Οι οδηγίες των πνευμονολόγων για την προστασία της υγείας
Οι οδηγίες των πνευμονολόγων για την προστασία της υγείας
Οι πολίτες που βρίσκονται σε περιοχές όπου η ατμόσφαιρα επιβαρύνεται από τον καπνό των δασικών πυρκαγιών καλούνται να περιορίσουν στο ελάχιστο την έκθεσή τους, καθώς τα αιωρούμενα σωματίδια και τα προϊόντα καύσης μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τόσο το αναπνευστικό όσο και το καρδιαγγειακό σύστημα.
Ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο αντιμετωπίζουν οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά, οι έγκυες και όσοι πάσχουν από χρόνια νοσήματα.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η πρώτη και σημαντικότερη οδηγία είναι η άμεση απομάκρυνση από την εστία της πυρκαγιάς. Όπου αυτό δεν είναι εφικτό, συνιστάται η παραμονή σε κλειστούς χώρους με πόρτες και παράθυρα κλειστά, ώστε να περιορίζεται η είσοδος καπνού.
Η χρήση κλιματιστικού μπορεί να συμβάλει στην προστασία, υπό την προϋπόθεση ότι ανακυκλώνει τον αέρα σε έναν καλά απομονωμένο χώρο.
Εφόσον η κατοικία δεν προστατεύεται επαρκώς από τον εξωτερικό αέρα, προτείνεται η δημιουργία ενός δωματίου που θα παραμένει κλειστό και θα κλιματίζεται.
Την ίδια στιγμή, οι πνευμονολόγοι τονίζουν ότι πρέπει να αποφεύγονται δραστηριότητες που επιβαρύνουν περαιτέρω την ποιότητα του αέρα μέσα στο σπίτι.
Το κάπνισμα, η χρήση κεριών, το μαγείρεμα σε ανοιχτή εστία, τα προϊόντα αεροζόλ και ακόμη και η ηλεκτρική σκούπα μπορούν να αυξήσουν τη συγκέντρωση μικροσωματιδίων στον εσωτερικό χώρο.
Η σωματική άσκηση και κάθε έντονη δραστηριότητα θα πρέπει επίσης να αποφεύγονται, καθώς αυξάνουν τον ρυθμό της αναπνοής και συνεπώς την ποσότητα των ρύπων που εισπνέονται. Εάν η μετακίνηση είναι απολύτως αναγκαία, συστήνεται η χρήση μάσκας υψηλής αναπνευστικής προστασίας τύπου FFP2 ή FFP3, με σωστή εφαρμογή στο πρόσωπο.
Αντίθετα, οι χειρουργικές ή οι υφασμάτινες μάσκες δεν μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά από τον καπνό και τα αιωρούμενα σωματίδια. Οι μετακινήσεις, όταν δεν μπορούν να αποφευχθούν, είναι προτιμότερο να πραγματοποιούνται τις βραδινές ώρες ή όταν οι θερμοκρασίες είναι χαμηλότερες.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για όσους πάσχουν από άσθμα ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ). Οι ασθενείς θα πρέπει να τηρούν απαρέγκλιτα τη φαρμακευτική τους αγωγή και, εφόσον παρατηρήσουν επιδείνωση των συμπτωμάτων, να επικοινωνούν άμεσα με τον θεράποντα ιατρό, ώστε να αξιολογηθεί ενδεχόμενη προσαρμογή της θεραπείας.
Αντίστοιχα, άτομα με σοβαρά καρδιαγγειακά ή αναπνευστικά νοσήματα καλούνται να αποφεύγουν κάθε περιττή μετακίνηση.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ακόμη ότι η οσμή του καπνού ή η ορατότητα δεν αποτελούν αξιόπιστους δείκτες της πραγματικής ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Για τον λόγο αυτό συστήνεται η παρακολούθηση των επίσημων ανακοινώσεων σχετικά με την ποιότητα του αέρα, καθώς και των διαθέσιμων συστημάτων παρακολούθησης συγκεντρώσεων μικροσωματιδίων.
Η βραχυχρόνια έκθεση στον καπνό μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό της μύτης και του λαιμού, ρινική συμφόρηση, καταρροή, ξηρότητα στον φάρυγγα και επίμονο ξηρό βήχα. Δεν είναι σπάνια η εμφάνιση δύσπνοιας ακόμη και σε άτομα χωρίς γνωστό ιστορικό αναπνευστικής νόσου.
Παράλληλα, συμπτώματα όπως ζάλη, έντονη κόπωση, ναυτία ή κεφαλαλγία ενδέχεται να υποδηλώνουν έκθεση σε μονοξείδιο του άνθρακα και απαιτούν άμεση ιατρική εκτίμηση.
Οι συνέπειες της εισπνοής προϊόντων καύσης δεν περιορίζονται στον ερεθισμό των αεραγωγών. Σε μικρή απόσταση από τη φωτιά, η εισπνοή θερμού αέρα μπορεί να προκαλέσει θερμικές βλάβες στους ανώτερους αεραγωγούς, ενώ η εισπνοή τοξικών αερίων και οργανικών μικροσωματιδίων είναι δυνατόν να προκαλέσει χημικές βλάβες που επεκτείνονται έως το πνευμονικό παρέγχυμα.
Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι η κυριότερη αιτία θανάτου σε συνθήκες πυρκαγιάς παραμένει η ασφυξία, είτε λόγω έλλειψης οξυγόνου είτε λόγω εισπνοής τοξικών αερίων, όπως το μονοξείδιο του άνθρακα και το υδροκυάνιο που παράγεται από την καύση πλαστικών και άλλων συνθετικών υλικών.
Ακόμη και σε περιοχές που βρίσκονται αρκετά μακριά από το ενεργό μέτωπο, η μεταφορά καπνού μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων, με επιπτώσεις που εξαρτώνται από τη διάρκεια της έκθεσης, τη σύσταση των ρύπων και την κατάσταση της υγείας κάθε ατόμου.
Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η έγκαιρη λήψη μέτρων προστασίας αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο περιορισμού των κινδύνων για τη δημόσια υγεία.