Μετέωρες ζωές – ΤΟ ΒΗΜΑ

Μετέωρες ζωές – ΤΟ ΒΗΜΑ


Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Το παρελθόν για μένα είχε τελειώσει κι ούτε ήθελα να έχω αναμνήσεις, τι να τις κάνω τις αναμνήσεις…» συλλογίζεται ο Καρλ, ένας από τους ήρωες που πρωταγωνιστούν στο «Ρεπεράζ», το πρώτο λογοτεχνικό έργο της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου. Η Αγαθαγγελίδου, διδάκτορας Θεατρολογίας στο Freie Universität του Βερολίνου, έχει μια σημαντική σταδιοδρομία στο πεδίο της λογοτεχνικής μετάφρασης και της λογοτεχνικής κριτικής.

Στο Ρεπεράζ συνθέτει μια πολυφωνική αφήγηση, με πρωταγωνιστές Ελληνες, Σύρους και Γερμανούς, οι οποίοι διασταυρώνονται στο Βερολίνο στα χρόνια της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Μέσα από τις διασταυρώσεις αυτές μας αποκαλύπτουν βαθμιαία ψηφίδες της διαδρομής και της ταυτότητάς τους.

Αυτή η σταδιακή αποκάλυψη των ηρώων πραγματοποιείται με άξονα τη σχέση καθενός τους με τον χώρο – την πόλη του Βερολίνου – και τον χρόνο, και ιδιαίτερα τη σχέση τους με το ατομικό και το ιστορικό παρελθόν. Το Βερολίνο, έτσι όπως προβάλλει μέσα από επιμέρους πρίσματα και οπτικές γωνίες, έχει επίσης μια θέση μεταξύ των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος.

Σε μια ξένη πόλη

Ο χώρος, όπως τον βιώνουν από διαφορετικές θέσεις της κοινωνικής διαστρωμάτωσης οι χαρακτήρες που πλάθει η Αγαθαγγελίδου, είναι ένας χώρος που αποκτά, σε μεγάλο βαθμό, τις ιδιότητές του μέσα από τη λειτουργία της μνήμης.

Στις αφηγήσεις των ηρώων, τα κλειστά καταστήματα της Αθήνας των χρόνων της οικονομικής κρίσης και τα κλειστά καταστήματα του Ανατολικού Βερολίνου προβάλλουν ως σύμβολα της απώλειας μιας συνεκτικής ζωής και μιας αστικής κανονικότητας. Η κανονικότητα, η «κανονική ζωή», όπως την ονομάζει μια από τις ηρωίδες, η Σύρα Λανίκα, ως αίτημα, προσδοκία, ανάμνηση ή απώλεια, είναι ένα πρίσμα μέσα από το οποίο οι χαρακτήρες του βιβλίου νοηματοδοτούν την εμπειρία τους στη συγκεκριμένη πόλη.

Οι προσλήψεις αυτές είναι επηρεασμένες από τα ορόσημα και τα τραύματα της ατομικής βιογραφίας, αλλά και από εκείνα της εθνικής ιστορίας, του τόπου που αναγνωρίζουν ως τόπο καταγωγής. Πώς, λοιπόν, αποκτά νόημα ο χρόνος «σε μια ξένη πόλη»; Πώς μπορεί να βρει το υποκείμενο τη θέση του σε μια σύγχρονη μητρόπολη και να δώσει συνοχή στην καθημερινή του εμπειρία; Αυτό είναι το ερώτημα που λειτουργεί σαν συνεκτικός ιστός των αφηγήσεων.

Για ορισμένους από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, το παρελθόν είναι ένας τόπος στον οποίο δεν θέλουν και δεν μπορούν να επιστρέψουν.  Για κάποιους, όπως ο Ανατολικογερμανός Καρλ, αυτό είναι μια συνειδητή στάση.

Για άλλους, είναι ένα απωθημένο που παίρνει διάφορες μορφές. Μπορεί να τροφοδοτεί τους εφιάλτες τους με εικόνες δρόμων που έχουν χάσει πια τα ονόματά τους ή γίνεται το ερευνητικό τους πάθος να αναζητούν τα ίχνη και να μελετούν την απουσία που άφησαν πίσω τους γκρεμισμένα πλέον μνημεία.

«Δεν θα επιστρέψουμε» είναι το σύνθημα που βλέπουμε, μέσα από τα μάτια των ηρώων, στους τοίχους υποβαθμισμένων συνοικιών στο Ανατολικό Βερολίνο. To «παρελθόν είναι μια ξένη χώρα» θα συμφωνούσε μαζί τους ο Ντέιβιντ Λόουενταλ, ο οποίος στην κλασική πλέον μελέτη του The Past is a Foreign Country (εκδ. Cambridge University Press, 1985) ανέδειξε τους τρόπους με τους οποίους το παρελθόν μετασχηματίζεται σε συνάφεια με την αυτοκατανόησή μας.

Μνήμες απουσιών

Η εξάντληση, ο αποπροσανατολισμός που νιώθουν οι ήρωες του βιβλίου, η αίσθηση ότι κινούνται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με τη μνήμη του αστικού περιβάλλοντος, είτε πρόκειται για μαραζωμένες γειτονιές στο Ανατολικό Βερολίνο είτε για την παλιά μορφή των ανακαινισμένων κτιρίων στο λαμπερό κομμάτι της πόλης, παραπέμπουν σε ζωές που είναι μετέωρες.

Στον μεσοπόλεμο, ο Σεφέρης απέδωσε την αίσθηση εξάντλησης στο πλαίσιο των τότε αναζητήσεων της ελληνικής ταυτότητας, με αναφορά στα υλικά κατάλοιπα της αρχαίας κληρονομιάς, με τον εμβληματικό στίχο: «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω». Για τους ήρωες του Ρεπεράζ, για ανθρώπους που από διαφορετικές αφετηρίες σταθμεύουν σήμερα στις κοσμοπολίτικες μητροπόλεις – ως πρόσφυγες, οικονομικοί μετανάστες ή ψηφιακοί νομάδες – είναι τα θραύσματα του αστικού περιβάλλοντος που υπενθυμίζουν διαφορετικές για τον καθένα απουσίες, εκείνα που στοιχειώνουν τις κατακερματισμένες, ρευστές ταυτότητες.

Το Βερολίνο, τελικά, «καταλάμβανε με το έτσι θέλω όλο τον ζωτικό μου χώρο», εκεί που ήταν «οι σκέψεις μου και οι αναμνήσεις μου» λέει η Δήμητρα λίγους μήνες μετά την άφιξή της στην πόλη.

Αιωρούμενοι δεσμοί

Η επιλογή της εγκατάλειψης του παρελθόντος, ακόμη κι όταν βιώνεται ως αναγκαία, έχει το τίμημά της. Αιωρούμενες ταυτότητες, οργή και κατάθλιψη που συσσωρεύονται, υποκείμενα που δεν μπορούν να απολαύσουν, που αδυνατούν να φανταστούν το μέλλον τους και δεν μπορούν να σχετιστούν με άλλους.  Οι δεσμοί τους δεν μπορούν να διατηρηθούν γιατί οι σχέσεις προϋποθέτουν τη μνήμη.

Για τη Λανίκα, το τίμημα αυτό είναι η αδυναμία της να μιλήσει στον πατέρα της που παραμένει στην πατρίδα, το πρόσωπο που ήταν ο νοερός συνομιλητής τα βράδια που προσπαθούσε να προσαρμοστεί στη νέα της ζωή. Για να ζήσει όμως την κανονική ζωή στο Βερολίνο, η Λανίκα θα πρέπει να πει για την οικογένειά της «Σας ξεχνάω κάθε μέρα», με όλες τις τύψεις που συνοδεύουν αυτή την επιλογή. Η λήθη είναι στην περίπτωσή της ένας μηχανισμός επιβίωσης.

Πλάι στο βάρος των υλικών καταλοίπων, των ιχνών της πόλης, που κυριαρχούν στη μνήμη των ηρώων, στην αφήγηση εμφανίζεται η μεταφορά του ανέμου. Αυτό που κινητοποιεί τον Γερμανό Πάουλ είναι να αποτυπώσει «πορτρέτα ανθρώπων που βρίσκονται εκτεθειμένοι στον άνεμο της Ιστορίας». Πριν από λίγα χρόνια η Καουτέρ Αντιμί φαντάστηκε τις ζωές των καθημερινών ανθρώπων στην Αλγερία του 20ού αιώνα σαν μια ιστορία αντιξοότητας και αντοχής που εκτυλίσσεται «με άνεμο κακό».

Στο Ρεπεράζ, ο άνεμος μπορεί υπό προϋποθέσεις να είναι δύναμη αλλαγής, μία κίνηση προς τα εμπρός, όχι χωρίς κόστος. Αλλά μπορεί και να είναι μία φυσική δύναμη που ματαιώνει σχέδια και σαρώνει τις ζωές των ανθρώπων. Και μετά τον άνεμο, ο άνθρωπος καλείται να αναμετρηθεί με τη μνήμη.

Η κυρία Τζένη Λιαλιούτη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης στο ΕΚΠΑ.



Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *