Β΄Επεισόδιο
οίκαδε Πάνω Γ΄Επεισόδιο

Στίχοι 384-581

Μόλις τελειώνει ο ύμνος του χορού στον πολιτισμό και στον άνθρωπο, που βέβαια, όπως στην περίπτωση του παραβάτη της διαταγής του Κρέοντα, δε χρησιμοποιεί πάντα για καλό την τόλμη και τη σοφία του μπαίνει στη σκηνή ο φύλακας με τον αυτουργό της ταφής, την Αντιγόνη. 

Θα ακολουθήσει η κεντρική σύγκρουση της τραγωδίας.

ΧΟΡΟΣ          

Ἐς δαιμόνιον τέρας ἀμφινοῶ

τόδε· πῶς εἰδὼς ἀντιλογήσω

τήνδ' οὐκ εἶναι παῖδ' Ἀντιγόνην;

Ὦ δύστηνος καὶ δυστήνου

πατρὸς Οἰδιπόδα,                                            380

τί ποτ'; οὐ δή που σέ γ' ἀπιστοῦσαν

τοῖς βασιλείοισιν ἄγουσι νόμοις

καὶ ἐν ἀφροσύνῃ καθελόντες;

 

ΚΡΕΩΝ

Σὲ δή, σὲ τὴν νεύουσαν εἰς πέδον κάρα,

φῄς, ἢ καταρνῇ μὴ δεδρακέναι τάδε;

Σε σένα λοιπόν, σε σένα μιλώ που σκύβεις κάτω το κεφάλι,

ομολογείς ή αρνείσαι ότι τα ’κανες αυτά;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Καὶ φημὶ δρᾶσαι κοὐκ ἀπαρνοῦμαι τὸ μή. 

Και ομολογώ ότι το ’κανα και δεν τ’ αρνούμαι αυτό.

ΚΡΕΩΝ

 Σὺ μὲν κομίζοις ἂν σεαυτὸν ᾗ θέλεις

ἔξω βαρείας αἰτίας ἐλεύθερον·                        445

σὺ δ' εἰπέ μοι μὴ μῆκος, ἀλλὰ συντόμως,

ᾔδησθα κηρυχθέντα μὴ πράσσειν τάδε;

…στο φύλακα

Εσύ μπορείς να πας όπου θέλεις

απαλλαγμένος από τη βαριά κατηγορία.

            …βγαίνει ο φύλακας

…στην Αντιγόνη

Εσύ όμως πες μου όχι με πολυλογία αλλά με συντομία, γνώριζες ότι είχε διακηρυχθεί να μη κάνει κανείς αυτά;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ἤιδη· τί δ' οὐκ ἔμελλον; ἐμφανῆ γὰρ ἦν.

Το ’ξερα· πώς ήταν δυνατό να μη το ξέρω; αφού ήταν ξεκάθαρο.

ΚΡΕΩΝ

Καὶ δῆτ' ἐτόλμας τούσδ' ὑπερβαίνειν νόμους; Και τόλμησες λοιπόν να παραβείς αυτούς εδώ τους νόμους;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Οὐ γάρ τί μοι Ζεὺς ἦν ὁ κηρύξας τάδε,             450

οὐδ' ἡ ξύνοικος τῶν κάτω θεῶν Δίκη

τοιούσδ' ἐν ἀνθρώποισιν ὥρισεν νόμους, 

οὐδὲ σθένειν τοσοῦτον ᾠόμην τὰ σὰ

κηρύγμαθ' ὥστ' ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν

νόμιμα δύνασθαι θνητὸν ὄνθ' ὑπερδραμεῖν.    455

Οὐ γάρ τι νῦν γε κἀχθές, ἀλλ' ἀεί ποτε

ζῇ ταῦτα, κοὐδεὶς οἶδεν ἐξ ὅτου 'φάνη.

Τούτων ἐγὼ οὐκ ἔμελλον, ἀνδρὸς οὐδενὸς

φρόνημα δείσασ', ἐν θεοῖσι τὴν δίκην

δώσειν· θανουμένη γὰρ ἐξῄδη, τί δ' οὔ;           460

κεἰ μὴ σὺ προὐκήρυξας. Εἰ δὲ τοῦ χρόνου

πρόσθεν θανοῦμαι, κέρδος αὔτ' ἐγὼ λέγω· ·

ὅστις γὰρ ἐν πολλοῖσιν ὡς ἐγὼ κακοῖς

ζῇ, πῶς ὅδ' οὐχὶ κατθανὼν κέρδος φέρει;

Οὕτως ἔμοιγε τοῦδε τοῦ μόρου τυχεῖν             465

παρ' οὐδὲν ἄλγος· ἀλλ' ἄν, εἰ τὸν ἐξ ἐμῆς

μητρὸς θανόντ' ἄθαπτον ἠνσχόμην νέκυν,

κείνοις ἂν ἤλγουν· τοῖσδε δ' οὐκ ἀλγύνομαι.

Σοὶ δ' εἰ δοκῶ νῦν μῶρα δρῶσα τυγχάνειν,

σχεδόν τι μώρῳ μωρίαν ὀφλισκάνω.               470

Ναι, γιατί δεν ήταν ο Δίας αυτός που πρόσταξε σε μένα αυτά ούτε η Δίκη, που συγκατοικεί με τους θεούς του κάτω κόσμου, όρισε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους, κι ούτε φανταζόμουν ότι οι δικές σου διαταγές έχουν τόση δύναμη, ώστε να μπορείς εσύ, αν και είσαι θνητός να υπερνικήσεις τους άγραφους και σταθερούς νόμους των θεών.

Γιατί δεν ισχύουν αυτά σήμερα μόνο και χθες αλλά αιώνια και κανείς δεν γνωρίζει από πότε φάνηκαν. Κι εγώ δε σκόπευα από φόβο μπροστά στην αλαζονεία ενός ανθρώπου να παραβώ αυτούς τους νόμους και να τιμωρηθώ απ’ τους θεούς.

Γιατί πως θα πεθάνω το ’ξερα καλά· ή όχι; Κι αν ακόμα εσύ δεν είχες βγάλει τη διαταγή σου· αν όμως πεθάνω πριν από την ώρα μου, αυτό κέρδος το θεωρώ εγώ. Γιατί όποιος ζει σε μεγάλη δυστυχία όπως εγώ, πως δεν είναι κερδισμένος όταν πεθαίνει;

Έτσι κι εγώ τουλάχιστον αν με βρει αυτός ο θάνατος καθόλου δεν πονάω.

Αν όμως ανεχόμουν να μείνει άταφο το πτώμα του αδερφού μου, για κείνο θα ’νιωθα πόνο.  Για αυτά εδώ όμως δεν πονάω.

Αν όμως σου φαίνεται πως τώρα κάνω ανόητες πράξεις ίσως από έναν ανόητο θεωρούμαι ανόητη.

 

ΧΟΡΟΣ

Δηλοῖ τὸ γέννημ' ὠμὸν ἐξ ὠμοῦ πατρὸς

τῆς παιδός· εἴκειν δ' οὐκ ἐπίσταται κακοῖς.

Σκληρό δείχνει το φυσικό της κόρης, από σκληρό πατέρα· κι ούτε ξέρει να κάνει πίσω στις συμφορές.

ΚΡΕΩΝ

Ἀλλ' ἴσθι τοι τὰ σκλήρ' ἄγαν φρονήματα

πίπτειν μάλιστα, καὶ τὸν ἐγκρατέστατον

σίδηρον ὀπτὸν ἐκ πυρὸς περισκελῆ                    475

θραυσθέντα καὶ ῥαγέντα πλεῖστ' ἂν εἰσίδοις.

Σμικρῷ χαλινῷ δ' οἶδα τοὺς θυμουμένους

ἵππους καταρτυθέντας· οὐ γὰρ ἐκπέλει

φρονεῖν μέγ' ὅστις δοῦλός ἐστι τῶν πέλας.

Αὕτη δ' ὑβρίζειν μὲν τότ' ἐξηπίστατο,                480

νόμους ὑπερβαίνουσα τοὺς προκειμένους·

ὕβρις δ', ἐπεὶ δέδρακεν, ἥδε δευτέρα,

τούτοις ἐπαυχεῖν καὶ δεδρακυῖαν γελᾶν.

Ἦ νῦν ἐγὼ μὲν οὐκ ἀνήρ, αὕτη δ' ἀνήρ,

εἰ ταῦτ' ἀνατὶ τῇδε κείσεται κράτη.                   485

Ἀλλ' εἴτ' ἀδελφῆς εἴθ' ὁμαιμονεστέρα

τοῦ παντὸς ἡμῖν Ζηνὸς ἑρκείου κυρεῖ,

αὐτή τε χἠ ξύναιμος οὐκ ἀλύξετον

μόρου κακίστου· καὶ γὰρ οὖν κείνην ἴσον

ἐπαιτιῶμαι τοῦδε βουλεῦσαι τάφου.                 490

Καί νιν καλεῖτ'· ἔσω γὰρ εἶδον ἀρτίως

λυσσῶσαν αὐτὴν οὐδ' ἐπήβολον φρενῶν.

Φιλεῖ δ' ὁ θυμὸς πρόσθεν ᾑρῆσθαι κλοπεὺς

τῶν μηδὲν ὀρθῶς ἐν σκότῳ τεχνωμένων.

Μισῶ γε μέντοι χὤταν ἐν κακοῖσί τις                 495

ἁλοὺς ἔπειτα τοῦτο καλλύνειν θέλῃ. 

 

Αλλά να ξέρεις πως τα πιο αγύριστα μυαλά ταπεινώνονται πιο πολύ, και το πιο σκληρό σίδερο τις πιο πολλές φορές θα δεις, όταν πυρώνεται στη φωτιά και γίνεται ολόσκληρο, να σπάει και να ραγίζει. Και ξέρω πως τ’ ατίθασα άλογα δαμάζονται με μικρό χαλινάρι. Και δεν είναι σωστό να κάνει τον περήφανο όποιος είναι δούλος των άλλων. Κι αυτή λοιπόν ήξερε τότε να ξεπερνάει τα όρια, όταν τους νόμους που υπήρχαν παραβίαζε· και τώρα για δεύτερη φορά ξεπερνάει τα όρια, καυχιέται και γελά με τις πράξεις της. Αλήθεια τώρα εγώ δεν είμαι άντρας, αυτή είν’ ο άντρας, αν κρατήσει τη νίκη και δεν τιμωρηθεί. Μα κι αν είναι της αδερφής μου παιδί, αν είναι αίμα μου, η πιο στενή συγγενής μου απ’ όλους όσους ο Δίας ό Έρκειος προστατεύει, απ’ τον πιο κακό θάνατο δε θα γλυτώσουν η αδερφή της κι αυτή.  Γιατί και ’κείνη την κατηγορώ ότι σχεδίασε τούτη την ταφή. Φωνάξτε κι αυτή· γιατί πριν από λίγο την είδα να κάνει σα λυσασμένη με το μυαλό φευγάτο. Η διάθεση εκείνων που τ’ άδικα στα σκοτεινά σοφίζονται τους προδίδει σα κλέφτες πριν από την πράξη. Όμως απεχθάνομαι κι εκείνους που πιάνονται να κάνουν το κακό κι έπειτα θέλουν για καλό να το παρουσιάζουν.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Θέλεις τι μεῖζον ἢ κατακτεῖναί μ' ἑλών;

Μ’ έχεις στα χέρια σου· σκότωσέ με! Θέλεις κάτι παραπάνω;

ΚΡΕΩΝ

Ἐγὼ μὲν οὐδέν· τοῦτ' ἔχων ἅπαντ' ἔχω. 

Εγώ τουλάχιστον τίποτα· αφού έχω αυτό, όλα τά ’χω.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τί δῆτα μέλλεις; ὡς ἐμοὶ τῶν σῶν λόγων

ἀρεστὸν οὐδέν, μηδ' ἀρεσθείη ποτέ,                   500

οὕτω δὲ καὶ σοὶ τἄμ' ἀφανδάνοντ' ἔφυ.

Καίτοι πόθεν κλέος γ' ἂν εὐκλεέστερον

κατέσχον ἢ τὸν αὐτάδελφον ἐν τάφῳ

τιθεῖσα; τούτοις τοῦτο πᾶσιν ἁνδάνειν

λέγοιτ' ἄν, εἰ μὴ γλῶσσαν ἐγκλῄοι φόβος.       505

Ἀλλ' ἡ τυραννὶς πολλά τ' ἄλλ' εὐδαιμονεῖ

κἄξεστιν αὐτῇ δρᾶν λέγειν θ' ἃ βούλεται. 

Γιατί λοιπόν αργείς; αφού τίποτα δε μ’ αρέσει απ’ τα λόγια σου και μακάρι ποτέ να μη μ’ αρέσει, έτσι και τα δικά μου σε δυσαρεστούν. Κι από πού θα ’βρισκα δόξα μεγαλύτερη παρ΄ατον αδερφό μου βάζοντας στον τάφο; Και τούτοι όλοι θα ομολογούσαν πως τους αρέσει η πράξη μου, αν δεν τους έδενε τη γλώσσα ο φόβος. Αλλά οι τύραννοι κοντά στα άλλα καλά τους, μπορούν να κάνουν και να λένε ό,τι θέλουν.

ΚΡΕΩΝ

Σὺ τοῦτο μούνη τῶνδε Καδμείων ὁρᾷς.  

Εσύ μόνο σ’ όλη τη Θήβα τα βλέπεις έτσι.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ὁρῶσι χοὖτοι· σοὶ δ' ὑπίλλουσι στόμα.

Τα βλέπουν κι αυτοί· μα μπροστά σου κλείνουν το στόμα.

ΚΡΕΩΝ

Σὺ δ' οὐκ ἐπαιδῇ, τῶνδε χωρὶς εἰ φρονεῖς;         510

Κι εσύ δε ντρέπεσαι να ’χεις διαφορετική γνώμη απ’αυτούς;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Οὐδὲν γὰρ αἰσχρὸν τοὺς ὁμοσπλάγχνους σέβειν.

Ντροπή δεν είναι να τιμάς όσους βγήκαν απ’ τα ίδια σπλάχνα.

ΚΡΕΩΝ

 Οὔκουν ὅμαιμος χὠ καταντίον θανών;

Δεν ήταν αίμα σου κι εκείνος που σκοτώθηκε;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ὅμαιμος ἐκ μιᾶς τε καὶ ταὐτοῦ πατρός.

Αίμα μου από μια μάνα και τον ίδιο πατέρα.

ΚΡΕΩΝ

Πῶς δῆτ' ἐκείνῳ δυσσεβῆ τιμᾷς χάριν;

Και πώς ασεβή για ’κείνον προσφέρεις τιμή;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Οὐ μαρτυρήσει ταῦθ' ὁ κατθανὼν νέκυς.          515

Ο σκοτωμένος δε θα μαρτυρήσει τέτοιο πράγμα.

ΚΡΕΩΝ

 Εἴ τοί σφε τιμᾷς ἐξ ἴσου τῷ δυσσεβεῖ.

Αφού τον τιμάς εξίσου με τούτον τον ασεβή;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Οὐ γάρ τι δοῦλος, ἀλλ' ἀδελφὸς ὤλετο.

Δε χάθηκε κανένας δούλος αλλά ο αδελφός (του).

ΚΡΕΩΝ

Πορθῶν δὲ τήνδε γῆν· ὁ δ' ἀντιστὰς ὕπερ.

Χτυπώντας αυτή τη χώρα· κι ο άλλος υπερασπίζοντάς την.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ὅμως ὅ γ' Ἅιδης τοὺς νόμους ἴσους ποθεῖ.

Ο Άδης όμως θέλει για όλους τους ίδιους νόμους.

ΚΡΕΩΝ

 Ἀλλ' οὐχ ὁ χρηστὸς τῷ κακῷ λαχεῖν ἴσος.       520

Μα ο καλός με τον κακό την ίδια τύχη δεν μπορεί να έχει.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τίς οἶδεν εἰ κάτωθεν εὐαγῆ τάδε;

Ποιος ξέρει αν τα θεωρούν αυτά ευσεβή στον κάτω κόσμο;

ΚΡΕΩΝ

Οὔτοι ποθ' οὑχθρός, οὐδ' ὅταν θάνῃ, φίλος.  

Ποτέ ο εχθρός, ούτε όταν πεθάνει, δε γίνεται φίλος.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν.

Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ και ν’αγαπιέμαι κι όχι να μισούμαι και να μισώ.

ΚΡΕΩΝ

Κάτω νυν ἐλθοῦσ', εἰ φιλητέον, φίλει

κείνους· ἐμοῦ δὲ ζῶντος οὐκ ἄρξει γυνή.           525

 

Τράβα στον κάτω κόσμο κι αγάπα τους αν πρέπει να τους αγαπάς· όσο όμως ζω εγώ γυναίκα δε θα κυβερνά.

Μπαίνει η Ισμήνη με συνοδεία δύο φυλάκων.

ΧΟΡΟΣ

Καὶ μὴν πρὸ πυλῶν ἥδ' Ἰσμήνη,

φιλάδελφα κάτω δάκρυ' εἰβομένη·

νεφέλη δ' ὀφρύων ὕπερ αἱματόεν

ῥέθος αἰσχύνει,

τέγγουσ' εὐῶπα παρειάν.                                    530

 

Μα να μπρος στις πύλες η Ισμήνη, δάκρυα αδελφικής αγάπης τρέχουν απ’ τα μάτια της· κι ένα σύννεφο πάνω απ’τα φρύδια της ασχημίζει το ξαναμμένο πρόσωπό της υγραίνοντας τα ωραία της μάγουλα.

ΚΡΕΩΝ

Σὺ δ', ἣ κατ' οἴκους ὡς ἔχιδν' ὑφειμένη

λήθουσά μ' ἐξέπινες, οὐδ' ἐμάνθανον

τρέφων δύ' ἄτα κἀπαναστάσεις θρόνων,

φέρ', εἰπὲ δή μοι, καὶ σὺ τοῦδε τοῦ τάφου

φήσεις μετασχεῖν, ἢ 'ξομῇ τὸ μὴ εἰδέναι;           535

 

Κι εσύ, που στο σπίτι σαν οχιά με παραμόνευες και κρυφά μου έπινες το αίμα, δεν ήξερα πως τρέφω δυο συμφορές κι επαναστάτριες εναντίον του θρόνου μου. Έλα, πες μου λοιπόν, θα ομολογήσεις πως συμμετείχες και συ σ’ αυτή την ταφή, ή θα ορκιστείς πως τίποτα δεν ξέρεις;

ΙΣΜΗΝΗ 

Δέδρακα τοὔργον, εἴπερ ἥδ' ὁμορροθεῖ,

καὶ ξυμμετίσχω καὶ φέρω τῆς αἰτίας.

Το ’κανα, αν κι αυτή ομολογεί, και συμμετείχα κι αναλαμβάνω την ευθύνη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ἀλλ' οὐκ ἐάσει τοῦτό γ' ἡ δίκη σ', ἐπεὶ

οὔτ' ἠθέλησας οὔτ' ἐγὼ 'κοινωσάμην.

Μα δε θα στο επιτρέψει αυτό η δικαιοσύνη, αφού ούτε το θέλησες ούτε κι εγώ για βοηθό σε πήρα.

ΙΣΜΗΝΗ 

 Ἀλλ' ἐν κακοῖς τοῖς σοῖσιν οὐκ αἰσχύνομαι     540

ξύμπλουν ἐμαυτὴν τοῦ πάθους ποιουμένη.

 

Αλλά δε ντρέπομαι τώρα που περνάς τις φουρτούνες σου μαζί σου να ταξιδέψω και να πάθω ό, τι κι εσύ.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

(αντιδρώντας απότομα στην ευγενική έξαρση της αδερφής της, αφού όπως όλοι οι ήρωες του Σοφοκλή πρέπει να βαδίσει το μοναχικό της δρόμο)

 Ὦν τοὔργον Ἅιδης χοἰ κάτω ξυνίστορες·

λόγοις δ' ἐγὼ φιλοῦσαν οὐ στέργω φίλην.

Ποιοι το ’καναν, μάρτυρες ο Άδης και οι νεκροί· κι εγώ δεν αγαπώ εκείνη που αγαπά με λόγια.

ΙΣΜΗΝΗ 

 Μήτοι, κασιγνήτη, μ' ἀτιμάσῃς τὸ μὴ οὐ

θανεῖν τε σὺν σοὶ τὸν θανόντα θ' ἁγνίσαι.       545

Μη μου στερήσεις, αδερφή μου, την τιμή μαζί σου να πεθάνω και στο νεκρό το χρέος μου να ξεπληρώσω.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Μή μοι θάνῃς σὺ κοινά, μηδ' ἃ μὴ 'θιγες

ποιοῦ σεαυτῆς· ἀρκέσω θνῄσκουσ' ἐγώ.

Μην πεθάνεις μαζί μου, μήτε να κάνεις δικά σου όσα δεν άγγιξες· αρκεί ο δικός μου θάνατος.

ΙΣΜΗΝΗ 

 Καὶ τίς βίος μοι σοῦ λελειμμένῃ φίλος;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

 Κρέοντ' ἐρώτα· τοῦδε γὰρ σὺ κηδεμών.

ΙΣΜΗΝΗ 

 Τί ταῦτ' ἀνιᾷς μ' οὐδὲν ὠφελουμένη;                550

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ἀλγοῦσα μὲν δῆτ', εἰ γέλωτ' ἐν σοὶ γελῶ.

ΙΣΜΗΝΗ 

 Τί δῆτ' ἂν ἀλλὰ νῦν σ' ἔτ' ὠφελοῖμ' ἐγώ;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

 Σῶσον σεαυτήν· οὐ φθονῶ σ' ὑπεκφυγεῖν.

ΙΣΜΗΝΗ 

Οἴμοι τάλαινα, κἀμπλάκω τοῦ σοῦ μόρου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Σὺ μὲν γὰρ εἵλου ζῆν, ἐγὼ δὲ κατθανεῖν.         555

ΙΣΜΗΝΗ 

Ἀλλ' οὐκ ἐπ' ἀρρήτοις γε τοῖς ἐμοῖς λόγοις.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Καλῶς σὺ μὲν τοῖς, τοῖς δ' ἐγὼ 'δόκουν φρονεῖν.

ΙΣΜΗΝΗ 

Καὶ μὴν ἴση νῷν ἐστιν ἡ 'ξαμαρτία.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Θάρσει· σὺ μὲν ζῇς, ἡ δ' ἐμὴ ψυχὴ πάλαι

τέθνηκεν, ὥστε τοῖς θανοῦσιν ὠφελεῖν.            560

ΚΡΕΩΝ 

 Τὼ παῖδε φημὶ τώδε τὴν μὲν ἀρτίως

ἄνουν πεφάνθαι, τὴν δ' ἀφ' οὗ τὰ πρῶτ' ἔφυ.

ΙΣΜΗΝΗ 

Οὐ γάρ ποτ', ὦναξ, οὐδ' ὃς ἂν βλάστῃ μένει

νοῦς τοῖς κακῶς πράσσουσιν, ἀλλ' ἐξίσταται.

 

ΚΡΕΩΝ 

Σοὶ γοῦν, ὅθ' εἵλου σὺν κακοῖς πράσσειν κακά.   565

ΙΣΜΗΝΗ 

Τί γὰρ μόνῃ μοι τῆσδ' ἄτερ βιώσιμον;

ΚΡΕΩΝ 

Ἀλλ' ἥδε μέντοι μὴ λέγ'· οὐ γὰρ ἔστ' ἔτι.

ΙΣΜΗΝΗ 

Ἀλλὰ κτενεῖς νυμφεῖα τοῦ σαυτοῦ τέκνου;

ΚΡΕΩΝ 

Ἀρώσιμοι γὰρ χἀτέρων εἰσὶν γύαι.

ΙΣΜΗΝΗ 

Οὐχ ὥς γ' ἐκείνῳ τῇδέ τ' ἦν ἡρμοσμένα.            570

ΚΡΕΩΝ 

Κακὰς ἐγὼ γυναῖκας υἱέσι στυγῶ.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ὦ φίλταθ' Αἷμον, ὥς σ' ἀτιμάζει πατήρ.

ΚΡΕΩΝ 

 Ἄγαν γε λυπεῖς καὶ σὺ καὶ τὸ σὸν λέχος.

ΧΟΡΟΣ 

Ἦ γὰρ στερήσεις τῆσδε τὸν σαυτοῦ γόνον;

ΚΡΕΩΝ 

Ἅιδης ὁ παύσων τούσδε τοὺς γάμους ἐμοί.        575

ΧΟΡΟΣ 

Δεδογμέν', ὡς ἔοικε, τήνδε κατθανεῖν.

ΚΡΕΩΝ 

Καὶ σοί γε κἀμοί. Μὴ τριβὰς ἔτ', ἀλλά νιν

κομίζετ' εἴσω, δμῶες· ἐκδέτους δὲ χρὴ

γυναῖκας εἶναι τάσδε μηδ' ἀνειμένας.

Φεύγουσι γάρ τοι χοἰ θρασεῖς, ὅταν πέλας       580

ἤδη τὸν Ἁιδην εἰσορῶσι τοῦ βίου.