Κραυγαετός – Aquila pomarina

Ο Κραυγαετός είναι ημερόβιο αρπακτικό πτηνό, ένας από τους αετούς που απαντούν και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Clanga pomarina και δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό)
Ονοματολογία
Η επιστημονική ονομασία του γένους, Clanga, είναι εκλατινισμένη απόδοση της αρχαίας ελληνικής λέξης κλαγγός < κλαγγή «οξεία και διαπεραστική φωνή» < κλάγγω «θρηνώ, κράζω», με αναφορά στην χαρακτηριστική φωνή του πτηνού.
Για την προέλευση του όρου pomarina στην επιστημονική ονομασία του είδους, υπάρχουν δύο εκδοχές: Σύμφωνα με την πρώτη, όχι τόσο πιθανή εκδοχή, η λατινική λέξη pomarina πιθανόν να είναι γλωσσικό δάνειο από τις ελληνικές λέξεις «πώμα» + «ρίς (ρινός)», διότι και στην αγγλική γλώσσα, η λέξη pomarine σημαίνει «αυτός που έχει καλυμμένα τα ρουθούνια με λεπιοειδή προσαρτήματα (scales)».
Σύμφωνα με τη δεύτερη και επικρατέστερη εκδοχή, η λέξη προέρχεται από την πρώην πρωσική επαρχία της Πομερανίας, όπου και περιγράφηκε ο ολότυπος του είδους.
Η αγγλική ονομασία του είδους, αποτελεί ευθεία αναφορά στο κηλιδωτό πτέρωμα του πτηνού αλλά και στην σχέση μεγέθους του με τον συγγενικό στικταετό: ‘Greater Spotted Eagle’ o στικταετός, ‘Lesser Spotted Eagle’ ο κραυγαετός.
Δασκαλόπουλος Σοφιανός
Η ελληνική, λαϊκή ονομασία του πτηνού αναφέρεται στη χαρακτηριστική οξεία φωνή του, που συμπεριλαμβάνει μικρές κραυγές σαν «γαβγίσματα», πράγμα που συμβαίνει, ωστόσο, και στον στικταετό.
Η Σταχτόχηνα( Anser anser ) είναι υδρόβιο νηκτικό πτηνό της οικογενείας των Νησσιδών, μία από τις αγριόχηνες που απαντούν και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Anser anser και περιλαμβάνει 2 υποείδη.[1][2]
Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος A. a. rubrirostris Swinhoe, 1871 (Eastern Greylag Goose).[1]
Η σταχτόχηνα είναι η μεγαλύτερη και πιο κοινή ευρωπαϊκή χήνα, ο «πρόγονος» της εξημερωμένης χήνας που απαντά σε όλα σχεδόν τα αγροκτήματα, ιδιαίτερα στις χώρες του βορρά. Παρά τις διαφορές της από άλλα είδη αγριοχηνών, συναγελάζεται και υβριδοποιείται με αυτές, αλλά και με τις εξημερωμένες, κατοικίδιες χήνες, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται με διάφορα μοτίβα και χρωματισμούς πτερώματος. Η περιγραφή των μορφολογικών στοιχείων (βλ. Μορφολογία) αναφέρεται αποκλειστικά στους πληθυσμούς που ζουν σε άγρια κατάσταση.

Ο υγρότοπος του Δέλτα Έβρου φιλοξενεί μια μεγάλη ποικιλία ειδών της πανίδας και σε μεγάλους αριθμούς, παρόλη την υποβάθμιση που έχει υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Πολύ σημαντική είναι η αξία του για την ορνιθοπανίδα και ιδιαίτερα για αυτά τα πουλιά που ξεχειμωνιάζουν και αυτά που τον χρησιμοποιούν σαν μεταναστευτικό σταθμό.
Ιδιαίτερα σημαντική ωστόσο τόσο σε είδη όσο και σε αριθμούς είναι και η παρουσία των αμφίβιων, των ερπετών, των θηλαστικών και των ψαριών. Συνολικά έχουν καταγραφεί 28 είδη αμφίβιων και ερπετών, περισσότερα από 40 είδη θηλαστικών καθώς και 46 είδη ψαριών.
Ο Θαλασσαετός είναι ημερόβιο αρπακτικό πτηνό, ένας από τους αετούς που απαντούν και στον ελλαδικό χώρο.
Ο θαλασσαετός είναι το σπανιότερο επιδημητικό αρπακτικό πτηνό της Ελλάδας και κινδυνεύει με άμεση εξαφάνιση.
Οι μεγαλύτεροι αναπαραγωγικοί πληθυσμοί του θαλασσαετού απαντούν στη Β. Ευρώπη και την Β. Ασία, ενώ ο μεγαλύτερος πληθυσμός στην Ευρώπη βρίσκεται κατά μήκος των ακτών της Νορβηγίας και της Ρωσίας. Είναι ως επί το πλείστον μόνιμοι (επιδημητικοί) και, μόνον οι πολύ βόρειοι πληθυσμοί, όπως εκείνοι στην Β. Σκανδιναβία και την Α. Σιβηρία, μεταναστεύουν προς το νότο το χειμώνα.
Στην Ελλάδα , ο θαλασσαετός απαντά ως σπανιότατο είδος, τόσο ως αναπαραγόμενο όσο και ως διαχειμάζον, κυρίως στα βορειοανατολικά, με άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης. Από την Κρήτη δεν αναφέρεται, ενώ από την Κύπρο αναφέρεται ως σπάνιος χειμερινός και διαβατικός επισκέπτης.
Ο θαλασσαετός είναι ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός αετός , μεγαλύτερος και βαρύτερος από τον χρυσαετό . Μόνον ο ασιατικός θαλασσαετός του Στέλερ, είναι μεγαλύτερος και ογκωδέστερος από αυτόν. Ο λευκοκέφαλος θαλασσαετός της Αμερικής έχει ανάλογες διαστάσεις, αλλά ελαφρά μικρότερο ανάπτυγμα πτερύγων και, ελαφρά μεγαλύτερο μήκος λόγω της μακρύτερης ουράς του. Πέρα από τις εντυπωσιακές του διαστάσεις, ένα ακόμη σημαντικό διαγνωστικό στοιχείο αποτελεί το ογκώδες του ράμφος, δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το σώμα του.
Οι πληθυσμοί της Γροιλανδίας έχουν, κατά μέσον όρο, μεγαλύτερες διαστάσεις και αυτός είναι και ένας από τους λόγους για να υποστηριχθεί η άποψη του ξεχωριστού υποείδους. Ο θαλασσαετός θεωρείται ο 8ος μεγαλύτερος και ο 4ος βαρύτερος αετός στον κόσμο.
Κατά την πτήση και σε κοιλιακή όψη ξεχωρίζουν η, ανοικτή σε σχήμα βεντάλιας, σχετικά κοντή και λευκή ουρά, οι πολύ πλατιές πτέρυγες σε σχήμα παραλληλογράμμου και ο μακρύς λαιμός, ενώ σε μετωπική όψη (ανφάς), οι πτέρυγες διατηρούνται σχεδόν παράλληλες με το έδαφος ή πολύ λίγο προς τα κάτω. Τουλάχιστον 6 πρωτεύοντα ερετικά φτερά ξεχωρίζουν στην άκρη κάθε πτέρυγας, εν είδει «δακτύλων». [34]
Οι ενήλικες έχουν, γενικά, χρώμα σκούρο γκρι-καφέ, το κεφάλι και ο λαιμός είναι ελαφρά πιο ανοικτόχρωμα, το ράμφος είναι ογκώδες, «βαρύ» και με έντονα αγκιστρωτή ρινοθήκη , ενώ ξεχωρίζουν τα μαυριδερά πρωτεύοντα ερετικά φτερά και τα λευκά κάτω πηδαλιώδη της ουράς. Όλα τα γυμνά μέρη (πόδια, κήρωμα , ράμφος), όπως και η ίριδα είναι κίτρινου χρώματος.
Στα νεαρά πουλιά, η ίριδα είναι καφέ, η ουρά και το ράμφος είναι σκούρα γκρι, ενώ με το πέρασμα της ηλικίας, η ουρά γίνεται όλο και πιο λευκή, με χαρακτηριστική μαυριδερή ταινία στην άκρη της. [35] Τα φτερά που καλύπτουν το λαιμό και τους ώμους, με το πέρασμα των χρόνων, λευκαίνουν ολοένα και περισσότερο. [36] Αποκτούν το τελικό πτέρωμα των ενηλίκων στα 5 χρόνια, περίπου.
Τα φύλα είναι όμοια στη μορφολογία, αλλά τα θηλυκά είναι λίγο βαρύτερα από τα αρσενικά.
Στην Ελλάδα, ο θαλασαετός τρέφεται κυρίως με ψάρια και υδρόβια πουλιά, συχνά τραυματισμένα από κυνηγούς, αλλά επίσης και με θηλαστικά, θνησιμαία. κ.α. Ωστόσο, οι γνώσεις μας για τη βιολογία και την οικολογία του είδους, ιδιαίτερα κατά την αναπαραγωγική περίοδο, είναι ελάχιστες.
