Περ

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Κυνηγώντας τον Κρυμμένο Θησαυρό

Μικρές Επεξηγηματικές και Περιπετειώδεις Ετυμολογικές Ιστορίες

© Τζίλντα Τορναζάκη


 

 

 

«Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις»

Αντισθένης

 

Προσέγγιση στο θέμα

Γεννηθήκαμε σε έναν τόπο χαρισματικό που δημιούργησε τη βάση, πάνω στην οποία στηρίχτηκαν άλλοι λαοί και επόμενες γενιές για να χτίσουν νέες γνώσεις, συνεχίζοντας και βελτιώνοντας τις αρχικές γνώσεις των προγόνων μας.

Ένα μέρος από τα εκπληκτικά αυτά δημιουργήματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού είναι και η γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα, όπως όλες οι γλώσσες, είναι απεριόριστη. Έτσι, μπορούν να παραχθούν πολλές καινούργιες λέξεις, ανάλογα με τις θελήσεις των καιρών (πράγμα που έχει ήδη γίνει εξάλλου, κυρίως σε ιατρικούς, τεχνολογικούς και άλλους επιστημονικούς όρους). Η γλώσσα όμως είναι κάτι ζωντανό, αφού την μεταχειρίζονται άνθρωποι, και εξελίσσεται καθώς και οι ίδιοι εξελίσσονται με τον χρόνο και όπως αλλάζουν τα ήθη και τα έθιμά τους. Στο πέρασμα των αιώνων, λοιπόν, η γλώσσα αλλάζει, μεταβάλλεται, παίρνει νέες μορφές. Είναι ζωντανή. Καινούργιες ανακαλύψεις, νέα τεχνολογία, πρωτότυπες ιδέες απαιτούν να εκφραστούν με ταιριαστές λέξεις.

Η σημερινή μας γλώσσα αρχικά φαίνεται τελείως διαφορετική από την αρχαία. Είναι όμως έτσι;

Γνωρίζουμε πόσες λέξεις προέρχονται από την αρχαία ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιούμε στο σημερινό μας λεξιλόγιο; Πόσες λέξεις μεταχειριζόμαστε χωρίς να γνωρίζουμε τι σημαίνουν στ’ αλήθεια κι όμως αν ψάξουμε λίγο, θα τις καταλάβουμε; Πόσες ελληνικές λέξεις χρησιμοποιούν οι ξένοι, που χρειάζονται λεξικό για να εντοπίσουν την προέλευση και την έννοιά τους και να τις κατανοήσουν;

Η γλώσσα είναι ζωντανή, όπως ζωντανή είναι και η ιστορία των λαών. Τι άλλο είναι η ιστορία από το ασταμάτητο «τώρα»; Στο διάβα, λοιπόν των αιώνων και στις μεταξύ των λαών αλληλεπιδράσεις, προκύπτουν και γλωσσικές διαφοροποιήσεις. Έτσι, η ελληνική γλώσσα εμπλούτισε το λεξιλόγιό της με αραβικές, λατινικές, ιταλικές, γαλλικές, τούρκικες, σλάβικες λέξεις, τις οποίες, βέβαια, ελληνοποίησε ως έναν βαθμό.

Μια άλλη ομάδα λέξεων που χρησιμοποιούμε, είναι οι λεγόμενες αντιδάνειες. Αυτές είναι λέξεις ελληνικές που συμπεριέλαβαν οι ξένοι στο λεξιλόγιό τους, αλλά αργότερα επανήλθαν στη δική μας γλώσσα κάπως αλλαγμένες, με εμφανή όμως την ελληνική τους προέλευση.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρούμε την εξέλιξη της σημασίας μιας λέξης, που μπορεί να μετεξελιχθεί και να φτάσει να σημαίνει ακόμη και τελείως διαφορετικό νόημα από την αρχική της σημασία. Ενέχει γοητεία το κυνήγι του θησαυρού τω λέξεων. Έχει ιδιαίτερη σημασία και σίγουρα μεγάλο ενδιαφέρον να ξέρουμε τι λέμε και γιατί το λέμε έτσι.

Το βιβλίο αυτό δεν είναι επιστημονικού επιπέδου. Φιλοδοξεί να κινητοποιήσει ερωτήματα και τα ερωτήματα είναι αρχή της μάθησης. Προσπαθεί να ενταχθεί σε μια τέτοια προοπτική, να αποτελέσει το εφαλτήριο για περισσότερες αναζητήσεις, εξερευνήσεις και προβληματισμούς. Ας πούμε ότι πρόκειται για μια «ιδέα» λεξικού. Είναι ίσως περισσότερο, η παρουσίαση ενός παιγνιδιού με τη γλώσσα. Ενός παιγνιδιού, που ξεκινάει από κοινές, καθημερινές λέξεις, χωρίς να περιορίζεται αποκλειστικά στην αναζήτηση της ετυμολογίας τους. Πολλές φορές η αναζήτηση του νοήματος προτρέπει να ανατρέξουμε στη Μυθολογία, της Ιστορία κάποιας εποχής, στις συνήθειες του λαού, που μπορεί να αλλάξουν την έννοια της λέξης με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, μπορεί να μετασχηματιστεί η λέξη, ώστε να εκφράσει νέες λεξιλογικές ανάγκες, υλικές ή πνευματικές.

Στα λήμματα που καταγράφω δεν θα εξηγήσω τόσο το τι σημαίνουν, γιατί αυτό είναι γνωστό. Θα προσπαθήσω όμως να δείξω το γιατί.

Τις λέξεις που παραθέτω, έχω την αίσθηση ότι δεν τις διάλεξα εγώ. Καθώς το σκέφτομαι εκ των υστέρων, μάλλον αυτές με διάλεξαν. Νιώθω σαν να με περίμεναν στη στροφή και όρμηξαν πάνω μου ζητώντας δικαίωση. Έτσι, σιγά σιγά οι τσέπες μου γέμισαν χαρτάκια και σημειώσεις με περίμεναν το πρωί στο κομοδίνο με τα ορνιθοσκαλίσματα του σκοταδιού. Φοβόμουν μην ξεχάσω κάτι από τις νυκτερινές μου σκέψεις και τις κατέγραφα όπως όπως. Μην πετάξουν σαν τα όνειρα και χαθούν με το φως της μέρας. Τις παίνεσα, τις μέρωσα θαρρώ.

Αδιαφορώντας για την αλφαβητική ή άλλη σειρά, έγραψα την ιστορία της κάθε λέξης έτσι, χωρίς πρόγραμμα, όπως η ίδια μου μιλούσε στο μυαλό και την ψυχή. Αργότερα πια, μια και πλήθυναν, τις οργάνωσα και τις έβαλα σε αλφαβητική σειρά.

Σε ό,τι αφορά το ύφος των κειμένων; Αυτό είναι ρευστό. Μεταλλάσσεται και μεταμορφώνεται. Κυμαίνεται από το σοβαρό στο ευτράπελο, ανάλογα με τις... προσταγές της κάθε λέξης. Δεν στάθηκε μπορετό να αντιμετωπιστούν όλες με τον ίδιο άκαμπτο τρόπο, με τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά. Εκφράστηκα αναλόγως ή με μεταχειρίστηκαν για να εκφραστούν.

Θα εντοπιστούν, σίγουρα, παραλείψεις, λάθη και αβλεψίες. Δεν αντέχει το βιβλιαράκι σε σοβαρή κριτική, αλλά, επιμένω, δεν είναι ο σκοπός μου η αρτιότητα ενός ετυμολογικού λεξικού. Στόχος μου είναι να δώσω το κίνητρο για να σκεφτεί ο αναγνώστης και να αναλογιστεί τον πλούτο της γλώσσας μας, ώστε να μπορεί να την κατανοεί και να την εκτιμά περισσότερο. Μερικές φορές η ακριβής ετυμολογία δεν αρκεί για να καταλάβουμε το πώς και το γιατί δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο η ζητούμενη λέξη. Πιθανόν να αποστηθίσουμε την ετυμολογία της, ναι, μπορεί να την παπαγαλίσουμε, αλλά δεν θα την κατανοήσουμε. Χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις για την εποχή που συντάχτηκε, για τη χρήση της στην αρχή και πώς κατέληξε τελικά έτσι, ώστε να σημαίνει αυτό που τελικά διαβάζουμε. Αυτή η ιστορία της εξέλιξης θα μας εντυπωσιάσει πολλές φορές. Το ότι η λέξη δραχμή ετυμολογείται από το ρήμα δράττομαι (το οποίο σημαίνει πιάνω με τη χούφτα μου), πόσο μπορεί να μας ικανοποιήσει; Και η λέξη λοχίας; Πώς θα αντέξουμε να μάθουμε ότι προέρχεται από τη λέξη κρεβάτι; Αδιανόητο για έναν λοχία! Και όμως! Όσο για το δίσεκτο; Δύο φορές το έξι. Ε, και; Μην βιαστείτε να πείτε τι δουλειά έχει ο Φάντης με το ρετσινόλαδο… Το λεξικό το «έτυμο», αναγράφει την αλήθεια. Απλώς χρειαζόμαστε μια εξήγηση, αλλιώς μπορεί να γίνει παρεξήγηση…

Έτσι, δημιουργήθηκαν οι μικρές επεξηγηματικές και περιπετειώδεις ετυμολογικές ιστορίες.

 

Περιεχόμενα

Α Άβυσσος, Άγαλμα, Αγέρωχος, Αγορά, Άγχος, Αδελφός, Άδης, Άθλιος, Αιγίδα, Αιολική ενέργεια, Αιχμάλωτος, Αλήθεια, Αλκυονίδες Ημέρες, Αμβροσία, Ανάγκη, Αράχνη, Αριστερός, Αρμονία, Άρρωστος, Ασήμι, Ασία, Άσχημος, Ατλαντικός Ωκεανός, Αυτόφωρο, Αφετηρία, Αχθοφόρος, Άψογος

Β Βιβλίο, Βοήθεια, Βράχια

Γ Γαλαξίας, Γεια, Γήπεδο, Γόης, Γύφτος

Δ Δαίμονας, Δεκανίκι, Δεξιός, Δήμιος, Δίκταμο, Δίσεκτος χρόνος, Δράκος, Δραχμή

Ε Εγκέλαδος, Εγκέφαλος, Εγκυκλοπαίδεια, Εγκυμοσύνη, Εκατομμύριο, Εκμεταλλεύομαι, Ελεύθερος, Ελευσίνα, Ελλήσποντος, Εμβατήριο, Έμβρυο, Έμπορος, Ενέχυρο, Ενθουσιασμός, Ενορία, Επιπόλαιος, Εργασία, Έριδα, Ερμής, Ερπύστρια, Έρωτας, Εστιατόριο, Ετυμολογία, Ευνούχος, Εύξεινος Πόντος, Ευρώπη, Έφηβος, Εφημερίδα

Ζ Ζευγάρι, Ζήτω

Η Ηθοποιός, Ημέρα, Ηφαίστειο

Θ Θάλασσα, Θεομηνία, Θεραπεία, Θηριοδαμαστής, Θλίψη

Ι Ιματιοθήκη, Ιόνιο, Ίριδα

Κ Καλοκαίρι, Καμαρώνω, Κανόνι, Κατάρτι, Κέρβερος, Κέρμα, Κλινική, Κόκκινο, Κομήτης, Κόσμος, Κρασί, Κτήνος, Κυκεώνας, Κυκλάδες, Κύκνειο άσμα, Κυλικείο, Κυνηγός, Κύριος

Λ Λαβύρινθος, Λαός, Λατρεία, Λημέρι, Λόχος, Λύκειο, Λωλός

Μ Μαγαρίζω, Μαγνήτης, Μαζί, Μακάρι, Μάστορας, Μάτι, Μελαγχολία, Μελό, Μεσόγειος, Μεταγγίζω, Μεταφυσική, Μηδενικό, Μητέρα, Μνήμη, Μουσική, Μυστήριο

Ν Νέμεση, Νερό, Νηπιαγωγείο, Νοσταλγία

Ξ Ξανθός, Ξηλώνω

Ο Ορμή, Όστρακο, Ούριος άνεμος

Π Πάγος, Πανικός, Παράθυρο, Παραμύθι, Πατρίδα, Πεμπτουσία, Πλανήτης, Πλοίο, Πόνος, Ποντίκι, Προμηθεύω, Πυγμαχία

Ρ Ρακοσυλλέκτης

Σ Σελήνη, Σινεμά, Σκαρί, Σκιάχτρο, Σκυταλοδρομία, Σταδιοδρομία, Στεντόρεια φωνή, Στυγερός, Στυλό, Σύρμα, Σχολή

Τ Ταλαίπωρος, Ταλέντο, Ταξί, Ταξίδι, Τελεία (σημείο στίξης), Τοξικός, Τούμπα

Υ Ύλη, Υπηρέτης, Ύπνος, Ύφος

Φ Φάρμακο, Φθινόπωρο, Φρόνιμος, Φρυκτωρία, Φτερό, Φωτιά

Χ Χάδι

Ψ Ψυχή

Ω Ωδείο, Ώρα

 

Άβυσσος

Η λέξη βυσσός συναντάται σε ποιητικά κείμενα. Από βυσσός → βυθσός → βυθός. Βυθό λέμε τον πυθμένα της θάλασσας. Όταν όμως είναι πολύ βαθιά η θάλασσα και μη μετρήσιμη η απόσταση επιφανείας - βυθού, του βυσσού δηλαδή, λέμε ότι είναι απύθμενη και βάζοντας το στερητικό α + βυσσός άβυσσος.

Έτσι έχουμε την Ανάβυσσο και τον αβυσσαλέο φόβο ή μίσος, αλλά και την ψυχή μας, αφού άβυσσος είναι η ψυχή του ανθρώπου.

Άλλες λέξεις: Βυσσοδομώ που σημαίνει: χτίζω στα σκοτάδια, κρυφά και τελικά μηχανορραφώ, ραδιουργώ.

kosmima

Άγαλμα

Το ρήμα αγάλλομαι στα αρχαία ελληνικά σημαίνει χαίρομαι, ευχαριστιέμαι. Αγλαός είναι ο χαρούμενος, ο λαμπερός, ο φημισμένος, ο δοξασμένος. Τα πρώτα ομοιώματα, αγάλματα στα αρχαία χρόνια, τα έφτιαχναν για να δοξάσουν και να τιμήσουν τους θεούς, ώστε να χαίρονται και να είναι ευνοϊκοί. Να αγάλλονται και οι άνθρωποι με τη σειρά τους.

Άλλες λέξεις: Αγλαΐα, αγαλλίαση, αγαλματοποιός.

kosmima

Αγέρωχος

Το γέρας είναι ομηρική λέξη και σημαίνει δώρο, βραβείο. Είναι ομόρριζο με τη λέξη γήρας (γηρατειά), καθώς για τους ηλικιωμένους υπήρχε πάντα τιμητική θέση από σεβασμό.

Η λέξη αγέρωχος αποτελείται από τρία συνθετικά: το αθροιστικό α + γέρας + έχω. Ας ζωντανέψουμε με τη φαντασία μας κάποιον που έχει πάρει βραβείο και είναι χαρούμενος, περήφανος κι ευτυχισμένος. Είναι ή δεν είναι αγέρωχος;

kosmima

Αγορά

Αρχικά αγορά σημαίνει συνάθροιση ανθρώπων, αφού αγείρω = συναθροίζω. Με την ευκαιρία της συνάθροισης, δύο πράγματα μπορούν να συμβούν: ανταλλαγή απόψεων (αγορεύω) και προμήθεια προϊόντων (αγοράζω).

1-Αγορεύω: Στα δικαστήρια ακούμε συχνά τους δικηγόρους, τους συνηγόρους, τους κατηγόρους να αγορεύουν. Ο κατηγορούμενος διέπραξε κάτι που απαγορευόταν και ο δικαστής υπαγορεύει στον γραμματέα. Όταν τελειώσει η αγόρευση, το δικαστήριο ανακοινώνει την ετυμηγορία. Αν ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος, η τιμωρία έχει τον λόγο και παρηγοριά δεν υπάρχει.

Αγορεύω: κατηγορούμενο, κατηγόρημα, κατηγορητήριο, απαρηγόρητος, ευπροσήγορος, συναγερμός (συν + αγείρω), ομήγυρη (ομού + αγείρω), πανηγύρι, αλληγορία, μακρηγορώ, Νεφεληγερέτης (= αυτός που έχει τη δυνατότητα να συγκεντρώνει τα σύννεφα, προσωνύμιο του Δία), αγύρτης (οι αρχαίοι αγύρτες συνήθιζαν να καλούν τους πιστούς σε λατρευτικές συγκεντρώσεις, όπου έκαναν εράνους μαζεύοντας τρόφιμα και χρήματα. Περιπλανιόντουσαν και ψευτοθεράπευαν. Από εκεί πήρε η λέξη τη σημασία του απατεώνα).

2- Αγοράζω: Η χρηματαγορά πάει καλά κι έτσι όλες οι αγορές: λαχαναγορά, ψαραγορά, κρεαταγορά είναι γεμάτες αγοραστές. Η αγοραστική κίνηση είναι ακμαία και παντού γίνονται αγοραπωλησίες. Η αγορανομία ωστόσο κάνει τη δουλειά της για να προστατεύσει το αγοραστικό κοινό. Μόνο όσοι έχουν αγοραφοβία (=φοβούνται το πλήθος) λείπουν από την κατάμεστη αγορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ευπρεπείς, αλλά υπάρχουν και ορισμένοι αγοραίοι τύποι (=άνθρωποι με κακή συμπεριφορά). Για την καλύτερη εξυπηρέτηση του κοινού, κοντά στην αγορά υπάρχουν ταξί και αγοραία αυτοκίνητα.

Άλλες λέξεις: Εξαγοράζω, υπεραγορά, ποτοαπαγόρευση.

kosmima

Άγχος

Άγχω στην αρχαία μας γλώσσα σημαίνει σφίγγω, πνίγω. Άγχομαι και αγχώνομαι είναι νεότερες λέξεις (της δεκαετίας του ’70), αφού περίπου τότε διαμορφώνεται ο γρήγορος και αγχωτικός ρυθμός της ζωής, που μας προκαλεί το άγχος. Οι αγχώδεις καταστάσεις επηρεάζουν τους ανθρώπους και τους κάνουν αγχωτικούς, ώστε πολλοί να χρειάζονται αγχολυτικά φάρμακα (άγχος + λύω=λύνουν, απαλλάσσουν από το άγχος).

Άγχος λοιπόν σημαίνει πνιγμός, σφίξιμο. Κάπως έτσι εξάλλου δεν νιώθουμε όταν σωματοποιείται το άγχος μας ή όταν εγκλωβιζόμαστε στις αντιξοότητες και αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο;

Αγχόνη καλούμε τη θηλιά του σχοινιού, με την οποία προκαλείται θάνατος από πνιγμό, από ασφυξία κατά τον απαγχονισμό.

Σαν β΄ συνθετικό συναντάμε το -αγχ κυρίως σε ασθένειες: Συνάγχη συνάχι και κυνάγχη. Αυτή η λέξη αρχικά σήμαινε το περιλαίμιο του σκύλου, αυτό που του έσφιγγε τον λαιμό (κύων + άγχος), αλλά τελικά διαμορφώθηκε να δηλώνει αρρώστια των σκύλων, όπως κρυολόγημα των ανθρώπων → συνάχι.

Άλλες λέξεις: στηθάγχη, αγχιστεία < ἄγχι "πλησίον, κοντά" < ανχ- < ἀγχιστεύω < ἄγχιστα "πλησιέστατα", υπερθ. βαθμός του επιρρ. άγχι "πλησίον"] (είναι ο συγγενής του άλλου συζύγου).

kosmima

Αδελφός

Δελφύς σήμαινε μήτρα. Το αθροιστικό α + δελφός=αδελφός, δηλώνει αυτόν που έχει φιλοξενηθεί στην ίδια μήτρα με κάποιον άλλον.

Μια από τις πιθανές εκδοχές του ονόματος των Δελφών θεωρείται η λέξη Δελφύς (μήτρα), μια και ο τόπος εθεωρείτο ότι είναι το κέντρο της γης, αφενός λόγω της τοπογραφικής του θέσης, αφετέρου γιατί εκεί ακριβώς λατρευόταν κατά τη μυκηναϊκή εποχή η μητέρα Γη. Αρχικά φαίνεται ότι προσδιόριζε η λέξη τους κατοίκους της περιοχής.

Δέλφαξ ονομαζόταν το μικρό γουρουνάκι και δελφίν το γνωστό μας δελφίνι, επειδή έμοιαζε στο πρόσωπο με το γουρουνάκι. Και οι δύο λέξεις προέρχονται από τη λέξη δελφύς, που προσδιόριζε τη μήτρα, αλλά και κάθε νεογέννητο ζώο.

Άλλες λέξεις: αδελφάτο, αδελφοσύνη, εξάδελφος, συνάδελφος.

kosmima

Άδης

Στα αρχαία χρόνια γραφόταν Άιδης, αλλά αργότερα το γιώτα έγινε υπογεγραμμένη και τελικά χάθηκε.

Ο Άδης, γιος του Κρόνου και της Ρέας, μετά την επικράτηση του αδελφού του, Δία, ανέλαβε τον Κάτω Κόσμο ως σκληρός και αμείλικτος δικαστής των ψυχών. Μαζί με τους άλλους κριτές, τον Μίνωα, Ραδάμανθυ και Αιακό, ο Άδης αποφάσιζε για κάθε νεκρό ανάλογα με τις πράξεις του. Οι άδικοι ρίχνονταν στα Τάρταρα σε αιώνια τιμωρία, ενώ οι δίκαιοι οδηγούνταν στα Ηλύσια Πεδία ή στα Νησιά των Μακάρων και απολάμβαναν διαρκή ευδαιμονία.

Άιδης: στερητικό Α + ίδης (από το ρήμα ορώ - είδον) δηλώνει τον αόρατο, τον αθέατο, τον απρόσιτο, πράγμα που γινόταν χάρη στην «κυνέη» (περικεφαλαία από δέρμα σκύλου), δώρο των Κυκλώπων που όταν τη φορούσε, γινόταν αόρατος. Στον Δία οι Κύκλωπες είχαν χαρίσει τον κεραυνό και στον Ποσειδώνα την Τρίαινα (τα σύμβολά τους).

Αργότερα οι τραγικοί ποιητές μετονόμασαν τον Άδη σε Πλούτωνα (αυτός που διαχειριζόταν όλα τα πλούτη), αφού δικοί του ήταν και όλοι οι θησαυροί του υπεδάφους. Το παλιό του όνομα εξάλλου προκαλούσε ακατανίκητο φόβο σε όσους αναγκάζονταν να το προφέρουν. Από τον Πλούτωνα προήλθε και η λέξη πλούσιος και τα παράγωγά της.

kosmima

Άθλιος

ΆεθλοςΆθλος.

 Αθλητής, άθληση, άθλημα γνωρίζουμε καλά τι σημαίνουν. Αυτό όμως που δεν ξέρουμε είναι ότι ο αθλητής, ο αθλούμενος και ο άθλιος (= διεκδικητής επάθλου) γίνεται αξιολύπητος και άθλιος (με τη σημερινή σημασία της λέξης) από την έντονη προσπάθεια για να κατακτήσει το έπαθλο.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι δύο λέξεις: αθλητής και άθλιος προέρχονται από την ίδια ρίζα, έχουν όμως τελείως διαφορετικό νόημα.

Παρόμοια είναι η συμπεριφορά της λέξης αγώνας. Για να φτάσει ο αθλητής να κατακτήσει τη διάκριση, χρειάζεται σκληρός αγώνας. Και έχει ο ίδιος μεγάλη αγωνία. Είναι διαφορετικές έννοιες, όμως είναι ομόρριζα. Υπάρχει όμως συνέπεια και συνέχεια. Το ένα φέρνει το άλλο.

kosmima

Αιγίδα

Πριν ακόμη επικρατήσει το δωδεκάθεο στην ελληνική μυθολογία, κυρίαρχος της γης ήταν ο Κρόνος και γυναίκα του η Ρέα. Ο Κρόνος - Χρόνος, αυτός ο αδυσώπητος, που όλα τα κατατρώγει εκτός από ένα, τη ζωή (Ζευς), γνώριζε από χρησμό πως κάποιο από τα παιδιά του θα τον ανατρέψει και θα οικειοποιηθεί την εξουσία του. Για να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο, βρήκε τη λύση: κάθε παιδί που γεννούσε η Ρέα, το κατάπινε. Έτσι γινόταν με όλα του τα παιδιά, ώσπου το τελευταίο η Ρέα το λυπήθηκε. Όταν γεννήθηκε, το έστειλε κρυφά στη Γη (Γαία, προγενέστερη θεότητα) για να το αναθρέψει. Τον άντρα της τον ξεγέλασε δίνοντάς του να καταπιεί μια τεράστια φασκιωμένη πέτρα, τάχα μου πως ήταν το νεογέννητο. Το βρέφος ήταν ο Δίας και η Γαία το έκρυψε στην αγκαλιά της, σε μια σπηλιά και ανέθεσε στις Νύμφες Αδράστεια και Ίδη να το φροντίζουν. Εκείνες το έτρεφαν με το γάλα της αίγας Αμάλθειας (αιξ - αιγός = γίδα, κατσίκα και προέρχεται από το ρήμα αΐσσω = πηδώ). Έξω από τη σπηλιά η Γαία έβαλε τους Κουρήτες (Κρήτες;), οπλισμένους νέους, να χορεύουν χτυπώντας ξίφη και ασπίδες, ώστε να μην ακούει ο Κρόνος τον μικρό Δία όταν έκλαιγε. Ο Δίας, όπως ήταν το γραμμένο, ανέτρεψε τον Κρόνο.

Δεν ξέχασε όμως την αγαπημένη του αίγα Αμάλθεια. Την τίμησε κάνοντάς την άστρο, ψηλά στον ουρανό. Φόρεσε το δέρμα της Αμάλθειας, την αιγίδα, και έγινε άτρωτος. Αργότερα τη δώρισε στην αγαπημένη του κόρη Αθηνά.

Αιγίδα ήταν ο θώρακας που φορούσε πάντα η Αθηνά, κι έτσι, από απλό «γιδοτόμαρο» έφτασε να σημαίνει προστασία.

Αυτή είναι λοιπόν, η αιγίδα. Και όταν λέμε ότι κάποιο συνέδριο είναι «υπό την αιγίδα του τάδε υπουργείου» εννοούμε με την υποστήριξη και την προστασία του.

Το πολυζωγραφισμένο κέρας της Αμάλθειας, που συμβολίζει την αφθονία, δεν είναι άλλο από το κέρατο της αίγας Αμάλθειας που άθελά του έσπασε παίζοντας ο μικρός Δίας. Ο ίδιος αργότερα του έδωσε τη δύναμη να προσφέρει ό,τι επιθυμούσε όποιος το τιμούσε.

Άλλες λέξεις: Αιγαίο πέλαγος είναι το φουρτουνιασμένο πέλαγος, που φαίνεται σαν να είναι γεμάτο «προβατάκια», αλλά κυρίως από το ρήμα αΐσσω = ορμώ. Αυτή είναι πιο πιστευτή εκδοχή από εκείνη που θέλει να προέρχεται το όνομα του πελάγους από τον Αιγέα.

Γίδα, μεγεθυντικό από το αρχαίο αιγίδιον. Καταιγίδα, από το αΐσσω και πάλι = η ορμητική θύελλα. Αίγαγρος (αιξ + αγρός) = το αγριοκάτσικο. Ο γιαλός προέρχεται από τον αιγιαλό (αΐσσω + αλς), η ακροθαλασσιά. Καταιγισμός (κατά + αΐσσω) = εφόρμηση με μανία, αγιόκλημα (από το αιγόκλημα). Επίσης και οι τοποθεσίες Αιγάλεω (όπου το δεύτερο συνθετικό είναι λεώς=λαός), Αιγόσθενα (με δεύτερο συνθετικό το σθένος=δύναμη), Αίγιο, Αίγινα, Αιγιάλεια, και Αιγός Ποταμοί.

kosmima

Αιολική ενέργεια

Αιελόςαιολός → αίολος = ταχύς, ευκίνητος, ορμητικός, ευμετάβλητος. Αιολάομαι = κινούμαι πέρα δώθε με ανησυχία. Της ίδιας προέλευσης είναι και το αιέλουρος αίλουρος

Γιος του Ποσειδώνα, ο Αίολος, ήταν ο θεός των ανέμων. Κατοικούσε σ’ ένα πλωτό νησί, την Αιολία (στα δυτικά της Ελλάδας. Και καθώς η δύση για τους προγόνους μας είχε κάτι το μυστηριακό και άγνωστο, ήταν ακριβώς σ’ εκείνο το σύνορο και η κατοικία του Αιόλου). Είχε τους ανέμους κλειδωμένους σε μία σπηλιά. Μόνο με τη διαταγή του Δία του επιτρεπόταν να τους αφήσει ελεύθερους. Αν έπαιρνε μόνος του την πρωτοβουλία, τότε γινόταν καταστροφή. Θύελλες και καταιγίδες ξεσπούσαν ανεξέλεγκτα. Έτσι έγινε και στην περίπτωση του Οδυσσέα: Ο Αίολος τον φιλοξένησε και για να έχει καλό ταξίδι στον δρόμο του γυρισμού, του χάρισε έναν ασκό, σφιχτά κλεισμένο, με όλους τους ανέμους. Άφησε έξω μόνον ένα γλυκό αεράκι για να φουσκώνει τα πανιά. Περίεργοι όμως και καχύποπτοι κάποιοι από τους συντρόφους του Οδυσσέα, άνοιξαν τον ασκό. Φοβερές θύελλες ξέσπασαν κι έριξαν το πλοίο στις κοντινές ακτές.

Τη δύναμη των ανέμων την εκμεταλλευόμαστε σήμερα και τη μετατρέπουμε σε ενέργεια. Ενθυμούμενοι εκείνον τον μακρινό θεό, την ονομάσαμε Αιολική ενέργεια.

kosmima

Αιχμάλωτος

Εδώ έχουμε μια σύνθετη λέξη: αιχμή + αλωτός (ο τη αιχμή αλούς = ο συλληφθείς δια του δόρατος). Το ρήμα αΐσσω σημαίνει ορμώ, χτυπώ με δόρυ και η λέξη αιχμή είναι παράγωγό του.

Αλίσκομαι = αρπάζω, κυριεύω. Όποιον έχουν συλλάβει με την απειλή της αιχμής του δόρατος, λέγεται αιχμάλωτος.

Άλλες λέξεις: Άλωση (η Πόλις εάλω), ευάλωτος, παρανάλωμα (του πυρός), είλωτας, ανάλωση, κατανάλωση, υπερκατανάλωση

kosmima

Αλήθεια

Λήθομαι = λανθάνω, ξεχνώ.

Το στερητικό α + λήθη = αλήθεια, το οποίο προσδιορίζει αρχικά το «δεν ξεχνώ» και επεκτείνεται αργότερα στη γνωστή μας σημασία. Πρόκειται για όσα δεν μπορούν να ξεχαστούν, να λησμονηθούν και στη συνέχεια πήρε την έννοια αυτού που δεν μπορεί να κρυφτεί, άρα ορατό, διάφανο και αληθινό.

Άλλες λέξεις: Λανθάνω (αόριστος: έλαθον) → λάθος, λήθη, αλάθητος, λήθαργος, λαθραίος, αλάνθαστος, διαλανθάνω , επαλήθευση, αληθοφανής, φιλαλήθης, λαθρέμπορος, λαθροκυνηγός, λαθρομετανάστης, λαθρεπιβάτης.

kosmima

Αλκυονίδες Ημέρες

Η κόρη του Αίολου, του θεού των ανέμων, και της Αιγιάλης, η Αλκυόνη, παντρεύτηκε τον Κύηκα. Ήταν πολύ αγαπημένο και ταιριαστό ζευγάρι, τόσο, που αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Δία και Ήρα. Αυτό, όπως ήταν επόμενο, επέσυρε την οργή του θεϊκού ζεύγους. Τους μεταμόρφωσαν σε θαλασσοπούλια και έγιναν σύμβολο συζυγικής αγάπης.

Η Αλκυόνη γεννούσε κάθε χειμώνα τα αυγά της στον γιαλό, αλλά το άγριο κύμα τα παρέσυρε και άφηνε εκείνη απαρηγόρητη. Παρακαλούσε τον Δία να τη λυπηθεί και κάποια φορά εισακούστηκε η προσευχή της. Διέταξε ο Δίας τους ανέμους να μην πνέουν για δεκατέσσερις μέρες μέσα στο καταχείμωνο (επτά ημέρες πριν και επτά μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο) και να αφήνουν τον ήλιο να ζεσταίνει τη γη, ώστε και η Αλκυόνη να μπορεί να γεννάει τα αυγά της και να τα επωάζει. Μ’ αυτόν τον τρόπο δικαιολόγησαν οι πρόγονοί μας αυτό το φυσικό φαινόμενο των ηλιόλουστων και ήπιων ημερών του χειμώνα και τις ονόμασαν Αλκυονίδες ημέρες.

 

kosmima

Αμβροσία

Αμβροσία ήταν η τροφή των θεών και μόνον των θεών. Αυτή, μαζί με το νέκταρ, τους καθιστούσε αθάνατους.

Η λέξη βροτός δηλώνει τον θνητό. Όταν όμως τοποθετηθεί μπροστά της το στερητικό αα + βροτός γίνεται αμβρόσιος, δηλαδή άφθαρτος, αθάνατος.

Όσο για τη λέξη νέκταρ παρατηρούμε: νέκυς είναι ο νεκρός. Η κατάληξη -ταρ (από ινδοευρωπαϊκή ρίζα) σημαίνει διασχίζω, περνώ. Το νέκταρ, λοιπόν, δηλώνει το μέσον με το οποίο ξεπερνά κάποιος τον θάνατο.

Άλλες λέξεις: Νεκτάριος, νεκταρίνι (αντιδάνεια).

kosmima

Ανάγκη

«Ανάγκα και θεοί πείθονται», δηλαδή υποτάσσονται ακόμα και οι θεοί στην Ανάγκη. Μα ποια ήταν αυτή η Ανάγκη;

Η Ανάγκη ήταν μια πρωταρχική και αρχέγονη θεότητα, ξεχασμένη σχεδόν, αλλά πάντοτε παρούσα. Σύμφωνα με την Ορφική Θεογονία, ο χρόνος γεννιέται από την Ύλη και το Ύδωρ. Κατόπιν ο Χρόνος ενώνεται με την Ανάγκη, η οποία ως προσωποποίηση του συνόλου των φυσικών νόμων, από τη δύναμη των οποίων κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, εκτείνεται σε όλον τον κόσμο. Έτσι, η σύζευξη αυτή σημαίνει ότι η εξέλιξη του κόσμου μέσα στον χρόνο γίνεται βάσει μιας πανίσχυρης νομοτέλειας. Όσο περισσότερο περιβάλλει τα πάντα η Ανάγκη, τόσο λιγότερο απεικονίζεται. Δεν έχει πρόσωπο, δεν έχει αγάλματα, δεν έχει βωμούς ή ιερά (μόνο ένα βρέθηκε στον Ακροκόρινθο) και αγνοεί τις παρακλήσεις. Άτεγκτη και αμείλικτη, σύντροφος του Κρόνου-Χρόνου, η Ανάγκη περισφίγγει κυκλικά τον κόσμο με τον άκαμπτο δεσμό της. Έτσι και ο Πιττακός ο Μυτιληναίος πρόσθεσε στο γνωστό ρητό «Ανάγκα και οι θεοί πείθονται» το «Ανάγκα δ’ ουδέ οι θεοί μάχονται».

Άγκη - άγκος δηλώνει κάτι καμπύλο και από τη ρίζα αυτή προέρχεται μια σειρά λέξεων που σημαίνουν πολύ διαφορετικά πράγματα. Εμπεριέχουν όμως όλες την έννοια της καμπυλότητας: Ανάγκη (ανά + άγκη): Κατάσταση πίεσης και δυσφορίας. Σαν έντονος και καταπιεστικός εναγκαλισμός. Εξ ου και αναγκάζω, αναγκαίος, καταναγκασμός, εξαναγκάζομαι, πειθαναγκάζομαι, ψυχαναγκασμός.

Αγκώνας: Το γνωστό μέρος του χεριού που βοηθάει στην κάμψη του και την αγκαλιά. Από εκεί και το παραγκωνίζω.

Αγκωνάρι: Η μεγάλη πέτρα που έχει πελεκηθεί καμπυλωτά.

Αγκαλιά: Όταν αγκαλιάζουμε, ο αγκώνας κάμπτεται δίνοντας την εντύπωση του καμπύλου. Εναγκαλίζομαι.

Άγκυρα: Έχει κι αυτή καμπύλες. Αγκυροβολώ, αγκυροβόλιο.

Αγκίστρι: και αυτό καμπυλωτό. Αγκιστρώνω, αγκιστροειδής, πολυάγκιστρο. Αγκύλη: Το γνωστό γραφικό σχήμα με τις κυρτές γραμμές. Αγκυλωτός

Αγκλίτσα (γκλίτσα) εξαιτίας της καμπυλότητας στην άκρη της.

Απάγκιο: Κοιλάδα ανάμεσα σε βουνά, κοίλωμα και τελικά προστασία, καταφύγιο. Από εκεί και το απαγκιάζω.

kosmima

Αράχνη

Αράχνη ονομαζόταν μια κόρη ταπεινής καταγωγής από την Κολοφώνα, της οποίας η υφαντική τέχνη, αλλά και η αλαζονεία, προκάλεσαν σε διαγωνισμό την ίδια τη θεά Αθηνά. Το υφαντό της Αθηνάς παρίστανε σαν κεντρικό θέμα τους Ολύμπιους θεούς σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια και στις άκρες απεικόνιζε τη συντριβή και τη σκληρή τιμωρία κάποιων αλαζόνων θνητών, ενώ της Αράχνης, τους άνομους έρωτες των θεών, κυρίως του Δία και τις μεταμορφώσεις που έκανε προκειμένου να δελεάσει και να ξεγελάσει τα θύματά του.

Ο μύθος διηγείται ότι οργίστηκε τόσο πολύ η θεά, ώστε, παρόλο που το υφαντό της Αράχνης ήταν άψογο από τεχνικής πλευράς (αραχνοΰφαντο), το έσκισε με μανία και χτύπησε την κόρη. Αυτή, από ντροπή και απόγνωση, κρεμάστηκε.

Έτσι, ονόμασαν αράχνη το έντομο που υφαίνει έναν τόσο λεπτό και όμορφο ιστό και που έχει τη δυνατότητα να κρεμιέται και να σκαρφαλώνει σ’ αυτόν. Ετυμολογικά συνδέεται με το άρκυς-υος που σημαίνει δίχτυ.

kosmima

Αριστερός

Στ’ αρχαία χρόνια οι μάντεις και οι ιερείς προέλεγαν τα μελλούμενα. Οι οιωνοσκόποι ήταν μάντεις που προφήτευαν, στραμμένοι πάντοτε προς βορράν, παρατηρώντας πώς πετούσαν οι οιωνοί, τα πουλιά. Ήταν ευοίωνο το μέλλον εάν ερχόντουσαν από δεξιά τα πουλιά και πορεύονταν προς τα αριστερά, ενώ δυσοίωνο το αντίθετο.

Μη θέλοντας όμως να προκαλέσουν τους θεούς και προσπαθώντας να ξορκίσουν το κακό, έδωσαν, κατ’ ευφημισμόν, το όνομα άριστος στο δυσοίωνο, το εξ ευωνύμων (και αυτή η λέξη κατ’ ευφημισμόν) πέταγμα των πουλιών, προσθέτοντας το επίθημα -τερος, που δηλώνει πάντα τη σύγκριση.

Άριστος + τερος = αριστοτερός = αριστερός.

Η λέξη άριστος, είναι έτσι κι αλλιώς υπερθετικός βαθμός του αγαθός. Έτσι έχουμε εδώ μια δεύτερη σκάλα σύγκρισης και ο άριστος παίρνει κατάληξη συγκριτικού βαθμού -τέρος (όπως λανθασμένα ακούγεται σήμερα το καλυτερότερος) και γίνεται αριστερός. Η λέξη συνδέεται ετυμολογικά με τον θεό Άρη, όπως και η αρετή, καθότι η πρωταρχική εκδήλωση του καλού για τα δεδομένα της εποχής και των ηθών, συνέπιπτε με την ανδρεία και τη γενναιότητα στον πόλεμο.

Φανταστείτε τον φόβο τους. Έτσι, επικράτησε το αριστερό, αρχικά σαν κακό και αργότερα σαν το αντίθετο του δεξιού.

Στην πολιτική ζωή το αριστερός και δεξιός προέκυψαν από κάποια ιστορικά γεγονότα χωρίς να έχουν καμιά σχέση με τους οιωνούς. Κατά τη γαλλική επανάσταση, το 1789, και στη διάρκεια συνεδρίασης της Συντακτικής Συνέλευσης, οι Μοναρχικοί κάθισαν στα δεξιά ως προς τον πρόεδρο έδρανα του κοινοβουλίου, ενώ οι ριζοσπαστικοί, στα αριστερά. Αυτό καθιερώθηκε και συμβαίνει μέχρι σήμερα και όχι όπως τύχει, αλλά σύμφωνα με τον κανονισμό της Βουλής.

kosmima

Αρμονία

Η Αρμονία ήταν ο καρπός του παράνομου έρωτα του Άρη και της Αφροδίτης. Αυτό το όνομα ταίριαζε και έδωσαν οι μυθοπλάστες, καθώς εκείνη ταίριαξε τα αντίθετα. Αυτή συναρμολόγησε τη βιαιότητα και την αγριάδα του Άρη με την ηπιότητα και την ομορφιά της Αφροδίτης. Ένωσε τα ανόμοια και έφερε ισορροπία. Σ’ αυτήν την κόρη αργότερα, την Αρμονία, έδωσαν σύζυγο στον Κάδμο, τον ιδρυτή της Θήβας και ήταν η πρώτη φορά όπου παρευρέθηκαν θεοί και άνθρωποι σε γάμο. Οι Θηβαίοι «Κάδμο» εννοούσαν τον Κάσμο-Κόσμο, δηλαδή την τάξη, την ευταξία.

Ο Κάδμος ήταν μορφή πρωτοπόρα και εξέχουσα, αφού δίδαξε τους υπηκόους του μύρια όσα και έχτισε πόλη θαυμαστή. Με κέντρο της πόλης το κρεβάτι της Αρμονίας, οικοδόμησε την πόλη έτσι, ώστε όλα τριγύρω να σχηματίζονται σύμφωνα με τη γεωμετρία του ουρανού. Στις επτά ζώνες του ουρανού αντιστοιχούσαν και οι επτά πύλες της πόλης. Και εδώ λοιπόν αρμονία.

Η λέξη αρμονία πρωτοχρησιμοποιήθηκε σαν τεχνικός όρος, δηλώνοντας συναρμολόγηση, προσαρμογή. Αργότερα επεκτάθηκε στη συμμετρία και την αναλογία, στην αισθητική και τέλος στους ήχους και τη μελωδία.

Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα ar- δηλώνει συνάπτω, συναρμόζω.Το ομόρριζο ρήμα αραρίσκω, σημαίνει συνδέω, κατασκευάζω. Έτσι «κατασκευάστηκε» γλωσσικά το ρήμα αρμόζω και τα ουσιαστικά αρμονία, άρμα (έχουν προσαρμοστεί σ’ αυτό οι ρόδες), αρμός, άρθρο (δεσμός), αρθρίτιδα (καθώς πονούν οι αρθρώσεις) και τα άρμενα του πλοίου, τα ξάρτια, τα πανιά, αυτά που έχουν συναρμολογηθεί πάνω στο σκαρί. Κι έτσι το πλοίο αρμενίζει. Από το αρμόζω επίσης παράγονται και ο αρμόδιος και η αρμοδιότητα.

Άλλες λέξεις: αρμονικός, αρματώνω, αρμάδα, αρματωσιά, άναρθρος, αναδιαρθρώνω, αδιόρθωτος, αρθραλγία, αρθρογράφος, αρθροπλαστική, αρθρόποδα, φιλαρμονική, φυσαρμόνικα.

kosmima

Άρρωστος

Ρώννυμι = υγιαίνω. Ρώμη είναι η φυσική, η σωματική δύναμη, ενώ η λέξη ισχύς δηλώνει τη δύναμη των όπλων του στρατού ή και της ψυχής. Ρωμαλέος είναι ο δυνατός, ο σφριγηλός, ο εύρωστος.

Η λέξη Ρωμιός μπορεί να φαίνεται ότι αναφέρεται στην καλή φυσική κατάσταση σύμφωνα με τα παραπάνω, αλλά δεν είναι έτσι. Μπορεί πράγματι να ταιριάζει στον ρωμαλέο, αλλά προέρχεται από τον πολίτη του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, που αργότερα έγινε βυζαντινός. Η Ρώμη πήρε το όνομά της από τον Ρωμύλο, τον ιδρυτή της.

Όταν κάποιος δεν είναι υγιής και ρωμαλέος, τότε, πιθανόν να έχει κάποια αρρώστια, να είναι άρρωστος. Γρήγορα όμως μπορεί να αναρρώσει. Όποιος έχει κακή υγεία και αρρωσταίνει συχνά λέγεται αρρωστιάρης, ενώ η λέξη αρρωστημένος δηλώνει κυρίως την ανήθικη συμπεριφορά κάποιου, την αρρώστια της ψυχής του.

 Η λέξη αποτελείται από το αρνητικό α + ρώστος, αλλά επειδή το ρω συμβάδιζε πολλές φορές με τα φωνήεντα, το αρνητικό α πήρε και ένα ν, χάριν ευφωνίας. Έτσι αν + ρώστοςάνρωστος και αφού το νι προ του ρω αφομοιώνεται σε ρω → άρρωστος.

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν άλλες τρεις διαφορετικές λέξεις για να δηλώσουν την αρρώστια, με διακριτές όμως διαφορές. Ασθένεια, πάθηση, νόσος.

Ασθένεια: η λέξη σθένος ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα θείνω και εκφράζει ισχύ, δύναμη. Με το στερητικό α που έχει η λέξη ασθένεια, δηλώνει ακριβώς το αντίθετο: αδυναμία, ατονία.

Πάθηση: οργανική βλάβη. Η λέξη προέρχεται από τον αόριστο β’ του πάσχω. Ευπαθής, παθολογία, πάθημα, πάθος. παθογένεια.

Νόσος: λοιμός, επιδημία. Νόσημα, νοσηρότητα, νοσηλευτής, νοσοκομείο, νοσηλεία, ανοσία.

kosmima

Ασήμι

Ο άργυρος (αργός = λαμπερός, λευκός, με διαφορετική ρίζα από το αργός = οκνηρός) είναι πολύτιμο μέταλλο, το οποίο μεταχειριζόταν ο άνθρωπος από τα πολύ παλιά χρόνια για να κατασκευάζει σκεύη, να φιλοτεχνεί κοσμήματα και να κόβει νομίσματα.

Η πρώτη ποιότητα του αργύρου, αυτή που προοριζόταν για την κοπή νομισμάτων, σφραγιζόταν. Έμπαινε δηλαδή ένα σημάδι. Με το σήμα αυτό γινόταν επί + σημος άργυρος. Το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε με το πέρασμα του χρόνου και έγινε απλώς επίσημος.

Η δεύτερη ποιότητα έμενε ασφράγιστη και προοριζόταν για όλες τις άλλες χρήσεις πλην της κοπής νομισμάτων. Το στερητικό α + σήμος = άσημος. Άσημος άργυρος. Επικράτησε να ονομάζεται μόνο με το επίθετο κι έτσι προέκυψε αργότερα το ασήμιον, κατά τα βυζαντινά χρόνια ασήμιν και τελικά το γνωστό μας ασήμι.

Άλλες λέξεις για το άργυρος: τα αργύρια (τα χρήματα), φιλάργυρος, επάργυρος, αργυροχόος, εναργής (ξεκάθαρος, σαφής).

Για το ασήμι: ασημένιος, σημασία, σημαίνω, σήμανση, σημαία.

kosmima

Ασία

Asu στα Ασσυριακά σημαίνει Ανατολή. Έτσι, οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν Ασία (ανατολή) την ήπειρο που εκτεινόταν στα ανατολικά τους. Παρόμοια ήταν και η σκέψη των νεότερων για την Ιαπωνία, όπου μιλούν για την Άπω (μακρινή) Ανατολή. Έτσι, με την ίδια λογική, και για τη Συρία, Λίβανο και κοντινές τους χώρες, επικράτησε η συνολική ονομασία: Εγγύς Ανατολή.

kosmima

Άσχημος

Η λέξη σχήμα προέρχεται από το θέμα σχη-, που είναι ο μέλλοντας (σχήσω) του ρήματος έχω. Εκείνος που έχει ωραία μορφή, αρμονία, λέγεται εύμορφος, αργότερα έμορφος και τελικά όμορφος. Όποιος, πάλι έχει όμορφο σχήμα, ονομάζεται ευ + σχήμων = εύσχημος, ενώ το αντίθετο, όποιος δεν έχει ωραίο παρουσιαστικό, λέγεται: στερητικό α + σχήμων = ασχήμων και τελικά άσχημος.

Άλλες λέξεις: πρόσχημα, σχηματίζω, ασχημονώ.

kosmima

Ατλαντικός Ωκεανός

Το όνομα Άτλας προέρχεται από το αθροιστικό α + τάλας (από το ρήμα τλάω) και εκφράζει τον υπομονετικό, τον πάσχοντα, τον ανεκτικό, τον καρτερικό, τον ταλαιπωρημένο. Αυτό το όνομα έδωσαν στον Τιτάνα, γιο του Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης, τον Άτλαντα για να αποδώσουν με το όνομά του και τα πάθη του.

Μαζί με τους άλλους Τιτάνες ο Άτλας, εναντιώθηκε στην εξουσία του Δία. Μετά το τέλος της Τιτανομαχίας και την επικράτηση του Δία, τιμωρήθηκαν όπως ήταν αναμενόμενο όσοι είχαν ξεσηκωθεί εναντίον του αδιαμφισβήτητου, τελικά, νικητή. Τον Άτλαντα τον εξόρισε ο Δίας στο τέρμα του γνωστού τότε κόσμου, κοντά στο σημερινό Γιβραλτάρ, στην κορυφή του μεγάλου όρους της δυτικής Αφρικής. Όρισε επιπλέον τιμωρία του, να σηκώνει στους δυνατούς του ώμους τον ουρανό. Εκεί τον συνάντησε ο Ηρακλής, όταν, επιφορτισμένος από τον βασιλιά Ευρυσθέα, έπρεπε να του φέρει τα χρυσά μήλα από τον κήπο που είχε δωρίσει η Γαία στην Ήρα ως γαμήλιο δώρο. Αυτόν τον κήπο είχαν αναλάβει να φυλάσσουν οι Εσπερίδες, οι θυγατέρες του Άτλαντα, πέρα από τον Ωκεανό. Ο Ηρακλής θέλησε να πληροφορηθεί από τον Άτλαντα, πού και πώς θα βρει τις Εσπερίδες.

Είναι γνωστές οι εξελίξεις του μύθου και μετά από πολλές περιπέτειες, κατάφερε να πάρει από τις Εσπερίδες ο Ηρακλής τα χρυσά μήλα και τα μετέφερε στο Άργος, το βασίλειο του Ευρυσθέα.

Εσπερίδες ονομάστηκαν οι κόρες γιατί ζούσαν στην Εσπερία, στη Δύση. Δύω σημαίνει βυθίζομαι. Εκεί δηλαδή που βυθίζεται ο ήλιος. Εσπέρα (εσ-τία + πέρας) και Εσπερία ονομαζόταν η χώρα εκείνη που βρισκόταν στο δυτικότερο μέρος του ορίζοντα.

Τον Άτλαντα συνάντησε αργότερα και ο Περσέας. Του ζήτησε φιλοξενία, αλλά ο Άτλαντας αρνήθηκε. Οργισμένος ο Περσέας, αρκέστηκε να του δείξει το κεφάλι της Μέδουσας και να τον απολιθώσει. Έμεινε εκεί πετρωμένος. Ένας τεράστιος ορεινός όγκος στη βορειοδυτική Αφρική που φτάνει ψηλά στον ουρανό. Έτσι ονομάστηκε Άτλαντας το βουνό που απλώνεται στην Αλγερία, την Τυνησία και το Μαρόκο.

Πέραν του Γιβραλτάρ (των Ηρακλείων Στηλών, όπως ονομάζονταν από τους Έλληνες, σε ανάμνηση του ταξιδιού του Ηρακλή), απλώνεται η απέραντη θάλασσα, που πήρε το όνομά της από τον Τιτάνα Άτλαντα και ονομάζεται Ατλαντικός Ωκεανός.

Άλλες λέξεις: Δύω (=βυθίζομαι): δύση, κατάδυση, τρωγλοδύτης (τρώγλη + δύτης), αυτός που ζει σε σπηλιά. Δύτης, αυτοδύτης, λωποδύτης (λώπη = ρούχο + δύω, αυτός δηλαδή που βυθίζει το χέρι του στην τσέπη μας και μας κλέβει. Αναδύομαι, υποδύομαι.

Εσπέρα: καλησπέρα, εσπερινός, εσπεριδοειδή, αποσπερίτης (το αστέρι που εμφανίζεται πρώτο στον νυκτερινό ουρανό. Το ίδιο αστέρι λέγεται Αυγερινός και είναι το τελευταίο που ξεθωριάζει την αυγή).

Άτλαντας: Ατλαντική Συμμαχία, πιθανόν γιατί ο Ατλαντικός ενώνει τις σύμμαχες ηπείρους, Ευρώπη και Αμερική. Ατλαντίδα, η μυθική χώρα. Άτλας, συλλογή από χάρτες. Η ονομασία οφείλεται σε μία από τις πρώτες εκδόσεις χαρτών του Mercator τον 16ο αιώνα, όπου στο εξώφυλλο του βιβλίου εικονιζόταν ο Άτλας βαστάζοντας στους ώμους την υδρόγειο σφαίρα, δηλαδή ολόκληρη τη γη. Άτλας λέγεται και ο πρώτος σπόνδυλος της σπονδυλικής στήλης, ο οποίος βαστά όλο το βάρος του κεφαλιού, σαν να κρατά στα στιβαρά του χέρια, τον ουρανό του ανθρώπου, το πνεύμα του.

kosmima

Αυτόφωρο

Φωρ-φωρός είναι ο κλέφτης, φωρά η κλοπή και προέρχεται από το ρήμα φέρω. Για τον κλέφτη που συλλαμβάνεται τη στιγμή που κλέβει, λέμε ότι πιάστηκε επ’ αυτοφώρω, αυτός + φωρ (φέρει δηλαδή μαζί του τα κλεμμένα). Η λέξη χρησιμοποιείται με ευρύτερη έννοια τώρα πια και δεν αφορά κυριολεκτικά τον κλέφτη.

Αυτόφωρο καλούμε το δικαστήριο που δικάζει όσους συνελήφθησαν επ’ αυτοφώρω. Κατάφωρος σημαίνει ολοφάνερος. Φωριαμός, κιβώτιο φύλαξης για διάφορα είδη.

Άλλες λέξεις: φορείο, φαρέτρα (η θήκη για τα βέλη), φέρετρο, φόρος. Ιδιαίτερα πλούσιο το ρήμα φέρω, δίνει πολλές συνθέσεις: Αναφέρω, διαφέρω, συμφέρει, καταφέρνω, επιφέρω, εισφέρω, παραφέρομαι, περιφέρομαι, εκφέρω και πάμπολλες άλλες που με τη σειρά τους παράγουν κι εκείνες, νέες: Αναφορά, διαφορά και πολλές ακόμη.

kosmima

Αφετηρία

Στους αγώνες στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε μία διακριτή γραμμή (η αφετηρία γραμμή, βαλβίς ή ύσπληγξ, ανάλογα με το αγώνισμα) από την οποία ξεκινούσαν οι δρομείς ή οι αρματοδρόμοι. Από εκείνο το σημείο, γινόταν η άφεση (έπαιρναν δηλαδή το σήμα για να ξεκινήσουν).

Ύσπληγξ, προέρχεται από το ρήμα θύω=σπεύδω εμπρός ορμητικά. Θύω, αόριστος έθυσα και πλήσσω + άγω μέλλοντας άξω.

Βαλβίς από το βάλλω + βάδος (από το βάω = βαδίζω, όπου το α → ι (δηλαδή ξεκινάω).

Η λέξη αφετηρία προέρχεται από το ρήμα αφίημι (= αφήνω). Λέμε άφεση αμαρτιών, αφέτης, αφετηρία. Αφέτης είναι εκείνος που δίνει το σύνθημα της εκκίνησης στους αθλητές (που τους αφήνει να ξεκινήσουν), ενώ αφετηρία, δηλώνει τη γραμμή εκκίνησης.

Στη σημερινή εποχή, η λέξη αφέτης συνεχίζει να δηλώνει το ίδιο πράγμα και χρησιμοποιείται ως αθλητικός όρος, ενώ η λέξη αφετηρία, που έχει ουσιαστικοποιηθεί, δεν λογίζεται πια σαν γραμμή εκκίνησης των αθλητών, αλλά κυρίως των λεωφορείων.

Άλλες λέξεις: Αφετήριον = πολεμική εκσφενδονιστική μηχανή.

kosmima

Αχθοφόρος

Άχθος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει βάρος, φορτίο. Αυτός που κουβαλάει, που φέρει βάρος, λέγεται αχθοφόρος (άχθος + φέρω).

Χθόνιος: Αυτός που ανήκει, βρίσκεται ή κατοικεί μέσα στη γη.

Σεισάχθεια (σείω + άχθος=ανακινώ, μεταθέτω, αφαιρώ το βάρος) λεγόταν ο περίφημος νόμος του Σόλωνα, που απάλλασσε τους φτωχούς από τα δυσβάσταχτα φορολογικά βάρη.

Η λέξη άχθος συναντάται και στα Ομηρικά έπη. «Άχθος αρούρης» (βάρος πάνω στη γη) λέει ο Αχιλλέας ότι έγινε μετά τον θάνατο του αγαπημένου του φίλου, Πατρόκλου.

Υποχθόνιος (υπό + χθων = κάτω από τη γη) είναι ο ύπουλος, αφού ενεργεί υπόγεια και κρυφά, αλλά και κυριολεκτικά ό,τι μπορεί να βρίσκεται κάτω από το έδαφος.

Κατά ένα βήμα χειρότερος είναι ο καταχθόνιος (κατά + χθων = κάτω από τη γη). Κυρίως αναφέρεται στις θεότητες του Κάτω Κόσμου.

Αυτόχθων (αυτό + χθων), ο ντόπιος, που κατοικεί στη γη των προγόνων του.

Χθαμαλός (χθων + ομαλός), αυτός που δεν έχει μεγάλο ύψος, ομαλός, χαμηλός.

kosmima

Άψογος

Η λέξη ψόγος είναι παράγωγη του ρήματος ψέγω (ψέλλω + άγω), κατηγορώ, επικρίνω, μέμφομαι και εκφράζει την κατηγορία, το ελάττωμα. Άψογος, το στερητικό α + ψόγος, δηλώνει εκείνον που δεν μπορούμε να του προσάψουμε καμία κατηγορία, κανέναν ψόγο, αυτόν που δεν μπορούν να του προσάψουν κανένα επιβαρυντικό στοιχείο. Τον τέλειο, τον άμεμπτο, τον ανεπίληπτο. Ψεγάδι, από το ψέγοςψεγάδιονψεγάδι.

kosmima

Βιβλίο

Βύβλος ήταν η πόλη της Φοινίκης από όπου οι αρχαίοι Έλληνες προμηθεύονταν τον κατεργασμένο πάπυρο. Βίβλο λοιπόν, ονόμασαν το σύνολο των φύλλων που απάρτιζαν ένα θέμα.

Βίβλο ονομάζουμε οι Χριστιανοί την Αγία Γραφή. Υποκοριστικό της λέξης βίβλος είναι το βιβλίονβιβλίο.

Βιβλική καταστροφή λέμε την καταστροφή που αναφέρει η Βίβλος.

Άλλες λέξεις: βιβλιαράκι, βιβλιάριο, βιβλιογραφία, βιβλιοπωλείο, βιβλιοθήκη, βιβλιοδέτης, παλαιοβιβλιοπώλης και πάρα πολλές άλλες γνωστές μας.

kosmima

Βοήθεια

Βοή (δυνατή φωνή) + θέω (τρέχω, σπεύδω) = επικουρία, βοήθεια, προστασία. Επί βοήν θέω. Στην κραυγή, στη φωνή σπεύδω (για προστασία, για φροντίδα).

Άλλες λέξεις:

Βοηθώ, βοήθημα, βοηθός, βοηθητικός,

Βοή: περιβόητος, διαβόητος, αντιβουίζω, οχλοβοή, πολύβουος.

kosmima

Βράχια

Το ρήμα βραχύνω είναι σύνθετο από το βρι + θύνω (= σπεύδω γρήγορα, όπου το ι → α και το θ → χ), άρα συντομεύω. Σε χρόνο, αλλά και σε απόσταση

Προσοχή! «Βράχεα ύδατα», ρηχά νερά δηλαδή, φώναζε ο αλλοτινός ναύτης όταν το πλοίο πλησίαζε σε ξέρες (κομμάτια ξηράς μέσα στη θάλασσα). Το ουσιαστικό με τον καιρό έφυγε και το επίθετο πήρε τη θέση του. Ουσιαστικοποιήθηκε. Και το βράχεα μετατράπηκε σε βράχια. Το βράχοςτα βράχεαβράχη (όπως το όρος-τα όρη) και τελικά τα βράχια.

Άλλες λέξεις: Βραχώδης, βραχάκι, εκβραχισμός, βραχυγραφία, βραχύβιος, βραχονησίδα, κατσάβραχα (πιθανόν από ακανθάβραχα).

kosmima

Γαλαξίας

Η λέξη γάλα έχει συνεχή παρουσία στην ελληνική γλώσσα ήδη από τα ομηρικά χρόνια.

Γαλαξίας είναι η φωτεινή γαλακτώδης μάζα στον ουρανό, η οποία αποτελείται από δισεκατομμύρια αστέρια και νεφελώματα.

Το πώς πήρε το όνομά του, μας το διηγείται η παρακάτω ιστορία: Όταν γεννήθηκε ο Ηρακλής από τον παράνομο δεσμό του Δία με την Αλκμήνη, ο Δίας, που είχε μεγάλη αδυναμία σ’ αυτόν του τον γιο, επιφόρτισε τον Ερμή να φροντίσει, ώστε το παιδί να πιει γάλα από την Ήρα. Ο θεϊκός νόμος όριζε ότι μόνον όποιος είχε πιει γάλα από τη μητέρα των θεών, θα μπορούσε να έχει και θεϊκές τιμές. Με πονηριά ο Ερμής εκπλήρωσε την προσταγή του Δία και έβαλε το μωρό κρυφά στον κόρφο της Ήρας να θηλάσει, την ώρα που εκείνη κοιμόταν. Όταν η Ήρα κατάλαβε την απάτη, ήταν πολύ αργά. Ο Ηρακλής είχε γαλουχηθεί από τη μητέρα των θεών. Αποτραβήχτηκε απότομα η Ήρα, με αποτέλεσμα, ποσότητα από το γάλα της να εκτιναχτεί στον ουρανό. Από το γάλα της Ήρας σχηματίστηκε κατά τη Μυθολογία μας ο Γαλαξίας.

Ετυμολογικά υπάρχουν κάποιες προτάσεις:

Γάλαξ - γάλακος (στα ομηρικά χρόνια), επομένως γάλαξ + ίας (κατάληξη) → γαλαξίας.

Γάλακτ (το δεύτερο θέμα) + ίας (κατάληξη) = γαλακτίας γαλαξίας.

Γάλα + άγω άξω (ο μέλλοντας) → γαλαξίας, δηλαδή το γάλα οδηγείται κάπου, δείχνει κάποιον δρόμο, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός το άξω, αφετέρου την αγγλική μετάφραση του γαλαξία σε milky way.

Άλλες λέξεις: Απογαλακτισμός, γαλακτώδης, γαλάκτωμα.

Η λέξη γαλαξίας έχει περάσει σε πολλές ξένες γλώσσες: galaxy (αγγλικά), galaxie (γαλλικά), galaxia (ισπανικά).

kosmima

Γεια

Ο Ασκληπιός ήταν γιος του Απόλλωνα και εκείνος είναι που του χάρισε την ικανότητα να θεραπεύει.

Από τα παιδιά που απέκτησε ο Ασκληπιός, τα πιο γνωστά σ’ εμάς είναι η Υγίεια, η Πανάκεια και η Ιασώ.

Η Πανάκεια (παν + άκος = αυτή που θεραπεύει τα πάντα), κατέληξε να γίνει η προσωποποίηση για τη θεραπεία με τα βότανα. Αργότερα η λέξη πανάκεια πήρε τη σημασία του φαρμάκου που θεραπεύει κάθε ασθένεια. Σήμερα έχει επεκταθεί και δηλώνει το μέσο για την επίλυση κάθε προβλήματος. Τη ρίζα άκος τη συναντάμε και στη λέξη ανήκεστος (στερητικό α + άκος) και εκφράζει αυτό το οποίο δε θεραπεύεται (π.χ. ανήκεστος βλάβη).

Η Ιασώ προέρχεται από το ρήμα ιάομαι - ιώμαι, που σημαίνει θεραπεύω. Καθιερώθηκε ως η θεά της ίασης, της θεραπείας. Ιάσων σημαίνει θεραπευτής.

Ομόρριζες είναι μεταξύ άλλων: Ίαση, ανίατος, ιάσιμος, ιαματικός, ίαμα, ιατρός, γιατρός, υπίατρος, ιατρόσημο, ιατροδικαστής.

Υγίεια, τέλος, «μεταφρασμένο» από την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα (υγιής, *su-gwiy-es, όπου su=ευ, καλώς και gwiye=ζωή) σημαίνει ευζωία και είναι η προσωποποίηση και η θεοποίηση της σωματικής, ψυχικής και πνευματικής υγείας του ανθρώπου.

Ευχόμαστε στον συνάνθρωπό μας να έχει την υγεία του την υγειά του. Γεια σου, λοιπόν, και σκέτο γεια είναι μια ευχή που έφτασε να λέγεται και ως χαιρετισμός. 

Άλλες ομόρριζες λέξεις: υγιαίνω, εξυγίανση, ανθυγιεινός, γερός (υγιήςυγιηρόςυγιερόςγερός).

kosmima

Γήπεδο

Η λέξη γήπεδο αποτελείται από δύο συνθετικά, που σημαίνουν το ίδιο πράγμα: γη + πεδίο.

Η λέξη γη είναι απολύτως γνωστή. Το πεδίο παράγεται από το πους - ποδός (= πόδι). Εκεί δηλαδή που πατά το πόδι, στη γη, γίνεται πέδο και πεδίο. Το γήπεδο επομένως είναι ένα κομμάτι γης με τη γνωστή μας σημασία, που την απέκτησε λόγω συγκεκριμένης χρήσης.

Και από τις δύο λέξεις που συνθέτουν τη λέξη γήπεδο, έχουμε πάρα πολλές άλλες παράγωγες και σύνθετες.

Γη: Γηγενής (αυτός που έχει γεννηθεί σ’ αυτήν εδώ τη γη), γήινος, γήλοφος, επίγειος, απογείωση, υπόγειο.

Γεω-: Γεωγραφία, γεωμετρία, γεώμηλο, γεωπονία, γεωργία, γεώτρηση, γεωτρύπανο, γεωφυσική.

-γειος (κατάληξη): υδρόγειος, Μεσόγειος, υπόγειος, ισόγειος, ανώγειο, κατώγειο, επίγειος.

Πους-ποδός, πεδ-, πέδο-, πηδ-, -πεζ: πόδι, ποδηλασία (πους + ελαύνω), ποδήρης (αυτός που φθάνει μέχρι κάτω τα πόδια, ποδήρης χιτώνας), πεδιάδα, πέδιλο, οροπέδιο, υψίπεδο, πεδίον του Άρεως (το γνωστό μας πάρκο το αφιερωμένο στον θεό Άρη), οικόπεδο, επίπεδο, πεζός, πεζοδρόμιο, πηδώ και πάρα πολλές άλλες.

kosmima

Γόης

Γόος είναι η αρχική λέξη και σημαίνει: θρήνος, κραυγή. Γοερά θρηνεί κάποιος όταν πενθεί. Αργότερα, στην αρχαιότητα ακόμη, η λέξη γόης δήλωνε τον μάγο, που προσπαθούσε να σαγηνεύσει το θύμα του ή να επικαλεστεί κάποιο πνεύμα, με κραυγές. Στην Καινή Διαθήκη η λέξη έχει απόλυτα αρνητική έννοια. Η σημερινή σημασία ισχύει ήδη από τον Μεσαίωνα. Ο γόης είναι ο όμορφος, ο κομψός, που προσπαθεί να αρέσει, να σαγηνεύσει, να γοητεύσει να μαγέψει τα δικά του θύματα, τις γυναίκες. Δεν κραυγάζει όπως ο πρόγονός του γόης, χρησιμοποιεί όμως «κραυγαλέα» συμπεριφορά κομψότητας, καλών τρόπων, περιποιητικότητας.

Παρόλο που η σημερινή σημασία της λέξης είναι αυτή που όλοι ξέρουμε, υπάρχουν και μερικές άλλες ομόρριζες λέξεις που σημαίνουν ό,τι και αρχικά: τη μαγεία: γητευτής (δηλαδή γοητευτής), γητειά (δηλαδή γοητείαγοητειά γητειά), γήτευμα (δηλαδή γοήτευμα).

kosmima

Γύφτος

Γιος του Βήλου και εγγονός του Ποσειδώνα, ο Αίγυπτος και Αίγυπτος ονομάστηκε η γη που βασίλευε. Δε θα μας απασχολήσει εδώ η ιστορία του Αίγυπτου και της πατρίδας του, απλώς επισημαίνεται η ελληνική ονομασία. Θα μας χρειαστεί στη συνέχεια.

Στην ιστορική πια εποχή, ένας νομαδικός λαός με δική του προσωπικότητα και κουλτούρα έρχεται από τα βάθη της Ασίας. Από ‘κει, περνώντας τη Μικρά Ασία, περνάει στο Βυζάντιο κατά τον 9ο μ.Χ. αιώνα, οπότε οι Βυζαντινοί τους αποκαλούν Αιγύπτιους, καθώς εκείνοι ισχυρίζονταν ότι προέρχονταν από τη «μικρή Αίγυπτο». Αργότερα, κατασκηνώνουν στη Ρουμανία και από εκεί πάλι, νομάδες είναι, φεύγουν και κατευθύνονται πολλοί από αυτούς στην Ισπανία, ενώ άλλοι σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Έτσι, οι Ευρωπαίοι τους είπαν Gypsy (Αιγύπτιους) κι εμείς γύφτους με τρόπο αντιδάνειο. Αιγύπτιοι GypsyΓύφτοι.

kosmima

Δαίμονας

Δαίω - δαίομαι σημαίνει μαθαίνω και δαίμων αυτός που γνωρίζει τα πάντα. Το βρίσκουμε και με την ερμηνεία μοιράζω, αλλά γνωρίζουμε ότι μόνον οι θεοί μπορούν να μοιράσουν, να κατανείμουν τη μοίρα. Ακόμη και ως λαμπυρίζω μεταφράζεται. Όλα τα παραπάνω είναι θεία χαρακτηριστικά. Δαίμονες λοιπόν, είναι οι θεότητες.

Στην Καινή Διαθήκη όμως δαίμονες και δαιμόνια ονομάζονται τα κακά πνεύματα. Σήμερα έχουμε κατάλοιπα και από τις δύο εκδοχές, την καλή και την κακή.

Όταν ο Σωκράτης έλεγε ότι του μιλούσε το δαιμόνιο, εννοούσε τη θεότητα, το θείον. Η έκφραση όμως «καινά δαιμόνια», σημαίνει πλέον ότι κάποιος εισάγει καινούργια ήθη, καθόλου αποδεκτά (ακριβώς όπως δεν δέχονταν οι επικριτές του Σωκράτη τις απόψεις του).

Πανδαιμόνιο αποκαλούμε τη φασαρία και την ανακατωσούρα (όλοι οι δαίμονες μαζί), αλλά δαιμόνιος μπορεί να είναι και ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος.

Δαιμονισμένος είναι ο τρελός, ενώ η έκφραση «με ‘πιάσαν τα δαιμόνια μου» εκφράζει την υπερβολική μας οργή, αυτήν που μπορεί να μας βγάλει εκτός εαυτού.

Ευδαιμονία (ευ=καλώς + δαίμων) είναι η ευτυχία, η εύνοια της τύχης, ενώ κακοδαιμονία, η αναποδιά. Δεισιδαιμονία σημαίνει την παράλογη πίστη σε υπερφυσικές ή μυστηριώδεις δυνάμεις.

Η λέξη διάβολος έχει σαφώς κακή έννοια και σημαίνει ουσιαστικά διαβάλλω (= συκοφαντώ). Και η ζαβολιά προέρχεται από τη διαβολιά.

kosmima

Δεκανίκι

Δεκανός αρχικά και δεκανεύςδεκανέας αργότερα, είναι ο επικεφαλής δέκα ανδρών (στρατιωτών) στον ρωμαϊκό στρατό και ραβδούχος, κατώτερος αξιωματικός της αυτοκρατορικής αυλής στα βυζαντινά χρόνια.

Στα αρχαία χρόνια, στα χρόνια του Γαληνού, δεκανοί ονομάζονταν θεοί ωροσκόποι, έφοροι γενεθλίων.

Το ραβδί που κρατούσε ο δεκανέας στα παλιότερα χρόνια λεγόταν δεκανός και αυτό είναι το κατοπινό δεκανίκιοδεκανίκι. Έτσι ονόμαζαν και την ποιμαντική βακτηρία των αρχιερέων. Και ενώ στην αρχή δεκανίκι οριζόταν η τιμητική κατά κύριο λόγο, ράβδος, κατά τον Μεσαίωνα καθορίζει το υποστήριγμα, το μπαστούνι του ανήμπορου.

Μπαστούνι είναι μία αντιδάνεια λέξη. Ξεκινάει ως βαστάζω (αρχαία ελληνική), πορεύεται στα λατινικά σαν bastum basto, συνεχίζει στα ιταλικά bastone και επανέρχεται και πάλι στα ελληνικά: μπαστούνι.

kosmima

Δεξιός

Η λέξη δεξιός απορρέει από το ρήμα δέχομαι, εξ ου και δέκτης, δοχείο, καπνοδόχος, δεξίμι (=δώρο), δεξίωση, ανάδοχος, αναδεξιμιός, δεξαμενή.

Στην αρχή σήμαινε το δεξί χέρι ίσως γιατί με αυτό παίρνουμε, δεχόμαστε αυτό που μας προσφέρουν και επειδή πρόσεξαν ότι το χέρι αυτό ήταν πιο «επιδέξιο», θεώρησαν κατ’ επέκτασιν κάθε δεξιό, καλό (π.χ. να μας έρθουν όλα δεξιά).

Άλλες λέξεις: Δοχείο, δεξιοτέχνης, αδεξιότητα.

kosmima

Δήμιος

Στην αρχαία Ελλάδα τον δούλο, τον επιφορτισμένο με τις θανατικές καταδίκες, τον όριζε ο δήμος, η πόλη-κράτος και τον ονόμαζαν δήμιο δούλο (κρατικό, δηλαδή, δούλο). Με τον καιρό ξεχάστηκε το ουσιαστικό «δούλος» και το επίθετο δήμιος ουσιαστικοποιήθηκε. Έτσι, είναι γνωστός ως δήμιος πια, αυτός που συνεχίζει να εκτελεί τις θανατικές ποινές και βασανισμούς.

Πάρα πολλές λέξεις είναι γνωστές, παράγωγες ή σύνθετες: δήμευση, δημότης, δημόσιος, δημιουργός (δήμος + έργο), δήμαρχος (δήμος + άρχω), δημαγωγός (δήμος + άγω = καθοδηγώ τους δημότες), δημοκρατία (δήμος + κρατώ = επικρατεί η θέληση του λαού).

kosmima

Δίκταμο

Δίκταμνο είναι η αρχική ονομασία του δίκταμου, το οποίο είναι αυτοφυές βότανο της Κρήτης. Φυτρώνει στο όρος Δίκτη από όπου πήρε και το όνομά του. Δίκτη (άγνωστης ετυμολογίας, αιγαιακής προέλευσης) + (προελληνικό επίθημα) –άμνονδίκταμον δίκταμο.

Σ’ αυτό το βουνό, σε μια σπηλιά, το Δικταίον άντρον, κρύφτηκε και ανατράφηκε, κατά τη Μυθολογία, ο Δίας, ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.

kosmima

Δίσεκτος χρόνος

Δύσμορφος, δυσανάλογος, δύσκολος, δύσβατος είναι λέξεις με κοινό το πρώτο συνθετικό τους, δυσ-, το οποίο σημαίνει κακό, άσχημο.

Η λέξη δίσεκτος, παρόλο που εκφράζει το κακό, τη δυστυχία (κακή χρονιά), γράφεται με γιώτα, δισ- και σημαίνει δύο φορές, όπως για παράδειγμα: δισύλλαβος, διψήφιος, δισεκατομμύριο.

Γιατί λοιπόν το δίσεκτος να γράφεται με γιώτα; Δίσεκτος είναι μια σύνθετη λέξη με τη δική της ετυμολογική και σημασιολογική σημασία.

Το επίρρημα δισ- σημαίνει δύο φορές και έκτος είναι το αριθμητικό επίθετο του αριθμού έξι.

Στο Ιουλιανό ημερολόγιο κατά τα ρωμαϊκά χρόνια και σύμφωνα με τις προτάσεις του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη, για να καλυφθεί η διαφορά της μιας ημέρας που προέκυπτε κάθε τέσσερα χρόνια, εισήγαγαν εμβόλιμα μία ημέρα μετά τις 24 και πριν τις 25 Φεβρουαρίου. Έτσι, μετρούσαν δύο (δις) φορές την 24η μέρα, η οποία ήταν και η έκτη ημέρα πριν τις καλένδες του Μαρτίου. Έτσι προέκυψε η λέξη bis + sextusbisextus για τους Ρωμαίους και δις + έκτος αργότερα για τους Έλληνες.

Ως εδώ, καλά με την ετυμολογία. Γιατί όμως είναι δυσοίωνο το δίσεκτο έτος; Θα πρέπει να ανατρέξουμε και πάλι στους Ρωμαίους, οι οποίοι είχαν αφιερώσει τον μήνα Φεβρουάριο στους νεκρούς (februa = κάθαρση) και πίστευαν ότι κατά τον μήνα αυτόν έβγαιναν οι νεκροί από τον Άδη και κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους ζωντανούς. Έτσι, ποτέ δεν ξεκινούσαν κάτι σημαντικό κατά το δίσεκτο έτος (γάμο, σημαντικές εμπορικές συμφωνίες, θεμελίωση οικιών). Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας, πίστεψαν και οι Έλληνες σ’ αυτή τη δεισιδαιμονία και το bisextus μεταφράστηκε σε δίσεκτο και το θεωρούσαν δυσοίωνο

kosmima

Δράκος

ΔράκωνΔράκος είναι αυτός που κοιτάζει έντονα κάτι. Το ρήμα δέρκομαι σημαίνει βλέπω, κοιτάζω με προσήλωση και έχει αόριστο β΄ τον τύπο έδρακον.

Οξυδερκής χαρακτηρίζεται όποιος έχει οξεία αντίληψη και κρίση, όποιος αντιλαμβάνεται σωστά και γρήγορα.

Δορκάς είναι η πρώτη ονομασία του ζαρκαδιού και δηλώνει τα μεγάλα ωραία μάτια της.

Οι δράκοντες ταυτίστηκαν κυρίως με ερπετά, τα οποία κοιτάζουν σταθερά τα θύματά τους, ώστε να τα μαγνητίσουν, να τα παραλύσουν με το βλέμμα τους και κατόπιν να τους επιτεθούν και να τα εξουδετερώσουν με ευκολία. Ο Όμηρος μιλά άλλοτε για όφεις και άλλοτε για δράκοντες, εννοώντας το ίδιο πράγμα.

Δράκοντες έχουμε πολλούς σε μύθους και παραμύθια και όλοι τους είναι ερπετά οξυδερκή και τα περισσότερα με πολλά μάτια.

Αναφέρω μερικούς από τους δράκους της Μυθολογίας: Ο Πανόπτης Άργος (= αυτός που βλέπει παντού) αυτόν τον δράκο είχε προστάξει η Ήρα να επιτηρεί την Ιώ, ώστε να μην την πλησιάσει ο Δίας. Ο Άργος είχε εκατό μάτια και μετά τον φόνο του από τον Αργεϊφόντη Ερμή (= αυτός που σκότωσε τον Άργο), η Ήρα τον τίμησε στολίζοντας με τα μάτια του στην ουρά του αγαπημένου της παγωνιού.

Δράκος με πολλά μάτια, που δεν κοιμόταν ποτέ, ήταν και εκείνος που ήταν επιφορτισμένος να προσέχει το χρυσόμαλλο δέρας. Τα κατάφερε ο Ιάσονας να αρπάξει το πολύτιμο δέρμα μόνον όταν έσταξε ένα μαγικό υγρό στα μάτια του δράκου (που του έφτιαξε η μάγισσα Μήδεια) και μπόρεσε να τον αποκοιμίσει.

Ο Κάδμος χρειάστηκε να σκοτώσει το φίδι - δράκο που φρουρούσε την Αρεία Πηγή, για να μπορέσει να πάρει το νερό και να υδροδοτήσει την πόλη που ίδρυε, τη Θήβα.

Ο Περσέας έσωσε την Ανδρομέδα από το φοβερό κήτος με τον μακρύ φιδίσιο λαιμό, που θα την κατασπάραζε.

Ο Ηρακλής συνδέεται με τρία οφιοειδή τέρατα: εκείνα που σκότωσε στην κούνια του, βρέφος ακόμη. Συνδέεται επίσης με τη φοβερή Λερναία Ύδρα, αλλά και με το τέρας - δράκο που θα καταβρόχθιζε την Ησιόνη.

Ο θεός Απόλλων σκότωσε το τεράστιο φίδι - δράκο που εμπόδιζε τους ανθρώπους να πάρουν νερό από την πηγή. Το καταράστηκε προστάζοντάς το: «Πύθου (= σάπισε) εκεί που βρίσκεσαι». Πύθωνα είπαν το φίδι, Πύθιο τον Απόλλωνα και Πυθία αργότερα την ιέρεια του δελφικού μαντείου του Απόλλωνα.

Ο Κέρβερος μπορεί να ήταν σκύλος, αλλά ξεφύτρωναν φίδια από την πλάτη του.

Η Μέδουσα αντί για μαλλιά είχε φίδια τρομερά. Αργότερα αυτά τα φίδια παρουσιάζονται στην τέχνη σαν κρόσσια στην αιγίδα της Αθηνάς.

Θα χαρακτήριζα μυστηριακή τη δύναμη και την ιερότητα που απορρέει από τα φίδια στην αρχαία παράδοση. Ιερό είναι το φίδι και συγχρόνως φοβερό, όπως και η θεότητα.

Κάποιες αποδείξεις για την ιερότητα του φιδιού είναι η θεά των όφεων στη Μινωική Κρήτη, όπως και το φίδι στη ράβδο του Ασκληπιού και τα δύο φίδια στο κηρύκειο του Ερμή.

Κάποτε, μας διηγείται ένας μύθος, ο Δίας αποφάσισε να χαρίσει στους ανθρώπους το φάρμακο που θα τους απάλλασσε από τα γηρατειά. Οι άνθρωποι φόρτωσαν το φάρμακο σε έναν γάιδαρο για να το μεταφέρουν. Βάδιζε το ζωντανό ώρα πολλή κάτω από τον δυνατό ήλιο και όταν βρέθηκε μπροστά σε μία πηγή, θέλησε να ξεδιψάσει. Την πηγή όμως, όπως πολύ συχνά συνέβαινε, τη διαφέντευε ένα φίδι - δράκος. Και το φίδι αυτό άφησε τον γάιδαρο να ξεδιψάσει μόνο με αντάλλαγμα το φορτίο του. Έτσι έχασαν οι άνθρωποι το μοναδικό θαυματουργό φάρμακο, ενώ το φίδι από τότε συνεχίσει να ζει αλλάζοντας δέρμα...

Και στη χριστιανική θρησκεία έχει περάσει το φίδι-δράκος: Το φίδι των πρωτόπλαστων, ο δράκος που σκότωσε ό Άη Γιώργης και πολλά άλλα.

Άλλες λέξεις: δράκαινα, δρακόντειος, δράκουλας.

kosmima

Δραχμή

Δράττομαι (= συλλαμβάνω, πιάνω) και δραξ (γενική δρακός) είναι η χούφτα.

Πριν την εμφάνιση της γνωστής μας δραχμής, για χρήματα οι αρχαίοι μας πρόγονοι χρησιμοποιούσαν τους οβελούς ή οβολούς. Ήταν μακριές σιδερένιες βέργες, με αιχμηρή τη μία και πεπλατυσμένη την άλλη άκρη και ισοδυναμούσαν με τη μικρότερη μονάδα συναλλαγής. Αργότερα οι έξι οβελοί, όσοι χωρούσαν στη χούφτα, τη δράκα, αποτέλεσαν τη δραχμή: δραξδρακμήδραχμή).

Η φράση δράττομαι της ευκαιρίας σημαίνει ότι «αρπάζω» την ευκαιρία και τελικά επωφελούμαι.

Αδράχνω έχει συνήθως απειλητική έννοια. «Θα σε αδράξω» σημαίνει «θα σε αρπάξω» και βέβαια όχι για καλό.

Οβελίσκος για την Αρχαιολογία είναι ο κωνικός τετράεδρος και ψηλός μονόλιθος, που απολήγει σε μικρή πυραμίδα, το αρχικό σχήμα του οβελού.

Οβελίζω σημαίνει σουβλίζω για να ψήσω, οβελίας λέγεται το ψητό αρνί και οβελιστήριο η ψησταριά.

Όβολα, ενθυμούμενοι την αρχική τους χρήση, ονομάζουμε τα χρήματα με μάλλον ειρωνική διάθεση. Δίνουμε όμως τον οβολό μας με την καρδιά μας όπου χρειάζεται και παίζουμε πεντόβολα.

Εξοβελίζω φιλολογικά εκφράζει ότι μπαίνει μεταξύ αγκίστρων (πάλι θυμηθήκαμε τις βεργούλες) κάποια λέξη ή φράση αρχαίου κειμένου που θεώρησε ο εκδότης ότι είναι παρείσακτες ή λανθασμένες. Τη βάζω δηλαδή σε παρένθεση. Την αποβάλλω.

Εξοβελίζω στην καθημερινότητα αντιστοιχεί με το αποδιώχνω.

Δράμι (παλαιότερη μονάδα βάρους, το ένα τετρακοσιοστό της οκάς): Πρόκειται εδώ για μία αντιδάνεια λέξη. Από τη δραχμή έχουμε το υποκοριστικό δραχμίον. Οι Άραβες το δανείστηκαν και το ονόμασαν dirhen. Κατά τα βυζαντινά χρόνια επανήλθε η λέξη (αντιδάνεια) ως δράμι. Βέβαια η δραχμή είναι χρηματική αξία, ενώ το δράμι μονάδα βάρους, αλλά προφανώς εννοείται η αξία σε ποσότητα.

Συναντάμε λοιπόν, τη λέξη οβολός - οβελός και τις παράγωγές της, είτε με την πρώτη έννοια: σχήμα, είτε με τη δεύτερη: χρήμα.

kosmima

Εγκέλαδος

Όταν λέμε «ξαναχτύπησε ο Εγκέλαδος», όλοι ξέρουμε ότι μιλάμε για σεισμό, αλλά ποιος ήταν ο Εγκέλαδος;

Η λέξη κέλαδος σημαίνει: κελαηδώ, κελαρύζω, κάνω φασαρία. Εδώ θα τη δούμε με την έννοια του «κάνω φασαρία»

Ο Εγκέλαδος (ενεγ + κέλαδος=θόρυβος, φασαρία) ήταν ένας από τους Γίγαντες, γιος του Ουρανού και της Γαίας (πρώτη γενιά των θεών). Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το αίμα του ευνουχισμένου από τον Κρόνο, Ουρανού. Αυτοί κάποτε εναντιώθηκαν στην εξουσία του Δία και άρχισε η Γιγαντομαχία.

Σφοδρή υπήρξε η σύγκρουση και ανελέητος ο αγώνας. Θριάμβευσε ο Δίας με τη βοήθεια των άλλων θεών, ενώ οι Γίγαντες καταποντίστηκαν στα Τάρταρα, σε αιώνια καταδίκη.

Σώμα με σώμα διεξάγονταν οι μάχες. Σε μια τέτοια συμπλοκή, η Αθηνά αναμετριόταν με τον Γίγαντα Εγκέλαδο. Υπερτερούσε η θεά της σοφίας και ανάγκασε τον Εγκέλαδο να τραπεί σε άτακτη φυγή προς τη Δύση. Δεν τον άφησε όμως. Συνέχισε να τον καταδιώκει και μ’ έναν τεράστιο βράχο τον καταπλάκωσε και τον καταχώνιασε βαθιά στη γη. Είπαν ότι ο βράχος ήταν η Σικελία, όπου και βρίσκεται το γνωστό μας ηφαίστειο, η Αίτνα. Το όνομά της μαρτυρά και την όψη της: Αίθω = φλέγομαι, λάμπω. Αίτνα λοιπόν, είναι το πύρινο, το φλεγόμενο, το λαμπερό βουνό. Πού και πού, όταν θυμώνει ο Εγκέλαδος και προσπαθεί να δραπετεύσει, πετάει φωτιές, βροντάει και τρέμει η γη. Αυτή την εξήγηση έδωσαν στην αρχαιότητα το φαινόμενο του σεισμού και αυτός είναι ο Εγκέλαδος.

Ανάμεσα στις παράγωγες και σύνθετες λέξεις τού ρήματος «Αίθω», βρίσκουμε: Αίθουσα (υπήρχε στην αρχαία αίθουσα μία τρύπα στη στέγη για να φεύγει ο καπνός), αιθάλη, αίθριος, υπαίθριος, Αιθίοπας.

kosmima

Εγκέφαλος

Εν + κεφαλή= αυτό που βρίσκεται μέσα στο κεφάλι μας. Το μυαλό. Δηλαδή ο εγκέφαλος. Κυριολεκτικά είναι το όργανο του σώματός μας, ενώ μεταφορικά ο άνθρωπος - διάνοια ή κάποιος που έχει οργανώσει άριστα μια δύσκολη επιχείρηση, καλή ή κακή.

Ως προς τη λέξη κεφαλή, μια θεωρία ισχυρίζεται ότι προέρχεται από τη λέξη επάνω. Ως το υψηλότερο μέρος του σώματος: επάνωεπανή κεπανήκεφανή (όπου το π → φ) → κεφαλή (όπου το ν → λ).

Άλλες λέξεις: κεφάλαιο, κεφαλαλγία, ανεγκέφαλος, επικεφαλίδα, κατακέφαλα, προσκεφάλι, αποκεφαλίζω, ανακεφαλαιώνω, αυτοκέφαλος, εγκεφαλογράφημα, εγκεφαλοπάθεια, κουφιοκέφαλος, ξεροκέφαλος, νεκροκεφαλή, σπαζοκεφαλιά, τρικέφαλος, κεφαλογραβιέρα, κεφαλομάντιλο, κεφαλόσκαλο, κεφαλαιοκράτης, κεφαλαιούχος και πολλές άλλες.

kosmima

Εγκυκλοπαίδεια

Ο κύκλος περικλείει και περιλαμβάνει τις γνώσεις που αποκτήσαμε. Η παιδεία, η γνώση γενικότερα που έχει καταγραφεί σε βιβλία, λέγεται εν + κύκλος + παιδείαεγκυκλοπαίδεια. Εγκυκλοπαιδική μόρφωση και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις.

Την πρώτη εγκυκλοπαίδεια συνέταξαν Γάλλοι φιλόσοφοι τον 18ο αιώνα και γι’ αυτό ονομάστηκαν εγκυκλοπαιδιστές. Την εγκυκλοπαίδεια, επειδή έχει μεγάλο όγκο αν τυπωθεί σε ένα βιβλίο, τη χωρίζουμε σε μικρότερα κομμάτια, την τέμνουμε. Κάνουμε δηλαδή τομή και το κάθε ένα από τα μέρη του μεγάλου έργου λέγεται τόμος.

Άλλες λέξεις:

Από το ρήμα τέμνω, (της ινδοευρωπαϊκής ρίζας *temo με ενεστωτικό ένρινο επίθημα -νω και με μεταπτώσεις σε τμ, τμε και τεμε, αλλά και από το θέμα του αορίστου β’ έταμον) μας δίνει πολλές λέξεις και έννοιες: τεμάχιο, προτομή, ανατομία, λαιμητόμος, υλοτόμος, τμήμα, τομάρι (τόμος + επίθημα -άριον → τομάριον → τομάρι) και πολλές άλλες.

Επίτομο (λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια με έναν και μόνον τόμο), Άτομο λέμε αυτό που δεν κόβεται, δεν τέμνεται, όπως π.χ. ο άνθρωπος. Ατομιστής, ατομικότητα, εξατομίκευση. Άτομο καλείται επίσης τμήμα του τεμαχισμένου ήδη μορίου, που δεν μπορεί να τμηθεί περαιτέρω. Από εδώ έχουμε και την ατομική ενέργεια.

Τέμενος: Αρχικά καθόριζε το αποτετμημένο κομμάτι καλλιεργήσιμης γης, αφιερωμένο σε κάποιον θεό, οπότε αργότερα ονομάστηκε έτσι ο ίδιος ο ναός του θεού.

Έντομο ο Αριστοτέλης πρώτος ονόμασε έτσι «όσα ζώα έχουν στο σώμα εντομές».

kosmima

Εγκυμοσύνη

Το ρήμα κύω σημαίνει «είμαι φουσκωμένος». Όταν θεριεύει και φουσκώνει η θάλασσα, έχει κύματα, είναι κυματισμένη, κυματώδης και όταν θυμώνει πολύ γίνεται τρικυμία. Αχ η πικροκυματούσα! Τα κύματα σκάζουν με ορμή στην προκυμαία και στον κυματοθραύστη. Αργά ή γρήγορα όμως, γαληνεύει και πάλι και γίνεται ακύμαντη.

Μια παρόμοια εντύπωση φουσκώματος, αλλά όχι και αγριάδας, δίνει η έγκυος γυναίκα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Είναι τότε, που κυοφορεί το παιδί της. Όταν με το καλό γεννηθεί, αυτό είναι αποκύημα αγάπης και εγκαρτέρησης.

Άλλες λέξεις: κύηση, κυμαίνομαι, κυματισμός, διακύμανση.

kosmima

Εκατομμύριο

Με τη λέξη μυρίος (ο τόνος στην παραλήγουσα) οι αρχαίοι εννοούσαν τον αναρίθμητο. Στον πληθυντικό αριθμό όμως και με τον τόνο στην προπαραλήγουσα μύριοι ήταν οι δέκα χιλιάδες άντρες. Όταν το δέκα χιλιάδες πολλαπλασιαστεί επί το εκατόν, δηλαδή εκατόν επί μύριοι (100Χ10.000) δίνει γινόμενο 1.000.000, ένα εκατόν + μύριοεκατομμύριο. Γι’ αυτό και τα δύο μμ.

kosmima

Εκμεταλλεύομαι

Η λέξη μέταλλα συναντάται ήδη από τον Όμηρο και ορίζει τα «γεωρυχούμενα σώματα» που βρίσκονται «μετά τα άλλα», αναμεμιγμένα δηλαδή με διάφορα άλλα υλικά.

Καταρχήν η λέξη μέταλλο δήλωνε το ορυχείο, τον τόπο εξόρυξης και το ρήμα μεταλλώ σήμαινε: ερευνώ, αναζητώ και άλλα πράγματα.

Η λέξη μέταλλο προήλθε κατά πάσα πιθανότητα από το ρήμα μεταλλώ που σημαίνει «αναζητώ άλλα πράγματα» ή «ερευνώ ανάμεσα σε άλλα πράγματα». Δηλαδή μετά άλλαμέταλλα.

Μετάλλευμα είναι το ορυκτό, το οποίο είναι πλούσιο σε μέταλλα. Από πολύ νωρίς οι άνθρωποι βρήκαν τρόπους να εξορύσσουν το μετάλλευμα, να το καθαρίζουν από τις άλλες ουσίες και να απομονώνουν το καθαρό μέταλλο.

Η εξόρυξη, ο καθαρισμός και η κατασκευή όπλων, νομισμάτων, μεταλλίων και κοσμημάτων επέφερε κέρδος. Εκμεταλλεύομαι, λοιπόν, αρχικά σήμαινε: χρησιμοποιώ και αξιοποιώ κοίτασμα μεταλλεύματος για να κερδίσω. Αυτό όμως με τον καιρό επεκτάθηκε πέρα από τα μέταλλα και τα μεταλλεία και δηλώνει τελικά ότι χρησιμοποιώ διάφορα πράγματα για να αποκτήσω κέρδος. Σήμερα εκφράζει, εκτός από την αξιοποίηση υλικού αγαθού ή κατάστασης και την με αθέμιτα μέσα χρησιμοποίηση ανθρώπων από ανθρώπους και την κατάχρηση εξουσίας σε βάρος των αδυνάτων σε κάθε κοινωνικό επίπεδο.

Άλλες λέξεις: Μεταλλουργός, μεταλλειολόγος.

kosmima

Ελεύθερος

Η λέξη προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα leudh- λευθ-, η οποία συναντάται στη μυκηναϊκή γλώσσα και αργότερα στον Όμηρο. Εκεί αναφέρεται σε δύο σημεία και δείχνει καθαρά ότι δηλώνει πως ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να απωθήσει τους εχθρούς, ώστε να αποφύγει την υποδούλωση. Είναι εκείνος, που κατορθώνει ελαύνων επί ετέρου (ελευθ + έτερον) να τον πλήξει, να τον προσβάλει και να τον απωθήσει.

Σήμαινε αρχικά αυξάνω - αυξάνομαι, αναπτύσσομαι. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκε για να διαφοροποιήσει τους πολίτες από τους δούλους. Τελικά πήρε τη σημερινή της σημασία, δηλαδή να έχει κάποιος τη δυνατότητα να ενεργεί αυτόνομα και ανεξάρτητα, με πρωτοβουλία και γνώση, μέσα πάντοτε στα θεσμικά και θεμιτά πλαίσια.

Αυξάνομαι και αναπτύσσομαι. Όπως και τα φυτά, που μπορούν να αναπτυχθούν και να αποδώσουν ό,τι έχουν ταχθεί από τη φύση, στο έπακρον, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες: καλό χώμα, οξυγόνο και ζωογόνος ήλιος. Έτσι και οι άνθρωποι. Αναπτύσσονται ψυχικά και πνευματικά, όταν η κοινωνία τους αφήνει αέρα να αναπνεύσουν και να δράσουν, όταν δεν τους καταπιέζει και όταν το προσωπικό τους χώμα είναι κατάλληλο για ανθοφορία. Έτσι, όταν είναι ελεύθεροι, αναπτύσσονται αρμονικά.

Άλλες λέξεις: Ελευθερία, απελευθερωτής, φιλελεύθερος, ελευθεροτυπία, Λευτέρης, απελεύθερος.

kosmima

Ελευσίνα

Ο τύπος ελεύσομαι είναι μέλλοντας του ρήματος έρχομαι που σημαίνει κινούμαι, πηγαίνω.

Η λέξη Ελευσίνα εκφράζει έλευση, ερχομό. Δόθηκε το όνομα αυτό στην πόλη για να θυμίζει την έλευση της θεάς Δήμητρας εκεί, όταν έψαχνε την κόρη της, την Περσεφόνη, την οποία είχε αρπάξει ο Πλούτωνας. Εκεί έμεινε η Δήμητρα, φιλοξενούμενη από τον βασιλιά Κελεό. Εκεί έγινε και η συμφωνία με τον Πλούτωνα, με τη διαμεσολάβηση του Δία, να ανεβαίνει η Περσεφόνη για έξι μήνες στη γη (έλευση και πάλι, της Περσεφόνης) και τους άλλους έξι να παραμένει με τον σύζυγο της, τον Πλούτωνα, στο σκοτεινό του βασίλειο. Γαλήνεψε με τη συμφωνία η Δήμητρα και σταμάτησε την ξηρασία που είχε σκορπίσει στη γη. Όταν η Κόρη ανέβαινε κατά την άνοιξη από τα σκοτάδια του Κάτω Κόσμου, η γη πρασίνιζε και τα σπαρτά θέριευαν. Τον χειμώνα, που κατέβαινε και πάλι στον Άδη η Περσεφόνη, η γη θλιβόταν και έπαυε να δίνει πολλούς καρπούς.

Η Δήμητρα, όχι μόνο ξανάδωσε στη γη την πρωτινή της ζωντάνια με την έλευση της Κόρης, αλλά και δίδαξε τους ανθρώπους τα μυστικά της καλλιέργειας της γης και τα «Ελευσίνια Μυστήρια» σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον βασιλιά Κελεό, που της είχε φερθεί τόσο προστατευτικά. Έτσι, κατά τα Θεσμοφόρια, γιορτή της πόλης, όπου συμμετείχαν μόνον παντρεμένες γυναίκες, τα Μικρά και Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια, κόσμος πολύς επισκεπτόταν το ιερό και την πόλη. Και πάλι δηλαδή, υπάρχει έλευση.

Άλλες λέξεις: Διέλευση, παρέλευση, συνέλευση, παρελθόν και πολλές άλλες.

Από τον ενεστώτα (έρχομαι) έχουμε: επανέρχομαι, διέρχομαι, εισέρχομαι και πολλές άλλες.

kosmima

Ελλήσποντος

Ο βασιλιάς της Βοιωτίας, Αθάμας, παντρεύτηκε τη Νεφέλη, κόρη του Δία, στον Ορχομενό και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη. Γρήγορα όμως βαρέθηκε τη σύζυγό του ο Αθάμας. Ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε την Ινώ, βασιλοπούλα της Θήβας και κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας, η οποία ήταν εγγονή, από το μέρος της μητέρας της, της Αφροδίτης και του Άρη. Η Ινώ ήταν πολύ ωραία, αλλά εγωίστρια, καταστροφική και αποδείχτηκε πολύ κακιά μητριά για τα δυο μικρά παιδιά του Αθάμαντα. Η πονηριά της υπήρξε τόσο σατανική, ώστε προκάλεσε ξηρασία στον τόπο παρακινώντας τις γυναίκες να καβουρδίζουν τους σπόρους πριν τη σπορά. Δήθεν ότι θα απέδιδαν καλύτερα. Είχε όμως σχέδιο στο μυαλό της. Έπεισε τον σύζυγό της να στείλει άνθρωπο στους Δελφούς να ρωτήσει τι να κάνουν για να εξευμενιστούν οι θεοί και να ξαναδώσει η γη καρπούς. Ο πληρωμένος από την Ινώ απεσταλμένος, έφερε τον χρησμό της Πυθίας: Η αποτυχία της σοδειάς οφειλόταν στα παιδιά της Νεφέλης και έπρεπε να τα θυσιαστούν για να εξευμενιστούν οι θεοί και να σταματήσει η συμφορά. Έπεισε η Ινώ τον Αθάμαντα.

Πάνω στον βωμό και έτοιμα να παραδοθούν στις φλόγες τα δύο παιδιά, περίμεναν με αγωνία το τέλος τους. Η μοίρα όμως άλλα είχε κατά νου. Η μητέρα τους η Νεφέλη, μη μπορώντας να αντέξει τον χαμό των παιδιών της, έστειλε ένα χρυσόμαλλο κριάρι, που τα άρπαξε από την πυρά, τα ανέβασε στην πλάτη του και χάθηκε στον ουρανό.

Το κριάρι πετούσε με προορισμό τη μακρινή Κολχίδα. Κάποια στιγμή όμως, κουρασμένη και αδύναμη καθώς ήταν η Έλλη και θαυμάζοντας τη λαμπερή θάλασσα που απλωνόταν κάτω μακριά, έχασε την ισορροπία της κι έπεσε. Χάθηκε στα νερά της θάλασσας που πριν λίγο θαύμαζε. Για χάρη της και για να θυμόμαστε την ιστορία της, η θάλασσα ονομάστηκε Έλλης + πόντος (= η θάλασσα της Έλλης) → Ελλήσποντος.

Αργότερα, το δέρμα του χρυσόμαλλου κριαριού, το «χρυσόμαλλο δέρας» έγινε ο στόχος της Αργοναυτικής Εκστρατείας.

kosmima

Εμβατήριο

Εμβατήριος παιάνας λεγόταν το μουσικό κομμάτι που παιζόταν για τον συγχρονισμό του βηματισμού μιας ομάδας, κυρίως στρατιωτικής. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα εν + βαίνω εμβαίνω (= έρχομαι). Εμβαίνωεμπαίνωμπαίνω και παρεμβαίνει, ώστε ο βηματισμός να γίνεται με μεγαλύτερη ευκολία, σωστός και με ψυχική ανάταση των στρατιωτών.

Άλλες λέξεις: βάση, βατός, βάσιμος, βατήρας, βάδην, βαδίζω, εμβαδόν (από το εμβαίνω + βάδην, πεζή), επιβάτης, επιβήτωρ, κατάβαση, ανάβαση, επέμβαση, μεταβαίνω, παραβάτης, απαράβατος, πρόβατο (προ + βαίνω = προχωρώ, βαδίζω), συμβάν, βαθμός, βαθμίδα υπερβατικός, απόβαση, βάθρο, διάβημα, αποβάθρα, συμβατός, μπάτης (εν → εμ + βάτης), άλλη άποψη το κρίνει σαν τουρκικής προέλευσης, βέβαιος (αρχική σημασία = αυτός που βαδίζει σταθερά, παρακείμενος του βαίνω), βεβαίωση, βήμα, άβατο, δύσβατο, διαβάτης, διαβήτης, έκβαση και πλήθος άλλες.

kosmima

Έμβρυο

Το ρήμα βρύω σημαίνει ανθίζω, ανθοφορώ και βρύα (αυτά που ευδοκιμούν, βλαστάνουν, ανθίζουν) λέγονται τα λεπτεπίλεπτα μικρά φυτά που φυτρώνουν σε κορμούς δέντρων και υγρά σημεία και εδάφη.

Το έμβρυο είναι αυτό που ανθίζει, που έχει καρποφορήσει μέσα στην κοιλιά της μητέρας του.

Άλλες λέξεις: Βρύση (= πηγή που αναβλύζει).

Αναβλύζω προέρχεται από το αναβρύζω. Μυροβλύτης ( μύρο + βρύζω). Ανάβρα (πηγή πλούσια, που αναπηδά και γεννιέται το νερό).

kosmima

Έμπορος

Πόρος σήμαινε πέρασμα, διάβαση και από αυτή τη λέξη παράγονται οι: πορεία, πορεύομαι, πορθμός. Υπάρχουν πολλά ελληνικά παραλιακά τοπωνύμια και κανένα, βέβαια μεσόγειο ή ορεινό: Πόρος, το νησί του Σαρωνικού. Πόρος στην Κεφαλονιά. Πόρος στη Λευκάδα. Πόρος στην κοινότητα Φερών του νομού Έβρου. Πόρος στη Ναυπακτία, ένα μικρό νησάκι του Πατραϊκού. Νέοι Πόροι.

Η φράση «εν πόρω (ων)» δηλώνει εκείνον που διαπλέει, που διασχίζει το πέρασμα, τη θάλασσα. Σκοπός όμως όποιου διακινδύνευε να ταξιδεύει τα παλιά τα χρόνια, δεν ήταν η αναψυχή, αλλά το κέρδος. Έμπορος (βρισκόταν δηλαδή εν + πόρω) και το εμπόριο ήταν η ενασχόλησή του. Έτσι, έχουμε και από αυτή τη λέξη τα τοπωνύμια Εμπορειό και Νημπορειό.

Το αμπάρι του πλοίου (εκεί που τοποθετείται το εμπόρευμα για να μεταφερθεί) είναι μια λέξη αντιδάνεια: Ελληνικά εμπόριο, τούρκικα ambar και ξανά ελληνικά αμπάρι.

Σε σύνθετες λέξεις συναντάμε το -πόρος σαν δεύτερο συνθετικό, με τη σημασία πάντα του ταξιδευτή:

Οδοιπόρος (= ο πορευόμενος στις οδούς), πεζοπόρος (εκείνος που μετακινείται με τα πόδια), ποντοπόρος (αυτός που διασχίζει τη θάλασσα, τον πόντο), αεροπόρος (αυτός που ταξιδεύει στον αέρα), θαλασσοπόρος (ο ταξιδευτής των θαλασσών), Βόσπορος (το πέρασμα, η διάβαση της Ιούς μεταμορφωμένης σε αγελάδα, «βουν». Μπορείτε να δείτε περισσότερα στο λήμμα «Ιόνιο»).

Για να έχει κάποιος την άνεση να ταξιδεύει και να πορεύεται, χρειάζεται χρήματα κι έτσι, η λέξη πόρος, στον πληθυντικό, αυτήν ακριβώς τη σημασία πήρε δευτερογενώς (πόροι = χρήματα, εισοδήματα).

Σαν δεύτερο συνθετικό το -πόρος έχει και τη σημασία του χρήματος: Άπορος (αυτός που δεν έχει χρήματα), εύπορος (αυτός που βρίσκεται καλά ως προς τα χρήματα, είναι πλούσιος).

Είμαι έμποροςεμπορώ και τελικά μπορώ.

Από τη λέξη πόρος έχουμε πλούσια παραγωγή:

Από το περάωπείρω (=διαπερνώ), επομένως κατ’ ακολουθία: πέραν, πέρα, αντίπερα, πόρπη, περόνη, πηρούνι (αρχικά πειρούνιπηρούνιπιρούνι), περόνιασμα, πήρος, ανάπηρος, πεπρωμένο, πέραμα, περαματάρης, απεραντοσύνη, περάτωση, συμπεραίνω, Πειραιεύς, Πέραμα.

Άλλες παράγωγες λέξεις είναι το πορεύομαι, πορεία, πορθμός, απορώ, πορώδης.

Σύνθετες: πρωτοπορία, αεροπορία.

kosmima

Ενέχυρο

Εχυρό είναι επίθετο και εκφράζει τη σταθερότητα, την ασφάλεια. Εν + εχυρό = ενέχυρο είναι το αντικείμενο που βρίσκεται σε ασφαλές μέρος. Βρίσκεται στα «ασφαλή» χέρια του ενεχυροδανειστή. Αν επιστρέψουμε τα χρήματα, παίρνουμε πίσω το πολύτιμο αντικείμενό μας. Αν όχι, θα παραμείνει σε ασφαλές μέρος για εκείνον.

Ένα άλλο εξαιρετικά ασφαλές και απόρθητο μέρος και παράγωγη λέξη από το εχυρός, είναι και το γνωστό μας οχυρό. Και τα δύο είναι απότοκα του γνωστού και πλούσιου σε παραγωγικότητα, ρήματος έχω.

kosmima

Ενθουσιασμός

Εν + θεός (και σε συναίρεση ένθους) πηγάζει από το ρήμα ενθέομαι, που σημαίνει εμπνέομαι, κατέχομαι από θεϊκή έκσταση.

Ενθουσιασμός είναι τα υπερβολικά έντονα και ευχάριστα συναισθήματα, που συνοδεύονται από ιδιαίτερα εκφραστικές και ψυχικές εκδηλώσεις. Σαν να έχει κάποιος τον θεό μέσα του.

<

kosmima

Ενορία

Η λέξη όριο είναι υποκοριστικό της λέξης ο όρος, που δήλωνε καταρχήν το ορόσημο και κατέληξε αργότερα να έχει δεσμευτική σημασία.

Όποιος βρίσκεται μέσα στο όριο, είναι ενόριος. Τα όρια, μέσα στα οποία έχει δικαιοδοσία κάθε εκκλησιαστική κοινότητα, είναι και η ενορία της.

Η λέξη όρος προέρχεται από την ομηρική ουρεύς και αργότερα αττική ορεύς και δήλωνε αυτόν που τραβάει γραμμή, χαράσσει αυλάκι, άρα και όριο του χωραφιού του παραδείγματος χάριν.

Ομόρριζες λέξεις με το όριο: ορίζοντας, ορισμός, εξορία, καθορίζω (κατά + ορίζω), μεθόριος (μετά + όριο), περιορίζω (περί + ορίζω), προορίζω (προ + ορίζω), σύνορο (συν + όρος), ορόσημο (όρος + σήμα).

kosmima

Επιπόλαιος

Πέλω - πέλομαι σημαίνει κινούμαι, και σχετίζεται με το ρήμα έρχομαι, ελαύνω, υπάρχω και επιπολάζω, επιπλέω πάνω στην επιφάνεια του νερού.

Επιπολής είναι επίρρημα και δείχνει αυτόν που είναι πάνω στην επιφάνεια και μόνο στην επιφάνεια.

Επιπόλαιος δηλώνει τον επιφανειακό, εκείνον που δεν εμβαθύνει στα γεγονότα, ο ανόητος και επιπολαιότητα η έλλειψη σοβαρότητας και γνώσης.

Από το ρήμα πέλω και τη ρίζα πελ- και πολ- σχηματίζονται πολλές λέξεις: πυρπολώ, ονειροπολώ, αναπολώ, θαλαμηπόλος και παράγωγές τους.

kosmima

Εργασία

Παράγω έργο, δηλαδή εργάζομαι. Εργάνη ήταν ένα από τα επίθετα της θεάς Αθηνάς και δήλωνε τις εργασιακές της ενασχολήσεις στην υφαντική (αργαλειό), αλλά και σε πολλές άλλες.

Ο ελεύθερος άνθρωπος εργάζεται, σε αντίθεση με τον δούλο, ο οποίος δουλεύει. Κάνει τη δουλειά που του επέβαλαν και δεν έχει επιλογή πάνω σ’ αυτό, οπότε δουλεία είναι η κατάστασή του και δουλική η συμπεριφορά του.

Τα κάτεργα ήταν η αναγκαστική εργασία των καταδίκων σε δημόσια έργα και στις τριήρεις, ως κωπηλάτες. Αυτοί λέγονταν και κατεργάρηδες. Η φράση «ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» έχει τις αρχές της σ’ εκείνη την εποχή, όπου μετά από κάποιο μικρό διάλειμμα, έπρεπε ο κάθε κωπηλάτης (κατεργάρης) να πάρει και πάλι τη θέση του. Οι κατεργάρηδες εκείνοι προσπαθούσαν, βέβαια, με κάθε τρόπο να ξεφύγουν, οπότε έτσι λέγονται στις μέρες μας και οι πονηροί και εκείνοι που σκαρφίζονται διάφορους τρόπους να απαλλαγούν από κάτι.

Εργασία λοιπόν ή δουλειά; Διαλέξτε αν θέλετε να εργάζεστε ή να δουλεύετε. Και ενώ η λέξη εργασία έχει μόνο θετική σημασία, στη λέξη δουλειά βρίσκουμε και θετική και αρνητική έννοια.

Η λέξη όργιο είναι ομόρριζη της λέξης έργο. Δήλωνε τις οργιαστικές τελετές των αρχαίων (λατρεία με δρώμενα) και μας παραπέμπει σαφώς αλλά όχι μόνο στη λατρεία του θεού Διονύσου. Με τα όργια αυτά καθόλου σε συμφωνούσε η χριστιανική θρησκεία κι έτσι η λέξη απέκτησε αρνητική σημασία.

Οι σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό τη λέξη έργο, είναι εύκολο να αναγνωριστούν. Όταν όμως συναντάμε κάποιες οι οποίες το έχουν ως δεύτερο συνθετικό, χρειάζεται προσοχή για να εντοπιστούν.

Άλλες λέξεις: Ως πρώτο συνθετικό: εργαλείο, εργαστήρι, εργάτης, όργανο, οργανισμός, οργάνωση, οργώνω, ενεργητικότητα, οργασμός.

Ως δεύτερο συνθετικό: περιέργεια, συνεργείο, απεργία, αλλεργία, διενεργώ, ραδιενέργεια, ραδιούργος, πανούργος, χειρουργός, αεργία, απεργία, ενέργεια, παρενέργεια, επεξεργασία, ακατέργαστος, πάρεργο, καταργώ, υπουργός, ανόργανος, ενόργανος.

kosmima

Έριδα

Άρης και Έρις, είναι ή δεν είναι δίδυμα αδέλφια, είτε έτσι είτε αλλιώς, γιατί υπάρχουν και οι δύο εκδοχές, μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Και όχι μόνο στην προφορά των ονομάτων τους, αλλά και στον χαρακτήρα. Όχι όπου χαρά κι όπου γιορτή, αλλά όπου μίσος, διχόνοια, παρεξήγηση, αντιδικία, Άρης και Έρις δίνουν το παρόν. Και όχι μόνον όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει, αλλά κυρίως το προκαλούν.

Η πιο γνωστή ιστορία της Έριδας ήταν όταν κατάφερε να τσακωθούν μεταξύ τους οι τρεις θεές: Αθηνά, Αφροδίτη και Ήρα. Αυτό, ως γνωστόν, είχε ως αποτέλεσμα τον αιματηρό και μακροχρόνιο Τρωικό Πόλεμο. Με μια απλή κίνηση. Πέταξε ανάμεσα στις θεές ένα χρυσό μήλο που έγραφε «τη καλλίστη» (για την πιο όμορφη).

Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη εριστικός θέλοντας να επισημάνουμε τον καβγατζή.

Άλλες λέξεις: συνερίζομαι, ξεσυνερίζομαι, ερεθίζω (όπου το δ→θ), έρισμα (= αιτία φιλονικίας)

kosmima

Ερμής

Ο Ερμής ήταν γιος του Δία και της Πλειάδας Μαίας (κόρης του Άτλαντα). Είναι γνωστός ως αγγελιαφόρος των θεών, αλλά είχε και άλλες, αμέτρητες ιδιότητες.

Πολύ φιλικός και οικείος με τους ανθρώπους, υπήρξε ίσως ο λαϊκότερος θεός. Πολλές οι ενασχολήσεις του και πολλές οι λέξεις που παράγονται από το όνομά του. Και σημαίνουν βέβαια κάποια πτυχή από τις δραστηριότητές του.

Ξεκίνησε ως υποχθόνιος θεός, συνοδός των ψυχών και ψυχοπομπός. Σιγά σιγά εξελίχθηκε σε αγγελιαφόρο των θεών («Διός άγγελος») παραγκωνίζοντας έτσι την Ίριδα, η οποία ήταν επιφορτισμένη με αυτό το καθήκον πριν τον Ερμή.

Καθώς πηγαινοέρχεται, γίνεται προστάτης των οδών («ενόδιος Ερμής»), της πορείας, άρα και των οδοιπόρων και τελικά των εμπόρων («κερδώος Ερμής»), μια και αυτοί βρίσκονταν συνέχεια στους δρόμους. Οι έμποροι επικαλούνταν πάντα τον Ερμή και γι’ αυτό έξω από την πόρτα τους έστηναν ερμαϊκή στήλη προς τιμήν του («θυραίος», «πύλιος, «προπύλαιος Ερμής»).

Συνδέθηκε με τα όρια και τα σύνορα. Στις ερμαϊκές στήλες που αφθονούσαν έξω από τα σπίτια, μέσα στις πόλεις, αλλά και στις οδούς, τονίζονταν ιδιαίτερα ο φαλλός ως έμβλημα γονιμότητας, πράγμα που τον κατέστησε προστάτη των κοπαδιών και των τσοπάνηδων («κριοφόρος Ερμής», «νόμιος Ερμής»).

Η αυξανόμενη δημοτικότητά του τον καθιστά και προστάτη των γυμναστηρίων και της παλαίστρας («εναγώνιος Ερμής»). Στα γυμναστήρια όμως, εκτός από το σώμα, αρχίζει να καλλιεργείται και το πνεύμα. Έτσι ο Ερμής επιφορτίζεται και με αυτή τη δικαιοδοσία: την προστασία των γραμμάτων και των τεχνών («λόγιος Ερμής»).

Η έκφραση «αυτός είναι έρμαιο της τύχης του» είναι γνωστή και εκφράζει τον άβουλο χαρακτήρα κάποιου και εκείνον που παρασύρεται.

Η λέξη έρμαιο ανάγεται στον Ερμή, των προστάτη των οδοιπόρων. Έτσι, όταν κάποιοι έβρισκαν κάτι στον δρόμο, το απέδιδαν στον Ερμή και το θεωρούσαν τυχερό και ως δώρο του θεού. Έρμαιο, λοιπόν, είναι το χαμένο αντικείμενο, που μπορεί να το βρει ο ένας ή ο άλλος. Στην τύχη και χωρίς τη δική του θέληση. Άβουλο.

Ερμαί, για τους αρχαίους και όχι πια για εμάς, ήταν οι στήλες με το κεφάλι του Ερμή και χρησίμευαν ως οδοδείκτες για την καθοδήγηση των οδοιπόρων. Πάνω σ’ αυτές τις στήλες γράφονταν διάφορα ρητά και αργότερα ονομάστηκαν παροιμίες από αυτήν τη συνήθεια. Παροιμίαπαρά + οιμός(=δρόμος). Ομόρριζη λέξη είναι και το προοίμιο (=εισαγωγικό μέρος).

Ο Ερμής, προστάτης των προσωπικών υποθέσεων και μυστικών τεχνών: ο Τρισμέγιστος Ερμής, στον οποίο αφιέρωσαν οι Αλχημιστές του Μεσαίωνα, πολύ αργότερα, τη μέθοδο στεγανοποίησης των μεταλλικών σκευών, που είχαν εφεύρει. Και την είπαν «ερμητική», hermetique. Με αυτή τη λέξη, και με τρόπο αντιδάνειο, εμπλουτίστηκε η γλώσσα μας με τη λέξη «ερμητικό», που σημαίνει πια πολύ καλά κλεισμένο, σφραγισμένο.

Ο Ερμής λειτουργούσε ως μεσολαβητής μεταξύ θεών και ανθρώπων. Ήταν εξηγητής, μεταφραστής και τελικά ερμηνευτής. Τη λέξη ερμηνεία λοιπόν, που παράγεται από τη λέξη Ερμής, τη χρησιμοποιούμε για μετάφραση, εξήγηση, αποσαφήνιση, κατανόηση.  

Ο Ερμής, ως ψυχοπομπός, μας κληροδοτεί και άλλη λέξη. Ο σωρός λίθων πάνω στους τάφους λεγόταν έρμα. Έρμα λέμε και σήμερα το βάρος που προστίθεται (πιθανόν αρχικά πέτρες) σε σκάφος για να ρυθμίζει την ισορροπία του.

Ο γιος του Ερμή και της Αφροδίτης ερωτεύτηκε παράφορα μια Νύμφη. Αυτή ανταποκρίθηκε και παρακάλεσε του θεούς να ενωθούν τα σώματά τους και να μη χωρίσουν ποτέ. Έτσι κι έγινε. Τον γιο του Ερμή τον είπαν γι’ αυτόν τον λόγο Ερμαφρόδιτο. Όχι μόνο γιατί ήταν γιος του Ερμή και της Αφροδίτης, αλλά και γιατί είχε ενστερνιστεί και τα δύο φύλα. Έτσι, ερμαφρόδιτη λέμε μια ανάμικτη κατάσταση, ασαφή και αμφιλεγόμενη.

kosmima

Ερπύστρια

Έρπω είναι το αρχικό ρήμα με τη γνωστή έννοια, απ’ όπου έχουμε το ερπετό, όπως και τον έρπη (τη δερματική ασθένεια με μικρές φουσκάλες που η μία επιμολύνει την άλλη και εξαπλώνεται → έρπει).

Από το έρπω παράγεται το ρήμα ερπύζω, απ’ όπου και ο ερπυστής (αυτός που έρπει) και η ερπύστρια, το μηχάνημα με τις συνεχείς αρθρωτές και εύκαμπτες αλυσίδες που προσαρμόζονται στους τροχούς του οχήματος, με αποτέλεσμα τη δυνατότητα κίνησής του σε ανώμαλα εδάφη (δίνει την εντύπωση ότι έρπει).

Άλλες λέξεις: χαμερπής (χάμω + έρπω) που δηλώνει τη χαμηλή συμπεριφορά κάποιου και υφέρπων (υπό + έρπω, ο ύπουλος, ο υποχθόνιος).

kosmima

Έρωτας

Εράω-ερώ, με παρακείμενο έραμαι= αγαπώ, ποθώ. Από το ερύομαι που σημαίνει έλκομαι. Λέξη γνωστή και χρησιμοποιούμενη ήδη από τα ομηρικά χρόνια. Ζωογόνος και κινητήρια δύναμη για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ο Έρωτας, αφού αυτός προϋπήρχε του Δία και του Κρόνου και του Ουρανού.

Όταν κυριαρχούσε ακόμη το Χάος, όπου τίποτε δεν υπήρχε, ούτε ζωντανό, αλλά ούτε η γη και τα αστέρια, εκείνος δημιουργήθηκε μόνος, ξαφνικά. Ο Έρωτας έχει τη δύναμη να ενώνει διαφορετικές οντότητες και να δημιουργεί ζωή. Η δημιουργικότητά του δε σταματά στο ζωικό βασίλειο και στον άνθρωπο. Επεκτείνεται επίσης στον φυτικό κόσμο, στα ορυκτά, στα ποτάμια, θάλασσες και βουνά. Στα πάντα.

Έρωτα ονόμασαν αργότερα οι Έλληνες κι έναν άλλο θεό, που είχε τη δύναμη να ενώνει ανθρώπους και να δημιουργείται καινούργια ζωή. Ήταν ο γιος του Άρη και της Αφροδίτης. Ποιας άλλης θεάς θα μπορούσε εξάλλου να είναι; Πιο όμορφος απ’ όλους τους θεούς, ο Έρωτας απεικονίζεται με τη μορφή γυμνού και φτερωτού παιδιού που βαστά το τόξο του και τα μαγικά του βέλη. Με αυτά ανάβει τον πόθο στην καρδιά και το κορμί των ανθρώπων που επιλέγει.

Έχω και μια ερώτηση: Γιατί άραγε και σήμερα ακόμη οι ερωτοχτυπημένοι, στις καρδούλες που ζωγραφίζουν, καρφώνουν κι ένα βέλος; Μήπως ακόμη θυμόμαστε τον μικρό φτερωτό θεό;

Άλλες λέξεις: Έρασμος, ερασιτέχνης, Ερασμία, Ερατώ, ερωτιδεύς, ερατεινός, ερωτιάρης, ερωτισμός, ερωτύλος, ανέραστος, αντεραστής, ερωτόπληκτος, ερωτοτροπώ, αξιέραστος, παιδεραστής, ερανιστής.

kosmima

Εστιατόριο

Η λέξη εστία παράγεται ίσως από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα wes- που σημαίνει καίω και φωτιά. Μια άλλη άποψη τη θέλει να εξαρτάται από τη λέξη εστώσα = σταθερή, μόνιμη. Εστιάω - ώ σημαίνει ότι δέχομαι κάποιον στο σπίτι μου, τον φιλοξενώ.

Εστία ήταν η κόρη του Κρόνου και της Ρέας, ανήκε στο δωδεκάθεο και ήταν η προστάτιδα της οικογένειας και κατ’ επέκταση της πατρίδας και της αποικίας. Προστάτευε επίσης το ιερό φως, που καίει ασταμάτητα και σταθερά στα ιερά. Εστιάδες λέγονταν οι ιέρειες που φρόντιζαν να μη σβήσει ποτέ το ιερό φως. Στα σπίτια επίσης το συντηρούσαν με ευλαβικό τρόπο. Εκτός από την ιερότητα που του προσέδιδαν, το είχαν και ανάγκη για τις πρακτικές εργασίες του σπιτιού. Ίσως και από αυτόν τον λόγο να το είχαν αναγάγει σε κάτι ιερό. Τους ήταν απαραίτητο. Από την κεντρική τους εστία, τη φωτιά, έπαιρναν να μαγειρέψουν, να φωτίσουν τον χώρο, να ζεσταθούν. Γύρω από τη φωτιά, την εστία, μαζευόταν η οικογένεια τις κρύες μέρες του χειμώνα (οικογενειακή εστία).

Εστίες λέμε και τα μάτια της κουζίνας.

Το τζάκι το ονομάζουμε και στια, ενώ πυροστιά λέμε τη σχάρα την οποία τοποθετούμε πάνω στα κάρβουνα για να ψήσουμε.

Εστιάτορας είναι ο επαγγελματίας μάγειρας και εστιατόριο ονομάζεται το κατάστημα όπου μπορεί ο καθένας να φάει πληρώνοντας.

Εστία είναι και ο τόπος διαμονής μας. Εστία και το σημείο που συγκεντρώνονται οι ακτίνες του ήλιου.

Άλλες λέξεις: εστίαση, συνεστίαση, ανέστιος, Ιστιαία (από Εστιαία).

kosmima

Ετυμολογία

Ετεός είναι ο αληθινός, ο αυθεντικός. Έτυμον δηλώνει την αρχική ρίζα κάθε λέξης, την αληθινή της σημασία και την πορεία της μέσα στον χρόνο.

Αυτούσια τη λέξη ετεός ή έτυμον δε χρησιμοποιούμε πια στην καθημερινότητά μας, αλλά τις θυμόμαστε ακόμη μέσα από σύνθετες λέξεις. Έτσι μεταχειριζόμαστε την ετυμολογία (έτυμον + λέγω), ετυμολογώ, ετυμολογικό, την ετυμηγορία (έτυμον + αγορεύω). Ετεόκρητες (= οι αληθινοί Κρήτες, οι αυτόχθονες), Ετεοκλής (ετεόν + κλέος) εκείνος που έχει αληθινή δόξα, ενώ το ρήμα ετάζω σημαίνει ψάχνω για την αλήθεια, για την ουσία και σήμερα το εκφράζουμε με το ρήμα εξετάζω.

kosmima

Ευνούχος

Ευνή σημαίνει συζυγική κλίνη, κρεβάτι και η κατάληξη -ουχος παράγεται από το ρήμα έχω, δηλώνοντας ότι κάποιος έχει αυτό που εκφράζει το πρώτο συνθετικό της λέξης. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτός που έχει κρεβάτι. Δεν ονόμασαν όμως έτσι κατά τα βυζαντινά χρόνια όποιον είχε κρεβάτι, αλλά εκείνον που είχε στην υπευθυνότητά του τη φύλαξη της κλίνης των γυναικών. Ήταν ο φύλακας του γυναικωνίτη και αργότερα του χαρεμιού. Είναι γνωστό, βέβαια, το γεγονός ότι, για να μην είναι ο φύλακας «επικίνδυνος» για τις γυναίκες, είχε υποβληθεί σε κάποια επέμβαση αφαίρεσης των γεννητικών του αδένων. Κατ' ακολουθία η λέξη πήρε όλες τις σημασίες του αποτελέσματος, της ισχύος, αλλά και της κατάντιας του ευνούχου. Έτσι, μπορεί να εννοούμε: άτυχος, δυστυχισμένος, παχύς, αλλά και πονηρός, παντοδύναμος, κόλακας. 

Η λέξη συναντάται ήδη από τα ομηρικά χρόνια, όπου αρχικά εννοούσε το πρόχειρο κρεβάτι, τη φωλιά, τον τάφο (κατ’ ευφημισμόν), τη συνουσία.

Άλλες λέξεις: Κατευνάζω (κατά + ευνή), που αρχικά μπορεί να σημαίνει βάζω στο κρεβάτι, στη συνέχεια όμως ηρεμώ, καθησυχάζω.

kosmima

Εύξεινος Πόντος

Στο Αιγαίο πέλαγος, οι αρχαίοι Έλληνες ναυσιπλοούσαν χωρίς δυσκολίες. Τους ήταν γνωστό, οικείο, φιλικό το περιβάλλον. Όταν αποφάσισαν μακρύτερα ταξίδια προς βορράν, συνάντησαν τον Πόντο. Δεν ήταν όμως γαλανός όπως το δικό τους Αιγαίο. Έδειχνε σκοτεινός, βαθύς, τρικυμιώδης και άγνωστος. Δέος τους έπιανε μπροστά στο μακρινό και αφιλόξενο τοπίο. Κάτι τέτοιο όμως, δεν τολμούσαν να το ξεστομίσουν, να το εκφράσουν με λόγια, καθώς φοβόντουσαν τις θεότητες που πιθανόν να το προστάτευαν. Έτσι, για να καλοπιάσουν τις αόρατες δυνάμεις του Πόντου, τον αποκάλεσαν κατ’ ευφημισμόν Εύξεινο [ευ (=καλώς) + ξείνος (= ξένος) = Εύξεινος], δηλαδή φιλόξενος.

Με τον ίδιο συλλογισμό ονόμασαν τις φριχτές Ερινύες, Ευμενίδες. Ευ(=καλώς) + μένος(=καθοδηγητικό πνεύμα).

Με παρόμοια λογική αποκάλεσαν Ειρηνικό τον γνωστό και δυσκολοπέραστο ωκεανό.

Κατ’ ευφημισμόν και πάλι ονομάζεται ο χάρος. Ο Χάρων ήταν εκείνος που παραλάμβανε από τον ψυχοπομπό Ερμή τις ψυχές των νεκρών για να τις μεταφέρει στον Κάτω Κόσμο. Του έδωσαν λοιπόν, ένα χαρούμενο όνομα από φόβο να τον αποκαλέσουν με την πραγματική του ιδιότητα. Χάρων → χάροντας → χάρος από το ρήμα χαίρω.

kosmima

Ευρώπη

Ο βασιλιάς της Φοινίκης, Αγήνορας, είχε τρεις γιους και μία κόρη. Αυτήν ερωτεύτηκε ο Δίας και μεταμορφωμένος σε πανέμορφο ολόλευκο ταύρο, τράβηξε τον θαυμασμό της. Δεν έχασε την ευκαιρία και μόλις πλησίασε η κοπέλα φοβισμένη να τον χαϊδέψει, αλλά ο φόβος μετατράπηκε σε επιθυμία να ανέβει στην πλάτη του, τόσο ήμερος που ήταν. Μόλις όμως η κόρη ανέβηκε, εκείνος έφυγε αστραπιαία. Την οδήγησε σε μια σπηλιά στην Κρήτη, στο Δικταίο Άντρο. (Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη άντρο, αλλά με αρνητική σημασία. Το άντρο των ληστών, το κρησφύγετό τους δηλαδή).

Εκεί την έκανε γυναίκα του και απέκτησε μαζί της τρεις γιους: τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ και τον Σαρπηδόνα. Από τον Δία λοιπόν κρατάει η σκούφια του Μίνωα. Μινωίτες οι κάτοικοι της Κρήτης και Μινωικός ο εκπληκτικός πολιτισμός που ανέπτυξαν.

Το όνομα της Ευρώπης (ευρεία + ωψ - ωπόςΕυρώπη) δηλώνει αυτή που βλέπει μακριά, την ανοιχτομάτα και αυτό το όνομα διάλεξαν να δώσουν σ’ αυτή τη γη, την ήπειρο, που εκτείνεται βόρεια και δυτικά της Κρήτης.

kosmima

Έφηβος

Η λέξη ήβη είναι πολύ παλιά και σημαίνει ισχύς, δύναμη.

Κόρη του Δία και της Ήρας (νόμιμο τέκνο του θεϊκού ζεύγους) η Ήβη, αντιπροσώπευε την αιώνια νεότητα και την αθανασία. Ήταν αυτή που κερνούσε τους θεούς το θεϊκό ποτό, το νέκταρ (βλέπε και στο λήμμα Αμβροσία). Για να είναι πάντα ωραίοι και αθάνατοι.

Όποιος λοιπόν, βρίσκεται στην ανθηρή ανθρώπινη ηλικία, σαν την αιώνια της Ήβης, είναι ο επί + ήβος (και επειδή το ήβος δασυνόταν) → έφηβος.

kosmima

Εφημερίδα

Επί + ημερίδα. Εκεί που καταγράφονται όσα έχουν συμβεί την ημέρα. Επί + ημερίδαεφημερίδα (το π γίνεται φ επειδή η ημερίδα δασύνεται).

Η ημερίδα έχει ομηρικές καταβολές στη λέξη ήμαρ, ενώ ημέρα, σύμφωνα με την ομηρική γλώσσα λέγεται ο αέρας που φωτίζεται από τον ήλιο.

Άλλες λέξεις: ημερεύω, διημέρευση, ισημερία, ισημερινός, ξημέρωμα, μεροδούλι, μεροκάματο, μερομήνια, μερόνυχτο, μεροφάι, ημερήσιος, ημερίδα, μέρα, ανήμερα, εφήμερος, καθημερινός, υπερημερία, ενήμερος, αυθημερόν (αυτός + ημέρα = την ίδια μέρα), καλημέρα, μεσημέρι, απομεσήμερο, χασομέρης (χάνω + μέρα), εξαήμερο, πενθήμερο, ημεροδείκτης, ημερολόγιο, ημερομηνία, μακροημέρευση, λημέρι (όλη + μέρα, βρίσκομαι εκεί δηλαδή όλη την ημέρα).

kosmima

Ζευγάρι

Ζεύγνυμι είναι το ρήμα που σημαίνει ζεύω, συνδέω, συνάπτω, βάζω δηλαδή κάτω από τον ίδιο ζυγό. Στον ίδιο ζυγό έζευαν τα βόδια για να οργώσουν το χωράφι και τα είπαν ζεύγος.

Αργότερα, στα μεσαιωνικά χρόνια, έγινε ζευγάριον και μετέπειτα ζευγάρι. Όπως δύο βόδια κάνουν μαζί την ίδια δουλειά, κάτω από τον ίδιο ζυγό (πάλι από το ζεύγνυμι), έτσι κατ’ επέκτασιν, είπαν ζευγάρι τους συζύγους, που έχουν κοινό σκοπό να πορευτούν μαζί στη ζωή και να αντιμετωπίσουν τις όποιες δυσκολίες. Όταν δεν ταιριάζουν, λύνουν τον ζυγό και παίρνουν διαζύγιο.

Προσωπικά η λέξη συμβίος και συμβία με εκφράζει περισσότερο, αφού σημαίνει ότι άντρας και γυναίκα ζουν (βιώνουν), περνούν τον βίο τους και αντιμετωπίζουν τις χαρές και τα προβλήματα αρμονικά, χωρίς τον καταναγκασμό και δίχως την καταπίεση κάποιου ζυγού.

Άλλες λέξεις: ζευγάς, ζευγολάτης, διαζευκτικός, διάζευξη, σύζευξη, συζυγία, υποζύγιο, ζύγι, ζύγισμα, ζυγαριά, και κατά κάποια εκδοχή Ζευς, επειδή, μετά την κατατρόπωση του πατέρα του, του Κρόνου, ανέλαβε να ενώσει και πάλι τον κόσμο υποτάσσοντάς τον (ζεύοντάς τον) κάτω από τη δική του εξουσία. Πιθανόν όμως να προέρχεται από τη ζωή και το ρήμα ζήω - ζω.

kosmima

Ζήτω

Χρησιμοποιείται πια ως χαρούμενο επιφώνημα. Προέρχεται από το ρήμα ζήω - ζω και είναι το τρίτο πρόσωπο της προστακτικής. Ζήτω λοιπόν, θα πει να ζήσει.

Άλλες λέξεις: ζωή, ζώο, ζώδιο, ζωτικός, ζωώδης, ζωηρός, ζωντανός, ζωύφιο, ζωντόβολο, ζωοδόχος, ζωέμπορος, παλιοζωή, αναζωογόνηση και πολλές άλλες.

kosmima

Ηθοποιός

Ήθος είναι ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου και ήδη από πολύ παλιά διαχωρίστηκε από το ομόρριζό του έθος (= έθιμο, συνήθεια).

Ηθοποιός αρχικά σήμαινε αυτόν που διαπλάθει χαρακτήρα (ήθος + ποιώ), πολύ γρήγορα όμως, διαμορφώθηκε σ’ εκείνον που αναπαριστά, υποδύεται κάποιον χαρακτήρα, αντικαθιστώντας τον όρο υποκριτής που συνηθιζόταν κατά την εποχή της ανάπτυξης και της ακμής της Τραγωδίας.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα κατά ποιόν μέρη της τραγωδίας ήταν: Μύθος (σενάριο), Ήθος (χαρακτήρες), Λέξη (τα γλωσσικά στοιχεία), Όψη (σκηνικά) και Διάνοια (οι μύχιες σκέψεις και οι συλλογισμοί των προσώπων).

Ηθοποιός είναι οι καλλιτέχνης, που έχει ενστερνιστεί το πρόσωπο, τις πράξεις και τις καταστάσεις, τις όποιες βιώνει ο χαρακτήρας που υποδύεται.

Άλλες λέξεις: Ήθος: Συνήθεια, ανήθικος, κακοήθης, ηθογράφημα, ηθοπλαστικός, ηθικολόγος.

Ως προς το δεύτερο συνθετικό, το ποιώ, οι λέξεις είναι άπειρες.

kosmima

Ημέρα

Η ένωση Χάους - Ερέβους, πολύ πριν το δωδεκάθεο, γέννησε τον Αιθέρα και την Ημέρα. Υπάρχουν διχογνωμίες σε ό,τι αφορά την ακρίβεια του γενεαλογικού δέντρου της Ημέρας, αλλά σε τόσο μακρινές εποχές, όπως είναι ο καιρός της Κοσμογονίας, μάλλον δικαιολογείται.

Το βέβαιο είναι ότι οι αρχαίοι είχαν προσωποποιήσει και θεοποιήσει το λαμπρό αυτό φαινόμενο της ημέρας. Ήμαρ το βρίσκουμε στον Όμηρο και μάλιστα νόστιμον ήμαρ (η γλυκιά μέρα του γυρισμού).

kosmima

Ηφαίστειο

Παρόλο που ο Ήφαιστος ήταν από τα λίγα γνήσια παιδιά του θεϊκού ζεύγους (Δία - Ήρα), δεν είχε την τύχη που του άξιζε. Κάποια παραλλαγή του μύθου τον θέλει μονομερώς γιο της Ήρας, ως απάντηση στη γέννηση της Αθηνάς που γεννήθηκε αποκλειστικά από τον Δία. Και οι δύο μύθοι πάντως διηγούνται ότι τον πέταξαν από τον Όλυμπο, ως μη επιθυμητό ανάμεσα στους θεούς λόγω της ασχήμιας του. Η πτώση τού πρόσθεσε ακόμη ένα κουσούρι και εκτός από δύσμορφος, έμεινε και κουτσός.

Ο Ήφαιστος ήταν πολύ εργατικός και εξαιρετικός σιδηρουργός. Προστάτης της φωτιάς και της μεταλλουργίας, και τι δεν έφτιαξε! Ο θρόνος του Δία, ο χρυσός θώρακας του Ηρακλή, το σκήπτρο του Αγαμέμνονα, το περιδέραιο της Αρμονίας, το άρμα του Ήλιου, η πανοπλία του Αχιλλέα ήταν δικά του αριστουργηματικά επιτεύγματα.

Το εργαστήρι του βρισκόταν στα βάθη της γης και οι πρόγονοί μας το φαντάζονταν κάτω από την Αίτνα ή κάτω από ένα βουνό στη Λήμνο (ανάλογα με τον μύθο που πίστευαν).

Όταν ο θεός δούλευε το σφυρί και το αμόνι, γινόταν αντιληπτός από τους θνητούς. Από τα βάθη της γης εκσφενδονίζονταν φλόγες και λάβα. Πολλές φορές, όταν βαροκοπανούσε ο Ήφαιστος τα σιδερικά του, ακουγόταν θόρυβος και τρομακτικό βουητό.

Το φυσικό φαινόμενο, που το βουνό πετάει φλόγες, λάβα και μπουμπουνίζει, το θεώρησαν εργαστήρι του Ηφαίστου και το ονόμασαν ηφαίστειο.

kosmima

Θάλασσα

Το θηλυκό αλς σημαίνει θάλασσα, ενώ στο αρσενικό γένος, αλάτι. ομηρική λέξη

Κοντά στη θάλασσα βρίσκονται οι αλυκές, απ’ όπου μαζεύουμε το αλάτι για να μην είναι ανάλατο το φαγητό μας. Οι αλιείς αφήνουν πίσω τον γιαλό (αιγιαλός, δηλαδή αΐσσω + αλς, εκεί που ορμούν τα κύματα, η θάλασσα) με τα αρμυρίκια και απομακρύνονται από τη στεριά για να αλιεύσουν, προσέχοντας όμως πάντοτε τους επικίνδυνους υφάλους (υπό + αλς = βράχια κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας). Όσα ψάρια δεν πουλήσουν, μπορούν να τα κάνουν αλίπαστα, διατηρώντας τα στην άλμη, άρμη. Η αρμύρα της θάλασσας διαποτίζει το είναι τους.

Η Αγχίαλος (άγχι = πλησίον + αλς - αλός), η Αλόννησος (αλός + νήσος), ο Άλιμος, η Αιγιάλεια, Αλικαρνασσός, ο Αλιάκμων (αλς + άκμων λόγω του σχήματος του ποταμού) μαρτυρούν με το όνομά τους τη γειτνίασή τους και τη σχέση τους με τη θάλασσα.

Τα παράλια της Αττικής παρέπλεε ένα από τα ιερά πλοία των Αθηναίων της κλασικής περιόδου, η Πάραλος (αυτή που επιτηρούσε την παραλία της Αττικής).

Ενάλια λέμε την Αρχαιολογία που ασχολείται με αρχαία ναυάγια και βυθισμένες πόλεις.

Θαλασσί λέμε το ανοιχτό μπλε χρώμα που μοιάζει με της θάλασσας.

Θαλασσινά ονομάζουμε τα στρείδια, μύδια και άλλους ζωντανούς οργανισμούς της θάλασσας που δεν είναι ψάρια. Θαλασσινούς λέμε τους ναυτικούς.

Άλλες λέξεις: Αρμυρίζω, αλίευμα, σαλαμούρα, σαλπάρω (αλς + περάω), αλατωρυχείο. Οι λέξεις σάλτσα, σαλάτα είναι αντιδάνειες. Το αλς έγινε λατινικό sal και αργότερα τo βενετσιάνικο sale. Κατασκεύασαν τις λέξεις salsa και salata και επέστρεψαν στην γλώσσα μας με νέα μορφή.

kosmima

Θεομηνία

Μήνις - μήνιος, άγνωστης περαιτέρω ετυμολογίας, στην ομηρική γλώσσα σημαίνει οργή. Οργή θεού λοιπόν, είναι η θεομηνία, άρα φοβερή φυσική καταστροφή.

Άλλες λέξεις από τη λέξη μήνις: μένος, δυσμενής, ευμένεια, Ευμενίδες.

kosmima

Θεραπεία

Η λέξη θεραπεία είναι αβέβαιης ετυμολογίας, αλλά μάλλον πρόκειται για λέξη με προελληνική ρίζα. Στην ομηρική γλώσσα καλείται θεράπων ο ακόλουθος και βοηθός του πολεμιστή, εκείνος που του φρόντιζε τα όπλα, τον βοηθούσε να φορέσει την πανοπλία και οδηγούσε το άρμα. Αργότερα πήρε και θρησκευτική σημασία, εννοώντας όποιον φρόντιζε να τιμάται με κάθε ιεροτελεστία θεός ή ήρωας. Από τον 5ο αιώνα, τέλος, λαμβάνει τη σημασία που έχουμε και σήμερα, αυτήν δηλαδή, που προσφέρει ιατρική περίθαλψη.

Υπάρχει και δεύτερη πρόταση, όπου η λέξη προέρχεται από τη λέξη θεράπνη, που σήμαινε κατοικία, με αποτέλεσμα να έχουμε τη θεραπαινίδα, τη βοηθό του σπιτιού.

Άλλες λέξεις: θεραπευτής, αθεράπευτος, αποθεραπεία, ηλιοθεραπεία, εργασιοθεραπεία, θεραπεύσιμος, θεραπευτήριο, χημειοθεραπεία, λογοθεραπεία.

kosmima

Θηριοδαμαστής

Η λέξη θηριοδαμαστής είναι σύνθετη από τις λέξεις θηρίο και τη δισύλλαβη ρίζα δάμα από τον αόριστο εδάμασα του ρήματος δάμνημι. Δαμάζω σημαίνει εξημερώνω και υποτάσσω με γνώση, υπομονή και επιμονή.

Θηρίο είναι το άγριο ζώο που μπορεί να γίνει θήραμα όταν το καταδιώκουν οι κυνηγοί για να το πιάσουν. Θήρα = κυνήγι και θηρεύω = κυνηγώ.

Δαμαστής προέρχεται από το δαμάζω και δηλώνει εκείνον που εξημερώνει τα άγρια ζώα.

Η δαμάλα (θηλυκό μοσχάρι) και το δαμάλι (το μικρό μοσχάρι) φαίνεται ονομάστηκαν έτσι καθώς έχουν δαμαστεί εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Αδάμαστος, εξαιτίας της σκληρότητάς του, είναι ο αδάμας, το διαμάντι (λέξη αντιδάνεια).

Αυτός που όλα τα δαμάζει, όλα τα ημερεύει, καλύτερος και από τον θηριοδαμαστή, αυτός που εξημερώνει και τους πιο άγριους ψυχικούς πόνους, είναι ο χρόνος. Ο πανδαμάτωρ χρόνος.

Άλλες λέξεις: δαμαλισμός(εμβολιασμός κατά της ευλογιάς με ορό δαμαλίτιδας), δαμαλίτιδα (ασθένεια βοοειδών), Αδαμάντιος, Διαμαντής.

kosmima

Θλίψη

Το ρήμα θλίβω είναι αποτέλεσμα συγχώνευσης του ρήματος θλάω - θλω (= συντρίβω, σπάζω) και του φλίβω (= πιέζω, σπάζω). Το ουσιαστικό θλίψη αναφέρεται στην ψυχική πίεση κι έτσι σημαίνει στενοχώρια, λύπη. Θλιμμένος και θλιβερός εκφράζουν την ίδια έννοια της στενοχώριας. Οι λέξεις όμως σύνθλιψη και θλάση έχουν σχέση με την πρωταρχική έννοια, της πίεσης και του σπασίματος.

Άλλες λέξεις: τεθλασμένη, τεθλιμμένος, θλαστικός, κατάθλιψη, θλάση, αλλά και θραύω (όπου το λ → ρ), θραύση, θραύσμα, εύθραυστος, διάθλαση, έκθλιψη, αντικαταθλιπτικό, μανιοκατάθλιψη.

kosmima

Ιματιοθήκη

Μετά την εισβολή του δυτικού τρόπου ένδυσης, τα ρούχα έχουν κατά την πλειονότητά τους και «δυτικές» ονομασίες. Τα ιμάτια, οι χιτώνες, οι πέπλοι και οι χλαμύδες των αρχαίων παραμερίστηκαν, ενώ παρέμειναν λίγες μόνο λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα και παραπέμπουν στα ενδυματολογικά της πάλαι ποτέ εποχής.

Η ομηρική λέξη για το ιμάτιο ήταν είμα (από το ρήμα έννυμι = ενδύομαι) και ιμάτιον, το υποκοριστικό της λέξης, με τη γενική έννοια του ενδύματος.

Ιματισμό λέμε γενικά τον ρουχισμό και ιματιοθήκη το ντουλάπι όπου τα αποθηκεύουμε. Παρόλο που δε φοράμε πλέον ιμάτια, έχει παραμείνει η φράση «διαρρηγνύω τα ιμάτιά μου» όταν αγανακτούμε.

Αμφιβληστροειδής και κερατοειδής χιτώνας είναι ιατρικοί όροι που καταδεικνύουν λεπτούς υμένες που καλύπτουν (ντύνουν) μέρη του ματιού.

Χιτώνιο είναι ο μικρός χιτώνας.

Το πέπλο της νύφης προέρχεται από τον πέπλο, το αρχαίο ένδυμα με τις πολλές πτυχώσεις.

Χλαμύδα ήταν το κοντό ένδυμα των αρχαίων εφήβων και χλαμύδια, ονομασία μικροοργανισμών στη Βιολογία.

kosmima

Ιόνιο

Μία από τις πολλές γυναίκες που κατέκτησε ο Δίας, ήταν και η Ιώ. Κόρη του βασιλιά Ινάχου, η Ιώ, ήταν ιέρεια στο ιερό της Ήρας στο Άργος. Ο Δίας την ερωτεύτηκε και δεν άργησε να την κάνει δική του, αλλά καθώς φοβήθηκε τη ζήλια της απατημένης του συζύγου, φρόντισε να μεταμορφώσει την Ιώ σε αγελάδα. Η Ήρα, συνηθισμένη στις μεταμορφώσεις που έκανε ο Δίας, κατάλαβε γρήγορα τι συνέβαινε και ζήτησε από τον άντρα της να της δωρίσει εκείνη την όμορφη αγελάδα. Έτσι κι έγινε. Στο ιερό της η Ήρα, ανέθεσε στον Πανόπτη (εκείνον που βλέπει παντού) Άργο, τον φοβερό δράκο με τα εκατό μάτια που δεν κοιμόταν ποτέ, να μην την αφήνει από τα μάτια του. Όταν κουραζόταν ο Άργος, είχε τη δυνατότητα να ξεκουράζει τα πενήντα του μάτια, ενώ τα άλλα πενήντα παρακολουθούσαν με προσοχή. Παρόλ’ αυτά ο Δίας βρήκε τρόπο να σώσει την αγαπημένη του, αναθέτοντας στον Ερμή να σκοτώσει τον Άργο και από εκείνο ακριβώς το γεγονός ο Ερμής πήρε και το όνομα Αργεϊφόντης (αυτός που σκότωσε τον Άργο).

Η Ήρα παρακολουθούσε και η εκδίκηση υπήρξε άμεση. Έτσι, έστειλε μία αλογόμυγα, τον οίστρο, να ενοχλεί ασταμάτητα την Ιώ, η οποία, στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από το ενοχλητικό έντομο, έφυγε τρέχοντας. Από το Άργος, διέσχισε κολυμπώντας τη θάλασσα δυτικά της Ελλάδας, που, για να θυμόμαστε το πέρασμα της Ιούς, το ονομάσαμε Ιόνιο Πέλαγος. Διάβηκε από Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη. Πέρασε απέναντι τη θάλασσα και, πάλι για να θυμόμαστε τις περιπέτειές της, της δώσαμε το όνομα Βόσπορος (βους + πόρος, δηλαδή πέρασμα) και βρέθηκε στη Μικρά Ασία. Από εκεί τελικά έφθασε στην Αίγυπτο, όπου επιτέλους πήρε και πάλι την αρχική της μορφή και γέννησε τον γιο της, τον Έπαφο (ανάμνηση της επαφής της με τον Δία).

Ίω είναι η υποτακτική του ρήματος είμι, που σημαίνει τρέχω συνεχώς και αυτό το όνομα έδωσαν στην άμοιρη Ιώ, που η μοίρα της την ανάγκασε να τρέχει ασταμάτητα για να ξεφύγει από την αλογόμυγα, τον οίστρο που την τυραννούσε.

Ίον είναι το λουλουδάκι μενεξές, που δημιούργησε ο Δίας για να δώσει στην Ιώ αντάξια τροφή.

Η λέξη οίστρος προέρχεται και αυτή από το ρήμα είμι, αλλά από το θέμα του μέλλοντα, οίσω. Οίσω + τρύω, που σημαίνει τρυπώ, δείχνει την ερμηνεία της λέξης: σπεύδω για να τρυπήσω, για να τσιμπήσω. Όταν λέμε «με έπιασε οίστρος» εννοούμε ότι μας έχει μπει στο μυαλό μια ιδέα και δε μας αφήνει να ηρεμήσουμε, π.χ. ο ποιητικός οίστρος.

Η λέξη οισοφάγος είναι επίσης ομόρριζη του οίστρου (οίσω, με την έννοια του μεταφέρω + φάγος = αυτός που μεταφέρει το φαγητό στο στομάχι).

Ομόρριζη είναι και η λέξη οιστρογόνο (οίστρος + γίγνομαι → γόνος) = η ορμόνη που εκκρίνεται από τις ωοθήκες και τα επινεφρίδια και είναι βασική για την ανάπτυξη και τη λειτουργία των γεννητικών οργάνων της γυναίκας).

kosmima

Ίριδα

Η Ίρις, ήταν αδελφή των Αρπυιών. Αυτές παριστάνονταν ως φτερωτά τέρατα με γυναικεία μορφή και έτρεχαν με την ταχύτητα του ανέμου. Είχαν μακριά, γαμψά νύχια για ν’ αρπάζουν (το λέει το όνομά τους) τα θύματά τους και να τα κατασπαράζουν για να καταλαγιάζουν τη λαιμαργία τους, που όμως παρέμενε ακόρεστη.

Μόνη, διαφορετική από τις αδελφές της, η Ίρις, ήταν κι αυτή φτερωτή, αλλά λεπτή, όμορφη και ευγενική. Έγινε η αγγελιαφόρος των θεών, αφού κι αυτή έτρεχε σαν τον άνεμο και παρέδιδε τις βουλές των θεών στους ανθρώπους, χωρίς να ανακατεύεται στις υποθέσεις τους, όπως αργότερα και ο διάδοχός της, ο Ερμής. Πετούσε από τη γη στον ουρανό και αντίστροφα διαγράφοντας ένα τεράστιο και πολύχρωμο τόξο. Στην αρχή οι αρχαίοι πίστευαν πως ήταν η ίδια η θεά το φυσικό αυτό φαινόμενο του ουράνιου τόξου, αλλά αργότερα θεώρησαν ότι αυτό ήταν το φόρεμά της ή ο δρόμος που είχε εκείνη ακολουθήσει. Στα μάτια τους το ουράνιο τόξο έμοιαζε να συνδέει τον ουρανό με τη γη, γι’ αυτό και τη φαντάστηκαν αγγελιαφόρο. Ήταν ένα όμορφο, πολύχρωμο και ελπιδοφόρο μήνυμα, αφού πάντα το ατένιζαν μετά το τέλος της βροχής, και το θεωρούσαν ως συμβόλαιο και σύμβολο της αγάπης και της καταδεκτικότητας των θεών. Έτσι οι άνθρωποι το τίμησαν θεοποιώντας το.

Με τον καιρό παραγκωνίστηκε η Ίρις από τον Ερμή, ο οποίος έγινε ο αγγελιαφόρος των θεών και εκείνη αρκέστηκε να είναι ακόλουθος της Ήρας. Το όμορφο αποτύπωμά της συνέχισε να διαγράφεται στον ουράνιο θόλο κι έτσι το πολύχρωμο ουράνιο τόξο αποτέλεσε τα χρώματα της Ίριδας.

Ίρις σημαίνει συνεχής δρόμος, συνεχής γραμμή, χρωματιστή ταινία, σύμφωνα με ορισμένα λεξικά, ενώ άλλα ετυμολογούν τη λέξη από το ρήμα είρω και ερέω που σημαίνει λέγω. Και τα δύο πάντως, ταιριάζουν με τη λέξη ίριδα, αφού και χρωματιστός δρόμος σχηματιζόταν στο διάβα της και έλεγε στους ανθρώπους τις επιθυμίες των θεών.

Ίριδα ονόμασαν το λαμπερό, χρωματιστό και ιριδίζον μέρος των ματιών των ανθρώπων.

Ίριδα είπαν κι ένα πανέμορφο λουλούδι. 

Άλλες λέξεις: ιριδίζω, ιριδισμός.

kosmima

Καλοκαίρι

Ζεστασιά, λιακάδα, χαρά Θεού. Καλός + καιρός = καλοκαίρι. Τα αρχαία χρόνια ονομαζόταν θέρος. Τώρα πια όχι. Έχει πλήρως αντικατασταθεί η λέξη από το καλοκαίρι. Τα παράγωγά του όμως; Συνεχίζουν να μας θυμίζουν την αρχαία γλώσσα και τα γνωρίζουμε πολύ καλά.

Το καλοκαίρι, το θέρος, θερίζουμε τα σπαρτά κατά τον θερισμό, πηγαίνουμε στα θερινά σινεμά και παραθερίζουμε στα όμορφα θέρετρα της πατρίδας μας. Έτσι αντιλαμβανόμαστε και πόσο λάθος είναι η έκφραση «χειμερινά θέρετρα», που ακούμε συχνά πυκνά από την τηλεόραση.

Από την ίδια ινδοευρωπαϊκή ρίζα ghwer- και με την ίδια έννοια του ζεστού, παράγονται οι λέξεις θερμός, θερμότητα, θερμάστρα, θερμοκρασία, θερμαίνω, θέρμη, θερμίδα. Πλούσια επίσης είναι η συγκομιδή από σύνθετες λέξεις: ένθερμος, θερμοστάτης, θερμοδυναμική, Θερμοπύλες, θερμοπληξία. Σαν πρώτο συνθετικό χρησιμοποιείται και από τις λατινογενείς γλώσσες: thermo-thermodynamic , thermostat και πολλές άλλες.

kosmima

Καμαρώνω

Κάμπτω (από το κόπτω, όπου ο → α και π → μπ).

«Σου βγάζω το καπέλο», «αποκαλύπτομαι» (= ξεσκεπάζομαι) είναι φράσεις που δηλώνουν σεβασμό και που έχουν παραμείνει από παλαιότερες εποχές με καπέλα και ευγένεια. Κατά τα βυζαντινά χρόνια, όταν ήθελαν να εκφράσουν τον θαυμασμό και τη χαρά τους για τη συνάντηση με κάποιον, έκαναν βαθιά υπόκλιση. Τόσο, που το σώμα τους να σχηματίζει καμπύλη, καμάρα. Με αφορμή τη γλώσσα του σώματος, δημιουργήθηκε η έννοια του θαυμασμού με τη λέξη καμαρώνω.

Η λέξη καμαρωτός, όταν τη λέμε για να δείξουμε κάποιον που πηγαίνει ευθυτενής και περήφανος, μάλλον έχει το νόημα ότι έχει τον σεβασμό των άλλων, είναι ικανοποιημένος με αυτό και το δείχνει.

Η κάμαρα, το δωμάτιο, είναι λέξη αντιδάνεια. Προέρχεται από το δωμάτιο με καμάρα, ιταλικά το είπαν camera και κατέληξε στο ελληνικό και πάλι κάμαρα.

Άλλες λέξεις: καμάρι, καμπή, κάμψη, καμπούρα.

kosmima

Κανόνι

Η λέξη κάννα σημαίνει καλάμι. Είναι μια πολύ παλιά και εξαιρετικά παραγωγική λέξη. Πρόκειται για μητέρα - λέξη πολλών άλλων, με τελείως διαφορετική σημασία μεταξύ τους. Κοινός τόπος όλων είναι το αρχικό σχήμα του καλαμιού, της κάννας. Η ιδιαιτερότητα των παραγώγων λέξεων είναι ότι άλλες κρατούν τα δύο ν της αρχικής, ενώ άλλες γράφονται με ένα ν. Μια άλλη ομάδα παραγώγων της λέξης κάννα είναι οι αντιδάνειες, μια και πέρασε η λέξη στη λατινική γλώσσα και γύρισε πίσω στην ελληνική με καινούργιες έννοιες.

Φαίνεται ότι το καλάμι, η κάννα, πρωτοχρησιμοποιήθηκε ως ράβδος για μαθηματικές μετρήσεις. Με αυτήν την έννοια βρίσκουμε τη λέξη κανόνας (= χάρακας). Με τη σειρά του, ο κανόνας - χάρακας έδωσε νόημα σε ηθικούς και νομικούς θεσμούς, που έγιναν και αυτοί κανόνες. Άλλοτε κρατάει τα δύο ν, άλλοτε μένει μόνο ένα.

Το επίθετο κανονικός, απότοκο του κανόνα, εκφράζει το σωστό. Κανονίζω σημαίνει: θέτω όρους, βάζω σε πρόγραμμα, ρυθμίζω λεπτομέρειες, καθορίζω χρόνο, αναγκάζω κάποιον να συμμορφωθεί. Έτσι έχουμε τις λέξεις: κανονικότητα (τήρηση των κανόνων - συμμετρία), κανόνισμα (τακτοποίηση υποθέσεων), κανονισμός (σύνολο κανόνων για τη λειτουργία κάποιου θεσμού).

Κανίσκι (μικρό καλάθι από καλάμι), το κάνιστρο (πλατύ και ρηχό καλάθι από καλάμι), τα ψηλά και λιγνά πόδια ενός παιδιού, τα καννιά (μοιάζουν με καλάμια) και η κάννη του τουφεκιού είναι άμεσα παραγόμενες λέξεις της κάννας.

Η αρχική λέξη κάννα μεταφέρθηκε στα λατινικά αυτούσια → canna κα αργότερα στη βενετική διάλεκτο ως canon. Έτσι, το κανόνικάννη του είχε το το σχήμα του καλαμιού, στην υπερβολή βέβαια), γύρισε και πάλι στην Ελλάδα σαν καινούργια λέξη με νέο νόημα, αλλά και σαν καινούργιο όπλο.

Το μεγάλο κανόνι, η bombarda, κατάφερε να ρίξει τα για χίλια τόσα χρόνια, απόρθητα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Η λέξη bombarda έχει και αυτή ελληνική ρίζα: βόμβος bombusbombardaμπομπάρντα.

Από τη λέξη κανόνι ξεπετιούνται σειρά ολόκληρη από άλλες λέξεις: κανονιά, κανονίδι, κανονιέρης, κανονιοβολισμός, κανονιοβολητής, κανονιοφόρος.

Άλλες λέξεις, επίσης αντιδάνειες, με κοινό χαρακτηριστικό την ομοιότητα με το καλάμι (σε μεγέθυνση ή σμίκρυνση) είναι:

Καννοκιάλι (μικρό τηλεσκόπιο). Occulus στα λατινικά είναι το μάτι και στα ιταλικά occhiale. Ο πληθυντικός σχηματίζεται σε occhiali. Canna + ochiali = cannochiale στα ιταλικά και καννοκιάλι στα ελληνικά.

Κάννουλα (σωλήνας με στρόφιγγα), από τη λατινική λέξη cannula.

Η καννέλα (όταν ξηραίνεται η φλούδα της γυρίζει και σχηματίζει κύλινδρο) από τη λατινική λέξη canella.

Τα κανελόνια (τα χονδρά ζυμαρικά σε κυλινδρικό σχήμα με τρύπα) στα ιταλικά λέγονται cannelloni (πληθυντικός του cannellone).

kosmima

Κατάρτι

Καταρτίζω (κατά + άρτιος)→ καθιστώ κάτι άρτιο, πλήρες, δηλαδή προσαρμόζω, τακτοποιώ.

Η λέξη αποτελείται από την πρόθεση κατά και το επίθετο άρτιος (πλήρης), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το επίρρημα άρτι, που έχει δύο σημασίες: προ ολίγου και ακέραιο. Από την πρώτη περίπτωση έχουμε: αρτισύστατος, αρτιγενής, ενώ από το δεύτερο: αρτιμελής, αρτιεπής.

Ο κατάρτιος ιστός ήταν το μεγάλο κοντάρι που προσαρμοζόταν στο πλεούμενο, ώστε να γίνεται πληρέστερη η κατασκευή του. Και πάλι εδώ έχουμε την αποχώρηση του ουσιαστικού και την ουσιαστικοποίηση του επιθέτου. Κατάρτιος ιστός → κατάρτιος κατάρτιοκατάρτι.

Άλλες λέξεις: καταρτισμός, ξάρτια (από το εξ + αρτώ → εξάρτιον → εξάρτι → ξάρτι), απαρτία.

kosmima

Κέρβερος

Ακούμε και λέμε συχνά τη λέξη Κέρβερος για να δηλώσουμε τη σκληρότητα και την αγριότητα. Ποιος ήταν όμως ο Κέρβερος στον οποίο αναφερόμαστε;

Στα σανσκριτικά karbara σημαίνει στικτός, παρδαλός και έτσι απεικονίζονταν τα υποχθόνια τέρατα στην Ινδία. Τέρας υποχθόνιο και ο δικός μας Κέρβερος, ο γιος του Τυφώνα και της Έχιδνας. Τι άλλο από φοβερός και τρομερός θα μπορούσε να είναι;

Έχει ετυμολογική συγγένεια με το Έρεβος, τόπο σκοτεινό μεταξύ της γης και του Κάτω Κόσμου.

Ο Κέρβερος παρουσιαζόταν ως τρικέφαλος σκύλος. Από την πλάτη του ξεφύτρωναν φίδια και είχε λιονταρίσια ουρά που κατέληγε σε φίδι. Άγριος και αμείλικτος, ήταν ο φρουρός του Άδη και κανένας νεκρός δεν μπορούσε να ξεφύγει και να ανέβει στη γη, αλλά ούτε και κάποιος ζωντανός να εισέλθει στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Μόνον ο Ορφέας κατάφερε να τον κοιμίσει με τις μελωδίες του για να φέρει πίσω στη γη την αγαπημένη του Ευρυδίκη (που τελικά δεν κατάφερε) και ο Ηρακλής, πραγματοποιώντας τον τελευταίο του άθλο, έσυρε τον Κέρβερο ως τον Ευρυσθέα και τον γύρισε και πάλι στις πύλες του Άδη.

kosmima

Κέρμα

Κείρω σημαίνει κόβω, κουρεύω. Προέρχεται από το ακ-ίς + αείρω, αίρω (μέλλοντας ερ- → κερώ ακαειρώ ακείρω κείρω.

«Κείρομαι μοναχός» είναι η αρχαιοπρεπής έκφραση που δηλώνει ότι κουρεύομαι για να ασπαστώ τη μοναστική ζωή. Άλλη, επίσης αρχαιοπρεπής ρήση είναι η «εν χρω κεκαρμένος», που σημαίνει ότι κάποιος έχει κουρευτεί σύρριζα, μέχρι δηλαδή που να διακρίνεται το δέρμα του κεφαλιού του (χρως = επιδερμίδα, αρχικά μάλιστα δήλωνε το χρώμα του δέρματος. Έτσι αντιλαμβανόμαστε και τα ομόρριζά του: χροιά, χρώμα, μελαχρινός). Η λέξη χρώμα πέρασε μέσω της λατινικής, στις λατινογενείς γλώσσες κι έτσι έχουμε τον τύπο chromo- ως πρώτο συνθετικό (chromo shampoo) ή ως δεύτερο (mercurochrome).

Κερματίζω = κόβω σε τμήματα και κάνω κέρματα, μικρά μεταλλικά νομίσματα από μη πολύτιμο μέταλλο και μικρής αξίας. Από εδώ παράγεται ο κερματοδέκτης, η συσκευή που δέχεται νομίσματα και η κερματοθήκη.

Κατακερματισμός είναι ο τεμαχισμός σε πολλά μικρά κομμάτια και τελικά η διάλυση.

Ομόρριζη λέξη είναι ο κορμός, το τμήμα δηλαδή του δέντρου που κόβουμε. Υποκοριστικό του κορμού είναι το κορμίονκορμί (παρομοίωση του ανθρωπίνου σώματος, σε σμίκρυνση βέβαια, με τον κορμό του δέντρου).

Άλλες λέξεις: κουρέας, κουράζω (κατά τα βυζαντινά χρόνια τιμωρούσαν κάποιον κουρεύοντάς τον), καρπός (από τον παρακείμενο του κείρομαι → κέκαρμαι), ακέραιος (με το στερητικό α, οπότε → ο ολόκληρος, ο μη τεμαχισμένος).

kosmima

Κλινική

Είναι μία αντιδάνεια λέξη, προερχόμενη από τη γαλλική clinique, η οποία προέκυψε από την αρχαία ελληνική κλίνη, που σημαίνει κρεβάτι. Παράγεται από το ρήμα κλίνω (από το ρήμα κλάω, όπου το α → ι και χρησιμοποιείται και ο παρακείμενος κεκλασμένος). Σημαίνει μεταβάλλω διεύθυνση.

Ελάχιστα όμως τη χρησιμοποιούμε αυτούσια. Κλινική ονομάζουμε το ιδιωτικό νοσοκομείο και έχει επίσης καθιερωθεί ως ξενοδοχειακός και νοσοκομειακός όρος.

Μεταχειριζόμαστε πάρα πολλές παράγωγες και σύνθετες λέξεις: κλινήρης, κλινικός, κλινάρι (κρεβατάκι), ανάκλιντρο, κλινάμαξα, κλινικάρχης, κλινοσκεπάσματα, μονόκλινο, δίκλινο, παρακλινικός, δικλίδα.

Από την ίδια ρίζα προέρχονται και οι λέξεις κλίμα, κλίμακα, κλιματισμός, κλιμάκιο, κλιμάκωση, δηλώνοντας και αυτές αλλαγή κατεύθυνσης.

kosmima

Κόκκινο

Τον καρπό του πρίνου, τον κόκκο, τον μεταχειρίζονταν για να φτιάχνουν το ερυθρό (= ροδαλό, σαν τριαντάφυλλο) χρώμα. Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου, αντικαταστάθηκε η λέξη ερυθρό (κυρίως για το χρώμα) από τη λέξη κόκκινο, χωρίς βέβαια να εξοστρακιστεί απολύτως αυτή.

Μπορεί να λέμε κοκκινίζω, κοκκινάδι, κοκκινέλι, αλλά συνεχίζουμε, χρησιμοποιώντας το ερυθρό, λέγοντας: ερυθρότητα, ερυθρίαση, ερύθημα, υπέρυθρος, ανερυθρίαστος, ερυθρόδερμος, ερυθροσταυρίτης.

kosmima

Κομήτης

Κομήτης αστήρ ονομαζόταν το αστέρι που σχημάτιζε ουρά καθώς έπεφτε και καιγόταν στην ατμόσφαιρα.

Κομάω - κομώ σημαίνει έχω μακριά μαλλιά και κόμη ονομάζουμε τα μακριά μαλλιά. Με κόμη παρομοίωσαν το πεσούμενο άστρο και το ονόμασαν κομήτη. Έχουμε και σε αυτήν την περίπτωση την απάλειψη του ουσιαστικού και την ουσιαστικοποίηση του επιθέτου, κομήτης αστήρκομήτης

Υπάρχει και το ρήμα κομέω-κομώ, που μοιάζει, αλλά δε σημαίνει το ίδιο πράγμα. Κομέω-κομώ = φροντίζω, περιποιούμαι. Κομσός και τελικά κομψός είναι εκείνος που περιποιείται τον εαυτό του και φροντίζει την εμφάνισή του.

Κομψότητα, κομψοτέχνημα.

Σαν δεύτερο συνθετικό το -κομία, δηλώνει μεθοδική φροντίδα στη λέξη που αποτελεί το πρώτο συνθετικό (π.χ. δενδροκομία, μελισσοκομία).

Οι λέξεις κόμμωση και κομμωτήριο, που γράφονται με δύο μμ προέρχονται από την Κομμώ (θηλυκό ουσιαστικό και όχι ρήμα), που δήλωνε την ιέρεια, η οποία φρόντιζε το άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα. Αργότερα παρουσιάζεται και το ρήμα κομμόω-κομμώ.

kosmima

Κόσμος

Το ρήμα κοσμώ σημαίνει στολίζω, διευθετώ, ταξινομώ. Κόσμημα είναι το στολίδι, η αρμονία χρωμάτων και σχημάτων.

Πρώτος ο Πυθαγόρας, παρατηρώντας και θαυμάζοντας την τάξη και την αρμονία που επικρατούσε στη γη, στο φυτικό και ζωικό βασίλειο, αλλά και στον ήλιο, τη σελήνη, τους πλανήτες, ονόμασε το σύμπαν (το όλον, συν + παν) κόσμο. Στολίδι, αρμονία, τάξη.

Η λέξη χρησιμοποιείται με τη σημασία:

α) του σύμπαντος: κοσμογονία, κοσμογραφία, κοσμοθεωρία, κοσμοπλάστης, κοσμοναύτης, κοσμοπολίτης, παγκόσμιος.

β) των πολλών ανθρώπων μαζί, σαν μια μάζα: κοσμοσυρροή, κοσμοπλημμύρα, κοσμάκης, μαθητόκοσμος.

γ) της καλλιτεχνίας και της διακόσμησης: κόσμημα, διάκοσμος, διακόσμηση και

δ) της ευταξίας: κόσμιος, κοσμιοτάτη (διαγωγή).

kosmima

Κρασί

Οίνο έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες το κρασί και οινοχόη το ειδικό αγγείο, με το οποίο κερνούσε ο οινοχόος. Σήμερα ακόμη λέμε οινοποιία και οινοποσία.

Ο όρος οίνος κεκαρμένος διευκρινίζει ότι ο οίνος δεν είναι αυτούσιος, αλλά έχει αναμιχθεί με νερό. Έχει γίνει κράμα (από το ινδοευρωπαϊκό kraκράμακεράννυμι = αναμιγνύω).

Οι αρχαίοι Έλληνες ποτέ δεν έπιναν σκέτο το κρασί τους. Το ανεμίγνυαν με νερό σε ένα μεγάλο αγγείο, τον κρατήρα. Γινόταν δηλαδή η κράσις του οίνου → το κρασί. Μετά την ανάμιξη στον κρατήρα, το κρασί ήταν έτοιμο και το κερνούσαν. Γινόταν κέρασμα.

Ο κρατήρας του ηφαιστείου μοιάζει με τεράστιο αγγείο - κρατήρα.

Κράμα λέγεται η ανάμιξη των μετάλλων.

Άλλες λέξεις: κεράννυμι: συγκερασμός (= ανάμιξη), εύκρατος, κράσις, ακέραιος. Από το οίνος: Οινόη, οινομαγειρείο, οινοπαραγωγή, οινόπνευμα, οινοποσία.

kosmima

Κτήνος

Η λέξη κτήνος προέρχεται από το ρήμα κτώμαι, που σημαίνει αποκτώ, κατέχω στην εξουσία μου, λαμβάνω, κερδίζω. Οι απορρέουσες λέξεις προέρχονται από το θέμα κτω, αλλά και από το κτη (από τον παρακείμενο: κέκτημαι).

Ονομάστηκαν κτήνη τα ζώα που οι άνθρωποι είχαν στην κατοχή τους και κατ’ επέκτασιν όλα τα ζώα. Η λέξη κτήνος έχει πάρει και νέα διάσταση στους σύγχρονους καιρούς και δηλώνει την απαράδεκτη συμπεριφορά ορισμένων.

Κτήμα. Και αυτή η λέξη προέρχεται από το ρήμα κτώμαι και σημαίνει το τεμάχιο γης που κάποιος κατέχει, έχει αποκτήσει.

Άλλες λέξεις: κτήτωρ, κτήσις, κτέρισμα (από το κτέρας, που σημαίνει κτήμα, ιδιοκτησία, δώρο, τα «κτέρεα» του Ομήρου), κτήμα (και χτήμα), κτηματίας, ανακτώ, επανακτώ, αγρόκτημα, γαιοκτήμονας, ιδιοκτησία, ιδιοκτήτης, ιδιόκτητος, χρησικτησία, κτηματαγορά, κτηματολόγιο, κτηματομεσίτης, κτηνίατρος, κτηνοτρόφος, κοινοκτημοσύνη, επίκτητος, κατάκτηση.

kosmima

Κυκεώνας

Τρελή από αγωνία και στενοχώρια η Δήμητρα, έψαχνε την κόρη της, την Περσεφόνη. Την είχε αρπάξει ο Πλούτωνας και την είχε οδηγήσει στα ανάκτορά του, στον Κάτω Κόσμο για να την κάνει γυναίκα του.

Εννέα μέρες έψαχνε η Δήμητρα, χωρίς να έχει φάει τίποτε, κρατώντας πυρσούς και ρωτώντας όσους συναντούσε μην είδαν την κόρη της. Την δέκατη μέρα, παρακινημένη από την Ιάμβη, στην Ελευσίνα, ήπιε τον ζωμό που της ετοίμασαν. Ήταν ένα μείγμα από νερό, κρασί, κρίθινο αλεύρι, τριμμένο κατσικίσιο τυρί και μέλι. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια, το έπιναν τη δέκατη μέρα, μετά από νηστεία εννέα ημερών.

Κυκώ (άω) σημαίνει αναμιγνύω και κυκεών είναι το μείγμα. Επειδή όμως ο κυκεών ήταν ανάμιξη ανόμοιων υλικών, με τη λέξη αυτή εννοούμε την ανακατωσούρα, την αναταραχή, το μπέρδεμα.

kosmima

Κυκλάδες

Η Λητώ περιπλανιόταν απελπισμένη για να βρει τόπο να γεννήσει τα παιδιά της. Την κατάτρεχε όμως το μίσος της Ήρας, αφού η απατημένη θεά ζητούσε εκδίκηση και πάλι για τις απιστίες του άντρα της, του Δία. Είχε απαγορεύσει σε όλους τους τόπους να δώσουν καταφύγιο στη Λητώ για να γεννήσει. Έτσι, κανένα μέρος δεν την δεχόταν, φοβούμενο της οργή της Ήρας.

Αντίκρισε η Λητώ ένα μικρό νησάκι που έπλεε παραδέρνοντας ανάμεσα στα κύματα του Αιγαίου, περιπλανώμενο εδώ κι εκεί. Και δώσανε αμοιβαία υπόσχεση: το νησί θα παρείχε καταφύγιο στην ετοιμόγεννη για να γεννήσει και η Λητώ υποσχέθηκε πως θα έκανε την τιμή σ’ αυτό το ξερονήσι να χτιστεί ο πρώτος ναός του γιου της, του Απόλλωνα.

Σαν από θαύμα, μόλις η Λητώ γέννησε τα παιδιά της, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, το μετακινούμενο νησάκι σταμάτησε να ταλαντεύεται και να μετακινείται. Στέριωσε. Από μη ορατό νησάκι, από άδηλο, έγινε φανερό, δήλον κι έτσι δημιουργήθηκε το νησί Δήλος (= η φανερή).

Πράγματι χτίστηκε στη Δήλο ο πρώτος ναός προς τιμήν του Απόλλωνα και εξελίχθηκε για αιώνες σε πανελλαδικό ιερό νησί των αρχαίων Ελλήνων.

Γύρω από το ιερό νησί και σε κύκλο, υπάρχουν και άλλα νησιά. Αυτά είναι τα νησιά που ονομάζουμε Κυκλάδες.

Αντίστοιχα και συγχρόνως αντίθετα, ονομάστηκαν Σποράδες τα διάσπαρτα νησιά λίγο βορειότερα.

kosmima

Κύκνειο άσμα

Βρισκόμαστε στα πανάρχαια χρόνια της Μυθολογίας, μετά την Κοσμογονία, τότε που ο Δίας είχε κατορθώσει να κυριαρχήσει. Οι θεοί έφτιαξαν με πηλό όλα τα ζώα και ανέθεσαν στους Τιτάνες Προμηθέα και Επιμηθέα να προικίσουν τα ζώα με χαρίσματα.

Ο Προμηθέας άφησε στον αδελφό του αυτό το έργο, καθώς ο ίδιος ήταν απασχολημένος. Έπλαθε με χώμα και νερό τον πρώτο άνθρωπο.

Ο Επιμηθέας, εν τω μεταξύ, μοίρασε τα δώρα με σοφία: στα μικρά και απροστάτευτα έδωσε γρήγορα πόδια, σε άλλα, χρώμα παρόμοιο με το φυσικό περιβάλλον στο οποίο ζούσαν, για να μπορούν να κρύβονται από τον εχθρό. Έδωσε αλλού ομορφιά για να προσελκύουν, αλλά κέρατα ή κοφτερά νύχια για να αμύνονται. Σε άλλα, πάλι, χάρισε αγριάδα για να μην τα ενοχλούν οι εχθροί, αλλού πονηριά, εξυπνάδα, γούνα, φωνή, κελάηδημα. Έδωσε απλόχερα. Όταν όμως έφτασε να προικίσει τον άνθρωπο, που μόλις είχε πλάσει ο Προμηθέας, δεν είχε μείνει στο σακούλι του κανένα χάρισμα, κανένα δώρο.

Έμεινε γυμνός και απροστάτευτος ο άνθρωπος. Γι’ αυτό ανέλαβε ο Προμηθέας να κλέψει από τον ήλιο μιαν αχτίνα και να τη χαρίσει στο δημιούργημά του, με τις γνωστές για τον ίδιο συνέπειες.

Στον κύκνο (η αρχαία του ετυμολογική ιστορία ανατρέχει στα σανσκριτικά και σημαίνει φωτεινός, λευκός, ενώ υπάρχει και η άποψη ότι έχει τη ρίζα του στον κύκλο, καθώς όταν κυρτώνει τον λαιμό του ο κύκνος, σχηματίζει κύκλο, όπου το λ → ν) δόθηκε ομορφιά, χάρη, λευκότητα, όμορφα φτερά για να πετάει ψηλά. Δεν του χάρισε όμως όμορφη φωνή. Το φτωχό και άσχημο αηδόνι πήρε μεγάλο μέρος από αυτό το δώρο και έχει μελωδική λαλιά.

Ο κύκνος έχει φωνή τραχιά, στριγγιά και καθόλου εύηχη. Όταν όμως διαισθάνεται το τέλος του, γίνεται απρόσμενα γλυκόλαλος. Αυτό, το τελευταίο του άσμα είναι το κύκνειο άσμα. Με αυτή τη ρήση δηλώνουμε κι εμείς το τελευταίο και εξαιρετικό δημιούργημα ενός καλλιτέχνη, συγγραφέα, δημιουργού.

kosmima

Κυλικείο

Ποιο σχολείο, εταιρία, υπουργείο δεν έχει το κυλικείο του; Είναι γνωστό ότι εκεί πωλούνται αναψυκτικά, καφέδες και άλλα. Ονομάστηκε έτσι σε ανάμνηση του κύλικα.

Κύλιξ ήταν το βαθύ κύπελλο με το ευρύ άνοιγμα και τις δύο λαβές του, που στηριζόταν σε χαμηλό και κομψό πόδι, με ετυμολογική συγγένεια με τη λέξη κάλυξ (= ποτήρι). Ο κύλιξ ήταν από τα πιο αγαπητά και συνηθισμένα ποτήρια κρασιού των προγόνων μας, το οποίο χρησιμοποιούσαν και για σπονδές.

kosmima

Κυνηγός

Κύων (γενική κυνός) ονομαζόταν στην αρχαία μας γλώσσα ο σκύλος. Εμείς δεν τον λέμε πια έτσι, όμως χρησιμοποιούμε πάρα πολλές σύνθετες λέξεις με την αρχική.

Κυνηγός (κύων + άγω) είναι αυτός που οδηγεί τον σκύλο για να πιάσει θηράματα. Κατά την κυνηγετική περίοδο επιτρέπεται το κυνήγι. Κυνηγοί και κυνηγόσκυλα περιμένουν με αγωνία να ξεχυθούν στους κυνηγότοπους για το κυνήγημα φασιανών και άλλων ζώων.

Ορισμένοι, με κυνικότητα θα έλεγα, οργανώνουν κυνομαχίες. Ξεπερνούν όμως κάθε κυνισμό οι κυνοκτονίες.

Η λέξη κυνήγι έπαψε να αφορά μόνον τα σκυλιά και έχει καθιερωθεί για οποιαδήποτε καταδίωξη. Από το αθώο κυνηγητό των μικρών παιδιών μέχρι το κυνήγι των κακοποιών.

Άλλες λέξεις: κυνόδοντας, λαγοκυνηγός, αρκουδοκυνηγός, ελαφοκυνηγός.

Η αρχαία λέξη για το κυνήγι ήταν η θήρα και προέρχεται από το θέρσοςθάρσος θάρρος (ρς → σσ) → θράσος, που σημαίνει τόλμη και η θήρα απαιτεί τόλμη από την πλευρά των ανθρώπων, αλλά και των σκυλιών, ιδίως όταν επρόκειτο για κυνήγι αγριόχοιρου και άλλων άγριων ζώων.

Άλλες λέξεις: θηρίο, θεριό, θεριεύω, θηριωδία, ψηφοθηρία.

Η λέξη κύων μοιάζει στην προφορά, αλλά διαφέρει στην ορθογραφία και την ετυμολογία από τη λέξη κίων (=κολόνα).

Κίων (κίονος) ονομαζόταν η κολόνα, που όταν ήταν πολλές χτισμένες στη σειρά λεγόταν κιονοστοιχία. Κιονόκρανο (κίων + κράνος) είναι το αρχιτεκτονικό στολίδι στην κορυφή του κίονα. Κιονίσκος, τέλος, είναι η μικρή κολόνα. Όλες αυτές οι παράγωγες λέξεις εξακολουθούν να εμπλουτίζουν τη γλώσσα μας, παρόλο που την πρωταρχική δεν τη συναντάμε συχνά.

kosmima

Κύριος

Από τη λέξη κύρος, με ινδοευρωπαϊκή ρίζα που σημαίνει ισχυρός, δυνατός, γίγαντας, ήρωας, παράγεται το κύριος.

Άλλες λέξεις: κυρία, κυρά, κυρίως, κυριεύω, Κυριακή, κυριαρχώ, κυριολεκτώ, ακύρωση, κυριότητα, επικύρωση, αρνησικυρία, αυτοκυριαρχία, επικυρώνω, έγκυρος.

kosmima

Λαβύρινθος

Λάβρυς είναι το Λυδικό όνομα του αμφίστομου πέλεκυ, του γνωστού συμβόλου εξουσίας της Κνωσού. Η κατάληξη -νθος παραπέμπει σε προελληνικά χρόνια. Πιθανόν το πολύπλοκο ανάκτορο της Κνωσού, να ήταν και ο ίδιος ο λαβύρινθος.

Κατά τη Μυθολογία, οικοδομήθηκε από τον Αθηναίο τεχνίτη Δαίδαλο, κατ’ εντολήν του Μίνωα, ώστε να γίνει κατοικία του Μινώταυρου.

Το πολυδαίδαλο (η ονομασία προέρχεται από τον κατασκευαστή του) κτήριο και ο λαβύρινθος, με τα αμέτρητα δωμάτια, τους διαδρόμους και τον δύσκολο προσανατολισμό, έχει πάρει για εμάς την έννοια της πολυπλοκότητας, της σπαζοκεφαλιάς, του αδιέξοδου.

kosmima

Λαός

Σύμφωνα με τα λεξικά, οι πιθανές συνδέσεις με διάφορες ετυμολογικές ερμηνείες δεν είναι ικανοποιητικές. Δύο από αυτές όμως, νομίζω ότι αξίζει να αναφερθούν.

Λάας είναι μια πολύ αρχαία λέξη και σημαίνει λίθος, πέτρα. Από αυτήν προκύπτει η λατύπη (λάας + τύπη από το τύπτω = χτυπώ, η πελεκημένη, δηλαδή, πέτρα). Λατόμος (λάας + τόμος από το τέμνω) δηλώνει εκείνον που κόβει την πέτρα από τον βράχο και λαξεύω (λάας + ξέω = επεξεργάζομαι, σμιλεύω, σκαλίζω την πέτρα, το μάρμαρο).  

Ως εδώ εξηγήθηκαν τα ήδη γνωστά και αφορούν στη λέξη λάας (= πέτρα). Πώς όμως συνδέεται με τη λέξη λαός; Για να προχωρήσουμε στην «ερμηνεία» της λέξης λαός, πρέπει να προηγηθεί μία όχι ιστορική, αλλά μυθολογική αναδρομή. Μία πρώτη εξήγηση είναι η ακόλουθη:

Κάποτε ο Δίας θύμωσε πολύ με τους ανθρώπους και αποφάσισε να αφανίσει το ανθρώπινο γένος με κατακλυσμό. Καταστροφή του ανθρώπινου γένους με κατακλυσμό υπάρχει σε πολλές μυθολογίες ανά την υφήλιο, όπως και στην Καινή Διαθήκη, πράγμα που μας οδηγεί στη σκέψη ότι είχε αποτυπωθεί στους μύθους πανάρχαιο πραγματικό γεγονός.

Ο Προμηθέας, όμως, που πάντα φρόντιζε τους ανθρώπους, συμβούλεψε τον γιο του, Δευκαλίωνα και τη γυναίκα του Πύρρα (κόρη της ξακουστής Πανδώρας), να φτιάξουν μια λάρνακα, μία μεγάλη κιβωτό και αφού τη γεμίσουν με προμήθειες, να μπουν μέσα μέχρι να περάσει ο κατακλυσμός. Έτσι και έκαναν.

Άρχισε ο κατακλυσμός και όταν σταμάτησε η ατέλειωτη βροχή, προσάραξαν στην κορυφή του Παρνασσού. Εκεί έκαναν θυσία στους θεούς να τους ευχαριστήσουν για τη διάσωσή τους και παρακάλεσαν με όλη τους την καρδιά να ξανακατοικηθεί η γη. Ο Δίας εισάκουσε την προσευχή τους και τους υπέδειξε να προχωρούν μπροστά και να ρίχνουν πέτρες πίσω τους. Αυτό έκαναν και όσες πέτρες έριχνε ο Δευκαλίων, τόσοι άντρες ξεπετάγονταν, όσες έριχνε η Πύρρα, τόσες γυναίκες. Έτσι λοιπόν, από τις πέτρες γεννήθηκε ολόκληρος λαός.

Η δεύτερη εξήγηση αναφέρεται στην πανάρχαια «ιστορία» της Αθήνας, στη μυθολογία της πόλης των Αθηνών. Κάτι μεταξύ Μυθολογίας και Ιστορίας.

Πρώτος βασιλιάς της Αθήνας υπήρξε ο Ακταίων (άλλοι υποστηρίζουν ότι από αυτόν πήρε το όνομά της η Ακτική Αττική, ενώ άλλοι θεωρούν τις πολλές ακτές υπεύθυνες για το όνομα). Τον Ακταίωνα διαδέχτηκε ο Κέκροπας και ήταν αυτός που προσπάθησε να οργανώσει τη χώρα. Στην εποχή του, λέγεται, ότι διαγωνίστηκαν Ποσειδώνας και Αθηνά για το όνομα της πόλης. Ο Κέκροπας για να μεθοδεύσει την οργάνωση και την άμυνα της χώρας του, χώρισε την Αττική σε δώδεκα δήμους. Θέλησε όμως, όπως ήταν φυσικό, να γνωρίζει το ανθρώπινο δυναμικό. Για να καταμετρήσει τους υπηκόους του, τους πρόσταξε να έρθουν σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος και να αποθέσουν μία πέτρα (λάας). Με αυτόν τον τρόπο οι πέτρες αντιπροσώπευσαν τους ανθρώπους. Το ανώνυμο και ανομοιογενές πλήθος μετατράπηκε με τον καιρό σε πολίτες με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Έγινε λεώςλαός.

Λεώς στα αρχαία ελληνικά σημαίνει λαός. Το ρήμα φέρω δηλώνει ότι έχω κάτι επάνω μου και το μετακινώ. Η λέξη φορεύς εκφράζει το πρόσωπο που ενεργεί, ενώ το φορείο (το ουδέτερο) είναι το αντικείμενο, το μέσο που χρησιμοποιείται για τη μετακίνηση. Έτσι δημιουργήθηκε καινούργια λέξη για το νέο αυτοκινούμενο όχημα, που μπορούσε να μεταφέρει αρκετά άτομα από το ένα μέρος στο άλλο και «βαφτίστηκε» με το αρχαιοπρεπές όνομα λεωφορείο.

Άλλες λέξεις: παλλαϊκός (πας + λαός), λεωφόρος, λειτουργός (λείτος = δημόσιος + έργον, δηλαδή κάνει δημόσιο έργο) και πολλές άλλες, εύκολα αναγνωρίσιμες.

kosmima

Λατρεία

Λάτρον αρχικά σήμαινε μισθός και λάτρις ήταν ο μισθωτός δούλος. Λάτρις αργότερα ονομάστηκε ο ιερέας που υπηρετούσε και φρόντιζε το ιερό και γενικότερα τον ναό. Από αυτήν τη φροντίδα και την αγάπη, με την οποία περιέβαλλε ο ιερέας τον ναό και τον τιμώμενο θεό, προέκυψε και η σημερινή σημασία της λέξης λατρεία.

Παρόλ’ αυτά έχει παραμείνει και η παλαιότερη έννοια της λέξης στη φράση «κάνω λάτρα», που εκφράζει «καθαρίζω το σπίτι».

kosmima

Λημέρι

Λημέρι ονόμασαν το μέρος που παραμένει κάποιος όλη την ημέρα για να προστατευτεί. Όπως το κρησφύγετο των αρματολών και των κλεφτών στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Έκαναν τις εφόδους τους και γυρνούσαν στο καταφύγιό τους. Εκεί παρέμεναν όλη την ημέρα όλο + ημέραολημέραολημέρι λημέρι.

kosmima

Λόχος

Λέκτρον σημαίνει κρεβάτι (λατινικά lectus και γαλλικά lit). Το ομόρριζο λέχος εκφράζει επίσης την έννοια του κρεβατιού, του ανάκλιντρου και λέχομαι → ξαπλώνω περιμένοντας.

Ο λόχος ήταν η στρατιωτική μονάδα που ενέδρευε κάπου ή ξεκουραζόταν, για να συνεχίσει την πορεία της. Από τη λέξη λόχος παράγονται: λοχίας, λοχαγός. Ελλοχεύω (εν + λοχεύω) σημαίνει παραμονεύω, στήνω ενέδρα.

Πολύ διαφορετική έννοια από τον λόχο και τον στρατό εκφράζουν οι λέξεις λεχώνα και λοχεία. Είναι όμως ομόρριζες και έχουν άμεση σχέση με την αρχική σημασία, κρεβάτι και ξαπλώνω. Η λόχμη, τέλος, σημαίνει θαμνώδης τόπος, όπου έχουν τη φωλιά τους ή βρίσκουν καταφύγιο πολλά ζωάκια.

Άλλες λέξεις: λεχούδι, λέσχη, επιλόχειος, επιλοχίας, βωμολόχος (βωμός + λόχος = αυτός που παραμόνευε κοντά στους βωμούς, για να βρει ευκαιρία να κλέψει).

kosmima

Λύκειο

Η λευκότητα, η καθαρότητα, η λαμπρότητα δηλώνεται με την ινδοευρωπαϊκή ρίζα leuk.

Λύκη σημαίνει στα αρχαία ελληνικά, ήδη από την ομηρική γλώσσα, το πρωινό φως, το χάραμα.

Ο Απόλλωνας ήταν θεός του φωτός και είχε την προσωνυμία Λύκειος.

Γνωρίζουμε το «Λύκειον Γυμνάσιον» της αρχαίας Αθήνας, που οφείλει το όνομά του στο γειτονικό ιερό, το αφιερωμένο στον Λύκειο Απόλλωνα. Στο Λύκειο δίδαξαν ο Σωκράτης και κυρίως ο Αριστοτέλης.

Και η λέξη λύχνος (λύκη, όπου το κ → χ + νέω, πηγαίνω) είναι ομόρριζη και φωτεινότητα δηλώνει. Η λέξη λευκός = άσπρος, καθαρός, φωτεινός (λύκη, όπου το υ → ευ) έχει επίσης μεγάλη ετυμολογική συγγένεια.

Άλλες λέξεις: λυκαυγές, λυκόφως, Λυκαβηττός (προελληνικής προέλευσης όπως δηλώνει η κατάληξη -ηττός). Παρόλο που δεν έχει ετυμολογηθεί με ασφάλεια, πιθανόν να έχει σχέση με το λυκαυγές και το λυκόφως (λύκη + βαίνω), Λυκούργος (λύκη + έργον λαμπρό, φωτισμένο έργο).

kosmima

Λωλός

Με μια πρώτη ματιά, αυτή η λέξη μπορεί να φαίνεται σαν παρεφθαρμένη κάποιας άλλης, στο στόμα ενός νηπίου. Κι όμως είναι αρχαιοπρεπής. Πρόκειται για τη μετοχή του ρήματος όλλυμαι: ο ολωλώς, η ολωλυία, το ολωλός. Όλλυμαι σημαίνει χάνομαι και ολωλώς είναι εκείνος ο οποίος έχει χαθεί, είναι χαμένος. Έχει χάσει τα λογικά του. Με τον καιρό αλλοιώθηκε κάπως, χάνοντας το πρώτο γράμμα (ο) και παίρνοντας τη συνηθισμένη κατάληξη των επιθέτων, μια που τελικά από μετοχή έγινε επίθετο.

Γνωρίζουμε ακόμη το απολωλός πρόβατο των παραβολών, τα απολεσθέντα αντικείμενα, την απώλεια, τον όλεθρο, την πανωλεθρία, την πανώλη (πανούκλα, παν + όλλυμι = αυτή που καταστρέφει τα πάντα), τον εξολοθρευτή. Για τις διαφοροποιήσεις από όμικρον σε ωμέγα, ευθύνεται το γραμματικό φαινόμενο της «εκτάσεως εν συνθέσει». Όσο για το ένα ή δύο λάμδα, εξαρτάται αν το θέμα είναι από τον ενεστώτα, αόριστο ή παρακείμενο.

Άλλες λέξεις: εξώλης (=ο τελείως χαμένος), προώλης (=αυτός που αξίζει να χαθεί), εξολοθευτής, ολέθριος.

kosmima

Μαγαρίζω

Μέγας είναι ο υψηλός, μακρύς, μεγάλος, ισχυρός, δυνατός, σπουδαίος και μέγαρο (μέγα + αίρω, σηκώνω, υψώνω) το μεγάλο οικοδόμημα των αρχαίων.

Μέγαρα έλεγαν τα ιερά σπήλαια τα αφιερωμένα στις θεές Δήμητρα και Περσεφόνη. Το ρήμα μεγαρίζω δήλωνε ότι κάποιος απέδιδε λατρεία και τιμές στη Δήμητρα και την Κόρη.

Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού όμως, πράξεις και λέξεις σχετικές με την παλιά, την ειδωλολατρική θρησκεία, απέκτησαν υβριστική σημασία. Το μεγαρίζω μεταλλάχτηκε σε μαγαρίζω αργότερα. Έτσι, η έννοια του ιερού και της λατρείας, ξέπεσε στο εντελώς αντίθετο, στην ύβρη, τη βρομιά (σωματική και ηθική), το μιαρό.

Άλλες λέξεις: μαγάρισμα, μαγαρισιά, αμαγάριστος.

 Ως προς το μέγα, εκτός από αυτές που το φωνάζουν από μόνες τους: μέγιστος, μεγαλείο, μέγεθος, μεγέθυνση, μεγιστάνας, μεγεθυντικός, υπερμεγέθης, παμμέγιστος, ανισομεγέθης.

kosmima

Μαγνήτης

Ένα είδος ορυκτού από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας είχε κάποιες ειδικές και περίεργες ιδιότητες. Μια και δεν υπήρχε προηγούμενο, δεν ήξεραν πώς να το ονομάσουν και το είπαν «μαγνήτις λίθος» (σε γένος θηλυκό. Γενικά λίθος είναι αρσενικού γένους, αλλά όταν επρόκειτο για ειδική πέτρα, χρησιμοποιούσαν το θηλυκό) από τον τόπο όπου είχε βρεθεί για πρώτη φορά.

Με τον καιρό ξεχάστηκε το λίθος και έμεινε μόνον το επίθετο μαγνήτις, το οποίο ουσιαστικοποιήθηκε και άλλαξε και γένος. Έτσι έχουμε τον πασίγνωστο μαγνήτη.

Άλλες λέξεις: μαγνητοσκοπώ, ηλεκτρομαγνητισμός, μαγνητόφωνο.

kosmima

Μαζί

Η μάζα προέρχεται από το μάσσω (που είναι μέλλοντας του ρήματος μαίομαι), και σημαίνει μαλάσσω, ζυμώνω, πλάθω, αποτυπώνω. Έτσι παράγεται και η λέξη εκμαγείο (εκ + μάσσω) που δηλώνει το αποτύπωμα παχύρρευστου υλικού, του οποίου η μάζα μορφοποιείται και στερεοποιείται μέσα στο καλούπι και δίνει τελικά την ίδια μορφή με το πρωτότυπο.

Η μικρή μάζα ονομάστηκε μαζίον και διαμορφώθηκε αργότερα σε μαζί. Απέκτησε τελικά επιρρηματική χρήση και σημαίνει: αντάμα, παρέα, συντροφιά, από κοινού, συνάμα, μαζικά.

Άλλες λέξεις: μάζωξη, μαζικοποίηση, μάγμα (η λάβα), ποδόμακτρο (χαλάκι όπου σκουπίζουμε τα πόδια μας), χειρόμακτρο (πετσέτα χεριών), μάγειρος (μαγ + είρω = συναρμόζω, συναρμολογώ).

kosmima

Μακάρι

Είναι μια ευχή που ακούγεται καθημερινά. Μα τι λέμε;

Μάκαρ (γεν. μάκαρος) στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ευτυχής. Στη χώρα των Μακάρων αναπαύονταν οι ήρωες και οι εκλεκτοί όταν πέθαιναν, σύμφωνα με τη Μυθολογία.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», λέει το Ευαγγέλιο και μακάριος είναι ο ευτυχής, ο ευδαίμων. Μακαρίζουμε όποιον κοιμάται μακαρίως, ευτυχισμένος, δίχως έννοιες.

Μακαρίτης είναι ο νεκρός, αφού πιστεύουμε ότι έχει αποκτήσει αιώνια ζωή και ευδαιμονία, ενώ μακαριά λέμε το νεκρόδειπνο.

Η μακαρία των αρχαίων έγινε μακαρωνία στα βυζαντινά χρόνια, πέρασε στη βενετική διάλεκτο ως macaroni και έφτασε ως αντιδάνεια, μακαρόνια, στα νεότερα χρόνια.

Μακαριότατο προσφωνούμε τον Αρχιεπίσκοπο και ως μακαριστό μνημονεύουμε τον αποθανόντα πατριάρχη. Είναι πλέον ευτυχής και ευδαίμων.

Με τη λέξη μακάρι, λοιπόν, ευχόμαστε να πραγματοποιηθεί μία μας επιθυμία, ώστε να γίνουμε ευτυχισμένοι και μακάρι να μας έρχονται τα πράγματα όπως επιθυμούμε...

kosmima

Μάστορας

Δεν είναι όποιος κι όποιος. Προέρχεται από τη λατινική λέξη magister που σήμαινε άρχοντας, διοικητής, επιστάτης και το οποίο παράγεται από το magnus (= μεγάλος).

Στους βυζαντινούς χρόνους ονομάστηκε μαΐστωρ, από το οποίο αργότερα προέκυψε η λέξη μάστορας, ενώ ο προϊστάμενος των τεχνικών, αρχιμάστορας.

Άλλες λέξεις: πρωτομάστορας, μαστροχαλαστής.

kosmima

Μάτι

Η λέξη οπή αρχικά δήλωνε την όραση, το μάτι και αργότερα το άνοιγμα, την τρύπα, στερεού σώματος (μήπως τρύπα δεν είναι και η κόρη του ματιού μας;)

Το ρήμα οράω - ορώ είναι ανώμαλο και ιδιαίτερα πλούσιο σε παράγωγες λέξεις, καθώς χρησιμοποιούνται τα θέματα σχεδόν από όλους τους χρόνους:

Ορώ (ενεστώτας), όψομαι (μέλλοντας), είδον και θέμα ιδ (αόριστος), όπωπα (παρακείμενος).

Όπωπα = βλέπω:

οπ + μαόμμαομμάτιονμάτινμάτι: «πήρα των ομματιών μου», μαυρομμάτης, αόμματος, ματιάζω, ματογυάλια, ματοτσίνορο, ματόφυλλο, γαλανομάτης, κατάματα.

-οπ + σις όψιςόψη: άποψη, κάτοψη, υπεροψία, σύνοψη, πρόσοψη, έποψη, ποσόψι (η πετσέτα για το πρόσωπο)

-ωπός (κατάληξη) → αυτός που φαίνεται σαν το αναφερόμενο στο πρώτο συνθετικό): σκυθρωπός, χαρωπός, κιτρινωπός, αρρενωπός.

Οπτ- και Οφθ-: οπτικός, υπεροπτικός, επόπτης, οπτασία, οφθαλμός, οφθαλμίατρος, οφθαλμολογία, οφθαλμαπάτη, οφθαλμοσκόπιο, οφθαλμοφανής, εξόφθαλμος, αυτόπτης, κάτοπτρο, ύποπτος, καχύποπτος, συνοπτικός, περίοπτος, απρόοπτος.

-ωψ: μέτωπο (μετά + ωψ), αντιμέτωπος, πρόσωπο, παρωπίδες, κύκλωπας, ενώπιον, μετωπικός, αντιμετωπίζω, μυωπία, πρεσβυωπία, περιωπή, παρωπίδες (παρά + ωψ = δηλαδή κάτι που εμποδίζει τα μάτια να βλέπουν πλατιά, άρα στενόμυαλος), Ευρώπη.

Από το ρήμα ορώ (= βλέπω): όραση, όραμα, οραματιστής, ορατότητα, παρόραμα, πανόραμα, αφορώ, έφορος.

Η κατάληξη -ωρός δηλώνει αυτόν που επιτηρεί, που προσέχει και προστατεύει κάποιον ή κάτι: ακτωρός (= φύλακας των ακτών), θυρωρός (= ο φρουρός της πόρτας και κατ’ επέκτασιν του κτηρίου), σκευωρός (αρχικά εκείνος που φύλασσε τα ιερά σκεύη, αργότερα όμως αυτός που μηχανορραφεί), πυλωρός (το στόμιο, η πύλη, που οδηγεί από το στομάχι στο λεπτό έντερο και ενεργεί ως βαλβίδα ασφαλείας, εμποδίζοντας την παλινδρόμηση του περιεχομένου του εντέρου προς το στομάχι), θεωρώ, επιθεώρηση.

Η κατάληξη -ουρός (από το -ωρός): κηπουρός (φυλάει και περιποιείται τον κήπο), φρουρός (προ + ωρός = βλέπει πριν από τους άλλους), οικουρός (προσέχει το σπίτι).

Από το ορώ: θεωρία, θεώρημα, θεωρητικός, αναθεώρηση, επιθεωρώ, δυσθεώρητος, ξεθωριάζω, ακριβοθώρητος, αλλήθωρος, χαμηλοθώρης, τιμωρός.

Από το θέμα του απαρεμφάτου (ιδείν): ιδέα, ιδεαλιστής, ιδανικός, επανιδείν.

Η μετόπη όμως γράφεται με όμικρον και να γιατί: Μετόπη είναι αρχιτεκτονικό μέλος και είναι η κάθε μία από τις τετράγωνες πλάκες, οι οποίες βρίσκονται ανάμεσα στα τρίγλυφα του δωρικού ναού, συναποτελώντας το διάζωμα. Η αρχιτεκτονική των ναών μιμούνταν κατά κάποιον τρόπο τα παλαιότερα κτίσματα. Οι παλαιότεροι ναοί, για να στηρίξουν τη σκεπή χρησιμοποιούσαν οριζόντια ξύλινα δοκάρια, τα οποία τοποθετούσαν παράλληλα μεταξύ τους, αφήνοντας κάποιο κενό διάστημα μεταξύ τους. Η άκρη των δοκαριών που φαινόταν από έξω, ήταν εκτεθειμένη στα καιρικά φαινόμενα. Η βροχή κυλούσε και έγλειφε το ξύλο κάθετα σχηματίζοντας ραβδώσεις. Αυτές τις καιρικές αλλοιώσεις στα δοκάρια μιμήθηκαν οι νεότεροι αρχιτέκτονες και κατασκεύασαν τα τρίγλυφα, ενώ, τα κενά ανάμεσα στα δοκάρια, τα απέδωσαν αφήνοντας τα κενά, τρύπες, οπές. Η πλάκα, τέλος, που χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει το κενό, την οπή, ονομάστηκε μετά + οπήμετόπη.

kosmima

Μελαγχολία

Μέλας αρχικά σήμαινε βρόμικος και αργότερα μαύρος, σκούρος. Έτσι έχουμε τις γνωστές μας λέξεις: μέλας ζωμός (φαγητό των αρχαίων Σπαρτιατών), μελάνι, μελανοδοχείο, μελάνωμα, μαλανωπό, μελαχρινός, μελανοχίτωνας, μελαψός, μελανιά, μώλωπας (μελ → μολ → μωλ), μελανίνη.

Η λέξη χολή προέρχεται από τη λέξη χλόος (όπου το λο → ολ)και σήμαινε το υποπράσινο χρώμα, το οποίο και καταρχήν δήλωνε. Κατόπιν δήλωνε το όργανο του ανθρωπίνου σώματος που εκκρίει υγρό πρασινοκίτρινου χρώματος με τη γνωστή πικρή γεύση, όταν κάτι δεν πάει καλά. Συνήθως, δυσανασχετεί η χολή όταν στενοχωριόμαστε. Τελικά, λοιπόν, έχει αποκτήσει την έννοια της διάθεσης και μάλιστα της κακής διάθεσης, π.χ. χολιάζω (= στενοχωριέμαι, θυμώνω).

Άλλες λέξεις: κοψοχόλιασμα, χολαγωγός, χοληδόχος, χολολιθίαση.

Μελαγχολία είναι η διαρκής λύπη, η κακοκεφιά, η βαρυθυμία, η ψυχική μαυρίλα και ως λέξη απαντάται πρώτη φορά από τον Ιπποκράτη.

kosmima

Μελό

Μέλος στην αρχαία ελληνική γλώσσα σημαίνει μελωδία, η μουσική σύνθεση και το άσμα του χορού στις τραγωδίες.

Η λέξη δράμα, αρχαία και αυτή, παράγεται από το ρήμα δράω - ώ και παράγωγο ουσιαστικό είναι η δράση. Έτσι, το δράμα χαρακτηρίζεται απο τη δράση πάνω στη σκηνή, τη θεατρική πράξη. Επειδή οι αρχαίες τραγωδίες δεν είχαν αίσιο τέλος, δράμα τελικά κατοχυρώθηκε να σημαίνει το έργο με θλιβερό τέλος.

Τον 19ο αιώνα οι Γάλλοι ονόμασαν με το αρχαιοελληνικό όνομα melodrama, την όπερα, το μουσικό θέατρο με δραματική έκβαση. To melodrame ήρθε και στην Ελλάδα σαν σκηνική παρουσία και έγινε μετάφραση της μετάφρασης της απόλυτα κατανοητής λέξης για εμάς, μελόδραμα. Αργότερα, και για συντομία το melodrame έγινε melo. Μιμούμενοι οι Έλληνες τη νέα λέξη, είπαν μελό το δακρύβρεχτο, συγκινητικό έργο και κατ’ επέκτασιν παρόμοιες καταστάσεις στην ίδια τη ζωή. Έχουμε κι εδώ μια αντιδάνεια λέξη και το παράδοξο είναι ότι πολλοί από εμάς τη θεωρούν γαλλική.

 Άλλες λέξεις από δράμα: αντιδρώ, αντιδραστήρας, επίδραση, αδράνεια, δραματουργός, δράστης, δραστήριος, διαδραστικός, αντιδραστήριο.

Από μέλος: μελοποιός, μελωδικότητα.

kosmima

Μεσόγειος

Με μια ματιά στον χάρτη θα πεισθούμε.

Η Μεσόγειος είναι η θάλασσα η περικυκλωμένη από στεριά και μάλιστα από τη στεριά που θεωρούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ότι ήταν ολόκληρη η γη. Βρίσκεται στη μέση της γύρω γύρω στεριάς, της γηςΜεσόγειος.

Είναι και η μόνη τοποθεσία που ονομάζεται μεσόγειος παρόλο που είναι θάλασσα, καθώς μεσόγειο ονομάζουμε συνήθως έναν στεριανό τόπο και μάλιστα μακριά από θάλασσα (π.χ. τα Μεσόγεια, που είναι τα χωριά της ενδοχώρας στην Αττική).

Η λέξη μέσος παράγεται από τη λέξη ήμισυς (όπου το ι → ε) και από εκεί παράγονται οι λέξεις: μεσαίος, ανάμεσα, μεσημέρι, μεσημβρία, μεσίτης, μεσεντέριον, μεσάτος, μεσογαία, αμέσως, διάμεσος, έμμεσος, ενδιάμεσος, παράμεσος, καταμεσήμερο, μεσάνυχτα, μεσήλικας, μεσίστιος, μεσόκοπος, μεσολαβώ, μεσονύχτιο, μεσουρανώ.

Για παράγωγα της λέξης γη, βλέπε στο λήμμα γήπεδο.

kosmima

Μεταγγίζω

Παρόλο που μοιάζει πολύ με τη λέξη αγγίζω, δεν έχει καμία σχέση. Το αγγίζω παράγεται από το εγγίζω θα εγγίζωθ’αγγίζω αγγίζω.

Το ρήμα μεταγγίζω παράγεται από τη λέξη άγγος, που σημαίνει δοχείο. Το υποκοριστικό του «άγγος», το μικρό δοχείο, ονομάστηκε αγγέσιοναγγείον και αντικατέστησε πλήρως την προηγούμενη λέξη.

Όποιος θέλει να μεταφέρει υγρό από ένα αγγείο σε ένα άλλο, το μετά + αγγίζει, το μεταγγίζει.

Αργότερα επεκτάθηκε το νόημα της λέξης και τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε τη διοχέτευση αίματος σε ασθενή, τη μετάγγιση.

Άλλες λέξεις: αγγείο, αγγειογραφία, αγγειοπλάστης, αγγειολόγος.

kosmima

Μεταφυσική

Μεταφυσική είναι ο κλάδος της Φιλοσοφίας που ασχολείται με θέματα πέραν της ανθρώπινης εμπειρίας και με προβληματισμούς περί της αρχής των όντων.

Τα χειρόγραφα του Αριστοτέλη ήταν χωρισμένα σε κεφάλαια. Ένα από αυτά ήταν τα «Φυσικά». Στο επόμενο κεφάλαιο όμως, είχε χαθεί η επικεφαλίδα. Για να συνεννοούνται οι φιλόλογοι για ποιο κεφάλαιο εννοούν, συμφώνησαν και το ονόμασαν «Μετά τα Φυσικά» και λίγο αργότερα «Μεταφυσικά». Η σύμπτωση όμως είναι αξιοπρόσεκτη. Το κεφάλαιο αυτό, είτε με εισαγωγικά είτε χωρίς, πραγματεύεται την πνευματικότητα και τα μεγάλα ερωτήματα του ανθρώπου για την ύπαρξη του θεού, για το αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον και για τόσα άλλα παρόμοια, που συνεχώς αναζητά η ανθρώπινη φύση.

kosmima

Μηδενικό

Η λέξη μηδέν είναι αόριστη αντωνυμία: μηδείς - μηδεμία - μηδέν. Είναι σύνθετη : μηδέ + εις (= ούτε ένας). Το μη είναι αρνητικό προθεματικό μόριο και απαντάται ως νη (πχ νηνεμία = όχι άνεμος) ή μη.

Το μηδέν (μηδέ + εν = ούτε ένα, κανένα) από αντωνυμία μεταλλάχτηκε σε ουσιαστικό κι έτσι αποκτήσαμε το μηδενικό.

kosmima

Μητέρα

Μήτρα είναι το όργανο της γυναίκας όπου κυοφορείται το έμβρυο. Η γυναίκα που έχει φέρει εις πέρας την εγκυμοσύνη της (βλέπε και «Εγκυμοσύνη») λέγεται μητέρα.

Μήτρα λέμε το καλούπι (αφού παράγει όμοια).

Μητρώο είναι κρατικός κατάλογος, το αρχείο με τα ονόματα των πολιτών.

Γαία + μήτηρ Γη + μήτηρΓημήτηρΔημήτηρΔήμητρα είναι η θεά που είχε υπό την προστασία της τη γη και τα σπαρτά της. Δημήτριος είναι ο ασχολούμενος ιερέας με τη λατρεία της Δήμητρας. Από εκεί έχουμε και το όνομα Δημήτρης.

Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. έγινε ο β’ ελληνικός αποικισμός. Για λόγους πολιτικούς και οικονομικούς σχεδιαζόταν από την πόλη-κράτος η αποστολή πολιτών που πήγαινε να ιδρύσει μια καινούργια πόλη. Έφευγαν δηλαδή από τη μητέρα πόλημητρόπολη για να φτιάξουν μια νέα πόλη μακριά από την οικία του ο καθένας. Από + οικία = αποικία.

Η μητέρα πόλη είχε τα χαρακτηριστικά της μητέρας γυναίκας κι έτσι, αφού παρείχε ό,τι χρειαζόταν για τη νέα εγκατάσταση (τον αρχηγό, το ιερό φως της Εστίας → μεταλαμπάδευση), άφηνε το παιδί της να ανεξαρτητοποιηθεί. Υπήρχε πλέον μόνον συγγενική σχέση. Η αποικία γινόταν ανεξάρτητη και αυτόνομη.

Μητρόπολη λέμε την έδρα του μητροπολίτη και την κεντρική εκκλησία μεγάλης πόλης.

 Μητροπολιτικός σιδηρόδρομος → metropolitain στα γαλλικά, έγινε metro για ευκολία και επανήλθε στην πατρίδα ως μετρό (αντιδάνεια λέξη).

Μαμά, τέλος, είναι λέξη ηχομιμητική που αποτυπώνει τα λογάκια του μωρού. Και πού απευθύνεται; Μα, στο αγαπημένο πρόσωπο, που το φροντίζει με στοργή, στη μητέρα.

kosmima

 

Μνήμη

Από το ρήμα μιμνήσκω (= θυμίζω) παράγεται η λέξη μνήμη και έχει σχέση με τις λέξεις μένω και νους.

Μνημοσύνη ήταν κόρη του Ουρανού και της Γαίας. Από τον Δία έγινε μητέρα των εννέα Μουσών (βλέπε και «Μουσική»).

Πάνω από το μνήμα στήνουμε ένα μνημείο για να μην ξεχνάμε. Να υπάρχει ανάμνηση του ανθρώπου που έφυγε. Τιμάμε τη μνήμη του μνημονεύοντάς τον συχνά, αλλά και τελώντας μνημόσυνα.

Από το ρήμα μιμνήσκω παράγεται και το ρήμα μνώμαι με διπλή σημασία: θυμάμαι και ζητώ σε γάμο. Από αυτό πάλι, γεννιούνται οι λέξεις μνηστεύω, μνηστή, μνηστήρας.

Άλλες λέξεις: μνησίκακος (= θυμάται το κακό και γίνεται εκδικητικός), μνημόνιο (= έγγραφη, έκθεση), μνημειακός, μνημειώδης, αξιομνημόνευτος.

kosmima

Μουσική

Με τον όρο Μουσική αρχικά δηλωνόταν οποιαδήποτε τέχνη ή επιστήμη, κάθε πνευματική ή καλλιτεχνική εκδήλωση και την είχαν υπό την προστασία τους οι Μούσες.

Οι Μούσες ήταν εννέα αδελφές και κόρες του Δία και της Μνημοσύνης:

Καλλιόπη (κάλλος + ωψ = εκείνη που έχει ωραία μάτια): η προστάτιδα του έπους, της ρητορικής και της λυρικής ποίησης. Καλλιεπής λέγεται όποιος γράφει ή μιλάει όμορφα.

Κλειώ (από τη λέξη κλέος = δόξα): ένδοξη, προστάτευε την Ιστορία. Περικλής (περί + κλέος), Θεμιστοκλής (Θέμις, η θεά της δικαιοσύνης + κλέος → ο ένδοξος υπερασπιστής του δικαίου), ευκλεής, Σοφοκλής, Ανδροκλής (ανήρ + κλέος = ο ένδοξος), Νεοκλής, Κλεομένης (κλέος + μένος = ένδοξος για τη γενναιότητά του), Πάτροκλος (πατρίς + κλέος → η δόξα της πατρίδας).

Τερψιχόρη (από το ρήμα τέρπω = ευχαριστώ τους άλλους με χορό): είχε υπό την προστασία της τον χορό, τη λυρική ποίηση και την ορχηστρική τέχνη.

Θάλεια (από το ρήμα θάλλω = ανθηρή): προστάτευε την κωμωδία και τα συμπόσια.

Θαλερός, αειθαλή (αεί + θάλλω = τα φυτά που κρατούν όλες τις εποχές τα φύλλα τους).

Μελπομένη (μέλπω = συνθέτω μουσική): ήταν η προστάτιδα της τραγωδίας και του χορού. 

Ευτέρπη (από το ευ + τέρπω = δίνω στους άλλους ευχαρίστηση): ήταν η μούσα που διασκέδαζε τον κόσμο με τον αυλό της, του οποίου υπήρξε και εφευρέτιδα.

Πολύμνια (πολύς + ύμνος): η προστάτιδα της θεατρικής τέχνης.

Ερατώ (από το ρήμα έραμαι = έλκομαι, αγαπώ, ποθώ): ήταν η μούσα την οποία επικαλούνταν οι ποιητές, όταν αναφέρονταν σε ερωτικά θέματα.

Ουρανία (από τη λέξη ουρανός): ήταν η προστάτιδα της Αστρονομίας.

Το κτήριο όπου φυλάσσονται και εκτίθενται έργα τέχνης και αντικείμενα αναγνωρισμένης αξίας, εξαιτίας των Μουσών, το ονόμασαν μουσείο και είναι χώρος αφιερωμένος στις Μούσες. Σήμερα μουσική σημαίνει ρυθμός, μελωδία, αρμονία.

kosmima

Μυστήριο

Το ρήμα μύω δηλώνει αρχικά κλείνω μάτια και στόμα και τελικά κατέληξε να σημαίνει «εισάγω, μυώ κάποιον στα μυστικά, στα μυστήρια κάποιας θρησκείας ή δοξασίας».

Στις αρχαίες ιερές τελετουργίες λάβαιναν μέρος μόνον οι μεμυημένοι, οι γνώστες των εσωτερικών και απόκρυφων μυστηρίων. Οι μύστες άνοιγαν τ’ αφτιά τους και άκουγαν τη διδασκαλία και τη μύηση, κρατούσαν όμως καλά κλειστό το στόμα τους (μύω) και δεν αποκάλυπταν απολύτως τίποτε από τα λεχθέντα «κεκλεισμένων των θυρών». Ήταν γνωστή η ρήση στα Ελευσίνια Μυστήρια, όταν ήταν η ώρα που έπρεπε να αποσυρθούν οι μεμυημένοι στα ενδότερα και να αποχωρήσουν οι αμύητοι, «εκάς (μακριά) οι βέβηλοι». Μυστικό για τους εντός, μυστήριο, τελικά, για τους εκτός, με διαφορετικό νόημα για τον καθένα. Ιερή τελετουργία για τους πρώτους, παράξενο αίνιγμα για τους δεύτερους.

Μυωπία (μύω + ωψ = οφθαλμός) είναι η ασθένεια που μας αναγκάζει να μισοκλείνουμε τα μάτια για να εστιάσουμε καλύτερα.

Άλλες λέξεις: μυσταγωγία, μυστικοπάθεια, μυστικοσύμβουλος, μυωπικός, μυστηριώδης, μυστηριακός.

kosmima

Νέμεση

Η λέξη Νέμεση είναι παράγωγη λέξη του νέμω, το οποίο σημαίνει μοιράζω. Από τη λέξη νέμω παράγεται σειρά ολόκληρη άλλων λέξεων, με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, αλλά με διαφορετικό νόημα.

Νόμος είναι ο γραπτός κανόνας δικαίου σε μια κοινωνία που θέλει να μοιράζει σωστά υπευθυνότητες και δικαιώματα. Νομική, νομικός, νομιμότητα, νόμιμος, νομιμοποιώ, νομιμοφανής, νομιμόφρων, νομοσχέδιο, νομοταγής, νομότυπος, νομοδιδάσκαλος, νομοθέτης, νομομαθής, νομοθέτημα, νομολογία.

Νομός είναι η διοικητική περιφέρεια, μέσα στην οποία ισχύει και εφαρμόζεται κάποια νομοθεσία. Νομίατρος, νομαρχία, νομάρχης, νομαρχιακός.

Νομή λέμε τον τόπο όπου υπάρχει τροφή για τα ζώα (χόρτα) και κατ’ επέκταση η δυνατότητα που δίνεται σε κάποιον, με κάποιες προϋποθέσεις, να έχει την αποκλειστική εξουσία και να εκμεταλλεύεται προς όφελός του κάποιον αγρό.

Νομέας, κληρονόμος, νομάδας.

Νομίζω σημαίνει θεωρώ ότι, παραδέχομαι, ισχυρίζομαι ως νόμιμο αυτό που λέω. Άμεσα παραγόμενη λέξη είναι το νόμισμα: ο καθιερωμένος θεσμός, η ρύθμιση και τελικά η χρηματική μονάδα, που αναγνωρίζεται νόμιμα ως μέσο συναλλαγής.

Και, για να τελειώσουμε με το αρχικό λήμμα, η Νέμεση ήταν η συνειδητοποίηση, η προσωποποίηση και τελικά η θεοποίηση του ηθικού συναισθήματος της δικαιοσύνης και της ισονομίας στην κοινωνία. Υπήρξε ανάγκη να τιμωρούνται οι άδικοι, οι αλαζόνες και ο υβριστές, ώστε να προστατεύονται οι νομοταγείς πολίτες. Έτσι θεοποιήθηκε η δικαιοσύνη στο πρόσωπο της Νέμεσης. Η Νέμεση είναι η θεία δίκη, η ανώτερη δύναμη που κατακεραυνώνει τους παραβάτες της θείας και της ανθρώπινης τάξης.

Η θεά Νέμεση ήταν κόρη του Ωκεανού και της Δίκης. Σοβαρή και σιωπηλή, εικονίζεται στην τέχνη, κρατώντας τα σύμβολά της: πήχης και χαλινάρι (η έννοια του μέτρου), ξίφος και μαστίγιο (η έννοια της τιμωρίας), τροχός, φτερά και άρμα (η έννοια της αμεσότητας με την οποία δρα).

Η δίκαιη αρχικά μοιρασιά μετατράπηκε με τον καιρό σε απονομή δικαιοσύνης και αποκατάσταση τάξης (στη φύση και στην κοινωνία). Όταν διασαλεύεται η φυσική ή κοινωνική αρμονία, η Νέμεση τιμωρεί την αλαζονεία και την υπεροψία.

Η Νέμεση λεγόταν και Αδράστεια, από το στερητικό α + δράττομαι (= αρπάζω). Ήταν δηλαδή εκείνη από την οποία κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει, να αποδράσει.

kosmima

Νερό

Το ρήμα νάω σημαίνει κυλάω. Από εκεί προκύπτει το νάμα (= πηγή, τρεχούμενο νερό) και οι προστάτιδες Νύμφες των νερών και των πηγών ήταν οι Ναϊάδες. Αργότερα έχουμε το νηρό και το νεαρόν.

Το ύδωρ οι βυζαντινοί το είπαν νεαρόν ύδωρ (=φρέσκο, γάργαρο, κρύο νερό). Το ύδωρ, το ουσιαστικό παραλείφθηκε σιγά σιγά και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε. Έγινε νηρόν και κατόπιν νερό.

Την αρχαία λέξη ύδωρ δεν τη χρησιμοποιούμε πλέον αυτούσια, αλλά έχουμε πάρα πολλές παράγωγες και σύνθετες λέξεις στο λεξιλόγιό μας: υδαρής, υδρατμός, υδραγωγείο, υδατοσφαίριση, υδράργυρος, υδραυλικός, υδρόβιος, υδρόγειος, υδρογόνο, υδροδοτώ, υδροδυναμική, υδρόθειο, υδροθεραπευτήριο, υδροκέφαλος, υδροκίνηση, υδροκυάνιο, υδρόμυλος, άνυδρος, ενυδρείο, αφυδάτωση.

kosmima

Νηπιαγωγείο

Αυτό που καταλαβαίνουμε με την πρώτη ματιά είναι ότι πρόκειται για την αγωγή του νηπίου. Τι θα πει όμως νήπιο;

Η λέξη νήπιο είναι σύνθετη και αποτελείται από το νη, που είναι αρνητικό μόριο και το έπος, που δηλώνει τον λόγο, την ομιλία.

Το παιδάκι, λοιπόν, που δεν γνωρίζει ακόμη να μιλάει λέγεται νη + έπος = νήπιο.

Κατά τον ίδιο τρόπο (με το πρόθεμα νη) σχηματίζονται και οι λέξεις: νηπενθής (νη + πένθος) που δηλώνει αυτόν που δεν πενθεί, που δε λυπάται και νηνεμία (νη + άνεμος), όταν δε φυσάει καθόλου, η μπονάτσα. Bonanza είναι ιταλική λέξη και σημαίνει καλοσύνη (από το bonus = καλός). Υπάρχουν και κάποιες λέξεις που είναι σύνθετες με το νη, αλλά το έχουν ως δεύτερο συνθετικό: χελώνα από το ρήμα κέλλω (αόριστος έκελον) = τρέχω στην ακτή + νηχελώνηχελώνα (= αυτή που δεν μπορεί να τρέχει στην ακτή. Η λέξη γαλήνη είναι σύνθετη: αλς + νη →η θάλασσα που δεν έχει θαλασσοταραχή. Η σελήνη, σύνθετη και αυτή αποτελείται από σέλας (= λάμψη, φεγγοβολή) + νησελάνασελήνη = αυτή που δεν έχει δικό της φως, καθώς είναι ετερόφωτη. Το ρήμα νηστεύω, που όλοι γνωρίζουμε τη σημασία του, είναι σύνθετη λέξη από το αρνητικό μόριο νη + εσθιώ (δεν τρώγω).

kosmima

Νοσταλγία

Μοιάζει με ιταλική αυτή η λέξη, καθώς την ακούμε και στα ιταλικά. Είναι όμως ελληνικότατη και αρχαιοπρεπής.

Νόστος είναι η σφοδρή επιθυμία του ξενιτεμένου για επιστροφή στην πατρίδα και άλγος σημαίνει πόνος. Ο πόνος που προκαλεί η επιθυμία κάποιου να επαναπατριστεί, είναι η νοσταλγία. Η έννοια διαπλατύνθηκε και σήμερα πια εκφράζει κάθε γλυκό πόνο για τα περασμένα ή επίσης, επιθυμία να δούμε κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο ή και τόπο, που μας λείπει από καιρό.

Άλλες λέξεις:

από Νόστος: νόστιμο, παλιννόστηση (πάλιν + νόστος = επαναπατρισμός), άνοστος, ανοστιά.

Από Άλγος: αλγεινός, αναλγητικό, ανάλγητος, οδονταλγία, ωταλγία, ισχιαλγία, κεφαλαλγία, αρθραλγία, γαστραλγία, μυαλγία, οσφυαλγία.

kosmima

Ξανθός

Ο Ξάνθος, μια δεύτερη ονομασία του ποταμού Σκάμανδρου της Μικράς Ασίας, είναι ο εμπνευστής του ξανθού. Στα νερά του ποταμού αναμειγνύονταν ψήγματα χρυσού και είχαν παρατηρήσει ότι όταν πλένονταν τα πρόβατα στα νερά του και έβγαιναν, το μαλλί τους χρύσιζε και άστραφτε. Ο μύθος έλεγε ότι η θεά Αφροδίτη, πριν παρουσιαστεί στον Πάρι για να διεκδικήσει το πρωτείο της ομορφιάς, στα νερά του Ξάνθου είχε λούσει τα μαλλιά της.

Ξανθό, λοιπόν, ονόμασαν όποιον έμοιαζε σαν να έχει λουστεί στον ποταμό Ξάνθο.

kosmima

Ξηλώνω

Η αρχική λέξη, ήλος, είναι αρχαία. Δεν τη μεταχειριζόμαστε αυτούσια στις μέρες μας, καθώς έχει δώσει τη σκυτάλη σε παράγωγές της, ώστε να συνεχίσει να υπάρχει μέσω αυτών.

Ήλος σήμαινε το καρφί από το ρήμα ηλώνω = καρφώνω, ενώ εξηλώνωξηλώνω = ξεκαρφώνω (αφαιρώ τα καρφιά, αλλά και αποσυναρμολογώ κάτι προσεκτικά ή βίαια) και ξήλωμα είναι το ουσιαστικό, το ξεκάρφωμα.

Κατά + ηλώνω = κατηλώνω (αλλά λόγω δασείας) → καθηλώνω (= καρφώνω κυριολεκτικά ή μεταφορικά), απ’ όπου και η καθήλωση. Επίσης από + κατά + ηλώνωαποκαθηλώνω και κατά συνέπεια και αποκαθήλωση.

Οι λέξεις προσηλώνω και προσήλωση έχουν μεταφορική έννοια και εκφράζουν τη σταθερή συγκέντρωση της προσοχής ή του βλέμματος.

kosmima

Ορμή

Το αρχικό ρήμα είναι όρνυμι και σημαίνει εγείρω, παροτρύνω.

Ορμή είναι η κίνηση προς τα εμπρός με αποφασιστικότητα και σφοδρότητα. Η ορμή, σαν ένστικτο, είναι η γενετήσια ορμή. Ο φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ρυθμίζονται από συγκεκριμένες ουσίες, τις ορμόνες.

Η λέξη ορμόνη είναι αντιδάνεια: ορμώο ορμώνhormone στα γαλλικά και ξανά ορμόνη στα ελληνικά.

Η βίαιη και ενστικτώδης παρόρμηση, χωρίς παρέμβαση της λογικής, λέγεται ορμέμφυτο.

Άλλες λέξεις: ορμητήριο, ορμητικός, αφορμή, εφόρμηση, παρόρμηση, αυθόρμητος, κακοφορμίζω.

Από το ίδιο αρχικό ρήμα, όρνυμι (εγείρω, παροτρύνω) και κυρίως με την έννοια της έγερσης, παράγεται και η λέξη όρος (το βουνό) η οποία συναντάται και στον Όμηρο ως ούρος. Πολλές παράγωγες και σύνθετες λέξεις χρησιμοποιούμε: ορεινός, οροσειρά, ορεσίβιος, οροπέδιο, ορειβάτης, ορείχαλκος, υπώρεια (πρόποδες), Αγιορείτης, Ορέστης (όρος + ίσταμαι = ορεσίβιος). Αν γνωρίζουμε τι σημαίνει η λέξη όρος, εύκολα αντιλαμβανόμαστε και τα υπόλοιπα.

kosmima

Όστρακο

Το όστρακο είναι το σκληρό και οστεώδες επικάλυμμα των ασπόνδυλων ζώων (κοχυλιών, χελώνας και άλλων). Η λέξη παράγεται από το ουσιαστικό οστέον - οστούν (= κόκαλο), με το αθροιστικό ο + ίσταμαι. Δηλώνει δηλαδή ότι ίστανται, στέκονται μαζί τα οστά και συναποτελούν τον σκελετό.

Όστρακο στην Αρχαιολογία ονομάζουμε το σπασμένο κομμάτι από κάποιο πήλινο αγγείο (που μοιάζει κάπως με όστρακο της θάλασσας). Τέτοια κομμάτια χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι για να γράφουν επάνω τους το όνομα του ανεπιθύμητου στην πόλη πολιτικού. Αυτόν που θεωρούσαν επικίνδυνο και που επιθυμούσαν να φύγει για κάποιο διάστημα από την πόλη, να εξοριστεί. Επειδή όμως, η επιλογή του γινόταν μετά την καταμέτρηση των οστράκωνεξοστρακιζόταν και η διαδικασία αυτή λεγόταν εξοστρακισμός.

Άλλες λέξεις: οστικός, οστέινος, οστάριο, οστρακιά (παιδική ασθένεια), αστακός (όπου το αρχικό ο α), οστρείδιονστρείδι, αστράκαλοςαστράγαλοςστραγάλι, αποστέωση, εξόστωση, περιόστεο, συνοστέωση, οστεοαρθρίτιδα, οστεοπόρωση, οστεοφυλάκιο.

kosmima

Ούριος άνεμος

Ο άνεμος ήταν η κινητήρια δύναμη των πλοίων στ’ αρχαία χρόνια. Όταν επικρατούσε νηνεμία και τα πανιά δε φούσκωναν, τα πράγματα δυσκόλευαν, μια και η κωπηλασία ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική. Ήταν απαραίτητος ο άνεμος. Αλλά ούτε κόντρα στην πορεία του πλοίου, ούτε από το πλάι.

Ο κατάλληλος και επιθυμητός άνεμος για τον απόπλου, ήταν εκείνος που ερχόταν από τη στεριά και μάλιστα από το βουνό, το όρος (από το ρήμα όρνυμι = ορμώ, ξεκινώ) και μάλιστα από το ομηρικό ούρος (βουνό). Αυτόν τον άνεμο ονόμασαν ούριο. Ξεκουράζονταν οι κωπηλάτες και έφερνε ηρεμία και αισιοδοξία στο πλήρωμα. Έτσι επικράτησε το «ούριος άνεμος» για να εκφράσουμε και να τονίσουμε ότι όλα «βαίνουν καλώς».

Άλλες λέξεις: βλέπε και στο λήμμα «ορμή».

kosmima

Πάγος

Πάγος καταρχάς σημαίνει σκληρός βράχος και προέρχεται από το ρήμα πήγνυμι (από τη ρίζα πηγ- + άγω = στερεώνω, κατασκευάζω, κτίζω και σε περίπτωση υγρών στερεοποιούμαι, παγώνω, σκληραίνω), που σημαίνει σταθεροποιώ, στερεώνω, μπήγω, πάσσαλος.

Και ο πάγος που γνωρίζουμε σήμερα, δεν είναι το στερεοποιημένο νερό;

Πάγια λέμε μια σταθερή κατάσταση και πάγιο το σταθερό ποσό που πληρώνουμε για διάφορες παροχές. Παγίωση και σταθερότητα είναι οι σημασιολογικές κατηγορίες που απορρέουν από τη λέξη πάγος.

Ο Άρειος Πάγος είναι πράγματι βράχος και ο λόφος του βρίσκεται απέναντι από την Ακρόπολη της Αθήνας. Γιατί όμως Άρειος; Ο τόπος ήταν αφιερωμένος στον θεό Άρη εξαιτίας δύο πιθανών εκδοχών:

Η πρώτη αναφέρει ότι εκεί έγινε το δικαστήριο των θεών, όπου δίκασαν και αθώωσαν τον θεό Άρη, επειδή είχε σκοτώσει τον βιαστή της κόρης του Αλκίπππης.

Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι εκεί θυσίασαν οι Αμαζόνες στον πατέρα τους τον Άρη, όταν κάποτε κατέλαβαν την Αθήνα.

Η σύνδεση των λέξεων πάγος και πηγή πιθανόν να βρίσκεται στο γεγονός ότι από τον βράχο (πάγο) αναβλύζει η πηγή ή ακόμη, ότι σκάβουμε (πήζουμε) για να βρούμε την πηγή.

Άλλες λέξεις: παγιώνω, πηγή, συμπαγής, παράπηγμα, πάχνη (στερεοποιημένη δροσιά), Πήγασος (ίσως γιατί στερεοποιήθηκε το αίμα της Μέδουσας όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας και γεννήθηκε από αυτό το γνωστό άλογο Πήγασος. Κατ’ άλλους προέρχεται απο την πηγή, αφού σαν πηγή ανέβλυσε το αίμα της Μέδουσας και γεννήθηκε ο Πήγασος, ενώ μια τρίτη εκδοχή πιστεύει ότι ο Πήγασος πήρε αυτό το όνομα γιατί γεννήθηκε στις πηγές του Ωκεανού).

Άλλες λέξεις: παγίδα (σαν θηρευτικό δίχτυ, το μπήζουμε, σκάβουμε για να το κατασκευάσουμε), παγερός, Παγασητικός, εμπήγωμπήγω, καταπακτή (κατά + πήγνυμι), παράπηγμα, απήγανος, μπήξιμο, παγούρι, πηγάδι, πηγαίος.

kosmima

Πανικός

Παν ήταν ο δύσμορφος θεός, γιος του Ερμή, που όταν τον παρουσίασε στους ολύμπιος θεούς, απέστρεψαν όλοι τα πρόσωπά τους με απέχθεια. Ήταν τραγοπόδαρος, μαλλιαρός, με μυτερά αφτιά και κέρατα κατσικιού. Αργότερα όμως τον αγάπησαν και περισσότερο απ’ όλους ο Διόνυσος.

Ο τραγοπόδαρος θεός λατρεύτηκε αρχικά στην Αρκαδία. Προστάτευε τα κοπάδια, τους καβαλάρηδες και τους τσοπάνηδες. Με τον τρόπο του, τη δυσμορφία του, αλλά και τον απαίσιο και εκκωφαντικό θόρυβο που προκαλούσε, έσπερνε την τρομάρα στους εχθρούς, τον πανικό. Με αυτή του την ιδιότητα φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμος στους ολύμπιος θεούς κατά τη Γιγαντομαχία, αλλά και στους Αθηναίους, κατά τη μάχη του Μαραθώνα, όταν, με την παρουσία του και τις αγριοφωνάρες του, έτρεψε σε φυγή τους Πέρσες.

Η νύμφη Σύριγξ αγαπήθηκε από τον Πάνα, όμως δεν μπόρεσε να την κάνει δική του. Την ύστατη στιγμή, η κοπέλα παρακάλεσε τους θεούς να μην πέσει στα χέρια του, κι εκείνοι τη μεταμόρφωσαν σε καλαμιά. Θλιμμένος ο Πάνας έκοψε ένα κομμάτι κι έφτιαξε την αγαπημένη του φλογέρα, τη σύριγγα (το ίδιο σχήμα έχει και η ιατρική σύριγγα).

Αργότερα ο Πάνας αντιπροσώπευε την αφθονία, τη γονιμότητα και κατ’ επέκταση τη σεξουαλικότητα, που εκφραζόταν με χυδαίο, απότομο, αποτρόπαιο, απρόσμενο τρόπο και πολλή φασαρία. Πανικό πάθαιναν τα θύματά του, όταν αντίκριζαν αυτό το κακομούτσουνο τραγίσιο τέρας, που τους εμφανιζόταν από το πουθενά.

Στη φιλοσοφική και βουκολική ποίηση, ο Πάνας έγινε το σύμβολο των πάντων, πράγμα που εκφράζει με σαφήνεια το λογοπαίγνιο «Παν-παν» (= ο Πάνας τα πάντα).

Ο Πάνας υπήρξε, όπως και ο πατέρας του, ο Ερμής, ένας πολύ λαϊκός και δημοφιλής, τελικά, θεός.

Άλλες λέξεις: πανίδα, πανικόβλητος, πανικοβάλλομαι.

kosmima

Παράθυρο

Η λέξη πόρτα είναι γαλλική. Στα αρχαία χρόνια λεγόταν θύρα και το μικρό άνοιγμα δίπλα στην θύρα, παρά + θύραπαράθυρο.

Θύρα δεν ονομάζουμε πια στην καθημερινή μας γλώσσα την πόρτα, όμως τη μνημονεύουμε, τη θυμόμαστε, μέσα από πολλές άλλες, παράγωγες ή σύνθετες:

Θυρωρός (θύρα + ορώ = εκείνος που παρατηρεί και ελέγχει τη θύρα). Θυρίδα (η μικρή πόρτα), θυρεός (το οικόσημο, το έμβλημα αριστοκρατικής οικογένειας σε σχήμα ασπίδας, που εντοιχιζόταν στο υπέρθυρο), θυρεοειδής αδένας (αδένας του ανθρώπινου σώματος που μοιάζει στο σχήμα με τον θυρεό), παραθυρεοειδής, θυροξίνη, θυρόφυλλο, αθυρόστομος (= αυτός που δεν έχει πόρτα στο στόμα του και εκφράζεται χωρίς να σκεφτεί, βρίζει).

kosmima

Παραμύθι

Η λέξη μύθος χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως συνώνυμο του έπους. Αργότερα, για τους τραγικούς ποιητές, είναι η υπόθεση του δράματος. Παρά + μύθοςπαρά + μύθιονπαραμύθι εξελίχθηκε τελικά στην έννοια της παρηγοριάς, της ανακούφισης, της ενθάρρυνσης, της συμβουλής και κατέληξε στη σημερινή της σημασία της φανταστικής ιστορίας.

Την τελευταία του σημασία, πιθανόν να την πήρε το παραμύθι, καθώς όταν θέλουμε να παρηγορήσουμε, ή να συμβουλέψουμε κάποιον, λέμε διάφορες ιστορίες, παραμύθια. Αφενός για να ξεχαστεί από τη στενοχώρια του, αφετέρου για να τον παραδειγματίσουμε μέσω της ιστορίας. Υπάρχει ακόμη και σήμερα η έννοια της παρηγοριάς στη λέξη παραμυθία.

Άλλες λέξεις: μυθικός, μύθευμα, στιχομυθία (στίχος + μύθος = μονόστιχες ερωταπαντήσεις), ακριτομυθία (άκριτος + μύθος = αυτός που μιλά χωρίς σκέψη), εγγαστρίμυθος (εν + γαστήρ + μύθος = αυτός που μιλάει από την κοιλιά του), αμύθητος, εχέμυθος (έχω + μύθος = αυτός που κρατά μυστικά), μυθιστόρημα, μυθογραφία, μυθολογία, μυθομανής, μυθοποίηση, απομυθοποίηση.

kosmima

Πατρίδα

Σε μια ανδροκρατούμενη και πατριαρχική κοινωνία, πώς θα μπορούσε η λέξη πατρίδα να μην προέρχεται από τον πατέρα;

Πατήρ (γενική του πατρός) λεγόταν ο πατέρας, από τον οποίο απέρρεαν και όλες τις εξουσίες.

Ως πατρίς γαία, πατρίς άρουρα (= πατρική γη) είναι καταγεγραμμένη η λέξη στα ομηρικά έπη. Με την πάροδο του χρόνου τα ουσιαστικά γαία και άρουρα εκτοπίστηκαν κι έμεινε, ουσιαστικοποιημένο, το επίθετο πατρίς.

Πατρίς, πατρίδα είναι ο τόπος που γεννήθηκες. Έχεις πατρώνυμο και κρατάς τις πατροπαράδοτες συνήθειες και παραδόσεις. Είσαι καλός πατριώτης και ευπατρίδης. Υπερασπίζεσαι τα πάτρια εδάφη και γνωρίζεις πατριδογνωσία.

Πατρία (και φατρία) είναι η υποδιαίρεση μιας φυλής με κοινές θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές αξίες και αρχές.

Άλλες λέξεις: πατριάρχης, προπάτορας, άπατρις, εκπατρίζομαι, επαναπατρισμός, συμπατριώτης, Κλεοπάτρα, φιλόπατρις, πατροκτόνος.

kosmima

Πεμπτουσία

Τους προσωκρατικούς φιλοσόφους απασχόλησε ποιο ήταν το πρωταρχικό στοιχείο της φύσης για τη δημιουργία του κόσμου. Ο καθένας διατύπωσε τη δική του θεωρία: γη, ύδωρ, πυρ, αήρ.

Τον Αριστοτέλη όμως, δεν τον ικανοποιούσε καμία από τις προηγούμενες θεωρίες και ο ίδιος πρόσθεσε τον αιθέρα.

Αίθω σημαίνει καίω. Από αυτή τη λέξη έχουμε τις παράγωγες: αίθουσα, όπου έκαιγε άσβεστη η εστία, αίθριο (= η εσωτερική αυλή στο αρχαίο μέγαρο, όπου και έκαιγε η εστία), Αιθιοπία και Αιθίωψ (αιθι + οψ = αυτός που έχει καμένο, μαυρισμένο πρόσωπο).

Η λέξη αιθήρ ήταν γνωστή και από τη Μυθολογία. Κατά την Κοσμογονία, από το Χάος γεννήθηκε το Έρεβος και η Νύχτα και αυτές οι σκοτεινές δυνάμεις, με τη σειρά τους, γέννησαν την Ημέρα και τον Αιθέρα, φωτεινές και γενεσιουργές δυνάμεις. Έτσι, κατά τον Αριστοτέλη, ο αιθέρας ήταν η εσωτερική φλόγα, που καίει και δίνει τη δύναμη της δημιουργίας.

Ο αιθέρας είναι η ουσία της ύλης, του όντος, της ιδέας. Η ψυχή. Το απόσταγμα. Αυτή είναι η πέμπτη εκπεφρασμένη ουσία, η Πεμπτουσία, που καταγράφηκε πέμπτη μετά τις άλλες τέσσερις των προσωκρατικών.

Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη πεμπτουσία με την έννοια του πιο σημαντικού, του πιο καίριου συστατικού του θέματος για το οποίο μιλάμε.

kosmima

Πλανήτης

Το ρήμα πλανώ σημαίνει εξαπατώ, ενώ το πλανώμαι δηλώνει τη χωρίς σκοπό μετακίνηση.

Πλάνης (γενική πλάνητος) είναι ο περιφερόμενος, εκείνος που δεν έχει μόνιμο τόπο διαμονής και παράγεται από το ρήμα πλανώμαι, με την έννοια της περιπλάνησης.

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν διαπιστώσει την κίνηση κάποιων μεγάλων άστρων. Πριν βεβαιωθούν για τη σταθερή τροχιά τους, θεωρούσαν ότι απλώς κινούνταν, χωρίς σκοπό και τους ονόμασαν πλάνητες αστέρες. Όπως συχνά συμβαίνει με τη γλώσσα, από τους πλάνητες αστέρες, χάθηκε το ουσιαστικό και ουσιαστικοποιήθηκε το επίθετο. Άλλαξε και ο τόνος και αποκτήσαμε τη λέξη πλανήτες για τα συγκεκριμένα αυτά αστέρια.

Από τη λέξη πλανήτης έχουν προκύψει κάποιες άλλες ομόρριζες, με την έννοια της συγκεκριμένης «περιπλάνησης», από τους πλανήτες, ενώ άλλες σχηματίζονται από την ίδια ρίζα, αλλά από το ρήμα πλανώ και έχουν την έννοια της παραπλάνησης.

Άλλες λέξεις: από την πλάνη - περιπλάνηση: πλανήτης, πλανητικός, πλανητάριο, πλανόδιος (= πλανάται στις οδούς), απλανής, αεροπλάνο, πλανητάρχης, διαπλανητικός.  

Από την πλάνη-παραπλάνηση: πλανεύω, πλανεύτρα, πλάνεμα, αποπλάνηση, παραπλάνηση.

Υπάρχει και η λέξη πλάνη, το ξυλουργικό εργαλείο και δεν έχει σχέση με τις προηγούμενες. Παράγεται από το λατινικό επίθετο planus - a - um που σημαίνει λείος, ομαλός, επίπεδος και παράγωγα ρήματα: πλανίζω και πλανάρω.

kosmima

Πλοίο

Η λέξη πλόος-πλους είναι η αρχική. Το πλοίο πλέει στη θάλασσα, είναι πλεούμενο, είναι πλοίο και ανήκει σε μία πλοιοκτήτρια εταιρία. Πλοηγείται από τον πλοίαρχο και τον αντικαθιστά ο υποπλοίαρχος. Με το πέρασμα των χρόνων και την εξέλιξη της τεχνολογίας, έχουμε τα αερόπλοια και τα σύγχρονα διαστημόπλοια.

Ναυς (γενική νεώς) λεγόταν το πλοίο στα αρχαία χρόνια και όπως συνήθως συμβαίνει, η ίδια λέξη μπορεί να μη χρησιμοποιείται πια αυτούσια, αλλά μέσω των παραγώγων και των σύνθετών της.

Η ναυτιλιακή εταιρία προσλαμβάνει ναύτες, ναύκληρους και ναυτόπουλα για να επανδρώσει τα πλοία της. Η ναυσιπλοΐα είναι πολύ ανεπτυγμένη στην πατρίδα μας. Υπάρχουν και πολλοί ναυτικοί όμιλοι.

Κάθε πλοίο ναυπηγείται (= κατασκευάζεται, ναυς + πήγνυμι) στα νεώρια και στα ναυπηγεία. Όταν κάποια πόλη είναι μακριά από τη θάλασσα, χρησιμοποιεί μία άλλη, παραθαλάσσια για επίνειο (επί + νήιονεπίνειονεπίνειο). Το πολεμικό ναυτικό πολλές φορές, ξεκινάει από τον ναύσταθμο και καταπλέει, σχηματίζει νηοπομπή και αν του επιτεθεί εχθρικός στόλος, πιθανόν να εμπλακεί σε ναυμαχία. Σίγουρα θα υπάρξουν ναυάγια (ναυς + άγνυμι, που σημαίνει σπάω). Από το ναυτοδικείο θα περάσουν όσοι δεν διέπραξαν τα δέοντα ή όσοι έκαναν σφάλματα. Στο νηολόγιο τέλος, καταγράφονται πλοία και ναυτικοί. Ο Ιούλιος Βερν «ναυτίλο» ονόμασε το προφητικό του υποβρύχιο. Αργοναύτες ήταν οι γενναίοι σύντροφοι του Ιάσονα στην Αργοναυτική εκστρατεία. Στους μοντέρνους καιρούς αποκτήσαμε αεροναυπηγική και αστροναύτες.

Καράβι είναι μεταγενέστερη λέξη και σχετίζεται ετυμολογικά με την καραβίδα, που παλαιότερα ονομαζόταν κάραβος και έμοιαζε πολύ ως προς το σχήμα. Από αυτήν παράγονται: καραβοκύρης, που είναι ο αρχηγός του και προσέχει από καραβοτσακίσματα. Καραβόπανο είναι το ειδικό χοντροϋφασμένο πανί. Όταν παλιώσει όμως το γερό σκαρί, τότε γίνεται σαπιοκάραβο και καραβοπνίχτης. Στα βυζαντινά χρόνια τον καραβοκύρη τον έλεγαν κατεπάνω (κατ’ επάνω), αυτός δηλαδή που βρισκόταν στην υψηλότερη ιεραρχική θέση, αλλά και στο πραγματικά ψηλότερο σημείο του καραβιού, ώστε να μπορεί να ελέγχει. Με τον καιρό όμως έγινε ο γνωστός μας καπετάνιος.

Βαπόρι. Πέρασαν τα χρόνια που τα πλεούμενα κινούνταν με κουπιά ή πανιά. Πρωτοστάτης στη βιομηχανική επανάσταση του 18ου αιώνα ο ατμός, έκανε κι εδώ το θαύμα του. Τα πλοία κινούνταν πια με τη δύναμη του ατμού, vapor - βαπόρι.

Άλλες λέξεις: Ναυς: ναυαγοσώστης, ναύλα, ναυλώνω, ναυλωτήριο, Ναύπακτος (ναυς + πήγνυμι), Ναύπλιο, ναυαρχίδα, ναύαρχος, ναυτία, νηοψία.

Καράβι: καραβέλα (αντιδάνεια λέξη από το πορτογαλικό caravella → και ξανά καράβι), καραβόσχοινο.

Πλοίο: πλωτός, περίπλους, παραπλέω, αποπλέω, πλεύση, πλεύσιμος, πλωτός, διάπλους, επιπλέω, πλοηγός.

kosmima

Πόνος

Στ’ αρχαία ελληνικά η λέξη πόνος σήμαινε κόπος. Προέρχεται από το θέμα του παρακειμένου του ρήματος πάσχω → πέ-πον-θα (= μοχθώ, κοπιάζω). Άλλη εκδοχή είναι ότι πηγάζει η λέξη από το πένω πένομαι (= κόπος, μόχθος, επίπονη εργασία, βάσανα, λύπη). Όταν όμως κοπιάζει κάποιος υπερβολικά, προκαλείται και σωματικός πόνος. Αφού χρησιμοποιήθηκε και με αυτήν τη σημασία η λέξη, επεκτάθηκε και στον ψυχικό πόνο.

Προκύπτουν λοιπόν δύο ομάδες λέξεων που παράγονται από την ίδια λέξη, πόνος:

α) κόπος, κούραση, δουλειά.

β) σωματικός και ψυχικός πόνος.

γ) η κατάληξη σε -πόνος δείχνει 1) ότι κάποιος κοπιάζει, φροντίζει για αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό, πχ δασοπόνος, γεωπόνος κλπ. 2) τον πραγματικό πόνο που δείχνει το πρώτο συνθετικό, πχ κεφαλόπονος, στομαχόπονος κλπ.

Άλλες λέξεις: πόνημα, πονηρός (είναι κακόσημη λέξη εξαιτίας της υποτιμητικής στάσης των αρχαίων προς τη χειρωνακτική εργασία, σε αντιδιαστολή με τις πνευματικές ενασχολήσεις), κουτοπόνηρος (πανούργος), άπονος, επίπονος, καταπόνηση, παράπονο, προπόνηση, συμπονώ, ματαιοπονία, ψυχόπονος, φυγόπονος, παυσίπονο, πονόδοντος, πονοκέφαλος.

kosmima

Ποντίκι

Στην αρχαία ελληνική γλώσσα το ποντίκι λεγόταν μυς.

Τα πλοία διέσχιζαν τις θάλασσες, τα πελάγη, τον πόντο. Στ’ αμπάρια τους, ανάμεσα στην πραμάτεια, κουβαλούσαν άθελά τους και αυτά τα τρωκτικά, που έβρισκαν να ροκανίζουν χίλιες λιχουδιές.

Όταν τα πλοία έδεναν στο λιμάνι, οι «μύες» ανεβοκατέβαιναν από τα σχοινιά ανενόχλητοι.

Ποντικός μυς (από τον πόντο, δηλαδή, από τη θάλασσα) ονομάστηκε από τους στεριανούς αυτού του είδους το ποντίκι, σε αντιδιαστολή με τον στεριανό μυ).

Άρουρα λεγόταν η γη και αρουραίος μυς, ο ποντικός της γης, των αγρών. Και από τα δύο, με τον καιρό, εξαφανίστηκε το ουσιαστικό (μυς) και έμεινε μόνο το επίθετο που ουσιαστικοποιήθηκε. Έτσι, έχουμε τον ποντικό και τον αρουραίο.

Μύες ονομάστηκαν και οι μύες του ανθρώπινου σώματος, ίσως εξαιτίας της ομοιότητας ως προς το σχήμα τους με το ποντίκι.

Ο μυς έχει άμεση σύνδεση με το ρήμα μύω (κάτι κλειστό, βλέπε και το λήμμα μυστήριο), και πράγματι το ποντίκι - μυς είναι κλεισμένο στη γη, στις τρύπες και ο μυς του σώματος, κλεισμένος και αυτός κάτω από το δέρμα.

Άλλες λέξεις: μυϊκός, μυώδης, μυώνας, ινομύωμα, μυαλγία, μυογράφημα, μυοκάρδιο, μυοκτονία, μυοσκελετικός, μυελός, μυαλό (και αυτό καλά κρυμμένο στο κρανίο)

Πόντος, πόντιση, καταποντίζω, υπερπόντιος, ποντοπόρος, μετροπόντικας, ποντικοπαγίδα, ποντικοφαγωμένος, ποντικοφάρμακο, ποντικοφωλιά, τυφλοπόντικας.

kosmima

Προμηθεύω

Η λέξη είναι σύνθετη προ + μηθής και συνδέεται με τη λέξη Μήτις, που έχει σχέση με το ρήμα μανθάνω.

Η Μήτις ήταν κόρη του Ωκεανού και της Θέτιδος και θεωρούνταν η προσωποποίηση της σύνεσης, της σοφίας και της προνοητικότητας. Υπήρξε η πρώτη σύζυγος του Δία και όταν η Μήτις περίμενε το πρώτο της παιδί, η Γαία φανέρωσε την προφητεία της: Το αγόρι που θα γεννηθεί από το ζευγάρι μετά την Αθηνά, θα ανατρέψει τον πατέρα του. Μη θέλοντας να πάθει τα ίδια με τον δικό του πατέρα, ο Δίας, ούτε λίγο ούτε πολύ, κατάπιε την έγκυο Μήτιδα. Η Μήτις εξαφανίζεται έκτοτε από το προσκήνιο της Μυθολογίας, αλλά αφήνει αντικαταστάτη την άξια θυγατέρα της, την Αθηνά.

Ένας φοβερός πονοκέφαλος ανάγκασε τον Δία να καλέσει τον Ήφαιστο σε βοήθεια και να τον διατάξει να του σπάσει το κεφάλι με το τσεκούρι του για να ηρεμήσει. Ως εκ θαύματος, από το κεφάλι του Δία ξεπετάχτηκε πάνοπλη και απαστράπτουσα η Αθηνά. Η αγαπημένη κόρη του Δία. Από τον πατέρα της πήρε την αποφασιστικότητα και τη μαχητικότητα, ενώ από τη μητέρα της, την εξυπνάδα και τη σοφία.

Μήτιςμήθος = σοφία.

Προ + μήθος Προμηθέας =ο σοφός, ο προνοητικός.

Ο Προμηθέας ήταν γιος του Τιτάνα Ιαπετού και της Κλυμένης, αδελφός του Άτλαντα. Σοφός, προνοητικός, εφευρέτης, κατασκευαστής. Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου ζουν μόνον θεοί. Ο Προμηθέας έφτιαξε από χώμα, νερό, από λάσπη δηλαδή, και φωτιά τον πρώτο άνθρωπο. Μη θέλοντας να αφήσει το δημιούργημά του απροστάτευτο, έκλεψε από το άρμα του ήλιου μιαν ακτίνα και χάρισε στον άνθρωπο τη φωτιά. Του δίδαξε πώς να ζεσταίνεται με τη φωτιά, πώς να ψήνει, πώς να δουλεύει το μέταλλο, πώς να ψήνει τον πηλό. Μαζί με τον Ήφαιστο και την Αθηνά του δίδαξε τις τέχνες. Η τύχη όμως του Προμηθέα ήταν δυσοίωνη γιατί επέσυρε την οργή του Δία, αφού χωρίς τη θέλησή του είχε δωρίσει τη φωτιά στους θνητούς. Η τιμωρία του υπήρξε άμεση και φρικτή, αλλά δεν είναι του παρόντος.

Προμήθεια σημαίνει λοιπόν προνοητικότητα. Όταν όμως μιλάμε για πρόνοια, αυτό επεκτείνεται και στην εξασφάλιση αγαθών και αναγκαίων για το άμεσο μέλλον, όταν θα χρειαστούν. Κάνω λοιπόν τις προμήθειές μου. Προμηθεύω και προμηθεύομαι.

Άλλες λέξεις: Επιμηθέας (ο αδελφός του Προμηθέα, που όμως σκεπτόταν μετά, εκ των υστέρων). Κάποιες φορές αλλάζει το τ δ και έχουμε τις λέξεις: Διομήδης (= σκέψη του Δία), Αρχιμήδης (= άρχοντας της σκέψης), Μήδεια (= πρόνοια, διαλογισμός, φροντίδα), Μέδουσα, Ανδρομέδα.

kosmima

Πυγμαχία

Η λέξη πυγμή έχει τη ρίζα της στο πυκνός, όπου το κ → γ, γιατί συμπυκνώνονται τα δάκτυλα σε γροθιά. Τόσο κοντούς θεωρούσαν τους κατοίκους του Άνω Νείλου της Αιγύπτου οι αρχαίοι Έλληνες, που τους ονόμαζαν πυγμαίους.

Πυξ είναι το επίρρημα και δείχνει τρόπο. Πώς θα διώξεις κάποιον ενοχλητικό; Μα, με γροθιές. Κι αν είσαι πολύ θυμωμένος, θα κλοτσήσεις κιόλας. Δηλαδή θα λακτίσεις. Αν χρησιμοποιήσεις και εδώ επίρρημα, θα τον διώξεις πυξ λαξ (με γροθιές μαι με κλοτσιές).

Πυγμαχία είναι το γνωστό άθλημα, αγώνισμα, αντιπαλότητα, η μάχη όπου οι αθλούμενοι, οι πυγμάχοι, χρησιμοποιούν μόνον γρονθοκοπήματα.

Η λέξη πυγμή δηλώνει επίσης και την ισχύ κάποιου.

kosmima

Ρακοσυλλέκτης

Εδώ έχουμε μία σύνθετη λέξη με γνωστό το β΄ συνθετικό: συλλέγω = μαζεύω. Ράκος σημαίνει κουρέλι. Έτσι, το καταλαβαίνουμε καλύτερα: ρακοσυλλέκτης είναι αυτός που μαζεύει κουρέλια, σκουπίδια και ζει πουλώντας τα.

Τη λέξη ράκος μόνη της, αυτούσια, τη μεταχειριζόμαστε πια, μόνο για να δηλώσουμε μεταφορικά τη φοβερή σωματική και ψυχική κατάπτωση. Υπάρχουν όμως κάποιες σύνθετές της που θυμίζουν την πρωταρχική της σημασία: ρακένδυτος (κουρελής), καταρράκωση, καταρρακώνω.

Η λέξη καταρράκτης μοιάζει, αλλά δεν είναι ομόρριζη. Προέρχεται από το ρήμα καταρρήγνυμι, που σημαίνει «πέφτω με πάταγο στη γη».

kosmima

Σελήνη

Αδελφή του Ήλιου, η Σελήνη, είναι η θεά που βασιλεύει στον νυχτερινό ουρανό και φωτίζει με απαλό και αργυρό φως την πλάση. Στην τέχνη παριστάνεται σαν μια όμορφη κόρη με φωτισμένο πρόσωπο. Από τους αμέτρητους εραστές της, πιο πολύ αγάπησε τον βοσκό Ενδυμίωνα. Ζήτησε η Σελήνη για χάρη του από τους θεούς να του δώσουν αιώνια ζωή κι εκείνοι ανταποκρίθηκαν με πονηριά, όπως έκαναν πολύ συχνά. Του έδωσαν αιώνιο ύπνο. Κάθε βράδυ η Σελήνη επισκέπτεται τον κοιμισμένο εραστή της και τον χαϊδεύει με τις ασημένιες της ακτίνες.

Κάθε φορά που έχει έκλειψη, η φαντασία των μυθοπλαστών θεωρεί ότι ένας δράκος απειλεί να την κατασπαράξει, αλλά τελικά αυτό ματαιώνεται χάρη στην επέμβαση των Θεσσαλών μαγισσών.

ΣέλαςΣελάναΣελήνη.

Σέλας είναι το φέγγος και σελήνη, εκείνη που φεγγοβολά.

Κι όμως. Δεν είναι αυτόφωτη. Έτσι, φεγγοβολά (σέλας), αλλά έχει και το αρνητικό νη (δηλαδή φεγγοβολά, αλλά όχι από μόνη της, είναι ετερόφωτη).

Σέλας λέμε το φωτεινό φαινόμενο των πόλων, όπου υπάρχει μια φεγγοβολιά με διαφορετικά χρώματα.

Τη Σελήνη την ονομάζουμε και φεγγάρι. Αυτή η λέξη προήλθε από το ρήμα φέγγω → φέγγος → φεγγάριον → φεγγάριν→ φεγγάρι.

kosmima

Σινεμά

Με τη σύνθεση δύο ελληνικών λέξεων βάφτισαν οι Γάλλοι την καινούργια τους εφεύρεση των κινούμενων εικόνων, στα μέσα του 19ου αιώνα. Την ονόμασαν cinematographe (κίνηση και γραφή), κινηματογράφο. Ένα μηχάνημα δηλαδή που αντιγράφει και προβάλλει την κίνηση.

Ταξιδεύουν οι λέξεις, ταξιδεύουν όμως και διαδίδονται και τα επιτεύγματα της τεχνολογίας. Έτσι, έφτασε και στην Ελλάδα το μηχάνημα προβολής ταινιών μ’ ένα όνομα που μόνο για τους Έλληνες ήταν άμεσα κατανοητό: κινηματογράφος.

Με τον καιρό, το κάπως μακροσκελές και άβολο όνομα cinematographe, συντμήθηκε και έγινε cinema. Έτσι, στα ελληνικά το λέμε και κινηματογράφο (δεν είναι δύσκολο για εμάς) και σινεμά. Έχουμε και σε αυτήν την περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, μια λέξη αντιδάνεια.

kosmima

Σκαρί

Εσχάρα είναι η αρχική λέξη και είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, μια και αναφερόταν στο τραπέζι που τοποθετούσαν δίπλα στον βωμό. Εκεί ακουμπούσαν οι πιστοί τις προσφορές τους για τη θυσία. Είτε χοές, είτε ολοκαυτώματα, οι θυσίες αποσκοπούσαν στην αποτροπή του κακού. Ήταν προσπάθεια εξιλασμού και εξευμενισμού της θεότητας.

Η λέξη εσχάρα μετέπεσε σε σχάρα και δεν έχει βεβαίως σχέση με λατρευτικές ιεροτελεστίες, αλλά με το άλλο σκέλος χρησιμότητάς της, με το ψήσιμο.

Στο λεξιλόγιο των ναυτικών, εσχάρα λέγεται ο σκελετός του σκάφους. Μεταλλάχτηκε με την πάροδο του χρόνου από εσχάρασχάρασκάρασκαρί. Έτσι, ένα πλεούμενο μπορούμε να το πούμε καλό, όμορφο και γερό σκαρί.

Με την έκφραση «έχω κάτι στα σκαριά» εννοούμε ότι κάτι ετοιμάζουμε, κάτι σκαρώνουμε.

kosmima

Σκιάχτρο

Η σκιά είναι η σκοτεινιά και σκιάζω σημαίνει ότι δημιουργώ σκιά. Τα σκοτεινά μέρη όμως και οι σκιές που σχηματίζονται, μας προκαλούν φόβο. Γι’ αυτό και το σκιάζω κατέληξε να σημαίνει και φοβερίζω, ενώ το σκιάζομαι, φοβάμαι.

Το ανθρώπινο ομοίωμα, που βάζουν οι αγρότες στα χωράφια τους για να τρομάζουν τα πουλιά, λέγεται σκιάχτρο.

Η λέξη σκιάζω, λοιπόν, έχει δύο διαφορετικές έννοιες:

κάνω σκιά: σκίαση, σκιαγράφημα, σκιάδιο, σκιερός, επισκιάζω, σκίουρος, σκιαγραφώ και

φοβάμαι: σκιάζω, σκιάζομαι.

kosmima

Σκυταλοδρομία

Όλοι, βέβαια, γνωρίζουμε το ομαδικό άθλημα της σκυταλοδρομίας. Αποτελείται από τέσσερις δρομείς ανά ομάδα. Κρατώντας μία ξύλινη ράβδο, ξεκινάει ο πρώτος και παραδίδει τη ράβδο μετά από εκατό μέτρα, στον επόμενο αθλητή της ομάδας του. Εκείνος πάλι με τη σειρά του, στον επόμενο, μέχρι να καλυφθούν τα τετρακόσια μέτρα της διαδρομής. Κερδίζει φυσικά ο ομάδα που θα κόψει πρώτη το νήμα.

Έχουμε εδώ μία σύνθετη λέξη. Η αρχική σημασία της λέξης δρόμος σημαίνει τρέχω. Τι σχέση όμως μπορεί να έχει το τρέξιμο με το σκύτος; Και τι είναι το σκύτος, που είναι το δεύτερο συνθετικό; Ποια υπήρξε η αρχική του έννοια και πώς εξελίχτηκε και χρησιμοποιήθηκε αργότερα;

Σκύτος σημαίνει ένα κομμάτι επεξεργασμένου δέρματος. Κατά την αρχαιότητα, όταν ήθελαν να στείλουν κρυφά μηνύματα, χρειάστηκε να επινοήσουν κάποιον τρόπο. Έτσι λοιπόν, σκέφτηκαν να γράφουν το μήνυμα πάνω σε μια λωρίδα δέρματος, αφού το είχαν τυλίξει προηγουμένως σε μια κυλινδρική μακρόστενη ράβδο. Έγραφαν το σημείωμα στην τυλιγμένη λωρίδα του δέρματος κατά μήκος της ράβδου. Στη συνέχεια, ξετύλιγαν τη λωρίδα του δέρματος, το σκύτος, από τη ράβδο και παρέδιδαν μόνον αυτή στον αγγελιαφόρο. Δεν κρατούσε εκείνος παρά μία λωρίδα δέρματος με διάφορα ανάκατα γράμματα επάνω. Χωρίς κάποια συνέχεια και χωρίς οποιονδήποτε ειρμό. Ο αγγελιαφόρος, με τη σειρά του, το παρέδιδε σε άλλον αν η απόσταση ήταν μεγάλη ή το παρέδιδε ο ίδιος στον τελικό αποδέκτη. Ο παραλήπτης είχε ίδιου πάχους ράβδο. Τύλιγε το σκύτος σε αυτήν και διάβαζε άνετα το καλά κρυμμένο μυστικό. Αν κατά τη διαδρομή, έπεφτε ο αγγελιαφόρος στα χέρια εχθρών, ήταν αδύνατον να αποκρυπτογραφηθεί το μήνυμα. Με αυτόν το τρόπο προστατευόταν και ο αγγελιαφόρος και το μυστικό. Την ξύλινη ράβδο που προόριζαν γι’ αυτόν τον λόγο, την ονόμαζαν σκυτάλη, εξαιτίας του σκύτους που τυλιγόταν γύρω από αυτήν.

Σε ανάμνηση αυτής της ιδιότυπης αλληλογραφίας, θεσπίστηκε το άθλημα της σκυταλοδρομίας.

Υποκοριστικό της λέξης σκύτος είναι το σκυτίον και από εδώ πάλι, το σκουτί, το οποίο είναι χοντρό ύφασμα (πιθανόν αρχικά από δέρμα), το οποίο χρησιμοποιούσαν παλιά οι χωρικοί για χειμωνιάτικο ρούχο, τελικά το πανωφόρι.

Άλλες λέξεις: Σκύθης (πιθανώς από τη συνήθειά τους να αποσπούν το δέρμα από τα κεφάλια των εχθρών τους). 

kosmima

Σταδιοδρομία

Επαγγελματική αποκατάσταση ή καριέρα θα μπορούσε να είναι η σημερινή απόδοση της λέξης σταδιοδρομία. Πώς όμως προέκυψε; Έχουμε μία σύνθετη λέξη: στάδιο + δρόμος.

Δρόμος στην αρχαία μας γλώσσα σημαίνει τρέξιμο (πολύ αργότερα έγινε οδός) και δρόμο ονόμαζαν το αγώνισμα του τρεξίματος.

Στάδιος (αρσενικό) ήταν μονάδα μήκους που ισοδυναμούσε με 185 μέτρα περίπου και αργότερα κατασκευάστηκαν χώροι άθλησης, των οποίων το μήκος ορίστηκε ένας στάδιος. Έδωσαν το όνομα της μονάδας μέτρησης στον χώρο και το είπαν στάδιο (ουδέτερο).

Σήμερα λέμε κάποιον αθλητή κατοστάρη (εκατοστάρη), εκείνον που τρέχει εκατό μέτρα και μαραθωνοδρόμο, τον δρομέα της απόστασης Μαραθώνα - Αθήνας, που είναι περίπου 42 χιλιόμετρα. Είναι η ίδια λογική που οι αρχαίοι ονόμασαν τον δρομέα που έτρεχε την απόσταση ενός σταδίου, σταδιοδρόμο.

Ευχή λοιπόν, στον αλλοτινό δρομέα των 185 μέτρων, όπως και στον σημερινό νέο: «καλή σταδιοδρομία». Ας καταλάβει ο καθένας, ανάλογα με την εποχή του. Ευχή είναι.

kosmima

 

Στεντόρεια φωνή

Στέντωρ λεγόταν ένας ήρωας του Τρωικού πολέμου. Το ίδιο του το όνομα είναι επηρεασμένο από το ρήμα στένω, που σημαίνει στενάζω - βογγώ, καθώς δεν ήταν η τύχη με το μέρος του.

Ο Στέντωρ είχε λάβει δώρο από την Ήρα μια πολύ δυνατή φωνή. Ήταν τόσο δυνατή η φωνή του κατά την παράδοση, που μπορούσε να επισκιάσει τις φωνές πενήντα αντρών.

Κάποτε διαγωνίστηκε στη φωνή με τον Ερμή και αυτό υπήρξε και η αιτία του χαμού του, γιατί ο Ερμής δεν άντεξε την ήττα και τον θανάτωσε. Χάθηκε ο ήρωας, αλλά επέζησε ανά τους αιώνες η ανάμνηση της φωνής του και ακόμη και σήμερα λέμε για κάποιον ότι έχει στεντόρεια φωνή, όταν διαθέτει καθαρή και δυνατή φωνή.

kosmima

Στυγερός

Το ρήμα στυγέω - στυγώ (= μισώ, αποστρέφομαι) εκφράζει απέχθεια. Έτσι, οι μισητοί, οι απεχθείς, οι επίορκοι και οι συκοφάντες προορίζονταν να χαθούν στα νερά της Στυγός (Στυξ - Στυγός). Το ουσιαστικό στύγος παράγεται από το ίστημι (ρίζα στα + άγος = μίσος, αποστροφή, αντιπάθεια, απέχθεια, κατήφεια).

Η Στυξ, αρκαδική Νύμφη αρχικά, κατέληξε χθόνια θεότητα. Σαν κόρη του Ωκεανού και της Τιθύος, δε θα μπορούσε παρά να εκφράζει υδάτινη έννοια. Ήταν η προσωποποίηση του νερού που έζωνε τη γη και είχε τέσσερα ποτάμια που οδηγούσαν στον Άδη: Πυτιφλεγέθων (λαμπρός σαν τη φωτιά), Κώκυτος (θρηνητικός), Στυξ (μισητή) και Αχέρων (αυτός που κυλά στενοχώριες).

Τα τέσσερα παιδιά που απέκτησε η Στυξ με τον Πάλλαντα: η Βία, ο Κράτος, ο Ζήλος και η Νίκη, εκφράζουν αντίστοιχα τη δύναμη, την εξουσία, το ζηλευτό και τη νικηφόρα επικράτηση.

Κατά τη Γιγαντομαχία η Στυξ, έθεσε τα παιδιά της στην υπηρεσία του Δία για να τον παραστέκουν και να τον προστατεύουν. Τα καλοδέχτηκε ο Δίας και τους επέτρεψε να μείνουν στον Όλυμπο. Και μάλιστα αιώνια, ώσπου έγιναν και τα χαρακτηριστικά της εξουσίας του μεγάλου βασιλιά των θεών και των ανθρώπων. Έδωσε επίσης το αποκλειστικό προνόμιο στη μητέρα τους, τη Στύγα, να τα επισκέπτεται στον Όλυμπο όποτε επιθυμούσε.

Στα νερά της Στυγός ορκίζονταν οι θεοί όταν προέκυπτε ανάγκη και ο όρκος αυτός ήταν απόλυτος και δεν επιδεχόταν μετάνοια. Δε χωρούσε πονηριές, γιατί η τιμωρία προοιωνιζόταν αμείλικτη και φοβερή. Τίποτε ισχυρότερο από τον όρκο στα νερά της Στυγός, τα οποία ήταν παγωμένα, δηλητηριώδη και αφάνιζαν τα πάντα.

Έτσι και ο στυγερός. Είναι ο μισητός, ο απεχθής, ο μοχθηρός, αυτός που έχει παγωμένη και δηλητηριώδη ψυχή και στον οποίο, τελικά, αξίζει να χαθεί και να αφανιστεί για πάντα.

Ομόρριζη λέξη είναι ο στυγνός, που δηλώνει εκείνον που προκαλεί αντιπάθεια, ο μισητός.

kosmima

Στυλό

Στυλό είναι μία λέξη αντιδάνεια, που επέστρεψε στην κοιτίδα της μέσω της λατινικής και γαλλικής γλώσσας.

Στύλος στ’ αρχαία ελληνικά είναι το επίμηκες κυλινδρικό σώμα από μάρμαρο, πέτρα ή ξύλο για τη στήριξη κτηρίου. Οι Λατίνοι ονόμασαν stylus το αιχμηρό εργαλείο, τη γραφίδα, με την οποία χάρασσαν σε κέρινη πλάκα, εξαιτίας του σχήματός της με τον ελληνικό στύλο.

Οι Γάλλοι, όταν κατασκεύασαν την καινούργια γραφίδα, θεώρησαν ταιριαστό το όνομα stylographe (στύλος και γραφή) και αργότερα, για συντομία stylo. Χρησιμοποίησαν τη λατινική λέξη με ελληνική προέλευση και κράτησαν και το ύψιλον της ελληνικής. Το νέο προϊόν έφτασε και στην Ελλάδα μαζί με το όνομά του, styloστυλό, που μόνο γαλλικό δεν ήταν.

Άλλες λέξεις: στυλοβάτης, στυλώνω, στύση.

Η λέξη στήλη μοιάζει με τη λέξη στύλος και πολλές φορές τις μπερδεύουμε, αλλά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.

Στήλη είναι η μεγάλη και επιμήκης πλάκα, η όρθια τοποθετημένη ως μνημείο, ως διακοσμητικό στοιχείο. Μπορεί να είναι επιτύμβια, αναθηματική ή και ανακοίνωση.

Ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα στέλλω (= τοποθετώ, διευθετώ, ευπρεπίζω, εξοπλίζω, ετοιμάζω, παρατάσσω, θάπτω, πέμπω, ξεκινώ, αποστέλλω, επιχειρώ).

Στηλιτεύω σημαίνει στιγματίζω. Αυτό προέρχεται από τη συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να αναγράφουν σε στήλες τα ονόματα των παρανομούντων, με σκοπό να τους ντροπιάσουν στα μάτια όλων των συμπολιτών τους, να τους στιγματίσουν.

Άλλες λέξεις: στέλνω, στέλεχος, στηλίτης, στηλοβάτης, ανασταλτικός, στόλος, στολίζω, στολή, αναστολή, αποστολή, στήλωση.

kosmima

Σύρμα

Σύρμα είναι το γνωστό λεπτό και επίμηκες μεταλλικό αντικείμενο. Είναι παράγωγη λέξη του ρήματος σύρω, αφού, για να το τοποθετήσουμε κάπου το σέρνουμε, αλλά και όταν βρίσκεται κάπου είναι σαν να έρπει, σέρνεται.

Άλλες λέξεις: σύρω, παρασύρω, αποσύρω, απόσυρση, επισύρω, διασύρω, σέρνω και σούρνω, σάρωμα, σάρωθρον.

Σύρμα: συρμάτινος, συρματένιος, συρματόβεργα, συρματόσχοινο, συρματόπλεγμα, ασύρματος, μακρόσυρτος.

Συρτάρι: συρταριέρα, συρταρωτός.

Συρτή: (= το ψάρεμα που γίνεται όταν η βάρκα κινείται).

Σύρτης: (= το μεταλλικό έμβολο που σύρεται στην πόρτα για να την ασφαλίσει).

Σύρσιμο ή σούρσιμο.

Συρτός (δημοτικός χορός) και συρτάκι.

Συρμός: σημαίνει το τρένο, επειδή δίνει την εντύπωση ότι σέρνεται πάνω στις ράγες. «Του συρμού» λεγόταν παλαιότερα η έκφραση και εννοούσαν «της μόδας» (= όπως περνούν από μπροστά μας τα βαγόνια όμοια, έτσι και η μόδα, παράγει ίδια αντίγραφα).

Σύρτις: Στον βυθό της Λιβυκής θάλασσας σχηματίζονται υψώματα από άμμο, που αλλάζουν θέση (σέρνονται) ανάλογα με τα ρεύματα της θάλασσας και πολλές φορές μπορεί να γίνουν επικίνδυνα.

Συρμή = η αυλακιά που γίνεται στο έδαφος από κάποιο αντικείμενο που έχει συρθεί).

Νεροσυρμή = η σχισμή, το φυσικό αυλάκι που προκαλείται από τα νερά της βροχής.

Συρφετός: αρχικά σήμαινε οτιδήποτε παρασύρεται από τον άνεμο, αλλά τελικά κατέληξε στο ανάμικτο πλήθος διαφορετικών ατόμων και αμφιβόλου ηθικής.

Σύρμα Αντιγόνης: Ονομασία τόπου, όπου θεωρούσαν ότι η Αντιγόνη είχε σύρει και είχε θάψει τον αδελφό της.

Σούρ’ τα φέρ’ τα: Έκφραση για να δηλώσει το πηγαινέλα.

Σερνάμενος: Λαϊκή έκφραση για τον κουρασμένο ή τον ναζιάρη όταν συνοδεύεται και από το «κουνάμενος».

kosmima

Σχολή

Η αρχική λέξη είναι σχόλη (παροξύτονο) και σήμαινε την ημέρα της αργίας, την ανάπαυση, το σχόλασμα από τις εργασίες και παράγεται από το ρήμα σχολάζω. Όποιος όμως απασχολείται κατά τον ελεύθερο χρόνο του και τον αξιοποιεί για να καλλιεργήσει το πνεύμα του, τότε αυτή η ενασχόληση τη λέμε σχολή (οξύτονο).

Κατά την ελληνιστική εποχή έκτισαν κτήρια για σπουδαστές, τις σχολές. Μέσω της ελληνογενούς λατινικής λέξης schola, η λέξη περιηγήθηκε την Ευρώπη και έχουμε τη γαλλική école, την αγγλική school, την ιταλική scola.

Έχουμε τελικά μια λέξη με δύο πρόσωπα. Με δύο αντίθετες έννοιες.

kosmima

Ταλαίπωρος

Και τα δύο συνθετικά της λέξης ταλαίπωρος, είναι σκέτη δυστυχία. Κακομοίρης στο τετράγωνο.

Τάλας είναι ο δυστυχισμένος και έχει τη ρίζα του στο ρήμα τλάω. Σημαίνει τον πάσχοντα, τον γενναιόψυχο, τον ισχυρογνώμονα, τον υποφέροντα.

Το ρήμα πωρώ σημαίνει κηδεύω, πενθώ, σκληραίνω. Άρα ταλαίπωρος είναι ο πολύ δυστυχισμένος.

Άλλες λέξεις: Άτλαντας, Ατλαντικός, Τελαμών, ταλανίζω, ταλέντο, Τάνταλος.

Πώρος: πώρινος, πωρόλιθος, πωρωμένος, πουρί.

kosmima

Ταλέντο

Πολυταξιδεμένη κι αυτή η λέξη. Πήγε στην Ευρώπη και γύρισε πάλι.

Το αρχαίο ελληνικό τάλαντο (= σηκώνω, ζυγίζω) ήταν χρυσό και είχε τη μεγαλύτερη νομισματική αξία.

Οι Λατίνοι το ονόμασαν talantum. Χρυσό νόμισμα. Πολύτιμο, όπως πολύτιμη είναι και η αξία του προικισμένου ανθρώπου. Έτσι, κατέληξε το αρχαίο νόμισμα να σημαίνει το χάρισμα και τον χαρισματικό, τον ταλαντούχο.

kosmima

Ταξί

Η λέξη ταξί είναι και αυτή αντιδάνεια. Taximetre το ονόμασαν οι Γάλλοι χρησιμοποιώντας δύο ελληνικές λέξεις: Τάξη (από το ρήμα τάσσω = βάζω σε τάξη, παρατάσσω) και μέτρον (σε σχέση με τον κανόνα και με ετυμολογικό πρόγονο το ρήμα μέδω = άρχω, κυβερνώ, έχω κάτι στο μυαλό μου) για να ορίσουν το αγοραίο αυτοκίνητο που μεταφέρει επιβάτες έναντι χρημάτων. Μεγάλη και ακατανόητη η λέξη όμως για τους Γάλλους, σμικρύνθηκε και έμεινε με το πρώτο συνθετικό: taxi. Έτσι έφτασε και πάλι σ’ εμάς και το ονομάζουμε ταξί, θεωρώντας πολλοί ότι πρόκειται για ξένη λέξη.

Άλλες λέξεις: τάσσω: ταξικός, τακτικός, τάμα, τάζω, άτακτος, ανάταξη, τάγμα, απόταξη, διάταξη, διαταγή, διάταγμα, έκτακτος, ένταξη, εντάξει, επίταξη, επιταγή, κατάταξη, μετάταξη, παράταξη, προσταγή, συντάκτης, συντεταγμένη, συνταγή, σύνταγμα, υποταγή, υποτακτική, ανυπότακτος, συνταξιοδότηση, συνταξιούχος, ταξινόμηση, ταξιθέτης, μονοτάξιο, νομοταγής, χωροταξία.

Μέτρο: μέτριος, μετριάζω, μέτρημα, μετρητοίς, αμέτρητος, άμετρος, αναμετρώ, διάμετρος, διαμέτρημα, έμμετρος, επιμέτρηση, ημίμετρο, καταμετρητής, παράμετρος, περίμετρος, συμμετρία, αμπερόμετρο, αμετροέπεια (= άμετρον + έπος), αραιόμετρο, βολτάμετρο, θερμιδομετρητής, μετριοπάθεια, μετριόφρων, παχύμετρο, πιεσόμετρο, σταγονόμετρο, σφυγμομέτρηση, υπέρμετρος.

kosmima

Ταξίδι

Ταξίδιον είναι το υποκοριστικό της λέξης τάξη από το ρήμα τάσσω και αρχικά δήλωνε τις πορείες των στρατιωτικών ομάδων, οι οποίες πορεύονταν, βέβαια, με τάξη. Αργότερα επεκτάθηκε η σημασία της λέξης ταξίδι και εννοεί πλέον κάθε μετακίνηση και για οποιονδήποτε σκοπό: τουριστικό, εμπορικό και άλλους.

kosmima

Τελεία (σημείο στίξης)

Τελεία στιγμή λεγόταν η κουκκίδα που έμπαινε στο τέλος της πρότασης για να δηλώσει το ολοκληρωμένο της νόημα. Η λέξη τέλος προέρχεται από το ρήμα τανύωτείνωεκτείνω. Τείνω τη χορδή του τόξου για να πετύχω τον στόχο μου, τον σκοπό μου. Ταν τεν (όπου το αε) και τελ (όπου το νλ). Ο σκοπός που έχει επιτευχθεί στην εντέλειατέλος.

Το επίθετο τελεία ουσιαστικοποιήθηκε, αφού αποσπάστηκε και αυτονομήθηκε από το ουσιαστικό στιγμή, το οποίο καταργήθηκε

Την τελεία τη βάζουμε στο τέλος του νοήματος, όταν αυτό είναι τέλειο, όταν έχει πετύχει τον σκοπό του, τον στόχο του. Βρίσκεται δηλαδή τελικά στην εντέλεια. Τελειοποιημένο και εντελώς κατανοητό. Τελειώνω κάτι σημαίνει ότι το έχω συντελέσει, το έχω ολοκληρώσει. Η πρόταση δεν είναι ημιτελής, αλλά τέλειατελεία όπως έχει επικρατήσει από την αρχαιοπρεπή της μορφή.

Αντίθετα, το κόμμα (προερχόμενο από το ρήμα κόπτω), καλύπτει μόνον ένα τμήμα, ένα κομμάτι της πρότασης, ένα κομματιασμένο νόημα, ένα αποκομμένο τμήμα που δεν στέκει από μόνο του.

Άλλες λέξεις: Τελεία: τελετή, τελικός, τελευτή, τελευταίος, ατελής, αποτελώ, διατελώ, εκτελώ, συντελώ, ευτελής, ημιτελής, τελείωμα, τέλεση, αποτέλεσμα, εντέλει, επιτελείο, επιτέλους, ατέλεια, συντέλεια, εξευτελισμός, ανιδιοτελής, ιεροτελεστία, νομοτέλεια, τελειομανής, τελεσίδικος, τελεσφόρηση.

Κόμμα: κομμάτι, κομμάτιασμα, κόψη, κοφτερός, κοπίδι, απρόσκοπτος, προκοπή, διακόπτης, περικοπή, συγκοπή, εγκοπή, δίκοπος, μεσόκοπος, εξωκομματικός, μονοκόμματος, κοψοχόλιασμα, κοψοχρονιά.

kosmima

Τοξικός

Η λέξη τόξον προέρχεται κατά μία άποψη από τον μέλλοντα του ρήματος τυγχάνωτεύξομαι. Μία δεύτερη το θέλει σκυθικής προέλευσης με πιθανό πρόγονο το δέντρο taxus, από το οποίο πιθανόν κατασκεύαζαν τα όπλα τους (τα τόξα).

Τα αρχαία χρόνια άλειφαν με δηλητήριο τις αιχμές των βελών, ώστε να είναι αποτελεσματικότερα. Τα βέλη εκτοξεύονταν με τη βοήθεια του τόξου, εναντίον κάθε εχθρού. Τοξικόν φάρμακον ήταν λοιπόν το δηλητήριο.

Με τον καιρό έπαψε να χρησιμοποιείται η λέξη φάρμακον. Εκτοπίστηκε το ουσιαστικό και παρέμεινε το επίθετο, αφού ουσιαστικοποιήθηκε.

Τοξικός έμεινε να σημαίνει αυτόν που προκαλεί δηλητηρίαση και ας έχει εντελώς ξεχαστεί η αρχαία εποχή με τα τόξα και τα βέλη.

Άλλες λέξεις: τοξεύω, τοξευτής, τοξότης, τοξίνωση, εκτοξεύω, αποτοξίνωση, τοξικολογία, τοξικομανής. Έχουμε επίσης τα τοξικά υγρά, τοξικά αέρια, τοξικά απόβλητα.

kosmima

Τούμπα

Το μικρό χωμάτινο βουναλάκι πάνω από έναν τάφο, λέγεται τύμβος και η λέξη προέρχεται από τη λέξη τάφος με μια διαδρομή γλωσσικών μεταλλάξεων (τάφοςτάβοςτύβοςτύμβος). Αργότερα δήλωνε τους μεγαλοπρεπείς τάφους.

Επιτύμβιες στήλες είναι οι ανάγλυφες πλάκες που τιμούν, στολίζουν και καταδεικνύουν τον τόπο ταφής του νεκρού.

Τυμβωρύχοι ονομάζονται όσοι ανασκάπτουν τους αρχαίους τάφους και κλέβουν κτερίσματα και αναθήματα.

Τούμπα είναι μια λέξη αντιδάνεια. Πρόκειται για τη λέξη τύμβος, που μετονομάστηκε tumba στα λατινικά και γύρισε πίσω, εμπλουτισμένη με καινούργια νοήματα.

Υπάρχουν πολλές τούμπες στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, λοφίσκοι δηλαδή, αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, αλλά και η γνωστή περιοχή της ίδιας πόλης, Άνω Τούμπα.

Η ολόκληρη περιστροφή του σώματος με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω, δίνοντας την εικόνα ενός μικρού λόφου, λέγεται τούμπα, αλλά και κωλοτούμπα. Τουμπάρω είναι το αντίστοιχο ρήμα.

Τουμπανιάζω σημαίνει φουσκώνω (όπως φουσκωμένος είναι ο ανυψωμένος λοφίσκος) και τούμπανο το παραφουσκωμένο σε υπερβολή.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα λέξη, αντιδάνεια και αυτή, είναι σχετική με τον τύμβο - τούμπα cata + tumba που σήμαινε στα λατινικά κοντά στους τάφους. Τροποποιήθηκε σε catacumba και ελληνοποιήθηκε ως κατακόμβη.

Η λέξη τύμπανο, παρόλο που μοιάζει, δεν έχει σχέση με τον τύμβο. Προέρχεται από το ρήμα τύπτω (= κτυπώ).

kosmima

Ύλη

Δασέα ύλη, αναφέρεται μεταξύ άλλων στα ομηρικά έπη, εννοώντας το δάσος. Το δάσος, δηλαδή, με τη σημερινή έννοια, δεν είναι άλλο από το επίθετο δασύς (= πυκνός), που προσδιόριζε το ουσιαστικό ύλη, το οποίο με τη σειρά του κατεδείκνυε τη δασική ξυλεία, σε αντιδιαστολή με τα άλλα δέντρα, δηλαδή τα καρποφόρα.

Από τις λέξεις δασύς και δάσος, έχουμε τη δασεία, αυτό το ξεχασμένο πνεύμα που λεγόταν έτσι, γιατί αποδιδόταν με παχιά (πυκνή, δασεία) προφορά. Η ελληνική γλώσσα κατάργησε τη δασεία, οι λατινογενείς όμως τη θυμούνται με σεβασμό και την έχουν διατηρήσει ως h, παρόλο που για εκείνες δεν σημαίνει κάτι. History, method, hagiography, harmony, heroism, hypnotism, horizon, horoscope, είναι ένα μικρό μόνον δείγμα.

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι η ξυλεία, σ’ εκείνα τα μακρινά χρόνια, αποτελούσε κατά κύριο λόγο την ύλη, μπορούμε αβίαστα να συμπεράνουμε και να κατανοήσουμε για ποιον λόγο εξελίχτηκε η σημασία της στην τωρινή της έννοια.

Μπορεί στις μέρες μας να μην έχει η λέξη ύλη της αρχική της σημασία, του δάσους, αλλά η λέξη υλοτόμος μας τη θυμίζει.

Εξ + ύλης. Έχει εξαχθεί από την ύλη, από το δάσος, και είναι προϊόν του: Το ξύλο.

Άλλες λέξεις: Ύλη: υλικό, υλισμός, άυλος, διύλιση, υλοποίηση.

Ξύλο: ξυλεία, σύξυλος, ξυλοκόπος, ξυλαποθήκη, ξυλέμπορος, ξυλόγλυπτο, ξυλοδεσιά, ξυλουργός, ξυλοφορτώνω.

kosmima

Υπηρέτης

Το ρήμα ερέσσω σημαίνει κωπηλατώ και από το θέμα του -ερε- σχηματίζονται σχετικές λέξεις:

Ερέτης είναι ο κωπηλάτης και χρειάζονταν πολλοί στα αρχαία χρόνια για τις τριήρεις (κωπήλατα πλοία με τρεις σειρές κουπιών). Σκληρή δουλειά για την οποία, βέβαια, χρησιμοποιούσαν δούλους. Υπήρχαν και οι βοηθοί των κωπηλατών, των ερετών και αυτοί λέγονταν υπό + ερέτεςυπηρέτες. Η σκληρή και βοηθητική δουλειά που έκαναν οι ερέτες και οι υπηρέτες, επεκτάθηκε σε σημασία και προς άλλες ειδικότητες κι έτσι βρίσκουμε τη λέξη να χρησιμοποιείται γενικώς για βοηθητική σκληρή δουλειά, αλλά και για παροχή υπηρεσιών τελικά.

Άλλες λέξεις: Ερέτρια, υπηρέτης, εξυπηρετώ, προϋπηρεσία, υπηρεσιακός.

kosmima

Ύπνος

Γιος της Νύχτας, αδελφός του Μορφέα και δίδυμος αδελφός του Θανάτου, ο Ύπνος είναι μια γλυκιά παρουσία. Γεννήθηκε φτερωτός και προσεγγίζει με τρυφερότητα τους θνητούς. Μήπως σ’ αυτόν τον μικρό φτερωτό θεό, δεν απευθύνονταν μέχρι πρόσφατα οι μητέρες (χωρίς να το γνωρίζουν καν), νανουρίζοντας τα μωρά τους με το «ύπνε, που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο. Μικρό-μικρό σου το ‘δωσα, μεγάλο φέρε μού το»; Επίσης πολλές φορές λέμε με πήρε ο ύπνος αντί αποκοιμήθηκα. Τι εννοούμε λοιπόν; Δεν είναι κατάλοιπο εκείνου, του φτερωτού Ύπνου;

Ο αδελφός του Ύπνου, ο Μορφέας, ονομάστηκε έτσι από τις πολλές και διαφορετικές μορφές με τις οποίες παρουσιαζόταν στα όνειρα. Έχει διασωθεί και για εκείνον μια φράση «αυτός βρίσκεται τώρα εις τας αγκάλας του Μορφέως», δηλαδή κοιμάται τόσο βαθιά, που βλέπει και όνειρα.

Όποιος δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου, είναι ξε + ύπνος ξύπνιος και τελικά, όποιος στην ξύπνια του κατάσταση, βρίσκεται σε εγρήγορση και με πνεύμα κοφτερό, λέμε ότι είναι έξυπνος.

Άλλες λέξεις: Ύπνος: υπνηλία, αϋπνία, αγρυπνώ (κοιμάμαι στους αγρούς, άρα λίγο, λόγω θορύβων και φόβου), υπναράς, ύπνωση, υπνωτικό, αφύπνιση, ξύπνημα, ξυπνητήρι, επαγρυπνώ, υπνοβάτης, υπνοδωμάτιο, υπνωτισμός, βραχνάς (από βαρύς + ύπνοςβαρυπνάςβαρυφνάςβαρυχνάςβραχνάς).

Μορφέας (με πιθανή ετυμολογική εξήγηση να προέρχεται από το μέρφος, που σημαίνει αστραφτερό, λαμπερό): μορφή, μορφάζω, μόρφωμα, μόρφωση, άμορφος, πολύμορφος, μορφωμένος, μορφίνη (αντιδάνεια λέξη από τα γαλλικά), όμορφος Ευ + μόρφος έμορφοςόμορφος), αναμορφώνω, διαμορφώνω, επιμόρφωση, συμμόρφωση, ιδιόμορφος, ομοιομορφία, πανέμορφος, μορφονιός.

kosmima

Ύφος

Υφαίνω είναι το αρχικό ρήμα. Στήνω το στημόνι στον αργαλειό και αρχίζω να περνώ το υφάδι για να υφάνω το ύφασμα. Ο τρόπος της ύφανσης είναι η υφή.

Με τον ίδιο τρόπο ο καθένας μας υφαίνει πάνω στο ατομικό του στημόνι με την αόρατη σαΐτα της ψυχής και του μυαλού του, το προσωπικό του ύφος. Υφαίνει τον δικό του τρόπο συμπεριφοράς με τα πλουμιστά κεντίδια του ψυχισμού, των συναισθημάτων, των θέσεων και των προθέσεών του. Υφαίνει και δημιουργεί το ύφος του. Έτσι απαράλλαχτα, διαμορφώνει και ο καλλιτέχνης το δικό του στυλ, το καλλιτεχνικό του ύφος και ο συγγραφέας το προσωπικό του ύφος γραφής.

kosmima

Φάρμακο

Η λέξη φάρμακο δεν έχει βέβαιη ετυμολογική εξήγηση. Μία εικασία θεωρεί ότι προέρχεται από το ρήμα φάρω (το δωρικό φέρω) + μαγμός (= κάθαρση

Αρχικά σήμαινε το θεραπευτικό βότανο. Τα βότανα όμως έχουν και άλλες ιδιότητες. Μπορεί να είναι και δηλητηριώδη. Έτσι, το υποκοριστικό της λέξης φάρμακο, που είναι φαρμάκιονφαρμάκι, δηλώνει το δηλητήριο.

Το ρήμα φαρμακώνω δηλώνει: χρησιμοποιώ κάποια φαρμακευτική ουσία ως δηλητήριο, αλλά και ασκώ μαγεία.

Αντίθετα από το φάρμακο, η λέξη ίαμα, έχει καθαρά και μόνο θεραπευτική σημασία. Η Ιασώ, κόρη του Ασκληπιού και θεότητα της θεραπείας, ακριβώς αυτό εκφράζει. Η ίαση είναι η επιθυμητή έκβαση για κάθε ασθενή και ο ιατρός, ο γνώστης του τρόπου επαναφοράς της υγείας του, θυμίζουν ακριβώς τη λέξη ίαμα.

Η ιατρική είναι η τέχνη της θεραπείας και το ιατρικόγιατρικό, το μέσον για την επίτευξη του σκοπού της (βλέπε και λήμμα «γεια».

kosmima

Φθινόπωρο

Η λέξη φθινόπωρο είναι σύνθετη. Οπώραι στην αρχαία μας γλώσσα σημαίνει τα φρούτα. Όπι (έπειτα) + ώρα (= στην ώρα του, ώριμο) ή, κατά άλλη εκδοχή οπός + ώρα (= ώριμο).

Οπωροπωλείο είναι το μανάβικο και οπωρικά το εμπόρευμά του.

Το ρήμα φθίνω προέρχεται από το φθείρω, με αποβολή του ρ και σημαίνει ελαττώνομαι, μαραίνομαι, χάνομαι, καταστρέφω.

Από εκεί έχουμε και τη λέξη φθίση, εννοώντας τη φυματίωση.

Η εποχή του χρόνου, τότε που μαραίνονται, που φθίνουν τα φρούτα (αι οπώραι), ονομάστηκε φθινόπωρο.

kosmima

Φρόνιμος

Φρην - φρενός στην αρχαία ελληνική είναι το μυαλό, η φρόνηση. Στην ομηρική γλώσσα θεωρούνταν αι φρένες ως έδρα του συναισθηματικού μας κόσμου και των νοητικών λειτουργιών.

Φρονώ σημαίνει σκέπτομαι. Δεν είμαι φρενοβλαβής, ούτε παράφρονας για το φρενοκομείο, αλλά έχω σώας τας φρένας.

Φρενίτιδα, σχιζοφρένεια, παραφροσύνη είναι βαριές ψυχικές ασθένειες. Δεν περιφρονώ όμως αυτούς τους ανθρώπους, δεν είναι σωστό να ζουν στην καταφρόνια.

Άλλες λέξεις: εξωφρενικός, έξω φρενών, εχέφρων (= αυτός που έχει νου, ο συνετός), φρόνηση, φρόνημα, φρονιμάδα, φρονιμίτης, άφρων, καταφρόνηση, ξέφρενος, αβροφροσύνη, αλλοφροσύνη, εξωφρενικός, ευφροσύνη, χειρόφρενο.

kosmima

Φρυκτωρία

Φρυκτωρίες ήταν οι πυργοειδείς κατασκευές από όπου στέλνονταν οπτικά μηνύματα. Γνωστές ήταν οι φρυκτωρίες ήδη από τον καιρό του Τρωικού πολέμου. Το μήνυμα της άλωσης της Τροίας, έφτασε στον κεντρικό κορμό της μυκηναϊκής Ελλάδας μέσω των φρυκτωριών σε 24 ώρες. Κατά τον δεύτερο αιώνα π.Χ. εξελίχθηκαν τόσο, ώστε να μπορούν να στέλνουν συγκεκριμένα μηνύματα με κωδικοποιημένη την αλφάβητο.

Φρυκτός σημαίνει δαυλός, πυρσός. Είναι ρηματικό επίθετο του ρήματος φρύγω και σημαίνει ξεροψημένος, καψαλισμένος, καβουρδισμένος.

Ορώ είναι το δεύτερο συνθετικό της λέξης και γνωρίζουμε τι σημαίνει: βλέπω. Το ωμέγα με το οποίο γράφεται η λέξη φρυκτωρία έχει προκύψει από «έκταση του αρχικού φωνήεντος εν συνθέσει».

Φρυκτωρός, λοιπόν είναι εκείνος που επιβλέπει και προσέχει τους δαυλούς, για να δώσει ή να λάβει σήμα, ο φρυκτωρός.

Από το ρήμα φρύγω προκύπτουν οι λέξεις: φρύγανο, φρυγανιά, φρυγανίζω, έφρυξα.

kosmima

Φτερό

Τα πετεινά του ουρανού δεν είναι άλλα από τα πετούμενα, τα πουλιά, τα πτηνά.

Πετεινός (από το ρήμα πέτομαι) έμεινε να λέγεται μόνον ο κόκορας, που τελικά επικράτησε η ηχομιμητική του ονομασία (κο -κο)

Στα ακόμη παλαιότερα χρόνια ο πετεινός ονομαζόταν αλέκτωρ, σε ανάμνηση του Αλεκτρύωνα, συντρόφου του θεού Άρη. Αυτόν εμπιστευόταν ο θεός, να φρουρεί την πόρτα του δωματίου, όταν επισκεπτόταν κρυφά την ερωμένη του, την Αφροδίτη. Τους ειδοποιούσε μόλις εμφανιζόταν ο Ήλιος με το άρμα του. Κάποια φορά όμως, τον Αλεκτρύωνα τον πήρε ο ύπνος. Είδε το παράνομο ζευγάρι ο Ήλιος και το μαρτύρησε στον νόμιμο σύζυγο της Αφροδίτης, τον Ήφαιστο. Ο Άρης θύμωσε πολύ με τον φίλο του και τον μεταμόρφωσε σε αλέκτορα (κόκορα). Τον επιφόρτισε, σε αιώνια τιμωρία, με το να είναι υποχρεωμένος κάθε πρωί να αναγγέλλει την ανατολή του ήλιου.

Τα πετεινά έγιναν πτηνά. Δεν μεταχειριζόμαστε αυτούσια τη λέξη, αλλά με διάφορες συνθέσεις, αναγκαζόμαστε να τη θυμόμαστε.

Άλλες λέξεις: αναπτερώνω, πτηνοτροφείο, πτηνοτρόφος, πέταγμα, πετώ, πτήση, πτητικός, πτέραρχος, πτέρυγα, πτερύγιο, πτητικότητα, φτερό (από το πτερό), φτέρωμα, φτερούγα, φτερούγισμα, φτεροκόπημα, φτερουγίζω, γοργόφτερος.

Πτερόν στην αρχιτεκτονική οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν την κιονοστοιχία. Πρόστυλος ήταν ο ναός που είχε στύλους (κίονες) σε μία μόνο όψη, στην πρόσοψη. Όταν είχε γύρω γύρω κίονες, λεγόταν περίπτερος ναός ή περίστυλος. Το σημερινό περίπτερο δεν έχει, βέβαια, κίονες, είναι όμως ανοιχτό από παντού και περίβλεπτο

Στα πετεινά του ουρανού ανήκουν και τα μεγάλα πουλιά, οι όρνιθες, τα όρνεα, τα όρνια (από το ρήμα όρνυμι, που σημαίνει ότι σηκώνεται από τη γη, πετάει). Παρόμοιο πουλί, αλλά εξημερωμένο, είναι η όρνιθα (η κότα). Μπορεί σήμερα να έχει επικρατήσει η ηχομιμητική λέξη (κο-κο-κο), έχουν παραμείνει όμως κάποιες σύνθετες λέξεις που μας θυμίζουν το αρχαίο της όνομα: ορνιθοτροφείο, κουτορνίθι, ορνιθοσκαλίσματα.

kosmima

Φωτιά

Φάος - φως είναι η αρχαιοελληνική λέξη που εκφράζει τη φωτεινότητα, τη λαμπρότητα. Ο Φαέθων οδηγούσε το άρμα του Ήλιου και φαεινή λέμε μια πολύ καλή ιδέα που ήρθε ξαφνικά στον νου μας και μας φώτισε.

Φωτιά, φωτίζω, φωτεινός παράγονται από τη λέξη φως. Και ο φωσφόρος ομόρριζο είναι (= φέρει φως. Όταν φωτιστεί για λίγο από κάποια φωτεινή πηγή, συνεχίζει να εκπέμπει φως).

Η μετοχή φάων - φων αρχαιότερου ρήματος συναντάται ως δεύτερο συνθετικό ορισμένων ονομάτων και σημαίνει ότι λάμπει αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό, π.χ. Ξενοφών. Συναντάται επίσης ως δεύτερο συνθετικό με τη μορφή -φως και -φωτος, π.χ. από το φως: λυκόφως, σεληνόφως και από το -φωτος: αστερόφωτος, ετερόφωτος, πολύφωτος.

Άλλες λέξεις: φωστήρας, φωτόνιο, φαιδρός.

Πυρ σημαίνει φωτιά στα αρχαία ελληνικά. Όταν το πυρ γίνει ανεξέλεγκτο, μαίνεται πυρκαγιά και σπεύδουν οι πυροσβέστες με τις πυροσβεστικές αντλίες στο πι και φι (π.φ. = πυροσβεστική φωλεά). Μερικές φορές έχουμε αναζωπύρωση της φωτιάς. Πολλές πυρκαγιές ξεκινούν από λάθη, ή από τις χωματερές. Μπορεί όμως να ευθύνεται και κάποιος πυρομανής. Πού και πού ακούμε ότι πυροτεχνουργοί πυροδοτούν εκρηκτικό μηχανισμό κάτω από τον έλεγχό τους. Πυρ και μανία γινόμαστε όταν θυμώνουμε πολύ.

Πυρίμαχα ονομάζουμε τα υλικά που αντέχουν σε υψηλές θερμοκρασίες.

Πυρετό έχουμε όταν αρρωσταίνουμε και πυρετώδεις είναι οι ρυθμοί μας όταν ετοιμάζουμε κάτι βιαστικά.

Πυραμίς (πυρ + αμίς = το οποίο καταρχάς σημαίνει ουροδοχείο και τελικά γενικά το δοχείο). Μπορεί να ειπωθεί ότι είναι το δοχείο που μαζεύει την ηλιακή ενέργεια, αν θυμηθούμε ότι το πυρ θεωρήθηκε ένα από τα γενεσιουργά στοιχεία των προσωκρατικών.

Ας τελειώσουμε όμως με μια ωραία εικόνα και ας φανταστούμε έναν όμορφο αγκαθωτό θάμνο με κατακόκκινους σαν φωτιά καρπούς: τον πυράκανθο.

Άλλες λέξεις: πυρσός πυρρός (αυτός που έχει το χρώμα της φωτιάς). Από τον πυρρό παράγεται και το όνομα Πύρρος (= κοκκινομάλλης), ο γνωστός βασιλιάς της Ηπείρου και από εκείνον η «πύρρειος νίκη» (= νίκη μεν, αλλά με μεγάλες απώλειες). Πυρρίχιος (= πολεμικός χορός).

Άλλες λέξεις: πυροβασία, πυρίτιδα, πύραυλος, πυρασφάλεια, λιοπύρι, πυροβόλο, πυρογραφία, πυροσβεστήρας, πυροστιά, πυροφάνι, πυρπόληση, αντιπυρικός, αντιπυρετικός, εμπύρετος.

kosmima

Χάδι

Όταν η μητέρα νανουρίζει με απαλά τραγούδια, με γλυκούς ήχους και νανουρίσματα το μωρό της, του τραγουδά απαλούς ήχους. Το ψιλοτραγούδισμα λεγόταν ηχάδιον (από τον ήχο) → το ηχάδι → το χάιδι → το χάδι. Επειδή προφανώς, συγχρόνως με το ηχητικό νανούρισμα, το άγγιζε με τρυφερότητα, η λέξη αντικατέστησε απολύτως την προηγούμενη σημασία της και χάδι πια εννοούμε το τρυφερό άγγιγμα. Από εκεί παράγεται και το ρήμα χαϊδεύω.

Ηχώ ονομαζόταν μια Νύμφη που αγάπησε ο Πάνας. Μη μπορώντας όμως να την κάνει δική του, τρέλανε τους τσοπάνηδες που βρίσκονταν εκεί κοντά κι εκείνοι την κατακρεούργησαν, θεωρώντας την θήραμα. Τίποτε δεν απέμεινε από την κοπέλα. Επέζησε μόνον η φωνή της, η ηχώ.

Άλλες λέξεις: ήχος, ηχείο, κατήχηση, άηχος, αντήχηση, απόηχος, εύηχος, κακόηχος, ηχογράφηση, ηχομόνωση, ηχορύπανση, υπέρηχος, αχολογώ.

kosmima

Ψυχή

Ο Απουλήιος (2ος μ.Χ. αιώνας) στις «Μεταμορφώσεις» του παραθέτει τον μύθο του Έρωτα και της Ψυχής: Μια πανέμορφη βασιλοπούλα, η Ψυχή, δοξάστηκε από τον κόσμο για την ομορφιά της, πράγμα που εξόργισε τη θεά της ομορφιάς, Αφροδίτη και προσπάθησε να πάρει εκδίκηση. Πρόσταξε τον γιο της, τον Έρωτα, να τη στοχεύσει και να την κάνει να ερωτευτεί τον πιο άσχημο, ανάξιο και γέρο άντρα. Ο Έρωτας όμως την παράκουσε, γιατί την αγάπησε ο ίδιος. Και τότε άρχισαν τα βάσανα της Ψυχής.

Οι περιπέτειες της Ψυχής την οδήγησαν μέχρι τον Κάτω Κόσμο και τελικά κατάφερε ο Έρωτας να συγκληθεί το θεϊκό συμβούλιο, ώστε να πεισθεί η Αφροδίτη για την αγάπη του και να συγκατανεύσει για τον γάμο. Ο Έρωτας και η Ψυχή παντρεύτηκαν και από τότε η Ψυχή έγινε αθάνατη.

Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολύ απλοποιημένο και εκλαϊκευμένο μύθο, αλλά με ευρύτατη φιλοσοφική διάσταση. Παρουσιάζει την «οδύσσεια» της ψυχής, από την ενσάρκωση μέχρι την αποθέωσή της.

Η Ψυχή απεικονίζεται στην τέχνη με ωραία φτερά πεταλούδας, την οποία ονόμασαν και ψυχή, καταδεικνύοντας τον φιλοσοφικό απόηχο με τον παραλληλισμό αυτόν. Όπως η άχαρη κάμπια φυλακίζεται στο κουκούλι και βγαίνει μετά από καιρό μεταμορφωμένη σε πανέμορφη πεταλούδα, έτσι και ο άνθρωπος. Πεθαίνοντας αποκτά την αιώνια ζωή.

Ψύχω σημαίνει πνέω, φυσώ (καμία σχέση με το ψύχω = παγώνω). Η ψυχή έχει την έννοια της πνοής, της ανάσας, της ζωής. Σύντομα συνδέθηκε η ψυχή με την αρχαία πεποίθηση περί της άυλης ουσίας, που εγκαταλείπει το σώμα με τον θάνατο (ψυχομαχώ, ψυχορραγώ).

Αργότερα, στους Τραγικούς, στη φιλοσοφία, αλλά και στο Ευαγγέλιο, συναντάμε τη λέξη με τη βασική σημερινή σημασία: ψυχή είναι η ουσιαστική και ξεχωριστή προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου. Είναι ο εσώτερος εαυτός μας, η θεϊκή μας πνοή.

Άλλες λέξεις: ψυχικός, ψυχισμός, αναψυχή, εμψυχώνω, λιποψυχώ (αόριστος β’ του ρήματος λείπω → έ-λιπ-ον + ψυχή), μεγαλχόψυχος, ψυχαγωγός, ψυχοφθόρος, μετεμψύχωση, ξεψυχώ, ομοψυχία, εφτάψυχος, κακόψυχος, σώψυχα (εσώψυχα).

kosmima

Ωδείο

Αείδω(= τραγουδώ, υμνώ) είναι το αρχικό ρήμα και με συναίρεση → άδω (ψάλλω, υμνώ). Από εκεί έχουμε το ουσιαστικό αοιδήωδή (λυρικό ποίημα, άσμα).

Ωδείο είναι η γνωστή μας μουσική σχολή. Με τη λέξη ωδική εννοούμε το μάθημα της ωδικής, της μουσικής και ωδικά είναι τα γλυκόλαλα πουλιά.

Αοιδούς ονόμαζαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι στα χρόνια του Ομήρου, τους ραψωδούς, οι οποίοι με τη λύρα τους συνόδευαν τα άδματαάσματα που απήγγειλλαν.

Ωδές έγραψαν οι λυρικοί ποιητές. Ωδές έψαλλαν οι ακόλουθοι του Διονύσου στις γιορτές του θεού, μεταμφιεσμένοι σε τράγους, το ιερό ζώο του Διόνυσου. Έτσι, σιγά σιγά και με τις διθυραμβικές παραστάσεις, τη συνεισφορά του Αρίωνα και του Θέσπη, ανέτειλε η τραγωδία (τράγος + ωδή) που μεσουράνησε καθ’ όλη την αρχαιότητα. Ακόμη και σήμερα θεωρείται κλασικό και ποιοτικό θέαμα.

Από τη λέξη τραγωδία παράγεται και το τραγούδι.

Άλλες λέξεις: τραγουδοποιός, παρατράγουδο, τραγουδιστής, διεκτραγωδώ, θρηνωδώ, μελωδία, μελωδικότητα, παρωδία, προσωδία, συνάδει.

kosmima

Ώρα

Κόρες του Δία και της Θέμιδας, οι Ώρες, ήταν τρεις: η Ευνομία (νομιμότητα και τήρηση των νόμων), η Δίκη (δικαιοσύνη και ισονομία) και η Ειρήνη. Ήταν θεότητες της φύσης και συμβόλιζαν τα δώρα που η φύση παρέχει στους ανθρώπους. Τα μοιράζουν κατά τη σωστή εποχή και φροντίζουν να κυριαρχεί ανάμεσα στους ανθρώπους δικαιοσύνη και ισονομία.

 Ο τύπος των Ωρών μεταμορφώθηκε κατά την Ελληνιστική εποχή. Προστέθηκε άλλη μία και αντιπροσώπευαν πλέον τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Ακόμη αργότερα, πολλαπλασιάστηκαν και προσδιόριζε η κάθε μία τους, την υποδιαίρεση του ημερονυκτίου και προσωποποίησαν τις είκοσι τέσσερις ώρες. Όταν αντιπροσώπευαν κυρίως τις εποχές του χρόνου, φρόντιζαν τα φρούτα και τους καρπούς να μεστώνουν στην ώρα τους, να ωριμάζουν σωστά. Να γίνονται ώριμοι οι καρποί και να μη μένουν άωροιάγουροι.

Η συσκευή που μας δείχνει την ώρα της ημέρας λέγεται ωρολόγιονωρολόγιρολόγιρολόι.

Άλλες λέξεις: ωριαίο, ωράριο, ωριμότητα, ωρίμανση, αγουρίδα, αγγούρι, αγόρι, αγουροξυπνημένος, νωρίς (ενωρίς), προσωρινός, προσώρας, πρόωρος, τώρα (εν τη ώρα ταύτηεν τη ώρατώρα), υπερωρία, εξωραϊσμός, ανώριμος, πολύωρος, ωροδείκτης, ωρομίσθιο, πανώριος, ωραιοπάθεια, ωραιοποιώ.

 

 

 

 

 

 

 


Βιβλιογραφία

 

bullet

Μέγα λεξικό, Δημητράκου

bullet

Σταματάκου, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

bullet

J. B. Hofmann, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής

bullet

Στ. Βασδέκη, Ετυμολογικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας

bullet

Liddell Scott, Κωνσταντινίδου, Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

bullet

Τριανταφυλλίδη, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

bullet

Ευσταθίου, Index in Eustathii Commenta in Homeri Iliadem et Odysseam

bullet

Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Αντίστροφο Λεξικό της Νέας Ελληνικής

bullet

Lexigram, Λεξικό Ομόρριζων και Ετυμολογίας, από το διαδίκτυο

bullet

Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (διαδίκτυο)

bullet

Μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών

bullet

Κ. Λουκόπουλου, Για όλα υπάρχει ένας μύθος

bullet

Κ. Λουκόπουλου, Εγχειρίδιο Μυθικών Πλασμάτων