Ιστοσελίδα της Λυσσαρέας Αρκαδίας
Home Δημοτικό Τραγούδι Αρχαία Ηραία Μαθητικό Βήμα Παραδοσιακή Μαγειρική Συνδέσεις

 


Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΩΖΟΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
Επιμέλεια - Έρευνα - Σχόλια    Γιώργος Ιωαννίδης
ΑΧΑΡΝΑΙ 2013
 

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF


 ΚΑΙ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF ΣΤΟ ACADEMIAEDU



 

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ (ΣΥΛΛΟΓΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ)

Ε Α = Ἑλληνική Παλατινή Ἀνθολογία
B P S = Barbosa Pastoralis Sollicitudinis, etc., Tit.I, ch. v
L P = Liber pontificalis, Ἔκδοσις Duchesne, 389.
Β = BYZANTION,
Hefele = Hefele-Leclercq, "Hist. des Conc.", I, 1037 Mansi = Mansi , "Concilia", IV, 465
C E = Catholic Encyclopaedia
TLG =
A S V = Acta Sanctorum Vollandiana
Ἐ Β Σ. = Επετηρίς Βυζαντινῶν Σπουδῶν
Α.Π. = Ἀρχεῖον Πόντου
A S V = Acta Sanctorum Volandiana


 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ἀγαθίας = Ἀγαθίας, Ἱστορία, TLG
Ἀκροπολίτης = Γεώργιος Ἀκροπολίτης, Χρονική Συγγραφή, 7. 14
Αρριανός = Αρριανού Αλεξάνδρου Ανάβασις,  TLG.
Ἀστέριος =Ἀστερίου ἐπισκόπου Ἀμασείας, ὁμιλία εἰς τόν πλούσιον καί τόν Λάζαρον, TLG
Ἀρτεμίδωρος =   Ἀρτεμίδωρος, Κασίῳ Μαξίμῳ TLG
Bango of Alba, ad Henricum IV MGH, SS II 591-681, lib. VII, 2, σελ. 672. Ceccheli, Vita di Roma, 2. σελ. 970. Ladner, Papstbildnisse 2, σελ. 24.
Bank1 = A.V. Bank, Byzantine Art in the collections of Soviet Museums.Leningrad, 1985.
Bank2 = A.V. Bank, Dumbarton Oaks Collection, MS
Βίος1 = Βίος Ἁγίου Θεοδώρου, A S V, Aprilis, I, ix
Βίος2 = Βίος Ἁγίου Φιλαρέτου, Byzantion, 9 (1934),135
Caratzas = C. Caratzas, Byzantinogermanica ΒΖ 47 (1954).
Crierson = Crierson, DOC, III,
Delvoye = Charles Delvoye, Βυζαντινή Τέχνη, 3η έκδοση, Αθήνα 2000.
Ch. Diehl = Ch. Diehl L’Art byzantin dans L’Italie méridionale (1894) 203.
Effenberger = A. Effenberger - H. G. Severin, Staatliche Museen zu Berlin.Das Museum fur spatanntike und byzantinische Kunst (1992)

Γεώργιος Μοναχός=
Γρηγορᾶς = Νικηφόρος Γρηγορᾶς, Ρωμαϊκή Ἱστορία,  TLG
Γρηγόριος1 = Λεξικόν τῶν Λόγων Γρηγορίου Θεολόγου, TLG
Γρηγόριος2 = Γρηγόριος Ναζιανζινός, Εἰς τόν Μέγαν ΒασίλειονἘπιτάφιος, 61.3.2 TLG
Εὐσέβιος = Εὐσέβιος, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, TLG
Εὐστάθιος1 = Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Περί Διορθώσεως Μοναχικοῦ Βίου,  PG 135, 830
Εὐστάθιος2 = Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Συγγραφή τῆς Ἁλώσεως Θεσσαλονίκης,  TLG,
Zacos = G. Zacos, - A. Veglery, Byzantine Lead Seals, I.1 (Basel, 1972)
Ζώσιμος = Ζώσιμος, Νέα Ἱστορία, TLG
Heraldry = Heraldry στο Catholic Church, Humanities: 1978 σ. 50
Θεοφάνης = Θεοφάνης, Χρονογραφία, TLG
Θεοφάνους Συνεχιστής = Γεώργιος Μοναχός, Πρόλογος Χρονικῆς Ἱστορίας, TLG
Ἰωαννίδης =Γιῶργος Ἰωαννίδης, Τό Χρονικόν τῆς Μονεμβασίας...
Καντακουζηνός = Ἰωάν. Καντακουζηνοῦ  Ἱστορίαι,TLG
Κεδρηνός = Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ἱστοριῶν. TLG
Κίνναμος = Ἰωάννης Κίνναμος Ἐπιτομή Ἱστοριῶν, TLG
Κλητορολόγιο = Ν.Οἰκονομίδης, Κλητορολόγιον Φιλοθέου, Παρίσι, 1972, σελ. 201 (στά Γαλλικά)
ΨΚοδινός = Ψευδοκοδινός, Περί Ὀφφικίων, TLG
Kondakov = N.P. Kondakov, Les costumes a la cour Byzantine. Byzantion I (1924),
Λάμπρος = Σπ. Λάμπρος, Ιστορία της Ελλάδος
Λεξικό1 = Σουίδα, Λεξικό, TLG
Λεξικό2 = Ησύχιος, Λεξικό, TLG
Λέων1 = Λέων Γραμματικός, (Ψευδοσιμεών Μάγιστρος), Ἱστορία, TLG
Λέων2 = Λέων Διάκονος Ἱστορία, Βιβλίον Α – Ι, TLG
Λογοθέτης = Συμεών Λογοθέτης, Χρονογραφία, TLD
Λυδός, = Ἰωάννης Λυδός, Περί Άρχῶν τῆς Ρωμαίων Πολιτείας
Μαλάλας = Ἰωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, TLG
Mann = Horace K. Mann,Lives of the Popes in the ealyMiddle Ages London, St Louis 1902
Martialis = Martialis, III, 93, 4  
Millit = G. Millit. Recherches sur l' iconographie de l' evangile aux xiv -  xv et xvi siecles 8
Müller = Müller,Etrusker, vol. 1 p262
Νεαρά = Φλαβίου Ἰουστινιανοῦ Νεαραί TLG
Νικηφόρος = Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Ἱστορία Σύντομος, 4. 23 TLG
Norris = Herbert Norris, Church Vestments (Dutton 1950, ἐπανέκδ. Dover, 2002. 
Ξυγκόπουλος = Α. Ξυγκόπουλος,  Βυζαντ Παράστασις Αὐγούστου.Ἐ Β Σ. Α΄ 1924, 182-187
Officia = Ἀγνώστου, De officiis, ἔκδοσις Verpeaux, σελ. 264
Πακουριανός = P. Gautier,Τυπικόν Σεβαστοῦ Γρηγορίου Πακουριανοῦ.
Παλλάδιος = Παλλάδιος, Λαυσαϊκή Ἱστορία, TLG
Pont. Rom = Catalani, Pont. Rom., Proleg., xx
Πορφυρογέννητος1 = Κωνσταντίου ΙΖ΄ Πορφυρογέννητος, Περί Ἀρετῆς και Κακίας,TLG
Πορφυρογέννητος2 = Κωνσταντίου ΙΖ΄ Πορφυρογέννητος, Περί Βασιλείου Τάξεως,TLG
Πορφυρογέννητος3 = Κωνσταντίου ΙΖ΄ Πορφυρογέννητος, Περί Πρέσβεων,TLG
Προκόπιος1 = Προκόπιος, Περί Κτισμάτων, TLG
Προκόπιος2 = Προκόπιος, Ὑπέρ τῶν πολέμων, TLG
Ράνσιμαν = Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ. Δέσποινα Δετζώρτζη, 1969,
Reusens = Reusens, Elém. d'arch. chr t., I, 504
Σκυλίτζης = Ἰωάννης Σκυλίτζης, Σύνοψις Ἱστοριῶν,  Bas1TLG
Smith = William Smith, D.C.L., LL.D.: A Dictionary of Gr and Roman Antiquities, John Murray, London, 1875
Σιμοκάτης = Θεοφύλακτος Σιμοκάτης, Ἐπιστολή Ε΄, dialog. TLG
Σλουμβέρζε = Γουσταύου Σλουμβέρζε Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μτφρ. Σπ. Λάμπρος Αθήναι 1914.
Συνεχιστής1 = Συνεχιστής Γεωργίου Μοναχοῦ,, Βίοι τῶν Νέων Βασιλέων,  TLG
Συνεχιστής2 = Συνεχιστής Θεοφάνους,  TLG
Σωζομενός = Σωζομενός, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία,  TLG
Σωκράτης = Σωκράτης Σχολαστικός, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, TLG
Σφραντζής = ΨευδοΣφραντζή, Χρονικόν, 432. 29 – 432. 31
Φειδᾶς = Βλάσιος Φειδᾶς, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. β΄
Φωκᾶς =Νικηφόρος Φωκᾶς, Περί Παραδρομῆς, TLG
Χρονικά = Μαντώ Καραμεσίνη-Οικονομίδου Δωρεά Πρωνοταρίου,ΑΔ 23 (1968),Χρονικά,σ. 14-15, πιν. 7,αρ. 15.
Χρύσανθος = Χρυσάνθου , Ἐκκλ. Ἱστορία Τραπεζοῦντος, Α.Π. Γ-Δ,
Χρυσόστομος1 = Ἰω. Χυσόστομος, Πρός Ὁλυμπιάδα, Ἐπιστολή Η΄ , 088. 8. 6. 3
Χρυσόστομος2 = Ἰω Χρυσόστομος, Πρός τούς πολεμοῦντας τοῖς ἐπί τό μονάζειν ἐνάγουσι TLG
Χωνιάτης = Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, Man1, TLG
Ζωναρᾶς =Ἰωάννης Ζωναρᾶς, Ἐπιτομή Ἱστοριῶν, TLG
Kirchenlex., s.v. Hirtenstab
 



  Α.   ΑΠΟ ΠΟΥ ΑΝΤΛΟΥΜΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

               
Πληροφορίες για την ἐνδυμασία τῶν Βυζαντινῶν μας παρέχουν πρῶτα–πρῶτα τά αρχαιολογικά εὑρήματα ὅπως χιτῶνες καί ὑποδήματα, πίλοι, ὁ φερόμενος ὡς Σάκος τοῦ Ἰωάννη Α΄ Τζιμισκῆ, οἱ διάλιθες ζῶνες κ.ἄ., οἱ μεταλλικές καί δερμάτινες πανοπλίες. Αλλά και τά εργαλεία με τα οποία κατασκεύαζαν ενδύματα (ἐξαρτήματα ἀργαλιοῦ όπως ἀγνήθες, νήματα, ἀντί, ξυλόκτενο κ.ἄ. πού ἐκτίθενται σέ μουσεῖα), εἶναι βασική πηγή πληροφοριῶν γιά τόν τρόπο ραφῆς καί βαφῆς τῶν βυζαντινῶν ἐνδυμάτων. Τό ζεῦγος στεφάνων νεονύμφων καί οἱ δακτύλιοι με ἐγχάρακτες ἐπιγραφές, τά διάλιθα ἐνώτια, τό κτένι καί οἱ χρυσοῖ «τέττιγες» τά φιαλίδια τῶν μυρεψῶν σέ Βυζαντινά Μουσεῖα, δίνουν μιά ίδέα γιά τά κοσμήματα πού συνόδευαν τήν ἐνδυμασία.  Διάφορα λινά, μάλλινα ἤ μεταξωτά ὑφάσματα πού βρέθηκαν σέ ἀνασκαφές στήν Αἴγυπτο καί ἀλλοῦ, ἐργαλεῖα καί ἐργαστήρια πού βρέθηκαν, μᾶς εἰσάγουν στόν τρόπο ὕφανσης καί στίς ποιότητες τῶν ὑλικῶν ἀπό τά ὁποῖα κατασκευάζονταν ἐνδύματα.               
                Τά νομίσματα εἶναι ἀξιόλογη πηγή πληροφοριῶν ἀφοῦ εἰκονίζουν αὐτοκράτορες μέ ἐπίσημη στολή, μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας, ἀκόμη καί ἐπισκόπους Ρώμης πού τόν 8οαἰ. ἐξέδιδαν ἰδιαίτερο νόμισμα. Εἰκόνες χαράγματα καί διακοσμήσεις σέ σκεύη ἤ σέ ἀγγεῖα ἔχουν ὡς θέμα στολές καί ἐνδύματα. Πληροφορίες βρίσκουμε καί σέ τοιχογραφίες, φορητές εἰκόνες καί παλαιοχριστιανικά ψηφιδωτά ὅπως στόν διάκοσμο τοῦ Ἱεροῦ Παλατίου μέ σκηνές ἀπό τήν ἀγροτική ζωή. Τοιχογραφίες στά Ἀνάκτορα Τραπεζοῦντος ὅπου εἰκονίζονται μέλη τῆς οἰκογένειας τῶν Μεγάλων Κομνηνῶν. Ψηφιδωτά σέ ναούς ὅπως στόν Ἅγ Δημήτριο τῆς Θεσσαλονίκης εἰκονίζουν σκηνές ἀπο τήν ἅλωση πόλεων ἤ κτήτορες ντυμένους μέ ἐπίσημη στολή ἤ καθημερινή ἐνδυμασία. Μικρογραφίες χειρογράφων εἰκονίζουν τίς τάξεις καί τίς ἀσχολίες τους ὅπως τήν ζωή τῶν οἰκοδόμων, τῶν ἐργατῶν σέ βιοτεχνίες, ψαράδων καί ναυτῶν, ἀγροτῶν καί ὁδοιπόρων.Σε εἰκονογραφημένα Μηνολόγια - Συναξάρια ὁ ζωδιακός κύκλος δίνει μιά ἰδέα γιά εποχιακές ἐνδυμασίες κυρίως στήν ὕπαιθρο.            
                Ἀρκετές πληροφορίες παρέχει η «Βασίλειος Τάξις» (ἀποδίδεται στον Κωνσταντίνο Ζ΄),  το «Περί Ὀφφικίων» (ἀποδίδουν στό Γ. Κοδινό) κ.ά., ὅπου περιγράφεται η βασιλική στολή και η εθιμοτυπία στο «Ἱερόν Παλάτιον». Λεπτομέρειες για τη στρατιωτική εξάρτηση δίνουν το «Στρατηγικόν» Μαυρικίου, το «Περί Παραδρομής» Νικηφόρου Φωκά κ.ἄ. Στά Χρονικά καί σε Ἱστορίες περιγράφονται στολές των «Βαρβάρων» πού ἐπισκέπτονταν τό Βυζάντιο.        
                Ιδιαίτερη αξία έχουν ποιήματα (ὅπως Προδρομικά) ὅπου περιγράφεται ἡ καθημερινή ζωή στήν πόλη και στήν ὑπαιθρο. Οἱ «Λόγοι» Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας σέ πολλά σημεῖα δίνουν πλήρεις ἤ  ἐλλειπεῖς περιγραφές τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς καί δίνουν μιά ἰδέα τῆς ἐνδυμασίας στίς γειτωνιές τῆς πόλεως. Σέ βίους Ἁγίων (ἉγΦιλαρέτου, Ἁγ Νείλου, Θεοδώρου Τριχινα), ὑπάρχει πλήρης περιγραφή τῆς ἀγροτικῆς ἤ στρατιωτικῆς ζωῆς καί τοῦ τρόπου ἔνδυσης πολλῶν τάξεων. Στη Λαυσαἵκή Ἱστορία καί στό Σωζομενό ἀντλοῦμε πληροφορίες γιά ἐνδύματα τῶν μοναχῶν, τῶν ἀσκητῶν καί τῶν πενήτων στούς πρώτους τρεῖς αἰῶνες.              
                Τέλος σέ Νόμους καί Διατάξεις(«Νεαρές» Ζήνωνος-Ἰουστινιανοῦ) γίνεται λόγος γιά ἐνδυμασία ἀνωτέρων ὑπαλλήλων. Οι Αποφάσεις Συνόδων ή «Κανονικές Ἐπιστολές» (όπως τοῦ Πάπα Κελεστίνου Α΄) ἀναφέρονται σέ ἐνδυμασία ἐπισκόπων καί μοναχῶν.
 
                Στό ἄρθρο αὐτό ἡ καθημερινή ἀμφίεση ἱερέων καί οἱ λειτουργικές στολές ἀναφέρονται ἤ περιγράφονται χωρίς τούς συμβολισμούς πού τούς ἀποδόθηκαν, μια και ἡ προσέγγιση πού ἐπιχειρεῖται ἐδῶ εἶναι καθαρά ἱστορική. Ἐξ ἄλλου μιά σειρά ἀξιόλογες ἐργασίες στήν Ἑλλάδα καί στό ἐξωτερικό πού ἀναφέρονται στά Ἱερά Ἄμφια ἔχουν ἐξαντλήσει τό θέμα τῶν θεολογικῶν καί ἄλλων συμβολισμῶν.            
                Και κάτι που πρέπει να προσέξουμε: Όπως μαθαίνουμε ἀπό τα κείμενα, ἀρχικά στο Βυζάντιο επικρατεί ἡ Ρωμαϊκή μόδα. Μέχρι τον 6ο αἰ. ἡ ἄρχουσα τάξη δεν διέφερε πολύ στο ντύσιμο ἀπό τους Ρωμαίους πατρικίους τοῦ 3ου – 4ουαἰ. Ἡ μόδα αὐτή εἶχε διαμορφωθεί σιγά – σιγά ἤδη ἀπό την ἐποχή τοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου καί μέ τόν χρόνο δέχτηκε ἐπιρροές ἀνατολίτικες (ἰδιαίτερα περσικές). Οἱ πόλεμοι μέ τούς Οὔννους, μέ τόν Χοσρόη καί μέ τούς Ἄραβες καί τό φθηνό μετάξι ἀπό τόν 6οαἰ. ἔφεραν ἐπαναστατικές ἀλλαγές καί στήν ἔνδυση.   
           


 Β.   ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ «ΕΘΙΜΟΤΥΠΙΑΣ» : Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΙΕΡΟΝ ΠΑΛΑΤΙΟΝ»

 Σημαντικό συστατικό βασιλικής στολής στο Βυζάντιο, ήταν η «ζώνη» (ταινία μεταξωτή ή μεταλλική, χρυσοποίκιλτη) πού εἶχε ἴδια μορφή μέ τό πρώιμο διάδημα. Ἡ περσική προέλευσή της εἶναι βέβαιη – ἡ χρήση της συνδέεται μέ τό Μ. Αλέξανδρο1. Τόν6ο αἰ ἡ βασιλική ζώνη ήταν «λιθοκόλλητος»ὑφασμάτινη ἤ χρυσή όπως αυτή πού ὅ Μαυρίκιος χάρισε στό Χοσρόη2. Ὁ βασιλεύς ὡς διοικητής τοῦ στρατοῦ τή φοροῦσε στή μέση. Δέν ἔλειπε ποτέ από την επίσημη στολή (στόν νέο βασολέα πρῶτα ἔδιναν ζώνη καί ἔπειτα στέμμα)3. Το «ἀποθέσθαι τήν ζώνην» σήμαινε παραίτηση από το βασιλικό4 ἤ το στρατιωτικό αξίωμα5.Σκληρότατη πονή ἥταν νά ἀφαιρέσουν ἀπό ἀξιωματοῦχο«τήν ζώνην τῆς ἰδίας ἀρχῆς»6. Ὁ Βασίλειος Α΄ διέταξε να θανατωθεί ὁ υπασπιστής του πού εἶχε αναγκαστεί νά κόψει μέ σπαθί τη ζώνη τοῦ βασιλιά σώζοντάς τον ἀπό βέβαιο θάνατο7.Ἥταν ἐξευτελιστικό γιά ἕναν ἡγεμόνα ἤ στρατηγό (ἀκόμα καί βάρβαρο) νά τόν ὁδηγοῦν στήν ἐκτέλεση «τραβώντας τον ἀπό τή ζώνη»8. Γνωστές είναι καί οἱ αφιερώσεις «πολυτελούς ζώνης» σε Προσκυνήματα (όπως γινόταν και στην Αρχαία Ρώμη)9.
Δεν είναι σαφές από πότε η ζώνη ονομάστηκε «διάδημα»10, όμως μέχρι τόν 4ο αἰ τό βασιλικό «διάδημα» ήταν στρατιωτική ζώνη που δενόταν κυκλικά στό μέτωπο (στέφανος) γι αυτό τό ἔλεγαν και «στέμμα»11. Μέχρι τόν 6ο αἰ. τη ζώνη αυτή (ἤ ὁμοίωμα ζώνης) ἑνας στρατιωτικός τήν ἔδενε στό μέτωπο τοῦ ἡγεμόνα ἐνῶ ὁ στρατός τόν ἐπευφημοῦσε12. Πρῶτοι ὁ Διοκλητιανός και ὁ Κωνσταντῖνος Α΄ κόσμησαν13 τό Διάδημα μέ πολύτιμους λίθους14. Ἀπό τον 5ο αι το Διάδημα μιμείται τα ανατολίτικα ηγεμονικά στέματα (το έλεγαν «ζείρη»15 και έίχε σχήμα τείχους με πολεμίστρες). Μέχρι τόν Ἰουστινιανό Α΄ οἱ βασιλεῖς εἰκονίζονται σέ ἀπολλώνεια μορφή να φοροῦν διάλιθο διάδημα. Ὁ Μαυρίκιος16 για πρώτη φορά εικονίζεται με στραιωτικό «καράνος» χωρίς διάκοσμο ενώ ο διἀδοχός του, Φωκᾶς, ἐγκαινιάζει νέα ἐποχή μέ «γένειο» και ὀγκῶδες στέμμα. Τό διάδημα πού «περιδέθηκε» στήν κεφαλή τοῦ Ἀνδρὀνικου δέν γνωρίζουμε ἄν ἥταν ταινία, ὅμως πάνω ἀπό αὐτό ἔριξαν «καπνικό(;) κάλυμμα» – ἔθιμο πού ἔφεραν οἱ Λαζοί στρατιῶτες17.
Ο Κωνσταντῖνος Δ΄ φορούσε διάλιθο διάδημα
18, ὅμως σε επίσημες τελετές εικονίζεται με ὀγκῶδες διάλιθο στέμμα - ἐξέλιξη στρατιωτικοῦ «καράνου». Ἀπό τόν 9ο αἰ. θά καθιερωθεί το τρουλόσχημο στέμμα, το γένειο καί τα βαρύτιμα χρυσοποίκιλτα ἄμφια (περσική εθιμοτυπία)19. Ο Βασίλειος γυρίζοντας ἀπό τόν πόλεμο τῆς Τεφρικῆς φορεί «περικεφάλαιον καισαρίκιον»20 . Τό στέμμα θά πάρει τελική μορφή ὅταν ὁ ἡγεμών τῆς Οὐγγαρίας Στέφανος θά στεφτῆ τό 997 ἀπό τόν Πάπα Σιλβέστρο Β΄ μέ διάλιθο στέμμα – ἀπομίμηση τρούλου ἐκκλησίας21. Ἄν ὁ Φώτιος ἔστεψε τόν Βασίλειο Α΄ μέ «λιτό στέμμα»22 ὅμως ὁ διάδοχος, Λέων ΣΤ΄ εικονίζεται με τρουλόσχημο κάλυμμα κεφαλής23. Σε τοιχογραφία τῶν Βλαχερνῶν24 η εικόνα του Ἀλεξίου Α΄ δίνει μια ιδέα εξελιγμένης βασιλικής μίτρας25 –ή τιάρας – την εποχή της παρακμής. Τέλος, οι Μεγάλοι Κομνηνοί (Τραπεζούντα) ανάλογα με την περίσταση, μπορούσαν να φορούν άλλοτε διάλιθο τρουλόσχημο στέμμα όπως ο Αλέξιος Δ΄ Μέγας Κομνηνός στη μικρογραφία Μ Διονυσίου και άλλοτε απλή «ταινία» με δυο σειρές μαργαριτάρια όπως ο Μανουήλ Α΄ Μέγας Κομνηνός στην τοιχογραφία του Μητροπολιτικού Ναού της Χρυσοκεφάλου Τραπεζούντος26 και ο Ιωάννης Β΄ Μέγας Κομνηνός στο «άσπρο» (ασημένιο νόμισμα 1280 1297)27.
Σέ ἔνδειξη πένθους, ο βασιλιάς έπρεπε νά ἐμφανίζεται ενώπιον τοῦ λαοῦ χωρἰς στέμμα ὅπως ο Ἰουστινιανός, μετά τούς σεισμούς τοῦ 548
18 . Ὁ Ἰουστῖνος Α΄ στό σεισμό πού κατέστρεψε τήν Ἀντιόχεια μπήκε στην εκκλησία μέ «μαντίον πορφυροῦν» στό κεφάλι (κόκκινο μαντήλι;)29.Ὁ Θεοδόσιος γιά τή σφαγή στόν ἱππόδρομο Θεσσαλονίκης ὑποχρεώθηκε ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ἀμβρόσιο νά εἰσέλθει στό ναό ἀσκεπής μέ λιτά τά μαλιά30. Ὁ Ἀρκάδιος ὅταν οἱ ἐπαναστάτες τράβηξαν στά ἄκρα βγῆκε χωρίς διάδημα, να ηρεμήσει το στρατό31.

Ἕνα εἶδος ὑποκάμισο(«στιχάρι», συνήθως λευκό όπως το επίσημο στιχάρι τοῦ Ἀναστασίου), ένα Διβιτήσιον (στρατιωτικός χιτώνας με κοντά μανίκια
32 ὅπως τό «τζιτζάκιον - Διβοτήσιον» πού ὁ Κωνσταντῖνος Ε΄ φοροῦσε στά γενέθλίά του και τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς)33, το «μανιάκι» (φαρδύ ὡμοφόριο μέχρι  τόν ἀγκώνα ἤ λίγο πιό πάνω ἀπό τόν καρπό ὅπως τῶν «βαρβάρων Ἰσαύρων») και ο «λώρος» (μεταξωτή ταινία, ἀπό τόν δεξιό ὤμο μέχρι τη μέση) αποτελούσαν τη «βασιλική εσθήτα» - χρυσοΰφαντη ἤ κόκκινη παραλλαγή επίσημης στολής των πατρικίων34. Ὁ Λέων Δ΄φοροῦσε «ἐσθῆτα ῥοδοειδέσι χρόαις ἐκλάμπουσαν». Ὁ πατέρας του, Κώνστας Β΄, ὅταν σέ ναυμαχία κινδύνευε ἔδωσε τήν ἐσθήτα του καί κατώρθωσε νά διαφύγει35. Ὁ Μαυρίκιος ὅταν ὁ Φωκᾶς πλησάζε στό παλάτι νά τόν ἐκθρονίσει πρόλαβε να βγάλει τή βασιλική ἐσθήτα καί νά φύγει χωρίς να τον αναγνωρίσουν36. Ὅμως ὁ Φωκᾶς μετά δέκα χρόνια ὅταν ἐκθρονίστηκε βίαια, ὑπέστη τόν ἐξευτελισμό νά τόν ἐκδύσουν τή βασιλική ἐσθήτα καί νά τοῦ φορέσουν «μέλανα ἐσθήτα» καταδίκου37 . Ἡ Ρωμαϊκή Τήβεννος, Ετρουσκικό ένδυμα38 αυτοκρατόρων, πατρικίων καί ρητόρων, στά βυζαντινά χρόνια. ἀντικαταστάθηκε ἀπό Λυδικό ἐπενδύτη ὅπως τόν χρυσοΰφαντο πού φοροῦν οἱ κτήτορες στό ψηφιδωτό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Τά «μανικᾶτα» καί τά «κολόβια» τοῦ 10ουαἰ. δέν ἔχουν τήν ἁπλότητα τῆς γραμμῆς πού περιέγραφε κάποτε ὁ Πλίνιος. Παρ' ὅλ' αὐτά  ὁ Ἰουστινιανός Α΄ ἀπονέμει στον Ἀνθύπατο Παλαιστίνης τό προνόμιο να ἐμφανίζεται στις ἑορτές μέ τή «σεμνή και ἀρχαία ὁλοπόρφυρη τήβεννο»39.
Μεταξύ 870 - 899 τήν Ἑορτή τοῦ Πάσχα ὁ βασιλεύς ἐμφανιζόταν στό λαό με κόκκινο στιχάρι, χρυσά διβιτήσιο και λώρο
40 . Ἀπό τόν 10ο αι. ὁ Λῶρος περιβάλλει χιαστί τό στῆθος41. Στις ἑορτές γιά τήν λήξη τοῦ πολέμου ἐναντίον Ἀράβων, οἱ βασιλεῖς φορούσαν «λῶρο» καί «διάδημα» καί κρατοῦσαν σκήπτρο μέ σταυρό ἐνώ στό ἀριστερο χέρι κρατοῦσαν τήν «ἀνεξικακία». Αρκετές είναι οι απεικονίσεις αυτοκρατόρων με πλήρη στολή όπου διακρίνεται Διβιτήσιο και λώρος42 όπως έχουν διαμορφωθεί από τον 11ο αι43.
Στην Παναγία Χρυσοκέφαλο, το Μητροπολιτικό Ναό Τραπεζούντος, μέχρι το 1923 υπήρχε ωραία νωπογραφία με τον Μανουήλ Α΄ Μέγα Κομνηνό, ολόσωμο, να φορεί «εσθήτα κοσμημένη με δυο σειρές μονοκέφαλων αετών. Στο στήθος είχε εγκόλπιο με την εικόνα του πολιούχου Αγίου Ευγενίου έφιππου όπως εικονίζεται συνήθως ο Άγιος στα χρυσά νομίσματ της Τραπεζούντος44» .

Σσυστατικό βασιλικῆς στολῆς ἥταν καί τά ἐρυθρᾶ πέδιλα – θεωροῦνταν σύμβολο «ἐπαχθοῦς μοναρχίας
45. Ὁ Διοκλητιανός πρῶτος φόρεσε «ὑποδήματα μέ χρυσό καί πολύτιμους λίθους»46 καί ὁ Κωνσταντίνος Α΄ καθιέρωσε τά «κοκκοβαφῆ πέδιλα»47 πού ἄν τά φοροῦσε ὁ ἐκλεκτός τοῦ λαοῦ, ὅπως ὁ Νικηφόρος Β΄, κανείς ἐπαναστάτης δέν θά μποροῦσε νά τόν ἀμφισβητήσει48. Ἀκόμη καί τά «μελαμβαφῆ πέδιλα» μέ τά ὁποῖα εἰσῆλθε ὁ Ἡράλκειος στήν ἐκκλησία, μποροῦσαν νά γίνουν κόκκινα στόν πόλεμο, «ἀπό τό αἶμα τῶν Περσῶν»49. Ὄταν ἔχριζε κάποιον συμβασιλέα, ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ δώριζε κοκκοβαφῆ πέδιλα. Ὁ Μιχαήλ Γ΄ ὅταν ὑποψιάτηκε τόν Βασίλειο ὡς ὕποπτο συνωμοσίας σκέφτηκε νά τοῦ ἀφαιρέσει τά κοκκοβαφῆ πέδιλα50 ἀλλά καί ὁ Βασίλειος μέ τή σειρά του θά θεωρήσει τόν γιό του, Λέοντα ΣΤ΄ ὕποπτο, ἐπειδή εἶχε κρύψει ἕνα μαχαίρι στά πέδιλά του51. Τά κοινά πέδιλα  πού φοροῦσαν ὅλοι οἱ ὑπήκοοι τοῦ Βυζαντίου απαγορευόταν να είναι ερυθρά. Ὁ διάδοχος, φοροῦσε πέδιλα κυανοῦ χρώματος52, ὅμως πολλοί θα ὀνειρεύονταν να φορέσουν κάποτε «πέδιλα κοκκοβαφῆ»53. Τόν13οαἰ τά πέδιλα τῶν πολεμιστῶν - αυτοκρατόρων τά ὀνόμαζαν «καμπάγια», οἱ περικνημίδες εἶχαν ἰδιαίτερο σχῆμα, μέ«γεγραμμένους χρυσούς αετούς»54 πού ὁ Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ Δραγάτσης ἀντικατέστησε μέ «χρυσοῦς δικεφάλους ἀετούς»55.

Τίς ἐλεύθερες ὧρες ἡ βασιλική οἰκογένεια στούς χώρους τοῦ παλατιοῦ κυκλοφοροῦσε μέ ἐλαφρά «ἐμβάδια». Τά ερυθρά «βασιλικά τζαγγία», γιά τίς συναντήσεις ἐργασίας, είναι μάλλον ἀπομίμηση περσικῶν τελετουργικῶν ὑποδημάτων,άγνωστα σέ Ησύχιο καί Σούδα. Ὁ ἡγεμόνας τῶν Λαζῶν Ζστάθιος ἔφερε ἀπό τήν πατρίδα του τζαγγία «ἔχοντα μαργαρίτας περσικῷ σχήματι»
56. Ὁ βασιλεύς φορουσε ἐρυθρά τζαγγία ὅπως ἐκεῖνα πού έφεραν οἱ πραιπόσιτοι στό Βασίλειο Α΄ (συμβασιλέα τοῦ Μιχαήλ Γ΄)57. Ὁ Βασίλειος Β΄σε περιπάτους καί «προκύψεις»58 εἶχε ἰδιαίτερο ὑπηρέτη («παιδόπουλον») νά τοῦ φέρνει τά τζαγγία ἀπό τό «βεστιάριον»59.

Ἀπό τα προσφιλέστερα δῶρα πού συνήθιζαν οἱ Αὐτοκράτορες να δίνουν σε βαρβάρους πρέσβεις ἥταν «σηρικοί κοκκοβαφεῖς χιτῶνες». Ἀνάλογα δῶρα (χιτῶνες και ἀμπεχόνες «τῆς Βασιλικῆς φιλοτιμίας δῶρα») μποροῦσε νά προσφέρει καί ἡ βασίλισσα τῆς Ἰβηρίας
60. Σιγά–σιγά στά ὑφάσματα καί ἐνδύματα, αὐξήθηκαν τά ἀνατολίτικα στοιχεῖα ὥστε τόν 10οαἰ. ὁ αὐτοκράτωρ δώριζε σέ ὑποτελεῖς βαρβάρους ἡγεμόνες, περσικοῦ τύπου στολές («τιάρα» «κάνδυ», «ζώνη περσική»,«ἀναξηρίδες») που κάποτε ἐντυπωςἰασαν τόν Μ. Ἀλέξανδρο61. Στόν ἡγεμόνα τῶν Βανδάλων ὁ Βελισσάριος δώρησε ἀντί γιά χλαμύδα, τριβώνιο λευκό πού πιάνεται στον δεξιό ὥμο μέ περώνη και χιτώνα λευκό κεντημένο μέ πολλά σχέδια. Επίσης ράβδο, ἄρβυλα καί περικεφαλαία, όλα αργυρά και ἐπίχρυσα62.

Ὁ 14οςαἰ διατηρεῖ ἐθιμοτυπία τοῦ 9ου-11ουαι. Δέν εἶναι γνωστό ἄν στό «βεστιάριον», στό «ρουχαρεῖον» ἤ στό «ἀλλαξιμάριον» ὑπῆρχαν ἀκόμη πολλά «ἐῤῥαμμένα» καί «ἄράφια», ὅμως ὁ ἀνθύπατος καί ὁ ἔπαρχος συνέχιζαν νἀ απονέμουν δικαιοσύνη μέ περσικοῦ τύπου καλύπτρα («τιάρα, καμελαύκιον ἤ κίδαριν»)
63 καθήμενοι σέ χρυσοποίκιλτο θρόνο. Ἀξιωματοῦχοι φοροῦσαν σκιάδιο ὁλομάργαρο64 και κρατοῦσαν ξύλινο ἤ ἐπίχρυσο δικανίκιο65. Ὁ Χωνιάτης καί ὁ Θεόδωρος Μετοχίτης φοροῦσαν ἐντυπωσιακή στολἠ αὐλικοῦ ἀξιωματούχου πού ἀπένειμε ὁ αὐτοκράτωρ. Ὅμως ἡ θλιβερή παρακμή δέν μπορεῖ νά κρυφτεί ἀπό κανέναν. Ἀπό τήν ἀρχή τοῦ 14ου αἰ. στό Ἱερόν Παλάτιον τόση πενία ἔπεσε  ὥστε τά ἑρμάρια ἄρχισαν νά ἀδειάζουν ἀπό τά χρυσᾶ καί ἀλαβάστρινα σκεύη καί τά διαδήματα ἥταν βαμμένα «ἀπό σκίτους», (ὅπως οἱ σκυτοτόμοι γνώριζαν νά τά βάφουν νά φαίνονται ἀκριβά). Στή θέση τῶν πολύτιμων λίθων ὑπῆρχαν πιά «διακοσμητικοί λίθοι ἀπό γυαλί σέ διάφορα χρώματα»66.


 Γ.   ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ «ΕΣΘΗΤΑ» ΚΑΙ ΠΑΝΟΠΛΙΑ

Ἡ στρατιωτική στολή, ἡ πανοπλία καί ὁ πολεμικός ἐξοπλισμός ἐλεγχόταν ἄμεσα ἀπό τήν κεντρική κυβέρνηση μέ αὐστηρές διατάξεις. Ἀπαγορευόταν σέ ἰδιῶτες νά τά κατασκευάζουν καί νά τά πωλοῦν. «Ἱεραί φάβρικες» μονοπωλοῦσαν τά στρατιωτικα εἰδη
67 καί ὁ στρατιώτης ἀνάλογα μέ τήν οἰκονομική ἄνεσή του, προμηθευόταν «καί ἵππους καλλίστους καί τήν ὑπόλοιπη πανοπλία»68. Ὁ Στρατηγός πολλές φορές μποροῦσε νά φερθεί σκληρά σε ἐπιστρατευόμενους ἀγρότες πού δέν διέθεταν πανοπλία μέ τίς ἀπαιτούμενες προδιαγραφές69.

Δέν βρήκα κανένα στοιχείο για την κόμμωση τῶν νεοσυλλέκτων (τους ονόμαζαν «τήρωνες»), στό «βάνδον» (λόχο) καί στό «τάγμα». Πουθενά δεν εικονίζινται οπλίτες με κομμένα τελείως τα μαλλιά. Αντίθετα, επαγγελματίες στρατιώτες μπορούσαν να έχουν και γένια όπως εικονίζεται ο Άγιος Θεόδωρος σε τάπητα του  6ουαι.  που εκτίθεται στο Μουσείο Fogg Atr των ΗΠΑ. Η τιμητική φρουρά στό Βασιλικό Θρόνο είχε κοντά μαλλιά περιποιημένα καί φοροῦσε στό μέτωπο ένα είδος απλό διάδημα70 όπως οι Άγγελοι - τιμητική φρουρά στο Θρόνο της «Πλατυτέρας» στην «Ευφρασιανή Βασιλική» του 6ουαι. 

Οἱ στρατιῶτες τοῦ πεζικοῦ στά στρατόπεδα τῆς πρωτευούσης μέχρι τό τέλος τοῦ 6ουαι φοροῦσαν «στολές σωληνωτές ἀπό βλαττίου ὀξέως» (ἀπομίμηση τοῦ περσικοῦ Φιμπλατόρι) καί χλαμύδες «παραπλήσιες μέ τίς βασιλικές». καί στά πόδια «καλλίγια»71 ἴδα μέ τά ρωμαϊκά«γάρβουλα» καί τίς ἀρχαῖες ἀθηναϊκές «ἀρβύλες ἤ κρηπίδες». Ὁ Τιβέριος τό 578 μ.Χ. γιά νά λιγοστέψει τίς κρατικές δαπάνες, ὅρισε νά φοροῦν οἱ ὑπαξιωματικοί ἁπλές στολές καί «δακτυλίους ὄρνας»72 (τά γνωστά διακριτικά πού φέρουν οἱ στρατιωτικοί στόν ὥμο ἤ στό βραχίονα μέχρι σήμερα, γιά διακρριτικά τοῦ βαθμοῦ).

Τό «σαγίον») («παλίον» ἤ«σάκος», εξέλιξη τοῦ ρωμαϊκοῦ «sagum», ἥταν μάλλινος μανδύας στρατιωτικός, συνήθως μαύρου χρώματος, πού φοροῦσαν ὅλοι οἱ στρατιῶτες τό χειμώνα. Τό 10ο αἰ εἶναι πορφυρός καί «χρυσοπερίκλειστος»73.Ἡ φράση «φέρω τό σαγίον» ἥταν ταὐτόσημη μέ «παίρνω τά ὄπλα». Εἶδος στρατιωτικοῦ παλτοῦ ἥταν καί τό «σκαραμάγγιο» οὐνικῆς ἤ κινεζικῆς καταγωγῆς74 πού φοροῦσαν σέ θαλάσσια ἤ ὁδικά ταξίδια ὁ βασιλεῦς, οἱ στράτορες – ἐπιτελεῖς – ἀκόλουθοι καί οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ βασιλιᾶ. Μποροῦσε νά εἶναι λευκό, πορφυρόχρυσο ἤ ὁλόχρυσο, μέ σχισμές στό πλάι. Ἀπό τά κεντημένα λευκά λιοντάρια στήν ἐπιφάνειά τους τά ἔλεγαν καί «λευκολέοντες»75. Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἐπιστρέφοντας ἀπό μάχες, γιά νά εἰσέλθει ἔφιππος στό Ἱερόν Παλάτιον άπό τήν Χαλκή Πύλη φοροῦσε «καστόρινο σκαραμαγγίο»76 μέ ἁνοίγματα στό πλάι, ὅπως τό «στρατιώτικο ἐπιλώριο» τοῦ πρωτοσπαθάριου Ἰωάννη.

Γιά ἕναν στρατηγό ἡ «ζώνη» στή μέση, ὁ χρυσός «στρεπτός» στόν τράχηλο καί ἡ χλαμύδα δήλωνε τιμή γι’ αὐτό καί τήν ἐποχή τῶν διωγμῶν «οἱ τύραννοι ἀφαιροῦσαν τή ζώνη καί τό στρεπτό ἀπό τους Χριστιανούς ἀξιωματικούς καί ἔτσι ταπεινωμένους τούς παρέδιδαν στό δήμιο»77 . Τιμῆς ἕνεκεν, ἡ βασιλική φρουρά, στό χρυσό «στρεπτό» τοῦ τραχήλου εἶχε ἔμβλημα μέ τήν εἰκόνα τοῦ Αὐτοκράτορα. Ὁ διοικητής τους ξεχώριζε μέ τό διαφορετικό χρώμα του ποδήρη χιτώνα.

Ἡ προσωπική φρουρά τοῦ Ἰουστινιανοῦ Α΄ στό ψηφιδωτό τοῦ Ἁγίου Βιταλίου, κρατεῖ «βηρύττες» (μεγάλα ξύλινα ἀκόντια μέ μεταλλική αἰχμή) καί ἔχει «παρά πόδα» μεγάλη «σκούτα» (ἀσπίδα πάνω ἀπό ἕνα μέτρο διάμετρο, μέ διάλιθο «χριστόγραμμα» καί κυκλικό ἔμβλημα). Στά πόδια οἱ στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς φοροῦν ὄχι τά συνήθη στρατιωτικά, ἀλλά ὑποδήματα ὅμοια μέ τῶν πατρικίων.

O Ἀρχηγός τοῦ Στρατοῦ – συνήθως ὁ αὐτοκράτωρ – καί τά μέλη τοῦ Ἐπιτελείου ἐν καιρῶ πολέμου φοροῦσαν χειριδωτό χιτώνα, κολώβιο, ζώνη καί χλαμύδα ὅπως παλαιότερα οἱ Ἀντωνῖνοι
78 . Ἡ χλαμύδα κόκκινου χρώματος («ἁλουργίδα»)79 στερεωμένη στόν δεξιό ὤμο μέ χρυσή «φίμπουλα» (περώνη) εἶναι γνωστή από τη στολή τῶν Μακεδόνων ἐφήβων τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. Στίς πηγές συναντᾶται καί ὡς «μανδύας»80. Τελος τοῦ 4ουαἰ. ἡ χλαμύδα ἔμοιαζε περισσότερο με Ρωμαϊκό Παλλουμέντουμ. Ὁ Θεοδόσιος Α΄ τήν ἡμέρα τῆς στέψης ἐπειδή ἥταν πανύψηλος χρειάστηκε νά φορέσει τήν πορφυρή χλαμύδα τοῦ  Κωνσταντίνου Α΄81. Ἡ «χλαμύδα» τοῦ Ιουστίνου Α΄ ἥταν «ὁλοσηρική»82. Τόν 8ο αἰ τήν έλεγαν «ατραβατική» (ἀπό τήν ρωμαϊκή «Τραβαία»)83.
Ὁ Ἀναστάσιος Α΄ στή στρατιωτική χλαμύδα πρόσθεσε «ρούσεα ταβλία» τῶν «βάρβαρων Ισαύρων»
84. Στό ψηφιδωτό τῆς Ραβέννας ὁ Ἰουστινιανός φορεῖ λευκό χιτώνα καί πορφυρή χλαμύδα μέ χρυσοΰφαντο ταβλίο, στερεωμένη με χρυσή πόρπη85. Οἱ ἡγεμόνες τῆς Ἀρμενίας γιά νά ἐκφράζουν τό μεγαλεῖο τῆς αὐτοκρατορίας στόν Εὐφράτη ἔπρεπε νά φοροῦν «χλαμύδα πορφυρή» χρυσοκέντητη, ὑφαντή μέ νῆμα ἀπό «πίννες» (ὄστρακο). Στόν ὧμο «περώνη χρυσή» μἐ «λίθον ἔντιμον» καί «τρεῖς χρυσές ἁλυσίδες μέ ὑακίνθους»86.

Ο Λέων Δ΄στις μάχες φοροὐσε«εσθήτα ροδοειδέσι χρώαις ἐκλάμπουσα»
87. Ἔδωσε τό χιτώνιο και τό κολώβιον στον ὑπασπιστή του τον Μιχαήλ δείχνοντας ἔτσι ὅτι τον προορίζει για διάδοχο88. Ὁ Νικηφόρος Β΄ Φωκᾶς όχι μόνο στις μάχες, κοιμόταν πάνω σέ «ἄρκτου δέρμα»89, όμως ἄλλοι ὅπως ὁ Μανουήλ Α΄ φορούσαν ἀκόμη καί στίς ἐκστρατεῖες πανάκριβες στολές (μεταξωτό στιχάριο, χλαμύδα «πορφύρᾳ καί χρυσῷ διηνθισμένη» μέ χρυσή φίμπουλα90 καί πολύτιμους λίθους πού άστραφταν «ἄνωθεν καί ἕως τάς βάσεις»91.

Οἱ «Λωρικάτοι» ἔπαιρναν ἐντολές κατ’ εὐθείαν ἀπό τό στρατηγό ὡς ἐπίλεκτο σῶμα. Σέ ὁδομαχίες ὅπως στή Στάση τοῦ Νίκα
92 ἥταν στήν πρώτη γραμμή. Φοροῦσαν «λωρίκιον» μέ συμβολικά ἀνάγλυφα93. Γιά προστασια τῶν ὥμων τό λωρίκιο εἶχε δερμάτινα «φλάμουλα». Σέ νομίσματα κ.ἄ. διακρίνονται φολίδες στήν ἐπιφάνειά του. Στό σιδερένιο λωρίκιο ὑπῆρχε «φοινικοβαφές Θοιμάτιον στρατιώτικον ἐπιλώριον»94 (έμβλημα; ὅπως τοῦ Ἰωάννη Τζιμισκῆ)95. Ὁ Ἰουλιανός σεβόταν τά ἐθνικά σύμβολα στό λωρίκιο, (ἄλλοτε προσφιλή στόν Ὀκταβιανό καί τόν Ἀδριανό) ὅπως τό γοργόνιο πού τό θεωροῦσαν φυλακτό καί θεία προστασία σέ μάχες, ὅμως οἱ χριστιανοί τά ἀντικατέστησαν μέ σταυρό. Τό κεντητό ἤ μεταλλικό «στηθάριο» μέ τό σταυρό ἤ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ σέ ἑορτές ἥταν παραλλαγή γοργονίου. Τό «στηθάριο» τοῦ Ζστάθιου96 ἄρχοντα τῶν Λαζῶν, εἶχε τή μορφή τοῦ Ἰουστίνου Α΄,προϊστάμενου και προστάτη του97.

Ἡ νομοθεσία δέν διακρίνει μεταξύ λωρικίου (θώρακα Ρωμαϊκού τύπου) και ζάβας
98 (περσικοῦ τύπου ἀλυσιδωτός θώραξ)99 πού φοροῦσαν οἱ «ζαβᾶτοι», «ἐπίλεκτοι τῶν ἀκιῶν»100 (ἀκίες ἥταν οἱ λόχοι κρούσεως). Οἱ ζάβες «ἀνασυρόμενες λωρίοις καί κρικέλοις μετά τῶν θηκαρίων» συνδέονταν μέ «σκαπλία μέχρι τοῦ ἀστραγάλου»101 και μετά τις ασκήσεις ή τη μάχη ἀποθηκεύονταν στό «ζαβαρεῖον»102.

Οἱ μισθοφόροι φορούσαν «Ἀναξηρὶδες»,
ἐπωμίδες καί δερμάτινους ἰμάντες. Ὁ στρατηγός ἀπό τήν Γεωργία Θεοδόσιος φοροῦσε «ἀναξηρὶδες» μέ ἰμάντες ἀπό δέρμα. Οἱ «κατάφρακτοι» φοροῦσαν «κλιβάνιο» καί «ἐπανωκλίβανα»103 γι’ αὐτό ὁνομάζονταν «κιλιβανάριοι» καί «ὁλοσίδηροι»104. Τό «αλυσείδιον»105 ἔφιππου πολεμιστῆ ἥταν σιδερένιος πλεκτός χιτώνας ανατολικής προέλευσης με μακριά «φλάμουλα» (κοντά συρματόπλεκτα ἤ δερμάτινα μανίκια γιά προστασία τῶν ώμων). Ἔκλεινε στό στῆθος μέ μικρούς γάντζους. Τή συνόδευε «κασσίδα» (περικεφαλαία μέ αλυσιδωτό πλέγμα γιά τον αυχένα καί μέ «τουφία μικρά» στήν κορυφή106. Οἱ «κατάφροκτοι» συμπλήρωναν τήν πανοπλία τους μέ «γονυκλάρια» γιά νά προστατεύουν τίς κνήμες καί τά γόνατα. Γιά νά μήν ἐνωχλοῦνται ἀπό τή σιδερένια πανοπλία, οἱ κατάφρακτοι κάτω ἀπό τό κλιβάνιο φοροῦσαν «καβάδιον». (Στήν πρωτεύουσα καί στίς δεξιώσεις οἱ ἀρχηγοί τῶν βαρβάρων μισθοφόρων κυκλοφοροῦσαν μέ καββάδιον ἐνῷ οἱ ἄλλοι εὐγενεῖς φοροῦσαν «καμίσια»)107.

Μέ τή στρατιωτική στολή συνδέονταν βάρβαρες ἐξευτελιστικές ποινές. Ὁ ἀρχηγός τῶν Περσῶν Ὁρμίσδας μποροῦσε νά στέλνει «γυναικεία ἐσθήτα» σέ στρατηγό του νά τον ἐξευτελίσει108. Το ἴδιο ἔκανε ὁ Κωνσταντῖνος Θ΄109.

 


 Δ.  ΣΤΗΝ «ΠΟΛΗ» ΚΑΙ ΣΤΗΝ «ΥΠΑΙΘΡΟ»

Ἡ «Τήβεννος» πῆρε τό ὄνομά της ἀπό τόν Τήβεννο τόν Ἀρκάδα καί ἔγινε γνωστή στούς Ρωμαίους ὡς «Τηβέννειος ἐσθήτα»110. Τὀν 4οαἰ σέ μνημεῖα111 οἱ ἀνάγλυφες μορφές φοροῦν τήβεννο, ὅμως ἡ «ἐσθήτα» αὐτή θά εἶναι πιά παρελθόν τήν ἐποχή τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Τό ἴδιο καί ἡ «Toga» πού φοροῦσαν τόν 4ο-5ο αἰ. οἱ ἀρχόντισσες καί οἱ ἱέρειες στή Ρώμη112 (πολύ πιό ἁπλῆ ἀπό τήν Τόγα πού φοροῦσε κάποτε ὁ Ἐτροῦσκος rex)113. Ἡ Αὐγούστα Ἀριάδνη τόν 5οαἰ ἐμφανιζόταν δημόσια φορώντας χλαμύδα114 μεταξωτή, ὅμοια μέ τῆς Θεοδώρας (6ου αι) και Εἰρήνης (9ου αι) μέ ἀνατολίτικα στοιχεῖα. Μέ τήν ἴδια ἀμφίεση συννήθιζε νά συναντᾶ καί νά ὁμολεῖ στούς ἐπιτελεῖς τοῦ στρατοῦ καί τοῦ ἰππικοῦ115. Ἀπό τόν 10οαἰ οἱ Αὐγοῦστες σέ ἑορτές θά φοροῦν ἄλλα, μεταξωτά, χρυσοκέντητα καί πιό ἐντυπωσιακά φορέματα.

Τήν «τούνικα ἰντίμα»
116, εἴδος γυναικεῖο πουκάμισο, (οἱ Ἕλληνες τήν ὀνόμαζαν «χιτώνα»), φαίνεται ὅτι τήν ὕφαιναν στόν ἀργαλειό. Τή φοροῦσαν καί οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες. Σέ πολλούς τάφους πού ἀνασκάφηκαν στήν Αἴγυπτο, βρέθηκαν «τουνικες» 5ου και 7ουαἰ ἀπό βαμβακερό ἤ λινό ὕφασμα. Γιά περισσότερο προσεγμένη ἐμφάνιση, (κάτω ἀπό τήν τούνικα)ὁ «σπέληξ», «ἱμάτιον ἡμιδιπλοἵδιον (διπλωνόταν μέ χάρη) ἀναβόλαιον»117 ἤ «χλανίδα»118. Πάνω ἀπό τήν τούνικα ἔπεφτε μέχρι τά σφυρά με χάρη ἡ «στόλα», μακρύ πτυχωτό φόρεμα μἐ κεντημένα σύμβολα119. Στή Δύση οἱ πριγκίπισσες πρόσθεταν στή στόλα τό οίκογενειακό τους οἰκόσημο. Στό δεξιό ὥμο ἡ στόλα πιανόταν με χρυσή«περωνίδα» καί στή μέση δενόταν μέ διάλιθη ζώνη. Ἀπό τόν 6οαἰ τή στόλα διαδέχτηκε ἕνα εἶδος «στιχαρίου»(ποδήρης χιτών). Τό ὕφασμα πιά ἥταν κατά προτίμηση μεταξωτό, ἀλλά καί μάλλινο ἤ λινό. Κυρίες τόν 10ο-11οαἰ φοροῦσαν μάλλινο στιχάριο μέ χρυσοκέντητα «περικάρπια»120, ποδόγυρο χρυσοκέντητο μέ μαιάνδρους καί ἅνοιγμα στόν τράχηλο σέ σχῆμα "v"121. Στή μέση δενόταν διάλιθη ζώνη ἐνῷ στά αὐτιά κρέμονταν ὡραῖα ἐνώτια («ὅρμοι» κ.ἄ)122 καί τόν τράχηλο κοσμοῦσαν περιδέραια ὁπως ἡ «κόπαια»123.


Ἡ Στόλα συνοδευόταν ἀπό την «πάλλα», ὑφασμάτινο κάλυμα τῆς κεφαλῆς πού ἔπεφτε μέ χάρη στούς ὥμους. Οἱ «Αὐγοῦστες», «δέσποινες» καί Πατρικίες στό Ἱερόν Παλάτιον φοροῦσαν μεταξωτό ἤ λινό πέπλο πού ἄφηνε νά διαφαίνεται ἡ ὡραία κόμμωση ὅπως οἱ παλαιές Ρωμαῖες κυρίες. Ἀπό ἐκλεκτό μαλλί ἤ μετάξι κατασκευαζόταν καί τό «φακιόλιον» γιά τίς Δέσποινες στήν Παφλαγονία
124.Δέν ἥταν ὅμως λίγες οἱ νέες μέ πολύπλοκα «ἄμπυκα ἁβρά τε στρεπτά κεκρύφαλα»125 καί «πυργοφόρα δείκελα»126 πού εντυπωσίαζαν τούς νέους τον 6ο αι.(εἶχε ἐπανέλθει ἡ Ἰωνική μόδα – γνωστή στούς Βυζαντινούς άπό γλυπτά τῶν κλασικών χρόνων). Χαρακτηριστική ἐπίσης ἥταν ἡ «ὑφασμάτινη ταινία» γύρω στό μέτωπο πού φοροῦσαν φιλάρεσκα πολλές Πατρικίες καί Δέσποινες στό τέλος τοῦ 4ουαἰ.127 Ἐξέλιξή της εἷναι ἡ «ἀναδέσμη»128 μέ ἀνατολίτικο χρῶμα. Τόν 5οαἰ. συναντοῦσε κανείς σέ μεγάλες πόλεις γυναῖκες χωρίς κάλυμμα κεφαλῆς, μέ ὡραῖο κτένισμα129 ὅπως ἡ«γαλακτοτροφοῦσα» σέ ἐπιτύμβια στήλη πού ἀφήνει τά καλοκτενισμένα μαλλιά της ἀκάλυπτα130. Ὅμως στήν Αἴγυπτο, οἱ γυναῖκες τοῦ λαοῦ κάλυπταν τό κεφάλι γιά  προστασία ἀπό τίς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου131.

Ἀπό τόν 11οαι οἱ «κανδιδᾶτοι»
132 καί οἱ «ἀπό σκαραμαγγίου» ἥταν εὐνοούμενοι τοῦ ἀυτοκράτορα. Οἱ πλούσιοι τῆς ἐπαρχίας ντύνονταν ὅπως οἱ αὐλικοί στήν πρωτεύουσα, ὅμως συνήθιζαν πιό φανταχτερά καί κακόγουστα χρώματα. Ἡ περσική μόδα ἐπηρέασε τά περίεργα ἐπαρχιώτικα καπέλα, τίς «τιάρες μέ τό λοφίο»133. Τό 10ο αἰ στήν Κύπρο, οἱ εὐγενεῖς φοροῦσαν εῑδος διαδήματος, τήν «κίτταριν» καί εἶχαν τό παρατσούκλι «κίτταροι»134. Οἱ γαιοκτήμονες στήν Τραπεζούντα τοῦ  13ου-14ουαἰ ὅταν ὁ καιρός ἥταν κρύος, φοροῦσαν δερμάτινο σκοῦφο καί πάνω ἀπό τόν κοντό χιτώνα, «μηλωτή» μέ μάλλινη ἐπένδυση. Τό «παλίον» ἤ «’μπεχόνη» ἥταν κι’ αὐτό ζεστό πανοδόρι γιά τό χειμώνα. Τόν 14ο αἰ στή Θεσσαλονίκη πολλοί φοροῦσαν καί τόν «ἔκφυλον πῖλον» πού τόσο ἀγαποῦσαν οἱ «βάρβαροι Ἴβηρες»135.

Νεόπλουτοι ἐπαρχιῶτες κυκλοφοροῦσαν σάν καίσαρες καβάλα σέ λευκό ἄλογο, φορώντας στό κεφάλι «χρυσοῦν κλιβάνιον» καί στά πόδια «ποδόψελλα χρυσᾶ»  ἤ νά ἐπιβλέπουν τίς ἀγροτικές ἐργασίες στά ἀπέραντα χωράφια τους φορώντας πολύχρωμο «καισαρίκιον» καί «κασίδα σύν περικεφαλαίᾳ χρυσῇ», «ζωσμένοι χρυσόν σπαθίον»
136. Μποροῦσαν νά κυκλοφοροῦν ἐπίσης ντυμένοι μέ χιτώνες ἀπό πρόβειο μαλλί ἤ ἀπό λινό ἤ μετάξι μέ κεντημένες παραστάσεις ἀπό τήν ἀγροτική ζωή137. Τόν 13ο αἰ οἱ ἀνακλινόμενοι σέ χρυσοποίκιλτο τραπέζι εἶχαν στό κεφάλι στεφάνι ἀπό πολύχρωμα ἄνθη καί φοροῦσαν λευκό χειριδωτό χιτώνα ἐνῷ οἱ ὑπηρέτες φοροῦσαν «ἀναξηρίδα» καί γιά περικνημίδες εἶχαν ὑφασμάτινες ταινίες138. Στήν τριώροφη ἔπαυλη τοῦἘγλώμ οἱ προσκεκλημένοι φοροῦσαν«καισαρίκιον». Οἱ«οἱκέτες»φοροῦσαν σκούφους πού θυμίζουν φέσι139.

Περσικῆς προελεύσεως ἀρχοντικός ἐπενδύτης ἥταν τό «σκαραμάγγιο». Στήν τελετή στέψης στέψης τοῦ βασιλέως, ὁμάδα πατρικίων φοροῦσαν σκαραμάγγιο μέ «χρυσόκλαβα»
140. Στήν Ἀρμενία καί στον Πόντο τό «σκαραμάγγιο» ἐξελίχθηκε σέ ἀνατολίτικο «καφτάνι»141. Ἡ «Δαλματική» μακρύς χειριδωτός χιτών μέ μανίκια πού ἔφθαναν τό ἕνα τρίτον τοῦ ὕψους, κατασκευαζόταν ἀπό λευκό λινό ἤ ἀπό λευκό μαλλί. Ἀπό τόν 6οαἰ τό μετάξι ἥταν πάμφθηνο γι’ αὐτό ὑπῆρχαν καί μεταξωτές Δαλαματικές. Γύρω στό 1200 ἀναφέρονται πολύχρωμες «Δαλματικές» πατρικίων καί ἐπισκόπων μέ περισσότερα περσικά καί τουρκικά χαρακτηριστικά. Στίς ἑλληνικές πόλεις τῆς Αἰγύπτου «ἐπίρραπτα στοιχεῖα» ἀπό μετάξι ἤ λινό, διακοσμητικά τῆς Δαλματικῆς εἰκόνιζαν μυθικές μορφές ὅπως προσωποποίηση τοῦ Νείλου142. Σε ἀγροτικές περιοχές ἡ Δαλματική προσαρμοζόταν στά κατά τόπους πρότυπα.

Στήν τάξη τῶν «πενήτων» οἱ γυναῖκες ἔπρεπε νά φοροῦν εἷδος περσικά «σαράβαρα» καί «ἀχειρίδωτο χιτωνίσκο» πού ἐπέτρεπαν τίς βαριές ἐργασίες. Ἡ Εὐφροσύνη, σύζυγος Ἀλεξίου Γ΄ διωγμένη ἀπό τά ἀνάκτορα ἀναγκάστηκε νά φορέσει «εὐτελές χιτώνιον» τέτοιο πού φοροῦσαν οἱ «χερνήτιδες» τῆς τάξεως τῶν πενήτων.Ἴδιο «χιτωνίσκο» φοροῦσε τόν 5οαἰ μία «χερνήτις» (πτωχή νέα τῆς ἐπαρχίας)  ὅταν προσέβαλε τόν στρατηγό Ἀέτιο μπροστά στούς στρατιῶτες του. Ἐκεῖνος θυμωμένος ἀπό τήν προσβολή διέταξε νά τήν ἐκτελέσουν.

Δέν ἔλειπαν νοικοκυρές πού φορώντας λινό ἤ μάλλινο «χιτωνίσκο» κάθονταν στό φῶς καί ἔραβαν τούς χιτῶνες τῶν παιδιῶν τους. Γιά εὐκολία τήν κλωστή καί τίς βελῶνες τίς κάρφωναν στή ζώνη τοῦ χιτωνίσκου πού φοροῦσαν
143. Ὁ ἀργαλιός καί ἡ διάστρα ἰδίως στήν ἐπαρχία ἥταν ἀπαραίτητο ἐξάρτημα ἤ καί συστατικό τοῦ σπιτιοῦ. Οἱ γυναῖκες τοῦ λαοῦ – σέ πλούσια σπίτια οἱ ὑπηρέτριες – φορώντας ποδήρη χειριδωτό χιτῶνα καί μέ καλύπτρα στήν κεφαλή κάθονταν μπρός στόν ἀργαλιό καί ὕφαιναν ὅπως σέ ἑλληνικές μικρογραφίες 12ου 144 καί 13ουαἰ.145 Οἱ πήλινες ἀγνύθες πού εἰκονίζονται στόν Βατικανό Κώδικα εἶναι ἀκριβῶς ἴδιες μέ τοῦ Β Μ Ἀθηνῶν146.

«Παιδίσκες»πού ὑπηρετοῦσαν σέ ἐπαρχιακό ἀνάκτορο, ἔπρεπε νά εἶναι άνάλογα ντυμένες. Ὅταν ἡ «παιδίσκη» ἔστρωνε τό τραπέζι ἤ ὑπηρετοῦσε στό δεῖπνο, τό στιχάριο ἤ ὁ χιτώνας, λευκός ἤ κυανοῦς ἔπρεπε νά ἔχει κάτι ἀπό τή λάμψη τοῦ ἀνακτόρου. Ὅταν ἔβγαζε βόλτα τά παιδιά τοῦ ἡγεμόνα, ἀρκοῦσε νά φορεῖ ποδήρη χιτώνα χωρίς χειρίδες δεμένο στή μέση μέ μάλλινη ζώνη ὅπως στήν «Ἑπταβηματίζουσα»
147. Ὅταν ἔπρεπε νά βοηθήσει στό λουτρό τῶν παιδιῶν τοῦ ἡγεμόνα, μποροῦσε νά φορεῖ τόν χιτώνα έργασίας μέ ἐπωμίδες καί νά ἀνασηκώνει τά μανίκια (ὅπως στήν μικρογραφία σέ χειρόγραφο εὐαγγέλιο τῆς Τραπεζοῦντος)148.

Στίς πόλεις ἀκόμη καί πτωχές γυναῖκες κυκλοφοροῦσαν περιποιημένες. Ὁ Ἅγ Γρηγόριος Νύσσης δέν εἶδε νά κυκλοφορεῖ καμμία νέα στήν πόλη «χωρίς περιεργίας κομμωτικῆς». Ἡ ὡραία νέα στό ψηφιδωτό τοῦ Ἱ. Παλατίου
149 δέν διαφέρει σέ προσεγμένη ἐμφάνιση ἀπό την «Ἀλεξάνδρα» τοῦ ψηφιδωτοῦ τῆς Πύλου. Ἀκόμη κι ὅταν ὁ Ἅγ Φιλάρετος ἔχασε τήν περιουσία του, ἡ σύζυγός του δέν κυκλοφοροῦσε ποτέ ἀτημέλητη. Φοροῦσε λινό ἀλλά ὡραῖο «στιχάριον»150.
Δέν γνωρίζουμε ἄν οἰ «ἐσθῆτες» με τίς ὁποῖες κυκλοφοροῦσαν οἱ ἄσεμνες γυναῖκες
151 τόν 5ο-6οαἰ ἥταν ἴδιες μέ αὐτές πού τίς ὑποχρέωνε νά φοροῦν τόν 2οαἰ ὁ νόμος Γαΐου152.Ὅμως ἥταν πολύ εὔκολο καί σέ ἕναν ἐκπαιδευμένο σκύλο νά ἀναγνωρίσει τίς ἄσεμνες γυναῖκες ἀπό τό «ἱμάτιον» πού φοροῦσαν153. Πρακτικότερα καί φθηνότερα ἀπό τά ἀκριβά καί παρδαλά ἥταν τά μάλλινα καί τά λινά ἰμάτια πού φοροῦσαν οἱ γυναῖκες τοῦ λαοῦ154 μεταποιώντας ἴσως μερικές φορές ἕνα παλαιό στιχάριο155.

Ὅσο οἱ δρόμοι τοῦ μεταξιοῦ ἥταν ἐπικίνδυνοι λόγῳ τῶν πολέμων μέχρι τον 6ο αἰ τά λινά καί τά μάλλινα ὑφάσματα ἥταν σέ εὐρεία χρήση καί τά ἐργοστάσια ἔφτιαχναν περιζήτητους λινούς ἤ μάλινους χιτῶνες. Στήν Αἰγυπτο ἀκόμη καί οἱ ἐπίσκοποι μποροῦσαν νά ἐπιβάλουν φόρο σέ «λινά χιτώνια». Για τέτοια ἐπιβολή φόρου κατηγορήθηκε καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος
156. Στήν Τραπεζούντα μέχρι τόν 14ο αἰ ἔμποροι καί ράπτες ἔφερναν ἀκριβά ὑφάσματα καί ἕτοιμες «ἐσθῆτες» ἀπό τούς Μαμελούκους τῆς Αἰγύπτου καί τούς Τούρκους τῆς Κιλικίας, μάλλινα ἀπό τήν Μηδία καί μεταξωτά ἀπό τό Σιάμ καί ἄλλες χῶρες157. Τήν ἴδια ἐποχή στή Θεσσαλονίκη τά μεταξωτά(«ἐκ Σηρῶν ὑφάσματα») ἥταν ἄφθονα ὅσο ἄφθονα ἥταν σέ ἄλλες χῶρες τά μάλινα158. Οἱ βάρβαροι ὅταν αἰχμαλώτιζαν Βυζαντινούς, ζητοῦσαν ὡς λύτρα «σηρικές ἐσθῆτες ἤ ἀπό λινό ἀραχνοΰφαντες καί ἀπέρριπταν τις μάλινες ὡς ἄχριστες γι’ αὐτούς»159.

Ἄνδρες καί γυναῖκες χτενίζονταν μέ ξύλινο, μεταλλικό ἤ ἐλεφαντοστό κτένι μέ ἀνάγλυφες παραστάσεις
160. Ὁ ἴδιος τῦπος κτενιοῦ ἥταν ἐν χρήσει σέ ὅλη τή Βυζαντινή ἐποχή161 καί ὅπως δείχνουν τά ψηφιδωτά πού σώζονται162, ὑπῆρχε μεγάλη καλαισθησία τόσο στήν ἀνδρική ὅσο καί στή γυναικεία κόμμωση. Τόση σημασία ἔδιναν οἱ Βυζαντινοί στήν κόμμωση στά μέσα τοῦ 8ουαἰ. ὦστε ὁ «κουρεύς» τοῦ Μεγάλου Παλατίου δέν διέφερε στό ντύσιμο καί τή συμπεριφορά ἀπό ἕναν συγκλητικό163. Μέχρι τόν 6οαἰ. οἱ κάτοικοι τῆς Πόλης ὅπως τήν ἐποχή τοῦ Ἀριστοφάνη, θά βλέπουν μέ περιφρόνηση καί θά εἰρωνεύονται τό «παράδοξον ἔθνος τῶν Ἀβάρων» πού εἶχαν μαλλιά «πολύ μακριά, δεμένα πάνω σέ "πρανδίες" (ἀλογοουρές)»164. Ὅμως δέν θά ἀργήσει ὁ βαρβαρικός τρόπος κόμμωσης νά ἐπηράσει καί τήν βυζαντινή μόδα. Τόν 9οαἰ ἄρχοντες τῆς ἐπαρχίας διατηροῦσαν περσικούς «Κρωβύλους» μέ χρυσούς «τέττιγες»165. (Ὅλα ὅσα κορόιδευε κάποτε ὁ Ἀριστοφάνης)166.

Ὁ βυρσοδέψης καί ὁ σκυτοτόμος ἔδιναν κατεργασμένο δέρμα στόν τσαγκάριο γιά νά ράψει τά ὑποδήματα. Τά σανδάλια τά κατασκεύαζαν μέ καττύματα (σκληρό δέρμα). Τό λωρίον πού ἔδενε τά σανδάλια στήν κνήμη, τά ὀνόμαζαν ζιχνίον ἤ σφαιρωτήρα. Τόν 10οαἰ ἐπειδή ἥταν σπάνια «τά ἀρχαῖα ὑποδήματα», τά ἐργαστήρια κατασκεύαζαν«καρβάσινα»ἀπό ἀκατέργαστο δέρμα βοῶν.Ἡ τέχνη τοῦ «τζαγκάριου» ἔφερνε πολλά «στάμενα»
167 σέ καλούς τεχνίτες (οἱ πλούσιοι πλήρωναν πολλά γία «τζαγκία» ἴδια μέ τά βασιλικά). Τά δερμάτινα ὑποδήματα συνήθως δένονταν μέ «ζινίχιον» (δερμάτινο λουρί). Τόν 14ο αἰ τή Θεσσαλονίκη ὑπῆρχαν «πέδιλα νεωτερικά» πού δέν θά καταδεχόταν νά φορέσουν ἀξιωματοῦχοι, τά φοροῦσε ὅμως ὁ φρούραρχος Δαβίδ γιά νά μήν ἀναγνωρίζεται168.
Οἱ ἀξιωματοῦχοι μποροῦσαν νά φοροῦν καί παπούτσια χωρίς κορδόνια μέ ὑποτυπῶδες τακοῦνι διακοσμημένα μέ φῦλλο χρυσοῦ
169 καί ἄλλα ὑποδήματα ὅπως «ξυρίδες, καμπάκια, ζυγάβδια»170 κατά προτίμηση μέ μύτη. Ἀντίθετα οἱ πένητες – ἀγρότες φοροῦσαν «κούντουρα» (στρογγυλά φθηνά ὑποδήματα) ἤ «καλίκια» (καλίγια ἤ κάλικες, χαμηλά παπούτσια μέ σόλα γεμάτη καρφιά) πού ἔφτιαχνε ὁ «καλιγάριος»Ἥταν ὅπως τά στρατιωτικά γερά γι’ αὐτό ἥταν κατάλληλα γιά ἀγροτικές ἐργασίες.

Τά παιδιά στίς ὄχθες τοῦ Νείλου φοροῦσαν καί αὐτά δερμάτινα χρυσοκέντητα παπούτσια171. Τίς Κυριακές καί μεγάλες γιορτές τά ἀκριβά παιδικά ὑποδήματα τά συνδύαζαν μέ παιδικούς μάλλινους χιτώνες μέ ὑφασμένες ἀνθρώπινες μορφές, ζῶα καί πτηνά172. Δέν ἔλειπαν ὅμως καί ἕνα πλῆθος παιδιά στίς τάξεις τῶν «πενήτων» πού ἥταν τόσο πτωχά ὥστε περίμεναν τά «δῶρα» τῶν δυνατῶν γιά νά ἀγοράσουν φθηνά ὑποδήματα ἀπό χοιρινό δέρμα. Τίς περισσότερες φορές ἔφτιαχναν αὐτοσχέδια σανδάλια ἀπό χόρτο. Οἱ γονεῖς αὐτῶν τῶν παιδιῶν ζοῦσαν πτωχικά, κυκλοφοροῦσαν συνήθως ξυπόλυτοι φορώντας «ράκη». Στην Κωνσταντινούπολη, δώδεκα παιδιά πενήτων κάθε χρόνο στήν τελετή τοῦ Νιπτήρα, εἶχαν τήν τύχη νά λάβουν ἀπό τά χέρια τοῦ ἴδιου τοῦ αὐτκράτορα μεταξύ τῶν ἄλλων δώρων, καί ἕνα ζευγάρι καινούργια ὑποδήματα.


Στό γάμο ἄν οἱ νεόνυμφοι ἥταν πλούσιοι κοσμοῦσαν τήν κόμη μέ«στέφανο» πού μποροῦσε νά εἶχε κατασκευαστει ἀπό ἀσῆμι ἤ καί ἀπό κασσιτερωμένο χαλκό ὅπως τό ζεῦγος στεφάνων τοῦ Σπαθαρίου Κανδιδάτου Ρωμανοῦ
173. Ἄν κατεῖχε ἕνα μεγάλο ἀξίωμα ὁ γαμβρός μποροῦσε νά φορεῖ «δακτύλιο»(δακτυλίδι) μέ ἐγχάρακτο τόν τίτλο του. Μέ αὐτόν τόν δακτύλιο174 σφράγιζε τίς ἐπιστολές ἤ τά ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἡ νῦμφη τόν 6ο αἰ φοροῦσε «πλανίδα» (διάδημα χρυσό)175 καἰ «Διπλοἵδα Νυμφικήν». Στά πόδια φοροῦσε «νυμφίδες – ὑποδήματα γυναικεῖα νυμφικά»176 . Ἄν ἥταν προορισμένη γιά αὐτοκράτειρα δέν ἥταν θεμιτό νά φορέσει στέφανο πρίν ὁ σύζυγός της τῆς προσφέρει τό βασιλικό στέμμα.Ἡ κόρη τοῦ Τιβερίου, ὅταν παντρεύτηκε τόν Μαρκιανό φοροῦσε πέπλο λευκό ὥστε μόλις πού διακρινόταν τό πρόσωπό της. Τό ἰμάτιο ἥταν κατάλευκο. Τό δωμάτιο ὅπου δέχτηκε τούς ἐπισήμους ἥταν  «βαφῆς δευσοποιοῦ Τυρίας μεγατίμου περιπόρφυρο». Οἱ ἐπίσημοι, «λευχείμονες» (ντυμένοι στά λευκά) ἤρθαν νά εὐχηθοῦν στούς νεόνυμφους177.

Τοὐλάχιστον μέχρι τόν 6οαἰ στήν ἀγορά τῆς Ἀθήνας, στή Ρώμη καί σέ ἄλλες πόλεις πολλοί κρατοῦσαν τήν παράδοση καί φοροῦσαν «ἐφεστρίδα» ἤ «βίρρο», κάτι σάν χλαμύδα Ρωμαἵκοῦ τύπου. Ἥταν ὅμως τόσο σκληρό τό ὕφασμα ἀπό γιδίσια τρίχα ὧστε καλύπτονταν μέ αὐτό οἱ τοξότες ὅταν ἔκαναν ἔφοδο στά κάστρα. Τόν 5οαἰ ὅσους φοροῦσαν «ἐφεστρίδα –βίρο» τούς ἔλεγαν εἰρωνικά«βιρροφόρους».Μέχρι πού τόν 11οαἰ δέν ἤθελαν νά δοῦν ἐφεστηρίδα οὔτε στόν ὕπνο τους διότι κατά τούς ὀνειροκρίτες ἧταν κακός οἰωνός
178.
Γυναῖκες, μαθήτριες ἤ δασκάλες στίς φιλοσοφικές σχολές τῶν Ἀθηνῶν ἤ τῆς Ἀλεξανδρείας μέχρι τόν 6οαι φοροῦσαν  φιλοσοφικό«τρίβωνα» ὅπως ἡ Ὑπατία
179. Ὁ «μαΐστωρ» καί οἱ «φιλόσοφοι» στό πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας τήν ὥρα τῆς διδασκαλίας φοροῦσαν κόκκινο σκοῦφο. Οἱ μαθητές φοροῦσαν στιχάριο καί λευκό σκοῦφο ἐνῷ οἱ διδάσκαλοι τῆς ρητορικῆς καί οἱ βοηθοί δίδασκαν ἀσκεπεῖς.. Οἱ ἁπλοῖ ἀκροαταί παρακολουθοῦσαν τά μαθήματα ἀσκεπεῖς. Σέ δημόσια συζήτηση ἤ διάλεξη οἱ καθηγητές μιλοῦσαν «ex cathedra» (ἀπό ὑπερυψωμένο θρόνο). Τό ἀκροατήριο καθόταν σέ ἀπόσταση ἐνῷ δίπλα στόν καθηγητή κάθονταν σέ ἡμικύκλιο οἱ μαθητές του φορώντας στιχάριο καί λευκό σκοῦφο180.

Στό ἱπποδρόμιο οἱ «βρηγάριοι»
181 γιά νά διακρίνονται φοροῦσαν «ἱμάτιο μέ κτυπητό χρώμα: βένετον ἤ πράσινο». Στό κεφάλι φοροῦσαν «κέντουκλα» μέ ραμμένα φτερά καί «καμελαύκια κεντουκλέἱνα»182. Οἱ θεατές ἀπό τήν τάξη τῶν πενήτων φοροῦσαν χιτωνίσκους. Οἱ ἡνίοχοι μέχρι τόν10ο αἰ ὅταν εἰσέρχονταν ἐν πομπῇ στόν ἱππόδρομο, φοροῦσαν «ξυστίδα, κροκωτόν ἰμάτιον»183πού παρέμενε ἴδιο ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀριστοφάνη, ὅταν τό φοροῦσαν οἱ ἱππεῖς184.
Στά νοσοκομεῖα πού λειτουργοῦσαν σέ μοναστήρια μεγάλων πόλεων οἱ γιατροί πού ἐπισκέπτονταν τούς ἀσθενεῖς φοροῦσαν ποδήρη χιτώνα καί κρατοῦσαν στό χέρι «πυξίδα»(ξύλινο-φιλντισένιο κουτί) μέ διάφορα φάρμακα. Ἀπό τόν τράχηλο ἐξαρτοῦσαν ἕνα σκοῦρο ὕφασμα τό ὁποῖο ἔφθανε ὡς τό στῆθος - τό διακριτικό γνώρισμα τῶν γιατρῶν
185.

Μπορεῖ πατρίκιοι–συγκλητικοί ἤδη ἀπό 1ο ἔως 4ο αἰ νά χαίρονταν πού ἐργάζονται στά χωράφια«ἀχίτωνες»μέ ἀγροτικό «πίλον» καί «περιζωμάτιον»
186, ὄμως οἱ δουλοπάροικοι ἀπό ἀνάγκη, παρά τή θέλησή τους ζοῦσαν σκληρή ζωή, φοροῦσαν «χιτωνίσκο χειριδωτό» καί γιά «περιζωμάτιον» «συνέρραπταν ράκη». Ἀγρότες μέ «χιτωνίσκο» θυμίζουν τόν αγρότη πού ὁ Ἅγ Φιλάρετος βοήθησε187.

Συνήθως τά πρόβατα τά ἔβοσκαν νέοι μέ κοντούς χιτῶνες μέχρι τό γόνατο καί μανίκια μέχρι τούς ἀγκώνες. Στά πόδια φοροῦσαν σανδάλια καί περικνημῖδες
188. Στό ψηφιδωτό ὅμως τοῦ Μεγάλου Παλατίου ὁ δοῦλος πού ἀρμέγει τίς κατσίκες εἶναι μεσόκοπος. Φορεῖ λευκό χιτώνα πού ἀφήνει τό ἀριστερό χέρι ἐλεύθερο καί ζώνη στή μέση. Οἱ ψαρᾶδες καί οἱ ἐργάτες τῆς θάλασσας ἐργάζονταν μέ χιτωνίσκους μέχρι τά γόνατα καί συνήθως ἀνασήκωναν τά μανίκια ὅταν ἔπρεπε νά μαζέψουν τά δίκτυα189. Τόν Ἰούνιο καί τόν Ἰούλιο οἱ νέοι ἐργάτες πού θέριζαν καί ἁλώνιζαν μποροῦσαν νά φοροῦν ἐρυθρό χειριδωτό χιτώνα μέ ἅνοιγμα στή θέση τοῦ λαιμοῦ σέ σχῆμα "v", κυανή περισκελίδα καί πέδιλα. Οἱ ἔφηβοι μπορεῖ νά φοροῦσαν λευκή ταινία στά μαλιά καί «ἐξωμίδες»190. Ὁ ἀμπελουργός ὅταν τρυγοῦσε  φοροῦσε κοντό «ἐρυθρό ἐπενδύτη» καί «περισκελίδα ροδόχρουν», «πέδιλα» κυανοῦ χρώματος καί γιά τόν ἥλιο «πηλίκιον ἐρυθρόν»191. Τά ἴδια καί ὁ ἀγρότης πού ὄργωνε τό χωράφι. Οἱ κυνηγοί πού ἔβγαιναν τόν Ὀκτώβριο γιά κυνῆγι192 φοροῦσαν κοντό μπλέ χιτώνα καί σανδάλια πού δένονταν μέ ἰμάντες μέχρι τά γόνατα193.

Οἱ μελισσοκόμοι ὅταν ἅνοιγαν τά «βουτία»μελισσῶν φοροῦσαν ὑποκάμίσο καί χιτωνίσκο
194. Οἱ Τραπεζούντιοι αὐθέντες μετά τόν τρύγο κατέβαιναν στό κελάρι φορώντας «ποικιλόχρωμο χιτώνα» καί πλατύ λευκό «πίλο μέ ἐρυθρό γύρο». Ἐκεῖ περίμενε ὁ οἰνοχόος (δουλοπάροικος ἤ  δοῦλος) φορώντας χιτωνίσκο καί «πίλο» ρόδινου χρώματος. Ἀντλοῦσε μέ μελανό πήλινο δοχεῖο ἐκλεκτό οἵνο ἀπό πήλινες «ὑδρίες» καί προσέφερε στόν αὐθέντη νά δοκιμάσει τή νέα σοδειά195.

Οἱ τεχνίτες βιοτεχνίας φοροῦσαν κοντό χιτώνα καί δερμάτινα σανδάλια. Δοῦλοι πού έριχναν ξῦλα στόν κλίβανο φοροῦσαν χιτωνίσκο κοντό μέχρι τά γόνατα μέ ἅνοιγμα στόν τράχηλο σέ σχῆμα"v". Δοῦλοι βαρβαρικῆς καταγωγῆς φοροῦσαν ἀναξηρίδες
196. Oἱ οἰκοδόμοι φοροῦσαν χιτωνίσκο χωρίς μανίκια καί σανδάλια μέ δερμάτινους ἰμᾶντες197 γιά νά ἀνεβαίνουν εὔκολα τίς σκαλωσιές.

Τό «κυνικόν καῦμα» (καύσωνας) τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1354 καί οἱ θάνατοι ἀπό θερμοπληξία ἔκαναν ἐντύπωση στό βυζαντινό λαό
198. Ἑτοιμοθάνατος γέροντας199 θῦμα τοῦ καύσωνα φορεῖ ροδόχρωμο χιτώνα,  κυανόχρωμο ἐπενδύτη καί σκεπάζεται μέ σινδόνα διακοσμημένη μέ ἀνθέμια. Νεαρή ὑπηρέτρια στό βάθος μέ λευκό «χιτωνίσκο» κρατεῖ λαμπάδα. Δίπλα στόν ἑτοιμοθάνατο ἄλλη ὑπηρέτρια μέ λευκή ταινία σήν κόμη, φορεῖ ἐρυθρή χειριδωτή ἐσθήτα μέ κυανόχρωμες χειρίδες. Κρατεῖ ὑδρία γιά νά ξεδιψᾶ τόν γέροντα καί ριπίδιον γιά ἀέρα. Ἡ μορφή τῆς ὑπηρέτριας άντιγράφει ἀντίστοιχη μορφή ἀπό τοιχογραφία τῆς Ἁγίας Σοφίας Τραπεζοῦντος200.

Τέλος νά προστεθῆ ὅτι οἱ πενθοῦνες φοροῦσαν «μέλαν ἱμάτιον» (μαύρου χρώματος) ἐνῷ τόν νεκρό τόν ἔντυναν στά λευκά
201.


  Ε.  ΑΠΟ ΤΟ «ΤΡΙΒΩΝΙΟΝ» ΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ ΣΤΗΝ «ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΤΟΛΗ»

Οἱ ἀσκητές πού γνώρισε ὁ Μ. Ἀθανάσιος στήν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου φοροῦσαν «διφθέρες» (χιτῶνες ἀπό δέρμα) γιά νά θυμοῦνται τόν Προφήτη  Ἠλία202. Ἡ σκληρή χειρωνακτική ἐργασία τους ἀπαιτοῦσε ἰδιαίτερα ἀνθεκτικό «ἀχειρίδωτο χιτώνα» δεμένο στή μέση μέ «δερμάτινη ζώνη» ἀνάλογο μέ τόν «χιτωνίσκο» πού φοροῦσαν οἱ «πένητες» στήν ἐπαρχία203. Στά πόδια φοροῦσαν «σανδάλια»204 ἐνῷ γιά τόν καυτό ἥλιο τῆς ἐρήμου χρειαζόταν «κουκούλλιον». Ὁ Σιλβιανός φοροῦσε σανδάλια πλεγμένα ἀπό χόρτα. Δερμάτινα ἐνδύματα φοροῦσαν τόν 5ο αἰ καί οἱ ἀσκητές τῆς Συρίας καί τῆς Παλαιστίνης ὅπως ὁ Συμεών ὁ Στυλίτης205. Ὁ ἀσκητής Θεόδωρος ὀνομάστηκε Τριχινᾶς διότι φοροῦσε «ἰμάτιον τρίχινον καί ἁδρόν» (ἀπό τρίχες κατσίκας)206. Ἡ «μηλωτή ἀπό κατσικίσιο δέρμα» ἥταν προσφιλής σέ πολλούς ἀσκητές207. Ἴδια σχεδόν ἀμφίεση μέ «διφθέρες» καί «κουκούλιον» συναντᾶμε καί σέ γυναικεῖα ἀσκητήρια τῆς Αὐγύπτου208 ἐνῷ πολλές ἀσκήτριες δέν ἤθελαν νά φοροῦν ὑποδήματα (ὅπως μία μαθήτρια τῆς μητέρας Ταλίδος)209.

   Τό 340 θεσπίστηκε ὁμοιόμορφη ἐμφάνιση τῶν μοναχῶν210. Ὁ Μέγας Βασίλειος την ίδια σχεδόν εποχή καθιέρωσε το ελληνοπρεπές φιλοσοφικό «τριβώνιο» ὡς ὁμοιόμορφη στολή γιά ὅλους τούς μοναχούς. Τό ἔνδυμα αὐτό τό γνώριζαν πολλοί ἀσκητές τῆς Αἰγύπτου πού εἶχαν ἐπισκεφθῆ τήν Ἀθήνα211. Ο Μ. Βασίλειος τό εἶχε καθιερώσει ὡς καθημερινό του ἔνδυμα212. Εἰρωνεία τῆς τύχης: ἐνῷ ἡ φιλοσοφία βρισκόταν σέ παρακμή καί οἱ ἀπατεῶνες μέ «τρίχινα τριβώνια»213 ἐξαπατοῦσαν τόν κόσμο προσποιούμενοι τό φιλόσοφο, τήν ἴδια στιγμή ὁ Μ. Βασίλειος καθιέρωνε νέα γενιά «φιλοσόφων» πού θά τιμοῦσαν τόν «τρίβωνα».

Ο Άγιος Παχώμιος ὅρισε νά  φοροῦν οἱ μοναχοί «λεβιτῶνα μέ ζώνη ἀπό λινάρι»214(ἔτσι ὀνόμαζαν στήν Προύσα τόν τρίχινο χιτώνα)215. Ἐπειδή δενόταν μέ ζώνη στή μέση ἔγινε γνωστό ὡς «ζωστικό». Σύμφωνα μέ τόν κανονισμό ἔπρεπε νά κατασκευάζεται ἀπό εὐτελές  ὕφασμα ὅπως αὐτά πού φοροῦσαν οἱ δοῦλοι καί οἱ πτωχοί. Γι' αὐτό συνήθως τό ὀνόμαζαν «ράκος» (κουρέλια)216. Παραφθορά τῆς λέξης «ράκος» εἶναι το «ράσο». Τό χειμώνα πάνω ἀπό το ζωστικό φοροῦσαν μάλλινο «παλλίο» ἔνῷ τό καλοκαῖρι φοροῦσαν «μανδύα» πού κάλυπτε καί τό κεφάλι. Ὁ Ἅγ Βενέδικτος ἐπέβαλε τό λεβιτώνα στή Δύση μέ ἐλάχιστες τροποποιήσεις.Στήν Ἀνατολή τό παλλίο πῆρε τήν τελική μορφή ἐξώρασου.

Τελικά τόν 6οαἰ. οἱ μοναχοί ἀναγνωρίστηκαν καί ἀπό τήν ἀστική νομοθεσία ὅτι ζοῦν φιλοσοφικό βίο217. Ἡ ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς τους εἶχε μεγάλη ἐπιῥῤοή ὄχι μόνο στή ζωή ἀλλά καί στήν ἀμφίεση τοῦ ἱερατείου. Οἱ ἐπίσκοποι ἄρχισαν νά ἐπιλέγονται ἀπό μοναστήρια ὅπως ὁ Ἀγέλιος στήν Κωνσταντινούπολη218 και ὁ ἀσκητής τῆς Νιτρίας Διόσκορος στήν Αἴγυπτο219. Αὐτοί έφεραν καί τήν ἐνδυμασία τους στόν ἐπισκοπικό θρόνο. Οἱ συνεργάτες τους –μοναχοί– πού τοποθετοῦσαν σέ μεγάλες ἐνορίες ἤ σέ ἐπιτελικές θέσεις, κυκλοφοροσαν μέ τριβώνιο καί μανδύα (ζωστικό καί έξώρασσο). Δέν ἄργησε τό ἔνδυμα τῶν μοναχῶν νά καθιερωθῆ ὡς ἐπίσημο καθημερινό ἔνδυμα ὅλου τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου. Μάλιστα στή Δύση, ὁ ἐπίσκοπος Ἅγ Πατρίκιος φοροῦσε «casula» ἤ «ἀμφίμπαλο», ἔνδυμα πού φοροῦσαν μόνο οἱ πτωχότερες τάξεις, καί τό καθιέρωσε ὡς λειτουργικό ἄμφιο τῶν Κελτῶν. (Ὁ Ἅγ Ἰσίδωρος θεωρεῖ ὅτι ὁ ἀμφίμπαλος ἀρχικά εἶχε καί «κουκούλι»)220.

Ἡ δύναμη πού ἀπέκτησαν οἱ μοναχοί μέ τήν ἀναγνώριση ἀπό τήν πολιτεία ἔφερε καί ἄλλα, ὄχι τόσο θετικά ἀποτελέσματα: Ὁ αὐτοκράτωρ μποροῦσε νά καλεῖ σέ συνεστίαση ἡγουμένους καί «ἁββᾶδες» μἐ εἰδική πρόσκληση («βασιλικόν σφραγίδιον»). Στό τραπέζι παρακάθονταν «στιχηδόν κατά τήν οἰκείαν τάξιν καί τήν ἁρμόζουσαν δόξαν» ἡγούμενοι καί ἐπίσκοποι φορώντας φελώνιο ἤ σκαραμάγγιο ἤ ἅπλό παλίον ἀνάλογα μέ αὐτά πού φοροῦσαν οἱ αὐλικοί221. Σιγά – σιγά ἡ χλιδή σέ μεγάλα μοναστήρια ἔγινε σκανδαλώδης. Τόν 11οαἰ ὑπῆρχαν μέχρι καί τρεῖς «τάξεις» μοναχῶν. Οἱ προνομιοῦχοι τῆς «πρώτης τάξης» γιά τά ἐνδύματά τους ἔπαιρναν ἐτησίως «εἴκοσι νομίσματα», οἱ «δευρέρας τάξεως» ἔπαιρναν 15 καί οἱ «τρίτης τάξεως» μόνο δέκα222.

Ἱερεῖς πού δέν προέρχονταν ἀπό μοναστῆρι, μέχρι τόν 7οαἰ δέν φοροῦσαν κάποια παράξενη στολή ἤ ἰδιαίτερα διακριτικά. λλωστε στό Βυζάντιο δέν ὑπῆρχαν κλειστά ἱερατικά γένη ἤ οἱκογένειες  ὅπως στήν Περσία ἤ στούς Ἑβραίους223. Βέβαια δέν ἔλειπαν γονεῖς πού προόριζαν τό γιό τους γιά ἐπίσκοπο ὅμως κάθε πιστός μέ τά ἀπαραίτητα προσόντα μποροῦσε νά φθάσει σέ μεγάλα ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἐπιφάνιος(6οςαἰ) καταγόταν μέν ἀπό «ἱερατική γενεά» καί «ἀπό νηπιακή σχεδόν ἡλικία κοσμοῦσε τήν ἐκκλησία»224 ὅμως στήν ἐξέλιξή του ἔπαιξαν σηματικότερο ρόλο ἄλλα προσόντα του.
Στήν τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας ὁ ἱερέας δέν χρειαζόταν ἰδιαίτερη φανταχτερή στολή. Μία μάλλινη ἤ λινή tunica alba (λευκός Ἀλεξανδρινός «ποδήρης χιτών») καί «Δαλματική» ὅπως ἐκείνη πού φοροῦσε καί ὁ Ἅγ Κυπριανός στό μαρτύριό του225 ἀρκοῦσαν. Ὁ Μ Ἀθανάσιος φοροῦσε «στιχάριν καί βιρίν» (μανδύα ὅπως ἀσκητές τῆς Αἰγύπτου)226. Ἄλλωστε τό 428 ὁ Ρώμης Κελεστῖνος ὑποστήριζε ὅτι «ἡ διαφορά ἑνός κληρικοῦ ἀπό τούς λαἱκούς πρέπει νά εἶναι στήν παιδεία καί στήν συμπεριφορά καί ὄχι στή στολή»227. Ἀργότερα, ἡ tunica alba ἔγινε «στιχάριο» μέ λίγες διαφορές  ἀπό τό στιχάριο τῶν πατρικίων. Ὁ μανδύας ἔγινε «φαιλόνιο»228 ὅπως αὐτα πού φοροῦσαν πατρίκιοι.   
  Ἐπίσκοποι καί διάκονοι εἰκονίζονται ἀσκεπεῖς. Μέχρι τόν 7οαἰ. δέν εἶχε ἀκόμη καθιερωθεί «κίδαρις» καί «στρόφιον»229 (διακριτικά ἱερέων 10ουαἰ.).Μέχρι τό 532 μ.Χ. στἡν «οἰκουμένη» τά λειτουργικά ἐνδύματα ἥταν παντοῦ ἴδια. Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Παῦλος φοροῦσε ὡς διακριτικό βαθμοῦ, «ὡμόφορο» (ὑφασμάτινη λωρίδα μέ σταυρούς πού κατέληγε σέ κρόσσια). Ὅταν ἐξορίστηκε στήν Κουκουσσό, ὁπαδοί τοῦ Ἀρείου τόν ἔπνιξαν χρησιμοποιώντας αὐτό τό ὡμόφορο230. Στή Ραβέννα ὁ Ἐπίσκοπος Μαξιμιανός πάνω ἀπό τό «στιχάριον» καί τή «Δαλματική»231 φοροῦσε μανδύα καί λευκό «ὠμόφορο» ἴδιο μέ τοῦ ἐπισκόπου Παύλου. Ὁ Διάκονος καί ὁ Ὑποδιάκονός του φοροῦσαν στιχάριο καί Δαλματική. Ἴδια στολή μέ λευκό ὡμόφορο φοροῦσε ὁ Ρεπαράτους, στή Ραβέννα τό 671232. Τό ὡμόφορο δέν δίστασαν πολλοί ἐπίσκοποι ὅταν χρειάστηκε, νά τό «ἀποθέσουν» (νά παραιτηθοῦν) ὅπως ὁ ἐπίσκοπος Γερμανός ὅταν τοῦ ζητήθηκε νά προδώσει τήν ὀρθοδοξία233.
  Ἰδιαίτερη στολή δέν εἶχαν τόν 4ο αἰ ούτε οἱ Διακόνισσες Ὁλυμπιάδα καί Σαββινιανή. Ἀρκοῦσαν γι' αὐτές τά «ἁπλᾶ καί καθημερινά ἱμάτια»234. Ὅμως τόν 10οαἰ ὅλα εἶχαν ἀλλάξει: Στόν «Γυναικίτην Νάρθηκα» τῆς Ἁγ Σοφίας ὑπῆρχε ἰδιαίτερο χώρισμα μέ τίς στολές τῶν διακονισσῶν235.

Ἀπό τόν 6ο αἰ. ἡ τελετουργική στολή τοῦ ἱερέα διαφέρει ἀπό τό καθημερινό του ἱμάτιο. Θεολογικό ὑπόβαθρο γi' αὐτή τήν ἀλλαγή μποροῦμε νά ἀναζητήσουμε στά μέσα τοῦ  4ουαἰ ὅταν ὁ Παυλίνος ἐπισκοπος Τύρου μίλησε γιά «ἱερατική τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στολή»236. Εἶναι ἄγνωστο πότε ἐπικράτησε ἡ ἐνδυμασία τῶν ἱερέων νά ὀνομάζεται «ἱερά αμφια» ἀφοῦ σέ παλαιές ἀναφορές ὀνομάζεται «ἱερατική στολή»237 ἤ «ἱερά ἐρέα»238, ἐνῷ ὁ ὅρος «ἱερά αμφια» χρησιμοποιεῖται σέ παλαιά Εὐχολόγια μόνο για τά καλύμματα Ἱερῶν Σκευῶν.
  Μέχρι τούς πολέμους τοῦ Ἡρακλείου ὑφαίνονταν ἀπό μαλλί προβάτου («ἐριουργεῖς στολαί»). Ἴσχυε ἀκόμη ἡ Ἀρχή τῆς Διακρίσεως μεταξύ Ἱερατικῆς στολῆς καί βασιλικῆς ἀλουργίδος πού  διατύπωσε ὁ Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων239. Τέλος 6ουαἰ ὁλοκληρώθηκε ἡ τυποποίηση τοῦ ἱερατικοῦ σχήματος στή Δύση240 και ἄρχισε ἡ διαφοροποίηση ἀπό τή στολή τῆς Ἀνατολῆς241. Ἐνῷ ὁ λαϊκός χιτών εἷναι κοντύτεροι καί κομψότεροι ἀνάλογα μέ τή μόδα, ἀντίθετα ὁ ἱερατικός ποδήρης χιτών, ἡ Δαλματική καί ἡ χλαμύδα στήν ἐπισκοπή Ρώμης παραμένουν ἀμετάβλητα.

Ἡ τυποποίηση τῆς Ἱερατικῆς Στολῆς ἐπηρέασε καί τό πρωτόκολλο τοῦ Μεγάλου Παλατίου. Ὁ Πατριάρχης φορώντας φελώνιο καί ὡμόφορο ἀνάλογο μέ τό «χρυσοπερίκλειστον σαγίον» τοῦ αὐτοκράτορα συμετεῖχε σέ παρελάσεις καί εὐλογοῦσε τή νέα σοδειά242. Φορώντας ὡμόφορο προσερχόταν στό «Ἀναστασιακό Τρίκλινο» ὅπου συναντοῦσε τόν αὐτοκράτορα. Ἐκεῖ ἔβγαζε ὁ αὐτοκράτωρ τό «σαγίον» καί ὁ πατριάρχης τό «ὡμόφορο», κάθονταν στό τραπέζι καί ἔπιναν ἀπό τά «κουκουμάρια» πού τούς προσέφεραν243. Σέ πανηγύρεις ὅπως τῶν Φώτων οἱ ἐπίσκοποι ξεκινοῦσαν ἀπό τόν ναό φορώντας «λειτουργικές στολές ἐκτός ἀπό τό ὡμόφορο» γιά νά παρακαθήσουν σέ ἑορταστικό τραπέζι πού παρέθετε ὁ αὐτοκράτωρ244. Στό τραπέζι μποροῦσαν νά παρακαθίσουν καί ἐφημέριοι τῆς Ἁγίας Σοφίας μέ «λευκό φελόνιο» ἐνῷ ψάλτες καί χορῳδία στό γεῦμα φοροῦσαν «λευκόν καμίσιον»245.
Ἡ ἐθιμοτυπία στό Ἱερόν Παλάτιον προέβλεπε «χρυσοπερίκλειστες» στολές γιά κάθε ἐπίσημη ἑορτή. Οἱ προσκαλούμενοι ἱερεῖς ἔπρεπε νά ἀκολουθήσουν τό πρωτόκολλο. Ἥταν ἑπόμενο ἡ ἱερατική ἐνδυμασία νά ἀκολουθήσει ἀνάλογη ἐξέλιξη. Τό κάλυμμα τῆς κεφαλῆς πού ἀρχικά ἥταν τό «κουκούλιον» τῶν μοναχῶν, ἀπό πολύ ἐνωρίς ἐξελίσσεται σέ ἕνα εἴδος «τρίχινου πίλου» πού εἶχαν ἀντιγράψει  οἱ στρατιωτικοί καί οἱ πατρίκιοι ἀπό τήν Περσική Ἐθιμοτυπία. Εἶναι τό «καμελαύκιον» ἤ «κίδαρις»246 πού δέν διέφερε πολύ ἀπό τόν «Φρύγιον Πιλίον»247. Ἔμοιαζε μέ «κατασκευή σπυρίδος»248 γι αὐτό πολλοί τό σχολίαζαν εἰρωνικά. Ὁ πάπας Γρηγόριος Α'(590) εἰκονίζεται μέ ἕνα τέτοιο κάλυμμα («καμελαύκιο – Τιάρα»)249, εἶναι ὅμως ἀμφίβολο ἄν ἥταν ὁ πρῶτος πού τό καθιέρωσε, ἀφοῦ σέ πρώιμη εἰκόνα ὁ Ἅγ Σπυρίδων φορεῖ τό ἴδιο σχεδόν κάλυμμα. Μάλιστα ὑπάρχουν ἐρευνητές πού συνδέουν τό ὄνομα Σπυρίδων μέ τήν «κατασκευή σπυρίδος» πού φοροῦσε.
Στήν «Ψευδοκωνσταντίνειο Δωρεά» (8οςαἰ)ἀναφέρεται «Διάδημα ἥτοι στέμμα»250 πού ὁ Κωνσταντῖνος Α΄ δήθεν πρόσφερε στόν Ἐπίσκοπο Ρώμης. Εἶναι προφανές ὅτι δέν προκειται γία τό Ρωμαϊκό Διάδημα πού φοροῦσε ὁ Κωνσταντῖνος ἀλλά κάτι μεταξύ καμελαυκίου τοῦ πάπα Γρηγορίου καί «Κλαφτ» τῶν Φαραώ τῆς Αἰγύπτου. Αὐτό συμπεραίνεται ἀπό νομίσματα μέ τόν πάπα Σέργιο Γ΄(904)καί Βενέδικτο Ζ΄(974) νά φοροῦν τό «Καμελαύκιο» σέ πιό ἐξελιγμένη μορφή μέ χρυσό στέμμα στή βάση καί «ἐπιρριπτάριον» (ἐπανωκαλύμαυχο μέ δύο ταινίες δεξιά καί ἀριστερά πού μοιάζει μέ τό Αἰγυπτιακό «Κλαφτ»).
Λέγεται ὅτι ὁ πάπας Γρηγόριος Ζ΄ Ἰλδεβράνδης (1073) προσέθεσε στό Καμελαύκιον ἕνα διάδημα πού ἔφερε ἐπιγραφή «Corona regni de manu dei» (βασιλικό διάδημα ἀπό τό χέρι τοῦ θεοῦ) καί ὁ Ἰννοκέντιος Γ΄ 1295 προσέθεσε τρίτο στέμμα μέ ἐπιγραφή «Diadema imperii de manu Petri» (αὐτοκρατορικό διαάδημα ἀπό τό χέρι τοῦ Πέτρου) διαμορφώνοντας ἔτσι τόν τύπο Παπικῆς Τιάρας πού διατηρήθηκε μέχρι τό 1963251. Ὅμως ἡ φήμη αὐτή κρίνεται ἀναξιόπιστη ἀφοῦ Διώροφη μίτρα - τιάρα εἶναι γνωστή τόν 9ο αἰ.252 Ἄλλωστε ὁ Πάπας Νικόλαος Β΄(1058)εἰκονίζεταιμέ διπλῆ τιάρα ὅπως αὐτή πού ἀποδίδεται στόν Ἰλδεβράνδη ἐνῷ ὁ Ἅγ Σιλβέστρος253 φορεῖ τιάρα μέ ἐπιρριπτάριον δεξιά καί ἀριστερά – αὐτήν πού ἀποδίδεται στόν Ἰννοκέντιο Γ΄.
Τόν 11οαἰ. ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἔλαβε τήν ἄδεια νά κυκλοφορεῖ στήν Πόλη τρεῖς φορές τό ἔτος φορώντας αὐτοκρατορικό «σάκο» καί πλατύ σκιάδιον254. Τήν ἴδια ἐποχή εἶχε πιά καθιερωθεί ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καί οἱ καρδινάλιοι νά κυκλοφοροῦν ἔφιπποι μέ «ἐρυθροβαφῆ πέδιλα καί ἐνδύματα» ὁπως ὁ  λεγᾶτος Πελάγιος. Ἀκόμη καί ἡ «ἐφεστρίς» (πού ἔστρωναν σέ σαμάρι ἤ σέλα) καί «τά χαλινά τοῦ ἵππου» ἥταν πορφυρᾶ255.Ὁ πάπας Κωνσταντῖνος στήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο (691) φοροῦσε «τίμια ἐμβάδια» (ὑπόδημα χωρίς κορδώνια) καί σύμφωνα μέ τό ἔθιμο ὁ Ἰουστινιανός Β΄ γονάτισε καί τά ἀσπάστηκε256. Ὁ Πατριάρχης δέν ἤθελε νά ὑστερεῖ ἀπέναντι στόν Πάπα. Ἔτσι ὁ Μιχαήλ Κηρουλάριος διεκδίκησε καί ἔλαβε ἀπό τόν Ἰσαάκιο Κομνηνό τό προνόμιο νά φορεῖ βασιλικά «κοκκινοβαφῆ πέδιλα»257.
 
 
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου μέ διάταγμα τοῦ Ζήνωνος ἔλαβε μοναδικό προνόμιο νά φορεῖ «κόκκινο ζωστικό», νά ὑπογράφει ὁπως ὁ αὐτοκράτωρ μέ «κινάβαρι» (μελάνη ἐρυθροὐ χρώματος) καί νά κρατεῖ «ποιμαντική ράβδο σέ σχῆμα βασιλικοῦ σκήπτρου» (προφανώς κάτι σαν το σκήπτρο που βαστά ). Ὅμως δέν ἀναφέρεται πουθενά στην αρχαία παράδοση ὑποχρέωση τοῦ ἐπισκόπου νά κρατεῖ ράβδο. Παλαιοχριστιανικές εἰκόνες δέν την προδίδουν ὡς συστατικό ἤ ἐξάρτημα ἱερατικῆς στολῆς. Στή Ραβέννα καί στόν Ἅγιο Δημήτριο ὁ ἐπίσκοπος εἰκονίζεται χωρίς ράβδο. Πολλές ἑρμηνείες δόθηκαν γιά τήν λεγόμενη «ποιμαντορική ράβδο»: Πολλοί θέλουν την προέλευσή της από τον «καλάβροπα», (τήν βουκολική ράβδο τῶν ἀρχαίων)258 ή άλλα ἱερά σύμβολα Τυρινῶν και Ρωμαίων ποντιφίκων. Είναι αλήθεια ότι οι «Αουγούρες» (οιωνοσκόποι - μάντεις στην Αρχαία Ρώμη) κρατούσαν το «Λίτουους» (ραβδί με σπυροειδή καμπύλη στην επάνω άκρη)259 ως έμβλημα του αξιώματός τους. Άλλοι ανάγουν την προέλευσή της στα λόγια του Αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους260 ή στο ραβδί που κρατούσε ο Απόστολος Πέτρος261,   Πειστικότερη εἶναι ἡ θεωρία ὅτι προέρχεται ἀπό τό ‘νάρθηκα’ραβδί πού βαστοῦσαν μοναχοί τῆς Ἀνατολῆς σέ περιοδεῖες262. Μέ τέτοια ἔννοια τήν ἀναφέρει σέ ἐπιστολή του προς τους Επισκόπους Ναβάρας και Βιέννης .ὁ πάπας Κελεστίνος Α΄(432)  Ἡ ἀρχαιότερη γνωστή ποιμαντική ράβδος ἧταν ἀπό ξῦλο κυπαρισσιοῦ. Τόν 6ο αἰ ὁ Ἐπίσκοπος Μαλό κρατοῦσε ράβδο ἀπό ἐπισμαλτωμένο χαλκό. Τέτοιο ραβδί κρατᾶ καί ὁ «ἀσκητής τῆς  Ἁππίας Ὁδοῦ». Πρώτη ἐπίσημη ἀναφορά σέ λειτουργική χρήση τῆς Ράβδου ἔχουμε στόν 27ο Κανόνα τῆς ἐν Τολέδῳ Συνόδου (663). Πρώτη όμως επίσημη - συνοδική -  αναφορά σε λειτουργική χρήση της Ράβδου έχουμε στον ΚΖ΄ Κανόνα της εν Τολέδῳ Συνόδου (το 663). 

Οι αρχαιότερες γνωστές Ποιμαντικές Ράβδοι ήταν από κυπαρίσσι
263. Η επιχρυσωμένη ή επάργυρη κορυφή τους είχε τη μορφή ελληνικού Τ. Τον 6ο αι. ο Επίσοπος Μαλό κρατούσε Ράβδο από επισμαλτωμένο χαλκό264 (τέτοιο ραβδί κρατά και ο «ασκητής της Αππίας Οδού»265και έτσι επιβεβαιώνεται η άποψη ότι η επισκπική Ράβδος συμβολίζει τον «Νάρθηκα» και το «ραβδί»των Ασκητών).

Μεταξύ 11ου - 13ου αι. στη Δύση οι Ποιμαντικές Ράβδοι αποκτούν πλούσια διακόσμηση. Το 1216 ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ κρατά περίτεχνη Ράβδο από ελεφαντοστό. Για πρώτη φορά η κορυφή της δεν έχει τη μορφή ελληνικού Τ αλλά κοσμείται με Λατινικό Σταυρόγύρω από τον οποίο συστρέφονται πλωγμοί φυτών, κλιματίδες και δύο όφεις. Δεν είναι βέβαιο αν ο ίδιος ο Ιννοκέντιος Γ΄ κράτησε για πρώτη φορά Ράβδο με σκαλιστά ζώα της Αποκαλύψεως και αγάλματα Αγίων. Τέλος, στο Μουσείο της Οξφόρδης μπορούμε να θαυμάσουμε τρεις Γοτθικές Ποιμαντικές Ράβδους του 1355 με πολύτιμους λίθους διακοσμημένρς με αλληγορικά θέματα. Η παράδοση λέει ότι ανήκαν στον Σεβαμιώτατο Γουλιέλμο, Αρχιεπίσκοπο Γουίντσεστερ.

 Ανάλογη εξέλιξη είχε η Ποιμαντική Ράβδος και στην Ανατολή. Συλλογή από Ράβδους διαφόρων εποχών εκτίθεται στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και στο Μουσείο Βυζαντινού Πολοτισμού Θεσσαλονίκης. Στα Μοναστήρια του Αγίου Όρους μπορούμε να θαυμάσουμε Ράβδους καλυμμένες από φίλντισι, επίχρυσες και επάργυρες.


                    ΣΤ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1.    Πρῶτος ὁ Μ. Ἀλέξανδροα φόρεσε «Περσική ζώνη, διάλευκο χιτῶνα και διάδημα» παρά την αντίδραση των Μακεδόνων εταίρων. Πορφυρογέννητος (1),1 246. 16. Πάντα η ζώνη συμβόλιζε δύναμη:«Καππαδόκαι φαῦλοι μέν ἀεί./Ζώνης δέ τυχόντες / φαυλότεροι» Δημοδόκου επίγραμμα Ε Α,11. 238. 1  
2. Πορφυρογέννητος (3),  486. 7  
3.  Κωδινός, 256. 25  
4. Πορφυρογέννητος (1),   1. 200. 25  
5. «τήν ζώνην ἑαυτοῦ λύεται καί ἄσμενος ἐξεχώρησεν  τῶνβαασιλείων».Σούδα, Alfa. 450. 17  
6. Ἰουστινιανοῦ, Διάταγμα περί Ἀσύλου, 10.  
7. Λέων (1)  262.3 – 262.8  
8. Πορφυρογέννητος (1), 1. 333. 10  
9. Πορφυρογέννητος (1)  1. 191. 7  
10.  «Ὅ νῦν καλεῖται διάδημα, ἐλέγετο πάλαι ζώνη στρατιωτική δηλοῦσα τιμήν». ΨευδοΚωδινός, 199. 13 – 14  
11. Κωδινός,, 199. 3 – 13  
12. («ὁ αὐτοκράτωρ ταινιώνεται τῷ βασιλείῳ στέφει»Λέων(1) , 48. 21. Κεδρηνός, 1. 572. 7   2. 209. 13  2   2. 296. 21. Ἐπίσης «τόν Δεσπότην τῷ τῆς βασιλείας διαδήματι ταινιοῖ» Ἀκροπολίτης, 7. 14  
13.  «… ἄχρι Διοκλητιανοῦ, ὅς πρῶτος στέφανον ἐκ λίθου τιμίας συγκείμενον τῆκεφαλῆ περιθείς …» Λυδός, Περί Άρχῶν τῆς Ρωμαίων Πολιτείας, 124, 20  
14. Τούς ἔφερε ὁ Μητρόδωρος ἀπό Περσία καί Ἰνδία Κεδρηνός, Σύνοψις Ἱστοριῶν, 1. 516. 15.ιάδημα («στέφανο διάλιθο») φόρεσε καί ὁ Ἀναστάσιος Α΄ ὅταν ἀνέβηκε στό θρόνο. Πορφυρογέννητος,(2) πδ΄1. 423. 14-15.   
15. (στη Συρία λέξη ταυτόσημη με την ταινία)Ησύχιος, Ζήτα.100  
16. «Σόλιδος Μαυρικίου»(χρυσό)  6ου αι. Στό «χρυσό νόμισμα Ηρακλείου» οἱ εἰκονιζόμενοι φοροῦν διάλιθο στέμμα με σταυρό στην κορυφή(ὅπως στό ψηφιδωτό του 680 στον Ἅγιο Ἀπολλινάριο τῆς Ραβέννας)..  
17. Εὐστάθιος, 50, 25  
18. Σε χρυσό νόμισμα(668) και σέ χειρόγραφα  ὁ Πωγωνάτος εικονίζεται με στολή θριάμβου  
19.

τήν ἐποχή τοῦ Θεοφίλου τό στέμμα σέ επίσημες τελετές εἶναι περσική  «τιάρα» με χριστιανικά σύμβολα.

 
20. (γνωστό ὡς ‘σαρίκιν’) Πορφυρογέννητος(2),   500.7  
21. Charles Delvoye, σελ. 455 καί εἰκ. 168  
22. Συνεχιστής (1),  832.  20 - 833.  6  
23. Το κάλυμμα της κεφαλής του είναι Περσική «μίτρα» ἴδιο μέ τοῦ Στεφάνου τῆς Οὐγκαρίας.(όπως στο μεταξωτό ύφασμα στο Μουσείο Υφασμάτων της Λυών). Λάμπρος, τ. Ε΄ σελ. 304. και σελ. 299, 301, 307.  
24. καί σε μικρογραφία 12ου αἰ. vat. Gr.1176 βιβλιοθήκη Βατικανοῦ. Σφραγιδόλιθοι ἀντιγράφουν ψηφιδωτά καί μικρογραφίες.  Zacos, I.1 (Basel, 1972), 88 κ.ἑ.  
25. Δύο μίτρες στή Βουδαπέστης – η μία δώρο Κωνστανταντίνου Θ΄ και η άλλη δώρο Μιχαήλ Ζ΄ στον Ούγκρο βασιλέα. Λάμπρος, Το στέμμα κι η χλαμύς των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου Ν. Ελληνομνήμων Ι, 209  
26. G. Fınlay, Griechenland u. Trapezunt σελ 373  
27. Αργυρό άσπρο όπου εικονίζεται στην κυρτή πλευρά ο Άγιος Ευγένιος πολιούχος Τραπεζούντος και στην πίσω πλευρά ο Ιωάννης Β΄ Μέγας Κομνηνός να κρατά λάβαρο και σφαίρα. Πέτρος Πρωτονοτάριος, «Η Βυζαντινή Νομισματοκοπία καί τά χαρακτηριστικά της. Στο ‘ Νομίσματα και χάρτες στον ελληνικό χώρο, 1204 – 1900, Σεπτ. -  Οκτ. 1983, Μουσείο Μπενάκη, σελ. 37  
28. (Πενθώντας ὅπως ὅλοι οἱ πολίτες, «προσῆλθε ἄνευ στέμματος» στην ἐκκλησία)Λέων(1), Ἱστορία, 128. 9  
29. Θεοφάνης, 173. 4 – 173. 5.  
30. Κεδρηνός, 1. 558. 22  
31. «μέ πολύν πόνο μόλις πού μπόρεσε νά συγκρατήσει τήν μανία τοῦ στρατοῦ» Ζώσιμος,  5. 32. 5. 7  – 40  
32. ἐξέλιξη Ρωμαϊκῆς«dives - divitis». Κεντημένο μέ ἄνθη καί ροζέττες στά ἄκρα.Ἔφθανε κάτω ἀπό τά γόνατα  
33. ἀπο τήν χαζαρικῆς καταγωγῆς σύζυγό του, Τζιτζάκ πού βαπτίστηκε μέ τό ὄνομα Εἰρήνη. (Κατά τήν ἐνθρόνισή της ἐμφανίστηκε μέ τό ἔνδυμα αὐτό και τό ἔκανε μόδα. Ἐρευνητές ταυτίζουν τή λέξη «τζιτζάκιον» με τό τουρκικό ҫiҫek=ἄνθος. The Tzitzak :  Oxford Dictionary of Byzantium, Oxford University Press, 1991.  
34. Οἱ στολές ἥταν δῶρο - εὔνοια τοῦ βασιλέα.Ὁ Μιχαήλ Η΄ προσέφερε πράσινη στολή«πρωτοσέβαστου» στόν «πρωτοβεστιάριο»ἀνεψιό του, Μιχαήλ Ταρχανειώτη καί τήν κίτρινη στολή Ἐπάρχου στόν ἀνεψιό του, Ἰωάννη Παλαιολόγο δίνοντάς του τόν τίτλο «πανυπερσέβαστος». Ψκοδινός, 134. 5 και 134. 15.  
35. Κεδρηνός, 1. 756. 10-11  
36. Κεδρηνός, 1. 706. 2. «περίζωμα μέλαν»Νικηφόρος, 4. 23.  
37. Κεδρηνός, 1. 712. 23  
38. Müller, p262  
39. Νεαρά  ΡΓ΄, 497.27. Ὁ Μανουήλ Β΄ τόν 15οαι. διηγεῖται ὅτι εἶδε στόν ὕπνο τόν πατέρα του νά φορεῖ «κόκκινη τήβεννο καί κόκκινο χιτώνα». Καντακουζηνός  2.499.6.  
40. (οἱ ἀποχρώσεις κόκκινου και χρυσού ἔδιναν λάμψη πού ἁρμόζει στήν ἀναστάσιμη τελετή) Κλητορολόγιον,  σελ. 201 Οι πατρίκιοι φορούσαν λευκά: «ἔμοιαζαν μέ τόν Χριστό ἐν τάφῳ»Πορφυρογέννητος(2) 513.9 -513.11  
41. Σέ ἐλεφαντοστό 10ου αἰ. ὁ Κωνσταντῖνος Ζ΄ φορεῖ λῶρο. (Ἱστορικό Μουσεῖο Μόσχας). A.V. Bank, pl. 122 καί p. 292). Σήμερα βρίσκεται στή Βιβλιοθήκη τοῦ Lincoln College.  
42. Με αυτοκρατορικό Λῶρο από τον 14ο αι οἱ Δεσπότες Ἡπείρου (Θεόδωρος, Μανουήλ) και Σέρβοι Ηγεμόνες.  
43. Χάλκινα τεταρτηρά, «άσπρα», νομίσματα 11ου-13ουαἰ «Μισό Τεταρτηρόν» Μανουήλ Α´μέ στέμμα – λώρο – διβιτήσιο . Hendy Type A 121, pin. 18,1-2. DOC IV 1, Type A, 221.1 k.e. «Tetarthr;on» 1092qqO  Al;ejiow A´(l;vro dibit;hsio Hendy, 8op8, pin. 8, 10--12. DOC VI 1, 40a. 1-40a20. «Άσπρο Τραχύ»του1224-1230 Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας με στέμμα- διβιτήσιο-λώρο. Χρονικά, σ. 14-15, πιν. 7,αρ. 15. «Τεταρτηρόν» 1254-1258: Ο Θεόδωρος Β´ Λάσκαρις με στέμμα, διβιτήσιο, χλαμύδα. Hendy, σ. 259, πιν. 35, 14 Ἡ Εἰρήνη Δούκαινα και ἡ Ἁγ Ἑλένη ὡς Αὐγούστα με λῶρο. Ίδιο ένδυμα σέ νομίσματα Ἀλεξίου Α΄- Ἰωάννη Β Dumbarton Oaks Collection, A.V. Bank, MS Coislin 79. fol. I, 2bis, v. Σε μαρμάρινο ἀνάγλυφο του1078-81ο Μιχαήλ Ἀρχάγγελος  μέ βασιλική ἀμφίεση καί σκήπτρο ἀπό τήν Μονή Περιβλέπτου. Ἀντιγράφει τήν στολή τοῦ Νικηφόρου Γ («λῶρος»-«χιτών») ὅπως αὐτή ἀποτυπώνεται  σέ χρυσά νομίσματα τοῦ 13ουαι. A.V. Bank, MS Coislin 79. fol. I, 2bis, v Ἡ μορφή τοῦ ἀρχαγγέλου ἔχει ἴδια χαρακτηριστικά μέ τή μορφή Νικηφόρου Γ΄ (τῆς συλλογῆς  Dumbarton Oaks). Τό ἀνάγλυφο τῆς Περιβλέπτου σήμερα βίσκεται στό Βερολίνο (Staatliche Museen),. A. Effenberger ,245-247  
44. Τη νωπογραφία περιγράφει το 1909 ο G. Fınlay, Griechenland u. Trapezunt σελ 373.  
45. Κατά την παράδοση ὁ Ρωμύλος πρώτος φόρεσε πέδιλα – σύμβολο στιγνής καταπίεσης Ζώσιμος 2. 96. 2 – 6   
46. Κεδρηνός, 1. 470. 19.  
47. Λέων(1),  82. 10 Ἀγαθίας, 103.14 - 103.21. Τοῦ Μιχαήλ Γ στόν Κίνναμο, 23.10 - 23.12  
48. Κεδρηνός, 2. 121.3.  
49. «Ὧ βασιλεῦ, μελαμβαφές ὑπόδημα εἰλίξας πόδας, / βάψεις ἐρυθρόν Περσικῶν ἐξ αἱμάτων» Γ Πισσίδης στό: Λέων (1), 150. 11 – 150.  
50. Συνεχιστής (2), 835-836 Λέων(1) , 249-251  
51. Σκυλίτζης,  Bas1.46.23 - Bas1.46.24  
52. Σκυλίτζης,  Bas1.46.23 - Bas1.46.24  
53.

Ἕνα τέτοιο ὄνειρο εἶδε ὁ Μανουήλ Κομνηνός ὅταν ἥταν διάδοχος. Κίνναμος, 23.10 - 23.12

 
54. Λέγεται ὅτι, το πτώμα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ αναγνωρίστηκε από τους«αετούς» Σφραντζή, 432. 29 – 432. 31  
55. Σλουμβέρζε, σελ. 355.  
56. Μαλάλας, 413. 17 – 19.  
57. Γεώργιος Μοναχός, 833. 1  
58. (συναντήσεις στο παλάτι).  
59. Κωδινός, 171. 11 - 17  
60. Θεοδώρητος Κύρου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 75 11  
61.

Πορφυρογέννητος(3), 75.17–18. Πορφυρογέννητος(1),1.246.15–18. Αρριανός,2.11.5.5 και 6.29.6.1--4.

 
62. Προκόπιος,(2), 3. 25. 7.1 - 3.25.9.1  
63. ὅπως στό μωσαϊκό τοῦ 1315 στή Μονή τῆς Χώρας. Delvoye,  σελ. 528  
64. Κοδινός,  141.  3  
 65. Κοδινός, 001. 151. 16. Ὁ «δεσπότης»  κυκλοφοροῦσε ἔφιππος μέ κόκκινη στολή Ψκοδινός, 001. 143. 2  
 66. Γρηγορᾶς,  2.789.1 - 2. 789.6  
67. «Διά τοῦ παρόντος νόμου … κωλύομεν γάρ τούς ἰδιῶτας ἐργάζεσθαι καί ὤνεισθαι τόξα καί βέλη σπάθας τε καί ξίφη … καί τάς λεγομένας ζάβας ἥτοι λωρίκια, …πρός τούτοις δέ καί ἀσπίδας ἤτοι σκουτάρια καί περικεφαλαίας ἥτοι κασίδας. Οὐδέ ταῦτα γάρ ἑτέρῳ τινί κατασκευάζειν ἐφίεμεν πλήν τῶν καταλεγομένων ἐν ταῖς ἱεραῖς ἡμῶν φάβριξι μόνας δέ γίνεσθαι παρά ἰδιωτῶν καί ίδιώταις πιπράσκεσθαι συγχωροῦμεν μαχαίρας μικράς, αἷς οὔκ ἄν τις εἰς πολέμου χρήσαιτο χρείαν » Νεαρά πε΄ 417. 26 – 418. 5.  
68. Φωκᾶς, 19. 4. 4  

69.

Βίος Ἁγίου Φιλαρέτου, Byzantion, 9 (1934),135  
70. ὅπως ἡ τιμητική φρουρά στό θρόνο τῆς Παναγίας (λεπτομέρεια ψηφιδωτό Ἁγ Ἀπολλιναρίου Ραβέννας),  
71. Ὁ Καλλιγούλας πῆρε τό ὄνομα αὐτό ἐπειδή «στρατιωτικοῖς ἐχρῆτο ὑποδήμασιν». Σούδα, kappa.216.3 – 5.  
72. Κεδρηνός, 1.688.20  - 1.689.23  
73. Πορφυρογέννητος(2),  2.112.21  
74. Kondakov,  στό B, 1, 7 κ.ε.
75. Πορφυρογέννητος(2) 576.16 - 576. 18 Σέ νομίσματα ὁ Νικηφόρος Γ΄ καί ὁ Μιχαήλ Ζ΄μέ Σκαραμαγγίον μέ ἁνοίγματα ἐμπρός-πίσω.  Dumbarton Oaks Collection, MS Coislin 79, fol. 2v
76. Πορφυρογέννητος(2), 438.10
77. Κωδηνός, 199.13 - 200.1
78. Πορφυρογέννητος(1), 2.400.8 – 14. Τήν ἴδια μόδα ἀκολουθοῦσαν στην αρχαία Ρώμη: «Πελασγοί πρέσβεις ἔρχονταν στή Ρώμη μέ κόκκινη βασιλική χλαμύδα μέ χρυσό ταβλίο.». Κεδρηνός, 34. 20 -35.6. 
79. Ὁ Ἰουλιανός ἐπέλεξε διάδοχο τόν Ίοβιανό πού κατά λάθος πάτησε την ἁλουργίδα Κεδρινός, 1. 539. 10
80. Κωδικός, ἔκδοσις Verpeaux, σελ. 264
81. Γεώργιος Μοναχός, Χρονική Ἱστορία, 563.  19 - 564.  1
82. (ὁλομέταξη) Μαλάλας, 413.17 – 21.
83. «ατραβατική» από τη Ρωμαϊκή«Trabea»(Τραβαία) τῶν εὐγενῶν. Ψευδοζωναράς, Λεξικό, Alfa 335. 9. Πρίν ἀπ’ τό Ῥωμύλο ὁ  rex καθόταν σέ «θρόνο δρύφακτο» καί φοροῦσε «τραβαία» (Αἰνιάς,VII, Ἰω. Λυδός Λόγ.Α, 7 ) 
84. (κόκκινο τραπεζοειδές μεταξωτό ἤ βαμβακερό ὕφασμα ἀπό τό δεξιό μέχρι τη μέση). Κατά μία ασαφή παράδοση τα καθιέρωσε ο Νουμάς στη Ρωμαϊκή εθιμοτυπία Κεδρινός Σύνοψις Ιστοριών 33. 14 – 34. 5
85. Ch. Diehl 203. Οι πατρίκιοι που τον περιστοιχίζουν φορούν χλαμύδα λευκή με πορφυρό ταβλίο.Delvoye, 211.Ολοκέντητη χλαμύδα με πορφυρό χρυσοκέντητο ταβλίο φορεί ο Λέων ΣΤ΄στο ψηφιδωτό της θύρας της Αγίας Σοφίας. Diehl 475. Delvoye,, εικ.107. Χλαμύδες και «ταβλία» σε νομίσματα 10ου– 12ουαι.Bank,pl. xix, 8.1-3 9.1,2. Σε «υπέρπυρα» και «τεταρτερά»  Bank,pl. xix, 8.1-3 9.1,2, και εγχάρακτο ἤλεκτρον Ἀνδρονίκου Α΄.
86. Προκόπιος, Περί Κτισμάτων,  3.1.18.1 `3.1.19 - 3.1.23.3
87. Λέων Γραμματικός, (Ψευδοσιμεών Μάγοστρος) )Χρονογραφία, 604.10
88. Ψευδισιμεών Μαγίστρου, Χρονογραφία, 604.10 - 15
89. Τοῦ τό χάρισε ὁ θεἶος του. ὁ Μιχαήλ Μαλεϊνός, μοναχός τοῦ Κιμινᾶ στόν Πόντο.  Κεδρηνός, 2. 376. 7
90. Ὑπέρπυρο Μανουήλ Α΄ Crierson, DOC, III, 1, σελ. 117-119 Μια τέτοια Χλαμύδα με κεντητό φοίνικα λέοντα και κάμηλο εκτίθεται στο Αυτοκρατορικό Θησαυροφυλακείο Βιέννης. Ν. Ελληνομνήμων Ι, 213 Ἡ ἀνταύγεια ἀπό τά μαργαριτάρια ἔκανε ἐντύπωση στόν σουλτάνο τοῦ Ἰκονίου. Κίνναμος, 205,17- 206. 5. Οι σπατάλες του Μανουήλ εἶχαν ἀρνητική ἐπίδραση στό λαό. Κίνναμος, 206, 21 -  206. 23 Στήν ἥττα τοῦ Μυριοκεφάλου, 1176, ὁ μεταλλικός θώρακας καί ἡ «ἐπιθωράκιος στολή» τοῦ Μανουήλ Α΄ ἔκαναν τό Γαβρᾶ, (μεσολαβητῆ μεταξύ Τούρκων καί Ἑλλήνων), νά εἰρωνευθῆ τόν αὐτοκράτορα: «Τί ἤθελες καί φόρεσες χρυσῆ στολή; Τό κίτρινο χρῶμα της σοῦ ἔφερε ἀτυχία!!». Χωνιάτης, Man1,pt6.189.21  -  22
91. Ἡ ἀνταύγεια ἀπό τά μαργαριτάρια ἔκανε ἐντύπωση στόν σουλτάνο τοῦ Ἰκονίου. Κίνναμος, 205,17- 206. 5.
92. Θεοφάνης, 185. 6 - 8
93. Το «λωρίκιν» τοῦ Ραζάτ, Πέρση στρατηγοῦ, ἥταν «ὁλόχρυσο»  Θεοφάνης, 319. 5
94. Συνεχιστής Θεοφάνους 19. 3 - 19.4.  (ὅπως  αὐτό πόύ φοροῦσε Ὁ Βασίλειος Β΄ σέ ἐκστρατεῖες).
95. (Χργρφ 11ουαι. μέ τή Σύνοψη Ἱστοριῶν Σσυλίτζη, Μαδρίτη,Ἐθν Βιβλιοθήκη. vitr. 26-2, φ.  172v. και φ.  73v),
96. Ἰω Μαλάλας, Χρονοαφία, 413.11 - 15
97. (Μαρκιανή marc. gr. A 17, fol. iii r ), Ἔπρεπε νά φορεῖ λευκή χλαμύδα. Ἀγαθίας, Ἱστορία, 103.
98. Νεαραί, πε’ 417. 29
99. Ὁ Ψευδομαυρίκος ξεχωρίζει μεταξύ ζάβας καί λωρικίου ΨευδοΜαυρίκιος, Στρατηγικόν 11. 1. 6. 1-2
100. ΨευδοΜαυρίκιος, Στρατηγικόν 12. 8. 4. 1. 4
101. ΨευδοΜαυρίκιος, Στρατηγικόν 1. 2. 2. 1
102.

Ζαβαρείον Αποθετήριο ζαβών  ἄγνωστο στόν Ἡσύχιο, Σούδα, zeta, 1. 1

103. Νικηφόρος Φωκᾶς, Περί Παραδρομῆς, 8.4.1
104. Ἰω. Λυδός, 158. 25
105. (Βλ. Σούδα, «αλυσείδιον, αλυσειδωτός θώραξ ὅπως  τοῦ  13ου - 15ου  αἰ, ΒΧΜ: 000866
106. ΨευδοΜαυρίκιος, Στρατηγικόν 1. 2. 2. 2
107. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως772. 21.
108. ἐπειδή ἡττήθηκαν σέ μάχες μέ τούς Βυζαντινούς  Ζωναράς ,Επιτομή Ιστοριών, κεφ. 13. 185.10 - 185.14
109. Τόν ἀρχηγό ἐπαναστατῶν, «θῆλυν ἐνδύσας στολήν…» Σκυλίτζης , Κων. Μονομ. 9. 4. 12 - 14
110. Oström. Plast., tav. 50, p. 166 ss.; Kollwitz
111. ὅπως στήν «σαρκοφάγο τῆς Ψαμαθιᾶς»πού έκτίθεται στό Μουσεῖο Βικτορίας καί Ἀλβέρτου στό Λονδίνο
112. ὅπως φαίνεται στό «Δίπτυχο Συμμάχων καί Νικομάχων».
113. Ἰω. Λυδός, λόγ. Α΄, 7
114. Ὅπως στό ὁμώνυμο «δίπτυχο ἀπό ἐλεφαντοστοῦν» πού ἐκτίθεται στό Μουσεῖο τῆς Βόννης
115. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 418.5 - 418.7
116. Smith, 25
117. Σούδα, eta.325.1-2
118. Ἡσύχιος, delta.1946.1
119. Martialis, III, 93, 4
120. ὅπως ἡ Ἁγία Θεοδότη Τοιχογραφία 10ου αἰ Δυτ Κεραία Κοιμ Θεοτόκου Ἐπισκοπή Εὐρυτανίας
121. Ἁγίες σέ τοιχογραφία 13ουαἰ στόν Ἐλαιώνα Μεγάρων καί ἡ Ἁγία Αἰκαατερίνη τοῦ 1233 στή τῆς Βόννης Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 418.5 - 418.7 William Smith, D.C.L., LL.D.: A Dictionary of Gr and Roman Antiquities, John Murray, London, 1875 Martialis, III, 93, 4 Τοιχογραφία-11ου αἰ ἀπό Δυτ Κεραία ναόςΚοιμ Θεοτόκου Ἐπισκοπή Εὐρυτανίας. στό Σπηλιά Πεντέλης.  
122. Σούδα, .omikron 604.1
123. Σούδα, kappa.2291.1
124. (ὅπως τῆς συζύγου τοῦ Ἁγ Φιλαρέτου). Βίος Ἁγ Φιλαρέτου, Parisinus 1608 (s. XIV) fol 219v
125. Ἡσύχιος, alpha.3817.1 Σούδα, alpha.1510.5-6 ΨευδοΖωναρᾶς,  Λεξικό, kappa.1191.18
126. «κεκρύφαλοι σφίγγουσι τεήν τρίχα, τήκομαι οἴστρῳ, Ῥείης πυργοφόρου δείκελον εἰσορόων» Πέτρος Σιλεντάριος, Π.Α., 5. 260
127. Λεξικόν τῶν Λόγων Γρηγορίου Θεολόγου, 186,19 - 187.1
128. Ἡσύχιος, alpha.4262.1-2
129. ὅπως ἐπίκρανα παραστάδων ἀπό ἀσβεστόλιθο 5ου αἰ Βυζ Μουσεῖο Ἀθηνῶν ΒΜΧ. 514 καί ΒΜΧ. 516
130. Ἐπιτύμβια στήλη 5ου αἰ Staatiche Museen zu Preussischer kulturbesitz  fur spatantike und Byzant. Kunst. 47 27
131. (ὅπως οἱ Ἁγίες στήν σύνθεση τοῦ Οὐάντι ἀλ - Νατρούν)
132. Κατά τόν Οὐλπιανό, οἱ Κυαίστωρες πού πλαισίωναν τόν Καίσαρα, ἥ Κανδιδάτοι (φοροῦσαν λευκά).Ἐπειδή οἱ κυαίστορες κρατοῦσαν βιβλία εφορίας καί ἐνημέρωναν τόν Καίσαρα, κααθιερώθηκε «γιά κανένα λόγο νά μήν ἐπιτρέπεται νά ἀναγινώσκει παρόντος τοῦ βασιλέως, ἀν δέν ἥταν κανδιδᾶτος καί δέν φοροῦσε λευκά.Ὅσοι ἀναλάμβαναν ἀρχηγική θέση στήν ἐπαρχία ἥταν καί αὐτοί κανδιδᾶτοι» Ἰω. Λυδός, λόγ. Α΄ , 28.  
133. ὄπως ἐκείνη πού φορεῖ ὁ ἡγεμόνας στήν «Ἀπογραφή Κυρηνίου» (μωσαϊκό Μονῆς τῆς Χώρας)
134. Ἡσύχιος, kappa.2806.1-2
135. Εὐστάθιος2, 82. 8-11
136. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 505.16
137. χιτῶνες 6ου αἰ. στό Βυζ. Μουσεῖο Ἀθηνῶν (Β.Χ.Μ. 484, 485, 493, 425, 500)
138. Μικρογραφία στό Βιβλίο τοῦ Ἰώβ, 11ου αἰ Μονή Σινᾶ, Κώδιξ 3,  φύλλο 17v.
139. Ὀκτάτευχος 12ου αἰ Vat. gr. φύλλο 746 473v.
140. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 1. 101. 19
141. Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, μτφρ. Δέσποινα Δετζώρτζη, 1969, σελ. 211.
142. Ἐπίρραπτο στοιχεῖο χιτώνα μέ προσωποποίηση τοῦ Νείλου.  Μουσεῖο Καλῶν Τεχνῶν Πούσκιν.Μόσχα
143.

Ἰω Χρυσόστομος, Πρός τούς πολεμοῦντας τοῖς ἐπί τό μονάζειν ἐνάγουσι 47.323.18 – 19.

144. Μικρογραγία στό Βιβλίο τοῦ Ἰώβ,  Par. gr. 134 φύλλο 184v
145. Μκρογραφία στό Βιβλίο τοῦ Ἰώβ,  Vat. gr. 1231 φύλλο 410r
146. B X M 1203 ... ἕως 1213
147. Ψηφιδωτό τῆς   Μονῆς τῆς Χώρας. Delvoye, Βυζαντινή Τέχνη, ὁλοσέλιδη εἰκόνα σελ. 528
148. G. Millit. Recherches sur l' iconographie de l' evangile aux xiv -  xv et xvi siecles 8σελ. 9-90  καί εἰκ. 18, 75
149. Ἀρχαιολ Μουσεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Βλ. καί Ἱστορία Ἑλλ. Ἔθνους Ἐκδοτική Ἀθηνῶν, τ Ζ΄,  σελ. 392
150. Βίος Ἁγίου Φιλαρέτου, Byzantion, 9 (1934),135
151. Ἰουστινιανός, Νεαρά ΙΔ΄,  13. 106.6
152. Martialis, I, 36, 8
153. Ζωναράς , Επιτομή Ιστοριών, κεφ. 13. 185.10 - 185.14
154. Ἀστερίου ἐπισκόπου Ἀμασείας, ὁμιλία εἰς τόν πλούσιον καί τόν Λάζαρον,  1.2.2.4 - 1.2.4.1
155. Βίος Ἁγίου Φιλαρέτου, Byzantion, 9 (1934),135
156. Σωζομενός, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία,  2.22.7.1
157. ὅπως αὐτά πού περιγράφουν ὁ Βησσαρίων καί ὁ Ἰωάννης Εὐγενικός (ἀδελφός τοῦ Μάρκου Εὐγενικοῦ)
158. Καμενιάτης, Εἰς την ἅλωσιν τῆς Θεσσαλονίκης, 9.8.3.
159. Καμενιάτης, Εἰς την ἅλωσιν τῆς Θεσσαλονίκης, 58.7.2 – 8.2
160. ὅπως τό Κτένι ἀπό ἐλεφαντοστοῦν 10ου αἰ.  πού ἐκτίθεται στό Βυζ Μουσεῖο Ἀθηνῶν ΒΧΜ , 1185
161. Ὅπως τό κτένι  τῆς Σωσάνας στή Μικρογραφία τοῦ 8ουαἰ, Ἱερά Παράλληλα Ἰ. Δαμασκηνοῦ, 8ος αἰ. Par. gr. 923, φύλλο 373v
162. «Πομπή τῶν Μαρτύρων» καί «πομπή Ἁγίων Γυναικῶν» (ψηφιδωτό 5ου αἰ στόν Ἅγ Ἀπολλινάριο Ραβέννα)
163. Ἰωάννης Ζωναρᾶς, Ἐπιτομή Ἱστοριῶν, κεφ. 13, 60. 14 – 15  Βλ. καί Μικρογραφία στά Ἱερά Παράλληλα Ἰ. Δαμασκηνοῦ, 8ος αἰ. Par. gr. 923, φύλλο 373v
164. Γιῶργος Ἰωαννίδης , Τό Χρονικόν τῆς Μονεμβασίας... ἀπό τά χειρόγραφα Ἰβήρων καί  Κουτλουμουσίου
165. Θεοφύλακτος Σιμοκάτης, Ἐπιστολή Ε΄, dialog. 1.10.1
166. Σουΐδα, alfa, 1677.2
167. (χρυσᾶ νομίσματα, πολύ πλοῦτο)
168. Εὐστάθιος2 82. 7
169. Δερμάτινα παπούτσια 5ου αἰ μέ φῦλο χρυσοῦ ἐκτίθενται στό Βυζ. Μουσεῖο Ἀθηνῶν (Β.Χ.Μ. 505, 506, 507)
170. Σούδα,xi.159.1
171. Παιδικά  δερμάτινα ὑποδήματα 5ου αἰ. πού ἐκτίθενται στό Βυζ. Μουσεῖο Ἀθηνῶν (Β.Χ.Μ. 504)
172.

Ὅπως τόν παιδικό χιτώνα τοῦ 6ου αἰ στό Βυζ. Μουσεῖο Ἀθηνῶν (Β.Χ.Μ. 489)

173. Ζεῦγος στεφάνων Σπαθαρίου Κανδιδάτου Ρωμανοῦ (10ουαἰ  στό Βυζ. Μουσεῖο Ἀθηνῶν ( Β.Χ.Μ. 863).
174. Στό Βυζ. Μουσεῖο Ἀθηνῶν ἐκτίθεται δακτύλιος - σφραγίδα 9ου αἰ  μέ ἐγχάρακτη ἐπιγραφή. (Β.Χ.Μ. 864).
175. Ησύχιος, pi, 2450
176. Ἡσύχιος, nu.720.1 
177. Σιμοκάτης, Ἱστορία, dialog. 1.10.9.5
178. Σουΐδα, e, 3873.1
179. Σουίδα, upsilon, 166. 16
180. Μικρογραφία, σέ χειρόγραφο τοῦ 13ου αἰ  μέ Λόγο τοῦ Φωτίου  Μαδρίτη, Ἐθνική Βιβλιοθήκη
181. (ἐπιθεωρητές τών ίππων του Ιπποδρομίου) 
182. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 2. 154.19
183. Σούδα, xi.169
184. Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, 70.
185. - τοιχογραφία 11ου αἰ μέ τούς Ἁγίους Ἀναργύρους (Βυζ Μουσ Ἀθηνῶν) ἀπό Δυτική Κεραία Ναός Κοιμήσεως Ἐπισκοπῆς Εὐρυτανίας
186. Κεδρινός, Σύνοψις Ιστοριών, 1.378.16-17
187. Στίς μεγάλες βιβλιοθῆκες χειρογράφων τῆς Εὐρώπης καί τῆς Ἀμερικῆς,
188.

Μικρογραφία στίς Ὁμιλίες Γρηγορίου Ναζιανζινοῦ , 11ου αἰ. Κώδικας 6 Παντελεήμονος, φύλλο 37v

189. Μικρογραφία στίς Ὁμιλίες Γρηγορίου Ναζιανζινοῦ , 11ου αἰ. Κώδικας 6 Παντελεήμονος, φύλλο 37v
190. Βατοπεδινό1199.φ. 188α. 195α. Βλ καί: Χρυσάνθου , Ἐκκλ. Ἱστορία Τραπεζοῦντος, Α.Π. Γ-Δ, 419. εἰκ.31,32
191. ὅπως ὁ εἰκονιζόμενος στό Τυπικό Ἁγ Εὐγενίου τοῦ 1346 Βατοπεδινό χειρόγραφο 1199, φ. 44β. Βλέπε καί στό: Χρυσάνθου , Ἐκκλ. Ἱστορία Τραπεζοῦντος, Α.Π. Γ-Δ, 416. καί εἰκ.22
192. Τυπικόν Ἁγ Εὐγενίου, Βατοπεδινό 1199, φ. 65α. Βλ καί Χρυσάνθου , Α.Π. Γ-Δ, 416. καί εἰκ.23
193. Μικρογραφία στόν κώδικας 6 Μονῆς Παντελεήμονος μέ Ὁμιλίες Γρηγορίου Ναζιανζινοῦ 11ου αἰ, φ. 37v
194. Βίος Ἁγίου Φιλαρέτου, Byzantion, 9 (1934),135
195. Μικρογραφία στόν Βατοπεδινό 1199. Βλέπε καί  στό: Χρυσάνθου , Ἐκκλ. Ἱστορία Τραπεζοῦντος, Α.Π. Γ-Δ, 417. καί εἰκ.26
196. Μικρογραφία σέ κώδικα τοῦ 7ουαἰ. Vat. gr. 746  φύλλο 61r.
197. Μικρογραφία στό χειρόγραφο Ψαλτήριο τοῦ 857, Par gr. 20, φύλλο 4v
198. (βλ Θεόδωρο Πρόδρομο καί Μανουήλ Φυλῆ)Α. Ξυγκόπουλος,  Βυζαντινή Παράστασις Μηνός Αὐγούστου.Ἐπετηρίς Βυζαντινῶν Σπουδῶν. Α΄ 1924, 182-187
199. Μικρογραφία στό Τυπικό τοῦ Ἁγίου Εὐγενίου Τραπεζοῦντος, Βατοπεδινό 1199,
200 Μικρογραφία στό Βατοπεδινό 1199.φ. 202β. Βλέπε καί στό: Χρυσάνθου , Ἐκκλ. Ἱστορία Τραπεζοῦντος, Α.Π. Γ-Δ, 419. καί εἰκ.33
201. Ἀρτεμίδωρος,  2.3.21 - 2.3.25.
202.. Σωζομενός, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 3.14.6
203.. Σωζομενός, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 3.14.7.5
204. P. Gautier,Τυπικόν Σεβαστοῦ Γρηγορίου Πακουριανοῦ. κεφ. θ, στίχ. 817
205. Κεδρινός Σύνοψις Ἱστοριῶν, 1.596.19
206. Βίος Ἁγίου Θεοδώρου, Acta Sanctorum Vollandiana, Aprilis, I, ix
207. Παλλάδιος, Λαυσαϊκή Ἱστορία, 32.3.5
208. Παλλάδιος, Λαυσαϊκή Ἱστορία, 34.1.9
209. Παλλάδιος, Λαυσαϊκή Ἱστορία59.2.3
210 Κανών 12 τῆς ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου.  Hefele-Leclercq, "Hist. des Conc.", I, 1037
211. Παλλάδιος, Λαυσαϊκή Ἱστορία,32.2.4
212.. Σουίδα, lamda 220.1
213.. Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Περί Διορθώσεως Μοναχικοῦ Βίου,  PG 135, 830
214. Παλλάδιος, Λαυσαϊκή Ἱστορία, Περί Σαραπίωνος,37.6.2
215. Γρηγόριος Ναζιανζινός, Εἰς τόν Μέγαν ΒασίλειονἘπιτάφιος, 61.3.2
216. Ν Γρηγορᾶς, Ρωμαϊκή Ἱστορία, 1. 127. 24 Γεώργιος Μοναχός, Πρόλογος Χρονικῆς Ἱστορίας, 343. 7 κ.ἕ
217. Ἰουστινιανός , Νεαρά Ε΄,  31.24
218. Παλλάδιος, Λαυσαϊκή Ἱστορία,12.1.8
219. Σωζομενός, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 6.24.8.2  Σωκράτης Σχολαστικός, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 4.9.9
220 Catholic Encyclopaedia, λῆμμα "Chasuble"
221. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 747.21
222.. P. Gautier,Τυπικόν Σεβαστοῦ Γρηγορίου Πακουριανοῦ.κεφ. θ, στίχ. 825-834
223.. Ἄν καί τόν 1ο αί ἀκόμη καί ὁ Ἀπόστολος Ἰωάνης ἔγινε Ἱερεύς «τό πέταλον πεφορακώς» (διακριτικό τῶν Ἑβραίων Ἱερέων). Εὐσέβιος, 3. 31. 3. 8
224. Ἰουστινιανός, Νεαρά Γ΄,  23.41
225. Catholic Encyclopaedia, λῆμμα "St. Cyprian of Carthage"
226. Παλλάδιος, Λαυσαϊκή Ἱστορία, 63. 2. 3
227. Mansi, "Concilia", IV, 465
228. γιά νά θυμίζει τόν «φαιλόνην» πού φοροῦσε στίς περιοδείες ὁ Ἀπόστολος Παὺλος (Β΄Τιμόθ. δ΄13)
229. Σουίδα, kappa, 1588.4
230 Κεδρινός, Σύνοψις Ἱστοριῶν, 1.529.9 -  10.
231. (Συνοδεία Ἰουστινιανοῦ, ψηφιδωτό τοῦ 547 Ἁγ Βιταλίου). Charles Delvoye, Βυζαντινή Τέχνη. σελ. 113 καί εἰκ. 25
232.. Συνοδεία Κωνσταντίνου Δ΄ Πωγωνάτου, ψηφιδωτό τοῦ 671, Ἁγίου Ἀπολυναρίου)
233.. Γεώργιος Μοναχός, Πρόλογος Χρονικῆς Ἱστορίας, 001. 743. 7 κ.ἕ
234. Ἰω. Χυσόστομος, Πρός Ὁλυμπιάδα, Ἐπιστολή Η΄ , 088. 8. 6. 3
235. Πορφυρογέννητος, Περί Βασιλείου Τάξεως,  011. 1. 171. 10
236. Εὐσέβιος, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 10.4.2.1
237. Εὐχολόγιον τό Μέγα, Ἐνετίῃσιν, 1863, 326
238. τό τελευταῖο τέταρτο τοῦ 13ουαἰ ὁ Ἐπίσκοπος Νικαίας Νικήτας Χωνιάτης. Ἱστορία, Andron1,pt1.285.19
239. «...ἀλουργίς γάρ βασιλεῖς. οὐχ ἱερεῖς ποιεῖν εἴωθεν» Κεδρινός, Σύνοψις Ἱστοριῶν, 1.559.6
240 875: Ἐγκύκλιος Πάπα Ἰωάννη Ζ΄ «Apostolicæ sententia usque adeo Sedis prævaluit, ut voluntarie omnes Anglorum clerici, sub ipsis vigiliis S.Gregorii,laicalem et sinuosum, sed et curtum, habitum deponentes, talares tunicas Romanas induerent»Jaffé-Wattenbach, Reg. RR. PP. 2995
241. Πρῶτα βήματα γιά τή διαφοροποίηση Ἀνατολῆς Δύσης στή Σύνοδο Μπράκαρα Αὐγούστα (572)
242.. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 769...
243.. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 1. 14. 22
244. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 754..
245. Πορφυρογέννητος Περί Βασιλείου Τάξεως, 754..
246. Σουΐδα kappa1588.1 - 1589. 1
247. Herbert Norris, Church Vestments (Dutton 1950, ἐπανέκδ. Dover, 2002, σελ. 108–115
248. Κεδρηνός Σύνοψις Ἱστοριῶν 1.297.13  
249. Catholic Encyclopedia λῆμμα  «mitra»
250 Φειδᾶς, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. β΄
251. Bango 591-681, lib. VII, 2, σ. 672. Ceccheli, Vita di Roma, 2. σ. 970. Ladner, Papstbildnisse 2, σ. 24  
252.. Heraldry στο Catholic Church, Humanities: 1978 σ. 50
253.. σέ τοιχογραφία τοῦ 1247 στό ναό τοῦ Ἅγ Σιλβέστρου Ρώμης
254. Ο Ανδρόνικος Β΄ απένειμε τον σάκο ως προνόμιο στον μητροπολιτη Μονεμβασίας (Ράλλη και Ποτλή Σλυνταγμα τ.Ε΄ σελ 337).
255. Catholic Encyclopedia λῆμμα  «mitra»
256. Liber pontificalis, Ἔκδ Duchesne, 389.  Horace K. Mann, Lives of the Popes in the ealy Middle Ages, LondonLouis, 1902, I,pt.II,127 sqq.
257. Σκυλίτζης, Ἱστορία, 643
258. Catalani, Pont. Rom., Proleg., xx
259. Barbosa Pastoralis Sollicitudinis, etc., Tit. I, ch. v
260 Kirchenlex., s.v. Hirtenstab
261. Reusens, Elém. d'arch. chr t., I, 504
262.. ἀκαθόριστη μορφή 5ουαἰ στό παρεκκλήσι Quo Vadis Domine τῆς  Ἁππίας Ὁδοῦ στή Ρώμη
   



[sel-politismos/sel_LOGOTEXNIA_ISTORIA_1/_borders/bottom.htm]