|
Στίχοι 626-780 Σύγκρουση
Αίμονα και Κρέοντα
Ο Αίμονας αντιπροσωπεύει
την ανθρώπινη φύση, στηρίζεται στην
κοινή γνώμη και ζητά από τον πατέρα του
να μην είναι τόσο τυραννικός· πρέπει να
ακούει και καμιά διαφορετική γνώμη. Τα
συνετά λόγια του Αίμονα δε θα
καταφέρουν να μεταπείσουν τον Κρέοντα,
αλλά θα τον εξοργίσουν ακόμη πιο πολύ
(Έρχεται
ο Αίμονας από
τη δεξιά πάροδο.)
ΧΟΡΟΣ
|
Ὅδε
μὴν Αἵμων, παίδων τῶν
σῶν
νέατον
γέννημ'· ἆρ' ἀχνύμενος
[τῆς
μελλογάμου νύμφης]
τάλιδος
ἥκει μόρον Ἀντιγόνης,
ἀπάτας
λεχέων ὑπεραλγῶν;
630
|
Ο
κορυφαίος βλέποντας τον Αίμονα να
έρχεται διερωτάται για τις
προθέσεις του
|
ΚΡΕΩΝ
|
Τάχ'
εἰσόμεσθα μάντεων
ὑπέρτερον.
Ὦ
παῖ, τελείαν ψῆφον ἆρα
μὴ κλύων
τῆς
μελλονύμφου πατρὶ
λυσσαίνων πάρει;
ἢ
σοὶ μὲν ἡμεῖς πανταχῇ
δρῶντες φίλοι;
|
Αντίθετες
οι εκτιμήσεις του χορού και του
Κρέοντα για τη στάση που θα
κρατήσει ο Αίμονας
|
ΑΙΜΩΝ
|
Πάτερ,
σός εἰμι καὶ σύ μοι
γνώμας ἔχων 635
χρηστὰς
ἀπορθοῖς, αἷς ἔγωγ'
ἐφέψομαι.
Ἐμοὶ
γὰρ οὐδεὶς ἀξιώσεται
γάμος
μείζων
φέρεσθαι σοῦ καλῶς
ἡγουμένου.
|
Πατέρα
είμαι δικός σου κι εσύ με
καθοδηγείς με τις καλές σου
συμβουλές, που εγώ θα ακολουθήσω.
γιατί εγώ δε βάζω κανένα γάμο πάνω
απ' τη δική σου συνετή καθοδήγηση
|
ἀπορθοῖς:
Οριστική για τον Κρέοντα, ευκτική για
τον Αίμονα
ἡγουμένου:
ἐπεὶ ἡγεῖ ή ἐὰν
ἡγῇ: Η διφορούμενη μετοχή (υποθετική
για τον Αίμονα, αιτιολογική για τον
Κρέοντα) δημιουργεί τραγική ειρωνεία.
Ο Αίμονας
απαντά με τρόπο διφορούμενο. Μετά την
αρχική του οργή για την απόφαση του
πατέρα του με συνετό τρόπο προσπαθεί να
του αλλάξει γνώμη, να τον κάνει να
ανακαλέσει τη σκληρή απόφασή του.
ΚΡΕΩΝ
|
Οὕτω
γάρ, ὁ παῖ, χρὴ διὰ
στέρνων ἔχειν,
γνώμης
πατρῴας πάντ' ὄπισθεν
ἑστάναι.
640
Τούτου
γὰρ οὕνεκ' ἄνδρες
εὔχονται γονὰς
κατηκόους
φύσαντες ἐν δόμοις
ἔχειν,
ὡς
καὶ τὸν ἐχθρὸν
ἀνταμύνωνται κακοῖς
καὶ
τὸν φίλον τιμῶσιν ἐξ
ἴσου πατρί.
Ὅστις
δ', ἀνωφέλητα φιτύει
τέκνα
645
τί
τόνδ' ἂν εἴποις ἄλλο
πλὴν αὑτῷ πόνους
φῦσαι,
πολὺν δὲ τοῖσιν
ἐχθροῖσιν γέλων;
Μὴ
νύν ποτ', ὁ παῖ, τὰς
φρένας γ' ὑφ' ἡδονῆς
γυναικὸς
οὕνεκ' ἐκβάλῃς, εἰδὼς
ὅτι
ψυχρὸν
παραγκάλισμα τοῦτο γίγνεται,
650
γυνὴ
κακὴ ξύνευνος ἐν δόμοις.
Τί γὰρ
γένοιτ'
ἂν ἕλκος μεῖζον ἢ
φίλος κακός;
Ἀλλὰ
πτύσας ὡσεί τε δυσμενῆ
μέθες
τὴν
παῖδ' ἐν Ἅιδου τήνδε
νυμφεύειν τινί.
Ἐπεὶ
γὰρ αὐτὴν εἷλον
ἐμφανῶς ἐγὼ
655
πόλεως
ἀπιστήσασαν ἐκ πάσης μόνην,
ψευδῆ
γ' ἐμαυτὸν οὐ καταστήσω
πόλει,
ἀλλὰ
κτενῶ. Πρὸς ταῦτ'
ἐφυμνείτω Δία
ξύναιμον·
εἰ γὰρ δὴ τά γ' ἐγγενῆ
φύσει
ἄκοσμα
θρέψω, κάρτα τοὺς ἔξω
γένους.
660
Ἐν
τοῖς γὰρ οἰκείοισιν
ὅστις ἔστ' ἀνὴρ
χρηστός,
φανεῖται κἀν πόλει
δίκαιος ὤν.
Ὅστις
δ' ὑπερβὰς ἢ νόμους
βιάζεται
ἢ
τοὐπιτάσσειν τοῖς
κρατύνουσιν νοεῖ,
οὐκ
ἔστ' ἐπαίνου τοῦτον
ἐξ ἐμοῦ τυχεῖν.
665
Ἀλλ'
ὃν πόλις στήσειε, τοῦδε
χρὴ κλύειν
καὶ
σμικρὰ καὶ δίκαια καὶ
τἀναντία.
Καὶ
τοῦτον ἂν τὸν ἄνδρα
θαρσοίην ἐγὼ
καλῶς
μὲν ἄρχειν, εὖ δ' ἂν
ἄρχεσθαι θέλειν,
δορός
τ' ἂν ἐν χειμῶνι
προστεταγμένον
670
μένειν
δίκαιον κἀγαθὸν
παραστάτην.
Ἀναρχίας
δὲ μεῖζον οὐκ ἔστιν
κακόν·
αὕτη
πόλεις ὄλλυσιν, ἥδ'
ἀναστάτους
οἴκους
τίθησιν, ἥδε συμμάχου
δορὸς
τροπὰς
καταρρήγνυσι· τῶν δ'
ὀρθουμένων
675
σῴζει
τὰ πολλὰ σώμαθ' ἡ
πειθαρχία.
Οὕτως
ἀμυντέ' ἐστὶ τοῖς
κοσμουμένοις,
κοὔτοι
γυναικὸς οὐδαμῶς
ἡσσητέα·
κρεῖσσον
γάρ, εἴπερ δεῖ, πρὸς
ἀνδρὸς ἐκπεσεῖν,
κοὐκ
ἂν γυναικῶν ἥσσονες
καλοίμεθ' ἄν.
680
|
Έτσι,
παιδί μου, πρέπει να σκέφτεσαι,
πάντα να ακολουθείς την πατρική
γνώμη. Γι' αυτό άλλωστε εύχονται οι
άνθρωποι να αποχτούν και να 'χουν
πειθαρχικά παιδιά στο σπίτι, για να
μπορούν τον εχθρό να εκδικούνται
και το φίλο εξίσου όπως κι ο
πατέρας να τιμούν. Μα όποιος φέρνει
στον κόσμο άχρηστα παιδιά, τι άλλο
θα του πεις παρά πως γέννησε στον
εαυτό του βάσανα και στους εχθρούς
του περίγελο μεγάλο; Μη χάσεις
λοιπόν ποτέ τα λογικά σου, γιε μου,
από τον πόθο κάποιας γυναίκας, με
την επίγνωση ότι είναι κρύο τ'
αγκάλιασμα —κακή γυναίκα σαν
έχεις στο σπίτι σου για σύζυγο.
Γιατί ποια πληγή μπορεί να 'ναι
μεγαλύτερη από τον κακό το φίλο;
Αλλά αφού περιφρονήσεις αυτήν την
κόρη σαν εχθρό σου, στείλε την στον
Άδη να παντρευτεί με κάποιον άλλο.
Κι αφού μόνη αυτή απ' όλη την πόλη
έπιασα εγώ φανερά να παραβαίνει τη
διαταγή μου, δε θ' αποδειχτώ ψεύτης
μπροστά στους συμπολίτες μου αλλά
θα τη σκοτώσω. Γι' αυτά ας φωνάζει
κι ας επικαλείται το Δία τον
προστάτη της συγγένειας· γιατί αν
τους συγγενείς μου τους θρέψω εγώ
αντάρτες, τους ξένους θα 'χω ακόμα
χειρότερους. Όποιος βέβαια
νοικοκύρης καλός είναι στο σπίτι
του, δίκαιος θα φανεί και της χώρας
κυβερνήτης. Όποιος όμως από
υπεροψία ή τους νόμους παραβιάζει
ή θέλει να επιβάλλεται σ' όσους
κυβερνούν, από μένα αυτός ποτέ
έπαινο δε θα 'χει. Μα
όποιον η πόλη εκλέξει άρχοντα,
πρέπει να τον υπακούμε και στα
μικρά και στα δίκαια και στα
αντίθετα τους. Κι
αυτός ο άνθρωπος θα πίστευα εγώ πως
κυβερνά καλά και θα ήθελε να
υπακούει ο ίδιος κι αν προσταχτεί
στη θύελλα της μάχης στη θέση του
θα μείνει σταθερός κι αντρείος
συμπολεμιστής. Κι
από την αναρχία δεν υπάρχει
μεγαλύτερο κακό·
αυτή και πόλεις καταστρέφει και
σπίτια αναστατώνει, και στον
πόλεμο διασκορπίζει τους
συμμάχους και τη φυγή τους
προκαλεί. Μα τους πολλούς που
μένουν υπάκουοι στους αρχηγούς
τους τους σώζει η πειθαρχία. Έτσι
πρέπει να υπερασπιζόμαστε το νόμο
και την τάξη και να μη νικιόμαστε
με κανένα τρόπο από μια γυναίκα·
γιατί αν χρειαστεί καλύτερο είναι
απ' άντρα το θρόνο μου να χάσω, και
δε θα πουν πως νικήθηκα από
γυναίκες.
|
Οὕτω
γάρ: Ο Κρέων επιδοκιμάζει τον Αίμονα
ΧΟΡΟΣ
|
Ἡμῖν
μέν, εἰ μὴ τῷ χρόνῳ
κεκλέμμεθα,
λέγειν
φρονούντως ὧν λέγεις
δοκεῖς πέρι.
|
Εμείς,
αν δε χάσαμε το νου μας απ' τα
χρόνια, πιστεύουμε πως είναι
φρόνιμα αυτά που λες. |
ΑΙΜΩΝ
|
Πάτερ,
θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις
φρένας,
πάντων
ὅσ' ἐστὶ χρημάτων
ὑπέρτατον·
Ἐγὼ
δ' ὅπως σὺ μὴ λέγεις
ὀρθῶς τάδε,
685
οὔτ'
ἂν δυναίμην μήτ'
ἐπισταίμην λέγειν·
γένοιτο
μεντἂν χἀτέρῳ καλῶς
ἔχον.
Σοῦ
δ' οὖν πέφυκα πάντα
προσκοπεῖν ὅσα
λέγει
τις ἢ πράσσει τις ἢ ψέγειν
ἔχει·
τὸ
γὰρ σὸν ὄμμα δεινὸν
ἀνδρὶ δημότῃ
690
λόγοις
τοιούτοις, οἷς σὺ μὴ
τέρψῃ κλύων.
Ἐμοὶ
δ' ἀκούειν ἔσθ' ὑπὸ
σκότου τάδε,
τὴν
παῖδα ταύτην οἷ'
ὀδύρεται πόλις,
πασῶν
γυναικῶν ὡς ἀναξιωτάτη
κάκιστ'
ἀπ' ἔργων εὐκλεεστάτων
φθίνει·
695
ἥτις
τὸν αὑτῆς
αὐτάδελφον ἐν φοναῖς
πεπτῶτ'
ἄθαπτον μήθ' ὑπ' ὠμηστῶν
κυνῶν
εἴασ'
ὀλέσθαι μήθ' ὑπ'
οἰωνῶν τινος·
οὐχ
ἥδε χρυσῆς ἀξία τιμῆς
λαχεῖν;
τοιάδ'
ἐρεμνὴ σῖγ' ἐπέρχεται
φάτις.
700
Ἐμοὶ
δέ σοῦ πράσσοντος
εὐτυχῶς, πάτερ,
οὐκ
ἔστιν οὐδὲν κτῆμα
τιμιώτερον·
τί
γὰρ πατρὸς θάλλοντος
εὐκλείας τέκνοις
ἄγαλμα
μεῖζον, ἢ τί πρὸς
παίδων πατρί;
Μή
νυν ἓν ἦθος μοῦνον ἐν
σαυτῷ φόρει,
705
ὡς
φῄς σύ, κοὐδὲν ἄλλο,
τοῦτ' ὀρθῶς ἔχειν·
ὅστις
γὰρ αὐτὸς ἢ φρονεῖν
μόνος δοκεῖ,
ἢ
γλῶσσαν, ἣν οὐκ ἄλλος,
ἢ ψυχὴν ἔχειν,
οὗτοι
διαπτυχθέντες ὤφθησαν
κενοί.
Ἀλλ'
ἄνδρα, κεἴ τις ᾖ σοφός,
τὸ μανθάνειν
710
πόλλ'
αἰσχρὸν οὐδὲν καὶ
τὸ μὴ τείνειν ἄγαν.
Ὁρᾷς
παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις
ὅσα
δένδρων
ὑπείκει, κλῶνας ὡς
ἐκσῴζεται,
τὰ
δ' ἀντιτείνοντ'
αὐτόπρεμν' ἀπόλλυται.
Αὔτως
δὲ ναὸς ὅστις ἐγκρατῆ
πόδα
715
τείνας
ὑπείκει μηδέν,
ὑπτίοις κάτω
στρέψας
τὸ λοιπὸν σέλμασιν
ναυτίλλεται.
Ἀλλ'
εἶκε θυμῷ καὶ μετάστασιν
δίδου.
Γνώμη
γὰρ εἴ τις κἀπ' ἐμοῦ
νεωτέρου
πρόσεστι,
φήμ' ἔγωγε πρεσβεύειν πολὺ
720
φῦναι
τιν' ἄνδρα πάντ' ἐπιστήμης
πλέων·
εἰ
δ' οὖν, φιλεῖ γὰρ τοῦτο
μὴ ταύτῃ ῥέπειν,
καὶ
τῶν λεγόντων εὖ καλὸν
τὸ μανθάνειν.
|
Πατέρα
μου, οι θεοί νου στους ανθρώπους
δίνουν, το πιο μεγάλο απ' όλα τα
αγαθά που υπάρχουν. Κι εγώ δε θα
μπορούσα να πω ότι δεν είναι σωστά
τα λόγια που είπες κι είθε ποτέ να
μη μάθω να το λέω αυτό. Μπορεί όμως
κι άλλος να 'χει γνώμη φρόνιμη. Κι
εγώ φυσικά πριν από σε
πληροφορούμαι όσα για σένα λένε ή
κάνουν ή σε κατηγορούν γιατί
φοβερή είναι η ματιά σου για τον
πολίτη να πει μπροστά σου λόγια που
σαν τ' ακούσεις θα δυσαρεστηθείς.
Εγώ όμως αυτά κρυφά μπορώ ν' ακούω,
πόσο η πόλη για την κόρη αυτή
θρηνεί, που σαν να ήταν από όλες τις
γυναίκες η πιο χειρότερη χάνεται
με θάνατο ατιμωτικό για μια πράξη
δοξασμένη· αυτή
που
τον αδελφό της που σκοτώθηκε στη
μάχη άταφο δεν άφησε, μήτε να τον
φάνε τα σαρκοβόρα σκυλιά " μήτε
κανένα από τα όρνια. Λοιπόν δεν της
αξίζει να τιμηθεί με χρυσό στεφάνι;
Τέτοια λόγια κρυφά διαδίδονται
στην πόλη. Μα για μένα, πατέρα, όταν
είσαι εσύ ευτυχισμένος, δεν
υπάρχει άλλο ακριβότερο αγαθό. Και
ποια χαρά είναι μεγαλύτερη για τα
παιδιά παρά η ευτυχία του πατέρα, ή
ποια για τον πατέρα από την ευτυχία
των παιδιών του; Μην έχεις λοιπόν
μια μόνο γνώμη μέσα σου αγύριστη,
ότι αυτό που λες εσύ είναι σωστό
και τίποτ' άλλο. Γιατί
όποιος φαντάζεται πως μόνος αυτός
σκέφτεται σωστά ή έχει γλώσσα και
ψυχή που άλλος δεν έχει, οι τέτοιοι
άνθρωποι αν βαθύτερα εξεταστούν
δείχνουν
πως κούφιοι είναι. Μα ένας άντρας
κι αν ακόμα είναι σοφός να μαθαίνει
πολλά ντροπή δεν είναι και πρέπει
να μην παρατραβά το σκοινί.
Βλέπεις στις ακροποταμιές όσα
δέντρα υποχωρούν στην ορμή του
νερού σώζουν τα κλαδιά τους· όσα
όμως αντιστέκονται χάνονται
σύρριζα. Το ίδιο κι όποιος
κυβερνήτης καραβιού τα πανιά
παρατεντώσει και καθόλου δε
λασκάρει, το σκάφος θ'
αναποδογυρίσει, και θ' αρμενίζει
στο εξής με το κατάστρωμα ανάποδα
πεσμένο. Μα δώσε τόπο στην οργή κι
άλλαξε γνώμη. Γιατί κι αν πρέπει
και σε μένα που πιο νέος είμαι
να δώσω συμβουλή, εγώ λέω πως είναι
πολύ σπουδαίο σ' όλα κανείς
πάνσοφος να γεννηθεί·
αν όμως δε συμβαίνει αυτό, γιατί
δεν είναι και πολύ συνηθισμένο,
τότε είναι καλό να προσπαθεί να
μάθει κανείς από εκείνους που
φρόνιμα μιλούν.
|
ΧΟΡΟΣ
|
Ἄναξ,
σέ τ' εἰκός, εἴ τι
καίριον λέγει,
μαθεῖν,
σέ τ' αὖ τοῦδ'· εὖ
γὰρ εἴρηται διπλῇ.
725
|
Και συ.
Βασιλιά, αν κάτι λέει σωστό,
ταιριάζει να τ' ακούσεις· κι εσύ
επίσης αυτόν. Γιατί κι οι δυο καλά
έχετε μιλήσει. |
ΚΡΕΩΝ
|
Οἱ
τηλικοίδε καὶ διδαξόμεσθα
δὴ
φρονεῖν
ὑπ' ἀνδρὸς τηλικοῦδε
τὴν φύσιν;
|
Εμείς
που φτάσαμε σ' αυτήν την ηλικία, θα
μας διδάξει ποιο είναι το σωστό
ένας τόσο δα νέος; |
ΑΙΜΩΝ
|
Μηδὲν
τὸ μὴ δίκαιον· εἰ δ'
ἐγὼ νέος,
οὐ
τὸν χρόνον χρὴ μᾶλλον
ἢ τἄργα σκοπεῖν.
|
Τίποτε
να μη δεχτείς που δε θα 'ναι δίκαιο·
κι αν εγώ είμαι νέος, δεν πρέπει να
κοιτάς τα χρόνια παρά τα έργα.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ἔργον γάρ ἐστι τοὺς
ἀκοσμοῦντας σέβειν; 730
|
Είναι
σωστό λοιπόν να τιμάς αυτούς που
παρανομούν ; |
ΑΙΜΩΝ
|
Οὐδ' ἂν κελεύσαιμ'
εὐσεβεῖν ἐς τοὺς
κακούς.
|
Ποτέ
δε θα συμβούλευα να τιμούμε τους
κακούς.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Οὐχ ἥδε γὰρ τοιᾷδ'
ἐπείληπται νόσῳ;
|
Μα
αυτή εδώ δεν έχει πιαστεί σ' ένα
τέτοιο σφάλμα; |
ΑΙΜΩΝ
|
Οὔ φησι Θήβης τῆσδ'
ὁμόπτολις λεώς.
|
Αυτό
όμως δεν τ' ομολογεί όλος ο λαός της
Θήβας.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Πόλις γὰρ ἡμῖν ἁμὲ
χρὴ τάσσειν ἐρεῖ;
|
Και
η πόλη θα πει σε μένα τι πρέπει να
προστάξω; |
ΑΙΜΩΝ
|
Ὁρᾷς τόδ' ὡς εἴρηκας
ὡς ἄγαν νέος;
735
|
Βλέπεις
πως τώρα έχεις μιλήσει σαν να 'σουν
πολύ νέος;
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ἄλλῳ γὰρ ἢ 'μοὶ χρή με
τῆσδ' ἄρχειν χθονός;
|
Για
άλλον ή για μένα πρέπει να είμαι
άρχοντας σ'
αυτή τη χώρα; |
ΑΙΜΩΝ
|
Πόλις γὰρ οὐκ ἔσθ'
ἥτις ἀνδρός ἐσθ'
ἑνός.
|
Δεν
υπάρχει πόλη που ν' ανήκει σ' έναν
άνθρωπο.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Οὐ
τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις
νομίζεται;
|
Η
πόλη δε θεωρείται πως ανήκει σ'
εκείνον που την κυβερνά; |
ΑΙΜΩΝ
|
Καλῶς ἐρήμης γ' ἂν σὺ
γῆς ἄρχοις μόνος.
|
Ωραία
θα κυβερνούσες μια έρημη χώρα
μόνος.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ὅδ', ὡς ἔοικε, τῇ
γυναικὶ συμμαχεῖ.
740
|
Αυτός
εδώ, καθώς φαίνεται, είναι σύμμαχος
εκείνης της
γυναίκας. |
ΑΙΜΩΝ
|
Εἴπερ γυνὴ σύ· σοῦ
γὰρ οὖν προκήδομαι.
|
Αν
βέβαια είσαι συ γυναίκα - γιατί για
σένα νοιάζομαι.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ὦ παγκάκιστε, διὰ δίκης
ἰὼν πατρί;
|
Αχρείε,
για μένα νοιάζεσαι, όταν
αντιδικείς με τον πατέρα σου; |
ΑΙΜΩΝ
|
Οὐ γὰρ δίκαιά σ'
ἐξαμαρτάνονθ' ὁρῶ.
|
Γιατί
σε βλέπω να παίρνεις άδικες
αποφάσεις.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ἁμαρτάνω γὰρ τὰς ἐμὰς
ἀρχὰς σέβων;
|
Παρανομώ
λοιπόν που υπερασπίζω τις αρχές
μου; |
ΑΙΜΩΝ
|
Οὐ γὰρ σέβεις, τιμάς γε
τὰς θεῶν πατῶν.
745
|
Δεν
τις υπερασπίζεις, γιατί καταπατείς
τις τιμές που οφείλουμε
στους νεκρούς.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ὦ μιαρὸν ἦθος καὶ
γυναικὸς ὕστερον.
|
Πρόστυχε
χαραχτήρα, και παίγνιο στα χέρια
μιας γυναίκας. |
ΑΙΜΩΝ
|
Οὔ τἂν ἕλοις ἥσσω γε
τῶν αἰσχρῶν ἐμέ.
|
Δε
θα με βρεις τουλάχιστο σ' αισχρές
πράξεις να παρασύρομαι.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ὁ γοῦν λόγος σοι πᾶς
ὑπὲρ κείνης ὅδε.
|
Κάθε
λόγος σου είναι φανερό για κείνη
είναι. |
ΑΙΜΩΝ
|
Καὶ σοῦ γε κἀμοῦ, καὶ
θεῶν τῶν νερτέρων.
|
Και
για σένα όμως και για μένα και για
τους θεούς του Άδη.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ταύτην ποτ' οὐκ ἔσθ' ὡς
ἔτι ζῶσαν γαμεῖς.
750
|
Αυτήν
ποτέ πια ζωντανή δε θα την
παντρευτείς. |
ΑΙΜΩΝ
|
Ἣδ' οὖν θανεῖται καὶ
θανοῦσ' ὀλεῖ τινα.
|
θα
πεθάνει βέβαια αυτή και με το
θάνατο της άλλον θα αφανίσει.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ἦ κἀπαπειλῶν ὦδ'
ἐπεξέρχῃ θρασύς;
|
Τόσο
πολύ αποθρασύνθηκες που τολμάς και
να με απειλείς; |
ΑΙΜΩΝ
|
Τίς δ' ἔστ' ἀπειλὴ
πρὸς κενὰς γνώμας
λέγειν;
|
Τι
απειλή είναι αυτή ν' αντιμιλώ σ'
ανόητες σκέψεις;
|
ΚΡΕΩΝ
|
Κλαίων φρενώσεις, ὢν
φρενῶν αὐτὸς κενός.
|
Κλαίοντας
θα με διδάξεις, αν κι ο ίδιος είσαι
χωρίς νου; |
ΑΙΜΩΝ
|
Εἰ μὴ πατὴρ ἦσθ',
εἶπον ἄν σ' οὐκ εὖ
φρονεῖν.
755
|
Αν
πατέρας μου δεν ήσουν θα σου 'λεγα
πως εσύ μυαλό δεν έχεις.
|
ΚΡΕΩΝ
|
Γυναικὸς ὢν δούλευμα, μὴ
κώτιλλέ με.
|
Αφού
είσαι δούλος μιας γυναίκας με
κολακείες μη με
σκοτίζεις. |
ΑΙΜΩΝ
|
Βούλει λέγειν τι καὶ
λέγων μηδὲν κλύειν;
|
Εσύ
θέλεις μόνο να μιλάς και καθόλου να
μην ακούς τον άλλο;
|
ΚΡΕΩΝ
|
Ἄληθες; ἀλλ' οὐ, τόνδ'
Ὄλυμπον, ἴσθ' ὅτι,
χαίρων
ἐπὶ ψόγοισι δεννάσεις
ἐμέ.
Ἄγαγε
τὸ μῖσος, ὡς κατ' ὄμματ'
αὐτίκα
760
παρόντι
θνῄσκῃ πλησία τῷ
νυμφίῳ.
|
Αλήθεια;
Μάθε λοιπόν, μα τον Όλυμπο εκείνον,
πως δε θα χαρείς πολύ να με
κατηγορείς και να με βρίζεις. Πάρτε
από εδώ τη μισητή κόρη, για να
πεθάνει αμέσως κοντά στο γαμπρό κι
εμπρός τα μάτια του. |
ΑΙΜΩΝ
|
Οὐ
δῆτ' ἔμοιγε, τοῦτο μὴ
δόξῃς ποτέ,
οὔθ'
ἥδ' ὀλεῖται πλησία, σύ
τ' οὐδαμᾷ
τοὐμὸν
προσόψει κρᾶτ' ἐν
ὀφθαλμοῖς ὁρῶν,
ὡς
τοῖς θέλουσι τῶν φίλων
μαίνῃ ξυνών.
765
|
Όχι
ποτέ -τούτο ποτέ να μην πιστέψεις-
αυτή δε θα πεθάνει κοντά μου κι εσύ
μπροστά στα μάτια σου ποτέ δε θα με
ξαναδείς, για να δείχνεις την τρέλα
σου σε όσους θέλουν απ' τους φίλους
σου.
|
ΧΟΡΟΣ
|
Ἁνὴρ,
ἄναξ, βέβηκεν ἐξ
ὀργῆς ταχύς·
νοῦς
δ' ἐστὶ τηλικοῦτος
ἀλγήσας βαρύς.
|
Έφυγε γρήγορα ο
νέος, βασιλιά, μην μπορώντας να
συγκρατήσει το θυμό του· και είναι
πάντα επίφοβη η μεγάλη λύπη στο νου
των ανθρώπων σ' αυτήν την ηλικία. |
ΚΡΕΩΝ
|
Δράτω,
φρονείτω μεῖζον ἢ κατ'
ἄνδρ' ἰών·
τώ
δ' οὖν κόρα τώδ' οὐκ
ἀπαλλάξει μόρου.
|
Ας
κάνει κι ας σκέφτεται μεγαλύτερα
πράγματα απ' ό,τι μπορεί ένας
άντρας· όμως τις δυο αυτές κόρες
από το θάνατο δε θα γλιτώσει. |
ΧΟΡΟΣ
|
Ἄμφω
γὰρ αὐτὼ καὶ
κατακτεῖναι νοεῖς;
770
|
Έχεις λοιπόν στο
μυαλό σου να θανατώσεις και τις δυο; |
ΚΡΕΩΝ
|
Οὐ τήν γε μὴ θιγοῦσαν·
εὖ γὰρ οὖν λέγεις.
|
Όχι
βέβαια εκείνη που το νεκρό δεν
άγγιξε. Καλά το λες αλήθεια. |
ΧΟΡΟΣ
|
Μόρῳ
δὲ ποίῳ καί σφε
βουλεύῃ κτανεῖν;
|
.
Και πώς σκέφτεσαι την άλλη να
σκοτώσεις; |
ΚΡΕΩΝ
|
Ἄγων
ἔρημος ἔνθ' ἂν ᾖ
βροτῶν στίβος
κρύψω
πετρώδει ζῶσαν ἐν
κατώρυχι,
φορβῆς
τοσοῦτον ὡς ἄγος μόνον
προθείς,
775
ὅπως
μίασμα πᾶσ' ὑπεκφύγῃ
πόλις·
κἀκεῖ
τὸν Ἅιδην, ὃν μόνον
σέβει θεῶν,
αἰτουμένη
που τεύξεται τὸ μὴ
θανεῖν,
ἢ
γνώσεται γοῦν ἀλλὰ
τηνικαῦθ' ὅτι
πόνος
περισσός ἐστι τἀν Ἅιδου
σέβειν.
780
|
Αφού
σ' έρημο τόπο την οδηγήσω, όπου
δρόμος ανθρώπου δεν περνά, θα την
κλείσω ζωντανή σε υπόγεια πέτρινη
σπηλιά, και θα της αφήσω τόση μόνο
τροφή, όση χρειάζεται το κρίμα να
γλιτώσω κι η πόλη όλη το μίασμα να
ξεφύγει. Και εκεί παρακαλώντας τον
Άδη, που μόνο αυτόν σέβεται από
τους θεούς, ίσως και το θάνατο
γλιτώσει, ή θα καταλάβει —έστω και
πολύ αργά— ότι μάταιος κόπος είναι
να τιμά κανείς τον Άδη. |
Ακολουθεί
το χορικό του Έρωτα
|