|
Α΄λέξη |
Β΄λέξη |
|
Αγρύπνια
= Αϋπνία
π.χ.
Η αγρύπνια των τελευταίων ημερών τον είχε εξαντλήσει. |
Αγρυπνία
= Η κατάσταση μη ύπνου όλη τη νύχτα για φροντίδα
κάποιου ή θρησκευτικούς λόγους.
π.χ.
Η αγρυπνία πριν τις εξετάσεις ήταν απαραίτητη. |
|
Άδηλος
= Αόρατος, ασαφής, κρυφός.
π.χ.
Το μέλλον της σχέσης τους ήταν άδηλο. |
Αδήλωτος
= Αυτός που δεν έχει δηλωθεί, αναφερθεί, καταγραφεί.
π.χ.
Βρέθηκε αδήλωτο εισόδημα κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου. |
|
Αδιακρίτως
= Χωρίς διάκριση, έλεγχο, διαχωρισμό.
π.χ.
Οι φήμες διαδίδονταν αδιακρίτως σε όλο το χωριό. |
Αδιάκριτα
= Χωρίς διακριτικότητα, σεβασμό στην προσωπική ζωή των
άλλων.
π.χ.
Κοιτούσε αδιάκριτα το κινητό του φίλου του. |
|
Αδιαχώρητο
= Έχει γεμίσει ασφυκτικά.
π.χ.
Στη συναυλία υπήρχε το αδιαχώρητο. |
Αδιαχώριστο
= Αυτό που δεν μπορεί να διαχωριστεί, είναι άρρηκτα
συνδεδεμένο.
π.χ.
Η ομάδα είναι αδιαχώριστη, όλοι συνεργάζονται άψογα. |
|
Αδόκητος
= Ο απροσδόκητος, ανέλπιστος, ξαφνικός, χωρίς να το
περιμένουμε.
π.χ.
Ο αδόκητος θάνατός του, γέμισε όλους στη θλίψη. |
Αδόκιμος
= α) Δεν έχει δοκιμαστεί, εγκριθεί
β) (για λέξεις, εκφράσεις) δεν είναι καθιερωμένος ή σωστός στη
γλώσσα.
π.χ.
Ο τύπος «επήγαμεν» είναι αδόκιμος στη σύγχρονη χρήση. |
|
Αέρινος
= (πιο ποιητική έκφραση)
Κυριολεκτικά= Αυτός που έχει σχέση με τον αέρα ή μοιάζει με αέρα,
ελαφρύς, λεπτός, άυλος.
π.χ.
Οι αέρινες κουρτίνες ανέμιζαν στο ανοιχτό παράθυρο.
Μεταφορικά: Αυτός που δίνει την εντύπωση ελαφρότητας, χάρης ή
ανεμελιάς.
π.χ.
Περπατούσε με αέρινο βήμα, σαν να μην πατούσε στη γη |
Αέριος
= (πιο επιστημονικός ή κυριολεκτικός όρος)
= Αυτός που βρίσκεται στον αέρα ή αναφέρεται στον αέρα.
π.χ.
Ο ήλιος περιβάλλεται από αέρια μάζα. |
|
Αιμάτινος
= Αυτός που σχετίζεται με το αίμα ή το κόκκινο χρώμα,
σαν το αίμα.
π.χ.
Κυριολεκτικά:
Οι αιμάτινες πληγές του ήρθαν σε αντίθεση με το χιονισμένο τοπίο.
Μεταφορικά:
Η αιμάτινη θυσία των ηρώων διατηρείται στη μνήμη των ανθρώπων. |
Αιματικός
= Αυτός που αναφέρεται στο αίμα ή έχει σχέση με αυτό.
π.χ.
Η αιματική κυκλοφορία διατηρεί τα κύτταρα ζωντανά. |
|
Αισθαντικός
= Αυτός που αισθάνεται έντονα, που έχει ευαισθησία και
βάθος συναισθημάτων.
π.χ.
Η φωνή της ήταν αισθαντική, γεμάτη συναίσθημα και αλήθεια. |
Αισθησιακός
= Αυτός που διεγείρει τις αισθήσεις προκαλώντας
ευχάριστα συναισθήματα, κυρίως ερωτικά.
π.χ.
Η μουσική είχε αισθησιακό χαρακτήρα, καθώς οι μελωδίες της άγγιζαν την
ψυχή των ακροατών, δημιουργώντας έναν αέρα έντασης και επιθυμίας. |
|
Ακαμάτης
= Τεμπέλης
π.χ.
Ο καινούργιος εργάτης είναι ακαμάτης, όλο βρίσκει ευκαιρίες για να
κάθεται. |
Ακάματος
= Αυτός που εργάζεται ή προσπαθεί αδιάκοπα, ο
ακούραστος.
π.χ.
Αυτός ο τεχνίτης είναι ακάματος και συνεχώς βελτιώνεται. |
|
Ακόμα
= Με σημασία : επί πλέον, περισσότερο. Ποσοτικά.
π.χ.
Με τα βιβλία που έβαλα, η βαλίτσα μου είναι ακόμα πιο βαριά. |
Ακόμη
= Χρονική και εξακολουθητική σημασία.
π.χ.
Βρέχει ακόμη. |
|
Ακραίος
= Αυτός που ξεπερνά το μέτρο, το συνηθισμένο ή το
λογικό όριο. Υπερβολικός.
π.χ.
Αυτός ο άνθρωπος έχει ακραίες
πολιτικές απόψεις. |
Ακριανός
= Αυτός που βρίσκεται στην άκρη, στο σύνορο, στο
περιθώριο.
π.χ.
Κάθισα στην ακριανή θέση. |
|
Αμαρτωλός
= Αυτός που παραβαίνει τον θείο νόμο.
π.χ.
Όποιος παραβαίνει τις εντολές του Θεού, θεωρείται αμαρτωλός. |
Αρματολός
= Ένοπλος Χριστιανός επί τουρκοκρατίας που ανήκε σε
ειδικό Σώμα και επόπτευε την περιοχή με άδεια των Τούρκων. Συνήθως
συνεργάζονταν με τους Κλέφτες που αντιστέκονταν στον τουρκικό ζυγό.
π.χ.
Πολλοί αρματολοί πολέμησαν εναντίον των Τούρκων. |
|
Άμεσα (αντίθετο του
έμμεσα)
= Απευθείας, χωρίς μεσολάβηση.
π.χ.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να παραδώσουν άμεσα τις εργασίες
τους. |
Αμέσως
= Χωρίς καθυστέρηση, τώρα.
π.χ.
Όταν άκουσαν τον ήχο του συναγερμού, έτρεξαν αμέσως προς την έξοδο. |
|
Αμφιβάλλω (συντάσσεται
πάντα με πρόθεση)
= Δεν είμαι βέβαιος, δεν πιστεύω πλήρως.
π.χ.
Αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά του. |
Αμφισβητώ
= Δεν αποδέχομαι ως αληθινό. Εκφράζω την αντίθεσή μου.
π.χ.
Αμφισβητώ την ειλικρίνεια των προθέσεών του. |
|
Αν
Χρησιμοποιούνται και οι δύο τύποι για τη διατύπωση μιας
υπόθεσης, αλλά στις πλάγιες ερωτήσεις χρησιμοποιείται μόνο το αν
π.χ.
Σου είπα ότι αν θέλεις, μπορείς να έρθεις μαζί μου. |
Εάν
π.χ.
Εάν βρέξει, δε θα πάμε εκδρομή. |
|
Αναβάθμιση
= Η διαδικασία κατά την οποία κάτι βελτιώνεται,
εκσυγχρονίζεται.
π.χ.
Όταν δε λειτουργεί σωστά ο υπολογιστής σου, το πιθανότερο είναι να
θέλει αναβάθμιση. |
Αναβαθμός
= Σκαλοπάτι.
π.χ.
Χρειάστηκε να ανέβει τρεις αναβαθμούς για να φτάσει στη σκηνή του
θεάτρου. |
|
Ανάθεμα
Κυριολεκτικά = Κατάρα, αφορισμός
Μεταφορικά = Έκφραση θυμού και αγανάκτησης.
π.χ. (κυριολεκτικά)
Στο παρελθόν το ανάθεμα σήμαινε πλήρη απομάκρυνση από τη θρησκευτική
κοινότητα.
π.χ. (μεταφορικά)
Ανάθεμα την ώρα που σε γνώρισα. |
Ανάθημα
= Ιερή προσφορά, δώρο προς τους θεούς ως ένδειξη
ευγνωμοσύνης ή αφιέρωσης.
π.χ.
Οι αρχαίοι Έλληνες αφιέρωναν αναθήματα στους θεούς για να τους
ευχαριστήσουν. |
|
Ανακομιδή
= Η μεταφορά των οστών ενός νεκρού από το αρχικό μέρος
της ταφής σε άλλο.
π.χ.
Η ανακομιδή του ήρωα έγινε στο μνημείο πεσόντων του χωριού. |
Διακομιδή
= Μεταφορά ασθενούς ή τραυματία σε νοσοκομείο.
π.χ.
Η διακομιδή του τραυματία έγινε με ελικόπτερο. |
|
Αποκομιδή
= Η συλλογή και απομάκρυνση αντικειμένων, κυρίως
σκουπιδιών από τον χώρο που βρίσκονται προς άλλον (για απόρριψη ή
επεξεργασία).
π.χ.
Η αποκομιδή των σκουπιδιών γίνεται καθημερινά από τα απορριμματοφόρα του
Δήμου. |
Μετακομιδή
= Η μεταφορά λείψανου ή οστών νεκρού από τον τάφο του
σε άλλο μέρος
π.χ.
Η μετακομιδή του λείψανου του πολιούχου αγίου της πόλης μας έγινε πριν
πολλά χρόνια. |
|
Άνθιση (από το ανθίζω)
= Η περίοδος κατά την οποία το φυτό ανθίζει.
π.χ.
Στον κήπο μας, η άνθιση των τριαντάφυλλων είναι εντυπωσιακή. |
Άνθηση (από το ανθώ, το
οποίο είναι παλαιότερο)
= Ακμή.
π.χ.
Η τέχνη γνώρισε μεγάλη άνθηση τον 19ο αιώνα. |
|
Ανταγωνίζομαι
= Αγωνίζομαι για να υπερισχύσω, να κερδίσω, να ξεπεράσω
άλλους.
π.χ.
Οι εταιρίες τεχνολογίας ανταγωνίζονται μεταξύ τους για νέους πελάτες. |
Συναγωνίζομαι
= Αγωνίζομαι με άλλους για έναν κοινό ή παρόμοιο στόχο,
συνήθως με θεμιτό τρόπο.
π.χ.
Συναγωνίζονται ποιος θα βοηθήσει περισσότερο στο φιλανθρωπικό έργο. |
|
Αντιστοιχίζω
= Βάζω σε αντιστοιχία δύο πράγματα που ταιριάζουν ή
σχετίζονται μεταξύ τους.
π.χ.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να αντιστοιχίσουν τους συγγραφείς με
τα έργα τους. |
Αντιστοιχώ (αμετάβατο)
= Σχετίζομαι, ταιριάζω με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
π.χ.
Οι τιμές δεν αντιστοιχούν στην ποιότητα του προϊόντος. |
|
Απλά
= Με απλό τρόπο.
π.χ.
Η Μαρία μιλάει απλά και κατανοητά. |
Απλώς
= Μόνο, αποκλειστικά.
π.χ.
Σου ζητώ απλώς να με ακούσεις. |
|
Αποδύομαι
= Ξεκινώ κάτι με έντονη προσπάθεια μια δραστηριότητα.
π.χ.
Οι ερευνητές αποδύθηκαν σε μεγάλο αγώνα για να βρουν λύση στο πρόβλημα. |
Απεκδύομαι
= Αποβάλλω, αποτινάσσω χαρακτηριστικά, συνήθειες,
ρόλους ή ιδιότητες που «καλύπτουν» τον πραγματικό μου εαυτό.
π.χ.
Προκειμένου να βελτιωθούμε, πρέπει να απεκδυθούμε παλιές νοοτροπίες. |
|
Άποψη
= Η προσωπική κρίση, πεποίθηση ή εκτίμηση για ένα θέμα.
Δε βασίζεται απαραίτητα σε αποδείξεις ή αντικειμενικά στοιχεία.
Επηρεάζεται από τις εμπειρίες, τα συναισθήματα, τις αξίες και τις
προτιμήσεις του ατόμου.
π.χ.
Πιστεύω ότι το βιβλίο ήταν καλύτερο από την ταινία. |
Έποψη
= Η θεώρηση του ζητήματος σφαιρικά, από κάθε άποψη. Η
θέαση από απόσταση.
π.χ.
Εξετάζω το ζήτημα από νομικής έποψης. |
|
Άπραγος
= Αυτός που δε δραστηριοποιείται, που δεν ενεργεί.
π.χ.
Δε μου αρέσει να μένω άπραγος. Θέλω να είμαι πάντας δημιουργικός. |
Άπρακτος
= Αυτός που δεν πέτυχε τον σκοπό του.
π.χ.
Ο αστυνομικός επέστρεψε άπρακτος. Δεν μπόρεσε να συλλάβει τον κλέφτη. |
|
Αρχέγονος
= Ο πρωταρχικός, αρχικός, προερχόμενος από την αρχή των
πραγμάτων.
Χρησιμοποιείται για κάτι που υπάρχει από τα πρώτα στάδια της
δημιουργίας. Πρωτόγονο, θεμελιώδες. Με την έννοια του αγνού, του
ανόθευτου, του αυθεντικού.
π.χ.
Η τέχνη των σπηλαίων εκφράζει τις αρχέγονες ανάγκες για επικοινωνία και
αφήγηση. |
Αρχέτυπος
= Το πρωτότυπο μοντέλο από το οποίο προέρχονται,
μιμούνται ή βασίζονται όλα τα επόμενα.
π.χ.
Πολλοί σύγχρονοι υπερήρωες ακολουθούν το αρχέτυπο του υπερασπιστή του
καλού. |
|
Ασκώ
= 1. Ενεργώ, πράττω, εφαρμόζω.
π.χ. Ασκεί καθήκοντα αναπληρωτή υπουργού
2. Ασκώ επάγγελμα.
3. Αντί πίεση.
π.χ. Ασκεί πίεση.
4. Αντί του επιδρώ.
π.χ. Ασκεί επίδραση.
5. Αντί του κρίνω.
π.χ. Ασκεί κριτική. |
Εξασκώ
= 1. Γυμνάζω και κατ’ επέκταση: διδάσκω, εκπαιδεύω.
2. Κάνω επανάληψη ή πρακτική με σκοπό να βελτιώσω μία ικανότητα ή
δεξιότητα.
π.χ.
Ο μαθητής εξασκεί τις μαθηματικές του ικανότητες.
Αυτή η άσκηση εξασκεί τη μνήμη. |
|
Ασχήμια
= Έλλειψη ομορφιάς, η ιδιότητα του άσχημου.
π.χ.
Δεν πρέπει να κρίνουμε κάποιον από την ομορφιά ή την ασχήμια του. |
Ασχημία
= Πράξη που μαρτυρεί έλλειψη ευπρέπειας.
π.χ.
Η ασχημία της ψυχής του φάνηκε όταν μίλησε με τόση σκληρότητα στη μητέρα
του. |
|
Αχρησία
= Η μη χρησιμοποίηση.
π.χ.
Η αχρησία του κτηρίου το έκανε να μοιάζει εγκαταλελειμμένο. |
Αχρηστία
= Η ιδιότητα του άχρηστου.
π.χ.
Μπερδεύουν τη σεμνότητά του με αχρηστία. |
|
Βία
= Βαναυσότητα, άσκηση πίεσης.
Βι-ά-ζομαι= υφίσταμαι βιασμό. |
Βια
= Βιασύνη
Βιά-ζομαι= είμαι βιαστικός, επείγομαι. |
|
Βίος
= Ζωή.
π.χ.
Στον μακρύ του βίο γνώρισε πολλούς και ενδιαφέροντες χαρακτήρες. |
Βιος
= Περιουσία και κατ’ επέκταση πλούτος.
π.χ.
Όλος του ο βιος χωρούσε σε μια κούτα. |
|
Βοριάς
= Ψυχρός άνεμος που φυσάει από τον βορρά.
π.χ.
Σήμερα φυσάει δυνατός βοριάς. |
Βορράς
= Το σημείο του ορίζοντα.
π.χ.
Το χωριό του βρίσκεται στον βορρά της επαρχίας. |
|
Βούτηγμα
= Η ενέργεια του να βουτάει κάποιος στο νερό.
π.χ.
Έκανε ένα βούτηγμα στη θάλασσα για να δροσιστεί. |
Βούτημα
= Αρτοσκεύασμα που συνοδεύει ροφήματα.
π.χ.
Σου έφερα μερικά βουτήματα για το τσάι σου. |
|
Βρόγχος
= Κάθε μία από τις δύο διακλαδώσεις της τραχείας οι οποίες επεκτείνονται
μέσα στους πνεύμονες.
π.χ.
Ο αέρας περνά από την τραχεία και τους βρόγχους πριν φτάσει στους
πνεύμονες. |
Βρόχος
= Θηλειά με μετακινούμενο κόμπο που σφίγγει όταν
τραβιέται το σχοινί της κρεμάλας.
π.χ.
Έδεσε το σχοινί σε βρόχο για να κρεμάσει την κούνια. |
|
Γλείφω
= Περνώ τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι είτε για καθαρισμό
είτε για γεύση.
π.χ.
Το παιδάκι γλείφει το παγωτό του με λαιμαργία. |
Γλύφω
= Σκαλίζω, λαξεύω επιφάνεια ξύλου ή πέτρας για να
δημιουργήσω ανάγλυφη μορφή.
π.χ.
Ο γλύπτης γλύφει το μάρμαρο με υπομονή μέχρι να δημιουργήσει τη μορφή
που θέλει. |
|
Γλωσσικός
= Αυτός που σχετίζεται με τη γλώσσα.
π.χ.
Οι γλωσσικές ασκήσεις βοηθούν τους μαθητές να κατανοήσουν τη γλώσσα. |
Γλωσσολογικός
= Αυτός που σχετίζεται με την επιστήμη της
Γλωσσολογίας.
π.χ.
Η γλωσσολογική ανάλυση βοηθά στην κατανόηση των διαφόρων διαλέκτων. |
|
Δεσμός
= Σύνδεση, ένωση ή σχέση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα
πρόσωπα, πράγματα ή έννοιες.
π.χ. Υπάρχει δυνατός δεσμός ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. |
Δεσμά
= α) Μέσα περιορισμού ή δέσμευσης (αλυσίδες,
χειροπέδες) και οτιδήποτε περιορίζει την ελευθερία, την ανεξαρτησία ή
την προσωπική εξέλιξη ενός ανθρώπου.
β) Τα κοινωνικά ήθη που περιορίζουν
π.χ.
α) Οι αιχμάλωτοι κατάφεραν να λυθούν από τα δεσμά τους.
β) Τα δεσμά της φιλίας έκαναν πιο δυνατή τη σχέση τους. |
|
Διακονία
= Η υπηρεσία, η αφοσίωση σε ορισμένη αποστολή (κυρίως
φιλανθρωπική).
π.χ.
Η διακονία των εθελοντών βοήθησε πολλούς ανθρώπους που βρίσκονταν σε
ανάγκη.
Το διακόνημα
= Η υπεύθυνη εργασία που αναθέτει ο ηγούμενος της Μονής σε κάθε μοναχό.
π.χ. Ο ιερέας θεωρεί το διακόνημά του στο χωριό του μεγάλη ευλογία. |
Διακονιά
= Ζητιανιά.
π.χ.
Αυτός ο ζητιάνος έχει τα απαραίτητα, αλλά έχει τη διακονιά στο αίμα του. |
|
Διαφήμιση (με
γιώτα, από το ρήμα διαφημίζω)
= Η δημόσια προβολή ενός προϊόντος, υπηρεσίας ή ιδέας με σκοπό την
ενημέρωση και την προώθησή του στο κοινό.
π.χ.
Η νέα διαφήμιση του κινητού τράβηξε την προσοχή πολλών νέων. |
Δυσφήμηση (με ήτα, από το
δυσφημώ)
= Η ενέργεια κατά την οποία διαδίδονται ψευδείς ή κακόβουλες πληροφορίες
για ένα πρόσωπο ή έναν οργανισμό, με σκοπό να πληγεί η φήμη και το κύρος
του.
π.χ.
Ο επιχειρηματίας κατέθεσε μήνυση για δυσφήμηση, επειδή δημοσιεύτηκαν
ψευδείς κατηγορίες εις βάρος του. |
|
Δίκαιο
= Το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις των
μελών μιας κοινωνίας.
Και: αυτό που είναι σωστό, δίκαιο και σύμφωνο με τις αρχές της
δικαιοσύνης, αλλά και της ηθικής και της λογικής.
π.χ.
Το αστικό δίκαιο ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.
Δεν είναι δίκαιο να τιμωρείται χωρίς λόγο. |
Δίκιο
= Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος έχει
λογική, ορθότητα ή εντιμότητα σε μία κατάσταση.
π.χ.
Ο δάσκαλος είχε δίκιο όταν είπε ότι χρειάζεται υπομονή. |
|
Εδώλιο
= Η θέση που κάθεται ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο
κατά τη διάρκεια της δίκης.
π.χ.
Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον δράστη ενώ αυτός βρισκόταν στο εδώλιο. |
Ειδώλιο
= Μικρό γλυπτό ή άγαλμα θεϊκής ή ανθρώπινης μορφής, που
φτιάχνεται για λατρευτικούς, συμβολικούς ή διακοσμητικούς σκοπούς.
Μπορεί να είναι από πέτρα, μέταλλο, ξύλο ή πηλό.
π.χ.
Στην ανασκαφή βρέθηκαν πολλά ειδώλια από την εποχή του χαλκού. |
|
Εκατόμβη
= Μεγάλη θυσία προς τους θεούς, συνήθως από εκατό
βοοειδή (ή πολλά).
Σύγχρονη χρήση: Μεγάλη καταστροφή ή μαζικός θάνατος ανθρώπων ή ζώων.
π.χ.
Η εκατόμβη των ζώων αποτελούσε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους θεούς. |
Κατακόμβη
= Αναφέρεται σε σύστημα υπόγειων διαδρόμων που
χρησιμοποιούταν κυρίως για την ταφή νεκρών κατά τους πρωτοχριστιανικούς
χρόνους ή για τέλεση των θρησκευτικών τελετών τους.
π.χ.
Στις κατακόμβες τελούνταν μυστικές λειτουργίες κατά τους διωγμούς των
χριστιανών. |
|
Εκδικάζω
= Η διαδικασία κατά τη οποία ένα δικαστήριο ακροάται
την υπόθεση και εκδίδει την απόφασή του.
π.χ.
Η υπόθεση εκδικάστηκε και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε. |
Επιδικάζω
= Το δικαστήριο αναγνωρίζει και χορηγεί δικαίωμα ή
αποζημίωση σε κάποιον.
π.χ.
Το δικαστήριο επιδίκασε 5.000 ευρώ στον τραυματία. |
|
Εμπειρία
= Βίωμα. Συνολική γνώση ή ικανότητα που αποκτάται με
την άμεση συμμετοχή ή παρατήρηση.
π.χ.
Η επίσκεψη στο Μουσείο ήταν μοναδική εμπειρία. |
Πείρα
= Η γνώση που αποκτάται από τις πολλές εμπειρίες.
Πείρα = το σύνολο των εμπειριών.
π.χ.
Η πείρα του μηχανικού τον βοηθά να λύσει πολύπλοκα προβλήματα. |
|
Ενδεχόμενος
= Σημαίνει ότι είναι πιθανόν να συμβεί, δεν
αποκλείεται. Εκφράζει πιθανότητα ή υπόθεση για μελλοντικά θέματα. Δεν
υπάρχει σιγουριά.
π.χ.
Η εταιρία προετοιμάζεται για ενδεχόμενα προβλήματα στην παραγωγή. |
Πιθανός
= Σημαίνει ότι έχει μεγάλη πιθανότητα να συμβεί. Είναι
λογικά αναμενόμενο. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα συμβεί. Ρεαλιστική
προοπτική γεγονότος.
π.χ.
Είναι πιθανό να αργήσει στη συνάντηση λόγω της κίνησης. |
|
Εξαερίζω
= Ανανεώνω τον αέρα ενός χώρου.
π.χ.
Πρέπει να εξαερίσουμε τα καλοριφέρ πριν αρχίσει ο χειμώνας. |
Εξαερώνω
= Μετατρέπω μία ουσία σε αέριο ή απελευθερώνω αέρια από
μία ουσία. Χρησιμοποιείται κυρίως σε τεχνικό, χημικό ή βιομηχανικό
πλαίσιο.
π.χ.
Η θερμότητα εξαερώνει το υγρό και το μετατρέπει σε ατμό. |
|
Επιβολή
= Η πράξη του να επιβάλλεται κάτι σε κάποιον ή σε μία
κατάσταση. Μπορεί να αφορά κανόνα, μέτρο, ποινή, εξουσία ή γενικότερα
την κυριαρχική επιρροή πάνω σε άλλους.
π.χ.
Η επιβολή νέων κανόνων ασφαλείας ήταν απαραίτητη μετά το ατύχημα. |
Επιβουλή
= Κρυφή και δόλια πράξη κάποιου με σκοπό να βλάψει, να
εξαπατήσει ή να υπονομεύσει κάποιον.
π.χ.
Ανακάλυψε την επιβουλή των υπαλλήλων του και πήρε τα μέτρα του. |
|
Έποικος
= Άτομο που εγκαθίσταται σε άλλη χώρα ή περιοχή από την
πατρίδα του, συνήθως για πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους.
π.χ.
Κατά τον 19ο αιώνα πολλοί Έλληνες μετανάστευσαν ως έποικοι
στη Μαύρη Θάλασσα. |
Άποικος
= Άτομο ή ομάδα που εγκαθίσταται μόνιμα σε ξένη χώρα,
συνήθως για να ιδρύσει νέα κοινότητα ή αποικία, διατηρώντας δεσμούς με
την πατρίδα του.
π.χ.
Οι αρχαίοι Έλληνες άποικοι ίδρυσαν πόλεις στην Ιταλία και τη Νότια
Γαλλία. |
|
Έρμα
= Το βάρος που τοποθετείται σε πλοία, αεροπλάνα ή άλλες
κατασκευές για να διατηρεί την ισορροπία, τη σταθερότητα ή την
κατεύθυνσή τους. Μπορεί να είναι φυσικό υλικό (πέτρες, άμμος) ή ειδικά
κατασκευασμένο κατά περίπτωση.
π.χ.
Το πλοίο γέμισε έρμα για να μην ανατραπεί με τα κύματα. |
Έρμαιο
= Άτομο ή πράγμα που υφίσταται την εξουσία, τις
ενέργειες ή τις διαθέσεις άλλων, χωρίς να έχει τον έλεγχο της
κατάστασης. Θύμα, αντικείμενο εκμετάλλευσης. Κλοτσοσκούφι.
π.χ.
Το παιδί έγινε έρμαιο των κακών συνθηκών στο σχολείο. |
|
Επιρροή
= Η ικανότητα ενός ατόμου, μιας ομάδας ή ενός παράγοντα
να διαμορφώνει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αποφάσεις, τις
συμπεριφορά άλλων ανθρώπων, συνήθως χωρίς άσκηση εξουσίας ή
καταναγκασμού. Συνδέεται με το κύρος, την πειθώ, το παράδειγμα, τη
γνώση ή τη θέση κάποιου μέσα στην κοινότητα.
π.χ.
Η επιρροή του δασκάλου είναι πολύ θετική στους μαθητές του γιατί τον
εκτιμούν βαθιά. |
Επήρεια
= Είναι μία κατάσταση κατά την οποία η συμπεριφορά, η
σκέψη ή η λειτουργία ενός ανθρώπου επηρεάζεται από μία εξωτερική ουσία,
δύναμη ή κατάσταση. Συχνά χρησιμοποιείται η λέξη για να περιγράψει την
επίδραση του αλκοόλ, φαρμάκων, συναισθημάτων ή άλλων παραγόντων στη
συμπεριφορά ενός ατόμου.
π.χ.
Ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ και δεν είχε γρήγορα
αντανακλαστικά και σωστή κρίση. |
|
Ευάριθμος
= Αυτός που μπορεί να μετρηθεί εύκολα. Ο ολιγάριθμος.
π.χ.
Στο μουσείο υπήρχαν ευάριθμα εκθέματα για την αρχαϊκή περίοδο. |
Πολυάριθμος
= Αυτός που εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό.
π.χ.
Η πόλη φιλοξενεί πολυάριθμες πολιτιστικές εκδηλώσεις κάθε καλοκαίρι. |
|
Ευχάριστα
= Επίρρημα που σημαίνει τρόπο που προκαλεί ευχαρίστηση,
χαρά, ικανοποίηση. Περιγράφει μία πράξη ή κατάσταση που γίνεται με
θετικό και ευχάριστο συναίσθημα.
π.χ.
Περάσαμε ευχάριστα το απόγευμα συζητώντας και γελώντας. |
Ευχαρίστως
= Επίρρημα που σημαίνει με προθυμία, με χαρά, με καλή
διάθεση να κάνεις κάτι. Χρησιμοποιείται συχνά ως ευγενική απάντηση που
δηλώνει ότι κάποιος θέλει να βοηθήσει ή να κάνει αυτό που του ζητήθηκε.
π.χ.
Θα συμμετάσχω ευχαρίστως στη συνάντηση. |
|
Κάμαρα
= Δωμάτιο
π.χ.
Η παλιά πέτρινη κάμαρα χρησιμοποιείται τώρα ως κελάρι. |
Καμάρα
= Καμπύλο αρχιτεκτονικό στοιχείο, συνήθως πέτρινο.
Αψίδα.
π.χ.
Περάσαμε κάτω από την παλιά καμάρα που ένωνε τα δύο σπίτια. |
|
Κατ’ αρχήν
= Βασικά. Ως θέμα αρχής, θέμα αρχής, για λόγους αρχής.
π.χ.
Κατ’ αρχήν συμφώνησε με την άποψή μου, διατηρώντας ωστόσο αρκετές
επιφυλάξεις. |
Κατ’ αρχάς
= Αρχικά. Στην αρχή. Πρώτα-πρώτα.
π.χ.
Κατ’ αρχάς τον ξενάγησα σε όλο το κτήμα και ύστερα συζητήσαμε για την
τιμή πώλησης. |
|
Κληροδοτώ
= Αφήνω σε κάποιον την περιουσία μου (συνήθως με
διαθήκη).
π.χ.
Ο παππούς μου κληροδότησε το κτήμα που είχε στο νησί, στα εγγόνια του. |
Κληρονομώ
= Παίρνω κάτι που ανήκε σε κάποιον άλλον μετά τον
θάνατό του, συνήθως με διαθήκη.
π.χ.
Κληρονόμησα το πατρικό μου σπίτι από τους γονείς μου. |
|
Κυκλοφοριακός
= Ο σχετικός με την κυκλοφορία, κυρίως οχημάτων,
ανθρώπων ή πληροφοριών.
π.χ.
Στο κέντρο της πόλης υπάρχει σοβαρό κυκλοφοριακό πρόβλημα κάθε πρωί. |
Κυκλοφορικός
= Σχετικός με την κυκλοφορία μέσα σε ένα σύστημα.
Κυρίως αναφέρεται στο κυκλοφορικό σύστημα του οργανισμού.
π.χ.
Ο γιατρός διαπίστωσε ότι υπάρχει κυκλοφορική δυσλειτουργία στα κάτω
άκρα. |
|
Λατόμος
= Είναι ο εργάτης που εργάζεται σε λατομείο, δηλαδή εξορύσσει και
επεξεργάζεται πέτρα, μάρμαρα ή άλλα υλικά από το έδαφος.
π.χ.
Ο παππούς μου ήταν λατόμος και είχε μεγάλη εμπειρία στη λάξευση της
πέτρας. |
Υλοτόμος
= Το άτομο που ασχολείται με την υλοτομία, δηλαδή την
κοπή και συγκέντρωση ξυλείας από τα δάση. Κόβει δέντρα, τα επεξεργάζεται
και τα μεταφέρει για να χρησιμοποιηθούν ως ξυλεία.
π.χ.
Ο πατέρας του ήταν υλοτόμος και περνούσε πολλές ώρες στο δάσος κόβοντας
ξύλα. |
|
Λαχταράω
= Έχω έντονη επιθυμία για κάτι. Το θέλω πολύ.
Αναφέρεται σε πρόσωπα, πράγματα, εμπειρίες, καταστάσεις.
π.χ.
Λαχταράει να δει τα παιδικά του μετά από τόσον καιρό. |
Λαχταρίζω
= α) Καταλαμβάνομαι από μεγάλο και ξαφνικό φόβο.
β) Φοβίζω πολύ και ξαφνικά κάποιον.
π.χ.
α) Λαχτάρισαν οι επιβάτες του αεροπλάνου με την απότομη προσγείωση.
β) Η σφοδρή σεισμική δόνηση λαχτάρισε τους κατοίκους των γύρω περιοχών. |
|
Μετανιώνω
= Αναγνωρίζω το σφάλμα μου, λυπάμαι γι’ αυτό και
επιθυμώ να επανορθώσω. Συναισθηματική χροιά.
π.χ.
Μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του και ζήτησε συγγνώμη. |
Μετανοώ
= Μεταβάλλω τη γνώμη μου.
π.χ.
Μετανόησα που δεν πήγα να τον επισκεφτώ. |
|
Ομογένεια
= Κοινή προέλευση. Καταγωγή από το ίδιο γένος. Ομοεθνία.
π.χ.
Οι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό αποτελούν μέρος της ελληνικής
ομογένειας. |
Ομοιογένεια
= Η ύπαρξη ενιαίας μορφής και σύστασης (κοινωνικής, γλωσσικής κλπ).
π.χ.
Ένα ποτήρι με νερό και ζάχαρη που έχουν διαλυθεί πλήρως, θεωρείται
ομοιογενές μείγμα. |
|
Ονοματικός
= Γλωσσολογικός όρος. Αυτός που έχει χαρακτηριστικά ονόματος.
π.χ.
ονοματικός προσδιορισμός. |
Ονομαστικός
= Αυτός που σχετίζεται με το όνομα.
π.χ.
ονομαστική εορτή, ονομαστική ψηφοφορία). |
|
Ουσιώδης
= Σημαντικό, απαραίτητο.
π.χ.
Το νερό είναι ουσιώδες για τη ζωή. |
Ουσιαστικός
= Κάτι που έχει σημασία, περιεχόμενο, πραγματική αξία.
π.χ.
Η συζήτηση που είχαμε ήταν ουσιαστική και βοήθησε να λυθούν πολλά
προβλήματα. |
|
Παλαιός
= Κάτι που έγινε πριν πάρα πολύ καιρό, αρχαίο.
π.χ.
Στο Μουσείο υπήρχαν πολλά παλαιά χειρόγραφα. |
Παλιός
= Κάτι που δεν είναι καινούργιο. Κάτι που
χρησιμοποιείται εδώ και πολύ καιρό.
π.χ.
Το ποδήλατό μου είναι παλιό, αλλά δεν το αλλάζω με κανένα άλλο. |
|
Πέρα
= Σε άλλη πλευρά. Σε μεγαλύτερη απόσταση.
π.χ.
Ο σκύλος έτρεξε πέρα. |
Πέραν
= Πέρα από κάτι. Εκτός από ένα όριο.
π.χ.
Πέραν των μαθημάτων, οι μαθητές συμμετέχουν και σε αθλητικές
δραστηριότητες. |
|
Πλειονότητα
= Το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου.
π.χ.
Η πλειονότητα των μαθητών ήθελε εκδρομή. |
Πλειοψηφία
= Το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου, όταν υπάρχει
ψηφοφορία.
π.χ.
Στη Δημοτική ψηφοφορία, η πλειοψηφία ψήφισε υπέρ της κατασκευής του
πάρκου. |
|
Πνιγμονή
= Η ασφυξία που προκαλείται από απόφραξη των
αναπνευστικών οδών εξαιτίας στραγγαλισμού ή άλλης αιτίας.
π.χ.
Διαπιστώθηκε ότι ο θάνατός του προήλθε από πνιγμονή, άρα μιλάμε για
εγκληματική ενέργεια. |
Πνιγμός
= Ο βίαιος θάνατος που επέρχεται από ολική διακοπή της
αναπνοής (ασφυξία) μέσα σε υγρό στοιχείο (θάλασσα, πηγάδι κλπ).
π.χ.
Τον ανέσυραν από τη θάλασσα χωρίς τις αισθήσεις του. Ο πνιγμός του είναι
βέβαιος. |
|
Πολιτιστικός
= Ό,τι προωθεί την ανάπτυξη του πολιτισμού. Κυρίως
πράξεις ή εκδηλώσεις.
π.χ.
Κάθε Ιούλιο διοργανώνεται πολιτιστικό φεστιβάλ στην πόλη μας. |
Πολιτισμικός
= Ό, τι έχει σχέση με τον πολιτισμό.
π.χ.
Η ανταλλαγή μαθητών μεταξύ χωρών, προάγει την πολιτισμική κατανόηση και
τη γνώση διαφορετικών παραδόσεων. |
|
Πρανής
= Κατηφορικός.
π.χ.
Οι έντονες βροχοπτώσεις προκάλεσαν ζημιές στο οικόπεδο, γιατί είναι
πρανές. |
Πρηνής
= Αυτός που βρίσκεται μπρούμυτα, με το πρόσωπο
στο έδαφος.
π.χ.
Μόλις οι στρατιώτες άκουσαν την ομοβροντία, έπεσαν σε πρηνή θέση. |
|
Πρόγνωση
= Είναι η εκτίμηση της μελλοντικής εξέλιξης ενός
φαινομένου με βάση τη συστηματική ανάλυση στοιχείων και επιστημονικών
μεθόδων.
π.χ.
Η πρόγνωση του καιρού για αύριο δείχνει έντονη βροχόπτωση. |
Πρόβλεψη
= Είναι η δήλωση ότι κάτι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον. Μπορεί να
είναι επιστημονική, αλλά μπορεί να είναι και μια απλή εκτίμηση,
προαίσθημα.
π.χ.
Κάναμε πρόβλεψη ότι η ομάδα μας θα κερδίσει. |
|
Πρόγονος
= Πρόσωπο από το οποίο κατάγεται κάποιος. Συγγενής
μακρινού παρελθόντος.
π.χ.
Ανακάλυψε στο αρχείο της κοινότητας ότι ένας πρόγονός του είχε
μεταναστεύσει από την Ήπειρο πριν από δύο αιώνες. |
Προγονός
= Το παιδί ενός από τους δύο συζύγους από προηγούμενο
γάμο.
π.χ.
Μετά τον δεύτερο γάμο του πατέρα του, ο Κώστας απέκτησε μια μητριά και ο
ίδιος έγινε ο προγονός της. |
|
Προπαίδεια
= Ο πίνακας που περιέχει όλα τα γινόμενα των αριθμών
από 1 ως 10.
π.χ.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να μάθουν την προπαίδεια του επτά
μέχρι την επόμενη εβδομάδα. |
Προπαιδεία
= Η προκαταρκτική μόρφωση. Το σύνολο της βασικής
παιδείας που προηγείται της εξειδικευμένης.
π.χ.
Γράψαμε την κόρη μας σε τμήμα μουσικής προπαιδείας για να δούμε αν έχει
κλίση στο πιάνο. |
|
Πρόσθεση
= Μία από τις τέσσερις μαθηματικές πράξεις.
π.χ.
Στο μάθημα της Αριθμητικής κάναμε πολλές ασκήσεις πρόσθεσης. |
Προσθήκη
= Η τοποθέτηση ενός επιπλέον στοιχείου σε κάτι.
π.χ.
Η προσθήκη της βεράντας αύξησε την αξία του σπιτιού. |
|
Πρόσκρουση
= Είναι η βίαιη επαφή ενός κινούμενου σώματος πάνω σε
ένα άλλο σώμα που είναι ακίνητο.
π.χ.
Το πλοίο υπέστη σοβαρές ζημιές μετά την πρόσκρουση στα βράχια της ακτής. |
Σύγκρουση
= Είναι η βίαιη επαφή δύο ή περισσότερων σωμάτων
που κινούνται (συνήθως σε αντίθετες κατευθύνσεις).
π.χ.
Η μετωπική σύγκρουση των δύο τρένων οδήγησε σε τραγωδία. |
|
Πρότυπο
= Σημαίνει κάτι που χρησιμεύει ως υπόδειγμα,
μοντέλο.
π.χ.
Ένας δάσκαλος μπορεί να αποτελέσει πρότυπο ήθους για τους μαθητές του. |
Πρωτότυπο
= Σημαίνει το πρώτο, το αρχικό από το οποίο
παρήχθησαν άλλα ως αντίγραφα.
π.χ.
Ο πρωτότυπος πίνακας του Πικάσο είναι στο Μουσείο. Αυτός είναι
αντίγραφο. |
|
Σαραντίζω
= Συμπληρώνονται 40 ημέρες από τη γέννηση ενός βρέφους.
π.χ.
Το μωρό σαράντισε πριν τρεις μέρες. |
Σαρανταρίζω
= Γίνομαι 40 χρόνων.
π.χ.
Σαραντάρισες και μυαλό δεν έβαλες. |
|
Σκευή
= Το σύνολο των απαραίτητων αντικειμένων που
χρησιμοποιούνται για ορισμένο σκοπό.
π.χ.
Όλη του η σκευή χωρούσε σε δύο κιβώτια. |
Σκεύος
= Αντικείμενο με διαφορετικό κατά περίπτωση σχήμα και
διαστάσεις που χρησιμοποιείται για την κάλυψη βασικών αναγκών του
ανθρώπου.
π.χ.
Το γυάλινο σκεύος χώρεσε ίσα-ίσα στο ψυγείο. |
|
Σκηνή
= α) Φορητή συναρμολογούμενη κατασκευή που
χρησιμοποιείται για προσωρινή διαμονή.
β) Το μέρος του θεάτρου όπου εμφανίζονται και παίζουν οι ηθοποιοί.
π.χ.
α) Τα παιδιά έστησαν τη σκηνή τους δίπλα στη σκηνή των φίλων τους.
β) Όταν βγήκαν στη σκηνή οι πρωταγωνιστές, καταχειροκροτήθηκαν. |
Σκήνωμα
= Λείψανο αγίου που φυλάσσεται σε ναό και εκτίθεται σε
δημόσιο προσκύνημα.
π.χ.
Το σκήνωμα του αγίου Σπυρίδωνος φυλάσσεται στον ναό του στην Κέρκυρα. |
|
Σονάτα
= Στη μουσική. Ενόργανη σύνθεση, γραμμένη κατά κανόνα
για έναν ή δύο εκτελεστές.
π.χ.
Είναι πασίγνωστες οι σονάτες του Σοπέν. |
Σονέτο
= Το λυρικό ποίημα που αποτελείται από δεκατέσσερις
στίχους (δύο τετράστιχα και δύο τρίστιχα) και έχει συντεθεί συνήθως σε
ιαμβικό πεντάμετρο με ομοιοκαταληξίες που ακολουθούν σταθερό σχήμα.
π.χ.
Ο Μαβίλης έγραψε περίφημα σονέτα. |
|
Σορός (η)
= Το σώμα του νεκρού.
π.χ.
Πέθανε ο στρατηγός. Ήταν τόσο σπουδαίος που η σορός του θα εκτεθεί σε
δημόσιο προσκύνημα. |
Σωρός (ο)
= Πλήθος πραγμάτων στοιβαγμένο το ένα πάνω στο άλλο.
π.χ.
Σωρός από σκουπίδια στοιβάχτηκαν έξω από τους σκουπιδοτενεκέδες. |
|
Σπάραγμα
= Το κομμάτι που έχει αποσπαστεί από κάπου.
π.χ.
Σπαράγματα μόνον έχουν απομείνει από το αέτωμα του ναού. |
Σπαραγμός
= Βαθύς, αβάσταχτος πόνος με γοερό κλάμα.
π.χ.
Ο σπαραγμός της μητέρας του μωρού στο νοσοκομείο ήταν αβάσταχτος. |
|
Σπάρτο
= το όνομα ενός θάμνου.
π.χ.
Τα σπάρτα την άνοιξη είναι πανέμορφα. |
Σπαρτό
= Αυτό που έχουν σπείρει.
π.χ.
Το λεωφορείο περνούσε δίπλα από απέραντα σπαρτά χωράφια που χρύσιζαν
κάτω από τον δυνατό ήλιο του καλοκαιριού. |
|
Σποδός
= Η μισοσβησμένη φωτιά από την καύση ξύλων, χόβολη.
Στάχτη από την έκρηξη ηφαιστείου. Τέφρα από την καύση νεκρού.
π.χ.
Η σποδός του μεγάλου ποιητή μεταφέρθηκε στη γενέτειρά του για να ταφεί
με τιμές. |
Σπονδή
= Αρχαία ιερή τελετουργική πράξη.
π.χ.
Μέρος των ιερών τελετών των αρχαίων Ελλήνων ήταν οι σπονδές. |
|
Σταχυολόγηση
= Επιλογή αποσπασμάτων για ανθολογία.
π.χ.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια προσεκτική σταχυολόγηση κειμένων από το
προσωπικό ημερολόγιο του ποιητή. |
Στάχωση
= Επένδυση βιβλίου. Βιβλιοδεσία.
π.χ.
Κατά τον 16ο αιώνα, η στάχωση των βιβλίων γινόταν αποκλειστικά στο χέρι
από εξειδικευμένους τεχνίτες. |
|
Στήλη
= Μεγάλη επιμήκης πλάκα, όρθια τοποθετημένη ως μνημείο
ή ως διακοσμητικό στοιχείο.
π.χ.
Οι επιτύμβιες στήλες είναι ένα πολύ ενδιαφέρον τμήμα της αρχαίας
γλυπτικής. |
Στύλος
= Επίμηκες συνήθως κυλινδρικό σώμα από μάρμαρο, ξύλο,
τσιμέντο ή άλλο υλικό, που στήνεται όρθιο και χρησιμεύει ως στήριγμα
(κυρίως για στήριξη κτηρίου). Κολόνα. Κίονας.
π.χ.
Στερέωσαν την τέντα του κήπου σε τέσσερις μεταλλικούς στύλους για να
αντέχει στον αέρα. |
|
Σύγχιση
= (Από το συγχίζω-συγχίζομαι): Ψυχική αναστάτωση,
εκνευρισμός.
π.χ.
Μετά το ατύχημα, η κοπέλα ήταν σε σύγχιση και δεν μπορούσε να αρθρώσει
ούτε μια λέξη. |
Σύγχυση
= (Από το συγχέω): Νοητική διαταραχή. Μπέρδεμα,
ανακάτεμα.
π.χ.
Τα πολλά χρώματα και τα έντονα σχέδια στο δωμάτιο δημιουργούσαν μια
οπτική σύγχυση. |
|
Συμβατότητα
= Ταίριασμα, εναρμόνιση.
π.χ.
Πριν από τη μεταμόσχευση, οι γιατροί έκαναν εξονυχιστικές εξετάσεις για
να βεβαιωθούν για τη συμβατότητα μεταξύ δότη και λήπτη. |
Συμβατικότητα
= Το να ακολουθεί κάποιος τις κοινωνικές συμβάσεις.
π.χ.
Το ντύσιμό του διέπεται από αυστηρή συμβατικότητα, καθώς δεν
αποχωρίζεται ποτέ το σκούρο κοστούμι και τη γραβάτα. |
|
Σύμπηξη
= Σταθεροποίηση και στερέωση των τμημάτων ενός συνόλου
ώστε να είναι συμπαγές.
π.χ.
Η σύμπηξη μιας ισχυρής ομάδας εργασίας ήταν το κλειδί για την επιτυχία
του εγχειρήματος. |
Σύμπτυξη
= Το μάζεμα με δίπλωση ώστε να δημιουργούνται
πτυχώσεις. Η μείωση της έκτασης πράγματος, κυρίως με αφαίρεση ή πύκνωση
των συστατικών του ή περιορισμό των ορίων του.
π.χ.
Η κυβέρνηση αποφάσισε τη σύμπτυξη των δύο υπουργείων σε ένα, προκειμένου
να μειωθούν τα λειτουργικά έξοδα. |
|
Συναίσθημα
= Ψυχική διέγερση. Χαρά, στενοχώρια.
π.χ.
Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα που μας προειδοποιεί για
κινδύνους. |
Συναίσθηση
= Απόλυτη επίγνωση και συνειδητοποίηση μιας κατάστασης.
π.χ.
Πολλοί οδηγοί τρέχουν υπερβολικά, χωρίς να έχουν συναίσθηση του κινδύνου
στον οποίο εκθέτουν τους άλλου. |
|
Συνίσταται
= (Από το συνίσταμαι): Αποτελείται από…
π.χ.
Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι δεν έχουμε αρκετό χρόνο για να
ολοκληρώσουμε το έργο. |
Συνιστάται
= (Από το συνιστώ) : Προτείνεται.
π.χ.
Για την αντιμετώπιση του κρυολογήματος, συνιστάται η ανάπαυση και η
κατανάλωση πολλών υγρών. |
|
Τεχνητός
= Κατασκευασμένος, μη φυσικός.
π.χ.
Στο κέντρο της πόλης δημιουργήθηκε μια τεχνητή λίμνη που αποτελεί
πνεύμονα πρασίνου για την περιοχή. |
Τεχνικός
= Ο σχετικός με την τεχνική και τις τεχνικές επιστήμες.
π.χ.
Κάλεσα έναν τεχνικό υπολογιστών για να ελέγξει γιατί υπερθερμαίνεται το
λάπτοπ μου. |
|
Ύπαιθρο (το)
= Ο ανοιχτός χώρος, το αντίθετο του κλειστού χώρου.
π.χ.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο ύπαιθρο, εφόσον ο καιρός το επιτρέψει. |
Ύπαιθρος (η)
= Η εξοχή, τα χωριά. Το αντίθετο της πόλη.
π.χ.
Η ελληνική ύπαιθρος ερημώνει σταδιακά, καθώς οι νέοι μετακομίζουν στις
πόλεις για αναζήτηση εργασίας. |
|
Υποβόσκει
= Υπάρχει χωρίς να φαίνεται. Βρίσκεται σε λανθάνουσα
κατάσταση. Υποκρύπτεται.
π.χ.
Παρά τα χαμόγελα στην κάμερα, είναι φανερό ότι υποβόσκει μια έντονη
αντιπαλότητα ανάμεσα στους δύο παρουσιαστές. |
Υποφώσκει
= Φέγγει αμυδρά. Αχνοφαίνεται.
π.χ.
Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, επιτέλους υποφώσκει μια ελπίδα για
ειρηνική επίλυση της κρίσης. |
|
Υποκινώ
= Προκαλώ χωρίς να φαίνομαι (αρνητικό).
π.χ.
Δεν πρέπει να αφήνουμε τα λόγια τρίτων να υποκινούν το μίσος ανάμεσα σε
δύο λαούς. |
Παρακινώ
= Προτρέπω, ενθαρρύνω (θετικό).
π.χ.
Ο δάσκαλος με παρακίνησε να δηλώσω συμμετοχή στον διαγωνισμό ζωγραφικής,
γιατί πίστευε στο ταλέντο μου.
|
|
Ύψωμα
= Τμήμα εδάφους που προεξέχει. Λόφος.
π.χ.
Ανέβηκαν στο κοντινό ύψωμα για να έχουν καλύτερη θέα της πεδιάδας. |
Ύψωση
= Το σήκωμα, η ανύψωση.
π.χ.
Η ύψωση της σημαίας πραγματοποιείται κάθε πρωί στο στρατόπεδο με κάθε
επισημότητα. |
|
Φτηνός
= Αυτός που έχει χαμηλή τιμή.
π.χ.
Βρήκα ένα πολύ φτηνό εισιτήριο για το Παρίσι επειδή το έκλεισα τρεις
μήνες νωρίτερα. |
Φτενός
= Αδύνατος, λεπτός, ισχνός.
π.χ.
Αυτό το ύφασμα είναι πολύ φτενό, έτοιμο να σχιστεί. |
|
Ψυχικός
= Αυτός που σχετίζεται με την ψυχή.
π.χ.
Χρειάστηκε μεγάλη ψυχική δύναμη για να ξεπεράσει την απώλεια και να
συνεχίσει τη ζωή του. |
Ψυχολογικός
= Αυτός που σχετίζεται με την επιστήμη της Ψυχολογίας.
π.χ.
Ο ερευνητής διεξήγαγε ένα ψυχολογικό πείραμα για να μελετήσει πώς
αντιδρούν οι άνθρωποι υπό πίεση. |