένα τμήμα λόγου. Η ανάγκη να δηλωθεί και στον γραπτό λόγο αυτή η μικρή παύση, οδήγησε στη δημιουργία και χρήση του ειδικού σημείου στίξης που πήρε τελικά το όνομα κόμμα (κομμένο)
Στη Γραμματική το κόμμα ονομάζεται έτσι, επειδή κόβει τον λόγο σε μικρότερα νοηματικά κομμάτια πιο κατανοητά
π.χ.
Πριν φύγεις, δώσε μου το βιβλίο
Κτητικές
(αντωνυμίες)
Η λέξη κτητικές προέρχεται από το ρήμα της αρχαίας κτώμαι = αποκτώ, κατέχω Οι κτητικές αντωνυμίες
λέγονται έτσι, γιατί δείχνουν κτήση, ιδιοκτησία, σχέση κατοχής ανάμεσα στον κάτοχο και αυτό που του ανήκει
Δείχνουν σε ποιον ανήκει κάτι
π.χ.
το βιβλίο μου
Κυριολεξία
Η λέξη κυριολεξία αποτελείται από:
κύρος (= αυτό που είναι έγκυρο, ουσιώδες, βασικό, αληθινό) + λέξη

Κυριολεξία λοιπόν σημαίνει: αυτό που πραγματικά λέει, χωρίς μεταφορές και εικόνες
Στη Γλωσσολογία η λέξη κυριολεξία σημαίνει: η χρήση μιας λέξης ή φράσης με την κυριολεκτική, πρωτογενή, μη μεταφορική σημασία της
π.χ.
- Καίγεται το δάσος > κυριολεξία
- Καίγεται στη δουλειά = έχει πολλή δουλειά > μεταφορά
Μακρά
(φωνήεντα)
Η λέξη μακρά προέρχεται από το επίθετο μακρός, -ά, -όν που σημαίνει μεγάλος σε μήκος, άρα και σε διάρκεια

Στα Αρχαία Ελληνικά τα μακρά φωνήεντα (η, ω) προφέρονταν με μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από όση τα βραχέα
Στη Γραμματική, μακρά λέγονται τα φωνήεντα που είχαν πάντα μεγάλη διάρκεια στην προφορά
Στα Νέα Ελληνικά όλα τα φωνήεντα προφέρονται με παρόμοια διάρκεια
Διδάσκονται μόνο για την ορθογραφία της Αρχαίας Γλώσσας
Μέλλοντας
(χρόνος)
Η λέξη μέλλοντας προέρχεται από το ρήμα μέλλω (= πρόκειται να κάνω κάτι, προτίθεμαι να, είμαι έτοιμος να…) Στη Γραμματική, μέλλοντας είναι ο χρόνος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια πράξη που πρόκειται να γίνει στο μέλλον. Δείχνει μελλοντική ενέργεια που δεν έχει ακόμη συμβεί, αλλά αναμένεται να γίνει
π.χ.
Θα γράψω την έκθεση για το σχολείο το απόγευμα
Αύριο θα γράφω όλη τη μέρα
Θα έχω γράψει την άσκηση ως το απόγευμα
Μέρη του λόγου

Ουσιαστικό
Επίθετο
Ρήμα
Αντωνυμία
Μετοχή
Άρθρο
Αριθμητικό
Επίρρημα
Σύνδεσμος
Επιφώνημα
Μέρη (πληθυντικός του ουσιαστικού μέρος) = κομμάτι, τμήμα του συνόλου

Λόγος = ομιλία, προφορικός ή γραπτός λόγος, διατυπωμένη σκέψη με λέξεις
Στη Γραμματική, Μέρη του λόγου είναι τα επιμέρους στοιχεία (κομμάτια) που συνθέτουν τον λόγο. Είναι δηλαδή οι κατηγορίες των λέξεων που σχηματίζουν τον λόγο
Χρησιμοποιείται ο όρος Μέρη του Λόγου, για να δηλώσει τις βασικές κατηγορίες των λέξεων της Γλώσσας, ανάλογα με τον ρόλο και τη λειτουργία τους μέσα στην πρόταση
Μέση διάθεση
 (ρημάτων)
Μέση: Είναι κάτι που βρίσκεται ανάμεσα. Στην προκειμένη περίπτωση, η μέση διάθεση βρίσκεται ανάμεσα στην ενεργητική διάθεση και την παθητική.
Διάθεση: Από το διά + τίθημι
Διά (= μέσα από) + θέτω (= τοποθετώ, βάζω)
Είναι ο τρόπος με τον οποίο «τίθεται» το υποκείμενο σε σχέση με την ενέργεια του ρήματος
Στη Γραμματική η Μέση Διάθεση φανερώνει ότι το υποκείμενο συμμετέχει προσωπικά στην ενέργεια του ρήματος. Δηλαδή και ενεργεί και υφίσταται την ενέργεια
πχ
- Η Ελένη χτενίζεται (= η Ελένη χτενίζει τον εαυτό της)
- Ο Ανδρέας ντύνεται (= Ο Ανδρέας ντύνει τον εαυτό του)

Υπάρχουν και τα μέσα αλληλοπαθητικά ρήματα, όπου υπάρχουν δύο αντικείμενα που ενεργούν και η ενέργεια επιστρέφει στα ίδια
πχ - τα αγόρια χτυπιούνται (= τα αγόρια χτυπάει το ένα το άλλο)
Μεταφορά
Η λέξη μεταφορά προέρχεται από το ρήμα μεταφέρω

Μετά (= πρόθεση που δηλώνει κίνηση από ένα σημείο σε άλλο, αλλαγή ή μετακίνηση, μετάβαση) + φέρω (= κουβαλώ, μετακινώ, φέρνω)
Στη Γραμματική, Μεταφορά λέμε τη χρήση μιας λέξης ή έκφρασης σε άλλο πλαίσιο από το κυριολεκτικό της, με βάση ομοιότητα ή σχέση ανάμεσα στο αρχικό και το νέο νόημα
π.χ.
- Ο ήλιος φώτισε το δωμάτιο (κυριολεξία)
- Το χαμόγελό της φώτισε το πρόσωπό του (μεταφορά)
Μετοχή
Η λέξη Μετοχή προέρχεται από το ρήμα μετέχω
μετά (= με, μαζί) + έχω = συμμετέχω, έχω μερίδιο σε κάτι

Η μετοχή λέγεται έτσι στη Γραμματική, γιατί πράγματι συμμετέχει σε δύο πράγματα:
Έχει στοιχεία ρήματος (είναι ρηματικός τύπος).
Στα νέα ελληνικά έχουμε δύο τύπους:
η μετοχή ενεργητικού ενεστώτα, που είναι άκλιτος με κατάληξη -οντας ή - ώντας
η μετοχή παθητικού παρακειμένο, με κατάληξη -μένος, -μένη, -μένο,  που κλίνεται όπως τα επίθετα)
π.χ.
Έφυγε τρέχοντας και πηδώντας τις σκάλες. (άκλιτος τύπος)
Σήμερα είναι κουρασμένος (-μένη, -μένο) είναι μετοχή του ρήματος κουράζομαι, αλλά κλίνεται σαν επίθετο
Μόρια
(Άκλιτες λέξεις)
Μόριον στην Αρχαία γλώσσα σημαίνει μικρό μέρος, τμήμα, μερίδιο

Τα μόρια στη Γραμματική είναι τα μικρά κομμάτια, μικρά στοιχεία της πρότασης ή του λόγου
Είναι τα μικρότερα κομμάτια της γλώσσας που υποστηρίζουν τα μεγαλύτερα
Δεν έχουν αυτοτελές νόημα αλλά:
- Συνοδεύουν, τροποποιούν ή συνδέουν άλλα μέρη του λόγου
- Δίνουν νόημα, τόνο, έμφαση, άρνηση κλπ
- Δεν ανήκουν σε κύριες λέξεις όπως ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο
π.χ.
- θέλω να φύγω
- Ας δούμε τι θα γίνει
Επιτακτικά
(μόρια)
Η λέξη επιτακτικά προέρχεται από το ρήμα επιτάσσω που σημαίνει διατάζω, προστάζω, δίνω εντολή με έμφαση
επί (= πάνω, με έμφαση) + τάσσω (= διατάζω, βάζω, τοποθετώ)

Άρα, επιτακτικός: αυτός που έχει τον χαρακτήρα διαταγής, εντολής
Στη Γραμματική λέμε επιτακτικό το μόριο που εκφράζει:
προτροπή, προσταγή, παρότρυνση, προστασία
Σκοπός του είναι να δίνει εντολή ή να τονίζει την ανάγκη να γίνει κάτι άμεσα
π.χ.
- Ας πάμε τώρα (παρότρυνση)
- Να φύγεις τώρα (προσταγή)
- Να προσέχεις (εντολή)
Ομώνυμα
Ομώνυμα στα Αρχαία Ελληνικά σημαίνει ίδια ονόματα, δηλαδή λέξεις με την ίδια μορφή.
ομός (= ίδιος) + όνομα

Ίδια ονόματα ως προς τη μορφή, αλλά χωρίς να έχουν και ίδιο νόημα
Στη Γραμματική ομώνυμα λέγονται οι λέξεις που, ενώ προφέρονται με τον ίδιο τρόπο, έχουν διαφορετική σημασία
π.χ.
- λίρα (το χρυσό νόμισμα)
- λύρα (το μουσικό όργανο)
Ονομαστική
(πτώση)
Η λέξη ονομαστική προέρχεται από την αρχαία λέξη όνομα (= όνομα)
ονομαστικός = ο σχετικός με το όνομα
Ονομαστική λέγεται η πτώση που δηλώνει το όνομα και την χρησιμοποιούμε για να ονομάσουμε κάποιον ή κάτι
Την χρησιμοποιούμε ως υποκείμενο του ρήματος και απαντά στην ερώτηση ποιος; ή τι;
Στην ονομαστική καταγράφεται μία λέξη στα λεξικά
π.χ.
Η Κατερίνα διαβάζει ένα βιβλίο (Ποιος διαβάζει; Η Κατερίνα. Είναι το υποκείμενο και σε πτώση ονομαστική)
Ορθογραφία Η λέξη ορθός προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά: ορθός (= σωστός, δίκαιος) + γράφω (= γράφω)

Άρα:
Ορθή + γραφή = ορθογραφία = η σωστή γραφή των λέξεων
Ο όρος ορθογραφία δηλώνει:
- τους κανόνες για το πώς γράφονται σωστά οι λέξεις
- την τυπική και αποδεκτή μορφή κάθε λέξης σε μία γλώσσα
- τη σωστή χρήση γραμμάτων, τονισμού, σημείων στίξης κλπ
Οριστική
(Έγκλιση)
Η λέξη οριστική προέρχεται από το ρήμα ορίζω (προσδιορίζω, καθορίζω, ορίζω κάτι με ακρίβεια) > οριστικός, -ή

Άρα, οριστική έγκλιση σημαίνει αυτήν που ορίζει με σαφήνεια ένα γεγονός
Στη Γραμματική, οριστική ονομάζεται η έγκλιση που δηλώνει ορισμένα, καθορισμένα, σίγουρα γεγονότα, δηλαδή πραγματικότητα και βεβαιότητα
Χρησιμοποιείται όταν:
- το γεγονός θεωρείται πραγματικό, βέβαιο
- Ο ομιλητής είναι σίγουρος γι’ αυτό που λέει
π.χ.
Πηγαίνω στο σχολείο
Οριστικές
(αντωνυμίες)
Η λέξη προέρχεται από το ρήμα ορίζω (= προσδιορίζω, καθορίζω, ορίζω κάτι με ακρίβεια) > οριστικός
Λέγονται οριστικές αντωνυμίες, γιατί:
- καθορίζουν με σαφήνεια και βεβαιότητα το πρόσωπο ή το πράγμα στο οποίο αναφέρονται
- δείχνουν άμεσα και συγκεκριμένα
π.χ.
Αυτή μίλησε στον δάσκαλο
Οριστικό
(άρθρο)
Από το ρήμα ορίζω (= προσδιορίζω, καθορίζω, ορίζω κάτι με ακρίβεια) > οριστικό = αυτό που καθορίζει ή προσδιορίζει κάτι με ακρίβεια
Το οριστικό άρθρο λέγεται έτσι, γιατί ορίζει, δηλαδή δείχνει με σαφήνεια και ακρίβεια το συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα που εννοεί
Επίσης:
- προσδιορίζει ότι κάτι είναι συγκεκριμένο και γνωστό,
- δείχνει ότι το ουσιαστικό που ακολουθεί είναι ορισμένο και όχι τυχαίο ή άγνωστο
π.χ.
- Ο στρατιώτης
- Η εργάτρια
- Το ζωάκι
Ουδέτερη
διάθεση
Η λέξη ουδέτερο προέρχεται από τα αρχαία:
ουδέ (= ούτε) + έτερος (= άλλος)

Δηλαδή ούτε ο ένας ούτε ο άλλος
Ουδέτερη είναι η διάθεση του ρήματος που φανερώνει ότι το υποκείμενο ούτε ενεργεί ούτε δέχεται ενέργεια από άλλον (ούτε το ένα ούτε το άλλο), αλλά βρίσκεται απλώς σε μία κατάσταση
π.χ.
Ο Νίκος βαριέται
Ουδέτερο
(γένος)
Η λέξη ουδέτερο προέρχεται από τα αρχαία:
ουδέ (= ούτε)+ έτερο (= άλλο)

Ουδέ + έτερο = ούτε το ένα ούτε το άλλο, δηλαδή κανένα από τα δύο

Τα γένη είναι τρία: αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο. Δηλαδή το ουδέτερο δεν είναι ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό
Ουδέτερο λέγεται το ουσιαστικό, το επίθετο, η αντωνυμία ή η μετοχή γιατί:
- δεν έχει φύλο
- δεν είναι ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό
- χρησιμοποιείται για αντικείμενα, ζώα, γενικές έννοιες, άψυχα
π.χ.
- το παιδί παίζει στην αυλή
- το χελιδόνι φτιάχνει τη φωλιά του
Ουσιαστικό
(Μέρος του λόγου)
Η λέξη ουσιαστικό προέρχεται από τη λέξη ουσία = ύπαρξη, πραγματικότητα

Το ουσιαστικό έχει σχέση με την ουσία
Ουσιαστικό είναι το μέρος του λόγου που ονομάζει:
πρόσωπα, ζώα, πράγματα
 αφηρημένες έννοιες
Δηλαδή δίνει όνομα στην ίδια την ουσία
π.χ.
το βιβλίο είναι ενδιαφέρον
Πάθη
(φωνηέντων και συμφώνων)
Η λέξη πάθη προέρχεται από τη λέξη πάθος που, με τη σειρά του, προέρχεται από το ρήμα πάσχω (από το θέμα του αόριστου: παθ-) Τα πάθη των φωνηέντων λέγονται έτσι, γιατί περιγράφουν τις αλλαγές, «τι παθαίνουν» τα φωνήεντα κατά τη ροή του λόγου και κατά τον γραμματικό σχηματισμό των λέξεων
Εδώ ο όρος «πάθος» σημαίνει μεταβολή (τι παθαίνουν τα φωνήεντα)
Παθητική διάθεση
(ρημάτων)
Η λέξη παθητική προέρχεται από το πάθος που, με τη σειρά του, προέρχεται από το ρήμα πάσχω (από το θέμα του αόριστου παθ-)

Πάσχω = υποφέρω, υφίσταμαι

Άρα, Παθητική = αυτή που δείχνει ότι το υποκείμενο παθαίνει κάτι. Δεν ενεργεί
Η παθητική είναι ένας από τους τρόπους (τις διαθέσεις) με τους οποίους παρουσιάζεται το ρήμα
Στην παθητική διάθεση το υποκείμενο δεν ενεργεί, αλλά δέχεται ενέργεια από κάποιον άλλον
π.χ.
Η πόρτα κλειδώνεται από τον φύλακα

Δηλαδή το υποκείμενο: η πόρτα δεν κάνει κάτι. Υφίσταται την ενέργεια
Παράγωγες
(λέξεις)
Η λέξη παράγωγες προέρχεται από το ρήμα παράγω
παρά (= από, κοντά) + άγω (= οδηγώ, φέρνω)

Παράγω = παίρνω κάτι από κάτι άλλο, το οδηγώ ή το σχηματίζω από μία πηγή

Άρα, παράγωγες είναι οι λέξεις που προέρχονται από άλλες λέξεις
Για τη Γραμματική, παράγωγη είναι μία λέξη που σχηματίζεται από μία λέξη και ένα πρόθημα
π.χ. κουράζομαι > ξε-κουράζομαι)
ή από ένα επίθημα (=παραγωγική κατάληξη)
π.χ. ξύλο > ξυ-λάκι
Παραθετικά
(επιθέτων)
Η λέξη παραθετικά προέρχεται από το ρήμα παρατίθημι (παρά + τίθημι) και σημαίνει τοποθετώ δίπλα

Επομένως παραθετικός σημαίνει «αυτός που τοποθετείται δίπλα για σύγκριση»

Τα παραθετικά λέγονται έτσι, γιατί είναι μορφές επιθέτων που παρατίθενται για να δείξουν βαθμό σύγκρισης (θετικός, συγκριτικός, υπερθετικός βαθμός)
Δηλώνουν τον βαθμό σύγκρισης ενός επιθέτου ή επιρρήματος. Δηλαδή πώς στέκεται δίπλα σε άλλα σε σχέση με την ένταση ή την ποιότητα της ιδιότητας
π.χ.
- όμορφος
- πιο όμορφος ή ομορφότερος
- ο πιο όμορφος ή ομορφότατος
Παραθετικά (επιρρημάτων)
Η λέξη παραθετικά προέρχεται από το ρήμα παρατίθημι (παρά + τίθημι) και σημαίνει τοποθετώ δίπλα

Επομένως παραθετικός σημαίνει «αυτός που τοποθετείται δίπλα για σύγκριση»

Στη Γραμματική τα επιρρήματα που δηλώνουν τρόπο, χρόνο, ποσό κλπ μπορούν να εμφανιστούν σε βαθμούς σύγκρισης όπως τα επίθετα
Λέγονται παραθετικά γιατί είναι μορφές του επιρρήματος που παρατίθενται για να συγκριθούν μεταξύ τους και να εκφράσουν τον βαθμό σύγκρισης
π.χ.
- καλά (θετικός)
- καλύτερα (συγκριτικός)
- άριστα (υπερθετικός)
Παρακείμενος
(χρόνος)
Η λέξη παρακείμενος προέρχεται από το ρήμα παράκειμαι
παρά (= δίπλα, κοντά) + κείμενος (= είμαι τοποθετημένος, είμαι κοντά)
Στη Γραμματική παρακείμενος είναι ο χρόνος που δηλώνει ότι βρίσκεται κοντά, είναι δίπλα στο παρόν
Εκφράζει μία πράξη έχει ολοκληρωθεί στο παρελθόν, αλλά τα αποτελέσματά της συνεχίζουν να ισχύουν και στο παρόν
Η πράξη έχει γίνει και τα αποτελέσματα παραμένουν
π.χ.
Έχω φύγει ήδη από το πρωί. (Και συνεχίζω να απουσιάζω από το σπίτι)
Παρατατικός
(χρόνος)
Η λέξη παρατατικός προέρχεται από το ρήμα παρατείνω
παρά (δίπλα, κατά μήκος, επιπλέον) + τείνω (= τεντώνω, εκτείνω, κατευθύνω, τραβώ)

Άρα: τεντώνω, επεκτείνω, επιμηκύνω, παρατείνω κάτι σε διάρκεια, σε χρόνο
Στη Γραμματική ο παρατατικός δείχνει παρατεταμένη διάρκεια στο παρελθόν
Είναι χρόνος του παρελθόντος που δηλώνει παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη ενέργεια στο παρελθόν
π.χ.
Όλη την εβδομάδα έγραφα την εργασία μου
Παραχωρητικοί
(ή ενδοτικοί σύνδεσμοι)
Η λέξη παραχωρητικός προέρχεται από το ρήμα παραχωρώ
παρά + χωρώ που σημαίνει: επιτρέπω να συμβεί κάτι, αν και υπάρχει εμπόδιο ή λόγος να μην γίνει

Στη Γραμματική λέγονται παραχωρητικοί σύνδεσμοι, (δηλαδή επιτρέπουν να συμβεί κάτι), γιατί εισάγουν προτάσεις όπου η κύρια ενέργεια συμβαίνει, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αντίθετες ή αρνητικές συνθήκες
Συμβαίνει κάτι παρά το εμπόδιο που υπάρχει
Παρουσιάζουν μία κατάσταση που θα μπορούσε να την εμποδίσει κάτι, αλλά τελικά δεν την εμποδίζει
π.χ.
- Αν και κουρασμένος, συνέχισε να δουλεύει
- Παρόλο που έβρεχε, πήγαμε εκδρομή
Παρένθεση Η λέξη παρένθεση προέρχεται από το ρήμα παρεντίθημι
παρά (δίπλα, κοντά) + εν (μέσα) + τίθημι (= τοποθετώ)

Άρα, παρένθεση σημαίνει κάτι που τοποθετείται μέσα ή δίπλα σε κάτι άλλο

Στη Γραμματική παρένθεση είναι ένα σχόλιο που παρεμβάλλεται ή πληροφορία που δεν είναι απαραίτητη για το βασικό νόημα, αλλά προσθέτει, συμπληρώνει ή επεξηγεί το νόημα
π.χ.
Η Νίκη (που είναι φίλη μου) θα έρθει σε λίγο
Παρώνυμα
Η λέξη παρώνυμα προέρχεται από:
παρά + όνομα > παρώνυμα

Είναι δηλαδή: βρίσκονται κοντά σε άλλη λέξη

Μοιάζουν ως προς τη μορφή με άλλη λέξη
Στη Γραμματική λέγονται παρώνυμα οι λέξεις που έχουν παρόμοια προφορά, αλλά διαφέρουν στο νόημα
π.χ.
- η θύρα (η πόρτα)
- η θήρα (το κυνήγι)
Μονή παύλα
(Σημείο στίξης)
Η λέξη παύλα προέρχεται από το ρήμα παύω (= σταματώ, διακόπτω) + -λα (υποκοριστικό επίθημα) Η μονή παύλα ως σημείο στίξης χρησιμοποιείται στον διάλογο για να φανεί η αλλαγή προσώπου,
 π.χ.
 – Μαμά, τι θα φάμε σήμερα;
– Ό,τι φάγαμε και χτες.
Διπλή παύλα παύλα Η λέξη παύλα προέρχεται από το ρήμα παύω (= σταματώ, διακόπτω) + -λα (υποκοριστικό επίθημα)

Άρα, πρόκειται για μικρή διακοπή στην πρόταση, μικρή παύση

Η διπλή παύλα χρησιμοποιείται κατά ζεύγη (μία στην αρχή και μία στο τέλος) για να παρεμβάλει ή να απομονώσει μία λέξη ή φράση μέσα σε μία πρόταση και να προσδώσει έμφαση, διευκρίνιση ή αλλαγή στον τόνο
π.χ.
Ήρθε επιτέλους η ώρα της αλήθειας
Γράφεται κολλητά με τα γράμματα, χωρίς κενό ανάμεσα.
Πληθυντικός
(αριθμός)
Η λέξη πληθυντικός προέρχεται από το ρήμα πληθύνω (= αυξάνω) + κατάληξη -ικός (που δηλώνει σχέση ή ιδιότητα)

Άρα, πληθυντικός = αυτός που σχετίζεται με τον πληθυσμό ή την αύξηση του αριθμού, το πλήθος
Ο πληθυντικός ονομάζεται έτσι, επειδή δείχνει πολλαπλότητα
Μιλάμε για πολλά
π.χ.
Η πέτρα > οι πέτρες
Πολλαπλασιαστικά (αριθμητικά επίθετα)
Η λέξη πολλαπλασιαστικά προέρχεται από το ρήμα πολλαπλασιάζω, δηλαδή αυξάνω κάτι πολλές φορές, το κάνω να επαναλαμβάνεται και να μεγαλώνει σε αριθμό Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά επίθετα λέγονται έτσι, γιατί δείχνουν πόσες φορές (πολλαπλάσια) συμβαίνει κάτι
π.χ.
Τριπλός (= είναι πολλαπλάσιο του 1 κατά τρεις φορές)
Προθέσεις
(Άκλιτες λέξεις)
Η λέξη πρόθεση προέρχεται από:
προ (= μπροστά) + θέση (= τοποθέτηση)

Άρα, πρόθεση σημαίνει: αυτό που τοποθετείται μπροστά (συνήθως από ουσιαστικό ή αντωνυμία)
Οι προθέσεις είναι άκλιτες λέξεις που μπαίνουν μπροστά από ένα ουσιαστικό ή μία αντωνυμία και δείχνουν:
- σχέση χώρου, χρόνου, αιτίας, τρόπου κλπ
- κατεύθυνση ή σύνδεση ανάμεσα σε λέξεις
π.χ.
- Για το καλό σου…
- Χωρίς εσένα…
Προστακτική
(Έγκλιση)
Η λέξη προστακτική προέρχεται από το ρήμα
προς + τάσσω (=βάζω μπροστά, δίνω οδηγία)

Προστάζω + την κατάληξη -τική (= έχει σχέση με…)
Άρα: Προσταγή = Διαταγή
Προστακτική είναι η έγκλιση που χρησιμοποιούμε για να δίνουμε:
προσταγές, εντολές, διαταγές, προτροπές, παραγγέλματα, παραινέσεις, οδηγίες
π.χ.
Άνοιξε την πόρτα
Πρόσφυμα

(Άκλιτα μορφήματα, δηλαδή κομμάτια λέξεων)
Η λέξη πρόσφυμα προέρχεται από το ρήμα προσφύω (προς + φύω)

Σημαίνει προσκολλώ, προσαρτώ, προσθέτω
Στη Γραμματική πρόσφυμα λέγεται το άκλιτο μόρφημα (δεν στέκει ως λέξη) που προσκολλάται σε μία λέξη για να σχηματιστεί νέα λέξη
π.χ.
παιδί + πρόσφυμα -άκι = παιδάκι
Προσωπικές (αντωνυμίες)
Η λέξη προσωπική προέρχεται από το όνομα πρόσωπο που στη Γραμματική σημαίνει τον ρόλο που έχει κάποιος μέσα στην επικοινωνία

Οι προσωπικές αντωνυμίες λέγονται έτσι, γιατί δείχνουν τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην ομιλία
Δηλαδή:
- αυτόν που μιλάει = πρώτο πρόσωπο (εγώ)
- αυτόν που ακούει = δεύτερο πρόσωπο (εσύ)
- αυτόν για τον οποίο μιλάμε = τρίτο πρόσωπο (αυτός)
π.χ.
Αυτός τρέχει
Πρόταξη
(πάθη αρχικών φωνηέντων)
Η λέξη πρόταξη προέρχεται από το ρήμα
προτάσσω
προ (μπροστά) + τάσσω (= τοποθετώ, βάζω σε τάξη)

Άρα, πρόταξη = τοποθέτηση μπροστά
Πρόταξη λέγεται το γραμματικό φαινόμενο κατά το οποίο κάποιες λέξεις παίρνουν στην αρχή ένα φωνήεν
π.χ.
σκιά > ίσκιος
Πτώσεις
(ουσιαστικών και επιθέτων)
Η λέξη πτώση προέρχεται από το ρήμα πίπτω = πέφτω

Άρα, πτώση σημαίνει παραλλαγή, απόκλιση από την κύρια μορφή της λέξης (που θεωρείται η ονομαστική)
Λέγονται πτώσεις, γιατί είναι παραλλαγές της λέξης
Πέφτουν, αλλάζουν μορφή ανάλογα με τον γραμματικό τους τύπο
π.χ.
ο άντρας (ονομαστική)
του άντρα Γενική)
τον άντρα (αιτιατική)
άντρα (κλητική)
Ρήμα
(Μέρος του λόγου)
Η λέξη ρήμα προέρχεται από το ρήμα λέγω (μέσω του τύπου του μέλλοντα, ερώ)

Ρηματικό θέμα ρη- + κατάληξη -μα (που δείχνει αποτέλεσμα ή πράξη = ρήμα
Ρήμα λέγεται η λέξη που εκφράζει ότι ένα πρόσωπο, ζώο, φυτό ή πράγμα ενεργεί ή δέχεται μια ενέργεια ή βρίσκεται σε μία κατάσταση
Δηλώνει (λέει, από το ρήμα φημί) τι κάνει ή τι υφίσταται το υποκείμενο
Έχει κεντρικό ρόλο στην πρόταση
π.χ.
- τρέχω (σε ενεργητική)
- λούζομαι (σε μέση)
- κάθομαι (σε παθητική)
- κοιμάμαι (σε ουδέτερη)
Ρίζα
(της λέξης)
Στη Γραμματική, η λέξη ρίζα χρησιμοποιείται μεταφορικά. Έτσι και η ρίζα της λέξης είναι το σημείο από που ξεκινούν οι σημασίες και οι διάφορες μορφές της

Είναι το πιο βασικό και αναλλοίωτο μέρος της λέξης, από το οποίο παράγονται και σχηματίζονται πολλές άλλες λέξεις

Κυριολεκτικά: η ρίζα του φυτού
Μεταφορικά: η πηγή, η βάση, η αφετηρία ενός πράγματος
Η λέξη ρίζα στη Γραμματική λέγεται έτσι, επειδή είναι η βάση από όπου γεννιούνται, παράγονται άλλες μορφές και λέξεις

Παρομοιάζονται οι λέξεις με το δέντρο, τις σταθερές του ρίζες (η αρχή της ζωής του), τον κορμό, τα κλαδιά και τα παρακλάδια
π.χ.
ριζική λέξη: οικία
παράγωγη: κατοικία
σύνθετη: πολυκατοικία
Στερητικό
(μόριο) (α, νη)

(Πρόθημα: Μπαίνει μπροστά από τη λέξη)
Η λέξη στερητικό προέρχεται από το ρήμα στερώ που σημαίνει αφαιρώ, δηλώνω απουσία Λέγεται στερητικό, γιατί στερεί τη λέξη που ακολουθεί από την έννοιά της

Δηλώνει άρνηση ή έλλειψη, ή απουσία της έννοιας της λέξης που ακολουθεί

α- όταν ακολουθεί σύμφωνο
αν- όταν ακολουθεί φωνήεν
π.χ.
- Ά-δικος (χωρίς δικαιοσύνη)
- Αν-ίκανος (χωρίς ικανότητα)
- Νη-έπος = νήπιο Το παιδί που ΔΕΝ μιλάει ακόμη
Στίξη
(Σημεία στίξης)

Τα σημεία στίξης είναι:
- τελεία
- κόμμα
- ερωτηματικό
- θαυμαστικό
- άνω τελεία
- αποσιωπητικά
- εισαγωγικά
Η λέξη στίξη προέρχεται από το ρήμα της αρχαίας στίζω (= κάνω μια μικρή τελεία, ένα σημάδι) και στίξη σημαίνει:
- σημάδι
- σημείωση
- στίγμα

Άρα: Στίξη είναι η πράξη του να τοποθετώ σημάδια στο κείμενο, για να βοηθώ τον αναγνώστη να καταλάβει πώς διαβάζεται. Για να αντιλαμβάνεται τις διαθέσεις και τις συναισθηματικές αποχρώσεις εκείνου που έχει γράψει το κείμενο

Στη Γραμματική Στίξη λέγεται το σύνολο των σημείων που χρησιμοποιούμε στον γραπτό λόγο για να δείξουμε:
- Παύσεις (ανάσες)
- Τονικότητα
- Σχέσεις ανάμεσα στις προτάσεις
- Συναίσθημα ή ύφος
π.χ.
- Πήγα στο σχολείο. (τελεία)
- Όταν τελείωσα το μάθημα, πήγα μια βόλτα. (κόμμα)
- Πού ήσουν χθες; (ερωτηματικό)
- Τι όμορφο τοπίο! (θαυμαστικό)
- Η μέρα ήταν δύσκολη· όλοι ένιωθαν κουρασμένοι. (άνω τελεία)
- Δεν ξέρω ίσως έρθω αύριο. (αποσιωπητικά)
- Ο Νίκος είπε «Δεν έρχομαι σήμερα» (εισαγωγικά)
Συγκοπή
(πάθη φωνηέντων)
Η λέξη συγκοπή προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά συν + κόπτω > συγκοπή = κόψιμο μαζί

Άρα, συγκοπή σημαίνει κόψιμο ενός μέρους από τη λέξη
Πιο συγκεκριμένα από το εσωτερικό της (όχι από την αρχή ή το τέλος της)
Συγκοπή είναι ένα φαινόμενο της γλώσσας όπου χάνεται ένα φωνήεν ή συλλαβή από το εσωτερικό μιας λέξης για λόγους ευφωνίας
π.χ.
- Κορυφή > κορφή
- Γράψετε > γράψτε
Συγκριτικός
(βαθμός επιθέτων)
Η λέξη προέρχεται από το ρήμα συγκρίνω
συν (= μαζί) + κρίνω (= αξιολογώ, διακρίνω)

Δηλαδή Συγκρίνω = βλέπω, εξετάζω και αξιολογώ ποιο από τα δύο υπερέχει σε κάτι (ύψος, ομορφιά κλπ)
Λέγεται συγκριτικός βαθμός, γιατί δείχνει σύγκριση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις ως προς μία συγκεκριμένη ιδιότητα
Είναι ο βαθμός που μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι περισσότερο από κάτι άλλο
π.χ.
Ο Γιώργος είναι εξυπνότερος ή πιο έξυπνος από μένα.
Συγχώνευση Συμφώνων Η λέξη συγχώνευση προέρχεται από τα:
συν (=μαζί) + χώνευση (= χύνω μαζί, ενώνω, αναμιγνύω)
Στη Γραμματική, συγχώνευση λέγεται όταν δύο σύμφωνα ενώνονται και γίνονται ένα νέο

Δηλαδή συγχώνευση συμφώνων είναι η ένωση δύο συμφώνων σε έναν νέο ήχο ή γράμμα
π.χ.
- συν + λαμβάνω > συλλαμβάνω
- συν +γράφω > συγγράφω
Συζυγία
(ρημάτων)
Η λέξη συζυγία προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά:
συν + ζυγός = μαζί στον ίδιο ζυγό, ένωση, σχέση
Στη Γραμματική, συζυγία λέγεται, επειδή δηλώνει την ομάδα των ρημάτων με κοινό τρόπο κλίσης και όλες οι μορφές τους είναι δεμένες στον ίδιο ζυγό

- Α΄ Συζυγία > τα ρήματα που τονίζονται στην παραλήγουσα ή στην προπαραλήγουσα (π.χ. γράφω, παίζω, δέχομαι)

- Β΄ Συζυγία > τα ρήματα που τονίζονται στη λήγουσα (π.χ. αγαπώ, αδικώ)
Συλλαβή
Η λέξη συλλαβή προέρχεται από:
συν + λαβή > συλλαμβάνω

Άρα, συλλαβή είναι ένωση ήχων (φωνηέντων και συμφώνων που προφέρονται μαζί σαν ενιαία μονάδα
Στη Γραμματική, συλλαβή λέγεται η μικρότερη φωνητική μονάδα μιας λέξης που προφέρεται με ένα άνοιγμα του στόματος, με μία ανάσα. Περιέχει τουλάχιστον ένα φωνήεν
π.χ.
- Μά-να (2 συλλαβές)
- Σχο-λεί-ο (3 συλλαβές
- Πε-ρί-πα-τος (4 συλλαβές) κλπ
Συλλαβισμός Η λέξη συλλαβισμός προέρχεται από το ρήμα συλλαμβάνω

Με την κατάληξη -ισμός (= ενέργεια, διαδικασία) > έχουμε τον συλλαβισμό

Ο συλλαβισμός δηλώνει την πράξη ή την διαδικασία του χωρισμού μιας λέξης σε συλλαβές
Συλλαβισμός στη Γραμματική λέγεται η πράξη του να χωρίζεις μία λέξη σε συλλαβές

Ο συλλαβισμός μάς βοηθάει:
- Να μάθουμε ανάγνωση στην αρχή του σχολείου
- Να κατανοούμε πώς προφέρονται σωστά οι λέξεις και
- Να χωρίζουμε σωστά τις λέξεις στο τέλος της σειράς στον γραπτό λόγο
Συμπερασματικοί (σύνδεσμοι) Η λέξη συμπερασματικός προέρχεται από το ρήμα συμπεραίνω

Από το πέρας (= τέλος)
συν + πέρας = συμπέρασμα

Συμπερασματικός είναι αυτός που έχει σχέση με το συμπέρασμα
Οι συμπερασματικοί σύνδεσμοι λέγονται έτσι, γιατί συνδέουν προτάσεις που μας δείχνουν ότι η δεύτερη πρόταση προκύπτει ως συμπέρασμα της πρώτης
π.χ.
Έπρεπε να ξυπνήσουμε πρωί, ώστε φύγαμε νωρίς
Συμπλεκτικοί
(σύνδεσμοι)
Η λέξη συμπλεκτικός προέρχεται από το ρήμα συμπλέκω
συν + πλέκω = πλέκω, ενώνω, δένω μαζί

Άρα: συμπλεκτικός = αυτός που ενώνει μέρη του λόγου
Στη Γραμματική συμπλεκτικοί σύνδεσμοι είναι οι λέξεις που ενώνουν (δηλαδή συνδέουν) ισοδύναμα μέρη της πρότασης ή προτάσεις που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Χωρίς αντίθεση.
Με προσθετικό ή συμπληρωματικό τρόπο
π.χ.
- Έχω μολύβι και στυλό
- Δεν θέλω ούτε να φάω ούτε να πιω
Σύμφωνα
Η λέξη σύμφωνο προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά
συν + φωνή= αυτό που συμφωνεί με τη φωνή (δηλαδή με το φωνήεν)

Σύμφωνα είναι αυτά στα οποία ο αέρας που βγαίνει από το στόμα μας βρίσκει εμπόδιο
Το σύμφωνο από μόνο του δεν ακούγεται

Πρέπει να «συμφωνήσει», δηλαδή να συνδυαστεί με κάποιο φωνήεν για να γίνει συλλαβή και λέξη
π.χ.
- μ > δεν ακούγεται μόνο του
- μα > ακούγεται
Ενώθηκε το σύμφωνο με το φωνήεν και απέκτησε φωνή
Συμφωνόληκτα
(ρήματα)
Η λέξη συμφωνόληκτα προέρχεται από
συν + φωνή + κατάληξη -ληκτο (από το ρήμα λήγω = τελειώνω)

Άρα: συμφωνόληκτο είναι αυτό που τελειώνει σε σύμφωνο

Και συμφωνόληκτο ρήμα είναι αυτό του οποίου η ρίζα τελειώνει σε σύμφωνο
(π.χ. γράφω > η ρίζα του είναι γραφ-)
Συμφωνόληκτα είναι τα ρήματα των οποίων το θέμα, δηλαδή η ρίζα του ρήματος τελειώνει σε σύμφωνο
π.χ.
- γράφω > γραφ- (τελειώνει σε φ)
- δένω > δεν- (τελειώνει σε ν)
Συναίρεση
(πάθη φωνηέντων)
Η λέξη συναίρεση προέρχεται από το ρήμα συναιρώ
συν (μαζί) + αίρω (= σηκώνω, παίρνω)

Άρα: συναίρεση σημαίνει κυριολεκτικά: ανύψωση ή ένωση μαζί

Στη Γραμματική δηλώνει το φαινόμενο όπου ήχοι ή γράμματα σηκώνονται, ενώνονται μαζί και σχηματίζουν έναν ήχο

Συναίρεση συμβαίνει στη Γραμματική όταν δύο γειτονικά φωνήεντα μιας λέξης ενώνονται και γίνονται ένας ήχος
π.χ.
τιμάω > τιμώ
Σύνδεσμοι
(μέρη του λόγου)
Η λέξη σύνδεσμος προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά
συν (μαζί) + δέω (= δένω, ενώνω)

Άρα: Σύνδεσμος σημαίνει κυριολεκτικά αυτός που δένει ή ενώνει μαζί
Σύνδεσμοι λέγονται οι άκλιτες λέξεις
που χρησιμοποιούμε για να συνδέουμε στο κείμενο λέξεις, φράσεις, προτάσεις, ώστε να σχηματίσουν έναν λογικό και συνεκτικό λόγο
π.χ.
εγώ κι εσύ παίζουμε
Συνηρημένα
(ρήματα)
Η λέξη συνηρημένα προέρχεται από το ρήμα
συν + αίρω που σημαίνει ενώνω μαζί

Τα συνηρημένα ρήματα λέγονται έτσι, γιατί στον σχηματισμό τους γίνεται η γραμματική διαδικασία της συναίρεσης, δηλαδή της ένωσης δύο φωνηέντων που γίνονται ένας ήχος
π.χ.
τιμάω > τιμώ
Συνίζηση Προέρχεται από το ρήμα συνιζάνω (= συμπροφέρω)

Συνίζηση σημαίνει κυριολεκτικά «κάθοδος μαζί» και κατ’ επέκταση: ένωση φωνηέντων σε μία συλλαβή

Συνίζηση είναι το φαινόμενο της φωνολογίας όπου δύο φωνήεντα που βρίσκονται σε διαφορετικές συλλαβές, ενώνονται σε μία συλλαβή κατά την προφορά τους. Δηλαδή συγχωνεύονται για να προφερθούν πιο γρήγορα και πιο εύκολα
π.χ.
τέ-τοι-ος > τέ-τοιος
Συντελεσμένος μέλλοντας
(Χρόνος ρήματος)
Η λέξη συντελεσμένος προέρχεται από το ρήμα συντελώ
συν + τελώ (= τελειώνω, ολοκληρώνω)

Ο συντελεσμένος μέλλοντας είναι ένας χρόνος των ρημάτων που εκφράζει μία πράξη που θα έχει ολοκληρωθεί στο μέλλον, δηλαδή μία ενέργεια που θα έχει τελειώσει πριν από κάποιο άλλο σημείο στο μέλλον
π.χ.
θα έχω ξεσκονίσει πριν έρθουν οι καλεσμένοι
Συνώνυμα
συν (= μαζί) + όνομα (= όνομα, λέξη)

Άρα, συνώνυμα είναι οι λέξεις που έχουν κοινό όνομα, παρόμοια σημασία
Συνώνυμα είναι όταν διαφορετικές λέξεις λένε το ίδιο πράγμα ή εκφράζουν παρόμοια έννοια
π.χ.
- χαρούμενος = ευτυχισμένος
- όμορφος = ωραίος
Τακτικά (αριθμητικά επίθετα)
Η λέξη τακτικός προέρχεται από το ρήμα τάσσω

Τακτικός σημαίνει σε τάξη, σε σειρά, σε θέση
Τακτικά είναι τα αριθμητικά που δείχνουν τη θέση, την τάξη κάποιου μέσα σε μία σειρά

Δείχνουν σε ποια θέση βρίσκεται κάποιος σε σχέση με άλλους
π.χ.
- πρώτος
- πέμπτος
Ταυτόσημα


Η λέξη ταυτόσημα προέρχεται από:
ταυτό (= αυτό το ίδιο) + σήμα (= σημασία)

Ταυτόσημες λέγονται οι λέξεις που έχουν την ίδια ακριβώς σημασία, ταυτίζονται εντελώς ως προς το νόημα
Τα ταυτόσημα είναι λέξεις ή έννοιες που έχουν ακριβώς την ίδια σημασία. Δηλαδή ταυτίζονται νοηματικά

Δεν μοιάζουν απλώς όπως τα συνώνυμα αλλά σημαίνουν το ίδιο πράγμα χωρίς καμία διαφορά
π.χ.
- αναγκαίος - απαραίτητος
- έξυπνος - ευφυής
Τελεία
(Σημείο στίξης)
Η λέξη τελεία προέρχεται από το αρχαίο ρήμα
τελέω-τελώ και σημαίνει τελειώνω, ολοκληρώνω
Τελεία στη Γραμματική είναι το σημείο στίξης που βάζουμε στο τέλος μιας πρότασης για να δείξουμε ότι αυτή έχει ολοκληρωθεί

Λέγεται έτσι, γιατί σηματοδοτεί το τέλος, την ολοκλήρωση μιας πρότασης, μιας σκέψης
π.χ.
Ο ήλιος λάμπει. (η τελεία δηλώνει ότι η πρόταση ολοκληρώθηκε)
Τελικοί
(σύνδεσμοι)
Η λέξη τελικός προέρχεται από το τέλος που σημαίνει σκοπός, στόχος, κατάληξη Οι τελικοί σύνδεσμοι εισάγουν προτάσεις και δείχνουν τον σκοπό, τον στόχο, το αποτέλεσμα μιας ενέργειας
π.χ.
Ήρθα για να σε δω
Τονικά σημάδια
(τόνος)
Η λέξη τονικός προέρχεται από το ρήμα τονίζω (= δίνω έμφαση, επισημαίνω την ένταση στην προφορά Στη Γραμματική, τονικά είναι τα σημάδια που μπαίνουν στο φωνήεν μιας συλλαβής για να δείξουν πού τονίζεται η λέξη και για να δώσουν έμφαση
π.χ.
- κα|θα|ρό
- δια|βά|ζω
- κά|θο|μαι
Τονισμός
Η λέξη τονισμός προέρχεται από το ρήμα τονίζω (= δίνω έμφαση, επισημαίνω την ένταση στην προφορά

Τονισμός είναι η φωνητική έμφαση που δίνουμε σε μία συλλαβή και δηλώνεται με το τονικό σημάδι ( ΄)
π.χ.
καλός > κα-λός
Υπερθετικός
(βαθμός επιθέτων)
Η λέξη υπερθετικός προέρχεται από:
υπέρ (= πάρα πολύ) + θετικός (= πάνω από, πέρα από, περισσότερο από…)

Έχει, δηλαδή, ένα χαρακτηριστικό στον πιο έντονο βαθμό από όλους τους άλλους
Ο υπερθετικός βαθμός είναι η μορφή του επιθέτου ή του επιρρήματος που δηλώνει τον υψηλότερο και πιο έντονο βαθμό ενός χαρακτηριστικού
π.χ.
- όμορφη (θετικός)
- ομορφότερη (συγκριτικός)
- η πιο όμορφη ή ομορφότατη (υπερθετικός)
Υπερσυντέλικος
(χρόνος)
Η λέξη υπερσυντέλικος προέρχεται από:
υπέρ (= πέρα, πάνω από, πριν από) + συν + τελώ (=ολοκληρώνω, τελειώνω + κατάληξη -ικός

Άρα: αυτός που έχει τελειώσει πριν από κάτι άλλο που επίσης έχει τελειώσει
Ο υπερσυντέλικος είναι παρελθοντικός χρόνος και εκφράζει μια πράξη που έχει ήδη ολοκληρωθεί στο παρελθόν πριν από μία άλλη παρελθοντική ενέργεια
π.χ.
Ο Πέτρος είχε φύγει πριν φτάσουμε
Υποδιαστολή
Η λέξη υποδιαστολή προέρχεται από το ρήμα υποδιαστέλλω
υπό (κάτω από, μικρότερο) + διαστολή (διαχωρισμός, χάσμα, απόσταση)

Κάτι που μπαίνει κάτω και χωρίζει
Η υποδιαστολή είναι ο μικρότερος ή κατώτερος διαχωρισμός, δηλαδή ένα σημείο που δημιουργεί μικρή παύση ή διαχωρισμό μέσα στη λέξη
π.χ.
κάνε ό,τι θέλεις
Υποθετικοί
(σύνδεσμοι)
Η λέξη υποθετικός προέρχεται από το ρήμα υποτίθημι > υπόθετος > υποθετικός

Είναι αυτός που βασίζεται σε μία υπόθεση, σε μία ιδέα, σε μία κατάσταση που θεωρούμε αληθινή ή ότι μπορεί να γίνει
Οι υποθετικοί σύνδεσμοι λέγονται έτσι, γιατί εισάγουν προτάσεις που βασίζονται σε μία υπόθεση ή πιθανότητα.
Όχι βεβαιότητα
π.χ.
Αν φύγεις, θα φύγω κι εγώ
Υποτακτική
(Έγκλιση)
Η λέξη υποτακτική προέρχεται από:
υπό (= κάτω, εξάρτηση) + τάσσω (= τοποθετώ, διατάζω) και κατά συνέπεια υποτάσσω

Έτσι προκύπτει και το επίθετο υποτακτικός (και υποτακτική) και σημαίνει αυτός που υπακούει, που δέχεται να τεθεί υπό διαταγή ή εξουσία
Η υποτακτική έγκλιση λέγεται έτσι, γιατί εκφράζει ενέργειες που υποτάσσονται ή εξαρτώνται από κάτι άλλο. Δηλαδή δεν είναι βέβαιες ή ανεξάρτητες (όπως η Οριστική)

Εκφράζει: ευχή, πρόθεση, σκοπό, αβεβαιότητα, ενδεχόμενο, προτροπή
π.χ.
Σε παρακαλώ να έρθεις σύντομα
Υπώνυμα
Η λέξη υπώνυμα προέρχεται από:
υπό (= κάτω από) + όνομα (= λέξη, όνομα)

Δηλαδή: εντάσσομαι, υπακούω, μπαίνω κάτω από κάποιον
Τα υπώνυμα λέγονται έτσι, γιατί είναι «ονομασίες κάτω από» μία πιο γενική κατηγορία, δηλαδή πιο συγκεκριμένες λέξεις μέσα σε μία ευρύτερη έννοια
π.χ.
- μήλο είναι υπώνυμο της λέξης φρούτο
- σκύλος, γάτα είναι υπώνυμα της λέξης ζώο
Φθόγγος
Η λέξη φθόγγος προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη φθέγγομαι > φθόγγος, που σημαίνει: ήχος, φωνή, ήχος που βγαίνει από το στόμα

Φθόγγος είναι ο ήχος που παράγεται όταν μιλάμε και είναι η μικρότερη ηχητική μονάδα του λόγου
Ο φθόγγος λέγεται έτσι, γιατί αναφέρεται στον ήχο, τη φωνή που παράγουμε όταν μιλάμε

Είναι το βασικό κομμάτι της προφορικής γλώσσας

Οι φθόγοι της νέας ελληνικής είναι 23: α, ε, ι, ο, ου, κ, π, τ, γκ, μπ, ντ, ν, μ, σ, ζ, ρ, λ, θ, φ, χ, δ, β, γ. Οι φθόγγοι στον γραπτό λόγο αποδίδονται με τα γράμματα. Τα γράμματα της ν.ε. είναι 24
Φωνή
(ενεργητική και παθητική)

Η φωνή αναφέρεται στο είδος της κατάληξης
Η λέξη φωνή προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα φημί (= μιλάω, λέω)

Σημαίνει: ήχος, κραυγή, ομιλία, λόγος, άρθρωση
Η Φωνή στη Γραμματική δείχνει την κατάληξη του ρήματος στο α' πρόσωπο του ενεστώτα ενεργητικής ή παθητικής φωνής
- Στην ενεργητική φωνή τα ρήματα έχουν κατάληξη -ω
- Στην παθητική φωνή τα ρήματα έχουν κατάληξη -μαι
π.χ.
- ντύνωω, γελώ, απειλώ (ενεργητική φωνή)
- ντύνομαι, γελιέμαι, απειλούμαι (παθητική φωνή)
Φωνήεντα Φωνήεντα είναι τα γράμματα που ο αέρας που βγαίνει από το στόμα μας δεν βρίσκει κανένα εμπόδιο Τα φωνήεντα λέγονται έτσι, γιατί είναι τα γράμματα που παράγουν καθαρό ήχο μόνα τους και είναι τα βασικά γράμματα για τη δημιουργία συλλαβών και λέξεων
Τα φωνήεντα είναι πέντε, α, ε, ο, ου, ι
Φωνηεντόληκτα
(ρήματα)
Η λέξη φωνηεντόληκτα προέρχεται από:
φωνή > φωνήεντα + λήξη

Φωνηεντόληκτες λέξεις είναι αυτές που λήγουν σε φωνήεν
Λέγονται φωνηεντόληκτα τα ρήματα, των οποίων το τελευταίο γράμμα (του θέματος, δηλαδή ο χαρακτήρας) είναι φωνήεν
π.χ.
ζηλεύ-ω, αναπνέ-ω, αγωνι
Χαρακτήρας
(της λέξης)
Η λέξη χαρακτήρας προέρχεται από το ρήμα χαράσσω (= χαράζω, σκαλίζω, αποτυπώνω κάτι με σημάδι)

Από αυτό παράγεται το ουσιαστικό χαρακτήρ (= αποτύπωμα, σημάδι πάνω σε επιφάνεια, τύπος, σχήμα, γνώρισμα)

Άρα: χαρακτήρας είναι αυτό που έχει χαραχθεί ή έχει αφήσει το σημάδι του, δηλαδή αυτό που ξεχωρίζει
Στη Γραμματική, χαρακτήρα λέμε τον τελευταίο φθόγγο του θέματος των κλιτών μερών του λόγου, αυτόν που δεν αλλάζει όταν η λέξη κλίνεται
π.χ.
γράφω (το θέμα= γραφ-, ο χαρακτήρας: - φ
Χρονικοί
(σύνδεσμοι)
Η λέξη χρονικοί προέρχεται από τη λέξη χρόνος Οι χρονικοί σύνδεσμοι λέγονται έτσι, επειδή δείχνουν τον χρόνο, δηλαδή πότε συμβαίνει κάτι

Εισάγουν δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις και δείχνουν:
- χρονική σειρά
- ταυτόχρονη ενέργεια
- χρονική εξάρτηση
π.χ.
Πριν φύγεις, θέλω να σου μιλήσω
Χρόνος
(ρήματος)
Χρόνος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει:
- Χρονική διάρκεια
- στιγμή
- περίοδος μέσα στην οποία συμβαίνει κάτι
Χρόνος ρήματος στη Γραμματική, λέγεται η κατηγορία που δείχνει πότε συμβαίνει η ενέργεια που εκφράζει το ρήμα
π.χ.
- τρέχω (τώρα > ενεστώτας)
- έτρεχα (στο παρελθόν συνεχώς > παρατατικός)
κλπ.

 

 

 


Βιβλιογραφία

 

bullet

Ετυμολογικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, Ευάγγελου Μαντουλίδη

bullet

Αντίστροφο Λεξικό της Νέας Ελληνικής, Αναστασιάδη-Συμεωνίδη

bullet

Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη

bullet

Λεξικό Συνωνύμων, Χάρη Σακελλαρίου

bullet

Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής, Τριανταφυλλίδη

bullet

ChatGPT